Κ. ΑΜΑΛΙΑ
31Μηνύματα
Δευ 01/08/2011 10:0Πρώτο μήνυμα
Τρί 26/07/2011 23:0Τελευταία δραστηριότητα
Συμμετοχή σε θέματα
Πρόσφατα μηνύματα
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ ΦΘΟΓΓΙΚΑ ΠΑΘΗ
§ 23. Σπανίως αἱ λέξεις διαμένουν ἀπαθεῖς καὶ ἀκέραιαι, ὅπως ἐπλάσθησαν ἐξ ἀρχῆς. Συνήθως συμβαίνουν εἰς αὐτὰς διάφορα πάθη τῶν φθόγγων (ἤτοι τῶν φωνηέντων καὶ τῶν συμφώνων), ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦνται· (πρβλ, νῦν : λέγει-λέει, κάθισε-κάτσε). Τὰ πάθη ταῦτα καλοῦνται φθογγικὰ πάθη,τὰ δὲ συνηθέστερα ἐξ αὐτῶν εἶναι τὰ ἐπόμενα.
α ΄ ) Π άθ η φ ωνηὲντων καὶ διφθόγγων. Εὐφωνικά σύμφωνα 1.
Συναίρεσις
§ 24. Συναίρεσις λέγεται ἡ συγχώνευσις ἐντὸς μιᾶς λέξεως δύο ἐπαλλήλων φωνηέντων ἢ φωνήεντος καὶ διφθόγγου εἱς ἕν μακρὸν φωνῆεν ἢ δίφθογγον : (Ἀθηνάα) Ἀθηνᾶ, (νόος) νοῦς, (ἀγαπάει) ἀγαπᾷ. · § 25. ῾Η συλλαβή, ἡ ὁποία προέρχεται ἐκ συναιρέσεως, κανονικῶς τονίζεται, ἐὰν πρὸ τῆς συναιρέσεως ἐτονίζετο ἡ μία ἐκ τῶν δύο συλλαβῶν, αἱ ὁποῖαι συνηρέθησαν : τιμῶμεν (τιμάομεν)· ἀλλὰ : ἔθνη (ἔθνεα), γέλα (γέλαε)· (βλ. καὶ § 16, 9).
2. Κρᾶσις
§ 26. Κρᾶσις λέγεται ἡ συναίρεσις τοῦ τελικοῦ φωνήεντος ἢ διφθόγγου μιᾶς λέξεως μὲ τὸ ἀρκτικὸν φωνῆεν ἢ δίφθογγον τῆς ἀμέσως ἑπομένης λέξεως καὶ ἡ οὕτω προκύπτουσα συγχώνευσις τῶν δύο λέξεων εἰς μίαν : (τὰ ἄλλα) τἆλλα, (τὸ ὅνομα) τοὔνομα, (καὶ εἶτα) κἆτα· (πρβλ, θὰ ἀγαπῶ, θἀγαπῶ - τὸ ἐλάχιστον, τοὐλάχιστον). ῾Υπεράνω τοῦ φωνήεντος ἢ τῆς διφθόγγου, ἡ ὁποία προκύπτει ἐκ τῆς κράσεως, γράφεται ἡ κορωνὶς (βλ. § 22, 4). ῞Οταν ὅμως ἡ πρώτη ἀπὸ τὰς πασχούσας κρᾶσιν λέξεις εἶναι κάποιος ἐκ τῶν δασυνομένων τύπων 13
τοῦ ἄρθρου (ὁ, ἡ, οἱ, αἱ) ἢ τῆς ἀναφορικῆς ἀντωνυμίας (ὅς, ἥ, ὅ), τότε δὲν σημειοῦται ἡ κορωνίς, ἀλλὰ ἡ δασεῖα : (ὁ ἀνὴρ) ἁνήρ, (ἃ ἂν) ἂν.
