Καταθέτω με την σειρά μου, λίγα λόγια για τις φιλοσοφικές σχολές και τους κύριους εκπροσώπους τους.
Σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτη, βιογράφο φιλοσόφων και καταγραφέα των κύριων φιλοσοφικών ιδεών τους, η ελληνική φιλοσοφία έχει 2 κύριες σχολές. Την "Ιωνική" και την λεγόμενη "Ιταλική" σχολή.
Η Ιωνική ή όπως αλλιώς λεγόταν φυσική, ονομάσθηκε έτσι από τον 1ο καταγεγραμμένο φιλόσοφο (Ορφέα, Όμηρο και Ισίοδο δεν θεωρούνται φιλόσοφοι, αυτοί ήσαν ποιητές ιερατικής τέχνης=κοσμογονική), τον Θαλή, -τον οποίο ο Αριστοτέλης τον ονόμαζε και "αρχηγό της φιλοσοφίας"- επειδή η καταγωγή του, ήταν από την Ιωνία. Αυτός είχε σαν μαθητή, τον Αναξίμανδρο (ο 1ος μαθητής φιλοσοφίας) και στην συνέχεια η διαδοχή πάει ως εξής Αναξιμένη, Αναξαγόρα, Αρχέλαον, Σωκράτη -εισήγαγε την ηθική φιλοσοφία- και ύστερα στον Πλάτωνα. Ο οποίος συνέστησε και την αρχαίαν Ακαδημίαν (στην Αθήνα) και στην συνέχειαν η Ακαδημία περνάει στα χέρια του Πολέμωνα, και μετά στον Κράντορα, στον Κράτη, Αρκεσίλαο (ιδρυτήν της μέσης Ακαδημείας), Λακύδην (ιδρυτήν της νέας Ακαδημείας), Καρνεάδην και Κλειτόμαχον.
Εις δε τον Χρύσιππον, καταλήξαμε από Σωκράτη-Διογένης, ο Κυνικός-Κράτης ο Θηβαίος-Ζήνων, ο Κιτιεύς-Κλεάνθης και Χρύσιππος. Στον Θεόφραστον καταλήγει ως εξής: από τον Πλάτωνα περνάει στον Αριστοτέλη, και από τον Αριστοτέλη στον Θεόφραστο. Και η μεν Ιωνική καταλήγει μ' αυτόν τον τρόπον.
Η δε Ιταλικήν, η διαδοχήν είναι οι εξής: Φερεκύδης, Πυθαγόρας, ο υιός του ο Τηλαύγης, έπειτα η σειρά συνεχίζεται με τους Ξενοφάνης-Παρμενίδης-Ζήνων ο Ελεάτης-Λεύκιππος-Δημόκριτος-Ναυσιφάνης και Ναυκίδης και καταλήγουμε στον Επίκουρο. Κάπως έτσι καταλήγει η Ιταλική σχολή.
Υπήρξαν φιλόσοφοι-Σοφοί που δεν έγραψαν/άφησαν ούτε 1 υπόμνημα, όπως είναι ο Σωκράτης, Στίλπων, Φίλιππος, Μενεδήμος, Πύρρων, Θεόδωρος, Καρνεάδης, Βρύσσων, ο μέγας Πυθαγόρας, Αρίστων ο Χίος, πλην ολίγων επιστολών. Οι Μέλισσος, Παρμενίδης, Αναξαγόρας άφησαν από 1 σύγγραμμα. Πολλά άφησαν ο Ζήνων, και πολλά ακόμα ο Αριστοτέλης, ο Επίκουρος και ο Χρύσιππος.
Η ελληνική φιλοσοφία έχει 3 μέρη: φυσικήν, ηθικήν και διαλεκτικήν.
Η φυσική είναι το μέρος που αφορά τον κόσμον (=σύμπαν), η Ηθική αφορά τον βίο και των προ ημάς και η Διαλεκτικήν είναι η συλλογιστική διαδικασία που χρησιμοποιούν οι 2 ανωτέρω μαθήσεις. Μέχρι του Αρχελάου (δασκάλου του Σωκράτη), ήκμαζε η φυσική, από δε του Σωκράτους, όπως είπαμε άρχισε η ηθική, από δε του Ζήνωνα τον Ελεάτη, άρχισε η διαλεκτικήν. Της ηθικής, υπήρξαν και άλλες 10 φιλοσοφικαί κατευθύνσεις (αιρέσεις): Ακαδημαϊκή (Πλάτωνας), Κυρηναϊκή (Αριστίππος ο Κυρηναίος), Ηλιακή (Φαίδων, ο Ήλειος), Μεγαρική (Ευκλείδης, ο Μεγαρεύς), Κυνική (Αντισθένης, ο Αθηναίος), Ερετρική (Μενέδημος, ο Ερετρειεύς), Διαλεκτική (Κλειτόμαχος), Περιπατητική (Αριστοτέλης, ο οποίος είναι που εισήγαγε την λογική, σαν αρχή φιλοσοφίας και επιστήμης), Στωϊκή (Ζήνων, ο Κιτιεύς), Επικούρειος.
Σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτη, βιογράφο φιλοσόφων και καταγραφέα των κύριων φιλοσοφικών ιδεών τους, η ελληνική φιλοσοφία έχει 2 κύριες σχολές. Την "Ιωνική" και την λεγόμενη "Ιταλική" σχολή.
Η Ιωνική ή όπως αλλιώς λεγόταν φυσική, ονομάσθηκε έτσι από τον 1ο καταγεγραμμένο φιλόσοφο (Ορφέα, Όμηρο και Ισίοδο δεν θεωρούνται φιλόσοφοι, αυτοί ήσαν ποιητές ιερατικής τέχνης=κοσμογονική), τον Θαλή, -τον οποίο ο Αριστοτέλης τον ονόμαζε και "αρχηγό της φιλοσοφίας"- επειδή η καταγωγή του, ήταν από την Ιωνία. Αυτός είχε σαν μαθητή, τον Αναξίμανδρο (ο 1ος μαθητής φιλοσοφίας) και στην συνέχεια η διαδοχή πάει ως εξής Αναξιμένη, Αναξαγόρα, Αρχέλαον, Σωκράτη -εισήγαγε την ηθική φιλοσοφία- και ύστερα στον Πλάτωνα. Ο οποίος συνέστησε και την αρχαίαν Ακαδημίαν (στην Αθήνα) και στην συνέχειαν η Ακαδημία περνάει στα χέρια του Πολέμωνα, και μετά στον Κράντορα, στον Κράτη, Αρκεσίλαο (ιδρυτήν της μέσης Ακαδημείας), Λακύδην (ιδρυτήν της νέας Ακαδημείας), Καρνεάδην και Κλειτόμαχον.
Εις δε τον Χρύσιππον, καταλήξαμε από Σωκράτη-Διογένης, ο Κυνικός-Κράτης ο Θηβαίος-Ζήνων, ο Κιτιεύς-Κλεάνθης και Χρύσιππος. Στον Θεόφραστον καταλήγει ως εξής: από τον Πλάτωνα περνάει στον Αριστοτέλη, και από τον Αριστοτέλη στον Θεόφραστο. Και η μεν Ιωνική καταλήγει μ' αυτόν τον τρόπον.
Η δε Ιταλικήν, η διαδοχήν είναι οι εξής: Φερεκύδης, Πυθαγόρας, ο υιός του ο Τηλαύγης, έπειτα η σειρά συνεχίζεται με τους Ξενοφάνης-Παρμενίδης-Ζήνων ο Ελεάτης-Λεύκιππος-Δημόκριτος-Ναυσιφάνης και Ναυκίδης και καταλήγουμε στον Επίκουρο. Κάπως έτσι καταλήγει η Ιταλική σχολή.
Υπήρξαν φιλόσοφοι-Σοφοί που δεν έγραψαν/άφησαν ούτε 1 υπόμνημα, όπως είναι ο Σωκράτης, Στίλπων, Φίλιππος, Μενεδήμος, Πύρρων, Θεόδωρος, Καρνεάδης, Βρύσσων, ο μέγας Πυθαγόρας, Αρίστων ο Χίος, πλην ολίγων επιστολών. Οι Μέλισσος, Παρμενίδης, Αναξαγόρας άφησαν από 1 σύγγραμμα. Πολλά άφησαν ο Ζήνων, και πολλά ακόμα ο Αριστοτέλης, ο Επίκουρος και ο Χρύσιππος.
Η ελληνική φιλοσοφία έχει 3 μέρη: φυσικήν, ηθικήν και διαλεκτικήν.
Η φυσική είναι το μέρος που αφορά τον κόσμον (=σύμπαν), η Ηθική αφορά τον βίο και των προ ημάς και η Διαλεκτικήν είναι η συλλογιστική διαδικασία που χρησιμοποιούν οι 2 ανωτέρω μαθήσεις. Μέχρι του Αρχελάου (δασκάλου του Σωκράτη), ήκμαζε η φυσική, από δε του Σωκράτους, όπως είπαμε άρχισε η ηθική, από δε του Ζήνωνα τον Ελεάτη, άρχισε η διαλεκτικήν. Της ηθικής, υπήρξαν και άλλες 10 φιλοσοφικαί κατευθύνσεις (αιρέσεις): Ακαδημαϊκή (Πλάτωνας), Κυρηναϊκή (Αριστίππος ο Κυρηναίος), Ηλιακή (Φαίδων, ο Ήλειος), Μεγαρική (Ευκλείδης, ο Μεγαρεύς), Κυνική (Αντισθένης, ο Αθηναίος), Ερετρική (Μενέδημος, ο Ερετρειεύς), Διαλεκτική (Κλειτόμαχος), Περιπατητική (Αριστοτέλης, ο οποίος είναι που εισήγαγε την λογική, σαν αρχή φιλοσοφίας και επιστήμης), Στωϊκή (Ζήνων, ο Κιτιεύς), Επικούρειος.
«Η Δημοκρατία μας αυτοκαταστρέφεται διότι κατεχράσθη το δικαίωμα της ελευθερίας και της ισότητας, διότι έμαθε τους πολίτες να θεωρούν την αυθάδεια ως δικαίωμα, την παρανομία ως ελευθερία, την αναίδεια του λόγου ως ισότητα και την αναρχία ως ευδαιμονία»
ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΒΑΣΙΚΟΙ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ ΤΗΣ ΚΑΘΕ ΣΧΟΛΗΣ:
Ι.ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ (500 π.Χ.-500 μ.Χ.):
Α)ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΙ:
1.ΙΩΝΕΣ:
Θαλής ο Μιλήσιος
Αναξίμανδρος ο Μιλήσιος (645-546)
Αναξιμένης ο Μιλήσιος (610-546)
Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος (585-525)
Ηράκλειτος ο Εφέσιος (540-470)
Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (492-432)
Αναξαγόρας ο Κλαζομένιος (500-428)
2.ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΟΙ:
Πυθαγόρας (570-470)
Φιλόλαος (474-388)
3.ΕΛΕΑΤΕΣ:
Παρμενίδης ο Ελεάτης (500-428)
Ζήνων ο Ελεάτης (5ος π.Χ. αιώνας)
4.ΑΤΟΜΙΚΟΙ:
Λεύκιππος (5ος π.Χ. αιώνας)
Δημόκριτος ο Αβδηρίτης (460-370)
Β)ΣΟΦΙΣΤΕΣ:
Πρωταγόρας ο Αβδηρίτης (490-420)
Γοργίας ο Λεοντίνος (483-367)
Πρόδικος ο Κείος (460-;)
Ιππίας ο Ήλειος (5ος αιώνας π.Χ.)
Κριτίας ο Αθηναίος (460-403)
Γ)ΜΕΤΑΣΩΚΡΑΤΙΚΟΙ:
1.ΑΤΤΙΚΟΙ και ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟΙ:
Σωκράτης ο Αθηναίος (470-399)
Ξενοφών ο Αθηναίος (428-354)
Πλάτων ο Αθηναίος (427-347)
Σκεύσιππος (407-399)
Ξενοκράτης (395-315)
Εύδοξος (390-340)
2.ΜΕΓΑΡΙΚΟΙ:
Ευκλείδης ο Μεγαρεύς (450-380)
Θεογνής ο Μεγαρεύς (;)
3.ΚΥΝΙΚΟΙ:
Αντισθένης (445-360)
Αρχίλοχος (3ος αιώνας π.Χ.)
Διογένης ο Σινωπεύς (312-323)
Κράτης ο Θηβαίος (3ος αιώνας π.Χ)
4.ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ και ΠΕΡΙΠΑΤΙΚΟΙ:
Αριστοτέλης ο Σταγιρίτης (384-322)
Θεόφραστος ο Ερέσιος (372-288)
Εύδημος (3ος-4ος αιώνας π.Χ.)
Αριστόξενος (375-;)
Γ.ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΙ:
1.ΣΤΩΪΚΟΙ:
Ζήνων ο Κητιεύς (333-262)
Κλεάνθης ο έξ Άσσου (331-232)
Χρύσιππος ο Σολεύς (280-210)
Παναίτιος ο Ρόδιος (185-109)
Ποσειδώνιος ο Ρόδιος (136-51)
Σενέκας (4-65 μ.Χ.)
Επίκτητος (55-135 μ.Χ.)
Μάρκος Αυρήλιος (121-180 μ.Χ.)
2.ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΙ και ΗΔΟΝΙΣΤΕΣ:
Επίκουρος ο Αθηναίος (341-270 π.Χ.)
Αρίστιππος ο εκ της Κυρήνης (3ος αιώνας π.Χ.)
Θεόδωρος ο Κυρηναίος (3ος αιώνας π.Χ.)
Ηγεσίας ο Πεισιθάνατος (3ος αιώνας π.Χ.)
3.ΣΚΕΠΤΙΚΟΙ:
Πύρρων ο Ήλειος (360-270 π.Χ.)
Αρκεσίλαος ο Αιολεύς (316-242 π.Χ.)
Καρνεάδης ο Κυρηναίος (214-129 π.Χ.)
Αντίοχος ο Ασκαλωνίτης (2ος π.Χ.)
Σέκτος ο Εμπειρικός (120 μ.Χ. -;)
Δ.ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΚΟΙ:
Πλωτίνος (205-270)
Πλούταρχος (1ος αιώνας μ.Χ.)
Απολλώνιος ο Τυανεύς (1ος αιώνας μ.Χ.)
Φιλόστρατος (2ος αιώνας μ.Χ.)
Ιάμβλιχος (4ος αιώνας μ.Χ.)
Πρόκλος (4ος αιώνας μ.Χ.)
ΙΙ.ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ (500 μ.Χ.-2000 μ.Χ.):
Α.ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ:
Ωριγένης
Θωμάς ο Ακινάτης
Αυγουστίνος
Δαμασκηνός
Χρυσόστομος
Β.ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΑΚΟΙ:
Έρασμος
Τζορντάνο Μπρούνο
Μονταίν
Μποντέ
Σπινόζα
Ντεκάρτ
Γκέττε
Γ.ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΙ-ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΙ:
Κάντ
Φίχτε
Έγγελος
Σέλλιγκ
Καρτέσιος
Λάιμνιτς
Μαρεμπάνς
Μίλλ
Σπένσερ
Μπερξόν
Ντίλται
Ντιντερό
Λώκ
Χιούμ
Χόμπς
Γκρότιους
Μπένθαμ
Νίτσε
Πόππερ
Χάιντεγκερ
Σάρτρ
Βίττγκενστέιν
Σόπενχάουερ
Μούρ
Φρόϋντ
Κάρλ Γιούντγκ
Ι.ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ (500 π.Χ.-500 μ.Χ.):
Α)ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΙ:
1.ΙΩΝΕΣ:
Θαλής ο Μιλήσιος
Αναξίμανδρος ο Μιλήσιος (645-546)
Αναξιμένης ο Μιλήσιος (610-546)
Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος (585-525)
Ηράκλειτος ο Εφέσιος (540-470)
Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (492-432)
Αναξαγόρας ο Κλαζομένιος (500-428)
2.ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΟΙ:
Πυθαγόρας (570-470)
Φιλόλαος (474-388)
3.ΕΛΕΑΤΕΣ:
Παρμενίδης ο Ελεάτης (500-428)
Ζήνων ο Ελεάτης (5ος π.Χ. αιώνας)
4.ΑΤΟΜΙΚΟΙ:
Λεύκιππος (5ος π.Χ. αιώνας)
Δημόκριτος ο Αβδηρίτης (460-370)
Β)ΣΟΦΙΣΤΕΣ:
Πρωταγόρας ο Αβδηρίτης (490-420)
Γοργίας ο Λεοντίνος (483-367)
Πρόδικος ο Κείος (460-;)
Ιππίας ο Ήλειος (5ος αιώνας π.Χ.)
Κριτίας ο Αθηναίος (460-403)
Γ)ΜΕΤΑΣΩΚΡΑΤΙΚΟΙ:
1.ΑΤΤΙΚΟΙ και ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟΙ:
Σωκράτης ο Αθηναίος (470-399)
Ξενοφών ο Αθηναίος (428-354)
Πλάτων ο Αθηναίος (427-347)
Σκεύσιππος (407-399)
Ξενοκράτης (395-315)
Εύδοξος (390-340)
2.ΜΕΓΑΡΙΚΟΙ:
Ευκλείδης ο Μεγαρεύς (450-380)
Θεογνής ο Μεγαρεύς (;)
3.ΚΥΝΙΚΟΙ:
Αντισθένης (445-360)
Αρχίλοχος (3ος αιώνας π.Χ.)
Διογένης ο Σινωπεύς (312-323)
Κράτης ο Θηβαίος (3ος αιώνας π.Χ)
4.ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ και ΠΕΡΙΠΑΤΙΚΟΙ:
Αριστοτέλης ο Σταγιρίτης (384-322)
Θεόφραστος ο Ερέσιος (372-288)
Εύδημος (3ος-4ος αιώνας π.Χ.)
Αριστόξενος (375-;)
Γ.ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΙ:
1.ΣΤΩΪΚΟΙ:
Ζήνων ο Κητιεύς (333-262)
Κλεάνθης ο έξ Άσσου (331-232)
Χρύσιππος ο Σολεύς (280-210)
Παναίτιος ο Ρόδιος (185-109)
Ποσειδώνιος ο Ρόδιος (136-51)
Σενέκας (4-65 μ.Χ.)
Επίκτητος (55-135 μ.Χ.)
Μάρκος Αυρήλιος (121-180 μ.Χ.)
2.ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΙ και ΗΔΟΝΙΣΤΕΣ:
Επίκουρος ο Αθηναίος (341-270 π.Χ.)
Αρίστιππος ο εκ της Κυρήνης (3ος αιώνας π.Χ.)
Θεόδωρος ο Κυρηναίος (3ος αιώνας π.Χ.)
Ηγεσίας ο Πεισιθάνατος (3ος αιώνας π.Χ.)
3.ΣΚΕΠΤΙΚΟΙ:
Πύρρων ο Ήλειος (360-270 π.Χ.)
Αρκεσίλαος ο Αιολεύς (316-242 π.Χ.)
Καρνεάδης ο Κυρηναίος (214-129 π.Χ.)
Αντίοχος ο Ασκαλωνίτης (2ος π.Χ.)
Σέκτος ο Εμπειρικός (120 μ.Χ. -;)
Δ.ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΚΟΙ:
Πλωτίνος (205-270)
Πλούταρχος (1ος αιώνας μ.Χ.)
Απολλώνιος ο Τυανεύς (1ος αιώνας μ.Χ.)
Φιλόστρατος (2ος αιώνας μ.Χ.)
Ιάμβλιχος (4ος αιώνας μ.Χ.)
Πρόκλος (4ος αιώνας μ.Χ.)
ΙΙ.ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ (500 μ.Χ.-2000 μ.Χ.):
Α.ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ:
Ωριγένης
Θωμάς ο Ακινάτης
Αυγουστίνος
Δαμασκηνός
Χρυσόστομος
Β.ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΑΚΟΙ:
Έρασμος
Τζορντάνο Μπρούνο
Μονταίν
Μποντέ
Σπινόζα
Ντεκάρτ
Γκέττε
Γ.ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΙ-ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΙ:
Κάντ
Φίχτε
Έγγελος
Σέλλιγκ
Καρτέσιος
Λάιμνιτς
Μαρεμπάνς
Μίλλ
Σπένσερ
Μπερξόν
Ντίλται
Ντιντερό
Λώκ
Χιούμ
Χόμπς
Γκρότιους
Μπένθαμ
Νίτσε
Πόππερ
Χάιντεγκερ
Σάρτρ
Βίττγκενστέιν
Σόπενχάουερ
Μούρ
Φρόϋντ
Κάρλ Γιούντγκ
Όταν δεν υπάρχει γύρω μας τίποτα αληθινό, πώς να υποψιαστούμε ότι όλα είναι ψεύτικα;
Paul K. Feyerabend
Ιστορία της φιλοσοφίας της επιστήμης
(λήμμα στο λεξικό Oxford Companion to Philosophy)
Οι αρχαίοι Έλληνες τεχνίτες, συμπεριλαμβανομένων των ναυτικών, αγροτών, αρχιτεκτόνων, εμπόρων, σιδηρουργών, ναυπηγών, γιατρών και χρονικογράφων, ήταν εξοικειωμένοι με μια μεγάλη ποικιλία υλικών, φυτών, ζώων, ανθρώπων, γεγονότων. Έσκαψαν σήραγγες, βρήκαν τρόπους να μεταφέρουν και να αποθηκεύσουν ευαίσθητα αγαθά, και μπορούσαν να ταυτοποιήσουν και να ανακουφίσουν σωματικούς και ψυχικούς πόνους. Διέσχισαν εθνικά σύνορα και αφομοίωσαν ξένες ιδέες και τεχνικές. Αρχαιολογικές ανακαλύψεις δείχνουν πόσα πολλά ήταν γνωστά, για παράδειγμα, σχετικά με τις ιδιότητες των μετάλλων, τις ενώσεις και τα κράματά τους, και με πόση επιδεξιότητα χρησιμοποιείτο αυτή η γνώση. Μια τεράστια ποσότητα πληροφορίας είχε κατασταλάξει στα έθιμα, τις μεθόδους παραγωγής και την κοινή λογική της εποχής.
Οι περισσότεροι Έλληνες θεωρούσαν τούτη την αφθονία δεδομένη. Δεν εντυπωσιάζονταν όλοι απ' αυτήν. Σκοπεύοντας σε κάτι βαθύτερο, ορισμένοι πρώιμοι στοχαστές άρχισαν το έργο της γνώσης ξανά από την αρχή, αυτή τη φορά χωρίς λεπτομέρειες αλλά με μεγαλύτερη σαφήνεια και ακρίβεια. Ήταν φιλόσοφοι γιατί προτιμούσαν τις λέξεις απ' τα πράγματα, τον συλλογισμό από την εμπειρία, τις αρχές από τους πρακτικούς κανόνες και δεν τους πείραζε αν οι ιδέες τους συγκρούονταν με παραδόσεις και φαινόμενα του προφανέστερου είδους. Ήταν επίσης θρησκευτικοί και κοινωνικοί μεταρρυθμιστές· χλεύαζαν τα λαϊκά έθιμα και δοξασίες, περιφρονούσαν τους θεούς της παράδοσης και τους αντικατέστησαν με τέρατα (παράδειγμα: ο Θεός του Ξενοφάνη, που είναι πλήρης σκέψεως και ισχύος αλλά του λείπει η συμπόνια). Ήταν επιπλέον επιστήμονες για τα πάντα. Δεν μίλαγαν από καθέδρας, συζητούσαν τις απόψεις τους και ορισμένες από τις ιδέες τους έχουν επιβιώσει ως σήμερα.
Έτσι ο Παρμενίδης ισχυρίστηκε ότι ο κόσμος είναι ένας, ότι δεν υπάρχει αλλαγή και διαίρεση και ότι οι ζωές των ανθρωπίνων υπάρξεων που περιείχαν και τα δύο ήταν μια χίμαιρα. Η απόδειξη (που την παρουσιάζει σαν αποκάλυψη από κάποια θεότητα) στηρίζεται σε τρεις υποθέσεις προφανείς όπως είπε: ότι το Ον υπάρχει (εστίν), ότι το μη-Ον δεν υπάρχει (ουκ εστίν) και ότι τίποτα δεν είναι πιο θεμελιώδες από το Ον. Ο συλλογισμός στη συνέχεια προχωράει ως εξής: αν υπάρχει αλλαγή και διαφορά τότε υπάρχει μια μεταβολή από το Ον στο μη-Ον (που είναι η μόνη εναλλακτική δυνατότητα)· το μη-Ον δεν υπάρχει και συνεπώς ούτε η αλλαγή και η διαφορά υπάρχουν. Εδώ έχουμε ένα πρώιμο παράδειγμα της εις άτοπον απαγωγής (reductio ad absurdum) - έναν τύπο συλλογισμού που επέκτεινε το πεδίο των αποδεικτών αληθειών και το διαχώρισε από την διαίσθηση. Η συλλογιστική βάση, εστίν, είναι ο πρώτος ρητά διατυπωμένος νόμος της διατήρησης - υποστηρίζει την διατήρηση του Όντος. Διατυπωμένος στην μορφή ότι τίποτα δεν προέρχεται από το τίποτα, υπεδείκνυε κι άλλους νόμους της διατήρησης όπως την διατήρηση της ύλης (Antoine Lavoisier) ή την διατήρηση της ενέργειας (Robert von Mayer, ο οποίος άρχιζε ένα αποφασιστικό άρθρο μ' αυτήν την αρχή). Η ομοιομορφία του Όντος επιβίωσε σαν ιδέα ότι οι βασικοί νόμοι πρέπει να είναι ανεξάρτητοι από το χώρο, το χρόνο και τις περιστάσεις. 'Για μας τους φυσικούς', έγραψε ο Αϊνστάιν, επαναλαμβάνοντας σχεδόν τον Παρμενίδη, 'η διάκριση ανάμεσα σε παρελθόν, παρόν και μέλλον δεν έχει άλλη έννοια από αυτή μιας ψευδαίσθησης, έστω και επίμονης'.
Μια τρίτη ομάδα που επηρέασε την Δυτική επιστήμη και την φιλοσοφία της ήταν οι ίδιοι οι πρώιμοι επιστήμονες. Διέφεραν από τους φιλόσοφους στο ότι προτιμούσαν τα συγκεκριμένα πράγματα και από τους τεχνίτες στην θεωρητική τους κλίση. Με εξαίρεση τους γιατρούς όπως τον Αλκμαίονα τον Κροτωνιάτη, που έγραψε ένα ιατρικό σύγγραμμα, και που έζησε, το πιθανότερο, στις αρχές του 5ου αιώνα πΧ, έγιναν επαγγελματίες μόνο την εποχή των Σοφιστών. Κατά τα μέσα του 5ου αιώνα πΧ η αριθμητική, η γεωμετρία, η αστρονομία και η αρμονία ήταν ήδη φοβερά αντικείμενα διδασκαλίας (Πλάτων, Πρωταγόρας 318d-f). Ήταν επίσης κέντρα πνευματικής δραστηριότητας και δημόσιου ενδιαφέροντος· ακόμα κι ο Αριστοφάνης περιγελούσε του μαθηματικούς. Οι συζητήσεις μεταξύ επιστημόνων, φιλοσόφων και αυτών των τεχνιτών που εξηγούσαν και υποστήριζαν τα εγχειρήματά τους με το γράψιμο, καθώς επίσης και οι πιο ειδικές συζητήσεις μεταξύ επιστημονικών, φιλοσοφικών και πρακτικών σχολών, σχηματίζουν μια πρώιμη, μάλλον ανομοιογενή και όχι πάντα πλήρως τεκμηριωμένη, φιλοσοφία της επιστήμης.
Έτσι μπορούμε να εικάσουμε ότι η μετάβαση από μια θεωρία της γεωμετρίας και των αριθμών που οι προτάσεις τους μπορούσαν να επαληθευθούν, μία προς μία, από διαισθητικά προφανείς διατάξεις (παραστάσεις με βότσαλα, σχήματα) σε συστήματα προτάσεων βασισμένων σε αρχές και αποδείξεις συνοδεύτηκε από ζωηρές αντιδικίες - αλλά είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε τα στάδια και τα πρόσωπα. Σε πολλά αντικείμενα οι 'επιστημονικές' υποθέσεις ήταν στενά αναμεμιγμένες με μαγικές και θρησκευτικές ιδέες. Αυτό ενοχλεί τους ιστορικούς που θέλουν να περιγράψουν το παρελθόν ακριβώς όπως ήταν αλλά χωρίς να αποδώσουν τιμές σ' αυτό που οι ίδιοι θεωρούν δεισιδαίμονες ανοησίες. Αυτό δεν ενοχλούσε τον συγγραφέα του Περί της Ιερής Νούσου, που περιγελούσε την ιατρική του ναού και θεωρούσε την υγεία και την αρρώστια καθαρά φυσικά φαινόμενα ή τον συγγραφέα του Περί Αρχαίας Ιατρικής που απέρριπτε την φιλοσοφία επειδή ήταν πολύ απόμακρη για ιατρική χρήση. Οι πραγματείες του Γαληνού για την φύση της επιστήμης σκιαγραφούν την διαμάχη μεταξύ εμπειρικών και θεωρητικών τον 2ο αιώνα μΧ.
Σε αντίθεση με αυτές τις τοπικές φιλονικίες, ο Πλάτων προσπάθησε να χτίσει μια φιλοσοφία που συνδύαζε την τεχνική υπεροχή με την θρησκεία και μια συστηματοποιημένη πολιτική. Τον βοήθησαν διαπρεπείς επιστήμονες. Ξεκινώντας από τις θεϊκές ιδιότητες της κρίσης, της σύνεσης και της σοφίας (Νόμοι 892b2 κε.), ο Πλάτων πρόβαλε ως αξίωμα ότι οι βασικοί νόμοι του σύμπαντος πρέπει να είναι απλοί και διαχρονικοί. Οι κανονικότητες που παρατηρούνται, είπε, δεν αποκαλύπτουν βασικούς νόμους. Εξαρτώνται από την ύλη που είναι ένας παράγοντας αλλαγής. Ακόμα και τα πιο καλά εδραιωμένα αστρονομικά γεγονότα δεν διαρκούν για πάντα (Πολιτεία 530a8 κε.) Συνεπώς για να βρούμε τις αρχές, ας πούμε, της κίνησης των πλανητών είναι αναγκαίο να αναπτύξουμε μαθηματικά μοντέλα 'και να αφήσουμε τα φαινόμενα των ουρανών κατά μέρος' (Πολιτεία 530b7 κε.). Όλως παραδόξως, αυτό το απόσπασμα διασύρθηκε από επιστήμονες, οι οποίοι, έχοντας πλήρη επίγνωση των πολλών παρεκκλίσεων που κρύβουν την 'καθαρή περίπτωση' (διαταραχές, επιδράσεις της παλιρροιακής τριβής, μετάπτωση, ατμοσφαιρική διάθλαση, αστοχία οργάνων, υποκειμενικά σφάλματα, κλπ, στη περίπτωση της κίνησης των πλανητών), συχνά ξεκινούσαν με θεωρίες και λάβαιναν υπόψη τους τις παρατηρήσεις μόνο αργότερα. Η θεωρία είναι που μας διδάσκει τι είναι οι παρατηρήσεις και τι σημαίνουν, είπε ο Αϊνστάιν. Σημαντικές ανακαλύψεις (η σταθερότητα του πλανητικού συστήματος, οι λεπτομέρειες της κίνησης Μπράουν, ο σωματιδιακός χαρακτήρας του φωτός, οι σχέσεις αβεβαιότητας) έγιναν προχωρώντας με αυτόν τον τρόπο.
Εντούτοις δεν ήταν αυτή η διαδικασία που πρόκρινε ο Αριστοτέλης. Παίρνοντας την εμπειρία στην ονομαστική της αξία, προσπάθησε να συμφιλιώσει τις παρατηρήσεις, την κοινή λογική και την αφηρημένη σκέψη. Ήταν ο πρώτος συστηματικός φιλόσοφος της επιστήμης στην Δύση. Έθεσε πολλά από τα προβλήματα που συνθέτουν σήμερα το αντικείμενο και πρότεινε λύσεις που παραμένουν έγκυρες. Περιέγραψε τον τρόπο που τα γεγονότα μετατρέπονται σε έννοιες, και ακόμα παραπέρα, σε αρχές (Αναλυτικά ύστερα 99b35 κε.) και τον τρόπο που τα αντικείμενα προκαλούν τις αντιλήψεις (Περί Ψυχής 418a4 κε., 424a17 κε.). Για τον Αριστοτέλη αυτές ήταν φυσικές διαδικασίες που υπάκουαν στους γενικούς του νόμους για την κίνηση και εξασφάλιζαν την συνοχή του εμπειρισμού του. Η συμπερασματική δομή που πρότεινε για τις εξηγήσεις εξυπηρετούσε την παρουσίαση, όχι την ανακάλυψη, της γνώσης: ο Αριστοτέλης δεν είχε σαφή θεωρία για την έρευνα. Εντούτοις μας άφησε παραδείγματα που δείχνουν τι έκανε.
Άρχιζε με τα 'φαινόμενα'. Αυτά μπορούσαν να είναι παρατηρήσεις, κοινές αντιλήψεις, παραδοσιακές δοξασίες, εννοιολογικές σχέσεις ή οι απόψεις προηγούμενων στοχαστών. Ο Αριστοτέλης χρησιμοποιούσε ειδικές ομάδες για να τα συγκεντρώνει· ίδρυσε ένα μουσείο φυσικής ιστορίας και μια βιβλιοθήκη χαρτών και χειρογράφων και έθεσε τα θεμέλια όλων των ιστοριών της Ελληνικής φιλοσοφίας, των μαθηματικών, της αστρονομίας, της ιατρικής και των μορφών διακυβέρνησης. Στη συνέχεια ανέλυε τα φαινόμενα σε ένα συγκεκριμένο τομέα· έβγαζε συμπεράσματα και αφαιρούσε τις αντιφάσεις, μένοντας πιστός στην παρατήρηση όταν ο τομέας ήταν εμπειρικός ή στην γλωσσική χρήση όταν ήταν αφηρημένος. Η αντίληψή του για τον χώρο, για παράδειγμα, διατηρεί την ιδέα ότι ο χώρος είναι κάτι που περιλαμβάνει είδη, αλλά με την έννοια του 'είναι εντός' απαλλαγμένη από παράδοξα. Τελικά, σχημάτιζε ορισμούς για να συγκεφαλαιώνει όσα είχε αποκομίσει. Μια γενική θεωρία της αλλαγής και της αλληλεπίδρασης, οι εννοιολογικές δυνατότητες που εξετάζονται, για παράδειγμα, στα Μετά τα φυσικά του, και μια θεωρία των μαθηματικών που εξηγούσε το πώς οι μαθηματικές έννοιες λειτουργούσαν στο κατά μεγάλο μέρος ποιοτικό του σύμπαν έπαιξαν τον ρόλο του πλαισίου εργασίας. Ο Αριστοτέλης επίσης ξεκίνησε και προχώρησε σημαντικά την σπουδή των κοινωνικών, βιολογικών και ψυχολογικών φαινομένων. 'Κανείς πριν από τον Δαρβίνο δεν είχε μεγαλύτερη συμβολή στην κατανόηση μας για τον ζώντα κόσμο από τον Αριστοτέλη', έγραψε ο E. Mayr, ένας κορυφαίος σύγχρονος βιολόγος.
Η απαρχή της μοντέρνας επιστήμης υπονόμευσε σημαντικά μέρη του Αριστοτέλειου εγχειρήματος. Ήταν μια σύνθετη διαδικασία η οποία ακόμα δεν έχει κατανοηθεί πλήρως. Κάποιοι πρώιμοι ιστορικοί και φιλόσοφοι την έχουν περιγράψει με έναν απλό και μεροληπτικό τρόπο. Δεν αποτελεί έκπληξη. Οι ίδιοι οι συμμετέχοντες τους παραπλάνησαν.
Έτσι ο Νεύτωνας ισχυρίστηκε ότι οι φυσικοί νόμοι θα μπορούσαν να αποκαλυφθούν συλλέγοντας 'φαινόμενα' (τα οποία γι' αυτόν ήταν είτε επί μέρους πειραματικά ευρήματα είτε παρατηρήσιμες κανονικότητες σαν τους νόμους του Κέπλερ), συνάγοντας συμπεράσματα, γενικεύοντάς τα 'εξ επαγωγής' και ελέγχοντας το αποτέλεσμα συγκρίνοντάς το με περισσότερα γεγονότα. Πίστευε ότι η βαρύτητα, οι νόμοι της κίνησης και οι βασικές ιδιότητες του φωτός είχαν ανακαλυφθεί και θεμελιωθεί με αυτήν ακριβώς την μέθοδο. Πρόσθεσε ότι οι γνωστοί νόμοι μπορούσαν να εξηγηθούν με 'υποθέσεις' και πρότεινε μια ποικιλία μοντέλων για να δώσει λογική στις ιδιότητες του φωτός και της ύλης.
Αυτή η εξήγηση προτείνει μια ιεραρχία που οδηγεί από παρατηρήσεις, μετρήσεις, χαμηλού επιπέδου γενικεύσεις και θεωρίες σε ολόκληρες επιστήμες και γενικευμένα θεωρητικά σχήματα. Πράγματι, μια τέτοια ιεραρχία για πολύ καιρό αποτελούσε το υπόβαθρο των συζητήσεων γύρω από την υποστήριξη, τις επιπτώσεις, την επεξηγηματική (αναγωγική) δύναμη και την σημασία των επιστημονικών δηλώσεων. Επιστήμονες σαν τον Herschel και τον Whewell, και φιλόσοφοι σαν τον Μιλ, τον Carnap, τον Hempel, τον Ernest Nagel, τον Πόπερ, επαγωγιστές και παραγωγιστές ομοίως, χρησιμοποίησαν το σχήμα, συγκαταλέγοντας ό,τι ρωγμές αντιλήφθηκαν, σε 'μαρτυρίες', 'αρχικές συνθήκες', 'βοηθητικές υποθέσεις', 'προσεγγίσεις', 'νόμους αντιστοιχίας' και σε προτάσεις 'ceteris paribus' (αν όλα τ' άλλα μείνουν σταθερά). Με έναν καθαρά φορμαλιστικό τρόπο προφύλαξαν την συνάφεια της γνώσης 'στην κορυφή' και της συνέχειάς της με ό,τι συνέβαινε 'από κάτω'.
Η κωδικοποίηση από τον Καντ της Νευτώνειας επιστήμης, η προσπάθεια των λογικών εμπειριστών να 'επανασκευάσουν' ή 'επεξηγήσουν' την επιστήμη μεταφράζοντας την σε μια ομοιόμορφη γλώσσα και η ιδέα μιας ομοιόμορφης επιστημονικής μεθόδου με κέντρο την φυσική αύξησαν ακόμα παραπέρα την εντύπωση του συμπαγούς. Οι εναπομείναντες ρωγμές σκεπάστηκαν κάνοντας διάκριση, κατά τον Herschel, ανάμεσα στο γενικό πλαίσιο της ανακάλυψης και το γενικό πλαίσιο τής επαλήθευσης: το να ανακαλύπτεις νέους νόμους, γεγονότα, θεωρίες μπορεί να είναι μια τελείως ανορθολογική διαδικασία - αλλά το να θεμελιώνεις και να παρουσιάζεις τι έχει ανακαλυφθεί υπόκειται σε αυστηρούς και ορθολογικούς κανόνες. Αυτή η υπέροχα αρμονική και μάλλον καταπιεστική μυθιστοριογραφία εξαρθρώθηκε βαθμηδόν από μια σειρά εξελίξεων στην φιλοσοφία, την ιστορία και την κοινωνιολογία της επιστήμης καθώς επίσης και στις ίδιες τις φυσικές και κοινωνικές επιστήμες.
Προβλήματα συναντώνται ήδη στον Νεύτωνα. Συζητώντας την εξαγωγή του νόμου του για τη βαρύτητα, παραδέχεται ότι οι νόμοι τού Κέπλερ δεν είναι αυστηρώς ορθοί αλλά αποφασίζει να αγνοήσει 'αυτά τα μικρά και ανάξια λόγου σφάλματα' (Principia, αγγλική μτφρ Andrew Motte (1729), 401) που σημαίνει ότι οι εμπειρικές προκείμενές του είναι εξιδανικεύσεις. Ξεκινώντας από αυτό το σημείο, ο Duhem υποστήριξε ότι όλες οι πειραματικές αναφορές και οι χαμηλού επιπέδου νόμοι είναι εξιδανικεύσεις και ότι οι αντίστοιχες θεωρίες δεν περιγράφουν τίποτα, ενώ ο Cartwright έδειξε ότι τέτοιες θεωρίες είναι σχεδόν πάντα λανθασμένες.
Ο Νεύτωνας επίσης έδωσε διαφορετική βαρύτητα σε διαφορετικά φαινόμενα. Όντας αντιμέτωπος με γεγονότα που αντέφασκαν στις απόψεις του (για το φως), ξεκαθάρισε ότι τα δικά του αποτελέσματα είχαν ήδη αποφανθεί για το πρόβλημα. Ξανά παραδέχτηκε στην πράξη ό,τι είχε αρνηθεί στην φιλοσοφία, συγκεκριμένα ότι η συγκέντρωση δεδομένων εμπλέκει προσωπικές εκτιμήσεις. Πιο πρόσφατες έρευνες (Pickering, Galison, Rudwick και άλλοι), έχουν προσθέσει ότι τα επιστημονικά γεγονότα συνίστανται σε αψιμαχίες και συμβιβασμούς , ότι παγιώνονται καθώς απομακρύνονται από την αρχή προέλευσής τους, ότι κατασκευάζονται μάλλον παρά αποτελούν αναγνώσεις της φύσης, και ότι οι δραστηριότητες που τα παράγουν ή/και τα ταυτοποιούν σχηματίζουν σύνθετες και, όσον αφορά τη θεωρία, σχετικά αυτοδύναμες κουλτούρες. Ακόμα και νόμοι και θεωρίες που ανήκουν στο ίδιο γενικό πεδίο μπορούν να διαιρεθούν σε διαφορετικά πεδία με διαφορετικά κριτήρια. Υπάρχουν πολλές ασυνέχειες στην δήθεν ιεραρχία από το γεγονός στην θεωρία.
Εν τω μεταξύ ιστορικοί και κοινωνιολόγοι ρίχνουν μια νέα ματιά στα κέντρα εξουσίας, τα ινστιτούτα και τις κοινωνικές ομάδες· επισημαίνουν ότι οι επιστήμονες συχνά εξαρτώνται από το πατρονάρισμα και ότι διαλέγουν τα προβλήματά τους και τις μεθόδους τους σύμφωνα με αυτό· ερευνούν το πώς όργανα σαν το τηλεσκόπιο, το μικροσκόπιο, την αντλία αέρα, ή τα πειράματα σταγόνας ελαίου του Millikan μπορούσαν να παράγουν γεγονότα και να αλλάξουν απόψεις πολύ πριν εξηγηθούν θεωρητικά· καταγράφουν την πορεία των μεταβαλλόμενων σχέσεων μεταξύ φιλοσόφων (που είχαν ορίσει την πραγματικότητα), μαθηματικών (που είχαν ταξινομήσει τα συμβάντα σ' αυτήν) και τεχνιτών (που τους είχε αναγνωριστεί η επιδεξιότητα αλλά τους είχε απορριφθεί η κατανόηση). Σε ένα πιο θεωρητικό επίπεδο εξερευνούν τον ρόλο όρων που δεν σχετίζονται άμεσα με την παρατήρηση και που περιγράφουν το πώς ακόμα και σχετικά απλές ενέργειες αντίληψης (όπως το να δεις μια μύγα) βαθμηδόν διαχωρίστηκαν σε διαδικασίες (μετάδοση του φυσικού φωτός· φυσιολογική αντίδραση του ματιού και του εγκέφαλου· ‘νοητικά’ φαινόμενα) των οποίων η αμοιβαία συνοχή αποτελεί ακόμα πρόβλημα.
Ο ρόλος της εμπειρίας αναδεικνύεται τεραστίως πιο σύνθετος από ότι είχαν υποθέσει οι εμπειριστές μέχρι και συμπεριλαμβανομένων των μελών του Κύκλου της Βιέννης. Η κοινή λογική και επιστήμες σαν την βιολογία, την μετεωρολογία, τη γεωλογία, την ιατρική παρέχουν άφθονες μαρτυρίες για κανονικότητες και εξαιρέσεις. Φύση είναι ό,τι συμβαίνει πάντα, ή σχεδόν πάντα, είπε ο Αριστοτέλης (Περί ζώων μορίων [De partibus animalium] 663b27 κε.). Έτσι η πίστη σε άκαμπτους νόμους της φύσης που ενέπνευσε τον Γαλιλαίο, τον Ντεκάρτ και τους συνεχιστές τους, που έδωσε αφορμή σε σπουδαίες θεωρητικές αναπτύξεις και έγινε αποφασιστικό συστατικό τής μοντέρνας φυσικής, όχι μόνο δεν βασίστηκε στην εμπειρία αλλά συγκρούστηκε μαζί της σε πολλά πεδία. Αυτό διεύρυνε ακόμα περισσότερο το χάσμα μεταξύ κοινής λογικής, ποιοτικής γνώσης και το βαθμιαίως αναδυόμενο οικοδόμημα της μοντέρνας επιστήμης.
Το οικοδόμημα άρχισε να καταρρέει στον εικοστό αιώνα. Τα Μαθηματικά, φαινομενικά η πιο ασφαλής και καλά θεμελιωμένη επιστήμη, χωρίστηκε σε σχολές με διαφορετικές φιλοσοφίες και διαφορετικές συνθήκες για τα αποδεκτά αποτελέσματα. Οι λογικοί υποστήριζαν ότι τα μαθηματικά ήταν μέρος της λογικής και συνεπώς τόσο αναμφισβήτητα και ακαταμάχητα όσο κι αυτός ο κλάδος. Οι ενορατιστές ερμήνευσαν τα μαθηματικά σαν ανθρώπινο εγχείρημα και συμπέραναν, για παράδειγμα, ότι ορισμένα θεωρήματα και μέθοδοι του Cantor δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά. Προσπαθώντας να σώσει αυτόν αλλά και άλλους τομείς των κλασσικών μαθηματικών, ο Χίλμπερτ και οι συνεργάτες του τυποποίησαν τις σχετικές αποδείξεις και εξέτασαν τις προκύπτουσες δομές με έναν τρόπο που ικανοποιούσε τα κριτήρια των ενορατιστών. Το πρόγραμμα κατάρρευσε όταν ο Γκαίντελ έδειξε ότι η ιδέα των μαθηματικών σαν περιεκτικό και αποδεικτικά συνεπές σύστημα ήταν ασυμβίβαστη. Ακολουθώντας τον Αϊνστάιν οι Reichenbach, Grünbaum, και Michael Friedmann ανέπτυξαν νέες φιλοσοφίες πάνω στον χώρο, το χρόνο και την επιβεβαίωση, ενώ η κβαντομηχανική άνοιξε μια άβυσσο μεταξύ του χωροχρόνου και της ύλης και έκλεισε την παραδοσιακή άβυσσο μεταξύ παρατηρητή και πραγματικότητας με τρόπο που προβληματίζει τους επιστήμονες και προκαλεί στους φιλόσοφους ταραχή. Ο Wittgenstein και ο Quine αποκάλυψαν τους ευσεβείς πόθους που είναι συνυφασμένοι στον λογικό εμπειρισμό· βιολόγοι, χημικοί, ιστορικοί, κοινωνικοί επιστήμονες με την βοήθεια φιλοσόφων επαναξίωσαν μια ανεξαρτησία που κατείχαν κατά τον 19ο αιώνα, ενώ η 'Νέα Ιστορία' κατέκτησε επίπεδα συμπαγότητας που πριν ήταν αδιανόητα. Περιστοιχισμένος από τα ερείπια άλλοτε καλών θεμελιωμένων προτύπων γνώσης, ο Kuhn, στα 1962, πρότεινε μια νέα και, για τους περισσότερους φιλοσόφους, μάλλον ανατρεπτική αφήγηση της επιστημονικής αλλαγής. Σαν τον Αριστοτέλη, ο Kuhn έδωσε έμφαση στον συνεργατικό χαρακτήρα της επιστήμης και τον ρόλο των από κοινού χρησιμοποιούμενων γεγονότων, εννοιών, διαδικασιών. Αλλά υποστήριξε επίσης ότι η αλλαγή (η 'εξέλιξη' στις παλαιότερες φιλοσοφικές εκδοχές) θα μπορούσε να διαρρήξει όλους τους λογικούς δεσμούς με το παρελθόν. Υιοθετώντας τις απόψεις του, κάποιος δεν θα μπορούσε πλέον να υποθέτει ότι η επιστήμη επισωρεύει γεγονότα ή ότι οι θεωρίες μπορούν να αναχθούν, κατά προσέγγιση, στις πιο ακριβόλογες και πιο περιεκτικές διάδοχές τους.
Το βιβλίο του Kuhn, Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων, ήταν η τελευταία μεγάλη απόπειρα μέχρι τώρα να υποταχθεί μια περίπλοκη πρακτική, η επιστήμη, στην αφηρημένη σκέψη. Συγκρούστηκε με σημαντικά συστατικά του ρασιοναλισμού. Μετά το 1962 οι φιλόσοφοι προσπάθησαν ή να ενισχύσουν αυτά τα συστατικά είτε να αποδείξουν ότι δεν βρίσκονταν σε κίνδυνο, ή εισήγαγαν λιγότερο δεσμευτικούς κανόνες ή διαφορετικά εστιάστηκαν σε προβλήματα φαινομενικά ανέγγιχτα από τον Kuhn. Παλαιότερες προσεγγίσεις παράγουν ακόμα ενδιαφέροντα αποτελέσματα (παράδειγμα η κατά Bayes αναβίωση από τον Achinstein των συζητήσεων του 19ου αιώνα για το φως και την ύλη, που φαινόταν να απαιτεί μια λιγότερο συστηματική αφήγηση). Η συζήτηση μεταξύ ρεαλισμού και εμπειρισμού, που άλλαξε με την άφιξη της κβαντομηχανικής και οξύνθηκε με τις παρεμβάσεις των G. Maxwell, Richard Boyd, Ernan McMullin, Putnam, van Fraassen, Cartwright και άλλων, είναι ζωντανή όσο ποτέ. Ήδη πριν τον Kuhn ορισμένοι συγγραφείς είχαν επιλέξει γνωστικά μοντέλα επιστημονικής γνώσης που είναι νατουραλιστικά - δεν κάνουν διαχωρισμό ανάμεσα σε λογικούς και εμπειρικούς 'νόμους της σκέψης' - και βασίζονται σε επιμέρους μόνο ορθολογικά πρότυπα προσαρμογής. Άλλοι είχαν δώσει έμφαση σε λεπτομέρειες και εναντιώθηκαν σε πρόωρες γενικεύσεις. Αυτοί οι ερευνητές εκτιμούν όσα έκανε ο Kuhn αλλά πιστεύουν ότι η προσέγγισή του είναι ακόμα πάρα πολύ αφηρημένη. Μελετούν συγκεκριμένα γεγονότα, παίρνουν συνεντεύξεις, εισβάλουν σε εργαστήρια, προκαλούν επιστήμονες, εξετάζουν τις τεχνολογίες τους, την εικόνα τους προς τα έξω, τις αντιλήψεις τους και εξερευνούν τους συχνά άγριους ανταγωνισμούς μεταξύ απόψεων, σχολών και μεμονωμένων ερευνητικών ομάδων. Ανακεφαλαιώνοντας τα συμπεράσματά τους μπορούμε να πούμε ότι το πρόβλημα δεν είναι πλέον πώς να αρθρωθεί ο μονόλιθος της επιστήμης αλλά τι να γίνει με την διασπαρμένη συλλογή από προσπάθειες που την έχουν αντικαταστήσει.
Ένα ζήτημα που συχνά έχει αγνοηθεί ή έχει αντιμετωπιστεί με έναν δογματικό τρόπο είναι η αυθεντία της επιστήμης. Είναι η επιστήμη η καλύτερη μορφή γνώσης που κατέχουμε ή είναι απλώς αυτή που έχει την μεγαλύτερη επιρροή; Αυτός ο τρόπος να τίθεται το ερώτημα έχει καταντήσει τώρα απηρχαιωμένος. Η επιστήμη δεν είναι ένα πράγμα, είναι πολλά· δεν είναι κλειστή αλλά ανοιχτή σε νέες προσεγγίσεις. Αντιρρήσεις στην καινοτομία και στις εναλλακτικές λύσεις προέρχονται από συγκεκριμένες ομάδες με κατοχυρωμένα συμφέροντα κι όχι από την επιστήμη σαν σύνολο. Είναι συνεπώς δυνατό να κερδηθεί η κατανόηση και να λυθούν προβλήματα συνδυάζοντας κομμάτια και θρύψαλα της 'επιστήμης' με εκ πρώτης όψεως 'μη επιστημονικές' γνώμες και διαδικασίες. Η αρχιτεκτονική, η τεχνολογία, η δουλειά στην τεχνητή νοημοσύνη, την επιστήμη της διοίκησης, την οικολογία, τη δημόσια υγεία και την κοινωνική ανάπτυξη αποτελούν τέτοια παραδείγματα. Καθαρά θεωρητικά αντικείμενα έχουν επωφεληθεί από ξένες επεμβάσεις. Κάποιος μπορεί να πετύχει ακόμα και μένοντας τελείως εκτός 'επιστήμης'. Πολλοί μη επιστημονικοί πολιτισμοί υποστήριξαν τα μέλη τους υλικά και πνευματικά. Βέβαια αντιμετώπισαν δυσκολίες - αλλά το ίδιο έπαθε και ο βασισμένος στην επιστήμη Δυτικός πολιτισμός μας. Ο παλιός ανταγωνισμός ανάμεσα σε πρακτική και θεωρία και ο σχετιζόμενος ανταγωνισμός ανάμεσα σε 'επιστημονικές' και 'μη επιστημονικές' προσεγγίσεις μπορεί να επιβιώνει ακόμα στην πράξη, ή σύμφωνα ,με κάποια αρχαϊκά σλόγκαν· εντούτοις έχει χάσει την περισσότερη από την φιλοσοφική του δηκτικότητα.
Ιστορία της φιλοσοφίας της επιστήμης
(λήμμα στο λεξικό Oxford Companion to Philosophy)
Οι αρχαίοι Έλληνες τεχνίτες, συμπεριλαμβανομένων των ναυτικών, αγροτών, αρχιτεκτόνων, εμπόρων, σιδηρουργών, ναυπηγών, γιατρών και χρονικογράφων, ήταν εξοικειωμένοι με μια μεγάλη ποικιλία υλικών, φυτών, ζώων, ανθρώπων, γεγονότων. Έσκαψαν σήραγγες, βρήκαν τρόπους να μεταφέρουν και να αποθηκεύσουν ευαίσθητα αγαθά, και μπορούσαν να ταυτοποιήσουν και να ανακουφίσουν σωματικούς και ψυχικούς πόνους. Διέσχισαν εθνικά σύνορα και αφομοίωσαν ξένες ιδέες και τεχνικές. Αρχαιολογικές ανακαλύψεις δείχνουν πόσα πολλά ήταν γνωστά, για παράδειγμα, σχετικά με τις ιδιότητες των μετάλλων, τις ενώσεις και τα κράματά τους, και με πόση επιδεξιότητα χρησιμοποιείτο αυτή η γνώση. Μια τεράστια ποσότητα πληροφορίας είχε κατασταλάξει στα έθιμα, τις μεθόδους παραγωγής και την κοινή λογική της εποχής.
Οι περισσότεροι Έλληνες θεωρούσαν τούτη την αφθονία δεδομένη. Δεν εντυπωσιάζονταν όλοι απ' αυτήν. Σκοπεύοντας σε κάτι βαθύτερο, ορισμένοι πρώιμοι στοχαστές άρχισαν το έργο της γνώσης ξανά από την αρχή, αυτή τη φορά χωρίς λεπτομέρειες αλλά με μεγαλύτερη σαφήνεια και ακρίβεια. Ήταν φιλόσοφοι γιατί προτιμούσαν τις λέξεις απ' τα πράγματα, τον συλλογισμό από την εμπειρία, τις αρχές από τους πρακτικούς κανόνες και δεν τους πείραζε αν οι ιδέες τους συγκρούονταν με παραδόσεις και φαινόμενα του προφανέστερου είδους. Ήταν επίσης θρησκευτικοί και κοινωνικοί μεταρρυθμιστές· χλεύαζαν τα λαϊκά έθιμα και δοξασίες, περιφρονούσαν τους θεούς της παράδοσης και τους αντικατέστησαν με τέρατα (παράδειγμα: ο Θεός του Ξενοφάνη, που είναι πλήρης σκέψεως και ισχύος αλλά του λείπει η συμπόνια). Ήταν επιπλέον επιστήμονες για τα πάντα. Δεν μίλαγαν από καθέδρας, συζητούσαν τις απόψεις τους και ορισμένες από τις ιδέες τους έχουν επιβιώσει ως σήμερα.
Έτσι ο Παρμενίδης ισχυρίστηκε ότι ο κόσμος είναι ένας, ότι δεν υπάρχει αλλαγή και διαίρεση και ότι οι ζωές των ανθρωπίνων υπάρξεων που περιείχαν και τα δύο ήταν μια χίμαιρα. Η απόδειξη (που την παρουσιάζει σαν αποκάλυψη από κάποια θεότητα) στηρίζεται σε τρεις υποθέσεις προφανείς όπως είπε: ότι το Ον υπάρχει (εστίν), ότι το μη-Ον δεν υπάρχει (ουκ εστίν) και ότι τίποτα δεν είναι πιο θεμελιώδες από το Ον. Ο συλλογισμός στη συνέχεια προχωράει ως εξής: αν υπάρχει αλλαγή και διαφορά τότε υπάρχει μια μεταβολή από το Ον στο μη-Ον (που είναι η μόνη εναλλακτική δυνατότητα)· το μη-Ον δεν υπάρχει και συνεπώς ούτε η αλλαγή και η διαφορά υπάρχουν. Εδώ έχουμε ένα πρώιμο παράδειγμα της εις άτοπον απαγωγής (reductio ad absurdum) - έναν τύπο συλλογισμού που επέκτεινε το πεδίο των αποδεικτών αληθειών και το διαχώρισε από την διαίσθηση. Η συλλογιστική βάση, εστίν, είναι ο πρώτος ρητά διατυπωμένος νόμος της διατήρησης - υποστηρίζει την διατήρηση του Όντος. Διατυπωμένος στην μορφή ότι τίποτα δεν προέρχεται από το τίποτα, υπεδείκνυε κι άλλους νόμους της διατήρησης όπως την διατήρηση της ύλης (Antoine Lavoisier) ή την διατήρηση της ενέργειας (Robert von Mayer, ο οποίος άρχιζε ένα αποφασιστικό άρθρο μ' αυτήν την αρχή). Η ομοιομορφία του Όντος επιβίωσε σαν ιδέα ότι οι βασικοί νόμοι πρέπει να είναι ανεξάρτητοι από το χώρο, το χρόνο και τις περιστάσεις. 'Για μας τους φυσικούς', έγραψε ο Αϊνστάιν, επαναλαμβάνοντας σχεδόν τον Παρμενίδη, 'η διάκριση ανάμεσα σε παρελθόν, παρόν και μέλλον δεν έχει άλλη έννοια από αυτή μιας ψευδαίσθησης, έστω και επίμονης'.
Μια τρίτη ομάδα που επηρέασε την Δυτική επιστήμη και την φιλοσοφία της ήταν οι ίδιοι οι πρώιμοι επιστήμονες. Διέφεραν από τους φιλόσοφους στο ότι προτιμούσαν τα συγκεκριμένα πράγματα και από τους τεχνίτες στην θεωρητική τους κλίση. Με εξαίρεση τους γιατρούς όπως τον Αλκμαίονα τον Κροτωνιάτη, που έγραψε ένα ιατρικό σύγγραμμα, και που έζησε, το πιθανότερο, στις αρχές του 5ου αιώνα πΧ, έγιναν επαγγελματίες μόνο την εποχή των Σοφιστών. Κατά τα μέσα του 5ου αιώνα πΧ η αριθμητική, η γεωμετρία, η αστρονομία και η αρμονία ήταν ήδη φοβερά αντικείμενα διδασκαλίας (Πλάτων, Πρωταγόρας 318d-f). Ήταν επίσης κέντρα πνευματικής δραστηριότητας και δημόσιου ενδιαφέροντος· ακόμα κι ο Αριστοφάνης περιγελούσε του μαθηματικούς. Οι συζητήσεις μεταξύ επιστημόνων, φιλοσόφων και αυτών των τεχνιτών που εξηγούσαν και υποστήριζαν τα εγχειρήματά τους με το γράψιμο, καθώς επίσης και οι πιο ειδικές συζητήσεις μεταξύ επιστημονικών, φιλοσοφικών και πρακτικών σχολών, σχηματίζουν μια πρώιμη, μάλλον ανομοιογενή και όχι πάντα πλήρως τεκμηριωμένη, φιλοσοφία της επιστήμης.
Έτσι μπορούμε να εικάσουμε ότι η μετάβαση από μια θεωρία της γεωμετρίας και των αριθμών που οι προτάσεις τους μπορούσαν να επαληθευθούν, μία προς μία, από διαισθητικά προφανείς διατάξεις (παραστάσεις με βότσαλα, σχήματα) σε συστήματα προτάσεων βασισμένων σε αρχές και αποδείξεις συνοδεύτηκε από ζωηρές αντιδικίες - αλλά είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε τα στάδια και τα πρόσωπα. Σε πολλά αντικείμενα οι 'επιστημονικές' υποθέσεις ήταν στενά αναμεμιγμένες με μαγικές και θρησκευτικές ιδέες. Αυτό ενοχλεί τους ιστορικούς που θέλουν να περιγράψουν το παρελθόν ακριβώς όπως ήταν αλλά χωρίς να αποδώσουν τιμές σ' αυτό που οι ίδιοι θεωρούν δεισιδαίμονες ανοησίες. Αυτό δεν ενοχλούσε τον συγγραφέα του Περί της Ιερής Νούσου, που περιγελούσε την ιατρική του ναού και θεωρούσε την υγεία και την αρρώστια καθαρά φυσικά φαινόμενα ή τον συγγραφέα του Περί Αρχαίας Ιατρικής που απέρριπτε την φιλοσοφία επειδή ήταν πολύ απόμακρη για ιατρική χρήση. Οι πραγματείες του Γαληνού για την φύση της επιστήμης σκιαγραφούν την διαμάχη μεταξύ εμπειρικών και θεωρητικών τον 2ο αιώνα μΧ.
Σε αντίθεση με αυτές τις τοπικές φιλονικίες, ο Πλάτων προσπάθησε να χτίσει μια φιλοσοφία που συνδύαζε την τεχνική υπεροχή με την θρησκεία και μια συστηματοποιημένη πολιτική. Τον βοήθησαν διαπρεπείς επιστήμονες. Ξεκινώντας από τις θεϊκές ιδιότητες της κρίσης, της σύνεσης και της σοφίας (Νόμοι 892b2 κε.), ο Πλάτων πρόβαλε ως αξίωμα ότι οι βασικοί νόμοι του σύμπαντος πρέπει να είναι απλοί και διαχρονικοί. Οι κανονικότητες που παρατηρούνται, είπε, δεν αποκαλύπτουν βασικούς νόμους. Εξαρτώνται από την ύλη που είναι ένας παράγοντας αλλαγής. Ακόμα και τα πιο καλά εδραιωμένα αστρονομικά γεγονότα δεν διαρκούν για πάντα (Πολιτεία 530a8 κε.) Συνεπώς για να βρούμε τις αρχές, ας πούμε, της κίνησης των πλανητών είναι αναγκαίο να αναπτύξουμε μαθηματικά μοντέλα 'και να αφήσουμε τα φαινόμενα των ουρανών κατά μέρος' (Πολιτεία 530b7 κε.). Όλως παραδόξως, αυτό το απόσπασμα διασύρθηκε από επιστήμονες, οι οποίοι, έχοντας πλήρη επίγνωση των πολλών παρεκκλίσεων που κρύβουν την 'καθαρή περίπτωση' (διαταραχές, επιδράσεις της παλιρροιακής τριβής, μετάπτωση, ατμοσφαιρική διάθλαση, αστοχία οργάνων, υποκειμενικά σφάλματα, κλπ, στη περίπτωση της κίνησης των πλανητών), συχνά ξεκινούσαν με θεωρίες και λάβαιναν υπόψη τους τις παρατηρήσεις μόνο αργότερα. Η θεωρία είναι που μας διδάσκει τι είναι οι παρατηρήσεις και τι σημαίνουν, είπε ο Αϊνστάιν. Σημαντικές ανακαλύψεις (η σταθερότητα του πλανητικού συστήματος, οι λεπτομέρειες της κίνησης Μπράουν, ο σωματιδιακός χαρακτήρας του φωτός, οι σχέσεις αβεβαιότητας) έγιναν προχωρώντας με αυτόν τον τρόπο.
Εντούτοις δεν ήταν αυτή η διαδικασία που πρόκρινε ο Αριστοτέλης. Παίρνοντας την εμπειρία στην ονομαστική της αξία, προσπάθησε να συμφιλιώσει τις παρατηρήσεις, την κοινή λογική και την αφηρημένη σκέψη. Ήταν ο πρώτος συστηματικός φιλόσοφος της επιστήμης στην Δύση. Έθεσε πολλά από τα προβλήματα που συνθέτουν σήμερα το αντικείμενο και πρότεινε λύσεις που παραμένουν έγκυρες. Περιέγραψε τον τρόπο που τα γεγονότα μετατρέπονται σε έννοιες, και ακόμα παραπέρα, σε αρχές (Αναλυτικά ύστερα 99b35 κε.) και τον τρόπο που τα αντικείμενα προκαλούν τις αντιλήψεις (Περί Ψυχής 418a4 κε., 424a17 κε.). Για τον Αριστοτέλη αυτές ήταν φυσικές διαδικασίες που υπάκουαν στους γενικούς του νόμους για την κίνηση και εξασφάλιζαν την συνοχή του εμπειρισμού του. Η συμπερασματική δομή που πρότεινε για τις εξηγήσεις εξυπηρετούσε την παρουσίαση, όχι την ανακάλυψη, της γνώσης: ο Αριστοτέλης δεν είχε σαφή θεωρία για την έρευνα. Εντούτοις μας άφησε παραδείγματα που δείχνουν τι έκανε.
Άρχιζε με τα 'φαινόμενα'. Αυτά μπορούσαν να είναι παρατηρήσεις, κοινές αντιλήψεις, παραδοσιακές δοξασίες, εννοιολογικές σχέσεις ή οι απόψεις προηγούμενων στοχαστών. Ο Αριστοτέλης χρησιμοποιούσε ειδικές ομάδες για να τα συγκεντρώνει· ίδρυσε ένα μουσείο φυσικής ιστορίας και μια βιβλιοθήκη χαρτών και χειρογράφων και έθεσε τα θεμέλια όλων των ιστοριών της Ελληνικής φιλοσοφίας, των μαθηματικών, της αστρονομίας, της ιατρικής και των μορφών διακυβέρνησης. Στη συνέχεια ανέλυε τα φαινόμενα σε ένα συγκεκριμένο τομέα· έβγαζε συμπεράσματα και αφαιρούσε τις αντιφάσεις, μένοντας πιστός στην παρατήρηση όταν ο τομέας ήταν εμπειρικός ή στην γλωσσική χρήση όταν ήταν αφηρημένος. Η αντίληψή του για τον χώρο, για παράδειγμα, διατηρεί την ιδέα ότι ο χώρος είναι κάτι που περιλαμβάνει είδη, αλλά με την έννοια του 'είναι εντός' απαλλαγμένη από παράδοξα. Τελικά, σχημάτιζε ορισμούς για να συγκεφαλαιώνει όσα είχε αποκομίσει. Μια γενική θεωρία της αλλαγής και της αλληλεπίδρασης, οι εννοιολογικές δυνατότητες που εξετάζονται, για παράδειγμα, στα Μετά τα φυσικά του, και μια θεωρία των μαθηματικών που εξηγούσε το πώς οι μαθηματικές έννοιες λειτουργούσαν στο κατά μεγάλο μέρος ποιοτικό του σύμπαν έπαιξαν τον ρόλο του πλαισίου εργασίας. Ο Αριστοτέλης επίσης ξεκίνησε και προχώρησε σημαντικά την σπουδή των κοινωνικών, βιολογικών και ψυχολογικών φαινομένων. 'Κανείς πριν από τον Δαρβίνο δεν είχε μεγαλύτερη συμβολή στην κατανόηση μας για τον ζώντα κόσμο από τον Αριστοτέλη', έγραψε ο E. Mayr, ένας κορυφαίος σύγχρονος βιολόγος.
Η απαρχή της μοντέρνας επιστήμης υπονόμευσε σημαντικά μέρη του Αριστοτέλειου εγχειρήματος. Ήταν μια σύνθετη διαδικασία η οποία ακόμα δεν έχει κατανοηθεί πλήρως. Κάποιοι πρώιμοι ιστορικοί και φιλόσοφοι την έχουν περιγράψει με έναν απλό και μεροληπτικό τρόπο. Δεν αποτελεί έκπληξη. Οι ίδιοι οι συμμετέχοντες τους παραπλάνησαν.
Έτσι ο Νεύτωνας ισχυρίστηκε ότι οι φυσικοί νόμοι θα μπορούσαν να αποκαλυφθούν συλλέγοντας 'φαινόμενα' (τα οποία γι' αυτόν ήταν είτε επί μέρους πειραματικά ευρήματα είτε παρατηρήσιμες κανονικότητες σαν τους νόμους του Κέπλερ), συνάγοντας συμπεράσματα, γενικεύοντάς τα 'εξ επαγωγής' και ελέγχοντας το αποτέλεσμα συγκρίνοντάς το με περισσότερα γεγονότα. Πίστευε ότι η βαρύτητα, οι νόμοι της κίνησης και οι βασικές ιδιότητες του φωτός είχαν ανακαλυφθεί και θεμελιωθεί με αυτήν ακριβώς την μέθοδο. Πρόσθεσε ότι οι γνωστοί νόμοι μπορούσαν να εξηγηθούν με 'υποθέσεις' και πρότεινε μια ποικιλία μοντέλων για να δώσει λογική στις ιδιότητες του φωτός και της ύλης.
Αυτή η εξήγηση προτείνει μια ιεραρχία που οδηγεί από παρατηρήσεις, μετρήσεις, χαμηλού επιπέδου γενικεύσεις και θεωρίες σε ολόκληρες επιστήμες και γενικευμένα θεωρητικά σχήματα. Πράγματι, μια τέτοια ιεραρχία για πολύ καιρό αποτελούσε το υπόβαθρο των συζητήσεων γύρω από την υποστήριξη, τις επιπτώσεις, την επεξηγηματική (αναγωγική) δύναμη και την σημασία των επιστημονικών δηλώσεων. Επιστήμονες σαν τον Herschel και τον Whewell, και φιλόσοφοι σαν τον Μιλ, τον Carnap, τον Hempel, τον Ernest Nagel, τον Πόπερ, επαγωγιστές και παραγωγιστές ομοίως, χρησιμοποίησαν το σχήμα, συγκαταλέγοντας ό,τι ρωγμές αντιλήφθηκαν, σε 'μαρτυρίες', 'αρχικές συνθήκες', 'βοηθητικές υποθέσεις', 'προσεγγίσεις', 'νόμους αντιστοιχίας' και σε προτάσεις 'ceteris paribus' (αν όλα τ' άλλα μείνουν σταθερά). Με έναν καθαρά φορμαλιστικό τρόπο προφύλαξαν την συνάφεια της γνώσης 'στην κορυφή' και της συνέχειάς της με ό,τι συνέβαινε 'από κάτω'.
Η κωδικοποίηση από τον Καντ της Νευτώνειας επιστήμης, η προσπάθεια των λογικών εμπειριστών να 'επανασκευάσουν' ή 'επεξηγήσουν' την επιστήμη μεταφράζοντας την σε μια ομοιόμορφη γλώσσα και η ιδέα μιας ομοιόμορφης επιστημονικής μεθόδου με κέντρο την φυσική αύξησαν ακόμα παραπέρα την εντύπωση του συμπαγούς. Οι εναπομείναντες ρωγμές σκεπάστηκαν κάνοντας διάκριση, κατά τον Herschel, ανάμεσα στο γενικό πλαίσιο της ανακάλυψης και το γενικό πλαίσιο τής επαλήθευσης: το να ανακαλύπτεις νέους νόμους, γεγονότα, θεωρίες μπορεί να είναι μια τελείως ανορθολογική διαδικασία - αλλά το να θεμελιώνεις και να παρουσιάζεις τι έχει ανακαλυφθεί υπόκειται σε αυστηρούς και ορθολογικούς κανόνες. Αυτή η υπέροχα αρμονική και μάλλον καταπιεστική μυθιστοριογραφία εξαρθρώθηκε βαθμηδόν από μια σειρά εξελίξεων στην φιλοσοφία, την ιστορία και την κοινωνιολογία της επιστήμης καθώς επίσης και στις ίδιες τις φυσικές και κοινωνικές επιστήμες.
Προβλήματα συναντώνται ήδη στον Νεύτωνα. Συζητώντας την εξαγωγή του νόμου του για τη βαρύτητα, παραδέχεται ότι οι νόμοι τού Κέπλερ δεν είναι αυστηρώς ορθοί αλλά αποφασίζει να αγνοήσει 'αυτά τα μικρά και ανάξια λόγου σφάλματα' (Principia, αγγλική μτφρ Andrew Motte (1729), 401) που σημαίνει ότι οι εμπειρικές προκείμενές του είναι εξιδανικεύσεις. Ξεκινώντας από αυτό το σημείο, ο Duhem υποστήριξε ότι όλες οι πειραματικές αναφορές και οι χαμηλού επιπέδου νόμοι είναι εξιδανικεύσεις και ότι οι αντίστοιχες θεωρίες δεν περιγράφουν τίποτα, ενώ ο Cartwright έδειξε ότι τέτοιες θεωρίες είναι σχεδόν πάντα λανθασμένες.
Ο Νεύτωνας επίσης έδωσε διαφορετική βαρύτητα σε διαφορετικά φαινόμενα. Όντας αντιμέτωπος με γεγονότα που αντέφασκαν στις απόψεις του (για το φως), ξεκαθάρισε ότι τα δικά του αποτελέσματα είχαν ήδη αποφανθεί για το πρόβλημα. Ξανά παραδέχτηκε στην πράξη ό,τι είχε αρνηθεί στην φιλοσοφία, συγκεκριμένα ότι η συγκέντρωση δεδομένων εμπλέκει προσωπικές εκτιμήσεις. Πιο πρόσφατες έρευνες (Pickering, Galison, Rudwick και άλλοι), έχουν προσθέσει ότι τα επιστημονικά γεγονότα συνίστανται σε αψιμαχίες και συμβιβασμούς , ότι παγιώνονται καθώς απομακρύνονται από την αρχή προέλευσής τους, ότι κατασκευάζονται μάλλον παρά αποτελούν αναγνώσεις της φύσης, και ότι οι δραστηριότητες που τα παράγουν ή/και τα ταυτοποιούν σχηματίζουν σύνθετες και, όσον αφορά τη θεωρία, σχετικά αυτοδύναμες κουλτούρες. Ακόμα και νόμοι και θεωρίες που ανήκουν στο ίδιο γενικό πεδίο μπορούν να διαιρεθούν σε διαφορετικά πεδία με διαφορετικά κριτήρια. Υπάρχουν πολλές ασυνέχειες στην δήθεν ιεραρχία από το γεγονός στην θεωρία.
Εν τω μεταξύ ιστορικοί και κοινωνιολόγοι ρίχνουν μια νέα ματιά στα κέντρα εξουσίας, τα ινστιτούτα και τις κοινωνικές ομάδες· επισημαίνουν ότι οι επιστήμονες συχνά εξαρτώνται από το πατρονάρισμα και ότι διαλέγουν τα προβλήματά τους και τις μεθόδους τους σύμφωνα με αυτό· ερευνούν το πώς όργανα σαν το τηλεσκόπιο, το μικροσκόπιο, την αντλία αέρα, ή τα πειράματα σταγόνας ελαίου του Millikan μπορούσαν να παράγουν γεγονότα και να αλλάξουν απόψεις πολύ πριν εξηγηθούν θεωρητικά· καταγράφουν την πορεία των μεταβαλλόμενων σχέσεων μεταξύ φιλοσόφων (που είχαν ορίσει την πραγματικότητα), μαθηματικών (που είχαν ταξινομήσει τα συμβάντα σ' αυτήν) και τεχνιτών (που τους είχε αναγνωριστεί η επιδεξιότητα αλλά τους είχε απορριφθεί η κατανόηση). Σε ένα πιο θεωρητικό επίπεδο εξερευνούν τον ρόλο όρων που δεν σχετίζονται άμεσα με την παρατήρηση και που περιγράφουν το πώς ακόμα και σχετικά απλές ενέργειες αντίληψης (όπως το να δεις μια μύγα) βαθμηδόν διαχωρίστηκαν σε διαδικασίες (μετάδοση του φυσικού φωτός· φυσιολογική αντίδραση του ματιού και του εγκέφαλου· ‘νοητικά’ φαινόμενα) των οποίων η αμοιβαία συνοχή αποτελεί ακόμα πρόβλημα.
Ο ρόλος της εμπειρίας αναδεικνύεται τεραστίως πιο σύνθετος από ότι είχαν υποθέσει οι εμπειριστές μέχρι και συμπεριλαμβανομένων των μελών του Κύκλου της Βιέννης. Η κοινή λογική και επιστήμες σαν την βιολογία, την μετεωρολογία, τη γεωλογία, την ιατρική παρέχουν άφθονες μαρτυρίες για κανονικότητες και εξαιρέσεις. Φύση είναι ό,τι συμβαίνει πάντα, ή σχεδόν πάντα, είπε ο Αριστοτέλης (Περί ζώων μορίων [De partibus animalium] 663b27 κε.). Έτσι η πίστη σε άκαμπτους νόμους της φύσης που ενέπνευσε τον Γαλιλαίο, τον Ντεκάρτ και τους συνεχιστές τους, που έδωσε αφορμή σε σπουδαίες θεωρητικές αναπτύξεις και έγινε αποφασιστικό συστατικό τής μοντέρνας φυσικής, όχι μόνο δεν βασίστηκε στην εμπειρία αλλά συγκρούστηκε μαζί της σε πολλά πεδία. Αυτό διεύρυνε ακόμα περισσότερο το χάσμα μεταξύ κοινής λογικής, ποιοτικής γνώσης και το βαθμιαίως αναδυόμενο οικοδόμημα της μοντέρνας επιστήμης.
Το οικοδόμημα άρχισε να καταρρέει στον εικοστό αιώνα. Τα Μαθηματικά, φαινομενικά η πιο ασφαλής και καλά θεμελιωμένη επιστήμη, χωρίστηκε σε σχολές με διαφορετικές φιλοσοφίες και διαφορετικές συνθήκες για τα αποδεκτά αποτελέσματα. Οι λογικοί υποστήριζαν ότι τα μαθηματικά ήταν μέρος της λογικής και συνεπώς τόσο αναμφισβήτητα και ακαταμάχητα όσο κι αυτός ο κλάδος. Οι ενορατιστές ερμήνευσαν τα μαθηματικά σαν ανθρώπινο εγχείρημα και συμπέραναν, για παράδειγμα, ότι ορισμένα θεωρήματα και μέθοδοι του Cantor δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά. Προσπαθώντας να σώσει αυτόν αλλά και άλλους τομείς των κλασσικών μαθηματικών, ο Χίλμπερτ και οι συνεργάτες του τυποποίησαν τις σχετικές αποδείξεις και εξέτασαν τις προκύπτουσες δομές με έναν τρόπο που ικανοποιούσε τα κριτήρια των ενορατιστών. Το πρόγραμμα κατάρρευσε όταν ο Γκαίντελ έδειξε ότι η ιδέα των μαθηματικών σαν περιεκτικό και αποδεικτικά συνεπές σύστημα ήταν ασυμβίβαστη. Ακολουθώντας τον Αϊνστάιν οι Reichenbach, Grünbaum, και Michael Friedmann ανέπτυξαν νέες φιλοσοφίες πάνω στον χώρο, το χρόνο και την επιβεβαίωση, ενώ η κβαντομηχανική άνοιξε μια άβυσσο μεταξύ του χωροχρόνου και της ύλης και έκλεισε την παραδοσιακή άβυσσο μεταξύ παρατηρητή και πραγματικότητας με τρόπο που προβληματίζει τους επιστήμονες και προκαλεί στους φιλόσοφους ταραχή. Ο Wittgenstein και ο Quine αποκάλυψαν τους ευσεβείς πόθους που είναι συνυφασμένοι στον λογικό εμπειρισμό· βιολόγοι, χημικοί, ιστορικοί, κοινωνικοί επιστήμονες με την βοήθεια φιλοσόφων επαναξίωσαν μια ανεξαρτησία που κατείχαν κατά τον 19ο αιώνα, ενώ η 'Νέα Ιστορία' κατέκτησε επίπεδα συμπαγότητας που πριν ήταν αδιανόητα. Περιστοιχισμένος από τα ερείπια άλλοτε καλών θεμελιωμένων προτύπων γνώσης, ο Kuhn, στα 1962, πρότεινε μια νέα και, για τους περισσότερους φιλοσόφους, μάλλον ανατρεπτική αφήγηση της επιστημονικής αλλαγής. Σαν τον Αριστοτέλη, ο Kuhn έδωσε έμφαση στον συνεργατικό χαρακτήρα της επιστήμης και τον ρόλο των από κοινού χρησιμοποιούμενων γεγονότων, εννοιών, διαδικασιών. Αλλά υποστήριξε επίσης ότι η αλλαγή (η 'εξέλιξη' στις παλαιότερες φιλοσοφικές εκδοχές) θα μπορούσε να διαρρήξει όλους τους λογικούς δεσμούς με το παρελθόν. Υιοθετώντας τις απόψεις του, κάποιος δεν θα μπορούσε πλέον να υποθέτει ότι η επιστήμη επισωρεύει γεγονότα ή ότι οι θεωρίες μπορούν να αναχθούν, κατά προσέγγιση, στις πιο ακριβόλογες και πιο περιεκτικές διάδοχές τους.
Το βιβλίο του Kuhn, Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων, ήταν η τελευταία μεγάλη απόπειρα μέχρι τώρα να υποταχθεί μια περίπλοκη πρακτική, η επιστήμη, στην αφηρημένη σκέψη. Συγκρούστηκε με σημαντικά συστατικά του ρασιοναλισμού. Μετά το 1962 οι φιλόσοφοι προσπάθησαν ή να ενισχύσουν αυτά τα συστατικά είτε να αποδείξουν ότι δεν βρίσκονταν σε κίνδυνο, ή εισήγαγαν λιγότερο δεσμευτικούς κανόνες ή διαφορετικά εστιάστηκαν σε προβλήματα φαινομενικά ανέγγιχτα από τον Kuhn. Παλαιότερες προσεγγίσεις παράγουν ακόμα ενδιαφέροντα αποτελέσματα (παράδειγμα η κατά Bayes αναβίωση από τον Achinstein των συζητήσεων του 19ου αιώνα για το φως και την ύλη, που φαινόταν να απαιτεί μια λιγότερο συστηματική αφήγηση). Η συζήτηση μεταξύ ρεαλισμού και εμπειρισμού, που άλλαξε με την άφιξη της κβαντομηχανικής και οξύνθηκε με τις παρεμβάσεις των G. Maxwell, Richard Boyd, Ernan McMullin, Putnam, van Fraassen, Cartwright και άλλων, είναι ζωντανή όσο ποτέ. Ήδη πριν τον Kuhn ορισμένοι συγγραφείς είχαν επιλέξει γνωστικά μοντέλα επιστημονικής γνώσης που είναι νατουραλιστικά - δεν κάνουν διαχωρισμό ανάμεσα σε λογικούς και εμπειρικούς 'νόμους της σκέψης' - και βασίζονται σε επιμέρους μόνο ορθολογικά πρότυπα προσαρμογής. Άλλοι είχαν δώσει έμφαση σε λεπτομέρειες και εναντιώθηκαν σε πρόωρες γενικεύσεις. Αυτοί οι ερευνητές εκτιμούν όσα έκανε ο Kuhn αλλά πιστεύουν ότι η προσέγγισή του είναι ακόμα πάρα πολύ αφηρημένη. Μελετούν συγκεκριμένα γεγονότα, παίρνουν συνεντεύξεις, εισβάλουν σε εργαστήρια, προκαλούν επιστήμονες, εξετάζουν τις τεχνολογίες τους, την εικόνα τους προς τα έξω, τις αντιλήψεις τους και εξερευνούν τους συχνά άγριους ανταγωνισμούς μεταξύ απόψεων, σχολών και μεμονωμένων ερευνητικών ομάδων. Ανακεφαλαιώνοντας τα συμπεράσματά τους μπορούμε να πούμε ότι το πρόβλημα δεν είναι πλέον πώς να αρθρωθεί ο μονόλιθος της επιστήμης αλλά τι να γίνει με την διασπαρμένη συλλογή από προσπάθειες που την έχουν αντικαταστήσει.
Ένα ζήτημα που συχνά έχει αγνοηθεί ή έχει αντιμετωπιστεί με έναν δογματικό τρόπο είναι η αυθεντία της επιστήμης. Είναι η επιστήμη η καλύτερη μορφή γνώσης που κατέχουμε ή είναι απλώς αυτή που έχει την μεγαλύτερη επιρροή; Αυτός ο τρόπος να τίθεται το ερώτημα έχει καταντήσει τώρα απηρχαιωμένος. Η επιστήμη δεν είναι ένα πράγμα, είναι πολλά· δεν είναι κλειστή αλλά ανοιχτή σε νέες προσεγγίσεις. Αντιρρήσεις στην καινοτομία και στις εναλλακτικές λύσεις προέρχονται από συγκεκριμένες ομάδες με κατοχυρωμένα συμφέροντα κι όχι από την επιστήμη σαν σύνολο. Είναι συνεπώς δυνατό να κερδηθεί η κατανόηση και να λυθούν προβλήματα συνδυάζοντας κομμάτια και θρύψαλα της 'επιστήμης' με εκ πρώτης όψεως 'μη επιστημονικές' γνώμες και διαδικασίες. Η αρχιτεκτονική, η τεχνολογία, η δουλειά στην τεχνητή νοημοσύνη, την επιστήμη της διοίκησης, την οικολογία, τη δημόσια υγεία και την κοινωνική ανάπτυξη αποτελούν τέτοια παραδείγματα. Καθαρά θεωρητικά αντικείμενα έχουν επωφεληθεί από ξένες επεμβάσεις. Κάποιος μπορεί να πετύχει ακόμα και μένοντας τελείως εκτός 'επιστήμης'. Πολλοί μη επιστημονικοί πολιτισμοί υποστήριξαν τα μέλη τους υλικά και πνευματικά. Βέβαια αντιμετώπισαν δυσκολίες - αλλά το ίδιο έπαθε και ο βασισμένος στην επιστήμη Δυτικός πολιτισμός μας. Ο παλιός ανταγωνισμός ανάμεσα σε πρακτική και θεωρία και ο σχετιζόμενος ανταγωνισμός ανάμεσα σε 'επιστημονικές' και 'μη επιστημονικές' προσεγγίσεις μπορεί να επιβιώνει ακόμα στην πράξη, ή σύμφωνα ,με κάποια αρχαϊκά σλόγκαν· εντούτοις έχει χάσει την περισσότερη από την φιλοσοφική του δηκτικότητα.
Όταν δεν υπάρχει γύρω μας τίποτα αληθινό, πώς να υποψιαστούμε ότι όλα είναι ψεύτικα;
Μιχαήλ Μπακαούκας :
1)Η σημασία της Προσωκρατικής Φιλοσοφίας για μας σήμερα
2)Ο Δρ Κων/νος Ι Βαμβακάς με το άρθρο του “Προσωκρατικοί: Οι Θεμελιωτές της Φυσικής Επιστήμης” (Χημικά Χρονικά Τεύχος 10, Οκτώβριος, 2001, 279-282) τεκμηριώνει άψογα την επιστημονικότητα της προσωκρατικής φιλοσοφίας από την άποψη των θετικών επιστημών. Το παρόν άρθρο πραγματεύεται την επιστημονικότητα της προσωκρατικής φιλοσοφίας από την άποψη των μελετητών της αρχαίας φιλοσοφίας, η οποία, όπως θα δούμε, αν και με διαφορετικό τρόπο, συμπίπτει με την άποψη των θετικών επιστημών (και ιδιαίτερα της χημείας). Η διεπιστημονικότητα αποκτά νόημα στη μελέτη της προσωκρατικής φιλοσοφίας.
Ανακεφαλαιώνοντας τα συμπεράσματα της σύγχρονης έρευνας για τους προσωκρατικούς δεν θα ήταν άτοπο να ισχυρισθούμε ότι η ιστορία της προσωκρατικής φιλοσοφίας, όπως τη διασώζουν οι πηγές, είναι μια διαλεκτική, φιλοσοφική διαμάχη. Mία φιλοσοφική διαμάχη μεταξύ των θεωρητικών της ενότητας (Ελεάτες) και των θεωρητικών της πολλαπλότητας του σύμπαντος (Ίωνες, Πυθαγόρειοι, Εμπεδοκλής, Αναξαγόρας, Ατομικοί).
Συνοπτικώς, η προσωκρατική φιλοσοφική διαμάχη έχει ως εξής. Πρώτος ο μονιστής Παρμενίδης χρησιμοποίησε τα πυθαγόρεια σημεία, για να ασκήσει κριτική στην ιωνική, πυθαγόρεια και ηρακλείτεια υλική μονάδα. Έπειτα, οι μαθητές του Παρμενίδη Ζήνων και Μέλισσος χρησιμοποίησαν την υλική μονάδα των συγχρόνων τους πλουραλιστών Εμπεδοκλή και Αναξαγόρα, για να δείξουν ότι, αφού είναι απείρως διαιρετή, δεν ικανοποιεί την ελεατική λογική. Τέλος, οι πλουραλιστές Ατομικοί, αφού, κατά τον Αριστοτέλη ενέδωσαν στην ελεατική λογική και χρησιμοποίησαν "ατομικά μεγέθη" (Φυσ. Α 3, 187a1-3), τελικώς επιχείρησαν να ανασκευάσουν την ελεατική θεωρία. Αυτή είναι η επικρατέστερη ερμηνεία όσον αφορά την εξέλιξη των προσωκρατικών φιλοσοφικών συστημάτων.
Η ιστορία λοιπόν της προσωκρατικής φιλοσοφίας δεν είναι παρά η ιστορία μιας φιλοσοφικής διαμάχης. Από τον πλατωνικό Σοφιστή (246a) και εξής αυτή η αρχαία φιλοσοφική διαμάχη στη σύγχρονη βιβλιογραφία και εν γένει στην ιστορία των ιδεών είναι γνωστή ως διαμάχη μεταξύ των πλουραλιστών και των μονιστών 3. Eίναι επίσης γνωστή ως διαμάχη μεταξύ των αρχαίων υλιστών και ιδεαλιστών ή αλλιώς ως σύγκρουση του κόσμου του Ηρακλείτου με τον κόσμο του Παρμενίδη, ήτοι του κόσμου του γίγνεσθαι (της συνεχούς μεταβολής, εναλλαγής, γένεσης και φθοράς) και του κόσμου του είναι, ήτοι της ενιαίας αδιαφοροποίητης πραγματικότητας. 4.
Ποια είναι η αξία αυτής της φιλοσοφικής διαμάχης; Μήπως οδήγησε τους αρχαίους Έλληνες, λ.χ., στην ανακάλυψη των ηλεκτρονίων ή στην εύρεση της αιτίας των σεισμών; Όχι βέβαια, μια και η προσωκρατική φιλοσοφία είναι εμφανώς “αντιβακώνεια”. Δηλαδή, δεν στηρίζει τα συμπεράσματά της σε εμπειρική, ακριβή “μικροκοπική” ή “τηλεσκοπική” γνώση, την οποία άλλωστε οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν τα μέσα να την αποκτήσουν 5. Ένα βασικό ερώτημα που ετέθη από σύγχρονους ερμηνευτές είναι “κατά πόσον η προσωκρατική έρευνα για τη φύση των πραγμάτων είναι επιστημονική”. O μη επιστημονικός χαρακτήρας της προσωκρατικής φιλοσοφίας έχει υποστηριχθεί από τον Cornford 6. Aυτή η θέση όμως στη σύγχρονη έρευνα θεωρείται ακραία 7.
Το παράδειγμα των σεισμών θα μάς βοηθήσει να κατανοήσουμε ποια τελικώς είναι η συνεισφορά των “αντιβακώνειων” Προσωκρατικών στη φιλοσοφία και στην επιστήμη του Δυτικού πολιτισμού. Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογική παράδοση, οι σεισμοί οφείλονται στην “μήνιν” του Ποσειδώνος 8. Οι Προσωκρατικοί, όμως, επιχείρησαν να δώσουν μία επιστημονική (για τα μέτρα της εποχής τους) εξήγηση των σεισμών. Οι πρώτες θεωρίες σεισμογένεσης διατυπώθηκαν από τους Προσωκρατικούς. Ειδικότερα, ο Δημόκριτος θεωρούσε ότι το νερό της βροχής με την ανακατανομή του στα κοιλώματα της γης προκαλεί σεισμούς. Κατά τον Αναξιμένη, οι σεισμοί προκαλούνται από την υγρασία και τη ξηρασία που προκαλούν ρήγματα στη γη. Ο δε Αναξαγόρας πίστευε ότι το θερμό “πυρώδες” στοιχείο εισχωρεί στα κοιλώματα της γης και τη συγκλονίζει. Κατά τον Αριστοτέλη, αυτές οι προσωκρατικές θεωρίες δεν συμφωνούν με τα εμπειρικά σεισμικά γεγονότα 9.
Ωστοσο, η αριστοτελική παράδοση ακολουθεί εμφανώς τα βήματα των Προσωκρατικών, όταν εξηγεί τον σεισμό ως ένα φυσικό φαινόμενο, το οποιο “αλλάζει” τη μορφή της γης (Περι κόσμου 397α5, 19-24). Ήτοι, οι Αριστοτελικοί συνδέουν τους σεισμούς με το πρόβλημα που απασχολούσε τους Προσωκρατικούς, το πρόβλημα της μεταβολής που παρατηρείται στη φύση. Όπως το θέτει ο Popper:
“αυτό το γενικό πρόβλημα είναι φιλοσοφικό. Όντως, στον Παρμενίδη και στον Ζήνωνα σχεδόν γίνεται λογικό πρόβλημα. Πως είναι (λογικώς) δυνατή η μεταβολή; Πως ένα πράγμα μπορεί να αλλάξει χωρίς να χάσει την ταυτότητά του; Εάν παραμένει το ίδιο, δεν αλλάζει. Όμως, εάν χάνει την ταυτότητά του, τότε δεν είναι το πράγμα που ήταν πριν αλλάξει” (Popper, Back to the Presocratics, 14).
Το πρόβλημα της μεταβολής δεν είναι αντι-επιστημονικό, μια και, τηρουμένων των αναλογιών, η σύγχρονη χημεία ασχολείται με τα φαινόμενα μεταβολής της ύλης (φυσικά, χημικά και πυρηνικά). Έχοντας ως κριτήριο τη γνώση της σύγχρονης χημείας, θα μπορούσαμε ενδεχομένως να εξετάσουμε κριτικώς τα προσωκρατικά αποσπάσματα, για να αποσαφηνίσουμε “ποιο είδος μεταβολής είχαν στο νου τους οι Προσωκρατικοί, τη φυσική, τη χημική ή την πυρηνική μεταστοιχείωση” (πρόταση έρευνας).10 Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι κατά την προσωκρατική περίοδο ήταν γνωστή μόνο η ποσοτική ή μηχανική μείξη συστατικών στοιχείων (πχ. νερό+χώμα=λάσπη), ενώ η χημική μείξη ήταν άγνωστη. Γι' αυτό και, όπως επισημαίνει ο Αpelt, ο Μέλισσος δεν μπορούσε να δεχθεί ότι με την ποσοτική αναδιάταξη και μείξη στοιχείων, όπως την θέτουν οι πλουραλιστές κοσμολόγοι, προκύπτει ένα ενιαίο, ομογενές μείγμα (εν εκ πλειόνων MXG 974a24). Η χημική μείξη παρουσιάζεται για πρώτη φορά στον Αριστοτέλη (Περί γεν. 327 Ι. 10).11
Επιπλέον, όπως είδαμε, το πρόβλημα της μεταβολής στους Προσωκρατικούς έγινε αντικείμενο κριτικού διαλόγου και ορθολογικής συζήτησης. Δεν πρέπει να κρίνουμε τους Προσωκρατικούς με βάση τα εμπειρικά στοιχεία που δεν είχαν λόγω έλλειψης τεχνολογίας. Κατά τον Popper, το σημαντικό στοιχείο είναι ότι οι Προσωκρατικοί είχαν αναπτύξει μεταξύ τους έναν “κριτικό διάλογο”, μία “λογική συζήτηση” πέρα από δόγματα και προκαταλήψεις (Popper, Back to the Presocratics, 8 κε.)
Οι Προσωκρατικοί αρέσκονται σε σωρεία επαγωγικών και παραγωγικών συλλογισμών μόνο και μόνο, για να υποστηρίξουν το πλουραλιστικό ή μονιστικό επιχείρημά τους. Και εκεί ακριβώς , κατά τον Popper, εντοπίζεται το μεγαλείο τους. Ήτοι, οι Προσωκρατικοί φιλόσοφοι είναι “αντιβακώνειοι” και αντιδογματικοί. Χρησιμοποιούν την παραγωγική σκέψη, η οποια "μάς βοηθεί να υπερβούμε τα χάσματα και την αβεβαιότητα της επαγωγής"12. Οι φιλοσοφικές διαμάχες τους και ο κριτικός διάλογος των θεωρίων τους δημιούργησαν τη Δυτική αντιδογματική παράδοση των “υποθέσεων” και της ελεύθερης κριτικής (Popper, Back to the Presocratics, 23)
Σε αυτό, λοιπόν, το αντιδογματικό πλαίσιο, όλοι οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι, σύμφωνα με σύγχρονη έρευνα, επιχείρησαν να προσδιορίσουν το έσχατο συστατικό "στοιχείο" της υλικής πραγματικότητας - επιδιώκοντας να βρουν την ουσία και τη φύση των πραγμάτων, ήτοι το ον. Κατ' ουσίαν, όλοι οι αρχαίοι Έλληνες φιλοσοφοι, από τους Προσωκρατικούς έως το Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, θέτουν το εξής ερώτημα: "τίνος είδους πράγματα ερευνούμε, όταν αναζητούμε επιστημονικούς ορισμούς αντικειμένων" (τί έστι το ον;) [Αριστ. Μετά τα Φυσικά Ζ Ι 1028b2- 4); Πρόκειται για πράγματα διαφορετικού είδους από την πληθώρα των καθημερινών πραγμάτων; Kατά τον Πλάτωνα, αφενός, υπάρχουν τα πολλά, αισθητά πράγματα, όπως λχ. υπάρχουν πολλά διαφορετικά όμορφα αντικείμενα. Αφετέρου, υπάρχει η οντότητα (ή ιδέα) του 'όμορφου' που είναι μόνο μία. Η πολλαπλότητα και πληθώρα των διαφορετικών όμορφων πραγμάτων δεν μας απαντά το ερώτημα 'τι είναι το όμορφο', ήτοι, 'ποια είναι η φύση του όμορφου'. Με την ίδια λογική, οι Ελεάτες θεωρούν ότι στον φαινομενικό κόσμο της δόξας (των φυσιολόγων και των κοινών θνητών) ένα υλικό συστατικό στοιχείον, όπως είναι το ηρακλείτειο πυρ, μεταστοιχειώνεται και παίρνει πολλές διαφορετικές μορφές, οι οποίες όμως δεν μας εξηγούν τη φύση των πραγμάτων. Τη φύση ενός συστατικού στοιχείου ή ενός αντικειμένου μάς την εξηγούν οντότητες, τις οποίες οι Ελεάτες ονομάζουν εν ον, ο Πλάτων ιδέα, ο Αριστοτέλης ουσία, ενώ οι μεταγενέστεροι φιλόσοφοι αποκαλούν 'universals'. Όλοι οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι επιχείρησαν να βρουν "εκέινο το συστατικό που κάνει ένα αντικείμενο αυτό που είναι στην πραγματικότητα", ήτοι την ουσία ενός αντικειμένου13. Υπ' αυτήν την έννοια, οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι εντάσσονται οργανικώς στην ιστορία της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας αποτελώντας με αυτήν μια ενότητα. Πρώτοι οι Προσωκρατικοί στην ιστορία των ιδεών έθεσαν το εννοιολογικό πλαίσιο όλης της αρχαίας ελληνικής, αλλά και γενικότερα της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας και επιστήμης. Σ' αυτό το εννοιολογικό πλαίσιο, οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι επιχείρησαν να βρουν τη φύση των πραγμάτων. Αυτή η μέθοδος -κατά τον Παρμενίδη- είναι η μοναδική επιστημονική μέθοδος έρευνας (μόνη οδός διζήσιος απ. 2.2). Πέραν, λοιπόν, των εύλογων διαφορών τους, βασικός στόχος όλων των προσωκρατικών φιλοσόφων ήταν ο προσδιορισμός της φύσης των πραγμάτων (rerum natura) σε όλους τους (τότε γνωστούς) τομείς του επιστητού. Ο επιστημονικός και φιλοσοφικός διάλογος για την εύρεση της φύσης των πραγμάτων άρχισε με τις φιλοσοφικές διαμάχες των Προσωκρατικώνν και έκτοτε συνεχίζεται σε παλαιές και "Νέες Εποχές".
1. Ο Δρ Μιχαήλ Μπακαούκας διδάσκει φιλοσοφία στο Τμήμα Στατιστικής και Ασφαλιστικής Επιστήμης, του Παν. Πειραιώς και στη ΣΕΛΕΤΕ.
2. Επαυξημένο απόσπασμα από το βιβλίο: του Μιχαήλ Μπακαούκα, Οι Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι. Συνοπτική Κριτική Ιστορία της Προσωκρατικής Φιλοσοφίας, Εκδόσεις Ηλίας Ι. Μπαρτζουλιάνος, Αθήνα, 2002. Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε και στα Χημικά Χρονικά, Τεύχος 12, Δεκ. 2002, 406-407
3. D. Furley- R.E. Αllen, The Eleatics and the Pluralists, ΙΙ, Routledge, London, 1975
4. F.M. Cornford, Plato’s Theory of Knowledge, Routledge, 1970, 5th ed., σελ. 220-248 – A. P. D. Μοurelatos, The Route of Parmenides, London, σελ. 133
5. James Jeans, Physics and Philosophy, New York 1981, 18 [1st ed. 1943]
6. F.M. Cornford, “Was the Ionian Philosophy Scientific?”, The Journal of Hellenic Studies 62 (1942), 1-7 – [του ιδίου], The Unwritten Philosophy, Cambridge, 1950 και [του ιδίου], Principium Sapientiae, Cambridge, 1952
7. Βλ. σχετικώς Gr. Vlastos, "Zeno of Elea", Encyclopaedia of Philosophy, Paul Edwards (ed.), New York, vol. 8, σελ. 369-79 – Karl Popper, "Back to the Presocratics", in M. - J. Petersen (ed.), Karl Popper. The World of Parmenides, Routledge, UK, 1998 - J. Barnes, The Presocratic Philosophers, Routledge, London and New York, 1993, σελ. 653 [3η εκδ. αναθεωρημένη, 1η εκδ. 1979] – I. Γ. Δελλής, Η Συμβολή της Αρχαίας Ατομικής Θεωρίας στην πρόοδο της φυσικής τον 17ο αι., Εκδόσεις Παν/μίου Πατρών, 1998, σελ. 12-13 – Μ. Planck, The Philosophy of Physics, London, 1936, σελ. 68-69 – Erwin Schrődinger H Φύση και οι Έλληνες, μτφρ. δρ Θ. Γραμμένος, Τραυλός-Κωσταράκη, 1995, 9-115 [1η εκδ. Cambridge Univ. Press, 1954).
8. Β Φάκλαρης, “Οι σεισμοί στην αρχαιότητα”, Βήμα Νέες Εποχές, 12 Δεκ. 1999
9. Βλ. Η. Cherniss, Aristotle's Criticism of Presocratic Philosophy, Octagon Books, New Yorκ, 1983 [4η εκδ.- 1η εκδ. 1935], σ. 207-209, 332 – Μ. Μπακαούκας, "ΟΙ ΑΡΧΑΙΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΕΙΣΜΟΓΕΝΕΣΗ", Αντί 704 (2000), 47 – [του ιδίου], "ΟΙ ΣΕΙΣΜΟΙ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ", Ιστορία Εικονογραφημένη 380 (2000), 121.
10. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να ευχαριστήσω το χημικό Γ. Λεμπέση, ο οποίος με βοήθησε να κατανοήσω την επιστημονική αποστολή της Χημείας. Βλ. και Στέλιος Λιοδάκης, Χημεία, ΟΕΔΒ, Αθήνα, 2000, 17.
11. Βλ. σχετικώς Ο. Αpelt, "Melissus bei pseudo-Aristoteles", Jahrbűcher fűr classische Philologie, 1886, σελ. 739 κε. - H.H. Joachim, "Aristotle's Conception of Chemical Combination", Journal of Philology 29 (1904), σελ. 72-86 – W. Guthrie, A History of Greek Philosophy, II, Cambridge University Press, 1965 σελ. 116, υποσ. 2 - J. E. Bolzan, "Chemical Combination according to Aristotle", Ambix 23 (1976), σελ. 134-144 - R. A. Horne, "Aristotelian Chemistry", Chymia 11 (1966), σελ. 21-27 - Cherniss, Aristotle's Criticism, σελ. 367-370 - James Bogen, "Fire in the Belly: Aristotelian Elements, Organisms, and Chemical Compounds", στο F. A. Lewis- R. Bolton, Form Matter and Mixture in Aristotle, Blackwell, 1996, σελ. 183-216 - Μιχ. Μπακαούκας, Η "π ε ρ ί τ ο υ μ ή όν τ ο ς ή π ε ρ ί φ ύ σ ε ως" πραγματεία του Γοργία. Μία επιστημολογική ανάλυση. Η οντολογική διαμάχη Ελεατών-Ατομικών και η παρέμβαση του Γοργία, Διατριβή επί Διδακτορία, ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ, ΤΜΗΜΑ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ, ΑΘΗΝΑ 2001, 25-26, υποσ. 35 [Εθνικό αρχείο διδακτοροκών διατριβών: jasmin.ekt.gr και Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση 18 (2001), 314-318].
12. Karl Popper, “Introduction”, in M. - J. Petersen (ed.), Karl Popper. The World of Parmenides, Routledge, UK, 1998, σελ. 3 – S. Stebbing, Logic in Practice, Great Britain, 1934, σελ. 184-185 – N. A. Whitehead, Adventures of Ideas, Mentor Books, USA, 1962 (6η εκδ), σελ. 220-4
13. Hilary Staniland, Universals, Anchor Books, New York, 1972, 2-3 - A. Nehamas, "Self-Predication and Plato's Theory of Forms", American Philosophical Quarterly , 16 (1979), 98 κε. - Ρ. Curd, The Legacy of Parmenides. Eleatic Monism and Later Presocratic Thought, Princeton, 1998 228-242
1)Η σημασία της Προσωκρατικής Φιλοσοφίας για μας σήμερα
2)Ο Δρ Κων/νος Ι Βαμβακάς με το άρθρο του “Προσωκρατικοί: Οι Θεμελιωτές της Φυσικής Επιστήμης” (Χημικά Χρονικά Τεύχος 10, Οκτώβριος, 2001, 279-282) τεκμηριώνει άψογα την επιστημονικότητα της προσωκρατικής φιλοσοφίας από την άποψη των θετικών επιστημών. Το παρόν άρθρο πραγματεύεται την επιστημονικότητα της προσωκρατικής φιλοσοφίας από την άποψη των μελετητών της αρχαίας φιλοσοφίας, η οποία, όπως θα δούμε, αν και με διαφορετικό τρόπο, συμπίπτει με την άποψη των θετικών επιστημών (και ιδιαίτερα της χημείας). Η διεπιστημονικότητα αποκτά νόημα στη μελέτη της προσωκρατικής φιλοσοφίας.
Ανακεφαλαιώνοντας τα συμπεράσματα της σύγχρονης έρευνας για τους προσωκρατικούς δεν θα ήταν άτοπο να ισχυρισθούμε ότι η ιστορία της προσωκρατικής φιλοσοφίας, όπως τη διασώζουν οι πηγές, είναι μια διαλεκτική, φιλοσοφική διαμάχη. Mία φιλοσοφική διαμάχη μεταξύ των θεωρητικών της ενότητας (Ελεάτες) και των θεωρητικών της πολλαπλότητας του σύμπαντος (Ίωνες, Πυθαγόρειοι, Εμπεδοκλής, Αναξαγόρας, Ατομικοί).
Συνοπτικώς, η προσωκρατική φιλοσοφική διαμάχη έχει ως εξής. Πρώτος ο μονιστής Παρμενίδης χρησιμοποίησε τα πυθαγόρεια σημεία, για να ασκήσει κριτική στην ιωνική, πυθαγόρεια και ηρακλείτεια υλική μονάδα. Έπειτα, οι μαθητές του Παρμενίδη Ζήνων και Μέλισσος χρησιμοποίησαν την υλική μονάδα των συγχρόνων τους πλουραλιστών Εμπεδοκλή και Αναξαγόρα, για να δείξουν ότι, αφού είναι απείρως διαιρετή, δεν ικανοποιεί την ελεατική λογική. Τέλος, οι πλουραλιστές Ατομικοί, αφού, κατά τον Αριστοτέλη ενέδωσαν στην ελεατική λογική και χρησιμοποίησαν "ατομικά μεγέθη" (Φυσ. Α 3, 187a1-3), τελικώς επιχείρησαν να ανασκευάσουν την ελεατική θεωρία. Αυτή είναι η επικρατέστερη ερμηνεία όσον αφορά την εξέλιξη των προσωκρατικών φιλοσοφικών συστημάτων.
Η ιστορία λοιπόν της προσωκρατικής φιλοσοφίας δεν είναι παρά η ιστορία μιας φιλοσοφικής διαμάχης. Από τον πλατωνικό Σοφιστή (246a) και εξής αυτή η αρχαία φιλοσοφική διαμάχη στη σύγχρονη βιβλιογραφία και εν γένει στην ιστορία των ιδεών είναι γνωστή ως διαμάχη μεταξύ των πλουραλιστών και των μονιστών 3. Eίναι επίσης γνωστή ως διαμάχη μεταξύ των αρχαίων υλιστών και ιδεαλιστών ή αλλιώς ως σύγκρουση του κόσμου του Ηρακλείτου με τον κόσμο του Παρμενίδη, ήτοι του κόσμου του γίγνεσθαι (της συνεχούς μεταβολής, εναλλαγής, γένεσης και φθοράς) και του κόσμου του είναι, ήτοι της ενιαίας αδιαφοροποίητης πραγματικότητας. 4.
Ποια είναι η αξία αυτής της φιλοσοφικής διαμάχης; Μήπως οδήγησε τους αρχαίους Έλληνες, λ.χ., στην ανακάλυψη των ηλεκτρονίων ή στην εύρεση της αιτίας των σεισμών; Όχι βέβαια, μια και η προσωκρατική φιλοσοφία είναι εμφανώς “αντιβακώνεια”. Δηλαδή, δεν στηρίζει τα συμπεράσματά της σε εμπειρική, ακριβή “μικροκοπική” ή “τηλεσκοπική” γνώση, την οποία άλλωστε οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν τα μέσα να την αποκτήσουν 5. Ένα βασικό ερώτημα που ετέθη από σύγχρονους ερμηνευτές είναι “κατά πόσον η προσωκρατική έρευνα για τη φύση των πραγμάτων είναι επιστημονική”. O μη επιστημονικός χαρακτήρας της προσωκρατικής φιλοσοφίας έχει υποστηριχθεί από τον Cornford 6. Aυτή η θέση όμως στη σύγχρονη έρευνα θεωρείται ακραία 7.
Το παράδειγμα των σεισμών θα μάς βοηθήσει να κατανοήσουμε ποια τελικώς είναι η συνεισφορά των “αντιβακώνειων” Προσωκρατικών στη φιλοσοφία και στην επιστήμη του Δυτικού πολιτισμού. Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογική παράδοση, οι σεισμοί οφείλονται στην “μήνιν” του Ποσειδώνος 8. Οι Προσωκρατικοί, όμως, επιχείρησαν να δώσουν μία επιστημονική (για τα μέτρα της εποχής τους) εξήγηση των σεισμών. Οι πρώτες θεωρίες σεισμογένεσης διατυπώθηκαν από τους Προσωκρατικούς. Ειδικότερα, ο Δημόκριτος θεωρούσε ότι το νερό της βροχής με την ανακατανομή του στα κοιλώματα της γης προκαλεί σεισμούς. Κατά τον Αναξιμένη, οι σεισμοί προκαλούνται από την υγρασία και τη ξηρασία που προκαλούν ρήγματα στη γη. Ο δε Αναξαγόρας πίστευε ότι το θερμό “πυρώδες” στοιχείο εισχωρεί στα κοιλώματα της γης και τη συγκλονίζει. Κατά τον Αριστοτέλη, αυτές οι προσωκρατικές θεωρίες δεν συμφωνούν με τα εμπειρικά σεισμικά γεγονότα 9.
Ωστοσο, η αριστοτελική παράδοση ακολουθεί εμφανώς τα βήματα των Προσωκρατικών, όταν εξηγεί τον σεισμό ως ένα φυσικό φαινόμενο, το οποιο “αλλάζει” τη μορφή της γης (Περι κόσμου 397α5, 19-24). Ήτοι, οι Αριστοτελικοί συνδέουν τους σεισμούς με το πρόβλημα που απασχολούσε τους Προσωκρατικούς, το πρόβλημα της μεταβολής που παρατηρείται στη φύση. Όπως το θέτει ο Popper:
“αυτό το γενικό πρόβλημα είναι φιλοσοφικό. Όντως, στον Παρμενίδη και στον Ζήνωνα σχεδόν γίνεται λογικό πρόβλημα. Πως είναι (λογικώς) δυνατή η μεταβολή; Πως ένα πράγμα μπορεί να αλλάξει χωρίς να χάσει την ταυτότητά του; Εάν παραμένει το ίδιο, δεν αλλάζει. Όμως, εάν χάνει την ταυτότητά του, τότε δεν είναι το πράγμα που ήταν πριν αλλάξει” (Popper, Back to the Presocratics, 14).
Το πρόβλημα της μεταβολής δεν είναι αντι-επιστημονικό, μια και, τηρουμένων των αναλογιών, η σύγχρονη χημεία ασχολείται με τα φαινόμενα μεταβολής της ύλης (φυσικά, χημικά και πυρηνικά). Έχοντας ως κριτήριο τη γνώση της σύγχρονης χημείας, θα μπορούσαμε ενδεχομένως να εξετάσουμε κριτικώς τα προσωκρατικά αποσπάσματα, για να αποσαφηνίσουμε “ποιο είδος μεταβολής είχαν στο νου τους οι Προσωκρατικοί, τη φυσική, τη χημική ή την πυρηνική μεταστοιχείωση” (πρόταση έρευνας).10 Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι κατά την προσωκρατική περίοδο ήταν γνωστή μόνο η ποσοτική ή μηχανική μείξη συστατικών στοιχείων (πχ. νερό+χώμα=λάσπη), ενώ η χημική μείξη ήταν άγνωστη. Γι' αυτό και, όπως επισημαίνει ο Αpelt, ο Μέλισσος δεν μπορούσε να δεχθεί ότι με την ποσοτική αναδιάταξη και μείξη στοιχείων, όπως την θέτουν οι πλουραλιστές κοσμολόγοι, προκύπτει ένα ενιαίο, ομογενές μείγμα (εν εκ πλειόνων MXG 974a24). Η χημική μείξη παρουσιάζεται για πρώτη φορά στον Αριστοτέλη (Περί γεν. 327 Ι. 10).11
Επιπλέον, όπως είδαμε, το πρόβλημα της μεταβολής στους Προσωκρατικούς έγινε αντικείμενο κριτικού διαλόγου και ορθολογικής συζήτησης. Δεν πρέπει να κρίνουμε τους Προσωκρατικούς με βάση τα εμπειρικά στοιχεία που δεν είχαν λόγω έλλειψης τεχνολογίας. Κατά τον Popper, το σημαντικό στοιχείο είναι ότι οι Προσωκρατικοί είχαν αναπτύξει μεταξύ τους έναν “κριτικό διάλογο”, μία “λογική συζήτηση” πέρα από δόγματα και προκαταλήψεις (Popper, Back to the Presocratics, 8 κε.)
Οι Προσωκρατικοί αρέσκονται σε σωρεία επαγωγικών και παραγωγικών συλλογισμών μόνο και μόνο, για να υποστηρίξουν το πλουραλιστικό ή μονιστικό επιχείρημά τους. Και εκεί ακριβώς , κατά τον Popper, εντοπίζεται το μεγαλείο τους. Ήτοι, οι Προσωκρατικοί φιλόσοφοι είναι “αντιβακώνειοι” και αντιδογματικοί. Χρησιμοποιούν την παραγωγική σκέψη, η οποια "μάς βοηθεί να υπερβούμε τα χάσματα και την αβεβαιότητα της επαγωγής"12. Οι φιλοσοφικές διαμάχες τους και ο κριτικός διάλογος των θεωρίων τους δημιούργησαν τη Δυτική αντιδογματική παράδοση των “υποθέσεων” και της ελεύθερης κριτικής (Popper, Back to the Presocratics, 23)
Σε αυτό, λοιπόν, το αντιδογματικό πλαίσιο, όλοι οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι, σύμφωνα με σύγχρονη έρευνα, επιχείρησαν να προσδιορίσουν το έσχατο συστατικό "στοιχείο" της υλικής πραγματικότητας - επιδιώκοντας να βρουν την ουσία και τη φύση των πραγμάτων, ήτοι το ον. Κατ' ουσίαν, όλοι οι αρχαίοι Έλληνες φιλοσοφοι, από τους Προσωκρατικούς έως το Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, θέτουν το εξής ερώτημα: "τίνος είδους πράγματα ερευνούμε, όταν αναζητούμε επιστημονικούς ορισμούς αντικειμένων" (τί έστι το ον;) [Αριστ. Μετά τα Φυσικά Ζ Ι 1028b2- 4); Πρόκειται για πράγματα διαφορετικού είδους από την πληθώρα των καθημερινών πραγμάτων; Kατά τον Πλάτωνα, αφενός, υπάρχουν τα πολλά, αισθητά πράγματα, όπως λχ. υπάρχουν πολλά διαφορετικά όμορφα αντικείμενα. Αφετέρου, υπάρχει η οντότητα (ή ιδέα) του 'όμορφου' που είναι μόνο μία. Η πολλαπλότητα και πληθώρα των διαφορετικών όμορφων πραγμάτων δεν μας απαντά το ερώτημα 'τι είναι το όμορφο', ήτοι, 'ποια είναι η φύση του όμορφου'. Με την ίδια λογική, οι Ελεάτες θεωρούν ότι στον φαινομενικό κόσμο της δόξας (των φυσιολόγων και των κοινών θνητών) ένα υλικό συστατικό στοιχείον, όπως είναι το ηρακλείτειο πυρ, μεταστοιχειώνεται και παίρνει πολλές διαφορετικές μορφές, οι οποίες όμως δεν μας εξηγούν τη φύση των πραγμάτων. Τη φύση ενός συστατικού στοιχείου ή ενός αντικειμένου μάς την εξηγούν οντότητες, τις οποίες οι Ελεάτες ονομάζουν εν ον, ο Πλάτων ιδέα, ο Αριστοτέλης ουσία, ενώ οι μεταγενέστεροι φιλόσοφοι αποκαλούν 'universals'. Όλοι οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι επιχείρησαν να βρουν "εκέινο το συστατικό που κάνει ένα αντικείμενο αυτό που είναι στην πραγματικότητα", ήτοι την ουσία ενός αντικειμένου13. Υπ' αυτήν την έννοια, οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι εντάσσονται οργανικώς στην ιστορία της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας αποτελώντας με αυτήν μια ενότητα. Πρώτοι οι Προσωκρατικοί στην ιστορία των ιδεών έθεσαν το εννοιολογικό πλαίσιο όλης της αρχαίας ελληνικής, αλλά και γενικότερα της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας και επιστήμης. Σ' αυτό το εννοιολογικό πλαίσιο, οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι επιχείρησαν να βρουν τη φύση των πραγμάτων. Αυτή η μέθοδος -κατά τον Παρμενίδη- είναι η μοναδική επιστημονική μέθοδος έρευνας (μόνη οδός διζήσιος απ. 2.2). Πέραν, λοιπόν, των εύλογων διαφορών τους, βασικός στόχος όλων των προσωκρατικών φιλοσόφων ήταν ο προσδιορισμός της φύσης των πραγμάτων (rerum natura) σε όλους τους (τότε γνωστούς) τομείς του επιστητού. Ο επιστημονικός και φιλοσοφικός διάλογος για την εύρεση της φύσης των πραγμάτων άρχισε με τις φιλοσοφικές διαμάχες των Προσωκρατικώνν και έκτοτε συνεχίζεται σε παλαιές και "Νέες Εποχές".
1. Ο Δρ Μιχαήλ Μπακαούκας διδάσκει φιλοσοφία στο Τμήμα Στατιστικής και Ασφαλιστικής Επιστήμης, του Παν. Πειραιώς και στη ΣΕΛΕΤΕ.
2. Επαυξημένο απόσπασμα από το βιβλίο: του Μιχαήλ Μπακαούκα, Οι Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι. Συνοπτική Κριτική Ιστορία της Προσωκρατικής Φιλοσοφίας, Εκδόσεις Ηλίας Ι. Μπαρτζουλιάνος, Αθήνα, 2002. Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε και στα Χημικά Χρονικά, Τεύχος 12, Δεκ. 2002, 406-407
3. D. Furley- R.E. Αllen, The Eleatics and the Pluralists, ΙΙ, Routledge, London, 1975
4. F.M. Cornford, Plato’s Theory of Knowledge, Routledge, 1970, 5th ed., σελ. 220-248 – A. P. D. Μοurelatos, The Route of Parmenides, London, σελ. 133
5. James Jeans, Physics and Philosophy, New York 1981, 18 [1st ed. 1943]
6. F.M. Cornford, “Was the Ionian Philosophy Scientific?”, The Journal of Hellenic Studies 62 (1942), 1-7 – [του ιδίου], The Unwritten Philosophy, Cambridge, 1950 και [του ιδίου], Principium Sapientiae, Cambridge, 1952
7. Βλ. σχετικώς Gr. Vlastos, "Zeno of Elea", Encyclopaedia of Philosophy, Paul Edwards (ed.), New York, vol. 8, σελ. 369-79 – Karl Popper, "Back to the Presocratics", in M. - J. Petersen (ed.), Karl Popper. The World of Parmenides, Routledge, UK, 1998 - J. Barnes, The Presocratic Philosophers, Routledge, London and New York, 1993, σελ. 653 [3η εκδ. αναθεωρημένη, 1η εκδ. 1979] – I. Γ. Δελλής, Η Συμβολή της Αρχαίας Ατομικής Θεωρίας στην πρόοδο της φυσικής τον 17ο αι., Εκδόσεις Παν/μίου Πατρών, 1998, σελ. 12-13 – Μ. Planck, The Philosophy of Physics, London, 1936, σελ. 68-69 – Erwin Schrődinger H Φύση και οι Έλληνες, μτφρ. δρ Θ. Γραμμένος, Τραυλός-Κωσταράκη, 1995, 9-115 [1η εκδ. Cambridge Univ. Press, 1954).
8. Β Φάκλαρης, “Οι σεισμοί στην αρχαιότητα”, Βήμα Νέες Εποχές, 12 Δεκ. 1999
9. Βλ. Η. Cherniss, Aristotle's Criticism of Presocratic Philosophy, Octagon Books, New Yorκ, 1983 [4η εκδ.- 1η εκδ. 1935], σ. 207-209, 332 – Μ. Μπακαούκας, "ΟΙ ΑΡΧΑΙΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΕΙΣΜΟΓΕΝΕΣΗ", Αντί 704 (2000), 47 – [του ιδίου], "ΟΙ ΣΕΙΣΜΟΙ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ", Ιστορία Εικονογραφημένη 380 (2000), 121.
10. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να ευχαριστήσω το χημικό Γ. Λεμπέση, ο οποίος με βοήθησε να κατανοήσω την επιστημονική αποστολή της Χημείας. Βλ. και Στέλιος Λιοδάκης, Χημεία, ΟΕΔΒ, Αθήνα, 2000, 17.
11. Βλ. σχετικώς Ο. Αpelt, "Melissus bei pseudo-Aristoteles", Jahrbűcher fűr classische Philologie, 1886, σελ. 739 κε. - H.H. Joachim, "Aristotle's Conception of Chemical Combination", Journal of Philology 29 (1904), σελ. 72-86 – W. Guthrie, A History of Greek Philosophy, II, Cambridge University Press, 1965 σελ. 116, υποσ. 2 - J. E. Bolzan, "Chemical Combination according to Aristotle", Ambix 23 (1976), σελ. 134-144 - R. A. Horne, "Aristotelian Chemistry", Chymia 11 (1966), σελ. 21-27 - Cherniss, Aristotle's Criticism, σελ. 367-370 - James Bogen, "Fire in the Belly: Aristotelian Elements, Organisms, and Chemical Compounds", στο F. A. Lewis- R. Bolton, Form Matter and Mixture in Aristotle, Blackwell, 1996, σελ. 183-216 - Μιχ. Μπακαούκας, Η "π ε ρ ί τ ο υ μ ή όν τ ο ς ή π ε ρ ί φ ύ σ ε ως" πραγματεία του Γοργία. Μία επιστημολογική ανάλυση. Η οντολογική διαμάχη Ελεατών-Ατομικών και η παρέμβαση του Γοργία, Διατριβή επί Διδακτορία, ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ, ΤΜΗΜΑ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ, ΑΘΗΝΑ 2001, 25-26, υποσ. 35 [Εθνικό αρχείο διδακτοροκών διατριβών: jasmin.ekt.gr και Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση 18 (2001), 314-318].
12. Karl Popper, “Introduction”, in M. - J. Petersen (ed.), Karl Popper. The World of Parmenides, Routledge, UK, 1998, σελ. 3 – S. Stebbing, Logic in Practice, Great Britain, 1934, σελ. 184-185 – N. A. Whitehead, Adventures of Ideas, Mentor Books, USA, 1962 (6η εκδ), σελ. 220-4
13. Hilary Staniland, Universals, Anchor Books, New York, 1972, 2-3 - A. Nehamas, "Self-Predication and Plato's Theory of Forms", American Philosophical Quarterly , 16 (1979), 98 κε. - Ρ. Curd, The Legacy of Parmenides. Eleatic Monism and Later Presocratic Thought, Princeton, 1998 228-242
Όταν δεν υπάρχει γύρω μας τίποτα αληθινό, πώς να υποψιαστούμε ότι όλα είναι ψεύτικα;
Οι φιλόσοφοι διαιρούνται -σύμφωνα με τον Διογένη τον Λαέρτιο- σε δογματικούς και σκεπτικούς, και όσοι μεν αποφαίνονται ότι τα πράγματα είναι γνωστά και κατάληπτα, λέγονται δογματικοί, όσοι δε αναστέλλουν την σκέψη των για τα πράγματα, επειδή είναι ακατάληπτα, αυτοί ήσαν οι σκεπτικοί. Επίσης υπάρχουν και οι φιλόσοφοι που δεν συνέγραψαν ούτε 1 υπόμνημα, αυτοί ήσαν οι εξής ο Σωκράτης, ο Στίλπων, ο Φίλιππος, ο Μενέδημος, ο Πύρρων, ο Θεόδωρος, ο Καρνεάδης, ο Βρύσων, ακόμα ούτε ο Πυθαγόρας και ο Αρίστων ο Χίος έγραψαν εκτός από λίγες επιστολές. Οι Μέλισσος, Παρμενίδης και Αναξαγόρας, άφησαν από ένα σύγγραμμα. Πολλά έγραψαν οι Αριστοτέλης, Επίκουρος και Χρύσιππος.
Οι πιο σπουδαίες Σχολές-Ιδεολογίες είναι οι εξής:
Ιδρυτής της αρχαίας Ακαδημαϊκής ήταν ο Πλάτων
της μέσης ο Αρκεσίλαος
της νέας ο Λακύδης
της Κυρηναϊκής ο Αρίστιππος ο Κυρηναίος
της Ηλιακής ο Φαίδων ο Ήλειος
της Μεγαρικής ο Ευκλείδης ο Μεγαρεύς
της Κυνικής ο Αντισθένης ο Αθηναίος
της Ερετρικής ο Μενέδημος ο Ερετριεύς
της Διαλεκτικής ο Κλειτομάχος ο Καρχηδόνιος
της Περιπατητικής ο Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης
της Στωϊκής ο Ζήνων ο Κυτιεύς
της Επικούρειας αυτή ονομάσθει έτσι από τον ιδρυτή της, Επίκουρο.
Ακόμα μερικοί πήραν το όνομα τους από τις πόλεις που έδρασαν, όπως οι Ηλιακοί, οι Μεγαρικοί, οι Ερετρικοί και οι Κυρηναϊκοί, άλλοι από τις τοποθεσίες όπου συζητούσαν όπως οι Ακαδημαϊκοι και οι Στωϊκοί, άλλοι από τυχαία περιστατικά όπως οι Περιπατητικοί, και άλλοι από παρατσούκλια, όπως οι Κυνικοί. Άλλοι πάλιν πήραν το όνομα τους από την ιδιοσυγκρασία τους, όπως οι Ευδαιμονικοί, μερικοί από μίαν έπαρση στις συζητήσεις τους, όπως οι Φιλαλήθεις, οι Ανασκευαστικοί, και οι Αναλογητικοί, κάμποσοι από τους δασκάλους των, όπως οι Σωκρατικοί και οι Επικούρειοι, και άλλοι από άλλους παρομοίους λόγους. Όσοι ασχολήθηκαν με την εξερεύνηση της φύσεως, ονομάσθηκαν φυσικοί, ηθικοί εκείνοι που συζητούσαν τα ηθικά θέματα και διαλεκτικοί όσοι καταγίνονται με τους λόγους.
Οι πιο σπουδαίες Σχολές-Ιδεολογίες είναι οι εξής:
Ιδρυτής της αρχαίας Ακαδημαϊκής ήταν ο Πλάτων
της μέσης ο Αρκεσίλαος
της νέας ο Λακύδης
της Κυρηναϊκής ο Αρίστιππος ο Κυρηναίος
της Ηλιακής ο Φαίδων ο Ήλειος
της Μεγαρικής ο Ευκλείδης ο Μεγαρεύς
της Κυνικής ο Αντισθένης ο Αθηναίος
της Ερετρικής ο Μενέδημος ο Ερετριεύς
της Διαλεκτικής ο Κλειτομάχος ο Καρχηδόνιος
της Περιπατητικής ο Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης
της Στωϊκής ο Ζήνων ο Κυτιεύς
της Επικούρειας αυτή ονομάσθει έτσι από τον ιδρυτή της, Επίκουρο.
Ακόμα μερικοί πήραν το όνομα τους από τις πόλεις που έδρασαν, όπως οι Ηλιακοί, οι Μεγαρικοί, οι Ερετρικοί και οι Κυρηναϊκοί, άλλοι από τις τοποθεσίες όπου συζητούσαν όπως οι Ακαδημαϊκοι και οι Στωϊκοί, άλλοι από τυχαία περιστατικά όπως οι Περιπατητικοί, και άλλοι από παρατσούκλια, όπως οι Κυνικοί. Άλλοι πάλιν πήραν το όνομα τους από την ιδιοσυγκρασία τους, όπως οι Ευδαιμονικοί, μερικοί από μίαν έπαρση στις συζητήσεις τους, όπως οι Φιλαλήθεις, οι Ανασκευαστικοί, και οι Αναλογητικοί, κάμποσοι από τους δασκάλους των, όπως οι Σωκρατικοί και οι Επικούρειοι, και άλλοι από άλλους παρομοίους λόγους. Όσοι ασχολήθηκαν με την εξερεύνηση της φύσεως, ονομάσθηκαν φυσικοί, ηθικοί εκείνοι που συζητούσαν τα ηθικά θέματα και διαλεκτικοί όσοι καταγίνονται με τους λόγους.
«Η Δημοκρατία μας αυτοκαταστρέφεται διότι κατεχράσθη το δικαίωμα της ελευθερίας και της ισότητας, διότι έμαθε τους πολίτες να θεωρούν την αυθάδεια ως δικαίωμα, την παρανομία ως ελευθερία, την αναίδεια του λόγου ως ισότητα και την αναρχία ως ευδαιμονία»
Ευάγγελε μου,αν μου επιτρέπεις μία μικρή παρατήρηση.
Μετά τον Σωκράτη δημιουργήθηκαν πολλές φιλοσοφικές σχολές όπως πολύ ορθά αναφέρεις.
Όμως με όλο το σεβασμό δεν είναι σωστός ο διαχωρισμός σε "δογματικούς" και σκεπτικούς.
Οι σκεπτικοί είναι εκείνοι που πρεσβεύουν ότι δεν υπάρχει κριτήριο αλήθειας και ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει την αλήθεια.Περί του τί ακριβώς πρεσβεύουν οι σχολές του σκεπτικισμού και του εμπειρισμού θα το δούμε εν συνεχεία.
Οι πλατωνικοί και ακαδημαϊκοί πιστεύουν ότι κριτήριο της αλήθειας είναι ή οι αισθήσεις ή ο ορθός λόγος και νους.
Δογματικοί φιλόσοφοι δεν υπάρχουν.Πλατωνικοί,ακαδημαϊκοί,στωϊκοί,περιπατικοί ναι.Αλλά όχι όμως δογματικοί.
Ο όρος δόγμα δεν ταιριάζει στην ελληνική φιλοσοφία -σαφώς πλην εξαιρέσεων-.Το Δόγμα δηλώνει ένα κλειστό σύστημα γνώσης (ιερατείο ή τάγμα) το οποίο είναι δομημένο πάνω σε συγκεκριμένες αρχές (principles) και θεωρεί ότι κατέχει το απόλυτο της γνώσης και της αλήθειας για εξουσιαστικούς λόγους.Το δόγμα δεν δέχεται καινοτομίες ή νέες απόψεις και όσο μπορεί μένει πίσω στις θεμελιώδεις του αρχές.Είναι ένα σύστημα κλειστό στην κοινωνία και έχει αρχές τάγματος.Δόγμα είναι πχ η θρησκεία (η δογματική ορθοδοξία που λέμε) ,δόγμα είναι οι τέκτονες και παλαιότερα δόγμα ήταν κατά μία έννοια οι πυθαγόρειοι.Από εκεί και πέρα υπάρχουν δογματικοί φιλόσοφοι,επιστήμονες κτλ αλλά τα δόγματα είναι πολύ συγκεκριμένα.Γενικά το δόγμα υποστηρίζει ότι γνωρίζει απόλυτα την αλήθεια (κάτι όχι απαραίτητα κακό) αλλά το κακό είναι ότι δεν δέχεται νέες θέσεις ή αμφισβητήσεις και όποιον αμφισβητεί τον χαρακτηρίζει αιρετικό.
Οι μαθητές της Ακαδημίας και του Λυκείου ουδέποτε υπήρξαν δόγμα ή δογματικοί.Υποστήριζε ο καθένας την φιλοσοφική του κοσμοαντίληψη αλλά το φιλοσοφικό τους σύστημα ήταν δεκτικό και ανοικτό στην κριτική.Πχ θεμελίωσε ένα φιλοσοφικό σύστημα ο Πλάτωνας για να το επεκτείνει ο Αριστοτέλης και ο Πλωτίνος εν συνεχεία.Αντίστοιχα είχε μια φιλοσοφική θεώρηση ο Αρκεσίλαος την οποία ανέτρεψε ο Καρνεάδης εν συνεχεία.Δογματικοί κατά κάποιο τρόπο ήταν οι πυθαγόρειοι που όχι μόνον δεν δέχονταν αμφισβήτηση αλλά είχαν και όρκο σιωπής στα μέλη της σχολής τους.
Σημαντικό είναι ότι στην αρχαιότητα υπήρχε η λέξη δοκέω-δοκώ όπερ και σημαίνει πιστεύω και είναι συνώνυμο της γνώμης.
Κατά τα πρώτα χριστιανικά χρόνια δημιουργείται καθαρά ο όρος δόγμα ο οποίος προέρχεται από τα λατινικά και δηλώνει το απόλυτο.Και τούτο γίνεται με την δογματική θεολογία.Συγκεκριμένες αρχές,συγκεκριμένα πιστεύω,ουδεμία αμφισβήτηση.
Και από το μεσαίωνα και μετά η λέξη δόγμα ταυτίζεται με την ρωμαιοκαθολική εκκλησία και την Ιερά Εξέταση για προφανείς εξουσιαστικούς λόγους.Κάψιμο βιβλίων,άνθρωποι στην πυρά,κυνήγι μαγισσών.
Η ελληνική φιλοσοφία ως το τελειότερο δημιούργημα του ανθρώπου πάνω στον πλανήτη είναι εκ φύσεως ανοιχτή στον διάλογο και έχει ως αρχή την εξής: Υποστηρίζω την τάδε θέση.Έλα με επιχειρήματα να την ανατρέψεις.Προάγει τον διάλογο.Γι'αυτό βλέπουμε τόσες διαφορές φιλοσόφων και φιλοσοφικών σχολών.
Μετά τον Σωκράτη δημιουργήθηκαν πολλές φιλοσοφικές σχολές όπως πολύ ορθά αναφέρεις.
Όμως με όλο το σεβασμό δεν είναι σωστός ο διαχωρισμός σε "δογματικούς" και σκεπτικούς.
Οι σκεπτικοί είναι εκείνοι που πρεσβεύουν ότι δεν υπάρχει κριτήριο αλήθειας και ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει την αλήθεια.Περί του τί ακριβώς πρεσβεύουν οι σχολές του σκεπτικισμού και του εμπειρισμού θα το δούμε εν συνεχεία.
Οι πλατωνικοί και ακαδημαϊκοί πιστεύουν ότι κριτήριο της αλήθειας είναι ή οι αισθήσεις ή ο ορθός λόγος και νους.
Δογματικοί φιλόσοφοι δεν υπάρχουν.Πλατωνικοί,ακαδημαϊκοί,στωϊκοί,περιπατικοί ναι.Αλλά όχι όμως δογματικοί.
Ο όρος δόγμα δεν ταιριάζει στην ελληνική φιλοσοφία -σαφώς πλην εξαιρέσεων-.Το Δόγμα δηλώνει ένα κλειστό σύστημα γνώσης (ιερατείο ή τάγμα) το οποίο είναι δομημένο πάνω σε συγκεκριμένες αρχές (principles) και θεωρεί ότι κατέχει το απόλυτο της γνώσης και της αλήθειας για εξουσιαστικούς λόγους.Το δόγμα δεν δέχεται καινοτομίες ή νέες απόψεις και όσο μπορεί μένει πίσω στις θεμελιώδεις του αρχές.Είναι ένα σύστημα κλειστό στην κοινωνία και έχει αρχές τάγματος.Δόγμα είναι πχ η θρησκεία (η δογματική ορθοδοξία που λέμε) ,δόγμα είναι οι τέκτονες και παλαιότερα δόγμα ήταν κατά μία έννοια οι πυθαγόρειοι.Από εκεί και πέρα υπάρχουν δογματικοί φιλόσοφοι,επιστήμονες κτλ αλλά τα δόγματα είναι πολύ συγκεκριμένα.Γενικά το δόγμα υποστηρίζει ότι γνωρίζει απόλυτα την αλήθεια (κάτι όχι απαραίτητα κακό) αλλά το κακό είναι ότι δεν δέχεται νέες θέσεις ή αμφισβητήσεις και όποιον αμφισβητεί τον χαρακτηρίζει αιρετικό.
Οι μαθητές της Ακαδημίας και του Λυκείου ουδέποτε υπήρξαν δόγμα ή δογματικοί.Υποστήριζε ο καθένας την φιλοσοφική του κοσμοαντίληψη αλλά το φιλοσοφικό τους σύστημα ήταν δεκτικό και ανοικτό στην κριτική.Πχ θεμελίωσε ένα φιλοσοφικό σύστημα ο Πλάτωνας για να το επεκτείνει ο Αριστοτέλης και ο Πλωτίνος εν συνεχεία.Αντίστοιχα είχε μια φιλοσοφική θεώρηση ο Αρκεσίλαος την οποία ανέτρεψε ο Καρνεάδης εν συνεχεία.Δογματικοί κατά κάποιο τρόπο ήταν οι πυθαγόρειοι που όχι μόνον δεν δέχονταν αμφισβήτηση αλλά είχαν και όρκο σιωπής στα μέλη της σχολής τους.
Σημαντικό είναι ότι στην αρχαιότητα υπήρχε η λέξη δοκέω-δοκώ όπερ και σημαίνει πιστεύω και είναι συνώνυμο της γνώμης.
Κατά τα πρώτα χριστιανικά χρόνια δημιουργείται καθαρά ο όρος δόγμα ο οποίος προέρχεται από τα λατινικά και δηλώνει το απόλυτο.Και τούτο γίνεται με την δογματική θεολογία.Συγκεκριμένες αρχές,συγκεκριμένα πιστεύω,ουδεμία αμφισβήτηση.
Και από το μεσαίωνα και μετά η λέξη δόγμα ταυτίζεται με την ρωμαιοκαθολική εκκλησία και την Ιερά Εξέταση για προφανείς εξουσιαστικούς λόγους.Κάψιμο βιβλίων,άνθρωποι στην πυρά,κυνήγι μαγισσών.
Η ελληνική φιλοσοφία ως το τελειότερο δημιούργημα του ανθρώπου πάνω στον πλανήτη είναι εκ φύσεως ανοιχτή στον διάλογο και έχει ως αρχή την εξής: Υποστηρίζω την τάδε θέση.Έλα με επιχειρήματα να την ανατρέψεις.Προάγει τον διάλογο.Γι'αυτό βλέπουμε τόσες διαφορές φιλοσόφων και φιλοσοφικών σχολών.
Όταν δεν υπάρχει γύρω μας τίποτα αληθινό, πώς να υποψιαστούμε ότι όλα είναι ψεύτικα;
Υπάρχουν τρείς διαφορετικές σχολές-ρεύματα σκεπτικισμού την εποχή εκείνη.Από την μία οι ακαδημαϊκοί σκεπτικιστές με βασικό "εκπρόσωπο" τον Αρκεσίλαο και τον Καρνεάδη και από την άλλη οι εμπειρικοί πυρρωνιστές με βασικό "εκπρόσωπο" τον Πύρρωνα και τον Σέξτο τον Εμπειρικό.Και έχουμε κάπου στο ενδιάμεσο και τους Επικούριους.
1.Οι ακαδημαϊκοί εκφράζουν σκεπτικισμό (όχι άρνηση) προς τη δυνατότητα της γνώσης καθώς θεωρούν τις αισθήσεις αναξιόπιτους φορείς πληροφοριών και τον αισθητό κόσμο ως μια ρευστότητα (γίγνεσθαι) όπου βάση αυτών των δύο δεν μπορούμε να έχουμε αξιόπιστη και έγκυρη γνώση για τα όντα.Η διαφοροποίηση με τους πλατωνικούς (οι οποίοι είναι το άλλο ρεύμα μέσα στην ακαδημία...συμμαθητές τους δηλαδή... ) είναι ότι οι ακαδημαϊκοί σκεπτικιστές πιστεύουν ότι η γνώση και η αλήθεια είναι ανέφικτες καταστάσεις για τον άνθρωπο και διαφωνούν με τους πλατωνικούς στο γεγονός ότι αν ψάξουμε στον νου και τη ψυχή θα βρούμε τα νοητά είδη των οποίων οι αντανακλάσεις είναι τα αισθητά όντα.Με λίγα λόγια δεν γνωρίζουμε αν υπάρχει ο κόσμος των ιδεών,ούτε αν ο αισθητός κόσμος που μας περιβάλλει είναι αληθινός.Ουσιαστικά δεν γνωρίζουμε τίποτα διότι το γεμάτο αδειάζει και το άδειο γεμίζει.Δεν υπάρχει κάτι στάσιμο να το παρατηρήσουμε.Και ο καθένας βάση των αισθήσεών του το βλέπει από άλλη οπτική.Αλλά το σημαντικό είναι ότι και αυτό που θεωρούμε αντικειμενική πραγματικότητα χαρακτηρίζεται από μια διαρκή ρευστότητα.Παράδειγμα:
Ένας κόκκος σταριού δεν είναι σωρός.Αν βάλουμε ακόμη έναν πάλι δεν είναι σωρός.Αν βάλουμε άλλους τόσους πάλι δεν ειναι σωρός κ.ο.κ.
Είναι σαν να προσθέτουμε δύο μηδενικά στην εμπειρική παρατήρησή μας.
Αν συνεχιστεί όμως αυτή η διαδικασία επ'άπειρον κάποια στιγμή θα σχηματιστεί ένας λόφος μπροστά μας.Το ίδιο και με την αφαίρεση,ότι αν αφαιρέσουμε έναν κόκκο από τους 1.000.000.000.000 κόκκους θα συνεχίσουμε να έχουμε ένα λόφο μπροστά μας κ.ο.κ. μέχρι να φτάσουμε σε έναν κόκκο.
Τέτοιου είδους απλά παραδείγματα "σωρείται επιχειρήματα" στην ορολογία του Αρκεσίλαου αποδεικνύουν την μη δυνατότητα σταθερής και απόλυτης γνώσης και αλήθειας.
Ο Καρνεάδης δίνει μία δυνατότητα "αληθοφάνειας" και "πιθανότητας".
Συμφωνεί με τον Αρκεσίλαο ότι η γνώση είναι ανέφικτη,αλλά δίνει στον άνθρωπο την δυνατότητα της γνώμης η οποία είναι συγγενική
προς τη γνώση,μα ποτέ δεδομένη ,αλλά μονάχα πιθανή.
Το παράδοξο της θεωρίας των ακαδημαϊκών σκεπτικιστών (κυρίως των οπαδών του Αρκεσίλαου) είναι η αντίφαση της ίδιας της θεωρίας τους.Ότι ενώ
οι ίδιοι εισηγάγουν την θεωρία ότι η αλήθεια δεν είναι εφικτή στον άνθρωπο
οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι ο συλλογισμός τους είναι αληθής.Αυτή την αντίφαση επισημαίνει αργότερα ο Αριστοτέλης σε διάφορα έργα του χωρίς όμως να την κατακρίνει.
2.Οι πυρρωνιστές είναι κάπως πιο αποστασιωποιημένοι σχετικά με το αν έχει ο άνθρωπος τη δυνατότητα να γνωρίσει ή όχι την αλήθεια.Διότι ακόμη κι αν είναι τα πάντα γνώμες στηρίζονται σε κάποια γεγονότα.Άρα δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτα αν ως γνώμες έχουν μέσα τους κάποιο στοιχείο γνώσης.
Αυτές οι γνώμες που μπορεί να εμπεριέχουν ένα στοιχείο γνώσης ή αλήθειας δεν είναι απόλυτες,διότι η μία γνώμη ανατρέπει μία άλλη κι έκείνη θα ανατραπεί από μια άλλη.Έτσι έχουμε μία ισοσθένεια λόγων
όπου ο λόγος και ο αντίλογος έχουν σχεδόν ισοδυναμία και πότε το βάρος γέρνει από την μία και πότε από την άλλη πλευρά.Και στις δύο πλευρές όμως μπορεί να υπάρχει ένα στοιχείο αλήθειας.Μόνο που δεν υπάρχει απόλυτο κριτήριο όπου θα μπορούσαμε να αποφανθούμε τί είναι αλήθεια και τί ψέμα ή πότε έχουμε γνώση ενός αντικειμένου και πότε όχι.
Έτσι οι πυρρωνιστές διατηρούν μια στάση εποχής (αποχής δηλαδή) από κάθε άποψη.Ο καθαρός εμπειρισμός από τον Σέξτο και μετά εστιάζει σε αυτή την λογική αποχής, αλλά αποδέχεται ευκολότερα τα δεδομένα αντίληψης του αισθητού κόσμου όντας περισσότερο θετικιστές στις αντιλήψεις τους.
3.Οι Επικούριοι με αφετηρία τον σκεπτικισμό και την μη δυνατότητα σταθερής αλήθειας,υιοθετούν μια στάση αναζήτησης που πηγάζει από την ατομική θεωρία του Δημόκριτου,αλλά εστιάζουν στην μελέτη του ανθρώπου και στον εσωτερικό του κόσμο όσον αφορά τις ηδονές και τις οδύνες.Δηλαδή ο άνθρωπος αναζητά την αλήθεια για να νιώσει ευτυχισμένος.Όμως δεν μπορεί να γνωρίσει την αλήθεια καθώς το άφθαρτο και μακάριο όν ούτε προκαλεί ενοχλήσεις ούτε έχει σχέση με τα φθαρτά και τα μη μακάρια.Άρα για να ζεί ευτυχισμένα ο άνθρωπος θα πρέπει να εστιάσει μέσα του και να δεί τί είναι αυτό που τον παρακινεί να γνωρίσει την αλήθεια.
Ο Αριστοτέλης αργότερα συνδυάζει όλες τις παραπάνω απόψεις και άλλες όπως των Ελεατών,των πλατωνικών,των ιώνων φυσικών κτλ εξετάζοντάς τις μία προς μία ξεχωριστά και συγκριτικά την μία με την άλλη δημιουργώντας ένα εννιαίο φιλοσοφικό και επιστημονικό σύστημα το οποίο δεν παραμερίζει την έννοια της αρετής και της ευδαιμονίας (βλ. Ηθικά Αριστοτέλους) αλλά και την εφαρμογή τους στον κόσμο μας ,ακολουθώντας την θεωρία της μεσότητας χωρίς να τείνει αναγκαστικά σε κάποια από τις θεωρίες ή σχολές αλλά μένει σκεπτικός απέναντι σε όλα χωρίς να απορρίπτει κανένα.
1.Οι ακαδημαϊκοί εκφράζουν σκεπτικισμό (όχι άρνηση) προς τη δυνατότητα της γνώσης καθώς θεωρούν τις αισθήσεις αναξιόπιτους φορείς πληροφοριών και τον αισθητό κόσμο ως μια ρευστότητα (γίγνεσθαι) όπου βάση αυτών των δύο δεν μπορούμε να έχουμε αξιόπιστη και έγκυρη γνώση για τα όντα.Η διαφοροποίηση με τους πλατωνικούς (οι οποίοι είναι το άλλο ρεύμα μέσα στην ακαδημία...συμμαθητές τους δηλαδή... ) είναι ότι οι ακαδημαϊκοί σκεπτικιστές πιστεύουν ότι η γνώση και η αλήθεια είναι ανέφικτες καταστάσεις για τον άνθρωπο και διαφωνούν με τους πλατωνικούς στο γεγονός ότι αν ψάξουμε στον νου και τη ψυχή θα βρούμε τα νοητά είδη των οποίων οι αντανακλάσεις είναι τα αισθητά όντα.Με λίγα λόγια δεν γνωρίζουμε αν υπάρχει ο κόσμος των ιδεών,ούτε αν ο αισθητός κόσμος που μας περιβάλλει είναι αληθινός.Ουσιαστικά δεν γνωρίζουμε τίποτα διότι το γεμάτο αδειάζει και το άδειο γεμίζει.Δεν υπάρχει κάτι στάσιμο να το παρατηρήσουμε.Και ο καθένας βάση των αισθήσεών του το βλέπει από άλλη οπτική.Αλλά το σημαντικό είναι ότι και αυτό που θεωρούμε αντικειμενική πραγματικότητα χαρακτηρίζεται από μια διαρκή ρευστότητα.Παράδειγμα:
Ένας κόκκος σταριού δεν είναι σωρός.Αν βάλουμε ακόμη έναν πάλι δεν είναι σωρός.Αν βάλουμε άλλους τόσους πάλι δεν ειναι σωρός κ.ο.κ.
Είναι σαν να προσθέτουμε δύο μηδενικά στην εμπειρική παρατήρησή μας.
Αν συνεχιστεί όμως αυτή η διαδικασία επ'άπειρον κάποια στιγμή θα σχηματιστεί ένας λόφος μπροστά μας.Το ίδιο και με την αφαίρεση,ότι αν αφαιρέσουμε έναν κόκκο από τους 1.000.000.000.000 κόκκους θα συνεχίσουμε να έχουμε ένα λόφο μπροστά μας κ.ο.κ. μέχρι να φτάσουμε σε έναν κόκκο.
Τέτοιου είδους απλά παραδείγματα "σωρείται επιχειρήματα" στην ορολογία του Αρκεσίλαου αποδεικνύουν την μη δυνατότητα σταθερής και απόλυτης γνώσης και αλήθειας.
Ο Καρνεάδης δίνει μία δυνατότητα "αληθοφάνειας" και "πιθανότητας".
Συμφωνεί με τον Αρκεσίλαο ότι η γνώση είναι ανέφικτη,αλλά δίνει στον άνθρωπο την δυνατότητα της γνώμης η οποία είναι συγγενική
προς τη γνώση,μα ποτέ δεδομένη ,αλλά μονάχα πιθανή.
Το παράδοξο της θεωρίας των ακαδημαϊκών σκεπτικιστών (κυρίως των οπαδών του Αρκεσίλαου) είναι η αντίφαση της ίδιας της θεωρίας τους.Ότι ενώ
οι ίδιοι εισηγάγουν την θεωρία ότι η αλήθεια δεν είναι εφικτή στον άνθρωπο
οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι ο συλλογισμός τους είναι αληθής.Αυτή την αντίφαση επισημαίνει αργότερα ο Αριστοτέλης σε διάφορα έργα του χωρίς όμως να την κατακρίνει.
2.Οι πυρρωνιστές είναι κάπως πιο αποστασιωποιημένοι σχετικά με το αν έχει ο άνθρωπος τη δυνατότητα να γνωρίσει ή όχι την αλήθεια.Διότι ακόμη κι αν είναι τα πάντα γνώμες στηρίζονται σε κάποια γεγονότα.Άρα δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτα αν ως γνώμες έχουν μέσα τους κάποιο στοιχείο γνώσης.
Αυτές οι γνώμες που μπορεί να εμπεριέχουν ένα στοιχείο γνώσης ή αλήθειας δεν είναι απόλυτες,διότι η μία γνώμη ανατρέπει μία άλλη κι έκείνη θα ανατραπεί από μια άλλη.Έτσι έχουμε μία ισοσθένεια λόγων
όπου ο λόγος και ο αντίλογος έχουν σχεδόν ισοδυναμία και πότε το βάρος γέρνει από την μία και πότε από την άλλη πλευρά.Και στις δύο πλευρές όμως μπορεί να υπάρχει ένα στοιχείο αλήθειας.Μόνο που δεν υπάρχει απόλυτο κριτήριο όπου θα μπορούσαμε να αποφανθούμε τί είναι αλήθεια και τί ψέμα ή πότε έχουμε γνώση ενός αντικειμένου και πότε όχι.
Έτσι οι πυρρωνιστές διατηρούν μια στάση εποχής (αποχής δηλαδή) από κάθε άποψη.Ο καθαρός εμπειρισμός από τον Σέξτο και μετά εστιάζει σε αυτή την λογική αποχής, αλλά αποδέχεται ευκολότερα τα δεδομένα αντίληψης του αισθητού κόσμου όντας περισσότερο θετικιστές στις αντιλήψεις τους.
3.Οι Επικούριοι με αφετηρία τον σκεπτικισμό και την μη δυνατότητα σταθερής αλήθειας,υιοθετούν μια στάση αναζήτησης που πηγάζει από την ατομική θεωρία του Δημόκριτου,αλλά εστιάζουν στην μελέτη του ανθρώπου και στον εσωτερικό του κόσμο όσον αφορά τις ηδονές και τις οδύνες.Δηλαδή ο άνθρωπος αναζητά την αλήθεια για να νιώσει ευτυχισμένος.Όμως δεν μπορεί να γνωρίσει την αλήθεια καθώς το άφθαρτο και μακάριο όν ούτε προκαλεί ενοχλήσεις ούτε έχει σχέση με τα φθαρτά και τα μη μακάρια.Άρα για να ζεί ευτυχισμένα ο άνθρωπος θα πρέπει να εστιάσει μέσα του και να δεί τί είναι αυτό που τον παρακινεί να γνωρίσει την αλήθεια.
Ο Αριστοτέλης αργότερα συνδυάζει όλες τις παραπάνω απόψεις και άλλες όπως των Ελεατών,των πλατωνικών,των ιώνων φυσικών κτλ εξετάζοντάς τις μία προς μία ξεχωριστά και συγκριτικά την μία με την άλλη δημιουργώντας ένα εννιαίο φιλοσοφικό και επιστημονικό σύστημα το οποίο δεν παραμερίζει την έννοια της αρετής και της ευδαιμονίας (βλ. Ηθικά Αριστοτέλους) αλλά και την εφαρμογή τους στον κόσμο μας ,ακολουθώντας την θεωρία της μεσότητας χωρίς να τείνει αναγκαστικά σε κάποια από τις θεωρίες ή σχολές αλλά μένει σκεπτικός απέναντι σε όλα χωρίς να απορρίπτει κανένα.
Όταν δεν υπάρχει γύρω μας τίποτα αληθινό, πώς να υποψιαστούμε ότι όλα είναι ψεύτικα;
ΣΤΩΪΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ (είναι αντιγραφή από την ομώνυμη εργασία μου, αλλά την έβαλα κι εδώ για να μπορέσουμε -κάποια στιγμή, ευελπιστώ σ' αυτό το θέμα να μπουν όλες οι Σχολές)
Φιλοσοφικό ρεύμα, ανάμεσα στον Γ΄ αιώνα π.Χ. μέχρι τον ΣΤ΄ μ.Χ. αιώνα. Η ονομασία «Στωϊκισμός» πηγάζει από την λέξη στοά, επειδή ο Ζήνων ο Κιτιειευς (336-264 π.Χ.) δίδασκε στην Ποικίλη Στοά. Η διδασκαλία τους είναι ανομοιογενείς και αντιφατική.
Ο Στωϊκισμός χωρίζεται σε 3 περιόδους:
1. τον αρχαίο στωϊκισμό (του οποίου κύριος εμπνευστής και εκφραστής είναι ο Χρύσιππος περί το 280-205 π.Χ.) 2. τον μέσο και 3. το νέο στωϊκισμό.
Όμως, από τους αρχαίους Στωϊκούς δεν έχουμε καθόλου αυθεντικά έργα, οι πληροφορίες τα έργα είναι αποσπασματικά.. Οι πηγές, στις οποίες μπορούσαμε να αναφερθούμε μέχρι τώρα, σταματούν στη Στωϊκή φιλοσοφία, είναι παρ’ όλα αυτά πολύ γνωστές. Είναι ο Κικέρων, ο οποίος, ο ίδιος, ήταν Στωϊκος, και ιδιαίτερα ο Σέξτος ο Εμπειρίκος (ο σκεπτικισμός έχει κυρίως να κάνει με το στωϊκισμό), η έκθεση του αφορά περισσότερο το θεωρητικό μέρος και, από φιλοσοφική άποψη, είναι ενδιαφέρουσα. Όμως πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας τον Σένεκα, τον Αντωνίνο, τον Αρριανό (στον οποίο οφείλουμε τα γραπτά του Επίκτητο, επειδή τα συγκέντρωσε και τα έκδωσε), το Εγχειρίδιον του Επίκτητου και τον Διογένη Λαέρτη. Όμως ο κυριότερος εκπρόσωπος αυτού του φιλοσοφικού ρεύματος ήταν ο Επίκτητος που έζησε από το 5 μ.Χ μέχρι το 125 μ.Χ..
Ο Στωϊκισμός εμφανίζεται στην αρχή ως αντήχηση και τελειοποίηση του Κυνισμού. Ο Κυνισμός θέτει ως ουσία για τη συνείδηση να υπάρχει άμεσα, ως φυσική συνείδηση. Η απλότητα είναι η απλή φυσικότητα, η αμεσότητα του ατόμου, προκειμένου δι’ αυτό, και, μέσα στην πολλαπλή κίνηση της επιθυμίας, της απόλαυσης, της θεώρησης ποικίλων πραγμάτων ως ουσιαστικών και της πράξης ως το ίδιο, να διατηρηθεί ουσιαστικά η εξωτερικά απλή ζωή. Ο Στωϊκισμός ανυψώνει αυτήν την απλότητα στη σκέψη, και η άμεση φυσικότητα δεν είναι το περιεχόμενο και η μορφή του αληθινού είναι της συνείδησης, αλλά, το ότι η λογικότητα της φύσης έχει συλληφθεί με την σκέψη στο βαθμό που αυτό, μέσα στην απλότητα της σκέψης, είναι αληθινό ή καλό. Κατά τους Στωϊκούς, όλες οι λειτουργίες της γνώσης γίνονται μες στην ψυχή, που είναι μια ουσία ειδικής μορφής, δηλαδή το «πνεύμα».
Ο Στωϊκισμός περιλαμβάνουν και τα εξής:
1. την ανάπτυξη μιας βασικής επιστημολογίας, μιας ψυχολογίας της πράξης και ένα περίγραμμα περί της ψυχολογικής ανάπτυξης
2. κατηγοριοποιήσεις των κύριων παθών και των οποομάδων τους, οι οποίες λειτουργούν ως ένα διαγνωστικό σχήμα για ανάλυση και παρέμβαση.
3. αναφορές σε μαθήματα μέσα στην τάξη που καλύπτουν είναι ευρύ φάσμα πληροφοριών, και περιέχουν θεωρία, αρχές, πρότυπα και στρατηγικές, που έχουν ως στόχο την αλλαγή του συνήθους τρόπου σκέψης, του συναισθήματος και της πράξης.
4. προσωπικές επιστολές, που σκόπευαν στη σύναψη (εδραίωση, υποστήριξη, καθοδήγηση) της φιλίας και των σχέσεων
5. ηθικά δοκίμια, που ανέλυαν και ερμήνευαν μια ποικιλία υπαρξιακών θεμάτων
6. γραφές δραματικών έργων και σχολιασμούς σε έργα δράματων
7. στοχαστικές σημειώσεις – ημερολόγια, που γράφτηκαν από ένα αυτοκράτορα για πολιτικές και στρατιωτικές υποθέσεις
Αν κάποιος μελετά τα στοιχεία που υπάρχουν για τα πάθη από τον Κιτιέα μέχρι τον Σένεκα, τον Επίκτητο και τον Μάρκο Αυρήλιο,
Στο θέμα της ψυχής οι Στωϊκοί κοινώς ξεχωρίζουν 3 δυνάμεις ή λειτουργίες της.
1. εμφάνιση ή παρουσίαση (φαντασία) που είναι η αντίληψη δεδομένων δια μέσου των αισθήσεων.
2. η έγκριση (συγκατάθεση) είναι η ερμηνεία των πληροφοριών που λαμβάνονται. Υπάρχει μία γνωστική καταγραφή των εντυπώσεων σε σχέση με 2 σημεία: α) υπάρχει το περιεχόμενο της φαντασίας, το οποίο είναι βασικά υπόθεση περιγραφής και β) υπάρχει το αξιολογικό επίπεδο του περιεχόμενου π.χ. η καλοσύνη, η κακία.
3. παρόρμηση (ορμή) είναι η εκκίνηση της πράξης που έρχεται (ως απάντηση) σε εκείνο που είναι καλό, κακό ή αδιάφορο (ή επιθυμητό) και που εδραιώθηκε κατά τη φάση της συγκατάθεσης
Σε ότι τώρα αφορά την ίδια τη Φιλοσοφία, οι Στωϊκοί τη χώριζαν ακριβέστερα σε εκείνα τα 3 μέρη, τα οποία είναι: 1. Λογική, 2. Φυσική ή φιλοσοφία της φύσεως και 3. Ηθική, ιδιαίτερα ως προς την πρακτική πλευρά.
Η ΦΥΣΙΚΗ:
Είναι μάλλον μια σύνοψη στοιχείων που πήραν από τους αρχαίους φυσικούς, διαμορφωμένη σύμφωνα με την ηρακλείτεια φυσική. Οι 3 σχολές εκείνης της περιόδου είχαν καθεμία μία πολύ ιδιαίτερα καθορισμένη ορολογία, πράγμα που δεν μπορούμε τόσο να ισχυριστούμε για τη φιλοσοφία του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη πρέπει επομένως, τώρα, να εξοικειωθούμε με τις επιμέρους εκφράσεις και τη σημασία τους. Η κύρια ιδέα είναι η εξής: ο λόγος, ο προσδιοριστικός λόγος, είναι αυτό που κυβερνά, που κυριαρχεί, που παράγει, που διαπερνά τα πάντα, η υπόσταση και η δραστικότητα που βρίσκονται στη βάση όλων των φυσικών μορφών ως προϊόντων του λόγου, το λόγο αυτό, θεωρημένο στη λογικά αποτελεσματική του δράση, τον ονόμαζαν θεό. Πρόκειται για μια νοήμονα κοσμική ψυχή επειδή ακριβώς τον ονόμαζαν θεό, έχουμε να κάνουμε με πανθεϊσμό όλη η φιλοσοφία είναι πανθεϊστική, η έννοια, ο λόγος βρίσκεται μέσα στον κόσμο. Οι Στωϊκοί θεωρούσαν τη μελέτη της φύσης ουσιαστική και ωφέλιμη, ακριβώς γιατί τον καθολικό της νόμο, τον καθολικό λόγο, τον γνωρίζουμε από αυτή τη μελέτη, με σκοπό κατόπιν από εκεί να γνωρίσουμε τα καθήκοντα μας, το νόμο για τον άνθρωπο και να ζήσουμε σύμφωνα με το λόγο, με το νόμο της φύσης, και να συμφωνήσουμε με εκείνο τον καθολικό νόμο.
Ονομάζουν τη φωτιά κατ’ εξοχήν στοιχείον, επειδή από αυτή, ως πρώτη, συντίθεται όλα τα υπόλοιπα (συνίστασθαι) με μεταβολή (μεταβολήν), και όλα λειώνουν και διαλύονται στην ίδια, σαν αυτή να είναι η τελική τους κατάσταση. Έτσι, ο Ηράκλειτος και ο Στωϊκισμός συνέλαβαν με ακρίβεια την καθολική αιώνια λειτουργία της φύσης.
Για τον Θεό και του Θεούς μιλούν πάλι με τον τρόπο της συνηθισμένης παράστασης, και λέγουν ότι ο Θεός είναι ο Αγέννητος και ανώλεθρος εργοδηγός ολόκληρης αυτής της τάξης και του συστήματος, ο οποίος ενίοτε καταβροχθίζει μέσα του ολόκληρη την υπόσταση, και πάλι τη γεννάει από μέσα του. Άλλωστε μιλούν για τη μορφή του κόσμου, για τα 4 επιμέρους στοιχεία –σύμφωνα με τον Ηράκλειτο- λέγοντας ότι «η φωτιά είναι ανάμεσα τους το δραστικό στοιχείο, και αυτό που περνά στα υπόλοιπα στοιχεία που είναι οι μορφές του». Το σύμπαν, μια φορά, είναι η ενότητα της μορφής και της ύλης, και ο θεός η ψυχή του κόσμου, ως φύση ή το σύμπαν, είναι το Ον της διαμορφωμένης ύλης. Λείπει το ουσιαστικό της ένωσης και του σχίσματος αυτής της αντίθεσης.
Η ΛΟΓΙΚΗ
Η πνευματική πλευρά της φιλοσοφίας. Οι Στωϊκοί όριζαν ότι η επιστημονική αρχή είναι η εσκεμμένης παράσταση που είναι το αληθινό και το αγαθό. Ή αληθινό και αγαθό είναι αυτό που γίνεται αντιληπτό, αυτό που συμφωνεί με το λόγο όμως, το να συμφωνεί με τον λόγο όμως, σημαίνει ακριβώς να έχει γίνει αντικείμενο σκέψης, να έχει γίνει αντιληπτό. Γιατί το αληθινό και το αγαθό έχουν τεθεί ως περιεχόμενο, ως το Ον ο λόγος παραμένει η απλή μορφή. Πρόκειται για τον Ορθόν λόγο, όπως ο Ζήνων αποκαλούσε επίσης το κριτήριον. Που ονομάζεται και «κριτήριο της αλήθειας» των Στωϊκών, που είναι το μέτρο και το κριτικό θεμέλιο κάθε αλήθειας. «Η απλή παράσταση (φαντασία) δι’ αυτή είναι μια φαντασία (τύπωσις), και ο Χρύσιππος χρησιμοποιεί την έκφραση αλλοίωση (΄ετεροίωσις)». Για να είναι αληθινή η παράσταση, πρέπει να γίνει κατανοητή, να τη συλλάβουμε.
Η ΗΘΙΚΗ
Τους Στωϊκούς, όμως τους στιγμάτισε η Ηθική τους φιλοσοφία. Που την «χωρίζουν» σε μερικές ενότητες.
Α) Η έννοια της Αρετής. Η Αρχή των Στωϊκών είναι γενικά η εξής: ο άνθρωπος πρέπει να ζει σύμφωνα και αρμονικά με την φύση, γιατί σε αυτή οδηγεί η φύση. Όπου αυτό είναι που μας υπαγορεύει η Αρετή. Η σκέψη πρέπει να καθορίζει αυτό που συμφωνεί με την φύση, όμως, αυτό μόνο είναι που καθορίζεται από τον λόγο. Ο λόγος; Τι είναι ο λόγος; Αυτό που συμφωνεί με την φύση. Η αρετή είναι αυτό που γενικά είναι σύμφωνο με την ουσία ή το νόμο των πραγμάτων. Αρετή, είναι ν’ ακολουθείς αυτό που έχεις σκεφθεί, δηλαδή τον καθολικό νόμο, τον Ορθό λόγο. Ο άνθρωπος οφείλει να πράττει ως άνθρωπος με διαμορφωμένη σκέψη. Πρέπει να πράττει σύμφωνα με τη διορατικότητα του, και να υποτάσσει τις ορμές του.
Β) Όμως η άλλη πλευρά στο καλό είναι η εξωτερική ύπαρξη και η συναίνεση των περιστάσεων, της εξωτερικής φύσης στον τελικό σκοπό του ανθρώπου. Το καλό είναι αυτή η συμφωνία με το νόμο, που εκφράζεται σε σχέση με τη βούληση είναι το αντικείμενο ως πρακτικό. Το αν είναι ένας άνθρωπος είναι ταυτόχρονα ενάρετος και ευτυχισμένος δεν εξαρτάται ούτε μόνον από την εξωτερικότητα ούτε μόνο από την αυτοσυνείδηση. Σε ότι αφορά την χρησιμότητα, η ηθική δε χρειάζεται να είναι τόσο ανελαστική απέναντί της γιατί, κάθε καλή πράξη είναι πράγματι χρήσιμη, έχει πραγματικότητα, παράγει κάτι καλό. Χρησιμότητα δε σημαίνει τίποτε άλλο από το να ξέρουμε αυτό που κάνουμε, να έχουμε συνείδηση, για τις πράξεις μας.
ΠΗΓΕΣ:
Εισαγωγικό σημείωμα των εκδόσεων «Ζήτρος»
G. W. F. HEGEL: «Φιλοσοφία των Στωϊκών», που εμπεριέχεται στην εισαγωγή του «Ζήτρου»
«Φιλοσοφικο Λεξικο» των Ρόζενταλ και Γιουντίν.
«η Στωϊκή θεωρία περί των παθών» του Donald Blakely
Φιλοσοφικό ρεύμα, ανάμεσα στον Γ΄ αιώνα π.Χ. μέχρι τον ΣΤ΄ μ.Χ. αιώνα. Η ονομασία «Στωϊκισμός» πηγάζει από την λέξη στοά, επειδή ο Ζήνων ο Κιτιειευς (336-264 π.Χ.) δίδασκε στην Ποικίλη Στοά. Η διδασκαλία τους είναι ανομοιογενείς και αντιφατική.
Ο Στωϊκισμός χωρίζεται σε 3 περιόδους:
1. τον αρχαίο στωϊκισμό (του οποίου κύριος εμπνευστής και εκφραστής είναι ο Χρύσιππος περί το 280-205 π.Χ.) 2. τον μέσο και 3. το νέο στωϊκισμό.
Όμως, από τους αρχαίους Στωϊκούς δεν έχουμε καθόλου αυθεντικά έργα, οι πληροφορίες τα έργα είναι αποσπασματικά.. Οι πηγές, στις οποίες μπορούσαμε να αναφερθούμε μέχρι τώρα, σταματούν στη Στωϊκή φιλοσοφία, είναι παρ’ όλα αυτά πολύ γνωστές. Είναι ο Κικέρων, ο οποίος, ο ίδιος, ήταν Στωϊκος, και ιδιαίτερα ο Σέξτος ο Εμπειρίκος (ο σκεπτικισμός έχει κυρίως να κάνει με το στωϊκισμό), η έκθεση του αφορά περισσότερο το θεωρητικό μέρος και, από φιλοσοφική άποψη, είναι ενδιαφέρουσα. Όμως πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας τον Σένεκα, τον Αντωνίνο, τον Αρριανό (στον οποίο οφείλουμε τα γραπτά του Επίκτητο, επειδή τα συγκέντρωσε και τα έκδωσε), το Εγχειρίδιον του Επίκτητου και τον Διογένη Λαέρτη. Όμως ο κυριότερος εκπρόσωπος αυτού του φιλοσοφικού ρεύματος ήταν ο Επίκτητος που έζησε από το 5 μ.Χ μέχρι το 125 μ.Χ..
Ο Στωϊκισμός εμφανίζεται στην αρχή ως αντήχηση και τελειοποίηση του Κυνισμού. Ο Κυνισμός θέτει ως ουσία για τη συνείδηση να υπάρχει άμεσα, ως φυσική συνείδηση. Η απλότητα είναι η απλή φυσικότητα, η αμεσότητα του ατόμου, προκειμένου δι’ αυτό, και, μέσα στην πολλαπλή κίνηση της επιθυμίας, της απόλαυσης, της θεώρησης ποικίλων πραγμάτων ως ουσιαστικών και της πράξης ως το ίδιο, να διατηρηθεί ουσιαστικά η εξωτερικά απλή ζωή. Ο Στωϊκισμός ανυψώνει αυτήν την απλότητα στη σκέψη, και η άμεση φυσικότητα δεν είναι το περιεχόμενο και η μορφή του αληθινού είναι της συνείδησης, αλλά, το ότι η λογικότητα της φύσης έχει συλληφθεί με την σκέψη στο βαθμό που αυτό, μέσα στην απλότητα της σκέψης, είναι αληθινό ή καλό. Κατά τους Στωϊκούς, όλες οι λειτουργίες της γνώσης γίνονται μες στην ψυχή, που είναι μια ουσία ειδικής μορφής, δηλαδή το «πνεύμα».
Ο Στωϊκισμός περιλαμβάνουν και τα εξής:
1. την ανάπτυξη μιας βασικής επιστημολογίας, μιας ψυχολογίας της πράξης και ένα περίγραμμα περί της ψυχολογικής ανάπτυξης
2. κατηγοριοποιήσεις των κύριων παθών και των οποομάδων τους, οι οποίες λειτουργούν ως ένα διαγνωστικό σχήμα για ανάλυση και παρέμβαση.
3. αναφορές σε μαθήματα μέσα στην τάξη που καλύπτουν είναι ευρύ φάσμα πληροφοριών, και περιέχουν θεωρία, αρχές, πρότυπα και στρατηγικές, που έχουν ως στόχο την αλλαγή του συνήθους τρόπου σκέψης, του συναισθήματος και της πράξης.
4. προσωπικές επιστολές, που σκόπευαν στη σύναψη (εδραίωση, υποστήριξη, καθοδήγηση) της φιλίας και των σχέσεων
5. ηθικά δοκίμια, που ανέλυαν και ερμήνευαν μια ποικιλία υπαρξιακών θεμάτων
6. γραφές δραματικών έργων και σχολιασμούς σε έργα δράματων
7. στοχαστικές σημειώσεις – ημερολόγια, που γράφτηκαν από ένα αυτοκράτορα για πολιτικές και στρατιωτικές υποθέσεις
Αν κάποιος μελετά τα στοιχεία που υπάρχουν για τα πάθη από τον Κιτιέα μέχρι τον Σένεκα, τον Επίκτητο και τον Μάρκο Αυρήλιο,
Στο θέμα της ψυχής οι Στωϊκοί κοινώς ξεχωρίζουν 3 δυνάμεις ή λειτουργίες της.
1. εμφάνιση ή παρουσίαση (φαντασία) που είναι η αντίληψη δεδομένων δια μέσου των αισθήσεων.
2. η έγκριση (συγκατάθεση) είναι η ερμηνεία των πληροφοριών που λαμβάνονται. Υπάρχει μία γνωστική καταγραφή των εντυπώσεων σε σχέση με 2 σημεία: α) υπάρχει το περιεχόμενο της φαντασίας, το οποίο είναι βασικά υπόθεση περιγραφής και β) υπάρχει το αξιολογικό επίπεδο του περιεχόμενου π.χ. η καλοσύνη, η κακία.
3. παρόρμηση (ορμή) είναι η εκκίνηση της πράξης που έρχεται (ως απάντηση) σε εκείνο που είναι καλό, κακό ή αδιάφορο (ή επιθυμητό) και που εδραιώθηκε κατά τη φάση της συγκατάθεσης
Σε ότι τώρα αφορά την ίδια τη Φιλοσοφία, οι Στωϊκοί τη χώριζαν ακριβέστερα σε εκείνα τα 3 μέρη, τα οποία είναι: 1. Λογική, 2. Φυσική ή φιλοσοφία της φύσεως και 3. Ηθική, ιδιαίτερα ως προς την πρακτική πλευρά.
Η ΦΥΣΙΚΗ:
Είναι μάλλον μια σύνοψη στοιχείων που πήραν από τους αρχαίους φυσικούς, διαμορφωμένη σύμφωνα με την ηρακλείτεια φυσική. Οι 3 σχολές εκείνης της περιόδου είχαν καθεμία μία πολύ ιδιαίτερα καθορισμένη ορολογία, πράγμα που δεν μπορούμε τόσο να ισχυριστούμε για τη φιλοσοφία του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη πρέπει επομένως, τώρα, να εξοικειωθούμε με τις επιμέρους εκφράσεις και τη σημασία τους. Η κύρια ιδέα είναι η εξής: ο λόγος, ο προσδιοριστικός λόγος, είναι αυτό που κυβερνά, που κυριαρχεί, που παράγει, που διαπερνά τα πάντα, η υπόσταση και η δραστικότητα που βρίσκονται στη βάση όλων των φυσικών μορφών ως προϊόντων του λόγου, το λόγο αυτό, θεωρημένο στη λογικά αποτελεσματική του δράση, τον ονόμαζαν θεό. Πρόκειται για μια νοήμονα κοσμική ψυχή επειδή ακριβώς τον ονόμαζαν θεό, έχουμε να κάνουμε με πανθεϊσμό όλη η φιλοσοφία είναι πανθεϊστική, η έννοια, ο λόγος βρίσκεται μέσα στον κόσμο. Οι Στωϊκοί θεωρούσαν τη μελέτη της φύσης ουσιαστική και ωφέλιμη, ακριβώς γιατί τον καθολικό της νόμο, τον καθολικό λόγο, τον γνωρίζουμε από αυτή τη μελέτη, με σκοπό κατόπιν από εκεί να γνωρίσουμε τα καθήκοντα μας, το νόμο για τον άνθρωπο και να ζήσουμε σύμφωνα με το λόγο, με το νόμο της φύσης, και να συμφωνήσουμε με εκείνο τον καθολικό νόμο.
Ονομάζουν τη φωτιά κατ’ εξοχήν στοιχείον, επειδή από αυτή, ως πρώτη, συντίθεται όλα τα υπόλοιπα (συνίστασθαι) με μεταβολή (μεταβολήν), και όλα λειώνουν και διαλύονται στην ίδια, σαν αυτή να είναι η τελική τους κατάσταση. Έτσι, ο Ηράκλειτος και ο Στωϊκισμός συνέλαβαν με ακρίβεια την καθολική αιώνια λειτουργία της φύσης.
Για τον Θεό και του Θεούς μιλούν πάλι με τον τρόπο της συνηθισμένης παράστασης, και λέγουν ότι ο Θεός είναι ο Αγέννητος και ανώλεθρος εργοδηγός ολόκληρης αυτής της τάξης και του συστήματος, ο οποίος ενίοτε καταβροχθίζει μέσα του ολόκληρη την υπόσταση, και πάλι τη γεννάει από μέσα του. Άλλωστε μιλούν για τη μορφή του κόσμου, για τα 4 επιμέρους στοιχεία –σύμφωνα με τον Ηράκλειτο- λέγοντας ότι «η φωτιά είναι ανάμεσα τους το δραστικό στοιχείο, και αυτό που περνά στα υπόλοιπα στοιχεία που είναι οι μορφές του». Το σύμπαν, μια φορά, είναι η ενότητα της μορφής και της ύλης, και ο θεός η ψυχή του κόσμου, ως φύση ή το σύμπαν, είναι το Ον της διαμορφωμένης ύλης. Λείπει το ουσιαστικό της ένωσης και του σχίσματος αυτής της αντίθεσης.
Η ΛΟΓΙΚΗ
Η πνευματική πλευρά της φιλοσοφίας. Οι Στωϊκοί όριζαν ότι η επιστημονική αρχή είναι η εσκεμμένης παράσταση που είναι το αληθινό και το αγαθό. Ή αληθινό και αγαθό είναι αυτό που γίνεται αντιληπτό, αυτό που συμφωνεί με το λόγο όμως, το να συμφωνεί με τον λόγο όμως, σημαίνει ακριβώς να έχει γίνει αντικείμενο σκέψης, να έχει γίνει αντιληπτό. Γιατί το αληθινό και το αγαθό έχουν τεθεί ως περιεχόμενο, ως το Ον ο λόγος παραμένει η απλή μορφή. Πρόκειται για τον Ορθόν λόγο, όπως ο Ζήνων αποκαλούσε επίσης το κριτήριον. Που ονομάζεται και «κριτήριο της αλήθειας» των Στωϊκών, που είναι το μέτρο και το κριτικό θεμέλιο κάθε αλήθειας. «Η απλή παράσταση (φαντασία) δι’ αυτή είναι μια φαντασία (τύπωσις), και ο Χρύσιππος χρησιμοποιεί την έκφραση αλλοίωση (΄ετεροίωσις)». Για να είναι αληθινή η παράσταση, πρέπει να γίνει κατανοητή, να τη συλλάβουμε.
Η ΗΘΙΚΗ
Τους Στωϊκούς, όμως τους στιγμάτισε η Ηθική τους φιλοσοφία. Που την «χωρίζουν» σε μερικές ενότητες.
Α) Η έννοια της Αρετής. Η Αρχή των Στωϊκών είναι γενικά η εξής: ο άνθρωπος πρέπει να ζει σύμφωνα και αρμονικά με την φύση, γιατί σε αυτή οδηγεί η φύση. Όπου αυτό είναι που μας υπαγορεύει η Αρετή. Η σκέψη πρέπει να καθορίζει αυτό που συμφωνεί με την φύση, όμως, αυτό μόνο είναι που καθορίζεται από τον λόγο. Ο λόγος; Τι είναι ο λόγος; Αυτό που συμφωνεί με την φύση. Η αρετή είναι αυτό που γενικά είναι σύμφωνο με την ουσία ή το νόμο των πραγμάτων. Αρετή, είναι ν’ ακολουθείς αυτό που έχεις σκεφθεί, δηλαδή τον καθολικό νόμο, τον Ορθό λόγο. Ο άνθρωπος οφείλει να πράττει ως άνθρωπος με διαμορφωμένη σκέψη. Πρέπει να πράττει σύμφωνα με τη διορατικότητα του, και να υποτάσσει τις ορμές του.
Β) Όμως η άλλη πλευρά στο καλό είναι η εξωτερική ύπαρξη και η συναίνεση των περιστάσεων, της εξωτερικής φύσης στον τελικό σκοπό του ανθρώπου. Το καλό είναι αυτή η συμφωνία με το νόμο, που εκφράζεται σε σχέση με τη βούληση είναι το αντικείμενο ως πρακτικό. Το αν είναι ένας άνθρωπος είναι ταυτόχρονα ενάρετος και ευτυχισμένος δεν εξαρτάται ούτε μόνον από την εξωτερικότητα ούτε μόνο από την αυτοσυνείδηση. Σε ότι αφορά την χρησιμότητα, η ηθική δε χρειάζεται να είναι τόσο ανελαστική απέναντί της γιατί, κάθε καλή πράξη είναι πράγματι χρήσιμη, έχει πραγματικότητα, παράγει κάτι καλό. Χρησιμότητα δε σημαίνει τίποτε άλλο από το να ξέρουμε αυτό που κάνουμε, να έχουμε συνείδηση, για τις πράξεις μας.
ΠΗΓΕΣ:
Εισαγωγικό σημείωμα των εκδόσεων «Ζήτρος»
G. W. F. HEGEL: «Φιλοσοφία των Στωϊκών», που εμπεριέχεται στην εισαγωγή του «Ζήτρου»
«Φιλοσοφικο Λεξικο» των Ρόζενταλ και Γιουντίν.
«η Στωϊκή θεωρία περί των παθών» του Donald Blakely
«Η Δημοκρατία μας αυτοκαταστρέφεται διότι κατεχράσθη το δικαίωμα της ελευθερίας και της ισότητας, διότι έμαθε τους πολίτες να θεωρούν την αυθάδεια ως δικαίωμα, την παρανομία ως ελευθερία, την αναίδεια του λόγου ως ισότητα και την αναρχία ως ευδαιμονία»
Μάριε, θα συμφωνήσω εν μέρει για το αν υπάρχουν "δογματικοί" φιλόσοφοι, το είπα για το επίθετο που είχε αποκτήσει ο -τόσο παρεξηγημένος- Επίκουρος από τους Ακαδημαϊκούς, το γνωστό "Ακατονόμαστος", γι' αυτό το ανέφερα.
"Η Φιλοσοφία, είναι μελέτη θανάτου"
Πλάτων.
"Η Φιλοσοφία, είναι μελέτη θανάτου"
Πλάτων.
«Η Δημοκρατία μας αυτοκαταστρέφεται διότι κατεχράσθη το δικαίωμα της ελευθερίας και της ισότητας, διότι έμαθε τους πολίτες να θεωρούν την αυθάδεια ως δικαίωμα, την παρανομία ως ελευθερία, την αναίδεια του λόγου ως ισότητα και την αναρχία ως ευδαιμονία»
ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ (είναι αντιγραφή από την ομώνυμη εργασία μου, αλλά την έβαλα κι εδώ για να μπορέσουμε -κάποια στιγμή, ευελπιστώ σ' αυτό το θέμα να μπουν όλες οι Σχολές)
Όλα ξεκίνησαν όταν ο Επίκουρος άκουσε έναν γραμματικό, όταν ήταν 14ον, να ερμηνεύει έναν στοίχο του Ισιόδου, «εν αρχή εγεννήθη το χάος;», και τον ρώτησε «το χάος πόθεν γεννήθη;». Ο γραμματικός δεν ήξερε να του απαντήσει και έτσι του απάντησε πως το ζήτημα αυτό δεν είναι γραμματικό, αλλά φιλοσοφικό. «Μόνο φιλόσοφοι, λοιπόν θα είναι δάσκαλοι μου», απήντησε ο νεαρός Επίκουρος. Και από τότε άρχισε να ασχολείται με την φιλοσοφία. Εκείνα που του κέντρισαν το ενδιαφέρον, μεταξύ πολλών (Αναξαγόρα, Αρχέλαου), ήταν τα συγγράμματα του Δημοκρίτου. Δάσκαλοι του, ήσαν οι Πλατωνικοί Πάμφιλος στη Σάμο και ο Ξενοκράτης στην Αθήνα και ο Δημοκρίτειος Ναυσιφάνης, ο οποίος τον μύησε στη διδασκαλία του Δημόκριτου σύμφωνα με τον Απολλόδωρο ονομαζόταν Πραξιφάνης, δεν ήταν περιπατητικός φιλόσοφος.
Στα 18, πρέπει να παρακολούθησε τις παραδόσεις του Ξενοκράτη, που δίδασκε στην Ακαδημία. Μετά από πολλές μετακομίσεις, τελικά εγκαταστάθηκε στην Λαμψάκο, όπου και εδίδαξε για πρώτη φορά ως δάσκαλος φιλοσοφίας για 5 χρόνια. Εκεί έγραψε μίαν διατριβή, όπου έμμελε να ήταν η αρχή μιας σταδιοδρομίας με πάρα πολλά συγγράμματα. Στη σχολή του, ήρθαν για να την πλαισιώσουν πάρα πολλοί νέοι.
Το 306 π.Χ. σε ηλικία 36 ετών, εγκατέλειψε τη Λαμψάκο και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Εκεί ίδρυσε την σχολή του, σ' ένα κτήμα που είχε αγοράσει, στην τιμή των 80 μνων. Η σχόλη, είχε δικό του φιλοσοφικό σύστημα, την οποία και ονόμασε «Κήπος». Συνεργάτες του, ήταν εκτός από τον Μητρόδωρο, που πέθανε πρόωρα-, ήσαν οι Νεοκλής, Χαιρεδήμος κι ο Αριστόβουλος.
Στον Κήπο έφθαναν νέοι απ' όλη την Ελλάδα αλλά και από την Μ. Ασία, την Συρία και την Αίγυπτο. Όλοι οι μαθητές και οι φίλοι του, αποτελούσαν σύλλογο με αρχηγό τους, τον Επίκουρο. Σ' αυτόν τον σύλλογο συμμετείχαν και γυναίκες, καθώς και εταίρες, πράγμα που ερχόταν αντιμέτωπη με την ηθική αντίληψη των κατοίκων. Η διδασκαλία του, περί ηδονής, διαστρεβλώθηκε και κατηγορήθηκε γι' αυτό.
Αφού δίδαξε πολλούς μαθητές, ο Επίκουρος επί 36 χρόνια, πέθανε στην Αθήνα το 270 π.Χ., από οξεία στραγγουρία και από δυσεντερία.
Λίγο πριν πεθάνει, είπε στους μαθητές του να διασώσουν τα φιλοσοφικά του δόγματα. Στην διαθήκη του, άφηνε τον Κήπο στους μαθητές του, οι οποίοι συγκεντρώνονταν εκεί τακτικά μια φορά τον χρόνο, την 9η του Γαμηλιώνα, για να γιορτάσουν τα γενέθλια του Επίκουρου.
Ο Επίκουρος, έγραψε πολλά συγγράμματα το πιο σπουδαίο, το «περί Φύσεως», που περιλαμβάνονταν σε 300 κυλίνδρους. Πέρα από τα αυτά-καθαυτά συγγράμματα, είχε γράψει και τις περίφημες επιστολές, όπως ΠΕΡΙ ΦΥΣΕΩΣ 37 ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ - ΠΕΡΙ ΑΤΟΜΩΝ ΚΑΙ ΚΕΝΟΥ - ΠΕΡΙ ΕΡΩΤΟΣ - ΕΠΙΤΟΜΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΦΥΣΙΚΟΥΣ - ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΜΕΓΑΡΙΚΟΥΣ - ΔΙΑΠΟΡΙΑΙ - ΚΥΡΙΑΙ ΔΟΞΑΙ - ΠΕΡΙ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΦΥΓΩΝ - ΠΕΡΙ ΤΕΛΟΥΣ - ΠΕΡΙ ΚΡΙΤΗΡΙΟΥ Η΄ ΚΑΝΩΝ - ΧΑΙΡΕΔΗΜΟΣ - ΠΕΡΙ ΘΕΩΝ - ΠΕΡΙ ΟΣΙΟΤΗΤΟΣ - ΗΓΗΣΙΑΝΑΞ - ΠΕΡΙ ΒΙΩΝ - ΠΕΡΙ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΓΙΑΣ - ΝΕΟΚΛΗΣ ΠΡΟΣ ΘΕΜΙΣΤΑΝ - ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ - ΕΥΡΥΛΟΧΟΣ ΠΡΟΣ ΜΗΤΡΟΔΩΡΟΝ - ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΡΑΝ - ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝ ΤΗ ΑΤΟΜΩ ΓΩΝΙΑΣ - ΠΕΡΙ ΑΦΗΣ - ΠΕΡΙ ΕΙΜΑΡΜΕΝΗΣ - ΠΕΡΙ ΠΑΘΩΝ ΔΟΞΑΙ ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΚΡΑΤΗΝ - ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΟΝ - ΠΡΟΤΡΕΠΤΙΚΟΣ - ΠΕΡΙ ΕΙΔΩΛΩΝ - ΠΕΡΙ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ - ΑΡΙΣΤΟΒΟΥΛΟΣ - ΠΕΡΙ ΜΟΥΣΙΚΗΣ - ΠΕΡΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΑΡΕΤΩΝ - ΠΕΡΙ ΔΩΡΩΝ ΚΑΙ ΧΑΡΙΤΟΣ - ΠΟΛΥΜΗΔΗΣ - ΤΙΜΟΚΡΑΤΗΣ Γ΄ - ΜΗΤΡΟΔΩΡΟΣ Ε΄ - ΑΝΤΙΔΩΡΟΣ Β΄ - ΠΕΡΙ ΝΟΣΩΝ ΔΟΞΑΙ ΠΡΟΣ ΜΙΘΡΗΝ - ΚΑΛΛΙΣΤΟΛΑΣ - ΠΕΡΙ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ - ΑΝΑΞΙΜΕΝΗΣ - ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ και τα σωζώμενα «προς Ηρόδοτον»: επίτομη της φυσικής του διδασκαλία, «προς Πυθοκλέως»: περί Μετέωρων και η τρίτη «προς Μενοικέα»: επίτομη της ηθικής διδασκαλίας του ή αλλιώς «περί Ζωής». Βέβαια μην ξεχνάμε το εκτενές σύγγραμμα του, «περί Ηθικής» (δεν σώζεται) καθώς και τις «Κύριες Δόξες», που είναι το κύριο μέρος του φιλοσοφικού του σύστημα.
Αρκετοί ήσαν αυτοί που τον κατηγόρησαν ότι στερούνταν γενικής παιδείας. Όπως ήταν ο γραμματικός Αριστοφάνης Βυζάντιος κατηγόρησε την γλώσσα του, ως χυδαία.
Ο Επίκουρος θεωρούσε ότι η κακοδαιμονία των ανθρώπων, προερχόταν από την αμάθεια, τη δεισιδαιμονία, τις προλήψεις , τους φόβους και τις ελπίδες που γεννούν όλα αυτά στους ανθρώπους, πίστευε ότι η μόνη λύση είναι η ορθή γνώση των Νόμων που διέπουν τη φύση και τον άνθρωπο. Όπου στις μέρες συμβαίνει συχνά στα χωριά. Σύμφωνα μ' αυτά, ο φιλόσοφος διαιρούσε τη διδασκαλία του, σε 3 μέρη, το κανονικόν (λογική), το φυσικόν και το ηθικόν, (με αυτή την σειρά). η κύρια διδασκαλία του, ήταν η Ηθική.
Η διδασκαλία του, έχει ως πρώτο κύριο κριτήριο, δεχόταν τις αισθήσεις, την αισθητηριακή μας. Αυτή η αντίληψη του Επίκουρου είναι ίδια με του Δημοκρίτου, γίνεται δηλαδή με την επαφή της ψυχής με τα είδωλα που απορρέουν από την επιφάνεια των αντικειμένων. Κάθε γνώση προέρχεται από τις αισθήσεις και μόνο η γνώση που αποκτάται μέσω της αισθητηριακής αντίληψης. Αν συμβεί να είναι απάτη, τότε προέρχεται από την λανθασμένη κρίση μας, διότι δεν κρίνουμε σωστά για το κατά πόσο, είναι αληθινή η εικόνα, καθότι οι εικόνες των αντικειμένων, αλλοιώνονται πριν φθάσουν σ' εμάς.
Αν αφαιρέσουμε την αξιοπιστία των αισθήσεων, αφαιρούμε τη μόνη στερεή βάση πάνω στην οποία στηρίζεται όλο το οικοδόμημα των γνώσεων.
Δευτερεύοντα κριτήρια της αλήθειας, που προέρχονται από το κριτήριο των αισθήσεων, τις προλήψεις. Πρόληψη είναι η έννοια που σχηματίστηκε από την ίδια επαναλαμβανόμενη αισθητηριακή αντίληψη, η οποία παραμένει στην ψυχή και στην μνήμη μας. Ο Επίκουρος, θεωρεί την πρόληψη ως κρίση ασφαλή και βέβαιη και γι' αυτό αποτελεί κριτήριο της αλήθειας. Η «δόξα», από την άλλη, παρ' όλο σχηματίζεται, με βάση την αισθητηριακή αντίληψη, δεν είναι βέβαιη μπορεί να είναι αληθινή, αλλά και ψευδής.
Όσον αφορά στις πράξεις θεωρεί κριτήριο αληθείας τα «πάθη». Αυτά τα πάθη, μας ωθούν, στο να προτιμάμε μια πράξη, από μια άλλην.
Ο Επίκουρος πίστευε ότι η αταραξία και η ανάπαυση είναι λογική, και όχι η εργασία.
Δέχεται ότι 2 είναι οι πρώτες αρχές του σύμπαντος, η φυσική ύλη η οποία εμφανίζεται στα σώματα, κι εκείνη δεν υποπίπτει στην αντίληψη μας, το κενό. Από τα σώματα μας άλλα είναι σύνθετα συμπλέγματα και άλλα απλά στοιχεία, από τα οποία συντίθεται τα συμπλέγματα. Τα απλά στοιχεία των σύνθετων σωμάτων είναι τα «άτομα». Τα άτομα αυτά είναι, κατά τον Επίκουρο, -όπως και για τον Δημόκριτο- αιώνια, άφθαρτα, αναλλοίωτα, ποικίλα ως προς το σχήμα, αλλά τόσο μακριά που δεν τα αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις. Τα άτομα κινούνται ασταμάτητα στο κενό λόγω του βάρους τους και πέφτουν προς τα κάτω με την ίδια ταχύτητα.
Ως προς τη γένεση των εμβίων όντων ο Επίκουρος συμφωνεί με τον Εμπεδοκλή και παραδέχεται ότι τα έμβια γεννήθηκαν από τη γη στην αρχή ήσαν όλα τερατόμορφα και με το πέρασμα του χρόνου, επέζησαν μόνο όσα ήταν βιώσιμα. Μεταξύ τον οποίων και ο άνθρωπος. Μάλιστα, δήλωνε ότι υπάρχει και εξωγήινη ζωή.
Η ψυχή, -κατά τον Επίκουρο- είναι «σώμα λεπτομερές», παρεμφερές προς το θερμό πνεύμα, που αποτελείτε από άτομα λεία και στρογγυλά. Η ψυχή του ανθρώπου, διαπερνά το σώμα του εμβίου και είναι η αιτία της αίσθησης. Έχει όμως και το λογικό μέρος της, το οποίο διαφέρει από το άλογο. Το λογικό μέρος, εδρεύει στον θώρακα και σ' αυτό οφείλεται όλες οι ανώτερες ψυχικές ικανότητες. Τις ικανότητες αίσθησης, διανόησης και κίνησης τις αντλεί η ψυχή από το σώμα που τις περιέχει Γι' αυτό και με τον θάνατο του σώματος διαλύεται και η ψυχή;! Οπότε και δεν αισθάνεται, ούτε διανοείται πλέον. Σύμφωνα με τον Επίκουρο, η ψυχή του ανθρώπου, -όπως και κάθε ζώου- είναι θνητή!!!
Αυτός δίδασκε ότι υπάρχουν οι θεοί, και είναι αιώνιοι και άφθαρτοι με σώματα λεπτοφυή και φωτεινά και κατοικούν στους «μετακοσμίους» ώστε να μην έχουν επαφή με τους φθαρτούς κόσμους εκεί ζουν αμέριμνοι και σε αιώνια μακαριότητα. Οι θεοί, δεν δημιούργησαν τον κόσμο, ο κόσμος συστάχθηκε μόνος του, λόγω μηχανικών αιτίων, με υλικά στοιχεία. Και οι θεοί δεν «διευθύνουν» τον κόσμο, ούτε ενδιαφέρονται για την συντήρηση του. Θεωρούσε ότι δεν αρμόζει εις τους αιώνιους θεούς, να ασχολούνται με τον φθαρτό κόσμο.
Πέθανε στα εβδομηνταένα. Από αρρώστια νεφρών που του προκαλούσε διαρκείς ισχυρούς πόνους, την οποία υπόμεινε με χαμόγελο και κουράγιο.
Πέθανε μέσα στην μπανιέρα του, την οποία είχε γεμίσει με ζεστό νερό για να απαλύνει τον πόνο, πίνοντας ένα ποτήρι οίνο, ακούγοντας τα αηδόνια που κελαηδούσαν στον Κήπο, μαζί με τους φίλους του.
ΠΗΓΕΣ: Εκδόσεις "Κάκτου"
Διογένους Λαερτίου: "Βίοι Φιλοσόφων"
«Φιλοσοφικο Λεξικο» των Ρόζενταλ και Γιουντίν
"Η αλήθεια για τους αρχαίους φιλοσόφους" του Κου Γιαννουλάκη, το οποίο μου χάρισε ο αγαπητός μου, Κος Γιάννης.
Όλα ξεκίνησαν όταν ο Επίκουρος άκουσε έναν γραμματικό, όταν ήταν 14ον, να ερμηνεύει έναν στοίχο του Ισιόδου, «εν αρχή εγεννήθη το χάος;», και τον ρώτησε «το χάος πόθεν γεννήθη;». Ο γραμματικός δεν ήξερε να του απαντήσει και έτσι του απάντησε πως το ζήτημα αυτό δεν είναι γραμματικό, αλλά φιλοσοφικό. «Μόνο φιλόσοφοι, λοιπόν θα είναι δάσκαλοι μου», απήντησε ο νεαρός Επίκουρος. Και από τότε άρχισε να ασχολείται με την φιλοσοφία. Εκείνα που του κέντρισαν το ενδιαφέρον, μεταξύ πολλών (Αναξαγόρα, Αρχέλαου), ήταν τα συγγράμματα του Δημοκρίτου. Δάσκαλοι του, ήσαν οι Πλατωνικοί Πάμφιλος στη Σάμο και ο Ξενοκράτης στην Αθήνα και ο Δημοκρίτειος Ναυσιφάνης, ο οποίος τον μύησε στη διδασκαλία του Δημόκριτου σύμφωνα με τον Απολλόδωρο ονομαζόταν Πραξιφάνης, δεν ήταν περιπατητικός φιλόσοφος.
Στα 18, πρέπει να παρακολούθησε τις παραδόσεις του Ξενοκράτη, που δίδασκε στην Ακαδημία. Μετά από πολλές μετακομίσεις, τελικά εγκαταστάθηκε στην Λαμψάκο, όπου και εδίδαξε για πρώτη φορά ως δάσκαλος φιλοσοφίας για 5 χρόνια. Εκεί έγραψε μίαν διατριβή, όπου έμμελε να ήταν η αρχή μιας σταδιοδρομίας με πάρα πολλά συγγράμματα. Στη σχολή του, ήρθαν για να την πλαισιώσουν πάρα πολλοί νέοι.
Το 306 π.Χ. σε ηλικία 36 ετών, εγκατέλειψε τη Λαμψάκο και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Εκεί ίδρυσε την σχολή του, σ' ένα κτήμα που είχε αγοράσει, στην τιμή των 80 μνων. Η σχόλη, είχε δικό του φιλοσοφικό σύστημα, την οποία και ονόμασε «Κήπος». Συνεργάτες του, ήταν εκτός από τον Μητρόδωρο, που πέθανε πρόωρα-, ήσαν οι Νεοκλής, Χαιρεδήμος κι ο Αριστόβουλος.
Στον Κήπο έφθαναν νέοι απ' όλη την Ελλάδα αλλά και από την Μ. Ασία, την Συρία και την Αίγυπτο. Όλοι οι μαθητές και οι φίλοι του, αποτελούσαν σύλλογο με αρχηγό τους, τον Επίκουρο. Σ' αυτόν τον σύλλογο συμμετείχαν και γυναίκες, καθώς και εταίρες, πράγμα που ερχόταν αντιμέτωπη με την ηθική αντίληψη των κατοίκων. Η διδασκαλία του, περί ηδονής, διαστρεβλώθηκε και κατηγορήθηκε γι' αυτό.
Αφού δίδαξε πολλούς μαθητές, ο Επίκουρος επί 36 χρόνια, πέθανε στην Αθήνα το 270 π.Χ., από οξεία στραγγουρία και από δυσεντερία.
Λίγο πριν πεθάνει, είπε στους μαθητές του να διασώσουν τα φιλοσοφικά του δόγματα. Στην διαθήκη του, άφηνε τον Κήπο στους μαθητές του, οι οποίοι συγκεντρώνονταν εκεί τακτικά μια φορά τον χρόνο, την 9η του Γαμηλιώνα, για να γιορτάσουν τα γενέθλια του Επίκουρου.
Ο Επίκουρος, έγραψε πολλά συγγράμματα το πιο σπουδαίο, το «περί Φύσεως», που περιλαμβάνονταν σε 300 κυλίνδρους. Πέρα από τα αυτά-καθαυτά συγγράμματα, είχε γράψει και τις περίφημες επιστολές, όπως ΠΕΡΙ ΦΥΣΕΩΣ 37 ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ - ΠΕΡΙ ΑΤΟΜΩΝ ΚΑΙ ΚΕΝΟΥ - ΠΕΡΙ ΕΡΩΤΟΣ - ΕΠΙΤΟΜΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΦΥΣΙΚΟΥΣ - ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΜΕΓΑΡΙΚΟΥΣ - ΔΙΑΠΟΡΙΑΙ - ΚΥΡΙΑΙ ΔΟΞΑΙ - ΠΕΡΙ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΦΥΓΩΝ - ΠΕΡΙ ΤΕΛΟΥΣ - ΠΕΡΙ ΚΡΙΤΗΡΙΟΥ Η΄ ΚΑΝΩΝ - ΧΑΙΡΕΔΗΜΟΣ - ΠΕΡΙ ΘΕΩΝ - ΠΕΡΙ ΟΣΙΟΤΗΤΟΣ - ΗΓΗΣΙΑΝΑΞ - ΠΕΡΙ ΒΙΩΝ - ΠΕΡΙ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΓΙΑΣ - ΝΕΟΚΛΗΣ ΠΡΟΣ ΘΕΜΙΣΤΑΝ - ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ - ΕΥΡΥΛΟΧΟΣ ΠΡΟΣ ΜΗΤΡΟΔΩΡΟΝ - ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΡΑΝ - ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝ ΤΗ ΑΤΟΜΩ ΓΩΝΙΑΣ - ΠΕΡΙ ΑΦΗΣ - ΠΕΡΙ ΕΙΜΑΡΜΕΝΗΣ - ΠΕΡΙ ΠΑΘΩΝ ΔΟΞΑΙ ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΚΡΑΤΗΝ - ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΟΝ - ΠΡΟΤΡΕΠΤΙΚΟΣ - ΠΕΡΙ ΕΙΔΩΛΩΝ - ΠΕΡΙ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ - ΑΡΙΣΤΟΒΟΥΛΟΣ - ΠΕΡΙ ΜΟΥΣΙΚΗΣ - ΠΕΡΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΑΡΕΤΩΝ - ΠΕΡΙ ΔΩΡΩΝ ΚΑΙ ΧΑΡΙΤΟΣ - ΠΟΛΥΜΗΔΗΣ - ΤΙΜΟΚΡΑΤΗΣ Γ΄ - ΜΗΤΡΟΔΩΡΟΣ Ε΄ - ΑΝΤΙΔΩΡΟΣ Β΄ - ΠΕΡΙ ΝΟΣΩΝ ΔΟΞΑΙ ΠΡΟΣ ΜΙΘΡΗΝ - ΚΑΛΛΙΣΤΟΛΑΣ - ΠΕΡΙ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ - ΑΝΑΞΙΜΕΝΗΣ - ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ και τα σωζώμενα «προς Ηρόδοτον»: επίτομη της φυσικής του διδασκαλία, «προς Πυθοκλέως»: περί Μετέωρων και η τρίτη «προς Μενοικέα»: επίτομη της ηθικής διδασκαλίας του ή αλλιώς «περί Ζωής». Βέβαια μην ξεχνάμε το εκτενές σύγγραμμα του, «περί Ηθικής» (δεν σώζεται) καθώς και τις «Κύριες Δόξες», που είναι το κύριο μέρος του φιλοσοφικού του σύστημα.
Αρκετοί ήσαν αυτοί που τον κατηγόρησαν ότι στερούνταν γενικής παιδείας. Όπως ήταν ο γραμματικός Αριστοφάνης Βυζάντιος κατηγόρησε την γλώσσα του, ως χυδαία.
Ο Επίκουρος θεωρούσε ότι η κακοδαιμονία των ανθρώπων, προερχόταν από την αμάθεια, τη δεισιδαιμονία, τις προλήψεις , τους φόβους και τις ελπίδες που γεννούν όλα αυτά στους ανθρώπους, πίστευε ότι η μόνη λύση είναι η ορθή γνώση των Νόμων που διέπουν τη φύση και τον άνθρωπο. Όπου στις μέρες συμβαίνει συχνά στα χωριά. Σύμφωνα μ' αυτά, ο φιλόσοφος διαιρούσε τη διδασκαλία του, σε 3 μέρη, το κανονικόν (λογική), το φυσικόν και το ηθικόν, (με αυτή την σειρά). η κύρια διδασκαλία του, ήταν η Ηθική.
Η διδασκαλία του, έχει ως πρώτο κύριο κριτήριο, δεχόταν τις αισθήσεις, την αισθητηριακή μας. Αυτή η αντίληψη του Επίκουρου είναι ίδια με του Δημοκρίτου, γίνεται δηλαδή με την επαφή της ψυχής με τα είδωλα που απορρέουν από την επιφάνεια των αντικειμένων. Κάθε γνώση προέρχεται από τις αισθήσεις και μόνο η γνώση που αποκτάται μέσω της αισθητηριακής αντίληψης. Αν συμβεί να είναι απάτη, τότε προέρχεται από την λανθασμένη κρίση μας, διότι δεν κρίνουμε σωστά για το κατά πόσο, είναι αληθινή η εικόνα, καθότι οι εικόνες των αντικειμένων, αλλοιώνονται πριν φθάσουν σ' εμάς.
Αν αφαιρέσουμε την αξιοπιστία των αισθήσεων, αφαιρούμε τη μόνη στερεή βάση πάνω στην οποία στηρίζεται όλο το οικοδόμημα των γνώσεων.
Δευτερεύοντα κριτήρια της αλήθειας, που προέρχονται από το κριτήριο των αισθήσεων, τις προλήψεις. Πρόληψη είναι η έννοια που σχηματίστηκε από την ίδια επαναλαμβανόμενη αισθητηριακή αντίληψη, η οποία παραμένει στην ψυχή και στην μνήμη μας. Ο Επίκουρος, θεωρεί την πρόληψη ως κρίση ασφαλή και βέβαιη και γι' αυτό αποτελεί κριτήριο της αλήθειας. Η «δόξα», από την άλλη, παρ' όλο σχηματίζεται, με βάση την αισθητηριακή αντίληψη, δεν είναι βέβαιη μπορεί να είναι αληθινή, αλλά και ψευδής.
Όσον αφορά στις πράξεις θεωρεί κριτήριο αληθείας τα «πάθη». Αυτά τα πάθη, μας ωθούν, στο να προτιμάμε μια πράξη, από μια άλλην.
Ο Επίκουρος πίστευε ότι η αταραξία και η ανάπαυση είναι λογική, και όχι η εργασία.
Δέχεται ότι 2 είναι οι πρώτες αρχές του σύμπαντος, η φυσική ύλη η οποία εμφανίζεται στα σώματα, κι εκείνη δεν υποπίπτει στην αντίληψη μας, το κενό. Από τα σώματα μας άλλα είναι σύνθετα συμπλέγματα και άλλα απλά στοιχεία, από τα οποία συντίθεται τα συμπλέγματα. Τα απλά στοιχεία των σύνθετων σωμάτων είναι τα «άτομα». Τα άτομα αυτά είναι, κατά τον Επίκουρο, -όπως και για τον Δημόκριτο- αιώνια, άφθαρτα, αναλλοίωτα, ποικίλα ως προς το σχήμα, αλλά τόσο μακριά που δεν τα αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις. Τα άτομα κινούνται ασταμάτητα στο κενό λόγω του βάρους τους και πέφτουν προς τα κάτω με την ίδια ταχύτητα.
Ως προς τη γένεση των εμβίων όντων ο Επίκουρος συμφωνεί με τον Εμπεδοκλή και παραδέχεται ότι τα έμβια γεννήθηκαν από τη γη στην αρχή ήσαν όλα τερατόμορφα και με το πέρασμα του χρόνου, επέζησαν μόνο όσα ήταν βιώσιμα. Μεταξύ τον οποίων και ο άνθρωπος. Μάλιστα, δήλωνε ότι υπάρχει και εξωγήινη ζωή.
Η ψυχή, -κατά τον Επίκουρο- είναι «σώμα λεπτομερές», παρεμφερές προς το θερμό πνεύμα, που αποτελείτε από άτομα λεία και στρογγυλά. Η ψυχή του ανθρώπου, διαπερνά το σώμα του εμβίου και είναι η αιτία της αίσθησης. Έχει όμως και το λογικό μέρος της, το οποίο διαφέρει από το άλογο. Το λογικό μέρος, εδρεύει στον θώρακα και σ' αυτό οφείλεται όλες οι ανώτερες ψυχικές ικανότητες. Τις ικανότητες αίσθησης, διανόησης και κίνησης τις αντλεί η ψυχή από το σώμα που τις περιέχει Γι' αυτό και με τον θάνατο του σώματος διαλύεται και η ψυχή;! Οπότε και δεν αισθάνεται, ούτε διανοείται πλέον. Σύμφωνα με τον Επίκουρο, η ψυχή του ανθρώπου, -όπως και κάθε ζώου- είναι θνητή!!!
Αυτός δίδασκε ότι υπάρχουν οι θεοί, και είναι αιώνιοι και άφθαρτοι με σώματα λεπτοφυή και φωτεινά και κατοικούν στους «μετακοσμίους» ώστε να μην έχουν επαφή με τους φθαρτούς κόσμους εκεί ζουν αμέριμνοι και σε αιώνια μακαριότητα. Οι θεοί, δεν δημιούργησαν τον κόσμο, ο κόσμος συστάχθηκε μόνος του, λόγω μηχανικών αιτίων, με υλικά στοιχεία. Και οι θεοί δεν «διευθύνουν» τον κόσμο, ούτε ενδιαφέρονται για την συντήρηση του. Θεωρούσε ότι δεν αρμόζει εις τους αιώνιους θεούς, να ασχολούνται με τον φθαρτό κόσμο.
Πέθανε στα εβδομηνταένα. Από αρρώστια νεφρών που του προκαλούσε διαρκείς ισχυρούς πόνους, την οποία υπόμεινε με χαμόγελο και κουράγιο.
Πέθανε μέσα στην μπανιέρα του, την οποία είχε γεμίσει με ζεστό νερό για να απαλύνει τον πόνο, πίνοντας ένα ποτήρι οίνο, ακούγοντας τα αηδόνια που κελαηδούσαν στον Κήπο, μαζί με τους φίλους του.
ΠΗΓΕΣ: Εκδόσεις "Κάκτου"
Διογένους Λαερτίου: "Βίοι Φιλοσόφων"
«Φιλοσοφικο Λεξικο» των Ρόζενταλ και Γιουντίν
"Η αλήθεια για τους αρχαίους φιλοσόφους" του Κου Γιαννουλάκη, το οποίο μου χάρισε ο αγαπητός μου, Κος Γιάννης.
«Η Δημοκρατία μας αυτοκαταστρέφεται διότι κατεχράσθη το δικαίωμα της ελευθερίας και της ισότητας, διότι έμαθε τους πολίτες να θεωρούν την αυθάδεια ως δικαίωμα, την παρανομία ως ελευθερία, την αναίδεια του λόγου ως ισότητα και την αναρχία ως ευδαιμονία»
Ίωνες Φιλόσοφοι και Κοσμολογική Επιστήμη*
Νικολάου Κ. Σπύρου
Εργαστήριο Αστρονομίας, Τμήμα Φυσικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝA
1. Εισαγωγή-Ίωνες Φιλόσοφοι
2. Ίωνες Φιλόσοφοι
3. Αρίσταρχος ο Σάμιος και η Συμβολή του
4. Η Ιστορική Αλήθεια
5. Επίλογος
6. Ενδεικτική Βιβλιογραφία
Περίληψη
Περιγράφεται εν συντομία η συνεισφορά στην κοσμολογική επιστήμη των αρχαίων Ιώνων Φιλοσόφων και ιδιαιτέρως του Αριστάρχου του Σαμίου και επιχειρείται η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας γι' αυτήν τη συνεισφορά.
*Βασισμένο σε προσκεκλημένη ομιλία, η οποία δόθηκε την Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2003, στο πλαίσιο των εργασιών του διεθνούς συνεδρίου με τίτλο Η Επίδραση του Ολυμπιακού Πνεύματος στην Ανθρώπινη Πρόοδο (Θεσσαλονίκη, 5-7 Δεκεμβρίου 2003).
1. Εισαγωγή-Ίωνες Φιλόσοφοι
Η απλή ενατένιση του ουρανού, με το πλήθος των εντυπωσιακών φαινομένων, ικανών να προσελκύσουν την προσοχή και το ενδιαφέρον των πρωτόγονων ανθρώπων, άρχισε να σημειώνει τα πρώτα εξελικτικά της βήματα προς την επιστήμη, με αφορμή την παρατήρηση δύο θεμελιωδών φαινομένων, αφενός μεν της ημερήσιας περιστροφής της ουράνιας σφαίρας και όλων των παρατηρούμενων αστρικών αντικειμένων, η οποία οφείλεται στην αξονική περιστροφή της Γης σε 24 ώρες, αφετέρου δε της ετήσιας μεταφορικής κίνησης του Ηλίου (Σχήμα 1). Για πολλούς αιώνες ο άνθρωπος αγωνίσθηκε να κατανοήσει και να αποδείξει πώς δημιουργούνται αυτά τα δύο φαινόμενα, εάν δηλαδή οφείλονται στην περιφορά του συνόλου των αστέρων περί την ακίνητη Γη, ή αν οφείλονται στην περιστροφή της Γης γύρω από τον άξονά της, βεβαίως, καθώς η Γη περιφέρεται περί το ακίνητο κέντρο του κόσμου, τον Ήλιο. Ως φυσιολογικό αποτέλεσμα επήλθε η διαίρεση των σοφών της αρχαιότητας σε δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις, δηλαδή, στους οπαδούς της ηλιοκεντρικής θεώρησης του κόσμου (Σχήμα 2) και στους οπαδούς της γεωκεντρικής θεώρησης του κόσμου. Η τελευταία βασιζόταν στο φημισμένο σύστημα των επικύκλων (Σχήματα 3 και 4). Δηλαδή, ο πλανήτης κινείται ομαλά σε κυκλική τροχιά γύρω από το κέντρο του επικύκλου, το οποίο (κέντρο) με τη σειρά του κινείται ομαλά σε κυκλική τροχιά με κέντρο σχεδόν ταυτιζόμενο με τη Γη. Με τον τρόπο αυτό, οι αρχαίοι αναπαρέστησαν τις φαινόμενες κινήσεις των πλανητών (ορθή και ανάδρομη). Αυτό το πολύπλοκο και θαυμαστό σύστημα αποτελούσε το απόλυτα δεκτό σύστημα του κόσμου. Οι πρώτοι, οι οπαδοί της γεωκεντρικής θεώρησης του κόσμου, αποτελούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία, ενώ οι δεύτεροι τη μειοψηφία.




