Σχόλια στην Θεογονία
Σχόλια στήν Θεογονία - Κοσμογονία
Οἱ βασιλεῖες τῶν Οὐρανῶν
Μία διαφορετικὴ προσέγγιση στὴν Ἡσιόδεια Θεογονία
Ἀφιερώνεται στὸν Δάσκαλο μας Ἰωάννη Φουράκη.
Εἰσαγωγὴ
Ἡ Θεογονία εἶναι ἕνα ποίημα ποὺ συνέθεσε τὸ ἱερατεῖο τῶν Ἐλικωνιάδων Μουσῶν καὶ δόθηκε μέσω τοῦ Ἡσιόδου. Μέσα της περιλαμβάνει τὶς προκατακλυσμιαῖες κοσμογονικὲς ἀντιλήψεις, τὴν γενεαλογία τῶν Θεῶν καὶ τῶν πρώτων βασιλέων, ἀλλὰ καὶ τὶς παραδόσεις περὶ τῶν στοιχείων τοῦ κόσμου.
Κοσμογονικὰ συμβάντα, ὀνόματα, ἰδιότητες, πρόσωπα, ἐνέργειες, δράσεις καὶ περιοχὲς περιλαμβάνονται μέσα στὶς σύμπηκτες πληροφορίες πού μας παρέχονται. Μπορεῖ ἕνα ὄνομα νὰ ταυτίζεται μὲ ἕνα κοσμογονικὸ συμβάν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποδίδεται σὲ κάποιον βασιλέα ταυτοχρόνως. Ὁ Οὐρανὸς ἐπὶ παραδείγματι, ἐμφανίζεται ὡς γενεσιουργὸς δύναμη, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐπὶ χθονὸς βασιλέας, ὁμοίως καὶ ὁ Κρόνος κ.ὁ.κ. Ἀκριβῶς λόγω τοῦ σύμπηκτου καὶ κωδικοποιημένου τῆς Θεογονίας, εἶναι ἐξαιρετικὰ δύσκολο νὰ διευκρινίσουμε, νὰ ξεχωρίσουμε καὶ νὰ ταυτοποιήσουμε ἀστρικὰ συμβάντα, πρόσωπα, ἰδιότητες, ἐνέργειες, κλπ.
Μέσα στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων, λέξεις χάθηκαν, ἀλλοιώθηκαν, ἢ ἄλλαξε ἡ ἔννοια καὶ ἡ σημασία τους. Ὁ Πλάτων ἀναφέρει «εἴη δὲ κἂν ὑπὸ παλαιότητος τὰ πρῶτα τῶν ὀνομάτων ἀνεύρετα εἶναι· διὰ γὰρ τὸ πανταχῇ στρέφεσθαι τὰ ὀνόματα, οὐδὲν θαυμαστὸν [ἂν] εἰ ἡ παλαιὰ φωνὴ πρὸς τὴν νυνὶ βαρβαρικῆς μηδὲν διαφέρει.»
[ἀλλὰ ἐπίσης εἶναι δυνατὸν τὰ πρῶτα ὀνόματα νὰ εἶναι ἀνεξερεύνητα ἐξαιτίας τῆς ἀρχαιότητας. Γιατί ἐπειδὴ τὰ ὀνόματα μετατρέπονται καθ’ ὅλους τους τρόπους, δὲν εἶναι καθόλου παράδοξο, ἂν ἡ ἀρχαία γλώσσα σχετικὰ μὲ τὴν σημερινή, δὲν ἔχει καμία διαφορὰ ἀπὸ τὴν βαρβαρική].
Ἤδη λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Πλάτωνος θεωροῦσαν ὅτι ἡ Ἑλληνίδα φωνὴ ἔχει ἀλλοιωθεῖ καὶ ἀντιμετώπιζαν δυσκολίες στὴν ἐξερεύνηση τῶν ὀνομάτων καὶ τῶν νοημάτων, πόσο μᾶλλον σήμερα, καὶ ἰδιαίτερα ὅταν προσπαθοῦμε νὰ προσεγγίσουμε ἕνα ἔργο ὅπως ἡ Θεογονία, τοῦ ὁποίου οἱ ρίζες χάνονται στὴν ἀχλὴ τῶν αἰώνων.
Ὁ Παυσανίας στὸ ἔργο τοῦ “Ἑλλάδος Περιήγησις” ἀναφέρει ὅτι «Περὶ τῆς ἡλικίας (τῶν ἔργων) τοῦ Ἡσιόδου καὶ τοῦ Ὁμήρου, ἂν καὶ ἀσχολήθηκα ἐξετάζοντας τὰ κατὰ βάθος καὶ μὲ μέγιστη ἀκρίβεια, δὲν μοῦ εἶναι εὐχάριστο νὰ γράψω, ἐπειδὴ γνωρίζω πόσο θὰ κατηγορηθῶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ ἰδιαίτερα ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς κατεστημένους, ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ἔπη»
.
Τὸ τί ἦταν αὐτὸ σχετικὰ μὲ τὴν χρονολόγηση τῶν ἀναγραφομένων τῆς Θεογονίας τὸ ὁποῖο ἐγνώριζε ὁ Παυσανίας καὶ τοῦ προξενοῦσε τόσους φόβους καὶ δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ ἔρθει σὲ σύγκρουση μὲ τὸ κατεστημένο τῆς Ρωμαϊκῆς ἐποχῆς στὴν ὁποία διαβιοῦσε, εἶναι ἀδύνατον νὰ γνωρίζουμε. Εἶναι βέβαιον ὅμως πὼς τὰ στοιχεῖα ποὺ ἀναγράφονται στὴν Θεογονία φτάνουν πολὺ πίσω στὸ βάθος τῶν αἰώνων
καὶ σίγουρα ἡ θεογονία ἀναφέρεται σὲ γεγονότα ποὺ συνέβησαν πρὶν τὸν κατακλυσμὸ τοῦ Δευκαλίωνος, μιᾶς καὶ ὁ Δευκαλίων δὲν ἀναφέρεται στὴν Θεογονία.
Ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἡσίοδος, ἡ Θεογονία τοῦ «δόθηκε» ἀπὸ τὶς Ἐλικωνιάδες Μοῦσες, οἱ ὁποῖες τὸν ἐπέλεξαν καὶ τοῦ ἔδωσαν ἱερατικὸ σκῆπτρο δάφνης. Μετὰ τὴν μύησή του ὁ Ἡσίοδος ἀπέκτησε πρόσβαση σὲ παναρχαιότατες καὶ προκατακλυσμιαῖες ἱστορικὲς πηγές, καὶ ἡ γνώση τοῦ αὐτὴ ἀποκρυσταλλώθηκε καὶ κωδικοποιήθηκε στὸ ποίημα τῆς Θεογονίας, ποίημα τὸ ὁποῖο μας ταξιδεύει στὶς ἀπαρχὲς τῆς Δημιουργίας.
