ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/METAFYSIKO.GR/BOARD/ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΠΩΝΥΜΑ‏ μια μελέτη και η Ιστορία τους.

ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΠΩΝΥΜΑ‏ μια μελέτη και η Ιστορία τους.

AVATARGR-120 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 1/1
2015-01-18 16:55
Φίλοι μου καλησπέρα σας.

Συνεχίζω το θέμα....

Γ

Γαβαλάς
Επώνυμο που εμφανίζεται ήδη από τον 11οαιώνα στην Ελλάδα, σχετίζεται:
1) μεσν. γαβαλάν, «κεφαλάν» (Ησυχ.) , και ιδιωμ.γάβα και κάβα το κεφάλι ή
2) με το δημωδ. γάβαλο, ο κόπρος του αλόγου.

Γαζέπης
Από το τουρκ. gazap, θυμός, κατάρα.

Γαζής
Από το τουρκ. gazi, αγωνιστής, τροπαιούχος.

Γαϊτάνης
Από το ν.ε. γαϊτάνι (κορδόνι μεταξωτό) < ελνστ. γαϊετανόν λατ.gaitanum.
Και ως βαφτιστικό, σπάνιο βέβαια, ως και τις μέρες μας, πρβλ. Συρμώ/ Συρματένια/Συρμής.

Γαλακτερός
Από το ιδιωμ. γαλαχτερός, ο πλήρης γάλακτος.
Για τα ζώα, γαλακτερά όσα ακόμα θηλάζουν.

Γαλάνης
γαλανός + καταλ. –ης.Βλ. καστανός-Καστάνης, στρογγυλός-Στρογγύλης.

Γάλαρης
Σχετικό με την ιδιωμ. λέξη γαλάρι. Το πρόβατο, το παράγων γάλα, αντιθέτως
με τα στέρφα-στείρα.

Γαλατσίδας
Από το δημωδ. γαλατσίδα, γενική ονομασία διάφορων χόρτων με γαλακτώδη
χυμό, μσν. γαλατσίδα < γαλατσίς, αιτ. -ίδα γαλακτίς.

Γαλέος-ν.ε.γαλέος, είδος ψαριού, <αρχ.γαλεός

Γαλής- Από το τουρκ. gali, ακριβός, υπερτιμημένος.

Γαλιάτσος
Από το ν.ε. γαλιάτσος, κωπηλάτης σε γαλέρα, ουσ. γαλιότος <βεν. galioto• πβ. γαλιότης.

Γαλιφάς/Γαλιφός/Γαλιφάκης/Γαλύφας
Από το δημώδ. γαλίφης, γαλίφος, ο πλάνος, ο κόλακας, αυτός που προσπαθεί
να πετύχει κάτι με γαλιφιές, με καλόπιασμα. <μεσν. γαλίφος<ιταλ. gaglioffo.

Γαργαλέλης/Γαργάλης- ν.ε. γαργάλι
“η σκανδάλη του πυροβόλου όπλου/ είδος φυτού”.
Και σχετικό τοπωνύμιο στη Μεσσηνία Γαργαλιάνοι.
Πιθανότατα να σχετίζεται όμως με το ρήμα γαργαλώ.

Γαρμπής- Γαρμπής,
ο νοτειοδυτικός άνεμος, συνήθως χειμερινός και βροχερός.
Μτφ. ο βάναυσος. μσν.γαρμπής<βεν.garbin< αραβ.garbī..
Και σαν βαφτιστικό, σπάνια.

Γαρμπίλας
Ίσως σχετικό με το ν.ε. γαρμπίλι, ψιλό χαλίκι που χρησιμοποείται στην
οικοδομική και στην οδοποιία• σύντριμμα.
Πιθανότερο θεωρώ το ενδεχόμενο να προέρχεται από το σπάνιο βαφτιστικό
Γαρμπής με την υποκοριστική κατάληξη –ίλας, κατά το Γεωργίλας.

Γαρώνης
Από το δημώδ. ρήμα γαρώνω, αλλιώς το αλατίζω, παστώνω.
Από το ους. γάρος-η άρμη, από το αρχ. ουσ. γάρος, η λέξη και σήμερα
ιδιωματικά.
Το επώνυμο σχηματίστηκε όπως πολλά άλλα, π.χ. Βουλώνης (βουλώνει) ,
Κουτσοπίνης (κουτσοπίνει) , Κρυώνης (κρυώνει) , Περιμένης (περιμένει) ,
κ.α..

Γάτσης-Γάτσης <Γάκης <Γεωργάκης, με τσιτακισμό.
Ίσως σχετικό και με το διαλεκτικό γάτσος/γάτσης ο γάτος.

Γερακάρης
Αυτός που τρέφει και γυμνάζει κυνηγετικά γεράκια.
Ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή εμφανίζεται ως επώνυμο (1264-Κεφαλονιά)

Γεράνης/Γερανίδης
Από το ν.ε. γεράνι, καλλωπιστικό φυτό< ελνστ. γεράνιον.

Γεροντόπουλος/Γέρος/Γέρου/Γερούδης/Γερούσης κ.α.-
Από το δημώδ. γέροντας, γέρος, ο ηλικιωμένος, < μσν. γέροντας < αρχ.
γέρων, αιτ. –οντα. Και ως μοναχικό όνομα Γερόντιος.
Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα, με μορφές όπως Γεροδυάκος
(sic) , το 1357 στην Πόλη, Γεροκαλάς, 1287 Πάφος, Γέρος το 1394-Λευκωσία,
κτλ.

Γεωργάς/Γεωργιάδης/Γεωργίου/Γεωργόπουλος/Γεωργούσης/Γεωργούλιας
κ.α.
Από το βαφτ. Γεώργιος, ένα από τα δημοφιλέστερα βαφτιστικά στην Ελλάδα,
όνομα αγίων, πατριαρχών, < αρχ. γεωργός. Ως επώνυμο τουλάχιστον από
τον 13ο αιώνα, με μορφές όπως Γεωργίλας (1360-Σέρρες) , Γεωργίτζης
(1271-Χαλκ/κη) , Γεωργιτζόπουλος (1375-Μυστράς) , Γεωργάς (1480-
Κόρυνθο, Κύθηρα) κτλ

Γιαβάσης
Από το τουρκ. yavas, μαλακός.

Γιαγκάσης
Από το ν.ε. γιαγκάσης, γιαγκάης (Ποντ.) . Από το τουρκ.yankaz=απατεώνας,
άτακτος.

Γιαγκούλας
από το βαφτιστικό Γιάγκος+μεγεθ.καταλ. –ούλας. (Γιάγκος-Γιάννης-Ιωάννης) .

Γιακουμάτος/Γιακουμής/Γιακουμάκης/Γιακούμογλου κ.α.
Από το βαφτ. Γιακουμής, μορφή του Ιάκωβος.
Ίσως επηρεασμένο από την βενετσ. εκδοχή του ίδιου ονόματος,
Giacomo<υστερολατ. Jacomus/Jacobus<Ιάκωβος.
Το Ιάκωβος αποτελεί εξελληνισμένη μορφή του αρχικού εβραϊκού
Ιακώβ>Ya’akov, που συνδέεται με το εβρ. aqeb- φτέρνα-, επειδή σύμφωνα
με τη βίβλο ο Ιακώβ γεννήθηκε δεύτερος κρατώντας τη φτέρνα του αδελφού
του Ησαύ.

Γιαλαμάς
Από το τουρκ. yalama, ξεφλούδισμα, εξάνθημα στα χείλη.

Γιαλούρος
Από το ιδιωμ. γιαλούρι, πετεινός ακατάλληλος για καπόνι/καπόνι-Πετεινός
ευνουχισμένος <πληθ. caponi του βεν. capon

Συνεχίζεται.

Ευχαριστώ.
2015-01-23 19:11
Φίλοι μου καλησπέρα σας.

Συνέχεια.....


Γιαλούσης/Γιαλουσάκης
Από το δημωδ. ο κάτοικος σε παράλιες περιοχές, κοντά σε γιαλούς, ή αυτός
που ζει παραλιακά και ζει από την αλιεία και κατά συνέπεια ο άκληρος, ο φτωχός.
Γιαμαλάκης
Από το τουρκ. yamalak, μπαλωμένος.

Γιαννακάς/Γιαννάκης/Γιαννέλης/Γιαννόπουλος κτλ
Από το βαφτ. Γιάννης<Ιωάννης, δημοφιλέστατο όνομα στην Ελλάδα.
Όνομα του Προδρόμου, αγιών, αυτοκρατόρων κτλ. Από το εβρ. Yokhanan-o
Θεός έχει δείξει εύνοια-.
Ως επώνυμο εμφανίζεται τουλάχιστον από τον 12ο αιώνα με μορφές όπως,
Καλογιάννης (12ος) , Κουστουγιάννης (1378-Χαλ/κη) , Κουτζογιάννης (1415-
Λήμνος) , Μουσογιάννης (1331-Κρήτη) , Παπαγιάννης (1445-Χαλκ/κη) ,
Παπαγιαννόπουλος (13ος-Τραπεζούντα) , Σγουρογιάννης (1331-Κρήτη) ,
Γιαννίτζης (1323-Κρήτη) , Τζουρουγιάννης (1319-Μακεδονία) , Γιαννούτζος
(1391-Κέρκυρα) , Βλαχοϊάννης (1279-Ιερισσός) , Γιαννίκης (1374-Κύπρος) ,
Γιαννόπουλος (14ος) , Γιανούλας (1316-Σέρρες) , Δαιμονογιάννης (1248-
Μονεμβασιά) , κτλ.
Γιόλδασης
Από το τουρκ. yoldas, συνοδοιπόρος.

Γιουρλάς
Από τη λέξη γιουρλάς, εθελοντής ή τοπικός γενίτσαρος (της κυρίως
Ελλάδας) , όχι του σουλτάνου, <τουρκ. yerli.

Γιουρούκης
Από το τουρκ.yürük, ο γρήγορος στα πόδια, ο νομάς, ο άσκοπα περιφερόμενος.
Γιούτσος
Από το τουρκ. yüçe=ο ψηλός, ο μεγάλος
Γκαγκάνης
Από το διαλεκτ. ν.ε. γκαγκάνι (Αμοργ., Πελ., Θεσσ., Μακεδ., Μύκ.) .
Ο καρπός του γαιδουράγκαθου.
Σκωπτικά οι κάτοικοι του Λιτόχωρου από τους κατοίκους των γειτονικών
χωριών. Η λέξη απαντά στο ιδίωμα Πυλαίας Θεσσ/κης ως ‘γκάνι «αγκάθι».
Προέρχεται από το ακάνιον, ακάνθιον του Ησύχιου, με επανάληψη στην
πρώτη συλλαβή του συμφώνου της δεύτερης, πρβ.ίλερη>λίλερη,
αβατσινιά>βαβατσινιά κ.α.

Γκάγκαρος
Από το δημωδ. γκάγκαρος, χαρακτηρισμός που δινόταν στους γηγενείς
Aθηναίους, γκάγκαρο -ς < ιταλ. ganghero `στρόφιγγα΄ (σκωπτικά, επειδή
υποτίθεται ότι μαντάλωναν την πόρτα τους) .

Γκαλίτσιος- Από το διαλεκ. (Ζαγόρι) , είδος πουλιού, γκαλίτσια (τα) ,
εν.γκαλίτσι, είδος γκαΐλας, κουρούνας, αλλά σε μικρότερο μέγεθος. Η λέξη
διαλ. (Κοζ., Καστ.)

Γκανάτσιος
Απο την καταγεγραμμένη μορφή του βαφτιστικού Αθανάσιος, Γκανάτσιος, στα
βορειοελλαδικά ιδιώματα (Σιάτιστα, Βελβ.)

Γκέρμπεσης- Από το αρβαν. gërbë, καμπούρα, <σλαβ.gбrba .Και όνομα
οικισμών στην Πελοπόννησο, Γκέρμπεσης ήταν το επώνυμο αρβανίτη
stratioto, μισθοφόρος των Βενετών, και όπως σνηθιζόταν ανταμοίβονταν με
εκτάσεις-πρόνειες.

Γκιάτης/Γκλιάτης
Από το αρβαν.gjatë ”ο μακρύς, μακρουλός”.

Γκιζίκης
Από το τουρκ. gezig, κακό σπυρί, φαγούρα.{ΣΗΤΡ}
Γκίνης
Από την αρβαν. εκδοχή του βαφτ. Ιωάννης-Γιάννης.{ΤΟΖ}

Γκιόκας- Από την αρβαν. βαφτ. Γκιόκας<Γεώργιος.
Ή Γκιόκας- Από το τουρκ. gök, ο γαλάζιος, γαλαζωπός

Γκιουλέκας
Από το δημώδ. γκιουλέκας, πληθ. γκιουλέκηδες, ο νταής, ο ψευτοπαλικαράς:
«Kάνει τον γκιουλέκα». Από το όνομα Αλβανού άτυχου επαναστάτη του 19ου
αιώνα, Gjoleka. Το αλβανικό επίθετο Gjolekaπροέρχεται από τα βαφτ.
Gjon-Ιωάννης και Leka-Αλέξανδρος

Γκλαβάνης
Από το σλαβ. glavan (glava=κεφάλι) , ο σπουδαίος, κύριος.

Γκόγκας
Το επίθετο που δίνουν οι Αλβανοί στους Βλάχους, “gogë”.

Γκολέμης
Από το σλαβ. golem, μεγάλος. Συχνό αρβανίτικο επώνυμο.

Γκολφινος (Γκολφινόπουλος κ.α.)
Συχνό επώνυμο κυρίως στην Αχαΐα, από το βαφτ. Γκολφίνος<εγκόλπιον το•
γκόλφι• γκόλφιν•εγκόλφιον,
α) Εγκόλπιο, φυλαχτό, ) (εκκλ.) το επιστήθιο του αρχιερέα που εικονίζει το
Χριστό σαν επίσημο διακριτικό της αρχιερατικής εξουσίας, γενικ.) πράγμα
πολύτιμο, κόσμημα.

Γκουλιάρας
Από το διαλεκτ. γκουλιάρας-είδος κούνιας, η τραμπάλα, από το ιταλ.gugla<λατ.agulia.

Γκούμας
Αρβανίτικη εκδοχή του Γιακουμής<Ιάκωβος.

Γκούντης/Γκουντίνας
Επώνυμα από τις καταγεγραμμένες μορφές του βαφτ. Κωνσταντίνος στα
βορειοελλαδικά ιδιώματα, Γκούντης-Γκουντίνας. Η διαδρομή που έκαναν μέσα
από τη φωνολογία των βορειοελλαδικών ιδιωμάτων (Βελβεντό, Κοζάνη,
Σιάτιστα κ.α.) είναι κάπως έτσι Κωσταντής>Κουσταντής>Κουντής (που έχει
δώσει επώνυμο) > Γκούντης.

Γκρίτζαλης
Από το διαλεκτ. (Ηπειρ.) γκρίζαλος=τραχύς, κακότροπος, φιλόνικος. Ίσως
σχετικό με το σλαβ. gryzo=δαγκώνω, ροκανίζω.

Γοντζές- Από το τουρκ. gonce, , μπουμπούκι.

Γόντικας
Από τη γοντικοβελόνα των ραφτάδων-τερζήδων, ίσως γόντικας ο
κατασκευαστής τέτοιων βελονών.

Γούλιαρης
Από το δημωδ. γούλιαρης, ο λαίμαργος, από το ουσ. γούλα<λατ.gula, το
στομάχι των πουλερικών.

Γούργουλας
Από το ουσ.γούργουρας, ο. λαιμός (εσωτερικά) , λάρυγγας, φάρυγγας και
είδος αγγείου. Σχετικό και το ρήμα γουργουρίζω.

Γούρμος Από το ιδιωμ. γούρμος, ο ώριμος, < αρχ. ὥριμος.

Γούσιας/Γούσας/Γούτος
Από το τα αντίστοιχα βαφτιστικά, μορφές του ονόμ.Γεώργιος, πρβ.
Γεωργούσιας-Γεωργούσας-Γεωργούτος. Η κατάληξη –ούσης, και οι
παραλλαγές της απαντάται ως υποκοριστική σε πολλές περιοχές της Ελλάδας,
ιδίως στα τσακώνικα (βλ. Το Λεξικό της Τσακωνικής Διαλέκτου, Θανάση Π.
Κωστάκη) , και σε επώνυμα κυρίως στη Χίο, και ως πατριδωνυμικό.

Γραμματικός/Γραμματίκας/Γραμματικόπουλος κ.α.
Από το δημώδ. γραμματικός, ο γραμματέας, από το αρχ. ουσ. γραμματικός.
Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 14οαιώνα, καθώς μεταξύ άλλων
αναφέρονται οι Γεώργιος Γραμματικός-Βέρροια-1338, Γραμματικόπουλος-
Κρήτη-1452, Μιχαήλ Γραμματικός-Ραδόλιβος (Σέρρες) -1316,

Γρίβας
Από το μεσν. γρίβας, άλογο που έχει χρώμα σταχτί, ψαρής, «εις ίππον γρίβαν
επιβάς, Διγεν. Ζ3358) < παλαιοτ. γερμ. Ghræwaz μέσω των λατινικών

Γρίζας
Από το ν.ε. γρίζα, φόρεμα χρώματος γκρίζου<γαλλ. gris ή ιταλ. griso.

Γρυπάρης/Γριπάρης
Από το δημωδ.γρυπάρης/γριπάρης, αυτός που ψαρεύει με γρίπο, συσκευή
ανάλογη προς την τράτα ή ο κατασκευαστής γριπών, <ελνστ. γρῖπος `δίχτυ
ψαρά΄.

Γρούτης- Διαλεκτ. (Χίος) , ο πολύ σιωπηλός, αλλά κακής φύσης άνθρωπος.

Γωβιός/Γοβιός
Από το δημωδ. γωβιός, είδος μικρού ψαριού, <αρχ. κωβιός. Επώνυμο
Ευβοιώτη πρωταγωνιστή του ’21,

Συνεχίζεται.

Ευχαριστώ.
2015-02-09 16:16
Φίλοι μου καλησπέρα σας.

Συνεχίζεται.....

Δ

Δάβαρης (Δαβαράκης, Ντάβαρης)
Από το τουρκ. davar, η κατσίκα, το κοπάδι.

Δαλάκης
Από το τουρκ. dalak, αιχμάλωτος, δούλος.

Δάλας
Ίσως από το αρβανίτικο dhalle=ξυνόγαλο, βλαχ.dala.

Δαμαλάς
Από το δημωδ. δαμάλι. Αλλιώς το μοσχάρι .<δαμάλιον.

Δαμανάκης/Δαμιανάκης
Από το βαφτ. Δαμιανός, και την (αρχικά υποκοριστική) κατάληξη –άκης.
Το βαφτ. Αβέβαιου ετύμου, πιθανώς, σύμφωνα με τον Μπαμπινιώτη,
σχετίζεται με το αρχ. Δάμων.

Δεμέστικος/Δεμέστιχας
δομέστικος, αρχηγός, διοικητής, <λατ. domesticus

Δερβίσης
Από το τουρκ. dervis, μοναχός, φτωχός.

Δημηνάς
Από την καταγεγραμμένη μορφή του βαφτ. Δημήτριος, Δημηνάς.
Η συγκεκριμένη μορφή του Δημήτρης απαντάται στα βορειοελλαδικά ιδιώματα
(π.χ. Καταφύγι).

Διγόνης/Διγγόνης
Από το ιδιωμ. διγόνι, διγγόνι,
1) ο δισέγγονος,
2) το όψιμο αρνί, κατσίκι ή δημητριακό
3) το ζώο που βυζαίνει δύο μητέρες.

Διδάχος
Από το δημωδ. διδάχος, ο διδάσκαλος, και οικισμός στην Αχαΐα, Διδαχέϊκα.

Δικαίος
Από το μεσν. Δικαίος, τοποτηρητής, αναπληρωτής (πολιτικού ή θρησκευτικού
άρχοντα) .
Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγια εποχή.

Διμισκής (Ντιμισκής)
Επώνυμο της μάνας του Καραϊσκάκη, της γνωστής καλόγριας.
Η λέξη προέρχεται από το ν.ε. διμισκί<δαμασκί, προκ. για μαχαίρι,
δαμασκηνό<βεν. damaschin, πβ.τουρκ. dimişkî

Δίπλας
Από το δημωδ. δίπλας/διπλάρι, ο δίδυμος
Επώνυμο γνωστού Σαρακατσάνου αγωνιστή του ’21.