Η πίστη αυτή στο γεωκεντρικό σύστημα, η οποία για έναν γήινο παρατηρητή της εποχής εκείνης ήταν δικαιολογημένη, είχε καθαρά θρησκευτική προέλευση και βασιζόταν στην ακλόνητη πεποίθηση ότι η Γη, ως κατοικία των θεών, πρέπει να αποτελεί το ακίνητο κέντρο του Σύμπαντος, ώστε να μην ταράσσεται η ηρεμία των Ολύμπιων Θεών. Συνεπώς, στο πλαίσιο της γεωκεντρικής θεώρησης του κόσμου, εμείς, ως παρατηρητές, έχουμε μια προνομιακή θέση στο Σύμπαν. Είμαστε το κέντρο του Σύμπαντος, κάτι που σήμερα, βεβαίως, δεν γίνεται αποδεκτό.
Η αστρονομική μελέτη των αρχαίων διενεργείτο εν πολλοίς από το ιερατείο, όμως τα αποτελέσματά της είχαν εφαρμογή στη γεωργία, ναυσιπλοΐα κ.ά. Ίσως έτσι γίνεται φανερό το αρκετά ενδιαφέρον γεγονός, ότι οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν ότι το ουράνιο Σύμπαν υπήρχε για να τους υπηρετεί. Πραγματικά, με βάση, την φυσική περιέργειά τους για μάθηση και ερμηνεία της αρχής του κόσμου, δηλαδή, για φυσικό διαλογισμό και διατύπωση κοσμολογικών «πιστεύω», προσπάθησαν να αναλύσουν την φυσική δομή των ουράνιων σωμάτων και τη δυναμική σχέση μεταξύ τους. Σ' αυτήν την προσπάθειά τους εφεύραν όργανα (π.χ. ο Αστρολάβος, ο Γνώμων, το Ηλιακό Ρολόι, η Ουράνια Σφαίρα, ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων κ.ά.), τα οποία θεωρούνται οι πρόδρομοι των σημερινών ρολογιών και υπολογιστικών μηχανών, που, επιπλέον, είχαν ως αποτέλεσμα και την ανάπτυξη διάφορων επαγγελμάτων, όπως π.χ. ο ωρολογοποιός και ο χαράκτης, και με εφαρμογές στη μέτρηση του χρόνου, στη χρησιμοποίηση των αστερισμών στα θαλασσινά ταξίδια, κ.ά. (Πίνακας 1).