§ 27. Κρᾶσιν μὲ ἄλλας λέξεις συνήθως πάσχουν : 1) τύποι τοῦ ἄρθρου ἢ τῆς ἀναφορικῆς ἀντωνυμίας (ὅς, ἥ, ὅ), οἱ ὁποῖοι λήγουν εἰς φωνῆεν ἢ δίφθογγον, καὶ τὸ κλητικὸν ἐπιφώνημα ὦ : (ὁ ἄνθρωπος) ἅνθρωπος, (τοῦ ἀνδρὸς) τἀνδρός, (τὸ ἱμάτιον) θοἰμάτιον, (τὰ αὐτὰ) ταὐτά, - (ἄ ἐγὼ) ἁγώ, (ὅ ἐφόρει) οὑφόρει, (οὗ ἔνεκα) οὕνεκα, - (ὦ ἀγαθὲ) ὠγαθέ· 2) ἡ λέξις ἐγὼ μὲ τὴν λέξιν οἵδα (= γνωρίζω) καὶ μὲ τὴν λέξιν οἵμαι (= νομίζω) : ἐγᾦδα, ἐγᾦμαι· 3) ὁ σύνδεσμος καὶ καὶ ἡ πρόθεσις πρὸ : (καὶ ἐγὼ) κἀγώ, (καὶ ὅπως) χὤπως, (πρὸ ἔργου) προὔργου· 4) ὁ σύνδεσμος μέντοι μὲ τὸ μόριον ἄν : μεντἄν.
Σημείωσις 1. Μετὰ τὴν κρᾶσιν ὁ τόνος τῆς πρώτης ἐκ τῶν δύο συγχωνευομένων λέξεων ἀποβάλλεται. ῾Υπάρχει δὲ ι εἰς τὸ φθόγγον, ὁ ὁποῖος προέρχεται ἐκ τῆς κράσεως, ἐὰν τοῦτο ὑπάρχῃ εἰς τὴν δευτέραν ἐκ τῶν συναιρουμένων συλλαβῶν: κᾆτα (= καὶ εἶτα), ἐγᾦδα (= ἐγὼ οἶδα)˙ ἀλλὰ κάπειτα (= καὶ ἔπειτα).
Σημείωσις 2. Τῆς ἀορίστου ἀντωνυμίας ἕτερος κατὰ τὴν κρᾶσιν αὐτῆς μὲ τὸ προηγούμενον ἄρθρον λαμβάνεται ὁ (ἀρχαιότερος) τύπος ἅτερος : (τοῦ ἁτέρου) θἀτέρου, (τὸ ἅτερον) θἄτερον.
3. Ἔκθλιψις
§ 28. ῞Οταν μία λέξις λήγη εἰς βραχὺ φωνῆεν, πλὴν τοῦ υ, ἡ δὲ ἀμέσως ἑπομένη λέξις ἀρχίζῃ ὡσαύτως ἀπὸ φωνῆεν ἢ δίφθογγον, συμβαίνει συνήθως ἔκθλιψις, ἤτοι ἀποβάλλεται τὸ τελικὸν βραχὺ φωνῆεν τῆς προηγουμένης λέξεως πρὸ τοῦ ἀρκτικοῦ φωνήεντος (ἤ διφθόγγου) τῆς ἀμέσως ἑπομένης : (ἀλλὰ ἐγὼ) ἀλλ’ ἐγώ, (οὔτε εἶδον) οὔτ’ εἶδον, (ἐπὶ αὐτὸν) ἐπ’ αὐτόν, (ἀπὸ ἐκείνου) ἀπ’ ἐκείνου. ῾Υπεράνω τῆς θέσεως τοῦ ἐκθλιβέντος φωνήεντος σημειοῦται ἡ ἀπόστροφος (§ 22, 3), οὐχὶ ὅμως καὶ ὅταν ἡ ἔκθλιψις συμβαίνῃ κατὰ τὴν σύνθεσιν λέξεων : (παρὰ ἐμοῦ) παρ’ ἐμοῦ, (παρὰ ἔχω) παρέχω.