Στὴν προσπάθειά μας νὰ προσεγγίσουμε ἢ ἔστω νὰ προσπαθήσουμε νὰ προσεγγίσουμε τὸ γεμάτο ἄχλη καὶ ὁμίχλη ἑλικοειδὲς αὐτὸ ταξίδι (ταξιδεύω = «ὁδεύω + τάξη», ἀλλὰ καὶ «πρὸς τὰ ἄξια ὁδεύω»
), εἶναι πολλὰ περισσότερα τὰ ἐρωτήματα ποὺ θὰ δημιουργηθοῦν, παρὰ οἱ ἀπαντήσεις ποὺ ἴσως προκύψουν.
Κάποια ἀπὸ τὰ ἐρωτήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὴν πορεία μας εἶναι:
Τί μπορεῖ νὰ ἦταν τὰ μήδεα τοῦ Οὐρανοῦ;
Τί μπορεῖ νὰ σημαίνει τὸ ὄνομα τοῦ Κρόνου καὶ τί τὸ ἐπίθετό του «ἀγκυλομήτης»;
Τί ρόλο διαδραμάτισε ἡ παρουσία τοῦ ἀνθρωπίνου εἴδους στὴν Γιγαντομαχία;
Τί σχέση μπορεῖ νὰ ἔχουν ὁ Οὐρανός, ὁ Προμηθεύς, ἡ Ἀφροδίτη, ἡ Γοργῶ καὶ ὁ Γανυμήδης;
Στὴν ἀπόπειρά μας νὰ ἀποκρυπτογραφήσουμε κατὰ τὸ ἐλάχιστο ἢ ἔστω νὰ προσπαθήσουμε νὰ προσεγγίσουμε ἢ νὰ ἰχνηλατήσουμε κάποια ἀπὸ τὰ νοήματα ἢ ὑπονοήματα καὶ συμβάντα τῆς Κοσμογονίας καὶ θεογονίας, ἀρωγοὶ καὶ βοηθοί μας πρέπει νὰ εἶναι ἡ τῶν Ἑλλήνων γραμματεία, λεξικὰ τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς γλώσσης, ἐπικουρικά, κάποιες ἀπὸ τὶς σύγχρονες ἐπιστημονικὲς ἀπόψεις καὶ ἀντιλήψεις καὶ φυσικὰ τὸ σημαντικὸ ὄργανο ποὺ διαθέτουμε γιὰ τὴν ἀντίληψη τῶν ἔνδω καὶ ἔξω μας: τὴ νόηση.
Ἡ προσπάθειά μας αὐτὴ δυσχεραίνεται ἀπὸ τὶς παραφράσεις καὶ παρερμηνεῖες ὅρων καὶ λέξεων οἱ ὁποῖες προέκυψαν ἀπὸ τοὺς ἀντιληπτικοὺς περιορισμοὺς τῶν περιγραφομένων συμβάντων. Περιορισμοὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι παρόμοιοι μὲ αὐτοὺς ποὺ ἀντιμετώπιζαν οἱ πρόγονοί μας ὅταν ἀντίκριζαν γιὰ πρώτη φορᾶ ἕνα τεχνολογικὸ ἐπίτευγμα τὸ ὁποῖο δὲν μποροῦσαν νὰ ἐξηγήσουν καὶ προσπαθοῦσαν νὰ τὸ περιγράψουν μὲ λέξεις ἀπὸ τὴν καθημερινότητά τους. Ἐπὶ παραδείγματι φανταστεῖτε κάποιον ἀγρότη στὸ παρελθὸν ὁ ὁποῖος εἶδε γιὰ πρώτη φορᾶ ἕνα διερχόμενο ἑλικόπτερο καὶ τὴν προσπάθειά του νὰ περιγράψει στοὺς οἰκείους του αὐτὸ ποὺ εἶδε χρησιμοποιώντας λέξεις ἀπὸ τὴν καθημερινότητά του. Ὁμοίως καὶ στὴν θεογονία οἱ μελετητὲς εὑρέθησαν μπροστὰ σὲ περιγραφὲς συμβάντων καὶ καταστάσεων ποὺ -ἀκόμα καὶ μὲ τὸ σημερινὸ ἀντιληπτικό μας ὑπόβαθρο- εἶναι ἀδύνατον νὰ ἑρμηνευτοῦν μὲ ἀκρίβεια.
Ὅπως εἶναι λογικό, σὲ μία τόσο δύσκολη καὶ σύνθετη προσπάθεια ὅπως ἡ παροῦσα, ἐνδέχεται νὰ ὑποπέσουμε σὲ σφάλματα καὶ ὡς ἐκ τούτου ζητοῦμε ἐκ τῶν προτέρων συγνώμη.
-----------------------------------------------
1 Πλάτωνος Κρατύλος 421d
2 Παυσανία “Ἑλλάδος Περιήγησις” Βιβλίο 9 Κεφ. 30-3
3 Περισσότερες πληροφορίες γιὰ τὴν χρονολόγηση τῆς Θεογονίας ὑπάρχουν στὸ ἄρθρο τοῦ Ἠλία Τσατσόμοιρου “Θεογονία : Ἡ ἀρχαιότερη ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας” - περιοδικὸ “Δαυλός” τεῦχος 25
4 Συμφώνως μὲ ἑρμηνεία ἀπὸ τὸν Κύκλο Ἑλλήνων Αὐτογνωσία
-----------------------------------------------
Ἑπόμενο : Τὰ πρωταρχικὰ στοιχεῖα – Τὸ Χάος
Οἱ βασιλεῖες τῶν Οὐρανῶν
Μία διαφορετικὴ προσέγγιση στὴν Ἡσιόδεια Θεογονία
Ἀφιερώνεται στὸν Δάσκαλο μας Ἰωάννη Φουράκη.
Εἰσαγωγὴ
Ἡ Θεογονία εἶναι ἕνα ποίημα ποὺ συνέθεσε τὸ ἱερατεῖο τῶν Ἐλικωνιάδων Μουσῶν καὶ δόθηκε μέσω τοῦ Ἡσιόδου. Μέσα της περιλαμβάνει τὶς προκατακλυσμιαῖες κοσμογονικὲς ἀντιλήψεις, τὴν γενεαλογία τῶν Θεῶν καὶ τῶν πρώτων βασιλέων, ἀλλὰ καὶ τὶς παραδόσεις περὶ τῶν στοιχείων τοῦ κόσμου.
Κοσμογονικὰ συμβάντα, ὀνόματα, ἰδιότητες, πρόσωπα, ἐνέργειες, δράσεις καὶ περιοχὲς περιλαμβάνονται μέσα στὶς σύμπηκτες πληροφορίες πού μας παρέχονται. Μπορεῖ ἕνα ὄνομα νὰ ταυτίζεται μὲ ἕνα κοσμογονικὸ συμβάν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποδίδεται σὲ κάποιον βασιλέα ταυτοχρόνως. Ὁ Οὐρανὸς ἐπὶ παραδείγματι, ἐμφανίζεται ὡς γενεσιουργὸς δύναμη, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐπὶ χθονὸς βασιλέας, ὁμοίως καὶ ὁ Κρόνος κ.ὁ.κ. Ἀκριβῶς λόγω τοῦ σύμπηκτου καὶ κωδικοποιημένου τῆς Θεογονίας, εἶναι ἐξαιρετικὰ δύσκολο νὰ διευκρινίσουμε, νὰ ξεχωρίσουμε καὶ νὰ ταυτοποιήσουμε ἀστρικὰ συμβάντα, πρόσωπα, ἰδιότητες, ἐνέργειες, κλπ.