Δισάκιας
Από το δημωδ. δισάκι, διπλός σάκος, ταγάρι, < ελνστ. δισάκκιον.

Δογάνης/ Ντογάνης
Από το τουρκ. dogan, γεράκι.

Δοκανάρης
Από το μεσν./δημώδ. δόκανο, ο δοκός, αλλιώς το δοκάνι, <αρχ. δοκός.
Σχηματίστηκε με τη συνήθη επαγγελματική κατάληξη –άρης, βλ.βαρκάρης,
γελαδάρης, λυράρης, περιβολάρης κ.τ.λ. . Προφανώς η λέξη δοκανάρης θα
είχε τη σημασία του κατασκευαστή ή εμπόρου δοκάνων.

Δοξαράς
Ο κατασκευαστής τόξων, <ουσ. δοξάρι + κατάλ. –άς.
Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή.

Δουδούμης
Από το αρβαν. ντουντούμ, το αρσ. κρεμμύδι, που το κάνουν σπόρους.

Δούκας- δουξ
Ο δούκας, βυζ.στρατιωτικός ή πολιτικός διοικητής, άρχοντας, <λατ. Dux, Και
όχι σπάνιο βαφτιστικό ήδη απο τη βυζαντινή εποχή λόγω της μεγάλης
αυτοκρατορικής οικογένειας των Δουκών, όπως έδωσαν και οι άλλες
σημαντικές μεσαιωνικές ελληνικές οικογένειες, βλ. Λάσκαρης/Λασκαρίνα,
Δούκας/Δούκισα, Ράλλης/Ραλλού, Κομνηνός κ.α.

Δουλγέρης/Δουληγέρης
Από το τουρκ. dülger, ο μαραγκός.

Δουσμάνης/Ντουσμάνης
Από το τουρκ. dusman, εχθρός. Η οικογένεια αναφέρεται ήδη απο τον 15ο
αιώνα και κλάδη της υπήρχαν/υπάρχουν σε Αθήνα και Κέρκυρα.

Δραγουμάνος-
Ο τζουρτζουμάνος/ τζουτζουμάνος. Διερμηνέας, <αραβ. tarğumān < ιταλ.
dragomanno – βεν. dragoman.

Δραγώνας
Ίσως από το μεσν. και δημωδ. δραγόνος, στρατιώτης, πολεμιστής σε σώμα
ελαφρού ιππικού, <αντιδ. γαλλ. dragon<λατ.draco<αρχ. δράκων.
Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα, ως Δραγωνάς στη Χαλκιδική.

Δρένιος/Ντρένιος
Από το δημωδ. δρένιος-ντρένιος, το ξύλο της οξύας και αυτό που έχει το
χρώμα του. Μτφ. ο άμυαλος, ασυνείδητος, και αναίσθητος, < αρχ. επίθ.
δρύινος.

Δρίτσας
Από το δημωδ.δρίτσα (συνηθ.πληθ.δρίτσες) , ναυτικός όρος, τα σχοινιά από
τα οποία κρέμονταν οι αρτέμονες.<ιταλ.drizza.Πρβλ. σχετικά με τη ναυσιπλοία
επώνυμα Μάϊνας, Μπαρμπαρέσος, Λαγουδέρης, Φλόκος κτλ συνήθως ιταλικής
προέλευσης αφού τα ιταλικά (βενετικά) ήταν ηlinguafranca και περίπου
επίσημη γλώσσα των ναυτικών την περίοδο της δικής μας τουρκοκρατίας.

Δρόλαπας
Από το δημωδ. δρόλαπας/δρολάπι, ο σφοδρός άνεμος συνοδευόμενος από
έντονη βροχή, λαίλαψ.<υδρολαιλάπιον<αρχ.ὑδρο- + λαῖλαψ.Πρβλ. σχετικά
επών. (άνεμ.) Πουνέντης, Μαΐστρος, Μελτέμης κτλ

Δρούγγας
Από το ηπειρωτικό δρούγκα «το αδράχτι χωρίς σφοντίλι», σχετικό με το βλαχ.
druga «ρόκα για γνέσιμο», αλβ. drugë «αδράχτι», σλαβ. drongu «το κοντάρι».

Δυοβουνιώτης
Επώνυμο γνωστού αγωνιστή του ’21. Το επώνυμο δηλώνει καταγωγή από το
χωριό Δύο Βουνά, ν. Φδιώτιδος, δ. Γοργοποτάμου.

Συνεχίζεται...

Ευχαριστώ.
2015-03-06 20:48
Φίλοι μου καλησπέρα σας.

Συνεχίζω το θέμα...

Ε

Εμφιετζόγλου
Από το τουρκ.emfiye=το ταμπάκο, καπνός.
Εμφιετζής ο παραγωγός καπνού.

Ευταξίας
Από το μεσν. ευταξίας, εκκλησιαστικό αξίωμα, ο υπεύθυνος για την τήρηση
της ευταξίας την ώρα της λειτουργίας.

Ζ

Ζάβαλης
Από το τουρκ. zavalli, δυστυχισμένος, κακόμοιρος.

Ζαβιτσάνος
Επώνυμο που δηλώνει τον κάτοικο που προέρχεται από το χωριό Ζάβιτσα
(σημ. Αρχοντοχώρι) της Αιτωλοακαρνανίας.
Το τοπωνύμιο πιθανώς είναι σλαβικό και σχετίζεται με το σλαβ.zaba=βατράχι.

Ζαββός
Προέρχεται από τη ν.ε. λέξη ζαβός, που δηλώνει τον τρελό, άμυαλος.
Αβέβαιης ετυμολογίας .

Ζαβράκος
Από το αραβ.τουρκ. zavrak, βαρκάκι, είδος λαγηνιού.

Ζάβρας
Ίσως από το βλαχ. javra, το ζαγάρι, το κοπρόσκυλο.

Ζαγάρης
Από το μεσν. ζαγάριν, <αραβ.τουρκ. zagar, λαγωνικό.

Ζαγκανιάρης
Σχετικό με το επίθετο δαγκανιάρης, που συνηθίζει να επιτίθεται και να δαγκώνει.

Ζαΐμης
Κατά την περίοδο της Tουρκοκρατίας, ο ιδιοκτήτης ή επικαρπωτής γαιών που
είχε την υποχρέωση, σε περίοδο πολέμου, να δίνει στο σουλτάνο ορισμένο
αριθμό ιππέων, τουρκ. Zaîm

Ζάκουρας
Από το ιδιωμ. ζάκουρας,
1) το μέρος της δούγας που εξέχει από τον πάτο του ξύλινου βαρελιού,
2) ο μικρόσωμος, βραχύσωμος άνθρωπος. <μεσν. (Λεξ.Σουιδα) ζάκορον, και ο
υπηρέτης<διάκορος.

Ζαμάνης
Από το τουρκ. zaman, χρόνος, καιρός, ν.ε. ζαμάνι.

Ζαμπάκης
Από το ν.ε. ζαμπάκι, , ο κρίνος, τουρκ. zambak

Ζαμπέτας
Μητρων. επώνυμο σχετικό με το βαφτ. Ζαμπέτα, γυναικείο όνομα που
διαδόθηκε στην Ελλάδα μετά την Βενετοκρατία/ Φραγκοκρατία,
<ιταλ.Elisabetta<ελλην.Ελισάβετ<εβρ.Elisheva, που σημαίνει «όρκος Θεού».

Ζαμπίτης
Αστυνομικό όργανο κατά την τουρκοκρατία, < τουρκ. zâbit.

Ζαμπούνης
Ο ασθματικός, αδύνατος.<τουρκ.zabun

Ζαργάνης
είδος ψαριού, μσν.ζαργάνα, ζαργάνη < ελνστ.ζαργάν (η)

Ζαρίφης
Από το αραβ.τουρκ. zarif, χαριτωμένος, κομψός, λεπτός.

Ζάρκος
Από το ιδιωμ. ζάρκος/ζόρκος, ο γυμνός, άγν. ετυμ.
Και ζαρκώνομαι, αλλιώς το ντύνωμαι.
Ίσως σχετικό με το σάρκα.

Ζαρπαλής
Από το τουρκ. zarpali, ορμητικός, σφοδρός.

Ζάρπας
Από το τουρκ. zarp, ορμή.

Ζαχείλας (Τζαχείλας)
Από το διαλεκτ. (βορ.Ελλ.) ζαχείλας, τζαχείλας ή τραχείλας, ο άνθρωπος με
πρησμένα χείλη.

Ζέβλας
Από το ιδιωμ. (Στερεά Ελλάδα) ζέβλα, ξύλινο εξάρτημα σε σχήμα U απ’όπου
δένονταν ο ζυγός για να γίνει το όργωμα.
Σχετικό με το κοινό ζευγάς.

Ζεγγίνης
Από το τουρκ. zengin, πλούσιος.

Ζιώγας
Από την παραλλαγή του ονόματος Γεώργιος στη βόρεια Ελλάδα,
χρησιμοποιούμενο και από βλαχόφωνους.
Παρόμοιες παραλλαγές, Τζιώγας, Τζόγγας, Ζόγκας.

Ζόγκας
Από το αρβανίτικο zog, πτηνό, το πουλί.

Ζολότας
Από το οθωμανικό νόμισμα zolota (αργυρό νόμισμα αξίας 30 παράδων) και με
τη σειρά του από το αρχ.σλαβ. zlato «χρυσός».

Ζορμπάς
Από το αραβ.τουρκ. zorba, ο ταραξίας, αντάρτης.

Ζουγλός/Ζουγλής/Ζουγλάς/Ζουγλάκης
Από το μεσν. ζουγλός, ο ανάπηρος, και ζουγλοχέρης ο κουλοχέρης.

Ζουλούμης
Από το αραβ.τουρκ. zulum, αδικία, πίεση.

Ζυγούρης-ζυγούρι
αρνί ηλικίας δύο χρόνων. μσν. ζυγούριν < ζυγ (ός) (επίθ.) –ούριν.

Ζυμπρακάκης
Από ιδιωμ. ζύμπραγος <αρχ. σύμπραγής, ο δίδυμος.

Ζώτος
Από το αρβαν. ζοτ-ι, κύριος, θεός, άξιος.
Εχει και τη σημασία του ιερέα.

Ζώχιος
Από το ιδιωμ. ζόχιοι, οι. Είδος χόρτου. Ο αρχ. σόγχος.

Θ

Θέμελης
Από το βαφτ. Θέμελης, και αυτό με τη σειρά του από το ουσ. θεμέλιο.

Θεριακός
Από το δημωδ. θεριακός, ο γερός, ο κοτσονάτος, μτφ. το θεριό.

Θερμός/Θερμογιάννης/Θερμολιάς/Θερμίδης
Από το δημωδ. θέρμη, η ζεστασιά, θερμός ο ζεστός.
Μτφ. Ο ένθερμος, ο εγκάρδιος αλλά και ο ζωηρός και ευκίνητος, <αρχ. επίθ. θερμός.

Θρασκιάς
Από το διαλεκτικό θρασκιάς, ο άνεμος που φυσάει από τη Θράκη.Μτφ. ο Θρακιώτης.

Θράψας
Διαλεκτ. (Χίος) , θράψα, γεωργική σανίδα, κυρτή στο μπροστά μέρος.
Για τη «θράυση» βώλων.Ίσως Θράψας ο κατασκευαστής τέτοιων σανιδών. }

Ι

Ιντζές
Από το τουρκ. ince, λεπτός, φίνος, πονηρός.

Συνεχίζεται..

Ευχαριστώ.
2015-03-16 19:51
Φίλοι μου καλησπέρα σας.

Συνεχίζω το θέμα....

Κ

Καβαδ (ί) άς
Απο το μεσ.ελλ. καβάδιν, μακρύ ένδυμα, ανδρικό και γυναικείο, (<τοπων.
Κάβαδα της Καρμανίας)

Καβάκας
Ονομασία όρνιθας ωραίας και παχιάς, <ουσ. *κακκάβα κακκάβη

Καβάφης
Από το τουρκ. kavaf, τσαγκάρης.

Καβούκης
Από το ν.ε. καβούκι<τουρκ. kabuki “η φλούδα, το όστρακο”.

Καγιάς
Από το τουρκ. kaya, βράχος.

Καγκελίδης
Από το ν.ε. ουσ. καγκέλι, το κικλίδωμα, κάγκελο<ελνστ. κάγκελ (λ) ον
< λατ. cancell (um) .{ΠΕ}

Καζάζης
Mεταξουργός, μεταξοπώλης, τουρκ. kazaz
Καζάζης
Από το αραβ.τουρκ. kazaz, μεταξάς.

Καζίκης
Από το τουρκ. kazik, παλούκι.

Καϊμακάμης
Ανώτερος διοικητικός αξιωματούχος επαρχίας του Οθωμανικού Κράτους,
τοποτηρητής<τουρκ. kaymakam>

Καΐρης
Από το τουρκ. kair, βάθος, σύρτη, στην Κρήτη ο φυλάργυρος.

Καϊσερλής
Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από την Καισάρεια της Καππαδιοκίας, Kayser
στα τουρκικά. Συν την τουρκογενή κατάλ. –λής που δηλώνει προέλευση.

Κακαβάς/Κακκαβάς
Από το δημωδ. κακκάβι, είδος χάλκινου αγγείου, αλλιώς λεβέτι.< αρχ. ουσ. κακκάβιον.
Κακκαβάς, ο κατασκευαστής των συγκεκριμένων αγγείων.

Κάκαβρος
Διαλεκτ. (Χίος) , κάκκαβρος, ο κόκορας. Ίσως από το κάκκαβος, ο «αρσενικός πέρδιξ».

Κάκαλος
Από το δημωδ. κάκαλο, κάκ (κ) αδο, και κάκανο, η ξερή «κρούστα» που
καλύπτει τις πληγές.

Κακάνης/Κακανάς
Από το κοινό ν.ε. κάκανο, «το ηχερό γέλιο», ηχομ. «κα-κα-κα», πρβ.χάχας

Κακανιάρης
Από το δημωδ. κακανιάρης, ο χαχανιάρης, χάχας, αυτός που γελά χωρίς λόγο.

Κακάρας – κεφάλι (μεγεθ., ειρων.) , <ουσ. κάκαρον, ιδιωμ.

Καλαμίδης
ίσως από τη λέξη καλαμίδι, αλιευτικό καλάμι, <ουσ. καλάμιν + κατάλ.-ίδιν

Καλαμούκης
Από τη λέξη καλάμι, καλαμάς-ο έμπορος καλαμιών, και την υποκορ. κατάληξη
–ούκι>ούκης (πρβλ. πάλος-παλούκι, Γιάννης-Γιαννούκης κτλ) .

Καλαμπαλίκης
Από το ν.ε. ουσ.καλαμπαλίκι< τουρκ. kalabalιk, φασαρία, οχλαγωγία, πλήθος.

Καλαπόδης
ξύλινο ομοίωμα του κατώτερου τμήματος του ποδιού, σε φυσικό μέγεθος,
επάνω στο οποίο οι υποδηματοποιοί συναρμολογούν τα δέρματα και
κατασκευάζουν τα παπούτσια, μσν. καλαπόδιν < ελνστ. καλαπόδιον υποκορ.
του αρχ. Καλάπους. Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή (1288, Νάξος) .

Καλαφάτης
τεχνίτης ειδικός στο καλαφάτισμα* πλοίου, από το μεσν. καλαφάτης, πιθ.
<υστλατ. *calefa (c) tor καλαφατίζω. (Ναυτ.) βουλώνω με στουπί και πίσσα
τις χαραμάδες πλοίου, επισκευάζω πλοίο.
Ως επώνυμο ήδη απο τον 14ο αιώνα, καθώς αναφέρεται κάποιος Γεώργιος
Καλαφάτης το 1336 στην Απάμεια. Γνωστός με αυτό το επώνυμο και ο
αυτοκράτορας Μιχαήλ ‘Ε ο Καλαφάτης.

Καλεντέρης
Από το τουρκ.περσ. kalender, απλοϊκός, αδιάφορος για τα κοσμικά.

Κάλεσης
Από το ιδιωμ. (Ηπειρ.) κάλεσης, «όνομα σκύλου ασπρόμαυρου», ή « μαλλιαρός».
Η λέξη σαν χαρακτηρισμός προβάτων, πρέπει να το θεωρήσουμε αρβανίτικο,
από το αρβ. kalesh, πρβ. βουλγ.kalesu, αρομ.calesu ”το πρόβατο με μαύρο μπάλωμα στο κεφάλι”.

Καληώρας
Επώνυμο που προήλθε ίσως από τη συνήθεια του φέροντα να χρησιμοποιεί τη φράση «καλη ώρα». Βλ. Καλημέρας, Πολυζώης κ.α.

Καλιακούδας
Από το ν.ε. καλιακούδα, πουλί με μαύρο πτέρωμα, που φωλιάζει σε ρωγμές
βράχων, ίσως *κολοιακούδα με υποχωρ. αφομ. [o-a > a-a] < κολοιακούδ (ι)
-α < κόλοιακ (ας) -ούδι < αρχ. κολοι (ός) –ακας.

Καλιγάς ή Καλλικάς/Καλιγάρης.
πεταλωτής, <ουσ. καλίγι (ο) ν + κατάλ. -άς ή <ουσ. καλιγάριος.
Ως επώνυμο ήδη απο τον 13ο-14ο αιώνα, καθώς αναφέρονται : ένας
Θεόδωρος Καλιγάς στη Χαλκιδική, ένας Καλιγόπουλος το 1259 στη Σμύρνη,
ένας Θεόδωρος Καλιγόπουλος το 1301 στις Σέρρες, ένας Θεόδωρος
Καλιγάρης το 1264 στην Τραπεζούντα, κ.α..

Καλικούνης
Από το ιδιωμ. (Κύθηρα) καλκούνι, η τάπα των βαρελιών.
Θεωρώ όμως πιο πιθανή την περίπτωση να πρόκειται για υποκοριστική μορφή
του ονόματος Καλός, με δύο υποκοριστικές καταλήξεις (-ίκας, -ούνης) ,
φαινόμενο καθόλου σπάνιο, πρβ. Γιαννακουδέλης, Γιαννακόπουλος κτλ.

Καλίτσης/Καλίτζης
Από το βαφτ. Καλός, και την υποκορ. κατάληξη –ίτζης/ίτσης, διαδεδομένη
στον ύστερο μεσαίωνα στα ελληνικά. Λιγότερο πιθανό, από το καλίγι (ο) ν το·
καλίκι (ν) · καλίτσι (ν) , είδος υποδήματος.

Καλκάνης
Από το τουρκ. kalkan, ασπίδα.

Καλλέργης
Από το μεσν. καλλίεργος, «ο καλώς ειργασμένος». Γνωστή βυζαντινή
οικογένεια, κλάδος της οποίας εγκαταστάθηκε στην Κρήτη όπου και επιβιώνει
μέχρι σήμερα.
Ως επώνυμο ήδη απο την παλαιολόγια εποχή, αν και σίγουρα παλαιότερα,
καθώς αναφέρονται: ένας Καλλιέργης το 1321 στη Θεσσαλονίκη γεννημένος
στη Φιλαδέλφεια, ένας Αλέξανδρος Καλλιέργης το 1322 επίσκοπος
Μυλοποτάμου στην Κρήτη, κ.α.

Καλλίνης
Πιθανότερα μητρωνυμικό από το θηλ.βαφτ. Καλλίνη (Καλός) , κατά το
Αγγελίνη, Μηλίνη, Γεωργίνη κτλ. Λιγότερα πιθανό, από το τουρκ. kalin,
χοντρός, παχύς.

Καλλιμάνης
Απο το ιδιωμ. καλλιμάνι-καλλιμάνα, μικρό αποδημητικό πουλί.

Καλίτσιος
Από την καταγεγραμμένη υποκοριστική μορφή του βαφτιστικού Χαρίσιος στα
βορειοελλαδικά ιδιώματα, Καλίτσιος.

Καλογρίτσας
Από την κεφαλλ. ιδιωμ. λέξη καλογρίτσα, μικρό μαύρο κυάμιο, λη
μητρωνυμικό από το επίθ. καλογρίτσα, υποκορ. του καλόγρια, μπορεί να
χρησιμοποιούταν μεταφορικά για θρησκευόμενες γυναίκες, και όχι απαραίτητα
για κυριολεκτικά μοναχές.

Καλοκύρης
Από τη λέξη καλός, και το κύρης, ο αφέντης, < μσν. κύρης < αρχ. κύριος.
Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 14ο αιώνα, καθώς αναφέρεται κάποιος
Γεώργιος Καλοκύρης από το Ιερόν (σημ.Anadolu Kavak) στο Βόσπορο και τα
ιταλιώτικα σημερινά επώνυμα Calaciura/Caliciuri .