Για την κατασκευή τέτοιων πολύπλοκων οργάνων απαιτείται ανεπτυγμένη γεωμετρική αίσθηση, που χαρακτήριζε και άλλους παραποτάμιους πολιτισμούς, αλλά επί πλέον απαιτούνταν λεπτές έννοιες, υψηλής διανόησης, αφηρημένης επιστημονικής σκέψης και μαθηματικής δεξιότητας.
Σε αντιδιαστολή προς τα ανωτέρω πρέπει να τονιστεί, ότι η σπουδή του ουρανού από τους προϊστορικούς λαούς της Ανατολής περιορίσθηκε απλώς και μόνο στη χρονογραφική αποθησαύριση των κατά καιρούς σπουδαιότερων ουράνιων φαινομένων.
Από την εποχή της εμφάνισης των Ελλήνων φιλοσόφων πριν από 2,5 χιλιετίες στην αρχαία Ιωνία, δηλαδή, στην ευρύτερη περιοχή μας, η έρευνα του ουρανού αλλάζει μορφή, λαμβάνει σαφώς επιστημονικό χαρακτήρα και η μυθολογική ερμηνεία των ουράνιων φαινομένων αντικαθίσταται από την επιστημονική επανάσταση. Ακριβώς στην Ιωνία, τον 6ο π.Χ. αιώνα, αναπτύχθηκε η νέα αντίληψη, σύμφωνα με την οποία το Σύμπαν είναι κατανοητό, διότι έχει εσωτερική τάξη, διότι στην Φύση υπάρχουν κανονικότητες που επιτρέπουν την αποκάλυψη των μυστικών της και της λειτουργίας της.
Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτή η επανάσταση συνέβη στην Ιωνία και όχι σε κάποια από τις μεγάλες πόλεις της Ινδίας, Αιγύπτου, Βαβυλωνίας, Κίνας ή Μεσοαμερικής.
Γιατί; Διότι η Ιωνία είχε πολλά πλεονεκτήματα (Σχήμα 5). Η Ιωνία ήταν ένα νησιωτικό βασίλειο. Η απομόνωση, έστω και η ατελής, γεννά την ποικιλία. Λόγω των πολλών νησιών της, χαρακτηριζόταν από μια ποικιλία πολιτικών συστημάτων. Δεν υπήρχε δύναμη που θα μπορούσε να επιβάλει κοινωνική και πνευματική ομοιομορφία σε όλα τα νησιά. Συνεπώς, έγινε δυνατή η ελεύθερη έρευνα και αναζήτηση και, έτσι, η προώθηση της δεισιδαιμονίας δεν μπορούσε να θεωρηθεί πολιτική ανάγκη.