Μέσα στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων, λέξεις χάθηκαν, ἀλλοιώθηκαν, ἢ ἄλλαξε ἡ ἔννοια καὶ ἡ σημασία τους. Ὁ Πλάτων ἀναφέρει «εἴη δὲ κἂν ὑπὸ παλαιότητος τὰ πρῶτα τῶν ὀνομάτων ἀνεύρετα εἶναι· διὰ γὰρ τὸ πανταχῇ στρέφεσθαι τὰ ὀνόματα, οὐδὲν θαυμαστὸν [ἂν] εἰ ἡ παλαιὰ φωνὴ πρὸς τὴν νυνὶ βαρβαρικῆς μηδὲν διαφέρει.»
[ἀλλὰ ἐπίσης εἶναι δυνατὸν τὰ πρῶτα ὀνόματα νὰ εἶναι ἀνεξερεύνητα ἐξαιτίας τῆς ἀρχαιότητας. Γιατί ἐπειδὴ τὰ ὀνόματα μετατρέπονται καθ’ ὅλους τους τρόπους, δὲν εἶναι καθόλου παράδοξο, ἂν ἡ ἀρχαία γλώσσα σχετικὰ μὲ τὴν σημερινή, δὲν ἔχει καμία διαφορὰ ἀπὸ τὴν βαρβαρική].
Ἤδη λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Πλάτωνος θεωροῦσαν ὅτι ἡ Ἑλληνίδα φωνὴ ἔχει ἀλλοιωθεῖ καὶ ἀντιμετώπιζαν δυσκολίες στὴν ἐξερεύνηση τῶν ὀνομάτων καὶ τῶν νοημάτων, πόσο μᾶλλον σήμερα, καὶ ἰδιαίτερα ὅταν προσπαθοῦμε νὰ προσεγγίσουμε ἕνα ἔργο ὅπως ἡ Θεογονία, τοῦ ὁποίου οἱ ρίζες χάνονται στὴν ἀχλὴ τῶν αἰώνων.
Ὁ Παυσανίας στὸ ἔργο τοῦ “Ἑλλάδος Περιήγησις” ἀναφέρει ὅτι «Περὶ τῆς ἡλικίας (τῶν ἔργων) τοῦ Ἡσιόδου καὶ τοῦ Ὁμήρου, ἂν καὶ ἀσχολήθηκα ἐξετάζοντας τὰ κατὰ βάθος καὶ μὲ μέγιστη ἀκρίβεια, δὲν μοῦ εἶναι εὐχάριστο νὰ γράψω, ἐπειδὴ γνωρίζω πόσο θὰ κατηγορηθῶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ ἰδιαίτερα ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς κατεστημένους, ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ἔπη»
Τὸ τί ἦταν αὐτὸ σχετικὰ μὲ τὴν χρονολόγηση τῶν ἀναγραφομένων τῆς Θεογονίας τὸ ὁποῖο ἐγνώριζε ὁ Παυσανίας καὶ τοῦ προξενοῦσε τόσους φόβους καὶ δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ ἔρθει σὲ σύγκρουση μὲ τὸ κατεστημένο τῆς Ρωμαϊκῆς ἐποχῆς στὴν ὁποία διαβιοῦσε, εἶναι ἀδύνατον νὰ γνωρίζουμε. Εἶναι βέβαιον ὅμως πὼς τὰ στοιχεῖα ποὺ ἀναγράφονται στὴν Θεογονία φτάνουν πολὺ πίσω στὸ βάθος τῶν αἰώνων
Ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἡσίοδος, ἡ Θεογονία τοῦ «δόθηκε» ἀπὸ τὶς Ἐλικωνιάδες Μοῦσες, οἱ ὁποῖες τὸν ἐπέλεξαν καὶ τοῦ ἔδωσαν ἱερατικὸ σκῆπτρο δάφνης. Μετὰ τὴν μύησή του ὁ Ἡσίοδος ἀπέκτησε πρόσβαση σὲ παναρχαιότατες καὶ προκατακλυσμιαῖες ἱστορικὲς πηγές, καὶ ἡ γνώση τοῦ αὐτὴ ἀποκρυσταλλώθηκε καὶ κωδικοποιήθηκε στὸ ποίημα τῆς Θεογονίας, ποίημα τὸ ὁποῖο μας ταξιδεύει στὶς ἀπαρχὲς τῆς Δημιουργίας.
Στὴν προσπάθειά μας νὰ προσεγγίσουμε ἢ ἔστω νὰ προσπαθήσουμε νὰ προσεγγίσουμε τὸ γεμάτο ἄχλη καὶ ὁμίχλη ἑλικοειδὲς αὐτὸ ταξίδι (ταξιδεύω = «ὁδεύω + τάξη», ἀλλὰ καὶ «πρὸς τὰ ἄξια ὁδεύω»
Κάποια ἀπὸ τὰ ἐρωτήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὴν πορεία μας εἶναι:
Τί μπορεῖ νὰ ἦταν τὰ μήδεα τοῦ Οὐρανοῦ;
Τί μπορεῖ νὰ σημαίνει τὸ ὄνομα τοῦ Κρόνου καὶ τί τὸ ἐπίθετό του «ἀγκυλομήτης»;
Τί ρόλο διαδραμάτισε ἡ παρουσία τοῦ ἀνθρωπίνου εἴδους στὴν Γιγαντομαχία;
Τί σχέση μπορεῖ νὰ ἔχουν ὁ Οὐρανός, ὁ Προμηθεύς, ἡ Ἀφροδίτη, ἡ Γοργῶ καὶ ὁ Γανυμήδης;
Στὴν ἀπόπειρά μας νὰ ἀποκρυπτογραφήσουμε κατὰ τὸ ἐλάχιστο ἢ ἔστω νὰ προσπαθήσουμε νὰ προσεγγίσουμε ἢ νὰ ἰχνηλατήσουμε κάποια ἀπὸ τὰ νοήματα ἢ ὑπονοήματα καὶ συμβάντα τῆς Κοσμογονίας καὶ θεογονίας, ἀρωγοὶ καὶ βοηθοί μας πρέπει νὰ εἶναι ἡ τῶν Ἑλλήνων γραμματεία, λεξικὰ τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς γλώσσης, ἐπικουρικά, κάποιες ἀπὸ τὶς σύγχρονες ἐπιστημονικὲς ἀπόψεις καὶ ἀντιλήψεις καὶ φυσικὰ τὸ σημαντικὸ ὄργανο ποὺ διαθέτουμε γιὰ τὴν ἀντίληψη τῶν ἔνδω καὶ ἔξω μας: τὴ νόηση.