Καλοτάς
Από το προσηγορικό καλόττα (κάλυμμα, σκουφί) και τη δηλωτική καταλ. –άς.
(καλόττα<ιταλ.callota) .
Οικογένεια Καλωτά άκμαζε στα Ιωάννινα τον 16οαιών. (Λαμπρίδης, Αγαθοεργήματα 16) .

Καλπάκης
Από το ν.ε. καλπάκι “το στρογγυλό κάλυμμα του κεφαλιού”< τουρκ. kalpak.

Κάλφας
Από το ν.ε. κάλφας, ο αρχιτεχνίτης, μάστορας, <τουρκ.kalfa.>

Καμακάς
Απο τη λέξη καμακάς, ο καμακιστής, αυτός που ψαρεύει με το καμάκι.Καμάκι<αρχ. κάμαξ.>

Καματερός- ή καματηρός
ο φίλεργος, εργατικός (κάματος) , <αρχ. επίθ. καματηρός. Ως επώνυμο ήδη
από τον 11ο αιώνα, και επώνυμο πατριάρχη του 12ουαιώνα, Καματερός Βασίλειος.

Καμζόλας/Καμζέλας
Από το ιδιωμ. καμζέλι, καμιζόλα, το εσωτερικό γυναικείο κοντό φόρεμα με
κοντά μανίκια και ανοιχτό μπροστά και κοντό παιδικό παντελόνι που κάλυπτε
το στήθος και κούμπωνε στην πλάτη, <βεν.camisola>.

Καμινάς
Από το μεσν. καμινάς, ο καμινάρης-καμινευτής, αυτός που δουλεύει σε
καμίνια. <μσν. καμίνι (ν) < ελνστ. καμίνιον υποκορ. του αρχ. κάμινος.
Ως επώνυμο ήδη απο τον 13ο αιώνα καθώς αναφέρεται κάποιος Λέων Καμινάς.

Καμινάρης
αυτός που ανάβει το καμίνι (του λουτρού) , <ουσ. καμινάριος<ουσ. καμίνιον + κατάλ-άριος. και διαλεκτ. (Χίος) ,
καμινάρης, ο ασβεστοποιός, αρχ. καμινεύς.

Καμπανάρης
Απο τη λέξη καμπάνα (μεσν. λατ. campana) , και την κατάληξη -άρης.
Ο κατασκευαστής καμπανών.Ως επώνυμο ήδη από τον 11ο αιώνα στην
Πελοπόννησο (Καμπανάριος Μιχαήλ) και αργότερα με μορφές όπως
Καμπανάρης (Ανδρέας) -Θεσσ/κη, 1421 και Καμπαναρόπουλος-Θεσσ/κη, 1320.

Καμπάρδης
Προφανώς πρόκειται για σύνθετο αρβανίτικο επώνυμο με δεύτερο συνθετικό
το bardhë-άσπρος. Το πρώτο συνθ. -κα, δεν μπορώ να το εξηγήσω.

Καμπάς
Ο κατασκευαστής γαμπών/καπών (κάπα ή καπάς) , πανωφόρι από χοντρό
μάλλινο ύφασμα. <βεν.gaban> ή Καμπάς Από το τουρκ. kaba, ο χοντρός, άξεστος.

Καμπέρης
Από το αραβ.τουρκ. kamber, δούλος γεννημένος στο σπίτι του κυρίου του, πιστός δούλος.

Συνεχίζεται...

Ευχαριστώ.
2015-03-20 18:57
Φίλοι μου καλησπέρα σας.

Συνεχίζω το θέμα...

Καναβός/Καναβής-i)
Από το ιδιωμ. κανάβη, είδος αγριόπαπιας.ii) Από το ιδιωμ. κάναβος, ξύλινος
σκελετός του τεχνίτη για το πρόπλασμα από κερί ή από πηλό ή πιθανότερα
αυτός που έχει το χρώμα της καννάβεως.< μσν. καννάβι (ν) < ελνστ.
καννάβιον υποκορ. του αρχ. κάνναβις. Ως επώνυμο ήδη απο τον 13ο αιώνα
καθώς αναφέρονται: ένας Μιχαήλ Καναβός το 1264 στην Κεφαλονιά, και ένας
Νικηφόρος Καναβός το 1364 στην Πόλη.

Κανακάρης-χαϊδεμένος
αγαπημένος, <ουσ. κανάκι* + κατάλ.-άρης<αρχ. ουσ. καναχή

Κανάκης
από τη λέξη κανάκια, χάδια.< <αρχ. ουσ. καναχή. Η λέξη χρησιμοποιούταν και
ως βαφτιστικό. Ως επώνυμο το συναντάμαι το 1264 στη Κεφαλονιά, το 1338
στο χωριό Ψαλιδόφουρνα Χαλκιδικής καθώς αναφέρεται κάτοικος
ονομαζόμενος Μανουήλ Κανάκης, , το 1355 κάποιος Νικόλαος Κανάκης στη
Λήμνο, κ.α..

Κάνιστρας
Ο κατασκευαστής κάνιστρων, 1. πλατύ και άβαθο καλάθι· πανέρι, 2. εξάρτημα
ανυψωτικού μηχανήματος, όπου τοποθετούνται τα υλικά που μεταφέρονται. <
αρχ. κάνιστρον.

Κανλής -φονιάς, <τουρκ. Kanlι>

Κανούτας
Από το ηπειρωτ. διαλεκ. κανούτα, κενούτα= «όνομα φαιόχρου κατσίκας», από
το βλαχ.κανούτ «φαιός, ξανθός»<λατ.canutus.>

Καντέρης- Από το αραβ.τουρκ. kaderi, μοιραίος.

Καντηλιέρης
Απο τη λέξη καντηλ (ι) έρι, το κηροπήγιο, ή λυχνία λαδιού.καντήλι<< ελνστ. κανδήλα.

Καντρής/Κατρής- Από το τουρκ. kadri, δυνατός, ευυπόληπτος.

Καπάνταης- Από το τουρκ.kabadayi, ο παλικαράς.

Καπασάς
Από το μσν. καπάσιον, καπάσι, κάλυμμα κεφαλής αξιωματούχων και ιερωμένων, σχετ.με την κάπα.

Καπάτος Αυτός που είναι ντυμένος με κάπα, <ουσ. κάπα + κατάλ.-άτος
Καπερώνης- Ίσως από το ν.ε.καπερούνι, σκούφος, <γαλλ.chaperon>
Καπιτζής –καπικής, φρουρός πύλης, <τουρκ. Kapιcι>
Καπλάνης- Από το τουρκ. kaplan, τίγρης.
Κάππαρης- από τη λέξη κάππαρη, θαμνώδες φυτό και ο καρπός του, αρχ. ουσ. κάππαρις.

Κάπρης- καπρί,
ο κάπρος. [μσν. καπρίν υποκορ. του αρχ. κάπρος `αγριογούρουνο΄.

Καπώνης- Από το ν.ε.καπόνι, πετεινός ευνουχισμένος <πληθ. caponi του βεν. capon

Καραβέλλας
είδος ιστιοφόρου μεγάλου εκτοπίσματος με τρεις ή τέσσερις ιστούς: [<ιταλ. caravella. Η λ. και σήμ. (-έλα)

Καραβίας/Καραβιάς
Ο σύντροφος του εμπόρου. Ως λέξη πρωτοκαταγράφεται τον 6οαι. μ.Χ. στο
Λειμωνάριο του Ιωάννη Μόσχου.

Καραβιώτης
1) Ο προερχόμενος από τοπωνύμιο σχετικό με το καράβι, όπως Καράβι, Καραβάς, κτλ,
2) η λέξη καραβιώτης δήλωνε και τον ναύτη, ο καραβίσιος.

Καράβολας
Από το ιδιωμ. (Σύμη, Νίσυρος, Ίος, Σαντορ.κτλ) καράβολας, ο σαλίγκαρος,
<ιταλ.caragollo.>

Καραγάτσης Από το ν.ε. καραγάτσι=η φτελιά (είδος δέντρου) <τουρκ. karaağaç.

Καραγκιόζης Από το τουρκ. karagoz, μαυρομάτης.

Καραγκούνης- καραγκούνης,
ο κάτοικος της πεδινής Θεσσαλίας που ασχολείται με τη γεωργία σε αντίθεση
με τους Σαρακατσάνους και τους Βλάχους/ και μεταφ. ο φτωχός, ο αγροίκος.
Ίσως από το τουρκ. Kara+guna «μαυρή κάπα». Οι Καραγκούνηδες της
Θεσσαλίας δεν πρέπει να συγχέονται με τους Καραγκούνηδες-Αρβανιτόβλαχους της Αιτωλοακαρνανίας.

Καρακάσης Από το τουρκ. karakas, μαυροφρύδης.

Καράμανλης (Καραμάνης) κτλ)
Από το τουρκ. karaman, ο μαυριδερός, ή ο καταγόμενος από την Καραμανία.
Παρόμοια μη πατριδωνυμική χρήση του παραγωγικού επιθήματος -li (λής)
μπορούμε να τη συναντήσουμε στα νεοελληνικά λεξιλογικά δάνεια απο την
τουρκική μερακλής, μπελαλής, παραλής (παράς-λεφτά) , σεβνταλής κτλ. Φυσικά η περίπτωση να σχετίζεται το επώνυμο με την περιοχή της Τουρκίας
Karaman δεν είναι καθόλου απίθανη, απλώς δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι
σε κάθε περίπτωση πως χρησιμοποιείται το παραγωγικό επίθημα -λής (τουρκ. li)

Καραμουσαλής -είδος ιστιοφόρου πλοίου, [<ουσ. καραμουσαλί + κατάλ.-ής <τουρκ. Karamusal>

Καραμπέρης
Προσωνυμία που έδιναν άλλοτε οι Ζαγορήσιοι της Ηπείρου στους καμπίσιους
Ηπειρώτες. Ίσως από το τουρκ. kara “μαύρος” + αραβ. Ber «ηστεριά» ή από το
τουρκ.karabiber«μαυροπίπερο».

Καραντινός
Επώνυμο που ανήκει στα εθνικά και εμφανίζεται ήδη από τα βυζαντινά χρόνια.
Τπνμ. Κάρανδα, τα στην περιοχή της Καρίας της Μικράς Ασίας. Ως επώνυμο
ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή, Καραντηνός Δοσίθεος, Θεσσαλονίκη,
1385.

Καρατζάς- Από το τουρκ. karaca, μελαχρινός.

Καρβουνάρης
Κατασκευαστής ή πωλητής κάρβουνων, μσν.κάρβουνο (ν) < κάρβων<λατ. Carbo. Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή.

Κάργας/Καργάκος
Απο το διαλεκτ. κάργας, ο “χλευαστικώς επιδεικνυόμενος ως δήθεν
σπουδαίος-ανδρείος, κομπαστής:μη μας κάνεις τον κάργα.”. ή από το δημώδ.
κάργα, γέμιση όπλου: «αντίς για κάργες βάνουσι τ’ αρνίθια και κρεμνούσι
« (Τζάνε, Κρ. πόλ. 42511) . [<βεν. carga]

Καρδάρας -κάδος: (Mάξιμ. Kαλλιουπ., K. Διαθ. Iω. δ´ 11 σχόλ) . [<ουσ. καλδάριον (10. αι., Soph.) <μεσν. λατ. Caldarium{ΜΣΚ}

Καρδάσης Από το τουρκ. kardas-καρτνάσης, αδερφός, φίλος.

Καρελιάς- Ο κατασκευαστήςκαρελιών (καρέλια, τα) , όπως λέγονται στην
Ήπειρο τακαρούλια «ο τροχίσκος της τροχαλίας ή και ολόκληρη η συσκευή, το
καρούλι» .Καρέλι< καρούλι< λατ. carrulus.

Καρίπης (Καριπίδης) -έφιππος πολεμιστής του οθωμανικού στρατού.

Καρκα (ν) τζάς ο. 1) Κεφάλι, «ξερό»· το μυαλό κάπ.: «Ειδέ πολλάκις δόξει την και φθάσει ο Καρκατζάς» - (Προδρ. I 35) .
2) Το πτηνό φραγκόκοτα: (Πουλολ. 219) . [<ουσ. καρκάτζι + κατάλ. -άς (πβ. Τσαβαρή, Πουλολ., σ. 147) ]

Κάρκαλης-καρκάλλιν
είδος φορέματος που έφθανε ως τα πόδια: το καρκάλλιν το λαμπρόν, το μεμαργαρωμένον (Καλλίμ. 1556) . [<ουσ. καρακάλλιν (ιδιωμ. σήμ.,
Κουκουλές, Αθ. 35, 1923, 193) <καρακάλλιον (5. αι., L-S, Lampe) <καράκαλλον (4. αι., L-S) <λατ. Caracalla{ΜΣΚ}

Καρκαλούσης- Στη Χίο ο μεταμφιεσμένος στις απόκριες, ο κουδουνάτος.
Καρλάυτης-Χαρλαύτης ή Γαρλαύτης- Αυτός που έχει μεγάλα αυτιά (Πελοπ.)
Καρναβάς-καρναβάς, κάλυμμα του κεφαλιού των κατώτερων κληρικών.
Καρούνης- Από το τουρκ. karun, ο βαθύπλουτος.

Καρπέτας-καρπέτα η,
μακρύ γυναικείο φόρεμα που καλύπτει το σώμα από τη μέση και κάτω, φούστα<βεν.Carpeta>

Καρπούζης-ν.ε. καρπούζι<τουρκ. karpuz
Καρτακάζας-καρτακάζα, τυροτρίφτης, [<βεν. gratacasa]
Καρτάλης- Από το τουρκ. kartal, αετός.

Καρτσανάς-
ο κατασκευαστής καλτσών ή υποδημάτων: (Πουλολ. 331).
[πιθ. <ουσ.Κάρτσανάς/Κάρτσωνας-καρτσονάς <ουσ. καρτσόνι (πβ. καλτσόνι) + κατάλ. -άς, κατασκευαστής καλτσών.

Καρύδης- ν.ε. καρύδι, μσν.καρύδι< αρχ. καρύδιον.>

Καρυπίδης (Γκαριπίδης) - Από το τουρκ. garib=ο ξένος, και την κατάλ. –ίδης, πβ.Ξενίδης.

Καρύκης
Από το ιδιωμ. καρύκι, το «μήλο του Αδάμ», σχετικό με το κάρυον, το καρύδι.
Καρύκης, επώνυμο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως τον 16οαιώνα, γόνος
ιστορικής οικογένειας της Αθήνας.

Κασάλης/Κασαλιάς
Από το τουρκ. kasali, «αυτός που έχει ταμείο, θησαυρό».

Κασάπης- Από το τουρκ. kasap, ο κρεοπώλης, χασάπης.

Κασίδης (Κασιδόκωστας) - κασιδιάρης-που πάσχει από κασίδα* κασίδα η.
Αρρώστια των τριχών του κεφαλιού: (Ιατροσ. κώδ. υνα´) . <ουσ. κασσίδιον

Κασιούρας
Από το βλαχ. caşu «τυρί» (<λατ.caseus) και την λατινογενή καταλ. –ura.

Κασνής
Από το ιδιωμ. (βορ.Ελλ.) κασνί, <τουρκ.kasni, είδος φυτού, το γάλβανο, η φερούλα.

Κασσαβέτης- Από το τουρκ. kasavet, λυπημένος, ανήσυχος.

Καστανάς
Απο το ν.ε. κάστανο< ελνστ.κάστανον, συν την επαγγελματική κατάληξη -άς
(βλ. φαναράς, πιατάς, καρβουνάς κ.α.)

Καταχανάς
Απο το δημωδ. καταχανάς,
1) το κακοποιό δαιμόνιο, βρικόλακας,
2) ο εφιάλτης,
3) ο αδηφάγος, άπληστος.

Κατεβάτης
Από το διαλ. κατεβάτης, <μεσν.καταβατόν, ο κατωφερής.
Η λέξη χρησιμ. και στη λαική μετεωρολογία, ως προσδιορισμός δυνατών ανέμων και κακοκαιρίας.

Κατέλης/Κατάκης/Κατής
Ίσως σχετικό με το ν.ε. κατής<τουρκ.kadi, ο Τούρκος δικαστής επι
τουρκοκρατίας, πρβ. επων. Πασσάς, Μπέης κτλ. Το Κατέλης πιθανότερα
σχετικό με το ιταλ.catello=το μικρό σκυλί.πρβ. γενοβ. όνομα Κατελούζος.

Κατραμάδος- κατραμάδος, επίθ.
1) Aλειμμένος με πίσσα: τοίχο κατραμάδο (Bαρούχ. 6236) .
2) (Μεταφ., προκ. για αμπέλι) που το χώμα του είναι αδιαπέραστο: (αυτ. 6173) . [<βεν. catramado]

Κατραούρας.. Από το ιδιωμ. (Αιτ/νια) κατράου, κατουράω, κατραούρας ο κατουρλής.
Κατσάκος..Από το τουρκ. kacak, δραπέτης, κλεφτης.
Κατσανέβας- Από το δημωδ. κατσανέβας, ο φορτοεκφορτωτής, χαμάλης.
Κατσάνης- Από το τουρκ. kacan, εκείνος που φεύγει, ο φυγάς.

Κατσαντώνης
Επώνυμο περίφημου προεπαναστατικου Σαρακατσάνου κλέφτη. Κανονικό του
όνομα Αντώνης Μακρυγιάννης. Το όνομα με το οποίο έγινε γνωστό
ετυμολογείται από το τουρκ.kaçan”φυγάς” και το βαφτιστικό Αντώνης.

Κατσαχνιάς
Από το ιδιωμ. κατσαχνιά, η καταχνιά, η αραιή ομίχλη, <μσν. καταχνιά, <κατ
(α) –αχν (ος) -ιά.. Πρβλ. παρόμοιας σημασίας επών. Κατσιφάρας.


Κατσηφάρας
Από το δημωδ. κατσιφάρα (Πελ/σο, Κρήτη, κτλ) , μτφ ο κατηφής, και κατσηφιά η ομίχλη.

Κατσίγαρης- καστιγαρίζω.
Τιμωρώ: (Βουστρ. 3107-8) . [<ιταλ. castigare. Τ. καστιορίζω]

Κατσίκης
Από το τουρκ. kacik, ν.ε.κατσίκι, ίσως ο βοσκός κατσικιών ή ο γρήγορος σαν κατσίκι.

Καφανταρης
Από το τουρκ.περσ. kafandar, σύντροφος, επιστήθιος φίλος.

Καφάς -σβέρκος: (Φορτουν. Δ´ 407) . <τουρκ. Kafa>
Καφίρης – Απο το μεσν.δάνειο καφίρης, ο άπιστος, <τουρκ. Kâfir>

Συνεχίζεται....

Ευχαριστώ.
2015-03-25 11:03
Φίλοι μου καλημέρα σας.

Συνέχεια του θέματος....

Κ

Καφτάνης Από το τουρκ. kaftan, πολυτελής μανδύας.
Καχραμάνος Από το τουρκ. περσ. kahraman, ήρωας.

Καψάλης
Σχετικό με τη λέξη καψάλα.Σύμφωνα με το Λεξ. Τριανταφυλλίδη:καψάλα,
καμμένο μέρος. [καψ- (καίω) -άλα]. Ως επώνυμο με τη παρόμοια μορφή
Καψαλάς απαντάται τον 14ο αιώνα καθώς αναφέρεται κάποιος Καψαλάς στο
Νεοχώριον Χαλκιδικής.

Καψής Ίσως σχετικό με το κάψα, κάμψα, η κίστη, θήκη.

Κελάρης
κελλάρης, υπεύθυνος για την αποθήκη τροφίμων, οικονόμος <μτγν. ουσ. κελλάριος

Κελεσίδης Από το τουρκ.keles-ο κασσιδιάρης.

Κελέφας κελεφός, επίθ. λεπρός

Κέμος Από το τουρκ. kem, ελλατωματικός.
Κεντέρης Σχετικό με το τουρκ. keder, λύπη.
Κέπας- Από το αρβαν/ kjeπε, κρεμμύδι.
Κεφίλης κεφίλης ο· κιφίλης. Εγγυητής- <τουρκ. Kefil>
Κεχαγιάς γραμματέας ανώτατου αξιωματούχου, <τουρκ. kehaya <περσ. Kethüda>

Κιννάμος-όνομα Βυζ.ιστορ., κίνναμον το. είδος αρωματικού ξύλου, κανέλα..
Κιόρης Από το τουρκ. kör “τυφλός”.