Σε αντίθεση με άλλους λαούς, οι Ίωνες βρίσκονταν στο σταυροδρόμι πολιτισμών και όχι στο κέντρο ενός πολιτισμού. Ήταν ακριβώς η Ανατολική Μεσόγειος, όπου οι μεγάλοι πολιτισμοί της Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας, αλλά και της Αφρικής, Ασίας και Αιγύπτου συναντήθηκαν και αλληλοεπηρεάσθηκαν μέσα σε ένα πνεύμα έντονης και κατά μέτωπο αντιπαράθεσης προκαταλήψεων, γλωσσών, ιδεών και θεών. Έτσι, λοιπόν, εμφανίσθηκε η μεγάλη ιδέα, η συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι είναι δυνατή η γνώση του κόσμου χωρίς την εκ των προτέρων παραδοχή της ύπαρξης των πολλών θεών και του ότι πρέπει να υπάρχουν αρχές, δυνάμεις, φυσικοί νόμοι που μπορούν να κατανοηθούν, χωρίς να είναι απαραίτητο π.χ. η πτώση ενός πουλιού να αποδοθεί στην απευθείας παρέμβαση του Δία. Η Ιωνία, λοιπόν, όπως πολλές φορές έχει ακουστεί, ήταν ο τόπος όπου γεννήθηκε η επιστήμη και όπου, μεταξύ 600 π.Χ. και 450 μ.Χ., συνέβη η μεγάλη επανάσταση στην ανθρώπινη σκέψη. Οι Ίωνες απέρριψαν τη δεισιδαιμονία και έτσι έκαναν θαύματα. Το γνωστό Ηραίο στη Σάμο είναι η πιο τρανή απόδειξη.
Γενικά, μπορεί να υποστηριχθεί ότι το κλειδί για την επανάσταση ήταν το χέρι, η χειρωνακτική εργασία, το πείραμα, η παρατήρηση. Μερικοί από τους λαμπρούς Ίωνες στοχαστές ήταν παιδιά ναυτικών, αγροτών, υφαντών, συνηθισμένα στη χειρωνακτική εργασία, σε αντίθεση με τους ιερείς και γραφείς των άλλων εθνών, οι οποίοι είχαν μεγαλώσει μέσα στην πολυτέλεια και ήταν απρόθυμοι να λερώσουν τα χέρια τους.
2. Ίωνες Φιλόσοφοι
Δεν είναι δυνατό να απαριθμήσει κανείς όλους τους Έλληνες φιλοσόφους και την συνεισφορά τους (Πίνακας ΙΙ). Αξίζει, όμως, να υπογραμμισθεί ότι οι μεγάλοι επιστήμονες, από το Θαλή μέχρι το Δημόκριτο (Αναξίμανδρος, Πυθαγόρας, Αναξαγόρας, Εμπεδοκλής, Ιπποκράτης, όλοι στην περίοδο 650-350 π.Χ.), σε ιστορικά και φιλοσοφικά βιβλία περιγράφονται ως "Προσωκρατικοί", ως εάν η κύρια συνεισφορά τους να ήταν η διατήρηση του φιλοσοφικού φρουρίου μέχρι την εμφάνιση του Σωκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη και η μικρή, ίσως, επίδρασή τους στους τελευταίους. Αυτό δεν είναι ακριβές, διότι οι αρχαίοι Ίωνες φιλόσοφοι εκπροσωπούν μια διαφορετική και εν πολλοίς αντιφατική παράδοση που, όμως, συμφωνεί περισσότερο με τη σύγχρονη επιστήμη. Αποτελεί, στ' αλήθεια, ανεπανόρθωτη απώλεια για όσους έζησαν μεταξύ της Ιωνικής Επιστημονικής Επανάστασης και της Ιταλικής Αναγέννησης, το ότι η επίδραση των αρχαίων Ιώνων φιλοσόφων ήταν δυναμικά αισθητή για τρεις, το πολύ, αιώνες.