Ἡ προσπάθειά μας αὐτὴ δυσχεραίνεται ἀπὸ τὶς παραφράσεις καὶ παρερμηνεῖες ὅρων καὶ λέξεων οἱ ὁποῖες προέκυψαν ἀπὸ τοὺς ἀντιληπτικοὺς περιορισμοὺς τῶν περιγραφομένων συμβάντων. Περιορισμοὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι παρόμοιοι μὲ αὐτοὺς ποὺ ἀντιμετώπιζαν οἱ πρόγονοί μας ὅταν ἀντίκριζαν γιὰ πρώτη φορᾶ ἕνα τεχνολογικὸ ἐπίτευγμα τὸ ὁποῖο δὲν μποροῦσαν νὰ ἐξηγήσουν καὶ προσπαθοῦσαν νὰ τὸ περιγράψουν μὲ λέξεις ἀπὸ τὴν καθημερινότητά τους. Ἐπὶ παραδείγματι φανταστεῖτε κάποιον ἀγρότη στὸ παρελθὸν ὁ ὁποῖος εἶδε γιὰ πρώτη φορᾶ ἕνα διερχόμενο ἑλικόπτερο καὶ τὴν προσπάθειά του νὰ περιγράψει στοὺς οἰκείους του αὐτὸ ποὺ εἶδε χρησιμοποιώντας λέξεις ἀπὸ τὴν καθημερινότητά του. Ὁμοίως καὶ στὴν θεογονία οἱ μελετητὲς εὑρέθησαν μπροστὰ σὲ περιγραφὲς συμβάντων καὶ καταστάσεων ποὺ -ἀκόμα καὶ μὲ τὸ σημερινὸ ἀντιληπτικό μας ὑπόβαθρο- εἶναι ἀδύνατον νὰ ἑρμηνευτοῦν μὲ ἀκρίβεια.
Ὅπως εἶναι λογικό, σὲ μία τόσο δύσκολη καὶ σύνθετη προσπάθεια ὅπως ἡ παροῦσα, ἐνδέχεται νὰ ὑποπέσουμε σὲ σφάλματα καὶ ὡς ἐκ τούτου ζητοῦμε ἐκ τῶν προτέρων συγνώμη.
-----------------------------------------------
1 Πλάτωνος Κρατύλος 421d
2 Παυσανία “Ἑλλάδος Περιήγησις” Βιβλίο 9 Κεφ. 30-3
3 Περισσότερες πληροφορίες γιὰ τὴν χρονολόγηση τῆς Θεογονίας ὑπάρχουν στὸ ἄρθρο τοῦ Ἠλία Τσατσόμοιρου “Θεογονία : Ἡ ἀρχαιότερη ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας” - περιοδικὸ “Δαυλός” τεῦχος 25
4 Συμφώνως μὲ ἑρμηνεία ἀπὸ τὸν Κύκλο Ἑλλήνων Αὐτογνωσία
-----------------------------------------------
Ἑπόμενο : Τὰ πρωταρχικὰ στοιχεῖα – Τὸ Χάος
Σωφρονεῖν ἀρετὴ μεγίστη, καὶ σοφίη ἀληθέα λέγειν καὶ ποιεῖν κατὰ φύσιν ἐπαΐοντας - Ἡράκλειτος
Γιώργο, δύσκολο θέμα άνοιξες.
Περιμένω μ΄ενδιαφέρον τα γραφόμενα..
Περιμένω μ΄ενδιαφέρον τα γραφόμενα..
Μέρος πρῶτο: Τὰ Πρωταρχικὰ Στοιχεῖα
Τὸ Χάος
Ἀπὸ τὸ 0=Χάος εἰς τὸ 0=Χάος
Ἰωάννης Φουράκης
Ἀλλὰ ἂς ξεκινήσουμε μὲ τὰ ἀρχαιογόνα καὶ ἔναρχα στοιχεῖα.
ἤτοι μὲν πρώτιστα Χάος γένετ’·
[Πρώτιστα ἔγινε τὸ Χάος.]
Ἡ δημιουργία ξεπηδᾶ ἀπὸ τὸ Χάος. Κατὰ τὴν ἐτυμολογία
ἡ λέξη παράγεται ἀπὸ τὸ Χαύ ή Χά(Ϝ) – ΧάϜος
ποῦ σημαίνει χάσμα – ἄπειρο- κενὸ – πᾶς εὐρὺς κενὸς χῶρος. Ἐπίσης «χάος· παρὰ τὸ χῶ χαίω χάος, ὡς δαίω, τὸ καίω, δάος, ἡ λαμπάς· δηλοῖ δὲ τὸ χάος τὸ μέγα καὶ ἀπέραντον χώρημα» , δηλαδὴ χάος εἶναι τὸ μεγάλο καὶ ἀπέραντο χώρημα, ὁ ἀπέραντος χῶρος
.
Καθὼς καὶ
«οἱ δὲ εἰρῆσθαί φασι χάος παρὰ τὸ χεῖσθαι, ὅ ἐστι χέεσθαι·
οἱ δέ φασιν ἀπὸ τοῦ χαδεῖν, ὅ ἐστι χωρεῖν»
Στὸ λεξικὸ τοῦ Σούδα στὸ λῆμμα Χάος ἀναγράφεται:
«Χάος: Ἀριστοφάνης· Χάος ἦν καὶ Νὺξ Ἔρεβός τε μέλαν πρῶτον καὶ Τάρταρος εὐρύς·
γῆ δ' οὐδ' ἀὴρ οὐδ' οὐρανὸς ἦν· Ἐρέβους δ' ἐν ἀπείροισι κόλποις τίκτει πρώτιστον
ὑπηνέμιον Νὺξ ἡ μελανόπτερος ᾠόν· ἐξ οὗ περιτελλομέναις ὥραις ἔβλαστ'
Ἔρως ὁ ποθεινός, στίλβων νῶτον πτερύγαιν χρυσαῖν, εἰκὼς ἀνεμώκεσι δίναις»
Ἡ λέξη Χάος δὲν εἶναι ταυτόσημη μὲ τὴν λέξη ΚΕΝΟ ποὺ χρησιμοποιεῖται γιὰ νὰ περιγράψει τὸ διάστημα μεταξὺ τῶν ἀστέρων, τῶν γαλαξιῶν κ.ὁ.κ. Οὕτως ἢ ἄλλως δὲν ὑπάρχει κενὸ στὸν διαστημικὸ χῶρο (ἄποψη ποὺ ἐξέφραζαν καὶ οἱ Πανεπιστήμονες Ἕλληνες οἱ ὁποῖοι δὲν ἐδέχοντο τὴν ὕπαρξη τοῦ κενοῦ ὅπως θὰ διαπιστώσουμε ἐν συνέχειᾳ στὴν ἀναφορά μας περὶ Αἰθέρος) καὶ ὁ Ἡσίοδος ὑπῆρξε πολὺ προσεκτικὸς μὲ τὶς λέξεις ποὺ χρησιμοποίησε γιὰ νὰ μᾶς μεταφέρει τὴν ἱστορία. Ἐπίσης τὸ Χάος δὲν ἔχει τὴν ἴδια ἔννοια μὲ τὴν λέξη ἀταξία μὲ τὴν ὁποία ἔχει ταυτιστεῖ στὴν σημερινή μας ἐποχή.