Κιρμιζής- επίθ.· κερμεζής· χρεμεζής· Κόκκινος, ερυθρός, <τουρκ. kιrmιzι· πβ. ιταλ. chermisi, cremisi>

Κίσσας Από το δημωδ. κίσσα, είδος αποδημητικού πουλιού, <αρχ. κίσσα.>

Κλαδάς
(όνομα Χειμαριώτη στρατιώτη) από το κλαδί, βλαστός δέντρου ή θάμνου,
κλωνάρι, κλαδί, βέργα, (βλ. Βεργής, Κλωνάρης, Κλάδος, Κλάρας)

Κλάπας
κλάπα, «ξύλινα έμβολα όπου στηρίζονται τα πλαίσια παραθύρων.θυρών κλπ.»Κλάπα< ίσως από το λατ. clava.>

Κλαψής/Κλαψάκης/Κλαψιάρης- ν.ε. κλάψα, κλάμα.
Κλής Συγκεκομμένος τύπος τουΠερικλής και Θεμιστοκλής.

Κλούρας- Από το ιδιωμ. (Αιτ/νια) , κλούρι/κλούρα,
το κουλούρι/κουλούρα<μσν. κουλούρα < ελνστ. κολλούρα< αρχ. κολλύρα. >

Κλωνάς/Κλωνάκης/Κλωναράς/Κλωναράκης, Κλωνάρης/Κλωναρίδης
Από το μεσν./δημωδ. κλώνι, το κλωνάρι, το τρυφερό μικρό κλαδί, σαν
χαρακτηρισμός ανθρώπου με την έννοια του παληκαριού, του νέου,
< κλωνίον υποκορ. του αρχ. κλών.>

Κοίλιαρης-κοιλιάρης, επίθ.· ουδ. κοιλιάριν. Που έχει μεγάλη κοιλιά: χοντρός

Κοθρής
Απο το δημωδ. κοθρής, αυτός που μαζεύει υπολείμματα ψωμιού, ψίχες
(αλλιώς κοθρί) , μτφ. ο ευτελής και συμφεροντολόγος, μεσν. κόδρα `γύρος
ψωμιού, γύρος ταψιού΄<λατ. codra.>

Κόκας- Από το αρβ. kokë-a «κεφάλι».
Κόκκαλης
Από το ν.ε. κόκαλο, ή το μεγενθ. κόκαλος<αρχ.κόκκαλος, και την καταλ. –ης.

Κόκκας/Κίκιζας- Από το αρβαν. κοκje/κόκα, το κεφάλι.
Κοκκωτός- κοκκωτός, επίθ.· κουκκωτός. κατάστικτος, πιτσιλωτός, <ουσ. κόκκος + κατάλ. -ωτός>

Κοκόνης
Από το διαλεκ. (Ηπειρ.) προσηγορικό κοκόνι, το μικρό σκυλί, υποκορ. του κοκόνα.

Κοκόζης- Από το τουρκ. kokoz, ο φτωχός, ενδεής.
Κολαούζης- οδηγός, μτφ. ο ενοχλητικός, <τουρκ. Kιlavuz>

Κολιός είδος ψαριού, αρχ.κολί (ας) .
Στις περισσότερες περιπτώσεις πάντως πρέπει να σχετίζεται με την
υποκοριστική μορφή του βαφτ. Νικόλαος>Νικολιός>Κολιός. βλ.παρακάτω.

Κολλιός/Κολιός
Από τα βαφτ. Κολλιός-Κολιός μορφές του Νικόλαος> Νικολιός>Κολιός.
Οι Αρβανίτες χρησιμοποιούν την παραλλαγή Κόλλιας/Κόλιας, με τροπή του ο
σε α, όπως παρατηρούμε και σε άλλες περιπτώσεις Νίκος-Νίκας, Ζερβός-
Ζέρβας κτλ.

Κολοκούρης/Κωλοκούρας
Από το ιδιωμ. κουλουκούρα, κωλοκούρα, τα μαλλιά γύρω από την ουρά και
τον κώλο του προβάτου, μεταφορικά το μπαξίσι, και κουλουκρίζω, κουρεύω
τα πρόβατα.

Κολοκυθάς
από το ν.ε. κολοκύθι< μσν. Κολοκύθι<αρχ.κολοκύνθιονυποκορ. τουκολοκύνθη.

Κολτσίδας, Κολλιτσίδας
Επώνυμο (το πρώτο) Αιτωλοακαρνάνα αγωνιστή του Εικοσιένα. Είδος φυτού
κολλητσίδα (Ηπειρ.) , αλλού αφορμοχόρτι, επιστ. Potentilla pedata.Kοινή
ονομασία διάφορων φυτών, των οποίων οι βλαστοί ή τα σπέρματα περιέχουν
κολλητική ουσία . Μεταφ. άνρωπος φορτικός που προσκολλαται
απρόσκλητος.< μσν. κολλητσίδα < *κολλητίδα < κολλητ (ός) -ίς > -ίδα (Λεξ.Τριαντ.) .

Κομπωτής
Από το μεσν. και ιδιωμ. επιθ. κομπωτής, ο απατεώνας, από το ρήμα κομπώνω,
εξαπατώ, ξεγελώ. Και μτφ. ο ψεύτικος, ο φαντασμένος, <Γλωσ.Ησυχ. κομβόω.
Και ως όνομα γνωστής κωμόπολης της Άρτας, το Κομποτί, πατρίδας του
Ν.Σκουφά, και χωριό της Αιτωλοακαρνανίας, Κομπωτή.

Κονδυλάκης/Κονδύλης
Σχετικό με το ν.ε. κοντύλι, ειδική γραφίδα από σχιστόλιθο, με την οποία
έγραφαν επάνω στην πλάκα οι πολύ μικροί μαθητές, < μσν. κοντύλι (ν) <
ελνστ. κονδύλιον (προφ. [nd]) υποκορ. του αρχ. κόνδυλος.

Κονταξής (Κονταξόπουλος, Κονταξάκης, Κοντακτσής, Κοντακτζόγλου) -kundakçi-ο πυρπολητής, εξελληνισμένη ακουστικά kç-ξ *.

Κονταράτος-κονταράτος,
επίθ. Οπλισμένος με κοντάρι, <ουσ. κοντάριον + κατάλ. –άτος.
Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή, Κονταράτος -1264 στην
Κεφαλονιά, και τον 14ο στη Μεθώνη, και Πτελέα και Λεύκη Χαλκιδικής.

Κοντζάς-
ν.ε. κοντζάς ο. κάλυκας άνθους, μπουμπούκι: τριαντάφυλλα κοντζάδες (Διγ.
Α 2845) . [<τουρκ. gonca ή konca].

Κόντης
α) Τίτλος ευγενείας στη φεουδαρχική Δύση, κόμης: (Δούκ. 8521-2) ·
β) ως προσφών.: . [<ιταλ. conte - παλαιότ. γαλλ. Conte], πρβ.Δούκας,
Μπέης κτλ.
Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή.

Κοντόσταυλος-κοντόσταβλος·.
Ανώτατος αξιωματικός (αξιωματικός τρίτος στην στρατιωτική ιεραρχία μετά
τον πρωτοστάτορα και τον μεγάλο στρατοπεδάρχη) : <μεσν. λατ. Conestabulus.
Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή, αναφέρεται κάποιος με
επώνυμο Κοντόσταυλος το 1321 στη Χαλκιδική.

Κοργιαλάς/Κοριαλάς
Από το ιδιωμ. (Αιτ/νια) κοριάλο/κουριάλου, εύληπτη τροφή παρασκευασμένη
ειδικά για τους μελλοθάνατους, κοριαλάς ο παραγωγός της.

Κόρδας-i) χορδή μουσικού οργάνου,
ii) έγχορδο μουσικό όργανο, iii) χορδή τόξου, μτφ ο κορδωτός, ευθυτενής.

Κορμαλός/Κορμαλάς
Από το δημωδ. κορμαλός, αλλιώς κορμαράς, ο σωματώδης, και μεγαλόσωμος.

Κορμπάκης/Κορμπόπουλος
Από το ιδιωμ. κόρμπα (η) , κόρμπος (ο) , ο μούλος, και κυρίως ο μαύρος, ο
σκούρος, χαρακτηρισμών μαύρων αιγοπροβάτων.
Η λέξη στα τσακώνικα, αλλά τουλάχιστον σε όλη την Πελοπόννησο, <λατ.corvus-κοράκι.>

Κοροβέσης
Από το αρβαν. korroveshe, (korr + vesh) , είδος στάμνας, σαν επίθετο δηλώνει τον κουτσάφτη, τον χωρίς αυτιά.

Κορφιάς
Από το διαλεκτ. (Μάνη και αλλού) κορφιάς, κορφέας, η ανώτατη οριζόντια
δοκός της στέγης, ετυμολογικά σχετικό με την κορυφή, πρβλ παρόμοιας
σημασίας επώνυμα Γκλαβάνης, Πρέκκας.

Κορφιάτης
Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από την Κορφώ/Κορυφώ, αλλιώς η
Κέρκυρα, η ονομασία καταγράφεται από την Άννα Κομνηνή-11ος αι.

Κοσκινάς -αυτός που κατασκευάζει ή πουλάει κόσκινα: [<ουσ. κόσκινον + κατάλ. -άς]
Κόσκος- Από το αρβαν. κόσκε-α, κόκκαλο.{ΣΗΤΡ}
Κοτζαλής (Κοτσαλίδης, Κοτσαλής)... Από το τουρκ. kocali, η παντρεμένη γυναίκα.
Κοτζαμάνης Από το τουρκ. kocaman, μεγαλόσωμος.
Κοτζιάς Από το τουρκ. koca, μεγάλος, πβ. κοτζάμ.

Κοτσάκης/Κοτσακίδης
Από το τουρκ. koçak «ανδρείος, θαραλέος». Σε πολλές περιπτώσεις το
επώνυμο μπορεί να προέρχεται από τη μορφή του βαφτ. Κώστας-Κώτσος και
την υποκοριστική κατάληξη –άκης.

Κότσιαρης/Κώτσιαρης- Από το βαφτ. Κότσιος<Κωνσταντίνος. Σχετικό με το βουλγ. Kоцо.

Κοτσώνης
Από το ιδιωμ. ρημ. κοτσώνω, επαίρομαι, κορδώνομαι, και κοτσώνης ο
επηρμένος. Πιθανό είναι να είναι απλώς μια υποκορ. μορφή του ονόματος
Κώστας>Κότσος, με την υποκορ. κατάληξη -ώνης (πρβλ. το υποκορ. επίθημα
-όνι, βλ. κλεφτρόνι, στριφόνι κ.α.) . Παρόμοια σχηματίστηκαν επώνυμα όπως
Γεωργιώνης, Γιαννακαρώνης, Διακώνης, Δροσώνης, κ.α.

Κουβαράς
Από το δημωδ. κουβαράς, ο κατασκευαστής, ο πωλητής κουβαριών νήματος.,
<αρχ. κόβαρος. Ως επώνυμο τουλάχιστον απο τον 14ο αιώνα, καθώς
αναφέρεται στην Πάφο της Κύπρου κάποιος Μιχαήλ του Κουβαρά, το 1360
ένας πρωτοψάλτης Κουβαράς, το 1368 κάποιος χαρτοφύλαξ Θεόδωρος
Κουβαράς κ.α.

Κούβελας-Από το μεσν. κουβέλι το. κυψέλη: της μέλισσας, <παλαιότ. γαλλ.
cuvel (l) e, cubel>

Κουλακμάνης
Από το τουρκ.kulak, αυτιάς, συν το επιτακτικό μόριο -μάν (ης) , “αυτάρας”.

Κουκής/Κουκκής/Κουκκίος
Σχετικό με το ν.ε. κουκκί, το όσπριο, < μσν. κουκκί (ν) < < ελνστ. κοκκίον
υποκορ. του αρχ. κόκκος. πρβλ. Φασουλής, Νεράντζης, Ρεβύθης κτλ.
Ως επώνυμο τουλάχιστον απο τον 14ο αιώνα, το 1348, καθώς αναφέρεται
κάποιος πάροικος στις Σέρρες, Μιχαήλ Κουκκής.

Κουκουβάς-ο· κουκκουφιάς. κουκουβάγια, ηχοπ. λ. ή <ουσ. κουκούβα>

Κουκούδης- κόκκος, κουκούτσι, <ουσ. κόκκος + κατάλ. -ούδι (το χαλάζι)

Κουκουζέλης- κουκουτσέλα, κουκουνάρα
(παροιμ: απήρα εγώ παρ’ εκείνου … κουκουτσέλα, εκείνος δε παρ’ εμού βρύα,
Σφρ., Χρον. 64) , [<ουσ. κουκούτσιν + κατάλ. -έλα]

Κουκουλιός/Κουκουλός/Κουκουλόπουλος
Από τη καταγεγραμμένη υποκορ. μορφή του βαφτ.
Νικόλαος, στα βορειοελλαδικά ιδιώματα, Κουκουλιός<Κουλιός< Κολιός<Νικολιός<Νικόλαος.

Κουκούμης/Κουκουμάς
Από το ουσ.κουκούμιν το. Χάλκινο δοχείο νερού· χύτρα. μτγν. ουσ. κουκκούμιον.
Το δεύτερο επώνυμο σχηματίστηκε με την συχνή επαγγελματική κατάληξη
–άς (βλ. Φαναράς, Καλαθάς, Πιατάς, κ.α.) .

Συνεχίζεται...

Ευχαριστώ.
2015-04-28 16:34
Φίλοι μου καλησπέρα σας.

Συνεχίζω το θέμα με το γράμμα....

Κ

Κουκούρης
Αγροίκος, άξεστος άνθρωπος: « Της χώρας είμαι εγώ άθρωπος και μη με λες κουκούρη». κούκουρον το.
Φαρέτρα: τα κούκουρά του εβάσταινε, το απελατίκι εκράτει (Χρον. Μορ. H 5062) .

Κουλούκης
Από το κουλούκης, ουσ. *κυλάκιον <σκυλάκιον κουτάβι ή (υβριστ.) ανόητος,
απερίσκεπτος. Εμφανίζεται ως επώνυμο τον 9οαιώνα, Theophanes ο και
Ισαάκιος, Bonnae, 1839.

Κούμαρης-κούμαρι
Αγγείο πήλινο ή γυάλινο, κανάτι, μσν. κουκουμάριον με απλολ. [kuku > ku]
υποκορ. του ελνστ.ἡκούκουμ (α) -άριον (< λατ. cucuma)

Κουμάς
Επώνυμο σχετικό με το διαλεκτ. (Κρήτη) . κούμος, ορνιθώνας, καλύβι.{ΚΡΗΤ}

Κουμέλης
Από το ν.ε. κουμέλλα, μικρό πήλινο δοχείο όπου βάζουν συνήθως γάλα και
γιαούρτι. <μτγν.καμέλλα=είδος ποτηριού.

Κουμπής
Συνηθισμένο επών. Σαρακατσάνων του Ζαγορίου από το
ν.ε.κουμπί<μεσν.κομβίον, υποκρ. του αρχ.κόμβος.
Στην περίπτωση των Ζαγοριτών χρησιμοποιείται μεταφορικά με τη σημασία
του επιθέτου κουμπένιος-καλοκαμωμένος.

Κουμπουρης-κουμπούρι
Το όπλο, και κυρίως το πιστόλι. [μσν. κουμπούρι `θηκάρι΄ < τουρκ. kubur -ι,
κατά τη σημερ. σημ. της τουρκ. `πιστόλι του ιππικού΄.

Κουνάδ (β) ης-κουνάδι, κουνάβι, <σλαβ. kuna + κατάλ. -άδι

Κούνδουρος
1) Κολοβός, με κομμένη ουρά: σκυλί κουντούρι (Σπαν. (Ζώρ.) V 389) .
2) Κοντός: κόβγει τα (ενν. τα ρούχα) ως τα γόνατα και κούντουρα τ’ αφήνει
(Ερωτόκρ. Δ´ 579) .
3) (Στη θέση εθν.) : εν έτει ‚ςωοδ´ απήραν οι κούντουροι την Μεσημβρίαν
(Byz. Kleinchron. Α´ 2141) . Η λ. και τ. Κούνδουρος σε τοπων.:
(Δωρ. Μον. XX) , (Χρον. Μορ. P 1724) . [<επίθ. κόντουρος.
Η λ. τον 9. αι. (βλ. Κριαράς 1988: Β´ 89· Kahane, GR I 571-2) , στο Meursius και σήμ. ιδιωμ...

Κουνέλης- κουνέλι, <ιταλ. coniglio

Κουνενός- κούνενα, μικρό πήλινο αγγείο που χρησιμοποιούνταν ως ποτήρι.

Κουντουράς
Απο το μεσ.ελλ. (9ος αιων.) , κόντουρος, ο κολοβός ή μεσ.ελλ. κουντούρα, είδος παπουτσιού.

Κουντούρης (Κουντουράς)
Κουντούρι το· κουντόρι.
Είδος παπουτσιού· φρ. κρατώ κάπ. εις το κουντόρι = ακολουθώ κάπ. «κατά πόδας»
παρακολουθώ κάπ., «έχω κάπ. στο χέρι»: (Χρον. Τόκκων 2836) . [ουδ. του επιθ. κούντουρος ως ουσ. ή <ουσ. κουντούρα]

Κούντουρος
(κοντός, ουρά) , ο κολοβός, Η λέξη και στον Σουΐδα (10ος αι.) =κούθουρον, τον κούντουρον.{GLOBG}

Κουρβούλης
Από το δημωδ. κουρβούλα, ο κορμός του αμπελιού, η κουρμούλα. Μτφ. ο αδρανής, ο ακίνητος.
Ως επώνυμο τουλάχιστον απο τον 14ο αιώνα, καθώς αναφέρεται κάποιος
Γεώργιος Κουρβουλέας στα Τρίκαλα Θεσσαλίας. (ΛΔΗΜ)

Κουρεμάδης
Από το δημωδ. κουρεμάδι, κούρεμα σίρριζα με το ψαλίδι ή τη ψηλή χειρομηχανή.

Κουρής
Ίσως από το δημωδ.κούρης, ο περιφερόμενος εδώ και εκεί ασκόπως, φυγόπονος, άεργος. Ή σχετικό με το μεσν. κουρά,
1) κουρά (ως μέρος της τελετής της χειροτονίας ιερωμένου) , ή
2) η ιδιότητα του μοναχού.
Ως επώνυμο, Κουρής, εμφανίζεται πρώτη φορά τον 13ο αιώνα, κάποιος
Κουρής Κωνσταντίνος, στην Τραπεζούντα. (

Κουριέρης- ταχυδρόμος, <ιταλ. Corriere>

Κουρκούλης- Από το διαλεκτ. (Ηπειρ.) κουρκούλι, η πέτρα, το λιθάρι.

Κουρκουμέλης
Ίσως σχετικό με το μσν. κούρκουμο, είδος χαλιναριού, φίμωτρο. <λατ. curcuma.
H λ. στον Hσύχ. (6ος αι.) και στα Πτωχοπροδρομικά (12οςαι.) .
Συν την ιταλογενή κατάληξη –έλης, που συνηθίζεται στη Μυτιλήνη, Αϊβαλί, Λήμνο, Ίμβρο κτλ.

Κουρκουμπέτης
Από το βλαχ. curcubeta=το κολοκύθι, <λατ.curcubita. πρβλ. Κολοκύθας.

Κουρμούλης- Από το ιδιωμ. κουρμούλι, κορμός δέντρου, χαμόκλαδου.

Κουρούζης- κουρουζής ο. Παλαίμαχος γενίτσαρος, <τουρκ. Korucu>

Κουρούκλος- κουρούκλα είδος τεύτλου, πιθ.<λατ.*colucula>

Κουρούνης
κουρούνα, κορώνη, είδος πουλιού, μτφ, «γίνομαι κουρούνα» = μεθώ υπερβολικά, <αρχ. ουσ. κορώνη

Κουρούπας (-ης, -ος)
πήλινο δοχείο, πιθάρι, <ουσ. κουρούπι + κατάλ. -α ή <ουσ. κορύπη>

Κουρούπης/Κρούπης
Από το ν.ε. κουρούπι (και κρούπι με συγκοπή του άτονου ου) , "πήλινο δοχείο"
<ουσ. κορύπη, μτφ. ο μεθυσμένος.>

Κουρούσης- Από το τουρκ. kurus, το γρόσι.