Από τους Έλληνες φιλοσόφους μετά τον Αριστοτέλη (Ευκλείδης, Αρίσταρχος, Αρχιμήδης, Ερατοσθένης, Ίππαρχος, Πτολεμαίος, Υπατία, όλοι στην περίοδο 300 π.Χ-450 μ.Χ.), θα ήθελα να αναφερθώ περιληπτικά σε τρεις, στους Θαλή, Αναξίμανδρο και Πυθαγόρα, και, κάπως αναλυτικά, στους Αναξαγόρα, Ερατοσθένη και Αρίσταρχο, οι οποίοι συνεισέφεραν ιδιαίτερα στη διαμόρφωση της σύγχρονης αστρονομικής και κοσμολογικής επιστήμης. Έτσι, ο Θαλής ο Μιλήσιος πίστευε, όπως και οι Βαβυλώνιοι, ότι ο κόσμος κάποτε ήταν νερό και ότι η ξηρά δημιουργήθηκε από τους ωκεανούς μέσω μιας φυσικής διαδικασίας, παρόμοιας με την απόθεση που ο ίδιος είχε παρατηρήσει στο Δέλτα του Νείλου. Το ότι το συμπέρασμα του Θαλή ήταν λανθασμένο, δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία. Σημασία έχει ότι η επιστημονική σκέψη του ήταν σωστή, ότι, δηλαδή, ο κόσμος δεν δημιουργήθηκε από τους θεούς, αλλά μέσα από φυσικές διεργασίες. Εξάλλου, ο Αναξίμανδρος ο Μιλήσιος υποστήριξε μεταξύ άλλων, ότι ο άνθρωπος είναι τόσο ευπρόσβλητος κατά τη γέννησή του, ώστε, εάν οι πρώτοι άνθρωποι είχαν έρθει στον κόσμο από μόνοι τους, θα είχαν πεθάνει αμέσως. Πρότεινε, κατά συνέπεια, την αυθόρμητη γένεση της ζωής από τη λάσπη, από την οποία οι απόγονοι βγήκαν στην ξηρά και, μέσω μεταλλάξεων, εξελίχθηκαν σε άλλα ζώα. Τέλος, η σύγχρονη παράδοση του μαθηματικού λογισμού και επιχειρηματολογίας, βασική για όλες τις θετικές επιστήμες, χρωστά πολλά στον Πυθαγόρα, ο οποίος πρώτος χρησιμοποίησε τον όρο Κόσμος για να περιγράψει την τάξη και το θαυμαστό χαρακτήρα του Σύμπαντος.
Ο εκ Κλαζομενών φιλόσοφος Αναξαγόρας (~450 π.Χ.), ο αποκαλούμενος Νους, ήταν ένας πλούσιος πειραματικός επιστήμονας, αδιάφορος για τα πλούτη του αλλά με πάθος για την επιστήμη. Όταν ρωτήθηκε ποιος ήταν ο σκοπός της ζωής του, απάντησε "Η διερεύνηση του Ηλίου, της Σελήνης και του ουρανού", όπως θα απαντούσε ένας πραγματικός αστρονόμος. Ο Αναξαγόρας πίστευε (μια καθαρά Ιωνική ιδέα), ότι οι άνθρωποι ήταν διανοητικά ανώτεροι των υπολοίπων ζώων, διότι έχουν χέρια. Ήταν ο πρώτος που δήλωσε σαφώς ότι η Σελήνη λάμπει εξαιτίας του ανακλώμενου, επάνω σε αυτήν, ηλιακού φωτός και κατά συνέπεια πρότεινε μια θεωρία για τις φάσεις της Σελήνης. Επίσης, θεωρούσε ότι ο Ήλιος και η Σελήνη δεν είναι θεότητες, αλλά πύρινες πέτρες. Η θερμότητα των αστέρων δεν γίνεται αντιληπτή λόγω της μεγάλης απόστασής τους. Η Σελήνη έχει όρη και ο Ήλιος είναι τεράστιος, πιθανόν μεγαλύτερος από την Πελοπόννησο (!!!). Εξαιτίας των ιδεών του κατηγορήθηκε για ασέβεια ως εισάγων "καινά δαιμόνια" και πέθανε στην εξορία (428 π.Χ.)
Ο Ερατοσθένης ο Κυρηναίος, της Αλεξανδρινής Σχολής, συνεισέφερε σημαντικά στη διαπίστωση (3ος π.Χ. αιώνας) ότι η θεωρούμενη επίπεδη Γη είναι ένας μικρός, σφαιρικός κόσμος. Ο Ερατοσθένης ήταν Διευθυντής της μεγάλης Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, όπου σε έναν πάπυρο διάβασε ότι το μεσημέρι της 21ης Ιουνίου (θερινό ηλιοστάσιο), στα νότια όρια της πόλης Συήνη (Ασσουάν), κοντά στον πρώτο καταρράκτη του Νείλου, οι κατακόρυφοι στύλοι δεν ρίχνουν καθόλου σκιά και ο Ήλιος καθρεφτίζεται ακριβώς στον πυθμένα ενός πηγαδιού (δηλαδή, βρίσκεται στο Ζενίθ του τόπου, "ακριβώς από πάνω"). Ως επιστήμονας, λοιπόν, ο Ερατοσθένης διερωτήθηκε, εάν συμβαίνει το ίδιο ταυτόχρονα και σε μια άλλη πόλη πχ. στην Αλεξάνδρεια και διαπίστωσε ότι πραγματικά δε συμβαίνει. Στην Αλεξάνδρεια, κατά την ίδια μέρα και ώρα, οι κατακόρυφοι στύλοι έριχναν σκιά. Αν όμως η Γη ήταν επίπεδη, οι κατακόρυφοι στύλοι στις δυο πόλεις θα ήταν παράλληλοι και θα έπρεπε και οι δυο να ρίχνουν σκιά και μάλιστα τα μήκη των σκιών τους να είναι ίσα μεταξύ τους. Αφού, λοιπόν, τίποτα απ' αυτά δεν είναι αλήθεια, τι μπορεί να συμβαίνει; Την απάντηση έδωσε ο Ερατοσθένης υποστηρίζοντας ότι η επιφάνεια της Γης δεν είναι επίπεδη αλλά σφαιρική (Σχήμα 6). Αυτό το συμπέρασμα είναι, προφανώς, θεμελιώδους σημασίας και επιπλέον επέτρεψε στον Ερατοσθένη να προσδιορίσει την ακτίνα και το μήκος της περιφέρειάς της Γης. Πραγματικά, από το μήκος της σκιάς υπολογίζεται αμέσως η διαφορά των γεωγραφικών πλατών των δύο πόλεων, ίση περίπου με 7 μοίρες. Επειδή η απόσταση των δύο πόλεων ήταν γνωστή από αφηγήσεις βηματιστών και ίση περίπου με 800 Km (φημολογείται ότι ο Ερατοσθένης μίσθωσε βηματιστές για τη μέτρησή της), η περιφέρεια της Γης είναι ίση με 40000 Km. Αυτή είναι η σωστή απάντηση και ο Ερατοσθένης την έδωσε χρησιμοποιώντας ως μόνα εργαλεία ράβδους, μάτια, πόδια και μυαλό με απλότητα σκέψης, επινοητικότητα και με μια επιπλέον αίσθηση πειράματος. Το λάθος στον υπολογισμό ήταν μόνο 2%, ένα πραγματικά αξιοσημείωτο επίτευγμα για περίπου πριν από 2,5 χιλιετίες. Άρα, ο Ερατοσθένης ήταν ο πρώτος άνθρωπος που μέτρησε τις διαστάσεις του πλανήτη Γη, γι' αυτό και θεωρείται δημιουργός της μαθηματικής γεωγραφίας. Η μέθοδος του Ερατοσθένη, βασικώς, χρησιμοποιείται και σήμερα από τους γεωδαίτες, οι οποίοι ονόμασαν τον Ερατοσθένη "Πατέρα της Γεωδαισίας".

