ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

ΑΡΧΕΙΟ/metafysiko.gr/Επιστήμη & Τεχνολογία
metafysiko.gr·2015·AVATARGR-1

ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΠΩΝΥΜΑ‏ μια μελέτη και η Ιστορία τους.

Δες αυτή τη συζήτηση στα Forums →
Φίλοι μου καλησπέρα σας.

Συνεχίζω το θέμα....

Γ

Γαβαλάς
Επώνυμο που εμφανίζεται ήδη από τον 11οαιώνα στην Ελλάδα, σχετίζεται:
1) μεσν. γαβαλάν, «κεφαλάν» (Ησυχ.) , και ιδιωμ.γάβα και κάβα το κεφάλι ή
2) με το δημωδ. γάβαλο, ο κόπρος του αλόγου.

Γαζέπης
Από το τουρκ. gazap, θυμός, κατάρα.

Γαζής
Από το τουρκ. gazi, αγωνιστής, τροπαιούχος.

Γαϊτάνης
Από το ν.ε. γαϊτάνι (κορδόνι μεταξωτό) < ελνστ. γαϊετανόν λατ.gaitanum.
Και ως βαφτιστικό, σπάνιο βέβαια, ως και τις μέρες μας, πρβλ. Συρμώ/ Συρματένια/Συρμής.

Γαλακτερός
Από το ιδιωμ. γαλαχτερός, ο πλήρης γάλακτος.
Για τα ζώα, γαλακτερά όσα ακόμα θηλάζουν.

Γαλάνης
γαλανός + καταλ. –ης.Βλ. καστανός-Καστάνης, στρογγυλός-Στρογγύλης.

Γάλαρης
Σχετικό με την ιδιωμ. λέξη γαλάρι. Το πρόβατο, το παράγων γάλα, αντιθέτως
με τα στέρφα-στείρα.

Γαλατσίδας
Από το δημωδ. γαλατσίδα, γενική ονομασία διάφορων χόρτων με γαλακτώδη
χυμό, μσν. γαλατσίδα < γαλατσίς, αιτ. -ίδα γαλακτίς.

Γαλέος-ν.ε.γαλέος, είδος ψαριού, <αρχ.γαλεός

Γαλής- Από το τουρκ. gali, ακριβός, υπερτιμημένος.

Γαλιάτσος
Από το ν.ε. γαλιάτσος, κωπηλάτης σε γαλέρα, ουσ. γαλιότος <βεν. galioto• πβ. γαλιότης.

Γαλιφάς/Γαλιφός/Γαλιφάκης/Γαλύφας
Από το δημώδ. γαλίφης, γαλίφος, ο πλάνος, ο κόλακας, αυτός που προσπαθεί
να πετύχει κάτι με γαλιφιές, με καλόπιασμα. <μεσν. γαλίφος<ιταλ. gaglioffo.

Γαργαλέλης/Γαργάλης- ν.ε. γαργάλι
“η σκανδάλη του πυροβόλου όπλου/ είδος φυτού”.
Και σχετικό τοπωνύμιο στη Μεσσηνία Γαργαλιάνοι.
Πιθανότατα να σχετίζεται όμως με το ρήμα γαργαλώ.

Γαρμπής- Γαρμπής,
ο νοτειοδυτικός άνεμος, συνήθως χειμερινός και βροχερός.
Μτφ. ο βάναυσος. μσν.γαρμπής<βεν.garbin< αραβ.garbī..
Και σαν βαφτιστικό, σπάνια.

Γαρμπίλας
Ίσως σχετικό με το ν.ε. γαρμπίλι, ψιλό χαλίκι που χρησιμοποείται στην
οικοδομική και στην οδοποιία• σύντριμμα.
Πιθανότερο θεωρώ το ενδεχόμενο να προέρχεται από το σπάνιο βαφτιστικό
Γαρμπής με την υποκοριστική κατάληξη –ίλας, κατά το Γεωργίλας.