Κουρσούνης- κουρσουνιά, τουφεκιά, <τουρκ. Kurşun>

Κουρτέλας- κουρτέλλα, μαχαίρι, <βεν. Cortela>

Κουρτέσης- κουρτέσης
θηλ. κουρτεσά, ευγενικός, λεπτός στους τρόπους, <μεσν. γαλλ. corteis ή <ιταλ. Cortese>

Κουρτίδης- Από το τουρκ. kurt, λύκος.

Κούσκουρας / Κουσκούρης- Από την κεφαλλ. ιδιωμ. λέξη κούσκουρας, ο φλύαρος, πολυλογάς.

Κουτουμάνος
Από την κεφαλλ. ιδιωμ. λέξη κουτουμάνος, το μικρό ευτραφές κουτάβι,
σπάνια και το μικρό παιδί με τα ίδια χαρακτηριστικά.

Κουτουρλός
Από το ιδιωματικό (Αιτωλοακαρνανία) κουρουρλός, ο κουτσάφτης, αυτός με
κουτουρλεμένα (κουτσουρεμένα) τ’ αφτιά.

Κούτρας/Κούτρη
Απο το δημώδ. κούτρα, το κεφάλι. Το επώνυμο ίσως με την έννοια του
«κεφάλα». Ετυμολογικά προέρχεται απο το μεσν. κούτρα και αυτό με τη σειρά
του απο το λατινικό scutra.
Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 14ο αιώνα (1304) , αναφέρεται κάποιος
Δημήτριος Κούτρας, πάροικος Λήμνου.

Κουτρούλης- κουρεμένος· φαλακρός, Xρον. Mορ. H 3061, σχετ. με το ουσ. κούτρα.

Κουτρούμπας- κουτρούβιν
είδος πήλινου δοχείου, πιθ. <ουσ. κουτρούπι (ον) <κούτρα, H λ. τον 11. αι..>

Κουτσούμπας
Από το διαλεκτ. κουτσουμπός, α άνευ κορυφής, ”κουτσουμπό κυπαρίσσι”,
”κουτσουμπή μύτη”, γενικά ο κολοβός. Ετυμολογικά σχετικό με το “κουτσός”.

Κουτσομύτης
που έχει κομμένη μύτη, ως επώνυμο τον 11. αι στην Αλεξιάδα της Ειρήνης της Κομνηνής.
Ταυτόσημο με το βυζ. Ρινότμητος, λόγω της συνήθους τιμωρίας να κόβουν την μύτη στον ένοχο.

Κουτσούκος- Από το τουρκ. kucuk, μικρός.

Κουτσουλιανός
Από την κεφαλλ. ιδιωμ. λέξη κουτσουλιανός, είδος πτηνού, ο κορυδαλός.

Κουτσούνης- ίσως από το δημωδ. κουτσούνα, η κούκλα.

Κουτσουρέλας/ης
Από το ιδιωμ. (Ζαγ.) κουτσουρέλα- η άτεκνη, σχετικό ετυμολογικά με το κουτσ (ος) . (MEYER)

Κουτσούτης
Από το διαλεκτ. (Χίος) , κουτσούτα αίγα, γίδα με κοντά αυτιά, πρβ. κουτσάφτης.

Κόφας- η· κούφα. μεγάλο κοφίνι, <βεν. cofa>

Κραμπής- Από το δημωδ. κραμπί, το φυτό κράμβη, το λάχανο, <αρχ. ουσ. κραμβίον.

Κρανίδης
Από το μεσν. κρανίδι (ον) , το μικρό κράνος, μικρή περικεφαλαία.
Και τοπωνύμιο, Κρανίδι στην Αργολίδα, ίσως από κάποιον πρώτο οικιστή του
οικισμού, Κρανίδη.

Κρανιδιώτης
Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από την κωμόπολη του Κρανιδιού
Αργολίδας. Επώνυμο αδικοχαμένου πολιτικου.{ΤΠΝΜ}

Κρασάς
Το επώνυμο από το ν.ε. κρασί<μσν.κρασίν, κρασίον. Δηλώνει τον οινοπώλη, ή
τον παραγωγό κρασιού. Εμφανίζεται ως επώνυμο τον 10ο αι. στο Theophanes
Continuatus (198, 17) .

Κρεμανταλάς
Από το επίθετο κρεμανταλάς ο, θηλ. κρεμανταλού, (οικ.) χαρακτηρισμός
ανθρώπου πολύ ψηλού, άχαρου και άκομψου στις κινήσεις.
< *κρεμομανταλάς< κρεμ (ώ) -ο- + μανταλ (άκι) -άς· κρεμανταλ (άς) –ού.

Κρεμαστινός
Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από χωριό με το όνομα Κρεμαστη. Χωριά με
αυτό το όνομα υπάρχουν στη Ρόδο, Ξάνθη, Λακωνία.

Κρέμος
Από το μεσν. κρέμμυον, το κρεμμύδι. Σαν επώνυμο αναφέρεται ήδη με τη
μορφή Κρεμού, και Κρεμουλής-Κρεμμός τον 13ο και 14ο αιώνα αντίστοιχα.

Κριεζής
Από το αρβαν. κρίε (κεφάλι) και το δεύτερο συνθ. –ζι (μαύρο) , δλδ ο μαυροκέφαλος.

Κριεκλόκης- Από το αρβαν. κρίε (κεφάλι) και κλόκε (άδειος) , ο κουφιοκέφαλος.

Κριεκούκης
Από το αρβαν. κρίε (κεφάλι) και κούκj-ι (κόκκινος) , ο κοκκινοτρίχης.

Κριεκούκης
Από το αρβαν. κρίε (κεφάλι) και μάδε (μεγάλος) , ο κεφάλας.

Κριθάρης-
κριθάρι<μσν.κριθάρι (ν) < ελνστ.κριθάριον υποκορ. του αρχ.κριθή.

Κρικέλης
κρικέλλιον το· κερκέλλι· κιρκέλλιν· κρικέλλι· κρικέλλιν, κρίκος, χαλκάς,
<ουσ. κρίκελλος, H λ. τον 6. αι. (Μαυρίκ.Στρατ.1, 2)

Κριτής
Από τη λέξη κριτής, που εκτός της διαχρονικής της σημασίας, αυτός που
κρίνει, επι Βυζαντίου, τίτλος αξιώματος, επιτηρητής της τάξης αναλόγως-
κριτής του ιπποδρόμου, -κριτής του βήλου κτλ. Η λέξη σαν επώνυμο από την
περίοδο των Παλαιολόγων, τουλάχιστον, ως Κριτής, Κριτόπουλος.

Κροκάς
Από το μεσν. κρόκα/κρόκη, το υφάδι, το δημωδ. κροκίδι, συν την παραγ.
καταλ.-ας.
Ως επώνυμο τον 14ο αιώνα, ως Κροκάς στο Άγιο Όρος, και ως Κροκκάς στην Ιερισσό (1300) .

Κροκύδας- κροκύδα, μαλλί ξασμένο, αρχ. ουσ. κροκύς.

Κροντηράς
Από το δημωδ. κροντήρι, ο κρατήρας, από το μεσν. κροντήριον κρυωρήριον,
εκεί που κρυώνει το νερό. Συν την κατάλ. –άς, που δηλώνει επάγγελμα
(πρβλ.φαναράς, παπλωματάς, γαλατάς κτλ) .

Κρούσκας
Από το αρβαν. krushk, ο κουμπάρος, και ο ανύπαντρος συγγενής, <*kushker<λατιν.consocer”πεθερός”.>

Κτενάς/Χτενάς
Από το δημωδ. χτένα, και την παραγ.καταλ.-άς, ο κατασκευαστής χτενών,
το «κ» στην πρώτη εκδοχή ίσως οφείλεται σε «λόγια ευφωνία». < ελνστ. κτένιον. (ΛΔΗΜ)

Κυδώνης-ν.ε. κυδώνι, μσν.κυδώνι (ν) < ελνστ. κυδώνιον< αρχ. Κυδώνια μῆλα.

Κυπαρίσσης-κυπαρίσσι, αρχ. ουσ.κυπάρισσος{Λ.Τ.}

Κυράνης/Κυράνας
Μητρων. επώνυμο από το βαφτ. Κυράν (ν) α, μεσν. κυράνα « η μητέρα», ίσως < κυρά και μεγενθ. καταλ. –άνα.>

Κυριαζής
Από το βαφτ. Κυριαζής, παραλλαγή του Κυριάκος (Τριανταφυλλίδης, Ονόματα, σ.14).
Διαδεδομένο σε όλο τον ελληνικό χώρο, Κυριαζόπουλος, Κυριαζάκης,
Κυριαζίδης, Κυριαζούδης κτλ. Επώνυμο του Ρήγα Βελεστινλή (Φεραίου) .

Συνεχίζεται.

Ευχαριστώ.
2015-04-28 20:08
Γνωρίζω κάποιον Κουρη ο οποίος μου ειπε οτι το επίθετο αυτο σημαίνει υπηρέτης .
2015-04-28 20:21
Φίλοι μου καλησπέρα σας.

Φίλε μου xtabay υπάρχουν πολλές υποθέσεις σχετικά με επώνυμα που κάποιοι
πιστεύουν ότι γνωρίζουνε...
Πάντως κουρά σημαίνει μοναχική μύηση επίσης το κούρεμα των προβάτων..
Αλλά υπάρχουν και οι περιπτώσεις που τα επώνυμα είναι μια μίξη απο αρχαία
Ελληνικά , λατινικά , Τούρκικα Αρβανίτικα αλλά και ντοπιολαλιές....

Πάντως σε ευχαριστώ για την πρόσθεση στοιχείων και ότι άλλο έχεις αλλά και
όποιος φίλος έχει στοιχεία πάντα ευπρόσδεκτα είναι και συμβάλλουν στην
πληρέστερη παρουσίαση....


Ευχαριστώ.
2015-05-25 19:41
Φίλοι μου καλησπέρα σας.

Συνεχίζω με το γράμμα Κ (συνέχεια)....

Κυρίτσης- τιμητικός τίτλ.
1) κύριος, άρχοντας,
2) αξιωματούχος: του κλήρου κυριτσάδες, <ουσ. κύρης + κατάλ. –ίτσης.
Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 11οαιώνα, (Κυρίτζης) .

Κύρκας/Κύρκος-εραστής,
Ο «καλός», ο αγαπημένος, <ουσ. κύρης + κατάλ. -κας.

Κύρκος
Από το βαφτ. Κύρκος, <μεσν.Κύρικος (κύρ (ιος) +ικός) ή (και) του βαφτ. Κυρ (ιά) κος.
Η ίδια αρχή σε πολλές παραλλαγές, φανερώνοντας τη διάδοσή του υποκορ.
αυτού τύπου, όπως Κυρκόπουλος, Κυρκίδης, Κυρκάκης, Κύρκου, Κυρκούδης, Κυρκούσης κτλ.

Κωσταρέλης
Από το βαφτ.Κώστας + μεγεθ.καταλ. –αράς+υποκορ. καταλ. –έλης.

Κωτάνος- Από τη εκδοχή του βαφτιστικού ωνσταντίνος<Κώστας<Κώτας.

Λ

Λάβδας Από το βλαχ.lavda=έπαινος, <λατ.laus-udis, laude.

Λαβδός
Από το δημωδ. λαβδός, αυτός που έχει στραβά πόδια έτσι ώστε να ενώνονται
τα γόνατα, έχοντας σχήμα Λ, σχετική λέξη χαυδώνω.

Λαγάρας- Από το δημ. λαγάρα, υγρό απαλλαγμένο από κάθε ξένη ουσία,
μτφ. ο καθαρός, και ο ειλικρινής, τίμιος, άψογος.
Και λαγαρίζω : κάνω διαυγές ένα υγρό.
Από το αρχαίο λαγαρός “ο χαλαρός, λεπτός, ευκίνητος”, η σημερινή σημασία μεσαιωνική.

Λάγιος
Από το δημ. λάγιος, ονομασία προβάτων που έχουν μαύρο χρώμα, πρβλ. λαγιαρνί, <δάνειο από τα βλάχικα.

Λαγκώνης Από την κεφαλλ. ιδιωμ. λέξη λαγγώνι, πλευρό.

Λαζούρης/Λαζούρας
Από το μεσν (τουλαχ.7ος αιων.) και δημ. λαζούρι (ον) , πέτρα γαλάζια, μτφ. ίσως ο γαλανομάτης, γαλάνης..

Λαθούρης-
Από το λαθούρι, ποώδες φυτό της οικογένειας των ψυχανθών, lathirus
sativus, < μσν. λαθούριν υποκορ. του αρχ. λάθ (υρος) –ούριν.

Λάλος
Από το μεσν. και δημωδ. λάλος, ο πολύ φλύαρος, αυτός που λαλεί (μιλάει) πολύ, συνεχώς.

Λαμπαδάριος- Ο επικεφαλής του αριστερού χορού στον πατριαρχικό ναό.

Λαμπέτης
Από το μεσν. λαμπέτης, ο λαμπρός, ο λάμπων. Σαν επώνυμο αναφέρεται για
πρώτη φορά το 1320 ως επώνυμο κατοίκου της Χαλκιδικής, Λαμπέτης. Καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της ηθοποιού Έλλης Λαμπέτη, γεννημένη Έλλη Λούκου.

Λαμπίρης
Ίσως από το δημωδ. λαμπύρι, το φυτό λαμπύρι, το αρχαίο ‘λάθυρος’.πρβλ. επών.
Σχετικά με φυτά Κολτσίδας, Λαθούρης, Λιναράς, Μελικόκης (βλ.επων.)

Λανάρης/Λαναράς- ο εριουργός, λανάρης< μεσ.λανάριος< λατ.lanarius>.

Λαπαθιώτης
Ίσως σχετίζεται με τον οικισμό Λάπατα (σημ.Λαπάθεια) , δημ.Καλαβρύτων. Λαπατιώτης<Λαπαθιώτης με λόγιο εξελλην.πρβ. Μπακάλης<Βακάλης.

Λάπας
Από το ηπειρωτ.διαλεκτ. λάπα-λαπάς=η προβατίνα με τα αυτιά προς τα
κάτω», <αλβ.lape-a=το δέρμα των σφαζομένων ζώων.

Λαπατάς
Από το ν.ε. λάπατον< είδος ποώδους φυτού που τρώγεται. [αρχ. λάπαθον, *λάπατον] (Τριαντ.}.

Λαρδάς
Από το ουσ. λαρδί, λίπος, κυρίως χοιρινό, που διατηρείται και καταναλώνεται
παστό ή καπνιστό. μσν. λαρδί (ο) ν, υποκορ. του ελνστ. λάρδ (ος) (< λατ. lard (um) -ος `αλατισμένο κρέας΄) –ίον.


Λάσκαρης
Επώνυμο σημαντικής βυζαντινής οικογένειας. Χρησιμοποιείται και ως κύριο
όνομα. Λάσκαρης<λάσκαρης «δάσκαλος»<ράσκαλης με αντιμετάθεση r-l<>r< δάσκαλος.
Οι παραπάνω τύποι απαντούν στο μικρασιατικό ιδίωμα της Σίλλης
(περ.Ικονίου) όπου ο ρωτακισμός αποτελεί γενικό κανόνα (πβ.δεξί-ρεξί,
δεσπότης-ρεσπότσης)

Λαφαζάνης
Από το τουρκ.περσ. lafazan, ο φλύαρος, καυχηματίας.

Λαψάνης
Από το ν.ε. ιδιωμ. λάψανα, είδος χόρτου, η λέξη και στον Ησύχιο (6ος μ.Χ.) < «λαψάνη>· τῶν ἀγρίων λαχάνωνἐσθιομένη».

Λέκας
Αρβανίτικη εκδοχή του βαφτ. “Αλέξανδρος”.{ΤΟΖ}

Λεκκός/Λεκός
Από το ιδιωμ. (Τσακώνικό) λεκός (ο) , λεκό (το) , ο λευκός, και Λεκκάκος.
Το τελευταίο μπορεί να συνδέεται με το αρβαν. Λέκας, υποκορ. του Αλέξανδρος. (ΛΞΤΣ)

Λεμόνης
λεμόνι<μσν.λεμόνι<λιμόνι ([i > e] από επίδρ. του [l] < ιταλ. limon (e) -ι < αραβ., περσ. laymūn..

Λέπουρας- Από το αρβαν. λjeπούρι, ο λαγός.

Λέτσος
Από το ιδιωμ. λέτσος, ο βρωμιάρης, ο κακοντυμένος, <ιταλ. lezzo `βρόμα΄.
Ίσως και από υποκορ. μορφή του Νικόλαος>Νικολέτσος>Λέτσος. (ΛΔΗΜ)

Λέχος
Μητρωνυμικό, από το λεχώ-λεχώνα,
1) γυναίκα που γέννησε πρόσφατα και
2) (μτφ.) για άνθρωπο τεμπέλη και φυγόπονο,
3) Από το ιδιωμ. (Αρκαδ.) λέχος, «η εν ύδατι αναλυομένη κόπρος των βοών,
εν η εμβάλλουσι τα βαμβακερά υφάσματα άμα υφανθέντα.
Μένουσιν δ’εν αυτή 3-4 ημέρας ταύτα, είτα εξάγουσιν αυτά (ξελεχώνουσι) και
τα λευκαίνουσιν».
Ίσως λέχος, παρατσούκλι, αυτού που έκανε αυτή τη δουλειά.

Λεχούδης
Από το δημωδ. λεχούδι, το νεογέννητο, το νεογνός, <λέχώ +-ούδι, μσν. λεχώνα < ελνστ. *λεχών.

Ληξούρης
Από το μεσν. λίξουρος, λιξουριάρης, λήξουρος, ο άπληστος, πλεονέκτης και ο
λαίμαρχος, λιχούδης, λιγούρας.
Το τοπωνύμιο Λιξούρι, προφανώς σχετίζεται ετυμολογικά.

Λιάγκας
Μητρων. από το βαφτ. Λιάγκα, ιδιωμ. μορφή του Αλέκα< Αλεξάνδρα .
Ή από το ιδιωμ. (Αιτ/νια) λιάγκας, ο πολύ αδύνατος..

Λιάλιας
Από την καταγεγραμμένη μορφή του βαφτ. Λάζαρος στα βορειοελλαδικά ιδιώματα (π.χ. Σιάτιστα) .
Ο διπλασιασμός μια συλλαβής του βαφτιστικού έχει δώσει αρκετές παραλλαγές
σε πολλά ονόματα, π.χ. Κοκός<Κώστας, Μπάμπης<Χαράλαμπης, Κική<Αγγελική, Μίμης<Δημήτρης.

Λιάλιος
Από το αρβαν. λjαλjε, ο μικρότερος αδερφός αποκαλεί έτσι τον μεγαλύτερο.

Λιάμης
Από το αρβαν. λjαμε, αλώνι ή η αρβανίτικη υποκορ. εκδοχή του βαφτ. Χαράλαμπος.

Λιανός
Από το δημώδ. λιανός, ο λεπτός, λιγνός και στενός-στενόμακρος, από το μεσν. λειανός, αρχ. λείος + καταλ. –ανός.

Λιάπης
Από το αλβ. Lab-I, ο κάτοικος της Λιαπουριάς (η περιοχή γύρω από τη Χειμάρα) .

Λιάρος
Από το ν.ε. λιάρος «ο σταχτόχρους με στίγματα», βλαχ.leara ,ποικιλόχρωμος,
για κατσίκια, πρόβατα κτλ, αλβ.larë“ίδια έννοια με τη βλάχ.”

Λιβαθινός (Λειβαθινός)
Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από την περιοχή Λιβαθώ (Λειβαθώ) της
Κεφαλλονιάς.Βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα του νησιού με πλούσια ναυτική
παράδοση.

Λιβανός
Η ευρεία διάδοση του επιθέτου αυτού οφείλεται στο ότι το Λιβάνιος/ Λιβανός
χρησιμοποιούταν/ χρησιμοποιείται και ως βαφτιστικό.
Λιγότερο πιθανές οι περιπτώσεις...
1- Αυτός που εμπορεύεται λιβάνι,
2- Από την ονομασία που δίνεται στις μαυρο-κόκκινες κατσίκες.
Ψάρρος, Λιάρος, Νταβέλης, Ρούσος κ.α.

Λίλας
Μητρων. από το θηλ. βαφτ. Λίλα, χαϊδευτικό του Αμαλια, Ευαγγελία (Ηπειρ.)

Λιναράς
Από το ν.ε. λινάρι, το φυτό λυνάρι, κλωστική ύλη από το λινάρι, μτγν.λινάριον.
Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή, Λιναράς Νικόλαος το 1316 στις Σέρρες, κ.α.