3. Αρίσταρχος ο Σάμιος και η Συμβολή του
Ο αστρονόμος, μαθηματικός και γεωμέτρης της Αλεξανδρινής Σχολής Αρίσταρχος γεννήθηκε στη Σάμο και έζησε στις αρχές του 3ου π.Χ. αιώνα (310-230 π.Χ.). Ήταν ένας από τους αρχαίους Ίωνες φιλοσόφους (όπως ήδη αναφέρθηκε, Αναξίμανδρος, Πυθαγόρας, Αναξαγόρας, Εμπεδοκλής, Ιπποκράτης, Αριστοτέλης, Ευκλείδης, Αρίσταρχος, Αρχιμήδης, Ερατοσθένης, Ίππαρχος, Πτολεμαίος, Υπατία, που, όλοι τους, έζησαν στο διάστημα 650 π.Χ.- 450 μ.Χ.), η δε επιστημονική συνεισφορά του υπήρξε πολλαπλή. Ο Αρίσταρχος υπήρξε ο εισηγητής, κήρυκας και υποστηρικτής της ριζοσπαστικής, για την εποχή του ηλιοκεντρικής θεωρίας.
Ο Αρίσταρχος δεν είναι γνωστός μόνον ως εισηγητής της ηλιοκεντρικής θεωρίας. Ουσιαστικά είναι ο πατέρας και θεμελιωτής της Αστρονομίας με βάση τη λογική σκέψη και όχι τις θρησκευτικές δοξασίες. Είναι ο εφευρέτης του σκαφίου, δηλαδή, μιας μορφής ηλιακού ρολογιού, με τη βοήθεια του οποίου έκανε πλήθος παρατηρήσεων και αστρονομικών υπολογισμών. Ο Αρίσταρχος επινόησε μια πολύ αξιόλογη μέθοδο προσδιορισμού των σχετικών αποστάσεων του Ηλίου και της Σελήνης από τη Γη, όπως και μια εξίσου σημαντική μέθοδο προσδιορισμού των σχετικών διαστάσεων των τριών αυτών σωμάτων (Σχήμα 7 και Πίνακας ΙΙΙ).


Ίσως η ανακάλυψη ότι η πραγματική διάμετρος του Ηλίου είναι εικοσαπλάσια της σεληνιακής διαμέτρου, σε συνδυασμό με το ότι η απόσταση του Ηλίου από τη Γη είναι εικοσαπλάσια της απόστασης της Σελήνης από τη Γη, οδήγησαν τον Αρίσταρχο στο συμπέρασμα ότι ο Ήλιος και όχι η Γη, αποτελεί το κέντρο του κόσμου.
Η εισήγηση της ηλιοκεντρικής θεωρίας αποδεικνύει, ότι ο Αρίσταρχος μπορούσε να κρίνει με σαφήνεια και να εξηγήσει σωστά τα παρατηρούμενα ουράνια φαινόμενα, χωρίς να επηρεάζεται από τις για αιώνες παραδεκτές αλλά εσφαλμένες αντιλήψεις και δοξασίες των συγχρόνων του. Εξάλλου, η επινόηση και χρήση του σκαφίου αποδεικνύει, ότι ο Αρίσταρχος μπορούσε όχι μόνο με επιτυχία να δίνει την θεωρητική λύση των αστρονομικών προβλημάτων, αλλά και να εφευρίσκει και να χρησιμοποιεί τα κατάλληλα αστρονομικά όργανα. Με άλλα λόγια, ήταν και ένας επιδέξιος παρατηρητής του ουρανού.
Ο Αρίσταρχος έγραψε πολλές εργασίες, οι περισσότερες από τις οποίες έχουν χαθεί. Ορισμένα τμήματα της πραγματείας του Αρίσταρχου σε αντίγραφο σώζονται μέχρι σήμερα, επειδή είχαν συμπεριληφθεί σε έναν τόμο με τον τίτλο Μικρά Αστρονομία, σε διάκριση από τη Μέγιστη Αστρονομία (ή Μεγάλη Μαθηματική Σύνταξις, Al Magest) του Κλαύδιου Πτολεμαίου.
Η πρώτη τυπογραφική έκδοση της πραγματείας του Αριστάρχου στα ελληνικά έγινε το 1688 στην Οξφόρδη από τον J.Wallis με τίτλο:
ΑΡΙΣΤΑΡΧΟΥ ΣΑΜΙΟΥ: Περί Μεγεθών και Αποστημάτων Ηλίου και Σελήνης
ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΑΠΠΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΩΣ: Του της Συναγωγής ΒΙΒΛΙΟΥ Β' Απόσπασμα
Στο σωζόμενο χειρόγραφο της πραγματείας του Αριστάρχου δεν αναφέρεται ο Ήλιος ως κέντρο του Ηλιακού Συστήματος. Η θεωρία του Αριστάρχου για τον Ήλιο ως το κέντρο του Ηλιακού Συστήματος δημοσιεύθηκε σε άλλη εργασία του, η οποία επίσης χάθηκε.
Όμως, η σχετική πληροφορία μαρτυρείται κατά έναν αδιαμφισβήτητο τρόπο από διάφορους αρχαίους συγγραφείς. Έτσι ο Αρχιμήδης στη μαθηματική πραγματεία του Ψαμμίτης γράφει : «Αρίσταρχος ο Σάμιος υποτίθεται γαρ τα μεν απλανέα των άστρων και τον 'Αλιον μένειν ακίνητον, ταν δε Γαν περιφέρεσθαι περί τον Άλιον κατά κύκλου περιφέρειαν, ος έστιν εν μέσω τω δρόμω κείμενος». Επίσης, ο Στοβαίος στο σύγγραμμά του περί Φυσικής γράφει: «Αρίσταρχος τον Ήλιον ίστησι». Τέλος, ο Πλούταρχος στο έργο του Περί αρεσκόντων τοις Φιλοσόφοις αναφέρει : «Αρίσταρχος τον Ήλιον ίστησι μετά των απλανών, την δε Γην κινεί περί τον ηλιακόν κύκλον, εξελίττεσθαι δε κατά λοξού κύκλου την Γην, άμα δε και περί τον αυτής άξονα δινουμένην και κατά τας ταύτης εγκλίσεις σκιάζεσθαι τον δίσκον». Δεν υπάρχει, λοιπόν, αμφιβολία για την πατρότητα της ηλιοκεντρικής θεωρίας.
4. Η Ιστορική Αλήθεια
Από αυτά που αναφέρθηκαν μέχρι τώρα βγαίνει το συμπέρασμα, ότι ο Αρίσταρχος πρώτος εισηγήθηκε τη δεκτή σήμερα ηλιοκεντρική θεωρία και θεμελίωσε την Αστρονομία πάνω στη λογική σκέψη. Αυτό θα πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα, διότι μια μερίδα της διεθνούς αστρονομικής ή όχι κοινότητας, είτε δικαιολογημένα από άγνοια, είτε ακόμα και αδικαιολόγητα, δεν συμμερίζεται απόλυτα, ακόμη και τώρα, την άποψη αυτή. Δυστυχώς για την ηλιοκεντρική θεωρία, θερμοί υποστηρικτές της γεωκεντρικής θεωρίας με εισηγητή τον επίσης μεγάλο Σάμιο Πυθαγόρα, ήταν επιστήμονες του κύρους του Αριστοτέλη, του Ιππάρχου, του Πτολεμαίου κ.ά. Συνεπώς, η επαναστατική ιδέα του Αριστάρχου, ο οποίος «πήγε κόντρα στο πνευματικό κατεστημένο της εποχής του», δεν ήταν δυνατό να γίνει δεκτή. Έπεσε στη λήθη των ανθρώπων, χωρίς όμως να ξεχασθεί εντελώς, μέχρι την εποχή της Αναγέννησης, οπότε το 1543 μ.Χ., δηλαδή, περίπου δύο χιλιετίες αργότερα, δικαιώθηκε από το διάσημο Πολωνό αστρονόμο Nicolaus Copernicus. Ο Copernicus, όμως, αν και απλώς ανέσυρε από την αφάνεια την ηλιοκεντρική θεωρία, επαναλαμβάνοντας έτσι τις ιδέες του Αριστάρχου, εν τούτοις φέρεται σήμερα (αυτός και όχι ο Αρίσταρχος) ως ο εισηγητής της ηλιοκεντρικής θεωρίας, μάλιστα δε το δεκτό σήμερα ηλιοκεντρικό σύστημα εξακολουθεί να ονομάζεται διεθνώς «Κοπερνίκειο» και όχι «Αριστάρχειο», όπως θα έπρεπε.
Προκύπτει, λοιπόν, το ερώτημα εάν το έργο του Copernicus είναι πρωτότυπο και ποια η αξία του. Για να απαντήσει κανείς υπεύθυνα στο ερώτημα αυτό, θα πρέπει να λάβει υπόψη τις δυσκολίες της εποχής του Copernicus.
Κατά την εποχή εκείνη επικρατούσαν τα δόγματα του Αριστοτέλη, δηλαδή, η γεωκεντρική θεωρία, με τα οποία δεν επιτρεπόταν να διαφωνήσει κανείς. Πραγματικά, είναι γνωστό, ότι με την χρονολογική παρακμή του αρχαιοελληνικού πολιτισμού σταμάτησε και η ανάπτυξη της κοσμολογικής επιστήμης. Η Ελληνική γνώση διατηρήθηκε από τους Άραβες, οι οποίοι με περαιτέρω παρατηρήσεις ενίσχυσαν το σύστημα του Πτολεμαίου. Μερικοί Άραβες λόγιοι, οι οποίοι δεν ήσαν ικανοποιημένοι από την Αριστοτελική φυσική, επεχείρησαν την κριτική της τελευταίας, χωρίς όμως να αναπτύξουν καμιά νέα θεωρία στη Μέση Ανατολή. Τα γραπτά του Αριστοτέλη, περαιτέρω επεξεργασμένα από μεταγενεστέρους του και τον Πτολεμαίο, «ξαναανακαλύφθηκαν» στην Ευρώπη στην αρχή του 13ου π.Χ. αιώνα. Η Ελληνική-Πτολεμαϊκή κοσμολογία, τελικά, ενσωματώθηκε στην μεσαιωνική Ευρωπαϊκή φιλοσοφία, με αρκετές τροποποιήσεις, ώστε να είναι συμβατή με την Ιουδαϊκή και Χριστιανική θεολογία. Μια σημαντική τροποποίηση ήταν η αλλαγή από ένα αιώνιο Σύμπαν σε ένα Σύμπαν με δημιουργία εκ του μηδενός πριν από πεπερασμένο χρονικό διάστημα. Η Γη διατηρήθηκε ως το κέντρο του κόσμου, όχι, όμως, επειδή ήταν ένας ιδιαίτερα θαυμάσιος τόπος. Στην πραγματικότητα, στο πλαίσιο αυτής της κοσμολογίας, το κέντρο της Γης ήταν το χαμηλότερο δυνατό σημείο, η θέση της Κολάσεως, ενώ το βασίλειο των ουρανών ήταν η περιοχή των αγγέλων, με τον Θεό να βρίσκεται πέραν της εξώτατης σφαίρας. Σ' αυτήν τη μορφή της, ο Θωμάς Ακινάτης και άλλοι θεολόγοι του Μεσαίωνα ανύψωσαν την παγανιστική Πτολεμαϊκή κοσμολογία και Αριστοτελική φυσική σε θεμέλιο λίθο του Χριστιανικού δόγματος.
Η υπεροχή της αυθεντίας του Αριστοτέλη κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα οφείλεται στο ότι ο Αριστοτέλης είπε στους Ευρωπαίους ακριβώς αυτό που οι ίδιοι ήθελαν να ακούσουν εκείνη την εποχή, η δε Αριστοτελική φυσική και ιδιαίτερα η Αριστοτελική κοσμολογία ταίριαζαν στις επικρατούσες τάσεις. Η έρευνα νέας γνώσεως εθεωρείτο ως κενή περιεχομένου, διότι, ακριβώς, ο Αριστοτέλης είχε ασχοληθεί με όλα τα προβλήματα και τις ερωτήσεις και είχε δώσει τις λύσεις και τις απαντήσεις. Ήταν, δε, γενική η πεποίθηση, ότι όλα όσα ήταν δυνατό να ανακαλυφθούν είχαν ήδη ανακαλυφθεί. Επρόκειτο, λοιπόν, για μια εποχή, κατά την οποία ο έλεγχος της Εκκλησίας σε θέματα πίστεως ήταν απόλυτος και δεν ήταν ανεκτή η διαφωνία σε θεολογικά ή επιστημονικά θέματα.
Όμως, η ανθρώπινη περιέργεια δεν είναι δυνατό να καταπιέζεται συνεχώς. Η εκ νέου ανακάλυψη της αρχαιοελληνικής επιστημονικής σκέψεως υπήρξε η απαρχή μιας αλλαγής στην Ευρώπη, η οποία αλλαγή, τελικά, οδήγησε στην Μεταρρύθμιση. Περί τον 15ο μ.Χ. αιώνα, κάθε μορφωμένο Ευρωπαίο τον απασχολούσε η Ελληνική γνώση και μάθηση. Η Αστρονομία, η οποία την εποχή εκείνη ήταν ακόμη κάτι σαν κι' αυτό που σήμερα θα λέγαμε αστρολογία, εθεωρείτο ως ανήκουσα στα Γράμματα και τις Τέχνες. Έτσι, π.χ. ο Άγγλος Geoffrey Chaucer, αν και ποιητής, έγραψε μια διατριβή σχετική με την χρήση του αστρολάβου, επιστημονικού οργάνου για τον προσδιορισμό της θέσεως των αστέρων. Εξάλλου, οι μορφωμένοι Ευρωπαίοι ήταν ενήμεροι, για το ότι η Γη είχε σφαιρικό και όχι επίπεδο σχήμα και, ακόμη, γνώριζαν με πολλή μεγάλη ακρίβεια τη διάμετρό της.
Η Ευρωπαϊκή διανόηση κατά τον 16ο μ.Χ. αιώνα βρισκόταν σε αναβρασμό. Το υψηλό επίπεδο παιδείας και μόρφωσης, η εκ νέου ανακάλυψη των αρχαίων λόγιων έργων και η ανάπτυξη της τυπογραφίας ανύψωσαν τα διανοητικά δεδομένα και διαφοροποίησαν δραματικά το πολιτικό κλίμα. Αυτό το νέο περιβάλλον επέτρεψε αλλαγές όπως η Μεταρρύθμιση, η οποία αμφισβήτησε ευθέως την επικρατούσα τότε δογματική αυθεντία, δηλαδή, την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Αποτελεί δε ειρωνεία το ότι εκείνος ο οποίος, επαναλαμβάνοντας τις ιδέες του Αρίσταρχου, άρχισε την επερχόμενη κοσμολογική επανάσταση, δηλαδή, ο Copernicus, προερχόταν από την Εκκλησία.
Είναι, λοιπόν, εντελώς φυσιολογικό, αλλά και αποτελεί αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα, η οποία δεν είναι δυνατό να παραβλεφθεί (εκφεύγει, όμως, των ορίων αυτής της ομιλίας, αλλά περιγράφεται αναλυτικά στην παρατιθέμενη στο τέλος Ενδεικτική Βιβλιογραφία), ότι η κριτική των ιδεών του Copernicus άρχισε γρήγορα και υπήρξε έντονη. Χαρακτηριστική είναι η αντίδραση του Martin Luther, του Γερμανού θεολόγου και θεμελιωτή της Γερμανικής Μεταρρύθμισης, ο οποίος το 1539 μ.Χ. σχολίασε με θυμό: Ακούσαμε για ένα νέο αστρολόγο, ο οποίος θέλει να αποδείξει ότι η Γη και όχι το στερέωμα, ο Ήλιος και Σελήνη κινείται και περιφέρεται. Αυτός ο τρελλός θέλει να ανατρέψει ολόκληρη την τέχνη της Αστρονομίας. Όμως, σύμφωνα με τις Ιερές Γραφές, ο Ιησούς διέταξε τον Ήλιο να σταματήσει, όχι τη Γη.
Υπό την έννοια αυτή, η συνεισφορά του Copernicus στην αναβίωση της ηλιοκεντρικής θεωρίας πρέπει να αναγνωρισθεί ως πραγματικά σημαντική, αυτό όμως δεν αρκεί για να του αναγνωρισθεί και η πατρότητα της θεωρίας αυτής. Είναι αλήθεια ότι ο Copernicus γνώριζε τις απόψεις του Αριστάρχου. Αυτό πιστοποιείται από ένα σωζόμενο απόσπασμα του χειρογράφου της πραγματείας του Copernicus με τίτλο De Revolutionibus Orbium Coelestium, που ακόμα φυλάσσεται στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Βαρσοβίας. Σ' αυτό φαίνεται διαγεγραμμένη παράγραφος που αναφέρεται στην πραγματεία του Αριστάρχου και η οποία, κατά ένα παράδοξο τρόπο, δεν έχει συμπεριληφθεί στην τυπωμένη έκδοση της πραγματείας του που παρουσιάστηκε το 1543 μ.Χ. (Σχήμα 8). Σε μετάφραση του σεβαστού Καθηγητή κ. Σ. Σβολόπουλου, η παράγραφος έχει ως εξής:
«Αν και αναγνωρίζομεν ότι η πορεία του Ηλίου και της Σελήνης θα ήτο επίσης δυνατόν να εξηγηθή με την προϋπόθεσιν ότι η Γη είναι ακίνητος, τούτο είναι ολιγώτερον δυνατόν δια τους άλλους πλανήτας. Είναι πιθανόν ότι δι' αυτούς, ως και δι' άλλους λόγους, ο Φιλόλαος συνέλαβεν την ιδέαν της κινήσεως της Γης, η οποία, όπως μερικοί λέγουν, ήτο επίσης γνώμη του Αριστάρχου του Σαμίου και όχι δια τους λόγους, τους οποίους αναφέρει ο Αριστοτέλης και τους απορρίπτει. Αλλά αφού αυτά τα ζητήματα είναι τοιούτου είδους, δεν είναι δυνατόν να κατανοηθούν παρά μόνον από οξείς εγκεφάλους και κατόπιν μακράς προσπαθείας και κατ' εκείνους τους χρόνους παρέμενον μεταξύ των φιλοσόφων και δεν ήσαν παρά ολίγοι εκείνοι, οι οποίοι κατενόησαν τον λόγον της κινήσεως των αστέρων, όπως μας πληροφορεί ο Πλάτων. Αλλ' εάν ο λόγος ήτο γνωστός εις τον Φιλόλαον ή εις κάποιον των Πυθαγορείων, είναι πιθανόν να μην ανεφέρθη εις τους νεωτέρους, δεδομένου ότι οι Πυθαγόρειοι δεν συνήθιζον να καταγράφουν τα ζητήματα που τους απησχόλουν».