Τὸ Χάος ἔχει τὴν ἔννοια τῆς δυσκολοπροσδιόριστης καὶ δυσκολονόητης κατάστασης στὴν ὁποία βρισκόταν ἡ συμπαντικὴ οὐσία πρὶν τὴν γέννηση τῆς Γαίας. Εἶναι μία -πιθανῶς κβαντική- κατάσταση στὴν ὁποία ἡ ὕλη δὲν ἔχει σχηματοποιηθεῖ-μορφοποιηθεῖ ἀκόμα μὲ τὴν μορφὴ ποὺ τὴν ἀντιλαμβανόμαστε καὶ ἡ ἔννοια τοῦ χωροχρόνου δὲν ὑφίσταται. Εἶναι ἀδιανόητο καὶ δύσληπτο ὑπὸ τοῦ λογικοῦ ὀργάνου «ἀκατάληπτον τοῦ νοητοῦ» ὅπως ἀναφέρουν οἱ Ὀρφικοὶ καὶ ὁ Εὔδημος
.
Μεταφυσικὰ θὰ μπορούσαμε νὰ ἑρμηνεύσουμε τὸ Χάος ὡς τὸ ἄμορφο Ἄπειρο, τὸ ἀνεκδήλωτο Πᾶν, ἀπὸ τὸ ὁποῖο θὰ προέλθει ἡ δημιουργία. Ἐντὸς τοῦ ἐμπεριέχονται ὅλα. Εἶναι ὁ «ἐν δυνάμει» περιέκτης Ὕλης – Ἐνέργειας - Διαστάσεων, τοῦ παντός.
Ἐν δυνάμει διότι, ἐνῶ ἐμπεριέχεται ἡ δυναμική, ἐμπεριέχονται τὰ στοιχεῖα καὶ οἱ οὐσίες, αὐτὰ εἶναι σὲ μία κατάσταση στὴν ὁποία δὲν παράγουν τὸ ἔργον τῆς δημιουργίας, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα καὶ τὸ παραγόμενο τῶν αὐτῶν δυνάμεων. Δηλαδὴ ἐμπεριέχεται ἡ τάση τῆς κινήσεως, ἀλλὰ ὄχι ἡ ἴδια ἡ κίνηση, «τὸ ἔργον» δηλαδή, τὸ ὁποῖο εἶναι ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς τάσεως.
Ὁ Ἡσίοδος ξεκινάει τὴν ἀναφορά του ἀπὸ τὴν ἀρχικὴ γένεση τοῦ Χάους, χωρὶς νὰ μᾶς προσδιορίζει τί ὑπῆρξε πρὶν ἀπὸ αὐτὸ –ἂν ὑπῆρξε, καὶ ποὶα ἡ δύναμις γενέσεως ἢ γενεσιουργὸς αἰτία τοῦ Χάους. Αὐτὸ τὸ ἐρώτημα ἀπασχόλησε καὶ τὸν Θεόφιλο ὁ ὁποῖος διερωτᾶται:
«εἰ γὰρ ἐν πρώτοις ἦν χάος, καὶ ὕλη τις προϋπέκειτο ἀγένητος οὖσα, τίς ἄρα ἦν ὁ ταύτην μετασκευάζων καὶ μεταρρυθμίζων καὶ μεταμορφῶν;»
[διότι πρῶτα ἦταν τὸ Χάος, καὶ ἡ ὕλη προϋπόκειτο ὄντας ἀγέννητη, ἄρα ποιὸς ἦταν αὐτὸς ποὺ τὴν μετασκεύασε, τὴν μεταρρύθμισε καὶ τὴν μεταμόρφωσε;]
Σύμφωνα μὲ τὴν Ὀρφικὴ κοσμογονία, στὴν ἀρχὴ ὑπῆρχε ὁ ἀγήραιος χρόνος ἢ ὁ πρωτότοκος νοῦς. Μετὰ δημιουργήθηκε ὁ Αἰθέρας καὶ γύρω τοῦ τὸ χάος τυλιγμένο σὲ βαθὺ Ἔρεβος. Μέσα στὸν Αἰθέρα δημιούργησε ὁ χρόνος τὸ κοσμικὸ ὠόν, ποὺ ἔλαμπε μέσα στὸ χάος. Τὰ πρωταρχικὰ στοιχεῖα ταυτίζονται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον καὶ στὶς δυὸ κοσμογονίες (Ἠσιοδικὴ – Ὀρφική), ἐκδηλώνονται ὅμως σὲ διαφορετικὴ σειρά.
«Οὗτος γὰρ ἦν
ὁ πολυτίμητος ἐν ἐκείνῃ <Χρόνος ἀγήραος> καὶ <Αἰθέρος> καὶ <Χάους> πατήρ·
ἀμέλει καὶ κατὰ ταύτην ὁ <Χρόνος> οὗτος ὁ δράκων γεννᾶται,
τριπλήγονον <Αἰθέρα> φησὶ νοερὸν καὶ <Χάος> ἄπειρον,
καὶ τρίτον ἐπὶ τούτοις <Ἔρεβος> ὀμιχλῶδες,
τὴν δευτέραν ταύτην τριάδα ἀνάλογον τῇ πρώτῃ
παραδίδωσι δυναμικὴν οὖσαν ὡς ἐκείνην πατρικήν»
[Διότι αὐτὸς εἶναι ὁ πολυτίμητος σὲ ἐκείνη (τὴν πρωταρχικὴ τριάδα), ὁ Χρόνος ὁ ἀγέραστος, καὶ τοῦ Αἰθέρος καὶ τοῦ Χάους πατέρας, ἀναμφιβόλως καὶ κατὰ ταύτην ὁ Χρόνος, αὐτὸς ὁ δράκων γεννᾶται, τριπλὸ γόνο Αἰθέρα ποὺ λέγεται νοερὸς καὶ τὸ Χάος τὸ ἄπειρο, καὶ τρίτο σὲ αὐτοὺς τὸ ὀμιχλῶδες Ἔρεβος, αὐτὴ τὴ δεύτερη τριάδα, ἀνάλογή της πρώτης ἐξιστορεῖται, ὄντας δυναμική, ὅπως ἐκείνη ἡ πατρική.]
