Ο Δαμασκηνός έμεινε μόνος του, προβληματισμένος στο δωμάτιο. Η πρώτη γνωριμία του με τον Ηγούμενο του απέδειξε πως αλλιώς τον είχαν περιγράψει και αλλιώς τον βρήκε εκείνος. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν – ή τουλάχιστον δεν παρουσιάστηκε έτσι – αυστηρός και απρόθυμος. Στην τελική, ο οποιοσδήποτε θα αισθανόταν άσχημα να υποβάλλεται σε επιτήρηση παρά τη θέλησή του. Ίσως θα έπρεπε οι εκκλησιαστικές αρχές να μην ήταν τόσο αυστηρές σε εκείνη την επιστολή, που από ότι είδε ο νεαρός Αρχιμανδρίτης, σε ορισμένα σημεία άγγιζε τα όρια του απαξιωτικού.
Τις σκέψεις του τις διέκοψε ένα μουρμουρητό που ακούστηκε από έξω, λες και πολλές φωνές μαζί έψελναν δυνατά μια φράση και μετά, απότομα, σιώπησαν. «Ότι σε αινούσιν οι δυνάμεις των ουρανών» ακούστηκε μέσα στο δωμάτιο και ο Δαμασκηνός γυρίζοντας είδε ένα μικρό δόκιμο που αθόρυβα είχε ανοίξει την πόρτα και είχε μπει στο δωμάτιο, όσο εκείνος προσπαθούσε να ακούσει από πού έρχονταν οι φωνές.
«Συνηθίζουμε να ψάλλουμε αυτό τον ύμνο ανά μία ώρα» είπε ο δόκιμος και έσπευσε να φιλήσει το χέρι του Δαμασκηνού. «Είμαι ο Θεόδουλος και ο Ηγούμενος μου έβαλε υπακοή να είμαι υποτακτικός σας όσο καιρό θα είστε εδώ». Ο Δαμασκηνός κοίταξε το νεαρό αγόρι που δεν έδειχνε να είναι πάνω από δεκαπέντε ετών. Ψηλό, αμούστακο παιδί, με μεγάλα κατάμαυρα μάτια και χλωμό πρόσωπο, στεκόταν σε στάση προσοχής μπροστά στον Αρχιμανδρίτη, τόσο που ο Δαμασκηνός αναγκάστηκε να τον παρακαλέσει να καθίσει σε μια καρέκλα δίπλα του.
«Λοιπόν, Θεόδουλε, πρέπει να γνωρίσω τον υποτακτικό μου φαντάζομαι, οπότε πες μου για σένα». Ο νεαρός φαινόταν πως είχε όρεξη για κουβέντα, απλά χρειαζόταν λίγη ώθηση.
« Το κατά κόσμον όνομά μου είναι Αντώνης. Δεν ξέρω από πού είμαι ούτε ποιοι είναι οι γονείς μου, γιατί μεγάλωσα σε ορφανοτροφείο της Εκκλησίας στη Θεσσαλονίκη. Μια φορά που μας είχε επισκεφτεί ο Ηγούμενος, μου μίλησε με τόση αγάπη μόλις έμαθε την ιστορία μου, που αμέσως ζήτησα να με πάρουν ως δόκιμο στη Μονή. Μου είχε περιγράψει πόσο ωραία είναι εδώ πάνω, αλλά όταν ήρθα κατάλαβα πως τα λόγια του δεν μπορούσαν να περιγράψουν τόση ομορφιά. Βέβαια, τους πέτυχα σε δυσάρεστη στιγμή, μόλις είχε πεθάνει ένας νεαρός μοναχός και ήταν όλοι θλιμμένοι, αλλά και πάλι υπήρχε τόση γλύκα μέσα στην τόση θλίψη. Έμεινα εδώ, λοιπόν και έκανα διάφορα θελήματα και υπακοές. Πιστεύω πως είμαι καλός, γιατί ο Ηγούμενος μου είπε πως δεν θα αργήσει η χειροτονία μου. Μάλιστα μου είπε πως θα χειροτονηθώ αμέσως μόλις τελειώσουν οι δουλειές που έχετε να κάνετε εδώ» είπε το παιδί και τα μάτια του έλαμπαν. Ο Δαμασκηνός συγκινήθηκε από το ζήλο του παιδιού και του έδωσε την ευχή του, μαζί με κάποιες συμβουλές που ο νεαρός άκουσε αχόρταγα, κοιτάζοντας τον Αρχιμανδρίτη κατάματα, λες και αν δεν τον κοιτούσε δεν θα μπορούσε να ακούσει τα πάντα από όσα του έλεγε.