Το γεγονός της διαγραφής αυτής της παραγράφου χαρακτηρίζεται από μερικούς ως λογοκλοπή, ενώ άλλοι θεωρούν την παράλειψη αναφοράς, ιδιαίτερα στον Αρίσταρχο, ως έλλειψη θάρρους ή δειλία. Θα πρέπει να τονιστεί, ότι δεν είναι απολύτως εξακριβωμένο ότι η ανωτέρω διαγραφή πρέπει να απoδοθεί στον ίδιο τον Copernicus ή στον εκδότη, δεδομένου ότι η έκδοση της πραγματείας ως βιβλίου σχεδόν συνέπεσε με τον θάνατο του Copernicus.
Με βάση όλα τα ανωτέρω, ο Copernicus δεν είναι ο εισηγητής αλλά απλώς ο ανακαινιστής της ηλιοκεντρικής θεωρίας. Η πατρότητα της θεωρίας αυτής ανήκει κατά τρόπο αποκλειστικό και πρωτότυπο στον Αρίσταρχο. Ίσως θα μπορούσε να πει κανείς, ότι η προσωπική συνεισφορά του Copernicus βρίσκεται κυρίως στο ότι εισήγαγε το γεωμετρικό μηχανισμό του γεωκεντρικού συστήματος του Πτολεμαίου στο ηλιοκεντρικό σύστημα του Αριστάρχου. Όμως, είναι φανερό ότι, αφού η πραγματική δυσκολία-δηλαδή, η πίστη ότι οι πλανήτες κινούνται ομαλά σε κυκλικές τροχιές-δεν ήταν δυνατό να υπερνικηθεί, η όλη του προσπάθεια βρισκόταν σε λανθασμένο δρόμο.
Για την αποκατάσταση και διάδοση αυτής της ιστορικής αλήθειας , για λόγους καθαρά δεοντολογίας, αλλά (και αυτό απευθύνεται στην πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων της χώρας μας) και για την επιβαλλόμενη δίκαιη μεταχείριση της επιστήμης της Αστρονομίας από όλους, άρχοντες και αρχομένους, είναι απαραίτητη μια, όσο το δυνατό, ευρύτερη ενημέρωση πάνω στο έργο του μεγάλου αυτού Έλληνα αστρονόμου και των αρχαίων Ελλήνων αστρονόμων-μαθηματικών-φιλοσόφων γενικότερα. Αυτό εμφανίζεται να είναι ακόμη πιο αναγκαίο, διότι, ακόμη και στις μέρες μας, από έγκριτα φύλλα του ημερήσιου τύπου γίνεται, θέλω να ελπίζω μη ηθελημένα, παραπληροφόρηση, αφού π.χ., όπως αναφέρεται στη Βιβλογραφία στο τέλος, σε δημοσιευμένο άρθρο, απλή μεταφορά-μετάφραση αντίστοιχου άρθρου του ξένου τύπου για τον Γαλιλαίο γίνεται συνεχής αναφορά στην θεωρία, στις υποθέσεις αλλά και στο σύστημα του Copernicus χωρίς, δυστυχώς, καμιά αναφορά στον Αρίσταρχο. Προς την κατεύθυνση αυτή κατατείνει και το σημερινό συνέδριο και η σημερινή ομιλία και, όπως θέλω να πιστεύω, οι ανάλογες μελλοντικές ενέργειες του Ινστιτούτου Διεθνούς Συνεργασίας Ελλήνων Επιστημόνων.
Αξίζει να επαναληφθεί και από την θέση αυτή η γνώμη του Zdenek Kopal, γνωστού θαυμαστή του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και θερμού φίλου της νεώτερης Ελλάδας, Καθηγητή του Πανεπιστημίου του Manchester, όπως αυτή εκφράσθηκε πριν από είκοσι ακριβώς χρόνια σε αντίστοιχο συνέδριο στο Πυθαγόρειο της Σάμου και δημοσιεύθηκε το 1979 στο περιοδικό (οι παλαιότεροι από σας μπορεί και να γνωρίζουν ή θυμούνται το περιοδικό) Σαμιακή Επιθεώρηση:
Τα πρώτα και ουσιαστικότερα βήματα που οδήγησαν στην οριστική διαμόρφωση ενός σωστού προτύπου του ηλιακού συστήματος έγιναν από τον Αρίσταρχο το Σάμιο κατά τον 3ον αιώνα π.Χ. Αυτός διακήρυξε το σωστό δρόμο, είκοσι αιώνες πριν το αποτέλεσμα αυτό της έρευνας γίνει μόνιμο πνευματικό κτήμα της ανθρωπότητας. Αυτός άναψε τις πρώτες σπίθες της θεϊκής φωτιάς που αποκάλυψε τελικά την πραγματική θέση μας στο Σύμπαν.
5. Επίλογος
Eπιβάλλεται να τονισθούν ορισμένες προφανείς, αν και παρεξηγημένες, υποχρεώσεις των Νεοελλήνων. Πιο συγκεκριμένα επιβάλλεται:
α) Η ανάγκη τονισμού της συνεχούς προσπάθειας για προστασία της Ελληνικής γλώσσας, η οποία σήμερα κακοποιείται κατά βάναυσο τρόπο, αν και αποτελεί τη βάση τόσων γλωσσών (Εικόνα 1),

β) Η ανάγκη τονισμού της σημασίας ο πολίτης να επιζητεί-απαιτεί να είναι πάντα σωστά ενημερωμένος, διότι μόνον έτσι θα είναι σωστός πολίτης και, εκφράζοντας πάντα όχι απλώς τη γνώμη του αλλά την ελεύθερη γνώμη του, θα παίρνει όποτε απαιτείται τις σωστές αποφάσεις (Εικόνα 2) και

γ) Η ανάγκη τονισμού της αναγνώρισης της σημασίας της ατομικής ή συλλογικής πρωτοβουλίας και προσπάθειας για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας ιδιαιτέρως επί θεμάτων εθνικής σημασίας, όπως στην περίπτωση της κατασκευής, με την αξιέπαινη πρωτοβουλία του Ιδρύματος Κωνσταντίνου και Μαρίας Ζημάλη, του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Αιγαίου και του Συλλόγου Φίλων του Παλαιοντολογικού Μουσείου Μυτιληνιών Σάμου, του πρώτου γνωστού στον κόσμο ανδριάντος του Αριστάρχου του Σαμίου, ευρισκόμενου από την 9ην Αυγούστου 2003 στον προαύλιο χώρο του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Αιγαίου-Παλαιοντολογικού Μουσείου Μυτιληνιών Σάμου στην πόλη Μυτιληνιοί Σάμου δίπλα στο Πυθαγόρειο (Εικόνα 3).

6. Ενδεικτική Βιβλιογραφία
1. Hawley, J .F., and Holcomb, K, A., 1998, Foundations of Modern Cosmology, Oxford University Press, New York, Oxford.
2. Johnson,G.,2003, Οι Αστοχίες του Γαλιλαίου-Ο πιο Διάσημος «Υπνοβάτης», Άρθρο σε μετάφραση αναδημοσιευμένο στην εφημερίδα Καθημερινή, Παρασκευή 15- Σάββατο 16 Αυγούστου 2003, Σελίδες 1 και 11.
3. Maurus, V., 2003, Ενας Εναντίον Όλων:Γαλιλαίος-«Και Όμως Κινείται», Άρθρο στην εφημερίδα Le Monde, αναδημοσιευμένο στην εφημερίδα Το Βήμα,Τετάρτη 6 Αυγούστου 3003, Σελίδες ΙΙΙ και IV.
4. Pasachoff, J.M. 1989, Contemporary Astronomy, W.B.Saunders Company, Philadelphia, USA.
5. Σπύρου, Ν.Κ.,1981,Αρίσταρχος ο Σάμιος: Θεμελιωτής της Αστρονομίας, Ευκλείδης Β΄ (Ελληνική Μαθηματική Εταιρεία) Τεύχη 1 και 2, Περίοδος 1980-81.
6. Σπύρου, Ν.Κ.,1997α, Σύγχρονες Απόψεις για το Σύμπαν, Πρακτικά των εργασιών του Ανοικτού Πανεπιστημίου Λήμνου, Τρίτη και Τέταρτη Περίοδος,1996-97, Σελ.98-120 (Έκδοση :Σύλλογος Λημνίων Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη).
7. Σπύρου, Ν.Κ.,1997β,Επιστημονικά Όργανα, Παρατηρήσεις και Σημασία τους στην Αστρονομία των Αρχαίων Ελλήνων, Προσκεκλημένη Ομιλία, Πρακτικά Εργασιών του Πρώτου Διεθνούς Συνεδρίου Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία, Σελ. 169-174 (Εκδότες: Εταιρεία Μελέτης της Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας, Τεχνικό Μουσείο Θεσσαλονίκης και Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ), Θεσσαλονίκη.
8. Σπύρου,Ν., 1998, Ίωνες Φιλόσοφοι και Κοσμολογική Επιστήμη, Απόπλους,Σελ.83-106.
9. Spyrou, N., 1999, Aristarchus of Samos: Founder of Astronomy, Invited Talk, in Proceedings of the 4th Panhellenic Conference in Astronomy Pythagoreion, Samos, 16-18 September 1999) (Electronic Version) Ed. John Seimenis.
10. Σπύρου, Ν.,2001, Αστρονομικοί Γεωκεντρισμοί και Ανθρώπινοι Εγωκεντρισμοί, Προσκεκλημένη Ομιλία, Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου «Εκκλησία και Κόσμος κατά τον Απόστολο Παύλο», Σελ.259-284 (Εκδότης: Ιερά Μητρόπολη Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας), Βέροια.
11. Spyrou, N., 2003, Ionian Philosophers and Early-Greek Cosmology, Invited Invited Open Talk at the International Conference on Multi-Wavelength Cosmology, Myconos Island, Hellas ( Greece ), 16-20 June 2003.
12. Σπύρου, Ν.Κ.,2003α, Αρίσταρχος ο Σάμιος: Θεμελιωτής της Αστρονομίας, Προσκεκλημένη Ομιλία που δόθηκε την 9η Αυγούστου 2003 κατά τα αποκαλυπτήρια του πρώτου γνωστού στον κόσμο ανδριάντος για τον Αρίσταρχο τον Σάμιο στον προαύλιο χώρο του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Αιγαίου - Παλαιοντολογικού Μουσείου Μυτιληνιών Σάμου, Σάμος.
13. Terzian, Y.,1994, Η Φύση του Σύμπαντος, Προσκεκλημένη Ομιλία, Πρακτικά του εορτασμού για Τα Πενήντα Χρόνια του Εργαστηρίου Αστρονομίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης,Σελ.32-42 ( Εκδότες: Β. Μπαρμπάνης, Ν.Κ. Σπύρου) Θεσσαλονίκη.
14. Terzian, Y.,1997, Η Αξία της Επιστήμης, ( Επίσημη Ομιλία) Πρακτικά της τελετής αναγόρευσης του κ.Yervant Terzian, Καθηγητή του Cornell University, Ithaca, New York, USA, σε Επίτιμο Διδάκτορα του Τμήματος Φυσικής της Σχολής Θετικών Επιστημών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Σελ.21-32 ( Έκδοση-Επιμέλεια: Ν.Κ .Σπύρου), Θεσσαλονίκη.
15. Weinberg, S.,1992, Dreams of a Final Theory, Pantheon Books, New York.
Πηγή: http://www.astro.noa.gr/journal/Public/journal_iones_phoilosophoi.htm
Νικολάου Κ. Σπύρου
Εργαστήριο Αστρονομίας, Τμήμα Φυσικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝA
1. Εισαγωγή-Ίωνες Φιλόσοφοι
2. Ίωνες Φιλόσοφοι
3. Αρίσταρχος ο Σάμιος και η Συμβολή του
4. Η Ιστορική Αλήθεια
5. Επίλογος
6. Ενδεικτική Βιβλιογραφία
Περίληψη
Περιγράφεται εν συντομία η συνεισφορά στην κοσμολογική επιστήμη των αρχαίων Ιώνων Φιλοσόφων και ιδιαιτέρως του Αριστάρχου του Σαμίου και επιχειρείται η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας γι' αυτήν τη συνεισφορά.
*Βασισμένο σε προσκεκλημένη ομιλία, η οποία δόθηκε την Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2003, στο πλαίσιο των εργασιών του διεθνούς συνεδρίου με τίτλο Η Επίδραση του Ολυμπιακού Πνεύματος στην Ανθρώπινη Πρόοδο (Θεσσαλονίκη, 5-7 Δεκεμβρίου 2003).
1. Εισαγωγή-Ίωνες Φιλόσοφοι
Η απλή ενατένιση του ουρανού, με το πλήθος των εντυπωσιακών φαινομένων, ικανών να προσελκύσουν την προσοχή και το ενδιαφέρον των πρωτόγονων ανθρώπων, άρχισε να σημειώνει τα πρώτα εξελικτικά της βήματα προς την επιστήμη, με αφορμή την παρατήρηση δύο θεμελιωδών φαινομένων, αφενός μεν της ημερήσιας περιστροφής της ουράνιας σφαίρας και όλων των παρατηρούμενων αστρικών αντικειμένων, η οποία οφείλεται στην αξονική περιστροφή της Γης σε 24 ώρες, αφετέρου δε της ετήσιας μεταφορικής κίνησης του Ηλίου (Σχήμα 1). Για πολλούς αιώνες ο άνθρωπος αγωνίσθηκε να κατανοήσει και να αποδείξει πώς δημιουργούνται αυτά τα δύο φαινόμενα, εάν δηλαδή οφείλονται στην περιφορά του συνόλου των αστέρων περί την ακίνητη Γη, ή αν οφείλονται στην περιστροφή της Γης γύρω από τον άξονά της, βεβαίως, καθώς η Γη περιφέρεται περί το ακίνητο κέντρο του κόσμου, τον Ήλιο. Ως φυσιολογικό αποτέλεσμα επήλθε η διαίρεση των σοφών της αρχαιότητας σε δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις, δηλαδή, στους οπαδούς της ηλιοκεντρικής θεώρησης του κόσμου (Σχήμα 2) και στους οπαδούς της γεωκεντρικής θεώρησης του κόσμου. Η τελευταία βασιζόταν στο φημισμένο σύστημα των επικύκλων (Σχήματα 3 και 4). Δηλαδή, ο πλανήτης κινείται ομαλά σε κυκλική τροχιά γύρω από το κέντρο του επικύκλου, το οποίο (κέντρο) με τη σειρά του κινείται ομαλά σε κυκλική τροχιά με κέντρο σχεδόν ταυτιζόμενο με τη Γη. Με τον τρόπο αυτό, οι αρχαίοι αναπαρέστησαν τις φαινόμενες κινήσεις των πλανητών (ορθή και ανάδρομη). Αυτό το πολύπλοκο και θαυμαστό σύστημα αποτελούσε το απόλυτα δεκτό σύστημα του κόσμου. Οι πρώτοι, οι οπαδοί της γεωκεντρικής θεώρησης του κόσμου, αποτελούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία, ενώ οι δεύτεροι τη μειοψηφία.




Η πίστη αυτή στο γεωκεντρικό σύστημα, η οποία για έναν γήινο παρατηρητή της εποχής εκείνης ήταν δικαιολογημένη, είχε καθαρά θρησκευτική προέλευση και βασιζόταν στην ακλόνητη πεποίθηση ότι η Γη, ως κατοικία των θεών, πρέπει να αποτελεί το ακίνητο κέντρο του Σύμπαντος, ώστε να μην ταράσσεται η ηρεμία των Ολύμπιων Θεών. Συνεπώς, στο πλαίσιο της γεωκεντρικής θεώρησης του κόσμου, εμείς, ως παρατηρητές, έχουμε μια προνομιακή θέση στο Σύμπαν. Είμαστε το κέντρο του Σύμπαντος, κάτι που σήμερα, βεβαίως, δεν γίνεται αποδεκτό.
Η αστρονομική μελέτη των αρχαίων διενεργείτο εν πολλοίς από το ιερατείο, όμως τα αποτελέσματά της είχαν εφαρμογή στη γεωργία, ναυσιπλοΐα κ.ά. Ίσως έτσι γίνεται φανερό το αρκετά ενδιαφέρον γεγονός, ότι οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν ότι το ουράνιο Σύμπαν υπήρχε για να τους υπηρετεί. Πραγματικά, με βάση, την φυσική περιέργειά τους για μάθηση και ερμηνεία της αρχής του κόσμου, δηλαδή, για φυσικό διαλογισμό και διατύπωση κοσμολογικών «πιστεύω», προσπάθησαν να αναλύσουν την φυσική δομή των ουράνιων σωμάτων και τη δυναμική σχέση μεταξύ τους. Σ' αυτήν την προσπάθειά τους εφεύραν όργανα (π.χ. ο Αστρολάβος, ο Γνώμων, το Ηλιακό Ρολόι, η Ουράνια Σφαίρα, ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων κ.ά.), τα οποία θεωρούνται οι πρόδρομοι των σημερινών ρολογιών και υπολογιστικών μηχανών, που, επιπλέον, είχαν ως αποτέλεσμα και την ανάπτυξη διάφορων επαγγελμάτων, όπως π.χ. ο ωρολογοποιός και ο χαράκτης, και με εφαρμογές στη μέτρηση του χρόνου, στη χρησιμοποίηση των αστερισμών στα θαλασσινά ταξίδια, κ.ά. (Πίνακας 1).

Για την κατασκευή τέτοιων πολύπλοκων οργάνων απαιτείται ανεπτυγμένη γεωμετρική αίσθηση, που χαρακτήριζε και άλλους παραποτάμιους πολιτισμούς, αλλά επί πλέον απαιτούνταν λεπτές έννοιες, υψηλής διανόησης, αφηρημένης επιστημονικής σκέψης και μαθηματικής δεξιότητας.
Σε αντιδιαστολή προς τα ανωτέρω πρέπει να τονιστεί, ότι η σπουδή του ουρανού από τους προϊστορικούς λαούς της Ανατολής περιορίσθηκε απλώς και μόνο στη χρονογραφική αποθησαύριση των κατά καιρούς σπουδαιότερων ουράνιων φαινομένων.
Από την εποχή της εμφάνισης των Ελλήνων φιλοσόφων πριν από 2,5 χιλιετίες στην αρχαία Ιωνία, δηλαδή, στην ευρύτερη περιοχή μας, η έρευνα του ουρανού αλλάζει μορφή, λαμβάνει σαφώς επιστημονικό χαρακτήρα και η μυθολογική ερμηνεία των ουράνιων φαινομένων αντικαθίσταται από την επιστημονική επανάσταση. Ακριβώς στην Ιωνία, τον 6ο π.Χ. αιώνα, αναπτύχθηκε η νέα αντίληψη, σύμφωνα με την οποία το Σύμπαν είναι κατανοητό, διότι έχει εσωτερική τάξη, διότι στην Φύση υπάρχουν κανονικότητες που επιτρέπουν την αποκάλυψη των μυστικών της και της λειτουργίας της.
Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτή η επανάσταση συνέβη στην Ιωνία και όχι σε κάποια από τις μεγάλες πόλεις της Ινδίας, Αιγύπτου, Βαβυλωνίας, Κίνας ή Μεσοαμερικής.
Γιατί; Διότι η Ιωνία είχε πολλά πλεονεκτήματα (Σχήμα 5). Η Ιωνία ήταν ένα νησιωτικό βασίλειο. Η απομόνωση, έστω και η ατελής, γεννά την ποικιλία. Λόγω των πολλών νησιών της, χαρακτηριζόταν από μια ποικιλία πολιτικών συστημάτων. Δεν υπήρχε δύναμη που θα μπορούσε να επιβάλει κοινωνική και πνευματική ομοιομορφία σε όλα τα νησιά. Συνεπώς, έγινε δυνατή η ελεύθερη έρευνα και αναζήτηση και, έτσι, η προώθηση της δεισιδαιμονίας δεν μπορούσε να θεωρηθεί πολιτική ανάγκη.

Σε αντίθεση με άλλους λαούς, οι Ίωνες βρίσκονταν στο σταυροδρόμι πολιτισμών και όχι στο κέντρο ενός πολιτισμού. Ήταν ακριβώς η Ανατολική Μεσόγειος, όπου οι μεγάλοι πολιτισμοί της Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας, αλλά και της Αφρικής, Ασίας και Αιγύπτου συναντήθηκαν και αλληλοεπηρεάσθηκαν μέσα σε ένα πνεύμα έντονης και κατά μέτωπο αντιπαράθεσης προκαταλήψεων, γλωσσών, ιδεών και θεών. Έτσι, λοιπόν, εμφανίσθηκε η μεγάλη ιδέα, η συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι είναι δυνατή η γνώση του κόσμου χωρίς την εκ των προτέρων παραδοχή της ύπαρξης των πολλών θεών και του ότι πρέπει να υπάρχουν αρχές, δυνάμεις, φυσικοί νόμοι που μπορούν να κατανοηθούν, χωρίς να είναι απαραίτητο π.χ. η πτώση ενός πουλιού να αποδοθεί στην απευθείας παρέμβαση του Δία. Η Ιωνία, λοιπόν, όπως πολλές φορές έχει ακουστεί, ήταν ο τόπος όπου γεννήθηκε η επιστήμη και όπου, μεταξύ 600 π.Χ. και 450 μ.Χ., συνέβη η μεγάλη επανάσταση στην ανθρώπινη σκέψη. Οι Ίωνες απέρριψαν τη δεισιδαιμονία και έτσι έκαναν θαύματα. Το γνωστό Ηραίο στη Σάμο είναι η πιο τρανή απόδειξη.
Γενικά, μπορεί να υποστηριχθεί ότι το κλειδί για την επανάσταση ήταν το χέρι, η χειρωνακτική εργασία, το πείραμα, η παρατήρηση. Μερικοί από τους λαμπρούς Ίωνες στοχαστές ήταν παιδιά ναυτικών, αγροτών, υφαντών, συνηθισμένα στη χειρωνακτική εργασία, σε αντίθεση με τους ιερείς και γραφείς των άλλων εθνών, οι οποίοι είχαν μεγαλώσει μέσα στην πολυτέλεια και ήταν απρόθυμοι να λερώσουν τα χέρια τους.
2. Ίωνες Φιλόσοφοι
Δεν είναι δυνατό να απαριθμήσει κανείς όλους τους Έλληνες φιλοσόφους και την συνεισφορά τους (Πίνακας ΙΙ). Αξίζει, όμως, να υπογραμμισθεί ότι οι μεγάλοι επιστήμονες, από το Θαλή μέχρι το Δημόκριτο (Αναξίμανδρος, Πυθαγόρας, Αναξαγόρας, Εμπεδοκλής, Ιπποκράτης, όλοι στην περίοδο 650-350 π.Χ.), σε ιστορικά και φιλοσοφικά βιβλία περιγράφονται ως "Προσωκρατικοί", ως εάν η κύρια συνεισφορά τους να ήταν η διατήρηση του φιλοσοφικού φρουρίου μέχρι την εμφάνιση του Σωκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη και η μικρή, ίσως, επίδρασή τους στους τελευταίους. Αυτό δεν είναι ακριβές, διότι οι αρχαίοι Ίωνες φιλόσοφοι εκπροσωπούν μια διαφορετική και εν πολλοίς αντιφατική παράδοση που, όμως, συμφωνεί περισσότερο με τη σύγχρονη επιστήμη. Αποτελεί, στ' αλήθεια, ανεπανόρθωτη απώλεια για όσους έζησαν μεταξύ της Ιωνικής Επιστημονικής Επανάστασης και της Ιταλικής Αναγέννησης, το ότι η επίδραση των αρχαίων Ιώνων φιλοσόφων ήταν δυναμικά αισθητή για τρεις, το πολύ, αιώνες.

Από τους Έλληνες φιλοσόφους μετά τον Αριστοτέλη (Ευκλείδης, Αρίσταρχος, Αρχιμήδης, Ερατοσθένης, Ίππαρχος, Πτολεμαίος, Υπατία, όλοι στην περίοδο 300 π.Χ-450 μ.Χ.), θα ήθελα να αναφερθώ περιληπτικά σε τρεις, στους Θαλή, Αναξίμανδρο και Πυθαγόρα, και, κάπως αναλυτικά, στους Αναξαγόρα, Ερατοσθένη και Αρίσταρχο, οι οποίοι συνεισέφεραν ιδιαίτερα στη διαμόρφωση της σύγχρονης αστρονομικής και κοσμολογικής επιστήμης. Έτσι, ο Θαλής ο Μιλήσιος πίστευε, όπως και οι Βαβυλώνιοι, ότι ο κόσμος κάποτε ήταν νερό και ότι η ξηρά δημιουργήθηκε από τους ωκεανούς μέσω μιας φυσικής διαδικασίας, παρόμοιας με την απόθεση που ο ίδιος είχε παρατηρήσει στο Δέλτα του Νείλου. Το ότι το συμπέρασμα του Θαλή ήταν λανθασμένο, δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία. Σημασία έχει ότι η επιστημονική σκέψη του ήταν σωστή, ότι, δηλαδή, ο κόσμος δεν δημιουργήθηκε από τους θεούς, αλλά μέσα από φυσικές διεργασίες. Εξάλλου, ο Αναξίμανδρος ο Μιλήσιος υποστήριξε μεταξύ άλλων, ότι ο άνθρωπος είναι τόσο ευπρόσβλητος κατά τη γέννησή του, ώστε, εάν οι πρώτοι άνθρωποι είχαν έρθει στον κόσμο από μόνοι τους, θα είχαν πεθάνει αμέσως. Πρότεινε, κατά συνέπεια, την αυθόρμητη γένεση της ζωής από τη λάσπη, από την οποία οι απόγονοι βγήκαν στην ξηρά και, μέσω μεταλλάξεων, εξελίχθηκαν σε άλλα ζώα. Τέλος, η σύγχρονη παράδοση του μαθηματικού λογισμού και επιχειρηματολογίας, βασική για όλες τις θετικές επιστήμες, χρωστά πολλά στον Πυθαγόρα, ο οποίος πρώτος χρησιμοποίησε τον όρο Κόσμος για να περιγράψει την τάξη και το θαυμαστό χαρακτήρα του Σύμπαντος.
Ο εκ Κλαζομενών φιλόσοφος Αναξαγόρας (~450 π.Χ.), ο αποκαλούμενος Νους, ήταν ένας πλούσιος πειραματικός επιστήμονας, αδιάφορος για τα πλούτη του αλλά με πάθος για την επιστήμη. Όταν ρωτήθηκε ποιος ήταν ο σκοπός της ζωής του, απάντησε "Η διερεύνηση του Ηλίου, της Σελήνης και του ουρανού", όπως θα απαντούσε ένας πραγματικός αστρονόμος. Ο Αναξαγόρας πίστευε (μια καθαρά Ιωνική ιδέα), ότι οι άνθρωποι ήταν διανοητικά ανώτεροι των υπολοίπων ζώων, διότι έχουν χέρια. Ήταν ο πρώτος που δήλωσε σαφώς ότι η Σελήνη λάμπει εξαιτίας του ανακλώμενου, επάνω σε αυτήν, ηλιακού φωτός και κατά συνέπεια πρότεινε μια θεωρία για τις φάσεις της Σελήνης. Επίσης, θεωρούσε ότι ο Ήλιος και η Σελήνη δεν είναι θεότητες, αλλά πύρινες πέτρες. Η θερμότητα των αστέρων δεν γίνεται αντιληπτή λόγω της μεγάλης απόστασής τους. Η Σελήνη έχει όρη και ο Ήλιος είναι τεράστιος, πιθανόν μεγαλύτερος από την Πελοπόννησο (!!!). Εξαιτίας των ιδεών του κατηγορήθηκε για ασέβεια ως εισάγων "καινά δαιμόνια" και πέθανε στην εξορία (428 π.Χ.)
Ο Ερατοσθένης ο Κυρηναίος, της Αλεξανδρινής Σχολής, συνεισέφερε σημαντικά στη διαπίστωση (3ος π.Χ. αιώνας) ότι η θεωρούμενη επίπεδη Γη είναι ένας μικρός, σφαιρικός κόσμος. Ο Ερατοσθένης ήταν Διευθυντής της μεγάλης Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, όπου σε έναν πάπυρο διάβασε ότι το μεσημέρι της 21ης Ιουνίου (θερινό ηλιοστάσιο), στα νότια όρια της πόλης Συήνη (Ασσουάν), κοντά στον πρώτο καταρράκτη του Νείλου, οι κατακόρυφοι στύλοι δεν ρίχνουν καθόλου σκιά και ο Ήλιος καθρεφτίζεται ακριβώς στον πυθμένα ενός πηγαδιού (δηλαδή, βρίσκεται στο Ζενίθ του τόπου, "ακριβώς από πάνω"). Ως επιστήμονας, λοιπόν, ο Ερατοσθένης διερωτήθηκε, εάν συμβαίνει το ίδιο ταυτόχρονα και σε μια άλλη πόλη πχ. στην Αλεξάνδρεια και διαπίστωσε ότι πραγματικά δε συμβαίνει. Στην Αλεξάνδρεια, κατά την ίδια μέρα και ώρα, οι κατακόρυφοι στύλοι έριχναν σκιά. Αν όμως η Γη ήταν επίπεδη, οι κατακόρυφοι στύλοι στις δυο πόλεις θα ήταν παράλληλοι και θα έπρεπε και οι δυο να ρίχνουν σκιά και μάλιστα τα μήκη των σκιών τους να είναι ίσα μεταξύ τους. Αφού, λοιπόν, τίποτα απ' αυτά δεν είναι αλήθεια, τι μπορεί να συμβαίνει; Την απάντηση έδωσε ο Ερατοσθένης υποστηρίζοντας ότι η επιφάνεια της Γης δεν είναι επίπεδη αλλά σφαιρική (Σχήμα 6). Αυτό το συμπέρασμα είναι, προφανώς, θεμελιώδους σημασίας και επιπλέον επέτρεψε στον Ερατοσθένη να προσδιορίσει την ακτίνα και το μήκος της περιφέρειάς της Γης. Πραγματικά, από το μήκος της σκιάς υπολογίζεται αμέσως η διαφορά των γεωγραφικών πλατών των δύο πόλεων, ίση περίπου με 7 μοίρες. Επειδή η απόσταση των δύο πόλεων ήταν γνωστή από αφηγήσεις βηματιστών και ίση περίπου με 800 Km (φημολογείται ότι ο Ερατοσθένης μίσθωσε βηματιστές για τη μέτρησή της), η περιφέρεια της Γης είναι ίση με 40000 Km. Αυτή είναι η σωστή απάντηση και ο Ερατοσθένης την έδωσε χρησιμοποιώντας ως μόνα εργαλεία ράβδους, μάτια, πόδια και μυαλό με απλότητα σκέψης, επινοητικότητα και με μια επιπλέον αίσθηση πειράματος. Το λάθος στον υπολογισμό ήταν μόνο 2%, ένα πραγματικά αξιοσημείωτο επίτευγμα για περίπου πριν από 2,5 χιλιετίες. Άρα, ο Ερατοσθένης ήταν ο πρώτος άνθρωπος που μέτρησε τις διαστάσεις του πλανήτη Γη, γι' αυτό και θεωρείται δημιουργός της μαθηματικής γεωγραφίας. Η μέθοδος του Ερατοσθένη, βασικώς, χρησιμοποιείται και σήμερα από τους γεωδαίτες, οι οποίοι ονόμασαν τον Ερατοσθένη "Πατέρα της Γεωδαισίας".

3. Αρίσταρχος ο Σάμιος και η Συμβολή του
Ο αστρονόμος, μαθηματικός και γεωμέτρης της Αλεξανδρινής Σχολής Αρίσταρχος γεννήθηκε στη Σάμο και έζησε στις αρχές του 3ου π.Χ. αιώνα (310-230 π.Χ.). Ήταν ένας από τους αρχαίους Ίωνες φιλοσόφους (όπως ήδη αναφέρθηκε, Αναξίμανδρος, Πυθαγόρας, Αναξαγόρας, Εμπεδοκλής, Ιπποκράτης, Αριστοτέλης, Ευκλείδης, Αρίσταρχος, Αρχιμήδης, Ερατοσθένης, Ίππαρχος, Πτολεμαίος, Υπατία, που, όλοι τους, έζησαν στο διάστημα 650 π.Χ.- 450 μ.Χ.), η δε επιστημονική συνεισφορά του υπήρξε πολλαπλή. Ο Αρίσταρχος υπήρξε ο εισηγητής, κήρυκας και υποστηρικτής της ριζοσπαστικής, για την εποχή του ηλιοκεντρικής θεωρίας.
Ο Αρίσταρχος δεν είναι γνωστός μόνον ως εισηγητής της ηλιοκεντρικής θεωρίας. Ουσιαστικά είναι ο πατέρας και θεμελιωτής της Αστρονομίας με βάση τη λογική σκέψη και όχι τις θρησκευτικές δοξασίες. Είναι ο εφευρέτης του σκαφίου, δηλαδή, μιας μορφής ηλιακού ρολογιού, με τη βοήθεια του οποίου έκανε πλήθος παρατηρήσεων και αστρονομικών υπολογισμών. Ο Αρίσταρχος επινόησε μια πολύ αξιόλογη μέθοδο προσδιορισμού των σχετικών αποστάσεων του Ηλίου και της Σελήνης από τη Γη, όπως και μια εξίσου σημαντική μέθοδο προσδιορισμού των σχετικών διαστάσεων των τριών αυτών σωμάτων (Σχήμα 7 και Πίνακας ΙΙΙ).