Λινάρδος
Από το βαφτιστικό Λινάρδος, ελληνική μορφή του φράγκικου κύριου ονόματος Lenard, Linardo.

Λιόλιος
Το επώνυμο από μία από τις πολλές καταγεγραμμένες υποκορ. μορφές του
βαφτ. Θόδωρος στα βορειοελλαδικά ιδιώματα. Η συγκεκριμένη απαντάται σε
εριοχές όπως το Καταφύγι και τα Σιάτιστα Μακεδονίας.
Σύμφωνα με τον Μπόγκα το “Λιόλιος” είναι αρβανίτικη παραλλαγή του Γεώργιος.
Η μια εκδοχή δεν αποκλείει την άλλη.

Λιόντος/Λόντος
Από το βαφτ.Λιόντος<Λεόντιος, ένα από τα συνηθέστερα βαφτιστικά της Παλαιολόγειας εποχής.

Λιόπεσης- Από το αρβαν. λιόπë, η αγελάδα.

Λιότσης- Από το αρβαν. λjότσι, ο φίλος.

Λισγάρας
Από το διαλεκτ. λισγκάρι=το σκαλιστήρι<μεσν. λισγάριον υποκορ. του λίσγος.

Λοβέρδος
Επώνυμο από το ιταλ. κύριο όνομα Lombardo<αρχικά όνομα εθνότητας,
Λομβαρδών-Λογγοβάρδων.

Λογαράς/Λαγαράς
Από το μεσν. λογαράς, αυτός που λέει πολλά λόγια, ο λογάς, ή από το ν.ε.
λογάρι «το χρήμα, ο θησαυρός».
Ως επώνυμο τουλάχιστον από την Παλαιολόγεια εποχή, τον 14οαιώνα
αναφέρονται άτομα με το επώνμο Λογαράς σε Κωνσταντινούπολη, Σέρρες.

Λογοθέτης
Αξίωμα στην αυλή των βυζαντινών αυτοκρατόρων· ανώτερος αυλικός.
Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή, αναφέρονται άτομα με το
επώνυμο Λογοθέτης, τον 13-14οαιώνα σε Θεσσαλονίκη, Αθήνα.

Λοΐζος/Λουΐζος/Αλοΐζος
Από το βαφτ. Λογίζος-Λοΐζος-Αλοΐζος, <βεν.Aloiso, γαλ.Loys. Βαφτιστικό που
είχε ευρεία διάδοση σε ελληνικούς πληθυσμούς (νησιά, Πελ/σο, Θεσσαλία,
Μακεδ.κτλ) την περίοδο της φραγκοκρατίας και βενετοκρατίας.

Λούβαρης/Λουβιάρης
Από το δημώδ. λουβιάρης, λωβιάρης, ο λεπρός, ο έχων λούβα/λώβα, <αρχ. ουσ. λώβη, συν την κατάλ. – (ι) άρης.

Λουλές
Από το δημωδ. λουλές, η πήλινη εστία του ναργιλέ, στην οποία τοποθετούνται
τα κάρβουνα και ο καπνός, <τουρκ.Lule>

Λουμάκης
Από την κεφαλλ. ιδιωμ. λέξη λουμάκι, ο παχύς και μεγαλόσωμος.
Αλλού η λέξη λουμάκι έχει την έννοια του καινούργιου τρυφερού κλαδιού
δένδρου, βλαστάρι, <ουσ. *λειμάκιον <αρχ. λείμαξ>

Λούπης
Από το ν.ε. λούπης, αρπακτικό πτηνό, ο ικτίνος, μτγν. ουσ. λούπης (<λατ. lupus) .

Λυμπέρης/Λυμπερόπουλος/Λυμπεράκος
Επώνυμο που προέρχεται από το βαφτιστικό Λυμπέρης, από το ιταλ.Libero<λατ.liber (ελευθερία) .

Λώλος
Από το ν.ε. λώλος, ο παλαβός, με ανέβασμα του τόνου, όπως συμβαίνει με
αρκετά επίθετα. μσν. λωλός < αρχ.ὀλωλώς (Λεξ.Τριαντ.)

Συνεχίζεται..

Ευχαριστώ.
2015-06-07 10:15
Φίλοι μου καλημέρα σας.

Συνεχίζω το θέμα....

Μ

Μαγγανάρης
Απο τη λέξη μάγγανον*βαρούλκο, μτφ. ο δόλιος, ο ψεύτης.
Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή, Μαγγανάρης Ιωάννης -14ος-
Κρήτη, Μαγγανάρης Ιωάννης 13ος- Ιερισσός.

Μαγκλάρας/Μαγκλαράς
Από το δημωδ. μαγκλάρα-μαγκλαράς, ο νέος, υψηλόσωμος και άχαρος άνδρας. Ίσως σχετικό με το νταγκλαράς, με την ίδια σημασία,
< dağlar>αυτός που είναι σαν τα βουνά.

Μάγκος
Από το βλαχ.mangu “αυτός που δεν έχει το απιτούμενο βάρος”, ή το ομόριζο
και ομόηχο αλβ.mangu “λειψοβαρής”, λατινικής αρχής και τα δύο>mancus.

Μαγκριώτης
Από το βαφτ. Μαγκριώτης, χρησιμοποιούμενο κυρίως στην Θράκη.
Σύμφωνα με τον Ψάλτη, στα Θρακικά του, μετέπεσε σε κύριο όνομα από
κάποια παλιότερη βυζαντινή επωνυμία, όπως συνέβη με άλλα όπως
Παλαιολόγος, Βάρδας, Κομνηνός, Δούκας-Δούκισα, Ασάνης-Ασάνω.

Μαδέρης
Από το μαδέρι, χοντρή σανίδα ή δοκάρι που χρησιμοποιείται στο χτίσιμο,
< βεν. madero ή <ιταλ. madiere>

Μάζης
1) Από το αρβαν. mëz, (το ë προφέρεται κάπως μεταξύ -α- και –ε-, όπως το αγγλ.about) , και σημαίνει πουλάρι,
2) από το αρβαν. mazë, η κρέμα, η κρούστα που δημιουργείται πάνω στο γάλα, <σλαβ.mazъ-το λίπος

Μαζίλης-μαζίλης
Μέλος έφιππου σώματος στη Βλαχία που το αποτελούσαν ευγενείς χωρίς
ορισμένο αξίωμα, <τουρκ. mazul>

Μάϊνας
Από το ρήμα μαϊνάρω, (ναυτ.) χαλαρώνω, κατεβάζω τα πανιά, <βεν. mainar.>

Μακελλάρης
O σφαγέας, κρεοπώλης ή ο φρουρός, μτγν. ουσ. μακελλάριος (<λατ. macellarius) .
Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή, Μακελάρης, πάροικος στις Σέρρες το 1317.

Μαλάμας
Από το ν.ε. μάλαμα που έγινε και βαφτ. (Μαλάμω) . <μσν. μάλαμα < ελνστ. μάλαγμα `μαλακό υλικό΄.

Μαλίκης
Από το αραβ.τουρκ. malik, ιδιοχτήτης, κυρίαρχος.

Μαλίτσιος
Μητρωνυμικό επώνυμο από την καταγεγραμμένη μορφή του θηλ. βαφτ.
Μαρία, Μαλίτσιω, στα βορειοελλαδικά ιδιώματα.
Το συγκεκριμένο βαφτιστικό λόγω και της συχνότητάς του έχει δώσει πάρα
πολλές υποκοριστικές μορφές όπως: Μαριώ, Μαλιώ, Μαριγώ, Μαριγούλα, κ.α.
Η συγκεκριμένη μορφή απαντάται κυρίως στη Βέροια.

Μαμελετζής
Ο τοκογλύφος, <τουρκ. muameleci.

Μαμούρης
Από την ιδιωμ. λέξη μαμούρι, ο μικρός στην ηλικία υπηρέτης του σπιτιού,
αυτός που κάνει τις αγγαρείες.
Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή, Μαμούρης, κάτοικος της Κω, 1263.

Μάνεσης
Από το αρβαν. μανεσë-α, η αργοπορία, λογικά Μάνεσης ο βραδύς, ο αργός.

Μανιάκης
Από το μανιάκης (ο) , το περιδέραιο. Και σαν τοπωνύμιο στην Πελ/σο, τόπος
ιστορικής μάχης του ’21.
Προφανώς όπως συνηθιζόταν η περιοχή είχε δοθεί σε βυζαντινό αξιωματούχο
ως πρόνοια, αφού αναφέρεται και στρατηγός Μανιάκης τον 11οαιώνα. όχι
ασυνήθιστό φαινόμενο όπως δείχνουν κι άλλα τοπωνύμια στην Πελ/σο και
αλλού πρβλ Λεοντάρης, Πιγκέρνης, Σκαραμαγκάς, Καματερός κτλ

Μανίκας
Από τη λέξη μανίκα
1) Σιδερένια θωράκιση που προστατεύει τους βραχίονες πολεμιστή ή
2) Μανίκι ενδύματος. <λατ. – ιταλ. Manica. Ως επώνυμο ήδη από την
Παλαιολόγεια εποχή, στη μορφή Μανίκης, το 1355 στο Μελένικο.

Μανούκας
Από το βαφτ. Μάνος (Εμμανουήλ) και την καταλ. –ούκας,
βλ. Γιάννης-Γιαννούκος-Γιαννούκας, Μαύρος-Μαυρούκος-Μαυρούκας.

Μάντακας
Από την ιδιωμ. (Κρήτη) λέξη μάντακας, τσιμπούρι των σκύλων ή άλλων ζώων.

Μαντάς
1) Ο κατασκευαστής ή πωλητής μαντών (μαντά, τα) .
Μάντα, είδος μανδύα <ιταλ.manta. Το επώνυμο σχηματίζεται από το ουσ. μάντα και την επαγγελ. κατάληξη –άς (βλέπε βαρελάς, ψωμάς, παπλωματάς κ.α.) .
2) Από το τουρκ. mandaz, το βουβάλι. Ή από το μεσν/δημωδ. μάντης.

Μάντζαρης/Μάντζαρος
1) Από το επών. Μάντζιος (βλ.παραπάνω) και την κατάληξη –αρης
(βλ.Γιάνναρης) και αντίστοιχα την καταλ. –αρος (βλ.Αντώναρος)
2) Ή από το τουρκ. manzar, πρόσωπο.iii) από το τουρκ. mancar, ο Μαγιάρος,
ο Ούγγρος, ίσως και η πιο πιθανή προέλευση καθώς πολύ Έλληνες έμποροι-
έποικοι είχαν επαφές με την Ουγγαρία του 18-19ου αιώνα και όπως
συνηθιζόταν στην πατρίδα του έπαιρναν σχετικό παρατσούκλι, πρβλ. σήμερα
Αμερικάνος, Αυστραλός, Γερμανός για μετανάστες Έλληνες που επιστρέφουν
στην Ελλάδα.

Μαντζουράνης
από τη λέξη μαντζουράνα (ποώδες αρωματικό φυτό που καλλιεργείται ως καλλωπιστικό) , ίσως βεν. Mazorana.

Μαργαρώνης
Μητρωνυμικό επώνυμο από το θηλ. βαφτ. Μαργαρόνα<ιταλ. Margaronne.

Μαργέλης
Ίσως σχετικό με το ρήμα μαργελώνω, στριφώνω, ρελιάζω για στόλισμα.
<ουσ. μάργελλον ή μαργέλλιον <υστλατ. margella.
Μάλλον πιο πιθανό είναι να πρόκειται για μητρωνυμικό επίθετο απο το θηλ.
βαφτιστικό Μαρία στην υποκοριστική του μορφή Μαργέλι (το) .

Μαργιάννης
Μητρων. επώνυμο από τα βαφτ. Μαρία +Γιάννης>Μαργιάννη, δηλαδή η Μαρία
η γυναίκα του Γιάννη, πρβ.επων. Ελενογιάννης κτλ.


Μαριδάκης-ν.ε. μαρίδα + -άκης, αρχ. σμαρίς, αιτ. -ίδα.

Μαρκεζίνης
Σχετικό με το μαρκήσιος, μαρκέζης. Τίτλος δυτικών ευγενών.
<μεσν. λατ. marcensis – marquesius.

Συνεχίζεται....

Ευχαριστώ.
2015-06-10 21:21
Φίλοι μου καλησπέρα σας.

Συνέχεια του θέματος...

Μαρούλης
Από τη λέξη μαρούλι, ίσωςαμαρούλ (λ) ιον& λατ. επίθ.*amarul (l) us/*amarul
(l) a (lactuca).
Κάλλιστα μπορεί να προέρχεται απο το βαφτιστικό Μάριος συν την
υποκοριστική κατάληξη -ούλης. Ως κατάληξη επωνύμου τουλάχιστον απο το
(περ.) 1300 αφού καταγράφεται κάτοικος της Λήμνου Ιωαννούλης, επίσης
ον 13ο αιώνα στην Ιερισσό Χαλκιδικής καταγράφεται κάποιος Γεώργιος Κουτρούλης, κ.α.
Το επίθετο Μαρούλης καταγράφεται αρκετές φορές όπως το 1305 ως επίθετο
ενός “Μέγα Άρχοντος επι του Στρατού”, επίσης ένας Αλέξιος Μαρούλης
ταβουλάριος στη Σμύρνη το 1274, ένας Δημήτριος Μαρούλης το 1322 στη
Θεσσαλονίκη ως γιατρός κ.α.

Μασαβέτης
Ίσως από τη λέξημουσαβέτε, σχέδιο εγγράφου· βιβλίο πρόχειρης καταγραφής
της περιουσίας ή των εισοδημάτων κάπ. για φορολογικούς σκοπούς, <τουρκ.müs (e)> vedde.

Μασούρας
Σχετικό με το ν.ε. μασούρι, ποσότητα νήματος ή κλωστής μαζεμένη έτσι ώστε
να σχηματίζει κύλινδρο, μσν. μασούριον < τουρκ. masur (a) (από τα περσ.) –ιον.

Ματαράς
1) Από τη λέξη μάτι συν την μεγενθ. επίθημα. –αράς, αυτός που έχει μεγάλα
μάτια, ή λιγότερο πιθανό,
2) από το δημωδ. ματαράς (ο) , είδος δερμάτινου ασκού, παγουριού, για τη
μεταφορά νερού, από κηνυγούς και αγρότες. 3) Και αρκετά πιθανό να
προέρχεται απο την καταγεγραμμένη μορφή του βαφτιστικού Δημήτριος,
Μάτης/Μάτος/Μάτας, στα βορειοελλαδικά ιδιώματα, συν την μεγενθ.
κατάληξη -αράς, βλ. Γιανναράς, Γεωργαράς, κ.α. Η ίδια μορφή του Δημήτριος έχει δώσει επίθετα όπως Ματάκος, Ματακούδης, κ.α.

Ματρακούκας
Από το ιδιωμ. ματρακούκα, αλλιώς η μανδραγόρα<αρχ.μανδραγόρας.

Μάτσας
Ίσως από το αρομ. (βλαχ.) mață, η γάτα.{ΤΟΖ}ή

Ματσούκας
Από τη λέξη ματσούκι, ραβδί χοντρό που απολήγει σε σφαιροειδή όγκο ή
παλούκι, πάσσαλος. <μεσν. λατ. mazuca <λαϊκ. λατ. Matteūca. Ως επώνυμο
τουλάχιστον από τον 13οαιώνα, Ματζούκης, Μιχαήλ, το 1293 στη Σμύρνη.

Μαυραγάνης
Από το ιδιωμ. μαυραγάνι, είδος σιταριού με μαύρο άγανο ή αγάνι (<ακάνιον<ακάνθιον) .

Μαυροειδής/Μαυροειδάκος
Από το μεσν. μαυροειδής, ο μαυρουδερός, και ως κύριο όνομα, Μαυροειδής,
στο Μεσαίωνα. <μαύρος + ουσ. είδος. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον
14οαιώνα, Μαυροειδής Μιχαήλ, ιερέας στην Πόλη.

Μέγας
Στη Χίο «μέγας» ο πρωτότοκος γιός.Αρχ. μέγας.

Μεθενίτης
Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από τα Μέθενα<Μέθανα, στην αργολική χερσόνησο.

Μεϊμάρης/Μεϊμεράκης
Από το τουρκ. mimar, ο αρχιτέκτωνας.

Μεϊντάνης
Σχετικό με το ους. μεϊντάνι, που σημαίνει πλατεία ανοιχτή/αγορά, από το
τουκ.meydan., είχε και την έννοια του αντάρτη, του ζορμπά, επι τουρκοκρατίας.

Μελάς
Από το δημωδ.μελάς, ο παραγωγός ή έμπορος μελιού, μέλι συν το
παραγ.επίθ. –άς. Διασημότερος φέρων του επίθετου αυτού, φυσικά ο Παύλος
Μελάς.
Ως επώνυμο, Μελάς, το συναντάμε πρώτη φορά, τουλάχιστόν απ’ότι έχω βρει, τον 14ο αιώνα στη Βέροια.

Μελέκος
Από το τουρκ. melek, άγγελος.

Μελιγαλάς
Από τις λέξεις μέλι και γάλα. Επώνυμο από τα βυζαντινά χρόνια, 14οςαιώνα,
σε Χαλκιδική, Πόλη κτλ. Και τοπωνύμιο, στην Πελοπόννησο, Μελιγαλά (του) ,
πιθανώς παλαιότερου ιδιοκτήτη της περιοχής.

Μελιδόνης
Από το ιδιωμ. μελιδόνα, το θηλυκό χταπόδι.Ως επώνυμο ήδη από την
Παλαιολόγεια εποχή, αναφέρονται Μεληδόνη Καλή, 1309, Πυργί-Εύβοια, το
1393 στα Τρίκαλα Μεληδόνης κ.α.

Μελικόκης
Από τη λέξη μελικούκια, μελικόκκια, είδος φυτού, επιστ. Crataegus orientalis var. flabellata bois.

Μελίστας
Ίσως σχετικό με το μσν.μελιστής, παρόμοιας σημασίας με το κερματιστής,
αυτός που κάνει συναλλαγές, αλλάζει νομίσματα.

Μεντές/Μεντεσίδης
Απ ο το τουρκ.mentese «το θηλυκωτήρι, ο μεντερσές».

Μεξιάς/Μεξάς
Αρβανίτικο επώνυμο, εμφανίζεται στην Ελλάδα περίπου τον 15αι, ως όνομα
Αρβανίτη Stratioti (μισθοφόρου στους Βενετούς).
Ετυμολογικά πιστεύω οτι συνδέεται με το αλβ.meksh (πληθ.meksha) το οποίο
σημαίνει αρσενικό μοσχάρι (bull-calf)

Μεράντζας
Επώνυμο από την ονομασία δέντρου, η μεράντζα, αλλιώς γαύρος, κάρπινος. Αγν.ετυμ.

Μεράς/Μεράκος
Από το δημωδ. μερί και μηρί, ο μηρός, το μπούτι, < μσν. μερίν < ελνστ. μηρίον, υποκορ. του μηρός.
Η κατάληξη –άς, χρησιμοποιείται και για να τονίσει το νόημα του θέματος, πρβλ. αυτιάς, μυτάς κ.α.

Μέρκος
Από την καταγεγραμμένη μορφή του βαφτ. Μερκούριος, Μέρκος, στα βόρεια
ιδιώματα (Μακεδονία, Ήπειρος, Θράκη κτλ.) .
Χρησιμοποιείται και σήμερα ως υποκοριστικό.

Μερκούρης
Από το βαφτ. Μερκούριος/Μερκούρης (Άγιος Μερκούριος) <λατ. Mercurius (ο Ρωμ. Ερμής) .

Μεσάρης
Από το δημωδ. μεσάρης, ο μεσήλικας.

Μερσινιάς
Από το ν.ε. μυρσίνη, μερσίνη, η μυρτιά< < αρχ. μυρσίνη.
Πιθανώς το επώνυμο λόγω του βαφτιστικού Μερσίνα απο το παραπάνω ουσιαστικό.

Μερτζάνης
Από το αραβ.τουρκ. mercan, κοράλλι. Χρησιμοποιείτο και ως βαφτιστικό.

Μηλιώρης
Ίσως σχετικό με το ιδιωμ. μηλιόρι, δλδ το θηλ. πρόβατο που δεν έχει γεννήσει
ακόμα. Είναι συχνό το φαινόμενο να υιοθετούνται επώνυμα από τη ποιμενική
ζωή και ειδικότερα από ειδικούς χαρακτηρισμούς των ζώων, βλ. Ζυγούρης,
Βετούλης, Λιάρος κ.α.