Λίγη ώρα μετά, ο Θεόδουλος οδήγησε το Δαμασκηνό στο κελί του, που βρισκόταν σε ένα ξεχωριστό κτίριο στο βορινό τμήμα της Μονής, ακριβώς πίσω από το Ιερό του Ναού των Αγγέλων. Τον βοήθησε να τακτοποιήσει τα λιγοστά του πράγματα, του εξήγησε το πρόγραμμα που κάθε μοναχός ακολουθούσε και έπειτα κατέβηκαν μαζί να προσκυνήσουν το ναό, εκεί που ο Δαμασκηνός πήρε μια πρώτη μεγάλη έκπληξη καθώς άνοιξε την πόρτα.
Τις σκέψεις του τις διέκοψε ένα μουρμουρητό που ακούστηκε από έξω, λες και πολλές φωνές μαζί έψελναν δυνατά μια φράση και μετά, απότομα, σιώπησαν. «Ότι σε αινούσιν οι δυνάμεις των ουρανών» ακούστηκε μέσα στο δωμάτιο και ο Δαμασκηνός γυρίζοντας είδε ένα μικρό δόκιμο που αθόρυβα είχε ανοίξει την πόρτα και είχε μπει στο δωμάτιο, όσο εκείνος προσπαθούσε να ακούσει από πού έρχονταν οι φωνές.
«Συνηθίζουμε να ψάλλουμε αυτό τον ύμνο ανά μία ώρα» είπε ο δόκιμος και έσπευσε να φιλήσει το χέρι του Δαμασκηνού. «Είμαι ο Θεόδουλος και ο Ηγούμενος μου έβαλε υπακοή να είμαι υποτακτικός σας όσο καιρό θα είστε εδώ». Ο Δαμασκηνός κοίταξε το νεαρό αγόρι που δεν έδειχνε να είναι πάνω από δεκαπέντε ετών. Ψηλό, αμούστακο παιδί, με μεγάλα κατάμαυρα μάτια και χλωμό πρόσωπο, στεκόταν σε στάση προσοχής μπροστά στον Αρχιμανδρίτη, τόσο που ο Δαμασκηνός αναγκάστηκε να τον παρακαλέσει να καθίσει σε μια καρέκλα δίπλα του.
«Λοιπόν, Θεόδουλε, πρέπει να γνωρίσω τον υποτακτικό μου φαντάζομαι, οπότε πες μου για σένα». Ο νεαρός φαινόταν πως είχε όρεξη για κουβέντα, απλά χρειαζόταν λίγη ώθηση.
« Το κατά κόσμον όνομά μου είναι Αντώνης. Δεν ξέρω από πού είμαι ούτε ποιοι είναι οι γονείς μου, γιατί μεγάλωσα σε ορφανοτροφείο της Εκκλησίας στη Θεσσαλονίκη. Μια φορά που μας είχε επισκεφτεί ο Ηγούμενος, μου μίλησε με τόση αγάπη μόλις έμαθε την ιστορία μου, που αμέσως ζήτησα να με πάρουν ως δόκιμο στη Μονή. Μου είχε περιγράψει πόσο ωραία είναι εδώ πάνω, αλλά όταν ήρθα κατάλαβα πως τα λόγια του δεν μπορούσαν να περιγράψουν τόση ομορφιά. Βέβαια, τους πέτυχα σε δυσάρεστη στιγμή, μόλις είχε πεθάνει ένας νεαρός μοναχός και ήταν όλοι θλιμμένοι, αλλά και πάλι υπήρχε τόση γλύκα μέσα στην τόση θλίψη. Έμεινα εδώ, λοιπόν και έκανα διάφορα θελήματα και υπακοές. Πιστεύω πως είμαι καλός, γιατί ο Ηγούμενος μου είπε πως δεν θα αργήσει η χειροτονία μου. Μάλιστα μου είπε πως θα χειροτονηθώ αμέσως μόλις τελειώσουν οι δουλειές που έχετε να κάνετε εδώ» είπε το παιδί και τα μάτια του έλαμπαν. Ο Δαμασκηνός συγκινήθηκε από το ζήλο του παιδιού και του έδωσε την ευχή του, μαζί με κάποιες συμβουλές που ο νεαρός άκουσε αχόρταγα, κοιτάζοντας τον Αρχιμανδρίτη κατάματα, λες και αν δεν τον κοιτούσε δεν θα μπορούσε να ακούσει τα πάντα από όσα του έλεγε.
Λίγη ώρα μετά, ο Θεόδουλος οδήγησε το Δαμασκηνό στο κελί του, που βρισκόταν σε ένα ξεχωριστό κτίριο στο βορινό τμήμα της Μονής, ακριβώς πίσω από το Ιερό του Ναού των Αγγέλων. Τον βοήθησε να τακτοποιήσει τα λιγοστά του πράγματα, του εξήγησε το πρόγραμμα που κάθε μοναχός ακολουθούσε και έπειτα κατέβηκαν μαζί να προσκυνήσουν το ναό, εκεί που ο Δαμασκηνός πήρε μια πρώτη μεγάλη έκπληξη καθώς άνοιξε την πόρτα.