Ίσως η ανακάλυψη ότι η πραγματική διάμετρος του Ηλίου είναι εικοσαπλάσια της σεληνιακής διαμέτρου, σε συνδυασμό με το ότι η απόσταση του Ηλίου από τη Γη είναι εικοσαπλάσια της απόστασης της Σελήνης από τη Γη, οδήγησαν τον Αρίσταρχο στο συμπέρασμα ότι ο Ήλιος και όχι η Γη, αποτελεί το κέντρο του κόσμου.
Η εισήγηση της ηλιοκεντρικής θεωρίας αποδεικνύει, ότι ο Αρίσταρχος μπορούσε να κρίνει με σαφήνεια και να εξηγήσει σωστά τα παρατηρούμενα ουράνια φαινόμενα, χωρίς να επηρεάζεται από τις για αιώνες παραδεκτές αλλά εσφαλμένες αντιλήψεις και δοξασίες των συγχρόνων του. Εξάλλου, η επινόηση και χρήση του σκαφίου αποδεικνύει, ότι ο Αρίσταρχος μπορούσε όχι μόνο με επιτυχία να δίνει την θεωρητική λύση των αστρονομικών προβλημάτων, αλλά και να εφευρίσκει και να χρησιμοποιεί τα κατάλληλα αστρονομικά όργανα. Με άλλα λόγια, ήταν και ένας επιδέξιος παρατηρητής του ουρανού.
Ο Αρίσταρχος έγραψε πολλές εργασίες, οι περισσότερες από τις οποίες έχουν χαθεί. Ορισμένα τμήματα της πραγματείας του Αρίσταρχου σε αντίγραφο σώζονται μέχρι σήμερα, επειδή είχαν συμπεριληφθεί σε έναν τόμο με τον τίτλο Μικρά Αστρονομία, σε διάκριση από τη Μέγιστη Αστρονομία (ή Μεγάλη Μαθηματική Σύνταξις, Al Magest) του Κλαύδιου Πτολεμαίου.
Η πρώτη τυπογραφική έκδοση της πραγματείας του Αριστάρχου στα ελληνικά έγινε το 1688 στην Οξφόρδη από τον J.Wallis με τίτλο:
ΑΡΙΣΤΑΡΧΟΥ ΣΑΜΙΟΥ: Περί Μεγεθών και Αποστημάτων Ηλίου και Σελήνης
ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΑΠΠΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΩΣ: Του της Συναγωγής ΒΙΒΛΙΟΥ Β' Απόσπασμα
Στο σωζόμενο χειρόγραφο της πραγματείας του Αριστάρχου δεν αναφέρεται ο Ήλιος ως κέντρο του Ηλιακού Συστήματος. Η θεωρία του Αριστάρχου για τον Ήλιο ως το κέντρο του Ηλιακού Συστήματος δημοσιεύθηκε σε άλλη εργασία του, η οποία επίσης χάθηκε.
Όμως, η σχετική πληροφορία μαρτυρείται κατά έναν αδιαμφισβήτητο τρόπο από διάφορους αρχαίους συγγραφείς. Έτσι ο Αρχιμήδης στη μαθηματική πραγματεία του Ψαμμίτης γράφει : «Αρίσταρχος ο Σάμιος υποτίθεται γαρ τα μεν απλανέα των άστρων και τον 'Αλιον μένειν ακίνητον, ταν δε Γαν περιφέρεσθαι περί τον Άλιον κατά κύκλου περιφέρειαν, ος έστιν εν μέσω τω δρόμω κείμενος». Επίσης, ο Στοβαίος στο σύγγραμμά του περί Φυσικής γράφει: «Αρίσταρχος τον Ήλιον ίστησι». Τέλος, ο Πλούταρχος στο έργο του Περί αρεσκόντων τοις Φιλοσόφοις αναφέρει : «Αρίσταρχος τον Ήλιον ίστησι μετά των απλανών, την δε Γην κινεί περί τον ηλιακόν κύκλον, εξελίττεσθαι δε κατά λοξού κύκλου την Γην, άμα δε και περί τον αυτής άξονα δινουμένην και κατά τας ταύτης εγκλίσεις σκιάζεσθαι τον δίσκον». Δεν υπάρχει, λοιπόν, αμφιβολία για την πατρότητα της ηλιοκεντρικής θεωρίας.
4. Η Ιστορική Αλήθεια
Από αυτά που αναφέρθηκαν μέχρι τώρα βγαίνει το συμπέρασμα, ότι ο Αρίσταρχος πρώτος εισηγήθηκε τη δεκτή σήμερα ηλιοκεντρική θεωρία και θεμελίωσε την Αστρονομία πάνω στη λογική σκέψη. Αυτό θα πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα, διότι μια μερίδα της διεθνούς αστρονομικής ή όχι κοινότητας, είτε δικαιολογημένα από άγνοια, είτε ακόμα και αδικαιολόγητα, δεν συμμερίζεται απόλυτα, ακόμη και τώρα, την άποψη αυτή. Δυστυχώς για την ηλιοκεντρική θεωρία, θερμοί υποστηρικτές της γεωκεντρικής θεωρίας με εισηγητή τον επίσης μεγάλο Σάμιο Πυθαγόρα, ήταν επιστήμονες του κύρους του Αριστοτέλη, του Ιππάρχου, του Πτολεμαίου κ.ά. Συνεπώς, η επαναστατική ιδέα του Αριστάρχου, ο οποίος «πήγε κόντρα στο πνευματικό κατεστημένο της εποχής του», δεν ήταν δυνατό να γίνει δεκτή. Έπεσε στη λήθη των ανθρώπων, χωρίς όμως να ξεχασθεί εντελώς, μέχρι την εποχή της Αναγέννησης, οπότε το 1543 μ.Χ., δηλαδή, περίπου δύο χιλιετίες αργότερα, δικαιώθηκε από το διάσημο Πολωνό αστρονόμο Nicolaus Copernicus. Ο Copernicus, όμως, αν και απλώς ανέσυρε από την αφάνεια την ηλιοκεντρική θεωρία, επαναλαμβάνοντας έτσι τις ιδέες του Αριστάρχου, εν τούτοις φέρεται σήμερα (αυτός και όχι ο Αρίσταρχος) ως ο εισηγητής της ηλιοκεντρικής θεωρίας, μάλιστα δε το δεκτό σήμερα ηλιοκεντρικό σύστημα εξακολουθεί να ονομάζεται διεθνώς «Κοπερνίκειο» και όχι «Αριστάρχειο», όπως θα έπρεπε.
Προκύπτει, λοιπόν, το ερώτημα εάν το έργο του Copernicus είναι πρωτότυπο και ποια η αξία του. Για να απαντήσει κανείς υπεύθυνα στο ερώτημα αυτό, θα πρέπει να λάβει υπόψη τις δυσκολίες της εποχής του Copernicus.
Κατά την εποχή εκείνη επικρατούσαν τα δόγματα του Αριστοτέλη, δηλαδή, η γεωκεντρική θεωρία, με τα οποία δεν επιτρεπόταν να διαφωνήσει κανείς. Πραγματικά, είναι γνωστό, ότι με την χρονολογική παρακμή του αρχαιοελληνικού πολιτισμού σταμάτησε και η ανάπτυξη της κοσμολογικής επιστήμης. Η Ελληνική γνώση διατηρήθηκε από τους Άραβες, οι οποίοι με περαιτέρω παρατηρήσεις ενίσχυσαν το σύστημα του Πτολεμαίου. Μερικοί Άραβες λόγιοι, οι οποίοι δεν ήσαν ικανοποιημένοι από την Αριστοτελική φυσική, επεχείρησαν την κριτική της τελευταίας, χωρίς όμως να αναπτύξουν καμιά νέα θεωρία στη Μέση Ανατολή. Τα γραπτά του Αριστοτέλη, περαιτέρω επεξεργασμένα από μεταγενεστέρους του και τον Πτολεμαίο, «ξαναανακαλύφθηκαν» στην Ευρώπη στην αρχή του 13ου π.Χ. αιώνα. Η Ελληνική-Πτολεμαϊκή κοσμολογία, τελικά, ενσωματώθηκε στην μεσαιωνική Ευρωπαϊκή φιλοσοφία, με αρκετές τροποποιήσεις, ώστε να είναι συμβατή με την Ιουδαϊκή και Χριστιανική θεολογία. Μια σημαντική τροποποίηση ήταν η αλλαγή από ένα αιώνιο Σύμπαν σε ένα Σύμπαν με δημιουργία εκ του μηδενός πριν από πεπερασμένο χρονικό διάστημα. Η Γη διατηρήθηκε ως το κέντρο του κόσμου, όχι, όμως, επειδή ήταν ένας ιδιαίτερα θαυμάσιος τόπος. Στην πραγματικότητα, στο πλαίσιο αυτής της κοσμολογίας, το κέντρο της Γης ήταν το χαμηλότερο δυνατό σημείο, η θέση της Κολάσεως, ενώ το βασίλειο των ουρανών ήταν η περιοχή των αγγέλων, με τον Θεό να βρίσκεται πέραν της εξώτατης σφαίρας. Σ' αυτήν τη μορφή της, ο Θωμάς Ακινάτης και άλλοι θεολόγοι του Μεσαίωνα ανύψωσαν την παγανιστική Πτολεμαϊκή κοσμολογία και Αριστοτελική φυσική σε θεμέλιο λίθο του Χριστιανικού δόγματος.
Η υπεροχή της αυθεντίας του Αριστοτέλη κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα οφείλεται στο ότι ο Αριστοτέλης είπε στους Ευρωπαίους ακριβώς αυτό που οι ίδιοι ήθελαν να ακούσουν εκείνη την εποχή, η δε Αριστοτελική φυσική και ιδιαίτερα η Αριστοτελική κοσμολογία ταίριαζαν στις επικρατούσες τάσεις. Η έρευνα νέας γνώσεως εθεωρείτο ως κενή περιεχομένου, διότι, ακριβώς, ο Αριστοτέλης είχε ασχοληθεί με όλα τα προβλήματα και τις ερωτήσεις και είχε δώσει τις λύσεις και τις απαντήσεις. Ήταν, δε, γενική η πεποίθηση, ότι όλα όσα ήταν δυνατό να ανακαλυφθούν είχαν ήδη ανακαλυφθεί. Επρόκειτο, λοιπόν, για μια εποχή, κατά την οποία ο έλεγχος της Εκκλησίας σε θέματα πίστεως ήταν απόλυτος και δεν ήταν ανεκτή η διαφωνία σε θεολογικά ή επιστημονικά θέματα.
Όμως, η ανθρώπινη περιέργεια δεν είναι δυνατό να καταπιέζεται συνεχώς. Η εκ νέου ανακάλυψη της αρχαιοελληνικής επιστημονικής σκέψεως υπήρξε η απαρχή μιας αλλαγής στην Ευρώπη, η οποία αλλαγή, τελικά, οδήγησε στην Μεταρρύθμιση. Περί τον 15ο μ.Χ. αιώνα, κάθε μορφωμένο Ευρωπαίο τον απασχολούσε η Ελληνική γνώση και μάθηση. Η Αστρονομία, η οποία την εποχή εκείνη ήταν ακόμη κάτι σαν κι' αυτό που σήμερα θα λέγαμε αστρολογία, εθεωρείτο ως ανήκουσα στα Γράμματα και τις Τέχνες. Έτσι, π.χ. ο Άγγλος Geoffrey Chaucer, αν και ποιητής, έγραψε μια διατριβή σχετική με την χρήση του αστρολάβου, επιστημονικού οργάνου για τον προσδιορισμό της θέσεως των αστέρων. Εξάλλου, οι μορφωμένοι Ευρωπαίοι ήταν ενήμεροι, για το ότι η Γη είχε σφαιρικό και όχι επίπεδο σχήμα και, ακόμη, γνώριζαν με πολλή μεγάλη ακρίβεια τη διάμετρό της.
Η Ευρωπαϊκή διανόηση κατά τον 16ο μ.Χ. αιώνα βρισκόταν σε αναβρασμό. Το υψηλό επίπεδο παιδείας και μόρφωσης, η εκ νέου ανακάλυψη των αρχαίων λόγιων έργων και η ανάπτυξη της τυπογραφίας ανύψωσαν τα διανοητικά δεδομένα και διαφοροποίησαν δραματικά το πολιτικό κλίμα. Αυτό το νέο περιβάλλον επέτρεψε αλλαγές όπως η Μεταρρύθμιση, η οποία αμφισβήτησε ευθέως την επικρατούσα τότε δογματική αυθεντία, δηλαδή, την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Αποτελεί δε ειρωνεία το ότι εκείνος ο οποίος, επαναλαμβάνοντας τις ιδέες του Αρίσταρχου, άρχισε την επερχόμενη κοσμολογική επανάσταση, δηλαδή, ο Copernicus, προερχόταν από την Εκκλησία.
Είναι, λοιπόν, εντελώς φυσιολογικό, αλλά και αποτελεί αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα, η οποία δεν είναι δυνατό να παραβλεφθεί (εκφεύγει, όμως, των ορίων αυτής της ομιλίας, αλλά περιγράφεται αναλυτικά στην παρατιθέμενη στο τέλος Ενδεικτική Βιβλιογραφία), ότι η κριτική των ιδεών του Copernicus άρχισε γρήγορα και υπήρξε έντονη. Χαρακτηριστική είναι η αντίδραση του Martin Luther, του Γερμανού θεολόγου και θεμελιωτή της Γερμανικής Μεταρρύθμισης, ο οποίος το 1539 μ.Χ. σχολίασε με θυμό: Ακούσαμε για ένα νέο αστρολόγο, ο οποίος θέλει να αποδείξει ότι η Γη και όχι το στερέωμα, ο Ήλιος και Σελήνη κινείται και περιφέρεται. Αυτός ο τρελλός θέλει να ανατρέψει ολόκληρη την τέχνη της Αστρονομίας. Όμως, σύμφωνα με τις Ιερές Γραφές, ο Ιησούς διέταξε τον Ήλιο να σταματήσει, όχι τη Γη.
Υπό την έννοια αυτή, η συνεισφορά του Copernicus στην αναβίωση της ηλιοκεντρικής θεωρίας πρέπει να αναγνωρισθεί ως πραγματικά σημαντική, αυτό όμως δεν αρκεί για να του αναγνωρισθεί και η πατρότητα της θεωρίας αυτής. Είναι αλήθεια ότι ο Copernicus γνώριζε τις απόψεις του Αριστάρχου. Αυτό πιστοποιείται από ένα σωζόμενο απόσπασμα του χειρογράφου της πραγματείας του Copernicus με τίτλο De Revolutionibus Orbium Coelestium, που ακόμα φυλάσσεται στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Βαρσοβίας. Σ' αυτό φαίνεται διαγεγραμμένη παράγραφος που αναφέρεται στην πραγματεία του Αριστάρχου και η οποία, κατά ένα παράδοξο τρόπο, δεν έχει συμπεριληφθεί στην τυπωμένη έκδοση της πραγματείας του που παρουσιάστηκε το 1543 μ.Χ. (Σχήμα 8). Σε μετάφραση του σεβαστού Καθηγητή κ. Σ. Σβολόπουλου, η παράγραφος έχει ως εξής:
«Αν και αναγνωρίζομεν ότι η πορεία του Ηλίου και της Σελήνης θα ήτο επίσης δυνατόν να εξηγηθή με την προϋπόθεσιν ότι η Γη είναι ακίνητος, τούτο είναι ολιγώτερον δυνατόν δια τους άλλους πλανήτας. Είναι πιθανόν ότι δι' αυτούς, ως και δι' άλλους λόγους, ο Φιλόλαος συνέλαβεν την ιδέαν της κινήσεως της Γης, η οποία, όπως μερικοί λέγουν, ήτο επίσης γνώμη του Αριστάρχου του Σαμίου και όχι δια τους λόγους, τους οποίους αναφέρει ο Αριστοτέλης και τους απορρίπτει. Αλλά αφού αυτά τα ζητήματα είναι τοιούτου είδους, δεν είναι δυνατόν να κατανοηθούν παρά μόνον από οξείς εγκεφάλους και κατόπιν μακράς προσπαθείας και κατ' εκείνους τους χρόνους παρέμενον μεταξύ των φιλοσόφων και δεν ήσαν παρά ολίγοι εκείνοι, οι οποίοι κατενόησαν τον λόγον της κινήσεως των αστέρων, όπως μας πληροφορεί ο Πλάτων. Αλλ' εάν ο λόγος ήτο γνωστός εις τον Φιλόλαον ή εις κάποιον των Πυθαγορείων, είναι πιθανόν να μην ανεφέρθη εις τους νεωτέρους, δεδομένου ότι οι Πυθαγόρειοι δεν συνήθιζον να καταγράφουν τα ζητήματα που τους απησχόλουν».

Το γεγονός της διαγραφής αυτής της παραγράφου χαρακτηρίζεται από μερικούς ως λογοκλοπή, ενώ άλλοι θεωρούν την παράλειψη αναφοράς, ιδιαίτερα στον Αρίσταρχο, ως έλλειψη θάρρους ή δειλία. Θα πρέπει να τονιστεί, ότι δεν είναι απολύτως εξακριβωμένο ότι η ανωτέρω διαγραφή πρέπει να απoδοθεί στον ίδιο τον Copernicus ή στον εκδότη, δεδομένου ότι η έκδοση της πραγματείας ως βιβλίου σχεδόν συνέπεσε με τον θάνατο του Copernicus.
Με βάση όλα τα ανωτέρω, ο Copernicus δεν είναι ο εισηγητής αλλά απλώς ο ανακαινιστής της ηλιοκεντρικής θεωρίας. Η πατρότητα της θεωρίας αυτής ανήκει κατά τρόπο αποκλειστικό και πρωτότυπο στον Αρίσταρχο. Ίσως θα μπορούσε να πει κανείς, ότι η προσωπική συνεισφορά του Copernicus βρίσκεται κυρίως στο ότι εισήγαγε το γεωμετρικό μηχανισμό του γεωκεντρικού συστήματος του Πτολεμαίου στο ηλιοκεντρικό σύστημα του Αριστάρχου. Όμως, είναι φανερό ότι, αφού η πραγματική δυσκολία-δηλαδή, η πίστη ότι οι πλανήτες κινούνται ομαλά σε κυκλικές τροχιές-δεν ήταν δυνατό να υπερνικηθεί, η όλη του προσπάθεια βρισκόταν σε λανθασμένο δρόμο.
Για την αποκατάσταση και διάδοση αυτής της ιστορικής αλήθειας , για λόγους καθαρά δεοντολογίας, αλλά (και αυτό απευθύνεται στην πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων της χώρας μας) και για την επιβαλλόμενη δίκαιη μεταχείριση της επιστήμης της Αστρονομίας από όλους, άρχοντες και αρχομένους, είναι απαραίτητη μια, όσο το δυνατό, ευρύτερη ενημέρωση πάνω στο έργο του μεγάλου αυτού Έλληνα αστρονόμου και των αρχαίων Ελλήνων αστρονόμων-μαθηματικών-φιλοσόφων γενικότερα. Αυτό εμφανίζεται να είναι ακόμη πιο αναγκαίο, διότι, ακόμη και στις μέρες μας, από έγκριτα φύλλα του ημερήσιου τύπου γίνεται, θέλω να ελπίζω μη ηθελημένα, παραπληροφόρηση, αφού π.χ., όπως αναφέρεται στη Βιβλογραφία στο τέλος, σε δημοσιευμένο άρθρο, απλή μεταφορά-μετάφραση αντίστοιχου άρθρου του ξένου τύπου για τον Γαλιλαίο γίνεται συνεχής αναφορά στην θεωρία, στις υποθέσεις αλλά και στο σύστημα του Copernicus χωρίς, δυστυχώς, καμιά αναφορά στον Αρίσταρχο. Προς την κατεύθυνση αυτή κατατείνει και το σημερινό συνέδριο και η σημερινή ομιλία και, όπως θέλω να πιστεύω, οι ανάλογες μελλοντικές ενέργειες του Ινστιτούτου Διεθνούς Συνεργασίας Ελλήνων Επιστημόνων.
Αξίζει να επαναληφθεί και από την θέση αυτή η γνώμη του Zdenek Kopal, γνωστού θαυμαστή του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και θερμού φίλου της νεώτερης Ελλάδας, Καθηγητή του Πανεπιστημίου του Manchester, όπως αυτή εκφράσθηκε πριν από είκοσι ακριβώς χρόνια σε αντίστοιχο συνέδριο στο Πυθαγόρειο της Σάμου και δημοσιεύθηκε το 1979 στο περιοδικό (οι παλαιότεροι από σας μπορεί και να γνωρίζουν ή θυμούνται το περιοδικό) Σαμιακή Επιθεώρηση:
Τα πρώτα και ουσιαστικότερα βήματα που οδήγησαν στην οριστική διαμόρφωση ενός σωστού προτύπου του ηλιακού συστήματος έγιναν από τον Αρίσταρχο το Σάμιο κατά τον 3ον αιώνα π.Χ. Αυτός διακήρυξε το σωστό δρόμο, είκοσι αιώνες πριν το αποτέλεσμα αυτό της έρευνας γίνει μόνιμο πνευματικό κτήμα της ανθρωπότητας. Αυτός άναψε τις πρώτες σπίθες της θεϊκής φωτιάς που αποκάλυψε τελικά την πραγματική θέση μας στο Σύμπαν.
5. Επίλογος
Eπιβάλλεται να τονισθούν ορισμένες προφανείς, αν και παρεξηγημένες, υποχρεώσεις των Νεοελλήνων. Πιο συγκεκριμένα επιβάλλεται:
α) Η ανάγκη τονισμού της συνεχούς προσπάθειας για προστασία της Ελληνικής γλώσσας, η οποία σήμερα κακοποιείται κατά βάναυσο τρόπο, αν και αποτελεί τη βάση τόσων γλωσσών (Εικόνα 1),

β) Η ανάγκη τονισμού της σημασίας ο πολίτης να επιζητεί-απαιτεί να είναι πάντα σωστά ενημερωμένος, διότι μόνον έτσι θα είναι σωστός πολίτης και, εκφράζοντας πάντα όχι απλώς τη γνώμη του αλλά την ελεύθερη γνώμη του, θα παίρνει όποτε απαιτείται τις σωστές αποφάσεις (Εικόνα 2) και

γ) Η ανάγκη τονισμού της αναγνώρισης της σημασίας της ατομικής ή συλλογικής πρωτοβουλίας και προσπάθειας για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας ιδιαιτέρως επί θεμάτων εθνικής σημασίας, όπως στην περίπτωση της κατασκευής, με την αξιέπαινη πρωτοβουλία του Ιδρύματος Κωνσταντίνου και Μαρίας Ζημάλη, του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Αιγαίου και του Συλλόγου Φίλων του Παλαιοντολογικού Μουσείου Μυτιληνιών Σάμου, του πρώτου γνωστού στον κόσμο ανδριάντος του Αριστάρχου του Σαμίου, ευρισκόμενου από την 9ην Αυγούστου 2003 στον προαύλιο χώρο του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Αιγαίου-Παλαιοντολογικού Μουσείου Μυτιληνιών Σάμου στην πόλη Μυτιληνιοί Σάμου δίπλα στο Πυθαγόρειο (Εικόνα 3).

6. Ενδεικτική Βιβλιογραφία
1. Hawley, J .F., and Holcomb, K, A., 1998, Foundations of Modern Cosmology, Oxford University Press, New York, Oxford.
2. Johnson,G.,2003, Οι Αστοχίες του Γαλιλαίου-Ο πιο Διάσημος «Υπνοβάτης», Άρθρο σε μετάφραση αναδημοσιευμένο στην εφημερίδα Καθημερινή, Παρασκευή 15- Σάββατο 16 Αυγούστου 2003, Σελίδες 1 και 11.
3. Maurus, V., 2003, Ενας Εναντίον Όλων:Γαλιλαίος-«Και Όμως Κινείται», Άρθρο στην εφημερίδα Le Monde, αναδημοσιευμένο στην εφημερίδα Το Βήμα,Τετάρτη 6 Αυγούστου 3003, Σελίδες ΙΙΙ και IV.
4. Pasachoff, J.M. 1989, Contemporary Astronomy, W.B.Saunders Company, Philadelphia, USA.
5. Σπύρου, Ν.Κ.,1981,Αρίσταρχος ο Σάμιος: Θεμελιωτής της Αστρονομίας, Ευκλείδης Β΄ (Ελληνική Μαθηματική Εταιρεία) Τεύχη 1 και 2, Περίοδος 1980-81.
6. Σπύρου, Ν.Κ.,1997α, Σύγχρονες Απόψεις για το Σύμπαν, Πρακτικά των εργασιών του Ανοικτού Πανεπιστημίου Λήμνου, Τρίτη και Τέταρτη Περίοδος,1996-97, Σελ.98-120 (Έκδοση :Σύλλογος Λημνίων Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη).
7. Σπύρου, Ν.Κ.,1997β,Επιστημονικά Όργανα, Παρατηρήσεις και Σημασία τους στην Αστρονομία των Αρχαίων Ελλήνων, Προσκεκλημένη Ομιλία, Πρακτικά Εργασιών του Πρώτου Διεθνούς Συνεδρίου Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία, Σελ. 169-174 (Εκδότες: Εταιρεία Μελέτης της Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας, Τεχνικό Μουσείο Θεσσαλονίκης και Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ), Θεσσαλονίκη.
8. Σπύρου,Ν., 1998, Ίωνες Φιλόσοφοι και Κοσμολογική Επιστήμη, Απόπλους,Σελ.83-106.
9. Spyrou, N., 1999, Aristarchus of Samos: Founder of Astronomy, Invited Talk, in Proceedings of the 4th Panhellenic Conference in Astronomy Pythagoreion, Samos, 16-18 September 1999) (Electronic Version) Ed. John Seimenis.
10. Σπύρου, Ν.,2001, Αστρονομικοί Γεωκεντρισμοί και Ανθρώπινοι Εγωκεντρισμοί, Προσκεκλημένη Ομιλία, Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου «Εκκλησία και Κόσμος κατά τον Απόστολο Παύλο», Σελ.259-284 (Εκδότης: Ιερά Μητρόπολη Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας), Βέροια.
11. Spyrou, N., 2003, Ionian Philosophers and Early-Greek Cosmology, Invited Invited Open Talk at the International Conference on Multi-Wavelength Cosmology, Myconos Island, Hellas ( Greece ), 16-20 June 2003.
12. Σπύρου, Ν.Κ.,2003α, Αρίσταρχος ο Σάμιος: Θεμελιωτής της Αστρονομίας, Προσκεκλημένη Ομιλία που δόθηκε την 9η Αυγούστου 2003 κατά τα αποκαλυπτήρια του πρώτου γνωστού στον κόσμο ανδριάντος για τον Αρίσταρχο τον Σάμιο στον προαύλιο χώρο του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Αιγαίου - Παλαιοντολογικού Μουσείου Μυτιληνιών Σάμου, Σάμος.
13. Terzian, Y.,1994, Η Φύση του Σύμπαντος, Προσκεκλημένη Ομιλία, Πρακτικά του εορτασμού για Τα Πενήντα Χρόνια του Εργαστηρίου Αστρονομίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης,Σελ.32-42 ( Εκδότες: Β. Μπαρμπάνης, Ν.Κ. Σπύρου) Θεσσαλονίκη.
14. Terzian, Y.,1997, Η Αξία της Επιστήμης, ( Επίσημη Ομιλία) Πρακτικά της τελετής αναγόρευσης του κ.Yervant Terzian, Καθηγητή του Cornell University, Ithaca, New York, USA, σε Επίτιμο Διδάκτορα του Τμήματος Φυσικής της Σχολής Θετικών Επιστημών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Σελ.21-32 ( Έκδοση-Επιμέλεια: Ν.Κ .Σπύρου), Θεσσαλονίκη.
15. Weinberg, S.,1992, Dreams of a Final Theory, Pantheon Books, New York.
Πηγή: http://www.astro.noa.gr/journal/Public/journal_iones_phoilosophoi.htm
ΣΟΦΙΣΤΙΚΗ
(είναι αντιγραφή από την ομώνυμη εργασία μου, αλλά την έβαλα κι εδώ για να μπορέσουμε -κάποια στιγμή, ευελπιστώ σ' αυτό το θέμα να μπουν όλες οι Σχολές, με την βοήθεια όλων ασφαλώς.)
«Με τον Σωκράτη, τους Σοφιστές και τους πνευματικούς επιγόνους των η φιλοσοφία από την εποχή των κοσμολόγων περνάει στην εποχή των ανθρωπολόγων. Το ερευνητικό ενδιαφέρον των φιλοσόφων εστιάζεται πλέον αλλού: όχι τόσο στην αντιμετώπιση προβλημάτων σχετικών με την εξήγηση του περιβάλλοντος, όπως οι απορίες για την αρχή και την δομή του σύμπαντος, όσο στην προσέγγιση ζητημάτων αφορώντων στον ίδιο τον άνθρωπο, όπως η ηθική συμπεριφορά του ή η κατάκτηση της γνώσης». (ΠΕΛΕΓΚΡΙΝΗΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ, Καθηγητής Φιλοσοφίας «Οι 5 Εποχές της Φιλοσοφίας»).
Η Σοφιστική, κίνημα του 5ου π.Χ. αιώνα, είναι η γέφυρα ανάμεσα στην Ιωνική φυσιολογία και τον Σωκρατικό/Πλατωνικό στοχασμό. Προσωπικά θεωρώ φιλοσοφία, αυτή που ασχολείται για τον βίο των ανθρώπων και για τις ιδέες. Όσον αφορά τους λεγόμενους «Φυσικούς Φιλοσόφους» προσωπικά τους θεωρώ Επιστήμονες και όχι φιλοσόφους, ίσως να κάνω ένα μεγάλο λάθος. Τώρα για τους Σοφιστές τους βλέπουμε να έχουν έναν πιο ευρύτερο κύκλο θεμάτων από τους προηγούμενους φιλοσόφους, από την πολιτική μέχρι την ηθική και από τις τέχνες μέχρι την αστρονομία.
Οι σοφιστές ήταν δάσκαλοι που δίδασκαν επί αμοιβή. Οι μείζονες εκπρόσωποι του κινήματος αυτού (θα είναι παραπάνω από 30) έρχονται να καταλάβουν τη θέση του δασκάλου της σοφίας και, ειδικότερα των νέων, που «δυναμωμένοι με θεωρία και μελέτη» πρέπει να δοθούν στο ύπατο δικαίωμα και υποχρέωση τους: την πολιτική. Ήταν δεινοί ρήτορες, στον διάλογο είχαν σαν σκοπό να πείσουν τον συνομιλητή τους, κι όχι τόσο την αναζήτηση της αλήθειας. Είχαν την δυνατότητα της ρητορικής δεινότητας τους να κάνουν τον μείζονα λόγο ελάσσονα και το αντίστροφο.
Η αδιαφορία τους προς την αλήθεια πήγαζε από την πεποίθηση του ότι η αλήθεια δεν ήταν μία, αλλά πολλές. Αυτή η στάση τους προσδιόρισε και την θέση τους για την ηθική συμπεριφορά των ανθρώπων. Πιστεύουν ότι είναι αντικειμενικό τα των ανθρώπων τον κόσμο π.χ. το καλό ή το δίκαιο εκείνο που εξυπηρετεί το συμφέρον του. Γνωρίσματα της φιλοσοφίας τους, είναι η άρνηση, αντιμεταφυσική ροπή, σκεπτικισμός, σχετικοκρατία, κενόδοξοι εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, θορυβώδεις διαφήμιση της σοφιστικής τέχνης του πείθειν.
Για την Πολιτεία, λένε ότι ο κυβερνήτης κινούμενος από ιδιοτέλεια και θέλοντας να ικανοποιήσει το προσωπικό συμφέρον του, θεσπίζει νόμους και, έχοντας την δύναμη να τους επιβάλει, αναγκάζει τους πολίτες να τους τηρούν. Η δύναμη του κυβερνήτη πηγάζει από την ακατάλυτη αρχή του φυσικού κόσμου, ο ισχυρότερος υπερισχύει του ασθενέστερου. Οι νόμοι των κάθε πολιτειών διαφέρουν από κοινωνία σε κοινωνία. Κατά τους Σοφιστές δεν θα μπορούσε να υπάρξει μια παγκόσμια ηθική συμπεριφορά των ανθρώπων, αλλά υπάρχει η σχετικότητα των αξιών, η ιδέα ότι ο κώδικας ηθικής συμπεριφοράς της μιας κοινωνίας δεν συμπίπτει με τον ηθικό κώδικα συμπεριφοράς μιας άλλης κοινωνίας.
Οι Σοφιστές εμπορεύονται (και είναι οι πρώτοι που το κάνουν) 2 πράγματα: εξειδικευμένη γνώση και μεθόδους επιβολής. Γίνονται συστηματικοί δάσκαλοι, που οργανώνουν σειρές μαθημάτων, καταστρώνουν παιδαγωγικά προγράμματα, συγγράφουν εγχειρίδια. Εστιάζουν την προσοχή τους από την φύση προς τον ανθρωπολογικό και πολιτειολογικό παράγοντα. Οι Σοφιστές προτιμούν μάλλον την αντιλογική, το αντεπιχείρημα, όργανο καταλληλότερο για μια γνώση που τώρα πια δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά έχει συγκεκριμένη πρακτική σημασία: να υποστηρίξει τις τεχνικές επικράτησης.
Με την σοφιστική το εμπειρικό υποκείμενο είναι αυτό που ορίζει (ίσως και αυθαίρετα) ποιο είναι το αληθινό, ποιο είναι το καλό. Η διερεύνηση των θεμάτων της καταλήγει σε συμπεράσματα με θεωρητική αλλά και πρακτική σημασία.
Κάποιοι από τους κυριότερους εκπροσώπους της σοφιστική κίνησης ήταν ο Πρωταγόρας, ο Γοργίας, ο Ξενιάδης, ο Πρόδικος, ο Θρασύμαχος, ο Ιππίας, ο Αντίφων και ο Κριτίας.
Δεν είναι παράδοξο που οι κατοπινές εποχές είδαν τους Σοφιστές μέσα από τα μάτια του Πλάτωνα. Ο λόγος είναι ότι από τα πολλά έργα τους ελάχιστα σώθηκαν.
ΠΗΓΕΣ:
-ΠΕΛΕΓΚΡΙΝΗΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ, Καθηγητής Φιλοσοφίας: «Οι 5 Εποχές της Φιλοσοφίας»
-ΠΡΟΚΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ: «Ελληνικός Πολιτισμός και Εξελικτική Πορεία»
-Σημειώσεις "Κάκτου", "ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΙ", Τόμοι 19-20: Σοφιστές.
(είναι αντιγραφή από την ομώνυμη εργασία μου, αλλά την έβαλα κι εδώ για να μπορέσουμε -κάποια στιγμή, ευελπιστώ σ' αυτό το θέμα να μπουν όλες οι Σχολές, με την βοήθεια όλων ασφαλώς.)
«Με τον Σωκράτη, τους Σοφιστές και τους πνευματικούς επιγόνους των η φιλοσοφία από την εποχή των κοσμολόγων περνάει στην εποχή των ανθρωπολόγων. Το ερευνητικό ενδιαφέρον των φιλοσόφων εστιάζεται πλέον αλλού: όχι τόσο στην αντιμετώπιση προβλημάτων σχετικών με την εξήγηση του περιβάλλοντος, όπως οι απορίες για την αρχή και την δομή του σύμπαντος, όσο στην προσέγγιση ζητημάτων αφορώντων στον ίδιο τον άνθρωπο, όπως η ηθική συμπεριφορά του ή η κατάκτηση της γνώσης». (ΠΕΛΕΓΚΡΙΝΗΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ, Καθηγητής Φιλοσοφίας «Οι 5 Εποχές της Φιλοσοφίας»).
Η Σοφιστική, κίνημα του 5ου π.Χ. αιώνα, είναι η γέφυρα ανάμεσα στην Ιωνική φυσιολογία και τον Σωκρατικό/Πλατωνικό στοχασμό. Προσωπικά θεωρώ φιλοσοφία, αυτή που ασχολείται για τον βίο των ανθρώπων και για τις ιδέες. Όσον αφορά τους λεγόμενους «Φυσικούς Φιλοσόφους» προσωπικά τους θεωρώ Επιστήμονες και όχι φιλοσόφους, ίσως να κάνω ένα μεγάλο λάθος. Τώρα για τους Σοφιστές τους βλέπουμε να έχουν έναν πιο ευρύτερο κύκλο θεμάτων από τους προηγούμενους φιλοσόφους, από την πολιτική μέχρι την ηθική και από τις τέχνες μέχρι την αστρονομία.
Οι σοφιστές ήταν δάσκαλοι που δίδασκαν επί αμοιβή. Οι μείζονες εκπρόσωποι του κινήματος αυτού (θα είναι παραπάνω από 30) έρχονται να καταλάβουν τη θέση του δασκάλου της σοφίας και, ειδικότερα των νέων, που «δυναμωμένοι με θεωρία και μελέτη» πρέπει να δοθούν στο ύπατο δικαίωμα και υποχρέωση τους: την πολιτική. Ήταν δεινοί ρήτορες, στον διάλογο είχαν σαν σκοπό να πείσουν τον συνομιλητή τους, κι όχι τόσο την αναζήτηση της αλήθειας. Είχαν την δυνατότητα της ρητορικής δεινότητας τους να κάνουν τον μείζονα λόγο ελάσσονα και το αντίστροφο.
Η αδιαφορία τους προς την αλήθεια πήγαζε από την πεποίθηση του ότι η αλήθεια δεν ήταν μία, αλλά πολλές. Αυτή η στάση τους προσδιόρισε και την θέση τους για την ηθική συμπεριφορά των ανθρώπων. Πιστεύουν ότι είναι αντικειμενικό τα των ανθρώπων τον κόσμο π.χ. το καλό ή το δίκαιο εκείνο που εξυπηρετεί το συμφέρον του. Γνωρίσματα της φιλοσοφίας τους, είναι η άρνηση, αντιμεταφυσική ροπή, σκεπτικισμός, σχετικοκρατία, κενόδοξοι εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, θορυβώδεις διαφήμιση της σοφιστικής τέχνης του πείθειν.
Για την Πολιτεία, λένε ότι ο κυβερνήτης κινούμενος από ιδιοτέλεια και θέλοντας να ικανοποιήσει το προσωπικό συμφέρον του, θεσπίζει νόμους και, έχοντας την δύναμη να τους επιβάλει, αναγκάζει τους πολίτες να τους τηρούν. Η δύναμη του κυβερνήτη πηγάζει από την ακατάλυτη αρχή του φυσικού κόσμου, ο ισχυρότερος υπερισχύει του ασθενέστερου. Οι νόμοι των κάθε πολιτειών διαφέρουν από κοινωνία σε κοινωνία. Κατά τους Σοφιστές δεν θα μπορούσε να υπάρξει μια παγκόσμια ηθική συμπεριφορά των ανθρώπων, αλλά υπάρχει η σχετικότητα των αξιών, η ιδέα ότι ο κώδικας ηθικής συμπεριφοράς της μιας κοινωνίας δεν συμπίπτει με τον ηθικό κώδικα συμπεριφοράς μιας άλλης κοινωνίας.
Οι Σοφιστές εμπορεύονται (και είναι οι πρώτοι που το κάνουν) 2 πράγματα: εξειδικευμένη γνώση και μεθόδους επιβολής. Γίνονται συστηματικοί δάσκαλοι, που οργανώνουν σειρές μαθημάτων, καταστρώνουν παιδαγωγικά προγράμματα, συγγράφουν εγχειρίδια. Εστιάζουν την προσοχή τους από την φύση προς τον ανθρωπολογικό και πολιτειολογικό παράγοντα. Οι Σοφιστές προτιμούν μάλλον την αντιλογική, το αντεπιχείρημα, όργανο καταλληλότερο για μια γνώση που τώρα πια δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά έχει συγκεκριμένη πρακτική σημασία: να υποστηρίξει τις τεχνικές επικράτησης.
Με την σοφιστική το εμπειρικό υποκείμενο είναι αυτό που ορίζει (ίσως και αυθαίρετα) ποιο είναι το αληθινό, ποιο είναι το καλό. Η διερεύνηση των θεμάτων της καταλήγει σε συμπεράσματα με θεωρητική αλλά και πρακτική σημασία.
Κάποιοι από τους κυριότερους εκπροσώπους της σοφιστική κίνησης ήταν ο Πρωταγόρας, ο Γοργίας, ο Ξενιάδης, ο Πρόδικος, ο Θρασύμαχος, ο Ιππίας, ο Αντίφων και ο Κριτίας.
Δεν είναι παράδοξο που οι κατοπινές εποχές είδαν τους Σοφιστές μέσα από τα μάτια του Πλάτωνα. Ο λόγος είναι ότι από τα πολλά έργα τους ελάχιστα σώθηκαν.
ΠΗΓΕΣ:
-ΠΕΛΕΓΚΡΙΝΗΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ, Καθηγητής Φιλοσοφίας: «Οι 5 Εποχές της Φιλοσοφίας»
-ΠΡΟΚΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ: «Ελληνικός Πολιτισμός και Εξελικτική Πορεία»
-Σημειώσεις "Κάκτου", "ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΙ", Τόμοι 19-20: Σοφιστές.
"ΓΕΜΙΣΕ Ο ΤΟΠΟΣ ΑΠΟ ΜΕΝΤΩΡΕΣ"!