Καὶ
«εἰ μὴ ἄρα Χάος μὲν τὴν
δευτέραν τῶν δυεῖν ἀρχῶν, Γῆν δὲ καὶ Τάρταρον καὶ Ἔρωτα τὸ τριπλοῦν νοητόν,
τὸν μὲν Ἔρωτα ἀντὶ τοῦ τρίτου, ὡς κατὰ ἐπιστροφὴν θεωρούμενον
(τοῦτο γὰρ οὕτως ὀνομάζει καὶ Ὀρφεὺς ἐν ταῖς Ῥαψωιδίαις)»
Καθώς καὶ
«ὁ Χρόνος οὗτος ὁ δράκων γεννᾶται τριπλῆν γονήν·
<Αἰθέρα,> φησί, νοτερὸν καὶ <Χάος> ἄπειρον
καὶ τρίτον ἐπὶ τούτοις <Ἔρεβος> ὀμιχλῶδες»
[ὁ Χρόνος, αὐτὸς ὁ δράκος, γεννᾶ τριπλὴ γενιά, Τὸν Αἰθέρα τὸν ψυχρόνοτισμενο, τὸ Χάος τὸ ἄπειρο καὶ τρίτον ἐπὶ τούτων, τὸ Ἔρεβος τὸ ὀμιχλῶδες]
Σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἀνώνυμους ὕμνους ποὺ διεσώθησαν ἀναφέρεται ὡς «γενικὸς νόμος τοῦ Παντός, ὁ πρωτότοκος Νοῦς», καὶ πὼς «ἀπὸ τὸν πρωτότοκο προῆλθε τὸ χύθὲν χάος»
«Νόμος ἦν γενικὸς τοῦ παντὸς ὁ πρωτότοκος νόος·
ὁ δὲ δεύτερος ἦν τοῦ πρωτοτόκου τὸ χυθὲν χάος·
τριτάτη ψυχὴ δ' ἔλαβεν ἐργαζομένη νόμον·»
[Γενικὸς νόμος τοῦ παντός, εἶναι ὁ πρωτότοκος νοῦς,
δεύτερος δὲ τοῦ πρωτοτόκου εἶναι τὸ χυθὲν χάος,
τρίτη ἡ ψυχὴ ποὺ ἔλαβε ἐργαζομένη τὸν νὸμο]
Ὁ Ἠράκλειτος θεωρεῖ τὸν κόσμο αἰώνιο καὶ «πῦρ ἀείζωον».
«Κόσμον τόνδε, τὸν αὐτὸν ἁπάντων,
οὔτε τις θεῶν οὔτε ἀνθρώπων ἐποίησεν,
ἀλλ’ ἦν ἀεὶ καὶ ἔστιν καὶ ἔσται πῦρ ἀείζωον»
[Αὐτὸν ἐδῶ τὸν κόσμο, o ὁποῖος περιέχει τὰ πάντα,
οὔτε κάποιος ἀπὸ τοὺς θεούς, οὔτε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τὸν ἐποίησε,
ἀλλὰ πάντα ὑπῆρχε, ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχει, πῦρ ἀείζωον].
Ὁ Ἀλκμὰν θεωρεῖ τὴν ὕλη, τὴν ἀπαρτίζουσα τὸ πᾶν, ὡς ταραγμένη καὶ ἀποίητη «τὴν ὕλην πάντων τεταραγμένην καὶ ἀπόητον». Ὁ Πρόκλος θεωρεῖ καὶ τὸν αἰώνα, ἀλλὰ εἰδικὰ καὶ τὸ Χάος «πρώτως ἄπειρον καὶ μόνως ἄπειρον» καὶ γράφει:
«Ὁ μὲν γὰρ αἰὼν, εἰ καὶ διὰ τὸ ἀεὶ ἄπειρος,
ἀλλὰ ὡς μέτρον δήπου τῶν αἰωνίων καὶ πέρας
ἐστί· τὸ δὲ χάος πρώτως ἄπειρον καὶ μόνως
ἄπειρον, καὶ πηγὴ πάσης ἀπειρίας, νοητῆς,
νοερᾶς, ψυχικῆς, σωματικῆς, ὑλικῆς.»
[Διότι ὁ μὲν αἰών, εἶναι καὶ θὰ εἶναι γιὰ πάντα ἄπειρος,
ἀλλὰ εἶναι, ὡς νομίζω, μέτρο τῶν αἰωνίων καὶ πέρας,
τὸ δὲ Χάος εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἄπειρο καὶ μονάχα ἄπειρο
καὶ πηγὴ πάσης ἀπειρίας, νοητῆς, νοερᾶς, ψυχικῆς, σωματικῆς, ὑλικῆς.]
Ἐπίσης στὴν Ὀρφικὴ κοσμογονία ἀναφέρεται ὅτι:
«Ἡσίοδος δέ μοι δοκεῖ πρῶτον γενέσθαι
τὸ Χάος ἱστορῶν τὴν ἀκατάληπτον τοῦ νοητοῦ καὶ ἡνωμένην παν-
τελῶς φύσιν κεκληκέναι Χάος, τὴν δὲ Γῆν [πρώτην]
ἐκεῖθεν παράγειν ὥς τινα ἀρχὴν τῆς ὅλης γενεᾶς τῶν θεῶν.»
[Ὁ Ἡσίοδος λοιπόν, μοῦ φαίνεται, πὼς ἀναφέροντας ὅτι πρῶτα ἔγινε τὸ Χάος, ἱστόρησε τὴν ἀκατάληπτη ἀπὸ τὸν νοῦ καὶ τὴν ὁλοκληρωτικὰ ἑνωμένη φύση ποὺ ἀποκαλέστηκε Χάος, καὶ ἐκεῖ εἰσήγαγε γιὰ πρώτη φορᾶ τὴν Γαία ὡς κάποια ἀρχὴ τῆς ὅλης γενεᾶς τῶν θεῶν].
Μία σημαντικὴ ἀναφορὰ δίδει ὁ Πλούταρχος ὁ ὁποῖος γράφει:
«τὸ γὰρ Χάος δοκεῖ χώραν τινὰ καὶ τόπον τοῦ παντὸς ὑποτίθεσθαι»
(Πλουτάρχου περὶ Ἴσιδος καὶ Ὀσίριδος).
Στὴν φράση «τόπον τοῦ παντὸς» γίνεται ἀναφορὰ στὸν τόπο τοῦ παντός - του ὅλου - του ἀμέτρητού - του ἄπειρου...
--------------------------------------------
Στὸ ἑπόμενο: Χάος - μέρος δεύτερον
Τὸ Χάος
Ἀπὸ τὸ 0=Χάος εἰς τὸ 0=Χάος
Ἰωάννης Φουράκης
Ἀλλὰ ἂς ξεκινήσουμε μὲ τὰ ἀρχαιογόνα καὶ ἔναρχα στοιχεῖα.
ἤτοι μὲν πρώτιστα Χάος γένετ’·
[Πρώτιστα ἔγινε τὸ Χάος.]