Μιλιαράς/Μηλιαράς
1) Από το ουσ. μιλιαράς, αυτός που κατασκευάζει, επισκευάζει και πουλεί
μιλιάρια, λεβητοποιός, μιλιάριν το. ψηλό χάλκινο καζάνι,
<λατ. miliarium.χαλκωματάς, <ουσ. μιλιάριν* + κατάλ. -άς.
2) Πολύ πιθανή είναι και η προέλευση απο τη μορφή του βαφτ. Μιχάλης,
Μίλιος/Μήλιος συν το μεγεθ. επίθεμα -αράς, βλ. Γιανναράς, Κωσταράς,
Νικολαράς κ.α.

Συνεχίζεται...

Ευχαριστώ.
2015-07-01 13:45
Φίλοι μου καλησπέρα σας.

Συνεχίζω το θέμα....

Μ

Μιρανάς/Μιρανίδης, Μιράνογλου
Από το τουρ. miran «αρχηγός, τίτλος αξιώματος».

Μόρφος
Μητρωνυμικό από το θηλ. βαφτ. Μόρφω, και αυτό συγκεκομμένος τύπος του Ευμορφία.

Μοσχολούρης
Από το διαλεκ. μοσχολουριά, το δέντρο που παράγει το μοσχολούρι. (Χίος)

Μουζάκης
Από το αρβανίτικο muzaqi “μοσχάρι, δαμάλι” και σχετίζεται με το αλβαν. Muzhake.
Επίθετο ευγενούς μεσαιωνικής αλβανικής οικογένειας . Κάλλιστα μπορεί το επώνυμο να προέρχεται από το μεσν. ελλ. μουζάκιον «είδος παπουτσιού».<αραβ. ή περσ.>

Μούζας/ος
Από το μεσν. μούζα, η μαυρίλα, η μούτζα.{ΤΟΖ}

Μουρίκης
1) Από το αραβ.τουρκ. muhrik, ο θλιβερός,
2) από την αρβαν. παραλλαγή του ονόματος Μαυρίκιος,
3) μουρίκι, σακί που κρεμούν από το λαιμό του ζώπυ για να τρώει.

Μούρτζινος/Μούρτζος
(Προκ. για χρώμα αλόγου) μαυροκόκκινος: οκτώ άλογα … τρία μούρτζινα, τρία κόκκινα κι ένα ψαρό μεγάλο (Ερωτόκρ. Β́ 383).
[<επίθ. *μούργινος <ουσ. μούργα + κατάλ. -ινος (Meyer, NS II 42, Τριαντ.) ή
<μτγν. επίθ. μούρσινος <μύρσινος <ουσ. μυρσίνη (Κουκ., Αλεξ. Στ.) ή <αρχ.
επίθ. αμόργινος (Andr., στη λ.) . Η λ. και σήμ. ιδιωμ.]

Μουρχούτας Από το ιδιωμ. (Αρκαδ.) μουρχούτα, πήλινο βαθύ πιάτο, αγν.ετυμ.

Μουτάφης/Μουταφτσής/Μουταφίδης Από το τουρκ.mutaf=πλέκτης σχοινιών.
Μούτσιος- Από το βλαχ.mucio “ό νέος”.
Μπαζάκας- Από το βλαχ.bazaca“η μεγάλη κοιλιά, ο κοιλαράς”.
Μπαϊρακτάρης- ο σημαιοφόρος, τουρ.bayrak
Μπακάλμπασης- ο αρχιθαλαμάρχης, τουρκ.

Μπαλαμπάνης/ Βαλαβάνης
Από το τουρκ. balaban, αυτός που έχει μεγάλο κεφάλι, πελώριος.

Μπαλάσης
Από το ουσ. μπαλάσιον, το μπαλάσι, πολύτιμος λίθος, είδος ρουμπινιού,
<ιταλ.balascio.Και σαν βαφτιστικό παλαιότερα, εξου και η διάδοσή του ως επιθέτου.

Μπαλάσκας/Παλάσκας
Από το ν.ε. παλάσκα «μικρή δερμάτινη θήκη φυσιγγίων», από το τουρκ.palaska.

Μπαλάφας/Μπαλαφούτης- Από το ν.ε. μπαλάφα, η ανοησία, σαχλαμάρα, <άγν.ετύμου.

Μπαλής
Από το μτγν. μεσν. μπαλής «είδος αξιώματος».
Ο Μπούτουρας (Τα νεοελληνικά κύρια ονόματα, σ.110) το ανάγει στο βενετ.
Bailo, όνομα αξιώματος, με αποβολή το ημιφώνου + -ής.

Μπάλιος Κυριολεκτικά προσδιορισμός αλόγου που έχει άσπρο κούτελο,

Μπαλτατζής-Ξυλοκόπος· στρατιώτης του οθωμανικού στρατού, ή κατασκευαστής μπαλτάδων
(μπαλτάς, ο) , <τουρκ. baltacι>.

Μπάμιας από τη λέξη μπάμια, τουρκ. bamya (από τα αραβ.)

Μπάμπαλης
Από το ν.ε.μπάμπαλης (κυρίως στην Ήπειρο) που δηλώνει τον γέροντα, τον σεβάσμιο.
Από το τουρκ. babali «ο πατέρας».

Μπαμπινιώτης
Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από το χωριό Μπαμπίνη, δημ.Αστακού, νομ.Αιτωλ/νιας.

Μπάμπουρας
Από το διαλεκτ. μπάμπουρας, κολεόπτερο έντομο, σκαραβαίος, <μεσν.
μπάμπουλας-μπαμπούλας<αρχ.βομβυλός.

Μπάρδης- Από το αρβαν. μπάρδε, άσπρος.

Μπάρκας- Ο κοιλαράς, από το αρβ. bark-κοιλιά.

Μπαρκουμάδης
Από το αρβ. bark “κοιλια” και το επιθ. προσδιορισμό madh-i «μεγάλος», και δηλώνει τον κοιλαρά.

Μπαρμπαρέσος
Πιθανώς, από το πατριδωνυμικό Μπαρμπαρέζος, ο προερχόμενος από την
Μπαρμπαριά, την Αλγερία. Λιγότερο πιθανό, από τη λέξη μπαρμπαρέσα, ναυτ.
όρος, το «απολάβειο».

Μπαρμπούνης-ν.ε. μπαρμπούνι<βεν. barbon -ι.

Μπαρούνης- μπαρούς· παρούνης.
Βλ. και μπαρόνος. Βαρόνος. <ιταλ. barone· πβ. γαλλ. Baron.

Μπάρτζης
Από το ν.ε.μπάρτζο «κατσίκι μαύρο με κόκκινο πρόσωπο», μπάρτζα «κατσίκα
φαιού χρώματος» από το Και στα σερβοκρ. barza “άσπρο πρόβατο”.βλαχ.bardzu«οσταχτίς»
σχετικό ίσως με το αρβ. barδι «άσπρος».

Μπαρτζόκας Από το βλαχ.bardzu “σταχτόχρωμος”και την βλαχ. υποκορ. καταλ. –oca.

Μπασάρας
Από τις λέξεις πασάς<τουρκ.pasa (με τροπή το π σε μπ) , και τη μεγεθ.
Καταλ. –άρας.πρβ. Αναγνώστης-Αναγνωσταράς, Βασίλης-Βασιλαράς.

Μπασιάκος
Ίσως ομόριζο με το Μπασάρας (βλ.παραπάνω) , ή σχετικό με το τουρκ.bacak=πόδι, μπούτι.

Μπασιάς
Έτσι ονομάζει ο γυναικαδερφός τον άντρα της μεγαλύτερης αδερφής στην Θράκη, ίσως από το πασάς/ πασιάς.

Μπατακτσής- Ο κακοπληρωτής, ο χρεωκοπημένος, από το τουρκ.batakci.

Μπατάλης
Από το ηπειρ. διαλεκτ. μπατάλης, ο χαζός, από το τουρκ. batal «ο άνευ κύρους, ο απαράδεκτος) .

Μπατζής
Στην ηπειρωτική διάλεκτο μπατζής λέγεται αυτός «που μαζεύει τα γάλατα από
το μπατζαργειό» όπου μπατζαργειό «το μέρος της στρούγκας, όπου η
τυροκομία και βουτυροκομία». Η λέξη προέρχεται από το σλαβικόbač-
βουκόλος και bačija- ο τόπος και η καλύβα όπου αρμέγονται το καλοκαίρι τα πρόβατα.

Μπαχούμης-Ο παχύς, εύσωμος. (Αρκαδ.)

Μπεγλής- Από το τουρκ. bencli, κρεατοελιά.

Μπεζεριάνος-μπαζιριάνης ο· μπεζεριάνης· μπεζιριάνης,
ο πλανόδιος έμπορος, πραματευτής, <τουρκ. bazαrgân.

Μπέης (Βέης λογ.εξελλ.)
τίτλος ορισμένων υποτελών ηγεμόνων ή ανώτερων υπαλλήλων της
οθωμανικής αυτοκρατορίας, τουρκ. bey `άρχοντας΄

Μπεκιάρης
Από το τουρκ. bekar «ο ανύπαντρος, ο εργένης».Η λέξη από τα τουρκ. στα
αλβ., βλαχ., βουλγ.κτλ.

Μπεκτσής -ο. φύλακας, νυχτοφύλακας, <τουρκ.bekci>.

Μπέλος (Μπελογιάννης κ.α.)
Από το ν.ε.μπέλος, χρησιμοποιείται κυρίως για να περιγράψει το λευκό
πρόβατο, κατσίκα κ.α., μεταφορικά και για τον ανοιχτόχρωμο άνθρωπο.
Από το σλαβικό bělú «λευκός». Παρόμοιες λέξεις και στα αρβανίτικα και στα βλάχικα.

Μπερδέσης
Από το δημωδ. μπερδέσης, ο μπερδευτής, αυτός που μπερδεύει.
Μπερδεύω<μσν. εμπερδεύω<εμπεριδένω `δένω μέσα κι έξω΄<εν + αρχ. περιδέω.

Μπεντενιώτης
Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από χωριό Μπεντένι.
Χωριά με αυτό το όνομα υπάρχουν στο ν.Ηλείας μετονομασμένο ως Πεύκη, στην Αρκαδία-Σκοπή.

Μπερεκέτης
(λογ.εξελλ.-Βερεκέτης) - Από το ν.ε. μπερεκέτι «αφθονία», και με τη σειρά
του από το τουρκ. bereket με την ίδια σημασία.

Μπερμπάτης
Από το τουρκ. berbat, ο ρυπαρός, ακάθαρτος, χαλασμένος.

Μπίκος- Από το ν.ε. ουσ. μπίκος ο. τσάπα, <βεν. pico.

Μπίμπασης- Από το τουρκ.binbasi “ο ταγματάρχης”.

Μπίμπικας
Από το διαλεκτικό (Κρήτη) , μπίμπικα, που δηλώνει το ράμφος, τη μύτη,
Μπινιάρης- Από το παλαιοτ.ελλ. μπινιαρης-δίδυμος, λατ.bunarius.
Μπίρης- Από το αρβαν. μbιρ-ι, ο γιός.

Μπίρμπας
Από το ιδιωμ. (Σύρος, κ.α.) , μπίρμπος/μπιρμπάντης, ο παλιάνθρωπος, <βενετ. birba.

Μπιρμπίλης- Από το λαικτρ. μπιρμπίλι, το αηδόνι, <τουρκ. bülbül>

Μπλάνας- Ίσως από το αρβ. blanë-a, σημάδι στο σώμα από πληγή ή αρρώστια.

Μπλέτσας
Από το ιδιωμ. (Ήπειρ.) , μπλέτσας/μπλετσάρης, γυμνός, πρβλ. μπλετσοπόδαρος-ξυπόλητος.<σλαβ.ples.

Μπόζης Από το παλαιοτ.ελλ. μπόζης-φαιός, σταχτύς, <τουρκ.boz (Λ.Μ)

Μποϊλής Ο ψηλός, από τη λέξη μπόι (ύψος) και το παραγωγικό επίθημα –λής (τουρκ. -li) .

Μπόκος-Είδος πιθαριού, <διαλεκτ. ιταλ. bocco>

Μπομπότας
Από το ν.ε. μπομπότα, το αλεύρι που προέρχεται από άλεσμα αραβόσιτου, <βεν.bobota>

Μπονάτσος
Από το διαλεκτ.μπουνάτσα (Αγιασ.) , τύπος ανδρικής βράκας χωρίς
πτυχώσεις, χωρίς ”κύματα”, μεταφ. αφού μπουνάτσα δηλώνει και τη
νηνεμία<βενετ.bonazza>

Μπότης
Από το προσηγ. μπότης (και μπότι) , μικρό δοχείο για νερό, από το μεσν.
εμπότης (σημ.Χίος) .
Αλλά και υποκοριστική μορφή του βαφτ. Παναγιώτης στη βόρεια Ελλάδα.

Μπουγάς- Από το τουρκ. boga, ταύρος.

Μπούζας
Από το αρβ. buzës-χειλάς. Το προσηγ.μπούζα (χείλος) εμφανίζεται και σαν
δάνειο στην ηπειρ. διαλ.

Μπούκουρας- Από το αρβαν. bukur, ο όμορφος.

Μπούμπουρας-Από το ν.ε. μπούμπουρας=είδος άγριας μέλισσας<ηχομιμητ.

Μπουντούρης/Βουδούρης- Από το τουρκ. bodur, κοντός, μικροκαμωμένος.

Μπουραζάνης
Από το ηπειρ. μπουραζάνα «είδος παντελονιού» σχετικό με το παντελόνι των
Τούρκων σαλπιγκτών (borazan=σαλπιγκτής) .

Μπούρας- Από το αρβαν. burrë-i «ο άντρας, ο γενναίος».

Μπουρνάζος- Από το τουρκ. burnaz, μυταράς.

Μπούτσικας
Στο κεφαλλ. ιδίωμα, μπούτσικα λέγεται ένα είδος παπουτσιών χαμηλών από κακής ποιότητας χοντρού δέρματος.

Μπουτσιούκος- Από το τουρκ.buçuk, ο μισός.

Μπρούμας- Από το αρομ.bruma “πάγος, λευκός”, <λατ.bruma, ο χειμώνας.

Συνεχίζεται.

Ευχαριστώ.
2015-07-21 20:35
Φίλοι μου καλησπέρα σας.

Συνεχίζω το θέμα με το γραμμα...

Ν

Ναλμπάντης- Από το τουρκ. nalbant, ο πεταλωτής.

Νάτσιος
Απο την καταγεγραμμένη μορφή του βαφτ. Αθανάσιος στα βορειοελλαδικά
ιδιώματα (Σιάτιστα, Καταφύγι, Βελβεντό κ.α.) . Αθανάσιος>Νάσιος>Νάτσιος.

Νεγρεπόντης
Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από το Νεγρεπόντε, η Εύβοια στα χρόνια
της Φραγκοκρατίας. Παρετυμολογικά από το τοπικό όνομα για ολόκληρη την
Εύβοια, Έγριπος, Εύριπος, ο στενότερος πορθμός του Ευβοικού κόλπου, στη Χαλκίδα.

Νιάκαρης,νιάκαρα
Τύμπανα ή κρόταλα, «σάλπιγγες με τσι νιάκαρες»
(Ερωτόκρ. Β́ 230) , <βεν.Gnacara>

Νιάρχος
Από το σπάνιο βαφτιστικό Νέαρχος, όνομα αγίου που γιορτάζει στις 22 Απριλίου, <νε (ο) +-άρχος (άρχω)

Νιώτης
Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από το νησί Ίος (Νιός) .

Νομικός
Στα επώνυμα χρησιμοποιείται η έννοια που έχει σαν εκκλησιαστικός κατώτερος
αξιωματούχος.

Νόμπελος
Ευγενής· ευπατρίδης:άρχοντες και νόμπελους μεγάλους. [<ιταλ.nobile]

Νοτάριος-ή νοτάρης, ο γραμματικός, βυζ.αξιωμ. <λατ.Notarius>

Νούτσος
Από το βαφτ. Νούτσος συγκεκομμένος τύπος του Γιαννούτσος<Γιάννης +υποκορ. καταλ. –ούτσος (ιταλ.-uccio και –uzzo)

Νταβατζής-ο προστάτης<τουρκ. dâvacι.

Νταβέλης
Από το βλάχ.daveli«όνομα που δίνεται σε ασπρόμαυρο σκύλο».
Όνομα γνωστού Αρβανιτόβλαχου ληστή της Αττικής του 19ουαιώνα.

Νταγιαντάς
Από το ν.ε. νταγιαντώ= υπομένω, αντέχω< τουρκ. dayand.

Ντάγκας
Ίσως σχετικό με το τουρκ. dag=βουνό.{ΗΠΟΙΚ}

Νταγκλής
Ο βουνίσιος, τουρκ. dag (βουνό) και κατ. –li.

Νταϊφάς/Ταϊφάς
Από το τουρκ. taife, ομάδα, σωματείο, κλέφτικη συμμορία.

Ντάλας
Από το τουρκ. dal, γυμνός.

Νταλιάνης (Δαλιάνης)
Από το ν.ε. νταλιάνι «είδος διχτυού», <τουρκ.dalyan «μεγάλο δίχτυ ψαριών».

Ντάφλας/Ντάφλης
Κυρίως μητρωνυμικά, από το βαφτ. Νταφλώ<υποκορ. του Τριανταφυλλιά, ή
από το αρσ. Βαφτ. Ντάφλας <υποκορ. μορφή του Τριαντάφυλλος.>

Ντελής
Σύνηθες πρώτο συνθετικό σε πολλά ελληνικά επίθετα, έχοντας την έννοια
του τρελού, του θρασύ (Δεληγιάννης, Ντελής κ.α.) . Από το τουρκ. deli,
τρελός.

Ντεμίρης
Από το τουρκ.demir “το σίδερο, ο σιδερένιος”, την ίδια καταγωγή και τα επών.Δεμερτζής

Ντέπος
Από την καταγεγραμμένη μορφή του θηλ. βαφτ. Δέσποινα-Δέσπω>
Ντέσπω>Ντέπω.
Η μορφή απαντάται στα βορειοελλαδικά ιδιώματα (π.χ. Βελβεντό) .

Ντερτιλής
Από το τουρκ. dertli, ο βασανισμένος, αυτός που έχει ντέρτι.

Ντόκος
Από το τουρκ. dok, ο χορτάτος.

Ντόνας
Από την καταγεγραμμένη μορφή του βαφτ. Αντώνης>μεγενθ. Αντώνας> Ντώνας (Ντόνας).
Πάρα πολλά δισύλλαβα επίθετα Ελλήνων είναι από τέτοιες υποκοριστικές
μορφές συνηθισμένων βαφτιστικών.

Ντόριζας/Δόριζας
Αρβαν. επώνυμο ίσως από το αρβ. dorë-a, το χέρι, με την υποκορ. κατάλ.
dorëza, μικροχέρης σύμφωνα με τον Μπίρη (Αρβανίτες …σελ.200) .

Ντούμας/Δούμας
Από το βαφτ.Ντούμας, μορφή του Δημήτριος, κυρίως από Βλάχους.
Δούμας <Ντούμας, με λόγιο εξελλ.>

Ντούνης (Ντουνάκης)
Το επώνυμο ίσως σχετίζεται με το τουρκ. (οθωμ) -dûnμίζερος, ασήμαντος.

Ντουνιάς/Δουνιάς
Από το τουρκ. dunya, κόσμος, γή.

Ντουντούνης
Από το τουρκ.tütün “o καπνός”.

Ντούσκος
Από το αρβ.dushk-u «βαλανιδιά».

Νύσταζος
Αυτός που δεν είναι δραστήριος, ο κοιμισμένος.

Συνεχίζεται.

Ευχαριστώ.
2015-08-10 20:55
Παράθεση:
Αρχική Δημοσίευση από AVATARGR-1 Εμφάνιση μηνυμάτων

Ντουντούνης
Από το τουρκ.tütün “o καπνός”.
έχω την εντύπωση ότι ο καπνός στα τούρκικα είναι duman, εξ'ου και το <ντουμάνι>
2015-08-21 20:24
Φίλοι μου καλησπέρα σας.

Φίλε μου Raistlin σωστή η ερώτησή σου.....
Από κάποια στοιχεία που έχω στα κιτάπια μου στα παραθέτω ....

tütün - καπνός....
duman - καταχνιά....