§ 29. ᾽Εὰν τὸ ἐκθλιβὲν φωνῆεν ἐτονίζετο, ὁ τόνος αὐτοῦ μετὰ τὴν ἔκθλιψιν : 14
1) ἐὰν μὲν ἡ ἐκθλιβομένη λέξις εἶναι ἄκλιτος, συναποβάλλεται : (ἐπὶ αὐτοῦ) ἐπ’ αὐτοῦ˙ 2) ἐὰν δὲ ἡ ἐκθλιβομένη λέξις εἶναι κλιτὴ ἢ τὸ ἀριθμητικὸν ἑπτά, ἀναβιβάζεται εἰς τὴν παραλήγουσαν αὐτῆς : (δεινὰ ἔπαθον) δείν᾽ ἔπαθον, (ἑπτὰ ἦσαν) ἕπτ’ ἦσαν.
§ 30. ᾽Εὰν μετὰ τὴν ἔκθλιψιν μένῃ εἰς τὸ τέλος τῆς λέξεως ψιλὸν ἢ δύο ἑτερόφωνα ψιλά, ἡ δὲ ἑπομένη λέξις δασύνεται, τότε τὸ ψιλὸν ἢ τὰ ψιλὰ τρέπονται εἰς δασέα : (ὑπὸ ἡμῶν) ὑφ’ ἡμῶν, (κατὰ ἑαυτὸν) καθ’ ἑαυτόν, (νύκτα ὅλην) νύχθ’ ὅλην, (ἑπτὰ ἡμέραι) ἑφθήμερος· ἀλλά : (σάκκος ὑφάντης) σακχυφάντης.
Σημείωσις. ᾽Εκτὸς τοῦ υ δὲν ἐκθλίβονται προσέτι : α) τὸ τελικὸν α καὶ ο μονοσυλλάβων λέξεων, οἵον τά, τό, πρὸ κλπ. β) τὸ τελικὸν ῖ τῶν προθέσεων ἄχρι, μέχρι, περί, τῶν ἀντωνυμικῶν τύπων τί, τὶ καὶ ὅ,τι καὶ τοῦ εἱδικοῦ συνδέσμου ὅτι.
4. Προσθετὰ ἢ εὐφωνικὰ σύμφωνα
§ 31. Μερικαὶ λέξεις, αἱ ὁποῖαι λήγουν εἰς φωνῆεν, ὅταν ἡ ἀμέσως ἑπομένη μετ’ αὐτᾶς λέξις ἀρχίζῃ ὡσαύτως ἀπὸ φωνῆεν, προσλαμβάνουν εἰς τὸ τέλος αὐτῶν ἕν ἐκ τῶν συμφώνων ν ἢ ς ἤ κ, τὰ ὁποῖα τότε καλοῦνται προσθετὰ ἢ εὐφωνικὰ σύμφωνα. 1) Τὸ εὐφωνικὸν ν προσλαμβάνουν : α΄) οἱ τύποι ὀνομάτων, ῥημάτων καὶ ἐπιρρημάτων, οἱ ὁποῖοι λήγουν εἰς -σι, καὶ ὁ ῥηματικὸς τύπος ἐστί : ἀνδράσιν ἀγαθοῖς· εἴκοσιν ἄνδρες· λέγουσιν ἡμῖν παντάπασιν ἀνόμοιός ἐστιν ἐκείνῳ˙ β΄) οἱ τύποι τοῦ γ’ ἑνικοῦ προσώπου τῶν ῥημάτων, οἱ ὁποῖοι λήγουν εἰς ε : εἶπεν ἡμῖν. 2) Τὸ προσθετὸν ἢ εὐφωνικὸν ς προσλαμβάνει τὸ ἐπίρρημα οὕτω : (οὕτω λέγουσιν) οὕτως ἔλεγον.
Σημείωσις. Τὸ προσθετὸν ν καὶ τὸ προσθετὸν ς δύνανται νὰ ὑπάρχουν καὶ πρὸ συμφώνου.