Ἡ δημιουργία ξεπηδᾶ ἀπὸ τὸ Χάος. Κατὰ τὴν ἐτυμολογία
Καθὼς καὶ
«οἱ δὲ εἰρῆσθαί φασι χάος παρὰ τὸ χεῖσθαι, ὅ ἐστι χέεσθαι·
οἱ δέ φασιν ἀπὸ τοῦ χαδεῖν, ὅ ἐστι χωρεῖν»
Στὸ λεξικὸ τοῦ Σούδα στὸ λῆμμα Χάος ἀναγράφεται:
«Χάος: Ἀριστοφάνης· Χάος ἦν καὶ Νὺξ Ἔρεβός τε μέλαν πρῶτον καὶ Τάρταρος εὐρύς·
γῆ δ' οὐδ' ἀὴρ οὐδ' οὐρανὸς ἦν· Ἐρέβους δ' ἐν ἀπείροισι κόλποις τίκτει πρώτιστον
ὑπηνέμιον Νὺξ ἡ μελανόπτερος ᾠόν· ἐξ οὗ περιτελλομέναις ὥραις ἔβλαστ'
Ἔρως ὁ ποθεινός, στίλβων νῶτον πτερύγαιν χρυσαῖν, εἰκὼς ἀνεμώκεσι δίναις»
Ἡ λέξη Χάος δὲν εἶναι ταυτόσημη μὲ τὴν λέξη ΚΕΝΟ ποὺ χρησιμοποιεῖται γιὰ νὰ περιγράψει τὸ διάστημα μεταξὺ τῶν ἀστέρων, τῶν γαλαξιῶν κ.ὁ.κ. Οὕτως ἢ ἄλλως δὲν ὑπάρχει κενὸ στὸν διαστημικὸ χῶρο (ἄποψη ποὺ ἐξέφραζαν καὶ οἱ Πανεπιστήμονες Ἕλληνες οἱ ὁποῖοι δὲν ἐδέχοντο τὴν ὕπαρξη τοῦ κενοῦ ὅπως θὰ διαπιστώσουμε ἐν συνέχειᾳ στὴν ἀναφορά μας περὶ Αἰθέρος) καὶ ὁ Ἡσίοδος ὑπῆρξε πολὺ προσεκτικὸς μὲ τὶς λέξεις ποὺ χρησιμοποίησε γιὰ νὰ μᾶς μεταφέρει τὴν ἱστορία. Ἐπίσης τὸ Χάος δὲν ἔχει τὴν ἴδια ἔννοια μὲ τὴν λέξη ἀταξία μὲ τὴν ὁποία ἔχει ταυτιστεῖ στὴν σημερινή μας ἐποχή.
Τὸ Χάος ἔχει τὴν ἔννοια τῆς δυσκολοπροσδιόριστης καὶ δυσκολονόητης κατάστασης στὴν ὁποία βρισκόταν ἡ συμπαντικὴ οὐσία πρὶν τὴν γέννηση τῆς Γαίας. Εἶναι μία -πιθανῶς κβαντική- κατάσταση στὴν ὁποία ἡ ὕλη δὲν ἔχει σχηματοποιηθεῖ-μορφοποιηθεῖ ἀκόμα μὲ τὴν μορφὴ ποὺ τὴν ἀντιλαμβανόμαστε καὶ ἡ ἔννοια τοῦ χωροχρόνου δὲν ὑφίσταται. Εἶναι ἀδιανόητο καὶ δύσληπτο ὑπὸ τοῦ λογικοῦ ὀργάνου «ἀκατάληπτον τοῦ νοητοῦ» ὅπως ἀναφέρουν οἱ Ὀρφικοὶ καὶ ὁ Εὔδημος
Μεταφυσικὰ θὰ μπορούσαμε νὰ ἑρμηνεύσουμε τὸ Χάος ὡς τὸ ἄμορφο Ἄπειρο, τὸ ἀνεκδήλωτο Πᾶν, ἀπὸ τὸ ὁποῖο θὰ προέλθει ἡ δημιουργία. Ἐντὸς τοῦ ἐμπεριέχονται ὅλα. Εἶναι ὁ «ἐν δυνάμει» περιέκτης Ὕλης – Ἐνέργειας - Διαστάσεων, τοῦ παντός.
Ἐν δυνάμει διότι, ἐνῶ ἐμπεριέχεται ἡ δυναμική, ἐμπεριέχονται τὰ στοιχεῖα καὶ οἱ οὐσίες, αὐτὰ εἶναι σὲ μία κατάσταση στὴν ὁποία δὲν παράγουν τὸ ἔργον τῆς δημιουργίας, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα καὶ τὸ παραγόμενο τῶν αὐτῶν δυνάμεων. Δηλαδὴ ἐμπεριέχεται ἡ τάση τῆς κινήσεως, ἀλλὰ ὄχι ἡ ἴδια ἡ κίνηση, «τὸ ἔργον» δηλαδή, τὸ ὁποῖο εἶναι ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς τάσεως.
Ὁ Ἡσίοδος ξεκινάει τὴν ἀναφορά του ἀπὸ τὴν ἀρχικὴ γένεση τοῦ Χάους, χωρὶς νὰ μᾶς προσδιορίζει τί ὑπῆρξε πρὶν ἀπὸ αὐτὸ –ἂν ὑπῆρξε, καὶ ποὶα ἡ δύναμις γενέσεως ἢ γενεσιουργὸς αἰτία τοῦ Χάους. Αὐτὸ τὸ ἐρώτημα ἀπασχόλησε καὶ τὸν Θεόφιλο ὁ ὁποῖος διερωτᾶται:
«εἰ γὰρ ἐν πρώτοις ἦν χάος, καὶ ὕλη τις προϋπέκειτο ἀγένητος οὖσα, τίς ἄρα ἦν ὁ ταύτην μετασκευάζων καὶ μεταρρυθμίζων καὶ μεταμορφῶν;»
[διότι πρῶτα ἦταν τὸ Χάος, καὶ ἡ ὕλη προϋπόκειτο ὄντας ἀγέννητη, ἄρα ποιὸς ἦταν αὐτὸς ποὺ τὴν μετασκεύασε, τὴν μεταρρύθμισε καὶ τὴν μεταμόρφωσε;]
Σύμφωνα μὲ τὴν Ὀρφικὴ κοσμογονία, στὴν ἀρχὴ ὑπῆρχε ὁ ἀγήραιος χρόνος ἢ ὁ πρωτότοκος νοῦς. Μετὰ δημιουργήθηκε ὁ Αἰθέρας καὶ γύρω τοῦ τὸ χάος τυλιγμένο σὲ βαθὺ Ἔρεβος. Μέσα στὸν Αἰθέρα δημιούργησε ὁ χρόνος τὸ κοσμικὸ ὠόν, ποὺ ἔλαμπε μέσα στὸ χάος. Τὰ πρωταρχικὰ στοιχεῖα ταυτίζονται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον καὶ στὶς δυὸ κοσμογονίες (Ἠσιοδικὴ – Ὀρφική), ἐκδηλώνονται ὅμως σὲ διαφορετικὴ σειρά.
«Οὗτος γὰρ ἦν
ὁ πολυτίμητος ἐν ἐκείνῃ <Χρόνος ἀγήραος> καὶ <Αἰθέρος> καὶ <Χάους> πατήρ·
ἀμέλει καὶ κατὰ ταύτην ὁ <Χρόνος> οὗτος ὁ δράκων γεννᾶται,
τριπλήγονον <Αἰθέρα> φησὶ νοερὸν καὶ <Χάος> ἄπειρον,
καὶ τρίτον ἐπὶ τούτοις <Ἔρεβος> ὀμιχλῶδες,
τὴν δευτέραν ταύτην τριάδα ἀνάλογον τῇ πρώτῃ
παραδίδωσι δυναμικὴν οὖσαν ὡς ἐκείνην πατρικήν»
[Διότι αὐτὸς εἶναι ὁ πολυτίμητος σὲ ἐκείνη (τὴν πρωταρχικὴ τριάδα), ὁ Χρόνος ὁ ἀγέραστος, καὶ τοῦ Αἰθέρος καὶ τοῦ Χάους πατέρας, ἀναμφιβόλως καὶ κατὰ ταύτην ὁ Χρόνος, αὐτὸς ὁ δράκων γεννᾶται, τριπλὸ γόνο Αἰθέρα ποὺ λέγεται νοερὸς καὶ τὸ Χάος τὸ ἄπειρο, καὶ τρίτο σὲ αὐτοὺς τὸ ὀμιχλῶδες Ἔρεβος, αὐτὴ τὴ δεύτερη τριάδα, ἀνάλογή της πρώτης ἐξιστορεῖται, ὄντας δυναμική, ὅπως ἐκείνη ἡ πατρική.]