Το ντουμάνι που λέμε και εμείς (τουρκικό κατάλοιπο) που όταν μπαίνουμε κάπου
και βλέπουμε καπνό είναι η καταχνιά ντουμάνι....

Ευχαριστώ.
2015-09-08 18:19
Φίλοι μου καλησπέρα σας.

Συνεχίζω το θέμα με το γράμμα....

Ξ

Ξεπαπαδάκος
Επώνυμο από παρατσούκλι που δινόταν σε ανθρώπους οι οποίοι έπαβαν να
φέρουν το ιερατικό σχήμα, έπαβαν να είναι παπάδες, «ξεπαπάδες».

Ξηρός
Από τη λέξη ξηρός, ξερός, ο μη έχων υγρασία-νερό.
Για ανθρώπους ο τραχύς, σκληρός. Ως επώνυμο ήδη από τον 12ο αιώνα,
Ξηρός Ιωάννης, αξιωματούχος του Βυζαντίου.

Ξηροτύρης
ξηροτύρι, ξερό (στεγνό ή σκληρό) τυρί, ξηρός + ουσ. τυρί.

Ξυπολιάς/Ξυπολιτάς
Από τις ιδιωμ. παραλλαγές του ξυπόλητος, ο ανυπόδητος, < σν. ξυπόλυτος < εξυπόλυτος.

Ξυρίσης
Από το ρήμα ξυρίζώ, στον μέλλ.τρίτ.προσ. ξυρίσει, καθόλου ασυνήθιστο να
σχηματίζονται επώνυμα από τύπους ρημάτων,
Ξεσφίγγης, και εισαγωγή «Ελληνικά επίθετα (Α-Λ) -ετυμολογία».

Ξωμερίτης
Από το δημωδ. ξωμερίτης, ο εξωμερίτης, ο έλθων από έξω μέρη, ξενοτοπίτης.

Ο

Οικονόμου (Οικονομόπουλος, Οικονομάκης κ.ο.κ.)
Συχνότατο ελληνικό επώνυμο, κυρίως λόγω της σημασίας της λέξης
οικονόμος ως εκκλησιαστικός αξιωματούχος, κληρικός, υπεύθυνος κυρίως για
την οικονομική διαχείριση εκκλησίας ή μοναστηριού.

Συνεχίζεται...

Ευχαριστώ.
2015-09-23 20:50
Φίλοι μου καλησπέρα σας.

Συνεχίζω το θέμα με το γράμμα...

Π

Παβούρης
Στη Χίο, παβούρι ο θαλάσσιος κάβουρας, ο μαλλιαρός.

Παγανός
Από το μεσν. και δημωδ. παγάνος, ο πολίτης, αντίθ. ο στρατιωτικός,
σύμφωνα με το Λεξ.Σουΐδα, «παγάνος, αστράτευτος».
Ως επώνυμο τουλάχιστον, από τον 13ο αιώνα σε Λήμνο, Χαλκιδική, Μεθώνη
κτλ. Σύμφωνα με το μεσαιωνικό λεξικό του Εμ. Κριαρά η λέξη δηλώνει τον
αλλόθρησκο.
Σύμφωνα με το Λεξ. Τριανταφυλλίδη η λέξη “παγανός” δηλώνει τον
καλικάντζαρο, ενώ η λέξη προέρχεται απο το ελληνιστικό παγανός
(ο ειδωλολάτρης, ο αγρότης, ο αγροίκος) , το οποίο με τη σειρά του
προέρχεται απο το λατινικό “paganus”>”pagus” που δήλωνε την ύπαιθρο, ή το χωριό.

Παγδατής
Ίσως σχετίζεται με το μσν. βαγδάτιν, «ιμάτιον βαγδάτιν», < ύφασμα από τη Βαγδάτη.

Πάγκαλος
Από το μεσν. πάγκαλος, υπερθ.παγκάλλιστος,
1) ο πάρα πολύ ωραίος, πανέμορφος,
2) ο πάρα πολύ ενάρετος, έντιμος, ηθικός, < αρχ. επίθ. πάγκαλος>.
Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα, σε Θεσσ/κη, Κύπρο, Τραπεζούντα, Σέρρες, Χαλκιδική, κτλ.

Παγκράτης
Από την αρχ. λέξη παγκρατής, ο παντοδύναμος, πανίσχυρος, και όνομα
αγίου, χρησιμοποιούμενο και ως βαφτιστικό.
Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα ως Παγκράτης και Παγκράτιος,
στην Τραπεζούντα, Κύπρο, Πόλη, Κρήτη κτλ.

Παδιώτης
Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από το χωριό Πάδη, ν.Καρδίτσας.

Πάζης
ίσως από πάζι, είδος τεύτλου·παντζάρι, <τουρκ. pazi>

Παλάβρας-Παλαύρας
Από το δημωδ. παλάβρα, ανόητος λόγος, κομπορρημοσύνη,
< ισπαν. palavra `λέξη΄<λατ. parabola<ελνστ. παραβολή.>

Παλαιολόγος
Από το μτγν.ρημ.παλαιολογώ, λέω, ομιλώ περί αρχαίων-παλαιών πραγμάτων. Επώνυμο της τελευταίας δυναστείας του Βυζαντίου.
Συνηθέστατο επώνυμο σήμερα, κύριως λόγω της χρησιμοποίησης του
«Παλαιολόγος» ως βαφτιστικού, όπως έγινε και με το Κομνηνός, Δούκας,
Ράλλης (Ραλλού) , Δούκας (Δούκισσα) , Βάρδας κτλ.

Παλαμήδας
παλαμίδα<μσν.παλαμίδα < ελνστ.Παλαμίς<αρχ.πηλαμύς>.

Παλιούρης παλιουρή η.
φράχτης ή περίφραξη από παλιούρια, <μτγν. ουσ. παλιουρέα>

Παλιούρος- ο· πάλουρος.
Είδος αγκαθωτού θάμνου (παλιούρι) , αρχ. ουσ. παλίουρος.

Πάλλας/ – Από το ν.ε. πάλλα, <τουρκ. pala, σπαθί.
Παλλάς, Παλλάδιον, παν-λαική > παλλαϊκή, χαρά + λαός

Παλούμπης
Από το αρβαν. pëllumb, το περιστέρι, από το λατινικό palumba, palumbus.

Παμπούκης
Από το τουρκ. pambuk, μπαμπάκι.

Πανέτσος
Επών. από το βαφτ.Πανέτσος, υποκορ. του Πάνος<Παναγιώτης, συν την
κατάληξη –έτσος<ιταλ. –ezzo., πρβλ.Γιαννέτσος, Κωστέτσος κτλ.

Παννάς
Ο πωλητής πανιών (τα πανιά) , υφάσματα. Η κατάληξη –άς συνήθως δηλώνει επάγγελμα.

Πάντος/Παντίδης/Παντούδης/Παντούλης
Από το υποκορ. του βαφτ. Παντελής.

Παντούρης- πανδούρα η· μαντούρα· παντούρα.
είδος μουσικού οργάνου. ουσ. πανδούρα.

Παξινός
Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από τους Παξούς, Ιόνιο πέλαγος.

Παπατρέχας
Από το δημωδ. παπατρέχας, ο παπάς που διαβάζει γρήγορα τις ακολουθίες,
και γενικ. χαρακτηρισμός κάποιου που κάνει πράγματα γρήγορα χωρίς την
προσοχή που πρέπει.

Παπαχελάς
Από το σύνηθες πρώτο συνθετικό παπάς, και το χελάς, ο ψαράς ή πωλητής
χελιών. <μσν. χέλι < αρχ.ἐγχέλειον>.
Η κατάληξη –άς, από το ελνστ. επίθημα -ᾶς, δηλώνει το πρόσωπο που το
επάγγελμά του είναι σχετικό με αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη,
φτιάχνει ή πουλάει αυτός που φανερώνει η πρώτη λέξη, πρβλ. γάλα-γαλατάς,
ψωμί-ψωμάς, ελνστ. χαρκωματ-ᾶς `χαλκωματάς΄ κτλ.

Παπούλιας
Από το δημωδ. παπούλιας-παπούλης, υποκορ.του παππούς, και ο γέρος
ιερέας. Οι κατάλ. –ούλης/-ούλιας, συνηθέστατες σε επώνυμα, προέρχεται από
το μσν. επίθημα -ούλι (ν) .
Σε επώνυμα η κατάλ.-ούλης τουλάχιστον από τον 13οαιώνα,
πρβλ.Σακκούλης, Γιαννούλης (1402-Κρήτη) , Φωτούλης (1318-Στρυμών) ,
Καρδούλης (1303-Χαλκιδική) κτλ. Σήμερα βλ.Γιαννούλης-Γιαννούλιας,
Φωτούλης- Φωτούλιας, κτλ

Παπουτσής- παπουτσής, υποδηματοποιός, τσαγκάρης, <τουρ. papuccu.>

Παρίσης
Από το βαφτ., κυρίως στη βόρεια Ελλάδα, Παρίσης, <Κυπαρίσσης, από την
ευχή-να γίνει ψηλός σαν κυπαρίσσσι, όπως Πολύζος-να έχει πολυζωΐα,
Πολυζώης-το ίδιο, Ρίζος-να ριζώσει, Στέριος-να στεριώσει, κτλ.

Παρλάκης- Από το τουρκ. parlak, έξυπνος.

Πασπαλιάρης
Από το πασπαλιάρης «ο υπηρέτης του μύλου που πασπαλεύει το αλεύρι», από
το πασπάλη<αρχ. πασπάλη και την λατινογενή κατάληξη –άρης< μσν –άριος< λατ. arius.

Πατακός
Από το ιδιωμ. (Κρήτη) , πατακός, πατακιός, ο μικρόσωμος, ο άσχημος, αρχ. πάταικος.

Πατακός
Διαλεκ. λέξη που χρησιμοποιείται στην Κρήτη ως περίπαιγμα μικρόσωμων και δύσμορφων ανθτώπων.

Πατατούκας
Από το ν.ε. πατατούκα, είδος χοντρού και κοντού αντρικού παλτού.
<βεν. patatuc (o) -α κατά τη λ. κάπα (αρχικά για ναυτικούς) .

Πατέλης
Από το διαλεκτ. πατέλης, πατελάρος=φαλακρός. Σύμφωνα με τον
Καραποτόσογλου προερχ. από το λατ.patella υποκοριστικό του pateo, είμαι ανοιχτός.

Πατούχας
Από το ιδιωμ. πατούχας, αυτός που έχει μεγάλες πατούσες.

Πατρώνης
Από το ν.ε. Πάτρωνας <αφέντης> πατρώνα «αφέντισσα» <ιταλ. padrone “κύριος, άρχοντας”.

Πατσός/Πατσουρός-ης/Πατσούρας
Από το δημωδ. πατσός, ο σιμός, ο πλακουτσομύτης, πατσομύτης.

Παφύλλης
Από το ν.ε. παφύλλι, υποκορ. του πάφυλλας< συμφ. τουρκ. pafta
(μικρή μετταλική πλάκα) και του πληθ. φύλλα.
Η λέξη από τα ελληνικά και στα βλαχ. pafil “o λευκοσίδηρος”.

Συνεχίζεται...

Ευχαριστώ.
2015-10-10 17:53
Φίλοι μου καλησπέρα σας.

Συνεχίζω το θέμα με το γράμμα...
Π

Πελεκίδης
Από το ν.ε. πελέκι< μεσν. πελέκιον<αρχ. πέλεκυς και αρχ. πατρων. Καταλ. –ίδης.

Πέπανος
Από το αρχ & μεσν πέπανος και πεπανός, ο ώριμος, τρυφερός και μαλακός, «-και συναγρίδα πεπανή, ω θε μου, μαγειρία».
Ως επώνυμο αναφέρεται, τουλάχιστον, τον 13ο αιώνα σε Πόλη, Σέρρες,
Χαλκιδική, Φιλαδέλφεια, Λέρος, κτλ.. Πέπανος (Αντώνιος) και Πατρινός
ολυμπιονίκης του 1896.

Πεπονής
ν.ε. πεπόνι<μσν.πεπόνι< ελνστ.πεπόνιον υποκορ. του αρχ. (σίκυος) πέπων `αγγούρι ώριμο΄.

Περγούλης
Από το προσηγ. περγούλια “η κληματαριά”, <μσν.πέργουλο<λατ. pergula.

Περπέρης/Περπερίδης
Από το δημώδ. περπέρα, η φλύαρη γυναίκα, και περπέρης. <ελνστ. πέρπερος,
ο κενόδοξος, ψευδολόγος, ο φαντασμένος.

Περισσάκης
Από το μσν. & δημωδ. περισσός, και περίσσιος, ο πλεονάζων, ο υπερβολικός.
Η κατάληξη –άκης, συνηθέστερη στην Κρήτη.

Περτσέλης/Περτσελάκης
Από το ιδιωμ. (Λήμν.) περτσελό, το πρόβατος με πολλά χρώματα, και
περτσούλα η φακίδα, περτσλιάρης ο φακιδιάρης.Λογικά σχετικό με το
‘παρδαλός’ με περίπου την ίδια έννοια.

Πετιμεζάς/Πετμεζάς
Επίθετο φημισμένου Καλαβρυτινού αγωνιστή της Επανάστασης.Από το ν.ε. πετιμέζι & πετμέζι
1. πολύ γλυκό και παχύρρευστο υγρό που παρασκευάζεται κυρίως από το βράσιμο του μούστου.
2. (μτφ.) οτιδήποτε έχει υπερβολικά γλυκιά γεύση: ~ τον έκανες τον καφέ. <τουρκ. pekmez -ι> .

Πίβουλος
Από το δημωδ. πίβουλος, ο επίβουλος, ο δόλιος και πανούργος.
(Επιβουλεύεται)

Πιγκέρνης
Από το μεσν. πιγκέρνης, ο επικέρνης, ο οινοχόος.
Επώνυμο βυζαντινής οικογένειας, και τοπωνύμιο σε Αττική και Αρκαδία,
Πιγκέρνι ή σωστότερα Πιγκέρνη (του) .

Πιέρρος/Πιερρίδης/Περρής/Πιερράκος
Επώνυμο από το βαφτ. Πιέρος, μορφή του “Πέτρος” ύστερα απο φράγκικη επιρροή.

Πιπέρης
από το μπαχαρικό πιπέρι, μσν.πιπέρι (ον) υποκορ. του ελνστ.πίπερι
παράλλ. τ. του αρχ.πέπερι (ανατολ. προέλ.)

Πιπιλής/Πιπίλας
Από το δημωδ. ρήμα πιπιλίζω-πιπιλώ, πιπιλής αυτός που πιπιλίζει. Όπως έχουμε
αναφέρει ξανά, δεν είναι καθόλου σπάνιο να σχηματίζονται επώνυμα από
απλούς τύπους ρημάτων, πολλές φορές από το τρίτο ενικό πρόσωπο
ενεστώτα, πρβλ.
Αγρεύης (αγριεύει) , Ασημώνης (ασημώνει) , Βουλώνεις (βουλώνει) ,
Γαργαλής (γαργαλεί) , Γουρλώνης (γουρλώνει) , Δένης (δένει) , Κακιώνης
(κακιώνει) , Κατέχης (κατέχει) , Κολώνης (κωλώνει) , Κουμαντάρης-
Κουμανταράκης (κουμαντάρει) , Κουτσοπίνης (κουτσοπίνει) , Κρυώνης
(κρυώνει) , κτλ βλ. εισαγωγή «Ελληνικά επίθετα (Α-Λ) -ετυμολογία», σχόλια Ανδριώτη.


Πιπίνης
Μητρωνυμικό από το βαφτ. Πιπίνη, υποκορ. του Δεσποίνη<Δέσποινα.
Τη μορφή αυτή συνάντησα στις πηγές για την διάλεκτο των Σαράντα
Εκκλησιών της ανατολικής Θράκης, προ των ανταλλαγών, δεν αποκλείεται να
εμφανίζεται και σε άλλες περιοχές.

Πιστικός/Μπίστικος
Από το δημωδ. πιστικός-μπιστικός, ο μισθωτός βοσκός, έμπιστος συν την
κατάλ. –ικός., < μσν. μπιστικός (στη νέα σημ.) < ελνστ. πιστικός `πιστός, έμπιστος΄.

Πιτσούνης/Πίτσουνας Από το ν.ε. πιτσούνι< ιταλ. piccion (e) .

Πιττάρης Στη Χίο πιττάρι λέγεται το χονδρό μαστίχι, μικρή πίττα μαστίχας.

Πλέστης- Από το αρβαν. πλjεσhτι, ψύλλος.

Πλώτας/Πλότας- Από το αρβαν.plotë, ο γεμάτος, απόλυτος, και ο σωστός.

Ποκάρης
Από το δημωδ. ποκάρι, η ποσότητα του μαλλιού που προέρχεται από το
κούρεμα προβάτου, ίσως το επώνυμο με την έννοια του μαλλιαρού, ή του
εμπόρου ποκαριού.

Πολυκανδριώτης
Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από τη νήσο Πολύκανδρο, η Φολέγανδρος.

Πορτοκάλης- Πορτοκάλι<ιταλ. portogallo>

Πουλακίδας
Από το δημώδ. πουκακίδα, η πουλάδα, η μικρή κότα, υποκορ. του πουλιού. )

Πουλίκας
Μητρωνυμικό από το υποκορ. τύπο του βαφτ. Πούλια-Πουλίκα.

Πουλίτσας- Από το μεσν. πουλίτσι, πουλάκι.

Πουρνάρας- Από το ν.ε. πουρνάρι < μσν. *πουρνάριον < *πιρνάριον>

Πράπας
Από το αρβαν. πράπε, ο ανάποδος (μτφ) , ο κακός άνθρωπος.

Πρασάς
Αυτός που εμπορεύεται ή παράγει πράσα. πράσο+καταλ. –άς, όπως λαχανάς, ψωμάς, λαδάς κτλ.

Πράτσικας Από το σλαβ.pracka, βέργα.

Πρέντζας
Από το κεφαλλ. ιδιωμ. πρέντζα, το τυρί που τοποθετείται μέσα σε ασκό, σε
άλλες περιοχές της Ελλάδας συναντιέται ως ασκοτύρι, τουλουμοτύρι και αυτός
ο ασκός πρεντζάσκι.

Πρέκας/Πρέκκας
Από το ν.ε. διαλεκτ. πρέκι, οριζόντιος δοκός που τοποθετείται στο πάνω
μέρος της πόρτας ή του παραθύρου, για να στηρίζει τον τοίχο από πάνω,
μεσν. πριέκιον. Το επώνυμο εμφανίζεται κυρίως στα Δωδεκάνησα
(Ρόδος, Κως, κτλ) , Κυκλαδες (Σαντορίνη, Αμοργός κτλ) . (Λ.Μ) , πρβλ. το ομόσημο επων. Γκλαβάνης-γκλαβάνι (σλαβ.αρχής) .

Πρέπος
Μητρων. επώνυμο από το σπάνιο θηλ. βαφτιστικό Πρέπω (από τη λέξη “πρέπει”) ,
χρησιμοποιούμενο στη βόρεια Ελλάδα.

Πρίσκας
Από το ιδιωμ. (Αχαΐα, Ηλεία κτλ) , πρίσκα, η (πρησμένη) κοιλιά, και πρίσκας ο
κοίλιαρης, ο κοιλάρας, ο μπάκας.<μεσν. πρήσκω<αρχ. πρήθω.

Πρυόβολος (Πρυοβολάκης)
Από το ουσ. πρυόβολο, ο πυρίτης λίθος, η τσακμακόπετρα.{ΓΚΕ}

Πρωτόπαπας
Ο πρωτοπρεσβύτερος. [μσν. πρωτοπαπάς < πρωτο- + παπάς και μετακ. τόνου
κατά τα άλλα

Πρωτοψάλτης
Ο επικεφαλής των ψαλτών μιας εκκλησίας, μσν. πρωτοψάλτης < πρωτο- + ψάλτης>

Πυλαρινός
Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από την περιοχή Πύλαρος της Κεφαλλονιάς,
από τις πιο ορεινές στο ΒΑ τμήμα του νησιού.
Κυριώτεροι οικισμοί τα Μακριώτικα και η Αγ.Ευφημία.

Πυργάκης/Πυργόπουλος/Πυργούσης/Πυργούδης
Από το παλαιότερο βαφτιστικό Πύργος, <προσηγ.πύργος. Και θηλ. Πυργού.

Πωρικός
Από το μεσν/δημωδ. πωρικό, αλλιώς το φρούτο, λόγια οπωρικό.< ελνστ. επιθ. ὀπωρικός >

Ευχαριστώ.