Γαρώνης
Από το δημώδ. ρήμα γαρώνω, αλλιώς το αλατίζω, παστώνω.
Από το ους. γάρος-η άρμη, από το αρχ. ουσ. γάρος, η λέξη και σήμερα
ιδιωματικά.
Το επώνυμο σχηματίστηκε όπως πολλά άλλα, π.χ. Βουλώνης (βουλώνει) ,
Κουτσοπίνης (κουτσοπίνει) , Κρυώνης (κρυώνει) , Περιμένης (περιμένει) ,
κ.α..

Γάτσης-Γάτσης <Γάκης <Γεωργάκης, με τσιτακισμό.
Ίσως σχετικό και με το διαλεκτικό γάτσος/γάτσης ο γάτος.

Γερακάρης
Αυτός που τρέφει και γυμνάζει κυνηγετικά γεράκια.
Ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή εμφανίζεται ως επώνυμο (1264-Κεφαλονιά)

Γεράνης/Γερανίδης
Από το ν.ε. γεράνι, καλλωπιστικό φυτό< ελνστ. γεράνιον.

Γεροντόπουλος/Γέρος/Γέρου/Γερούδης/Γερούσης κ.α.-
Από το δημώδ. γέροντας, γέρος, ο ηλικιωμένος, < μσν. γέροντας < αρχ.
γέρων, αιτ. –οντα. Και ως μοναχικό όνομα Γερόντιος.
Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα, με μορφές όπως Γεροδυάκος
(sic) , το 1357 στην Πόλη, Γεροκαλάς, 1287 Πάφος, Γέρος το 1394-Λευκωσία,
κτλ.

Γεωργάς/Γεωργιάδης/Γεωργίου/Γεωργόπουλος/Γεωργούσης/Γεωργούλιας
κ.α.
Από το βαφτ. Γεώργιος, ένα από τα δημοφιλέστερα βαφτιστικά στην Ελλάδα,
όνομα αγίων, πατριαρχών, < αρχ. γεωργός. Ως επώνυμο τουλάχιστον από
τον 13ο αιώνα, με μορφές όπως Γεωργίλας (1360-Σέρρες) , Γεωργίτζης
(1271-Χαλκ/κη) , Γεωργιτζόπουλος (1375-Μυστράς) , Γεωργάς (1480-
Κόρυνθο, Κύθηρα) κτλ

Γιαβάσης
Από το τουρκ. yavas, μαλακός.

Γιαγκάσης
Από το ν.ε. γιαγκάσης, γιαγκάης (Ποντ.) . Από το τουρκ.yankaz=απατεώνας,
άτακτος.

Γιαγκούλας
από το βαφτιστικό Γιάγκος+μεγεθ.καταλ. –ούλας. (Γιάγκος-Γιάννης-Ιωάννης) .

Γιακουμάτος/Γιακουμής/Γιακουμάκης/Γιακούμογλου κ.α.
Από το βαφτ. Γιακουμής, μορφή του Ιάκωβος.
Ίσως επηρεασμένο από την βενετσ. εκδοχή του ίδιου ονόματος,
Giacomo<υστερολατ. Jacomus/Jacobus<Ιάκωβος.
Το Ιάκωβος αποτελεί εξελληνισμένη μορφή του αρχικού εβραϊκού
Ιακώβ>Ya’akov, που συνδέεται με το εβρ. aqeb- φτέρνα-, επειδή σύμφωνα
με τη βίβλο ο Ιακώβ γεννήθηκε δεύτερος κρατώντας τη φτέρνα του αδελφού
του Ησαύ.

Γιαλαμάς
Από το τουρκ. yalama, ξεφλούδισμα, εξάνθημα στα χείλη.

Γιαλούρος
Από το ιδιωμ. γιαλούρι, πετεινός ακατάλληλος για καπόνι/καπόνι-Πετεινός
ευνουχισμένος <πληθ. caponi του βεν. capon

Συνεχίζεται.

Ευχαριστώ.
metafysiko.gr