Καὶ
«εἰ μὴ ἄρα Χάος μὲν τὴν
δευτέραν τῶν δυεῖν ἀρχῶν, Γῆν δὲ καὶ Τάρταρον καὶ Ἔρωτα τὸ τριπλοῦν νοητόν,
τὸν μὲν Ἔρωτα ἀντὶ τοῦ τρίτου, ὡς κατὰ ἐπιστροφὴν θεωρούμενον
(τοῦτο γὰρ οὕτως ὀνομάζει καὶ Ὀρφεὺς ἐν ταῖς Ῥαψωιδίαις)»
Καθώς καὶ
«ὁ Χρόνος οὗτος ὁ δράκων γεννᾶται τριπλῆν γονήν·
<Αἰθέρα,> φησί, νοτερὸν καὶ <Χάος> ἄπειρον
καὶ τρίτον ἐπὶ τούτοις <Ἔρεβος> ὀμιχλῶδες»
[ὁ Χρόνος, αὐτὸς ὁ δράκος, γεννᾶ τριπλὴ γενιά, Τὸν Αἰθέρα τὸν ψυχρόνοτισμενο, τὸ Χάος τὸ ἄπειρο καὶ τρίτον ἐπὶ τούτων, τὸ Ἔρεβος τὸ ὀμιχλῶδες]
Σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἀνώνυμους ὕμνους ποὺ διεσώθησαν ἀναφέρεται ὡς «γενικὸς νόμος τοῦ Παντός, ὁ πρωτότοκος Νοῦς», καὶ πὼς «ἀπὸ τὸν πρωτότοκο προῆλθε τὸ χύθὲν χάος»
«Νόμος ἦν γενικὸς τοῦ παντὸς ὁ πρωτότοκος νόος·
ὁ δὲ δεύτερος ἦν τοῦ πρωτοτόκου τὸ χυθὲν χάος·
τριτάτη ψυχὴ δ' ἔλαβεν ἐργαζομένη νόμον·»
[Γενικὸς νόμος τοῦ παντός, εἶναι ὁ πρωτότοκος νοῦς,
δεύτερος δὲ τοῦ πρωτοτόκου εἶναι τὸ χυθὲν χάος,
τρίτη ἡ ψυχὴ ποὺ ἔλαβε ἐργαζομένη τὸν νὸμο]
Ὁ Ἠράκλειτος θεωρεῖ τὸν κόσμο αἰώνιο καὶ «πῦρ ἀείζωον».
«Κόσμον τόνδε, τὸν αὐτὸν ἁπάντων,
οὔτε τις θεῶν οὔτε ἀνθρώπων ἐποίησεν,
ἀλλ’ ἦν ἀεὶ καὶ ἔστιν καὶ ἔσται πῦρ ἀείζωον»
[Αὐτὸν ἐδῶ τὸν κόσμο, o ὁποῖος περιέχει τὰ πάντα,
οὔτε κάποιος ἀπὸ τοὺς θεούς, οὔτε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τὸν ἐποίησε,
ἀλλὰ πάντα ὑπῆρχε, ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχει, πῦρ ἀείζωον].
Ὁ Ἀλκμὰν θεωρεῖ τὴν ὕλη, τὴν ἀπαρτίζουσα τὸ πᾶν, ὡς ταραγμένη καὶ ἀποίητη «τὴν ὕλην πάντων τεταραγμένην καὶ ἀπόητον». Ὁ Πρόκλος θεωρεῖ καὶ τὸν αἰώνα, ἀλλὰ εἰδικὰ καὶ τὸ Χάος «πρώτως ἄπειρον καὶ μόνως ἄπειρον» καὶ γράφει:
«Ὁ μὲν γὰρ αἰὼν, εἰ καὶ διὰ τὸ ἀεὶ ἄπειρος,
ἀλλὰ ὡς μέτρον δήπου τῶν αἰωνίων καὶ πέρας
ἐστί· τὸ δὲ χάος πρώτως ἄπειρον καὶ μόνως
ἄπειρον, καὶ πηγὴ πάσης ἀπειρίας, νοητῆς,
νοερᾶς, ψυχικῆς, σωματικῆς, ὑλικῆς.»
[Διότι ὁ μὲν αἰών, εἶναι καὶ θὰ εἶναι γιὰ πάντα ἄπειρος,
ἀλλὰ εἶναι, ὡς νομίζω, μέτρο τῶν αἰωνίων καὶ πέρας,
τὸ δὲ Χάος εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἄπειρο καὶ μονάχα ἄπειρο
καὶ πηγὴ πάσης ἀπειρίας, νοητῆς, νοερᾶς, ψυχικῆς, σωματικῆς, ὑλικῆς.]
Ἐπίσης στὴν Ὀρφικὴ κοσμογονία ἀναφέρεται ὅτι:
«Ἡσίοδος δέ μοι δοκεῖ πρῶτον γενέσθαι
τὸ Χάος ἱστορῶν τὴν ἀκατάληπτον τοῦ νοητοῦ καὶ ἡνωμένην παν-
τελῶς φύσιν κεκληκέναι Χάος, τὴν δὲ Γῆν [πρώτην]
ἐκεῖθεν παράγειν ὥς τινα ἀρχὴν τῆς ὅλης γενεᾶς τῶν θεῶν.»
[Ὁ Ἡσίοδος λοιπόν, μοῦ φαίνεται, πὼς ἀναφέροντας ὅτι πρῶτα ἔγινε τὸ Χάος, ἱστόρησε τὴν ἀκατάληπτη ἀπὸ τὸν νοῦ καὶ τὴν ὁλοκληρωτικὰ ἑνωμένη φύση ποὺ ἀποκαλέστηκε Χάος, καὶ ἐκεῖ εἰσήγαγε γιὰ πρώτη φορᾶ τὴν Γαία ὡς κάποια ἀρχὴ τῆς ὅλης γενεᾶς τῶν θεῶν].
Μία σημαντικὴ ἀναφορὰ δίδει ὁ Πλούταρχος ὁ ὁποῖος γράφει:
«τὸ γὰρ Χάος δοκεῖ χώραν τινὰ καὶ τόπον τοῦ παντὸς ὑποτίθεσθαι»
Στὴν φράση «τόπον τοῦ παντὸς» γίνεται ἀναφορὰ στὸν τόπο τοῦ παντός - του ὅλου - του ἀμέτρητού - του ἄπειρου...
--------------------------------------------
Στὸ ἑπόμενο: Χάος - μέρος δεύτερον
Σωφρονεῖν ἀρετὴ μεγίστη, καὶ σοφίη ἀληθέα λέγειν καὶ ποιεῖν κατὰ φύσιν ἐπαΐοντας - Ἡράκλειτος