3) Τὸ εὐφωνικὸν κ προσλαμβάνει τὸ ἀρνητικὸν μόριον οὐ : (οὐ λέγω) οὐκ ἔλεγον. ῞Οταν ὅμως ἡ ἑπομένη λέξις δασύνεται, τὸ εὐφωνικὸν κ τρέπεται εἰς 15
χ : (οὐκ ἔρχομαι) οὐχ ἕπομαι· (πρβλ, § 30).
Σημείωσις. Κατὰ τὸ οὐκέτι (=οὐκ ἔτι) ἐσχηματίσθη καὶ ἡ λέξις μηκέτι (= μἠ ἔτι). Χωρὶς δὲ τὸ εὐφωνικὸν κ λέγεται οὐ καὶ πρὸ φωνήεντος, ὅταν μετὰ τὸ οὐ ὑπάρχῃ στίξις : ἐξικνοῦντο γὰρ οὔ, οὐδ’ ἔβλαπτον οὐδὲν (§ 18, Σημ.).
5. Πάθη φωνηέντων
§ 32. ῝Εν φωνῆεν ἐντὸς τοῦ θέματος μιᾶς λέξεως ἢ διαφόρων λέξεων, συγγενῶν ἐτυμολογικῶς, πολλάκις : 1) πάσχει συγκοπήν, ἤτοι ἀποβάλλεται : πατέρα - πατρὸς (πατερός), σκόρδον (σκόροδον), γίγνομαι (γίγνομαι), ἔ-σχον (ἔ-σεχ-ον)· (πρβλ. νῦν : σιτάρι - στάρι)˙ 2) πάσχει μετάθεσιν, ἤτοι ἀλλάσσει θέσιν ἐντὸς τῆς λέξεως : Μυτιλήνη - Μιτυλήνη, Δανούβιος - Δούναβις· (πρβλ. νῦν : ὄνειρο - εἴνορο, ὑλακτῶ - ὑλαχτῶ - ἀλυχτῶ)˙ 3) πάσχει ἀφομοίωσιν, ἤτοι γίνεται ὅμοιον μὲ τὸ φωνῆεν τῆς, ἀμέσως ἑπομένης ἢ τῆς ἀμέσως προηγουμένης συλλαβῆς τῆς λέξεως : ἅτερος-ἕτερος, μολάχη-μαλάχη, ὀβελὸς-ὀβολός˙ (πρβλ. νῦν : τέσσαρα τέσσερα)· 4) πάσχει ἀντιμεταχώρησιν, ἤτοι ἐναλλάσσει τὸν χρόνον του μὲ τὸν χρόνον τοῦ ἀμέσως ἑπομένου φωνήεντος καὶ γίνεται αὐτὸ μὲν ἀπὸ μακροῦ βραχύ, τὸ δὲ ἀμέσως μετ’ αὐτὸ ἑπόμενον φωνῆεν ἀπὸ βραχέος μακρόν : (νᾱός, νηὸς) νεώς, (βασιλῆος) βασιλέως, (βασιλῆᾰ) βασιλέᾱ, (ἠοίκειν) ἐῴκειν· 5) μεταβάλλεται ποιοτικῶς, ἤτοι τρέπεται εἰς ἄλλο φωνῆεν τοῦ αὐτοῦ χρόνου : νέμω-νομή, ῥήγνυμι-ῥωγμή· ὁμοίως : ἀμείβω-ἀμοιβή, λείπω-λέλοιπα· 6) μεταβάλλεται ποσοτικῶς,ἤτοι ἀπὸ βραχέος γίνεται μακρὸν (ἐκτείνεται) ἢ ἀπὸ μακροῦ γίνεται βραχὺ (συστέλλεται), : ποιέωποιητής, ἵστημι - ἵστᾰμεν, χιὼν - χιόνος. Συστολὴν εἰς ἁπλοῦν βραχὺ φωνῆεν πάσχουν καὶ δίφθογγοι: φεύγω - ἔφῠγον, λείπω-ἐλῐπον. ῾Η ἔκτασις βραχέος φωνήεντος εἰς μακρὸν φωνῆεν ἢ δίφθογγον μετὰ τὴν ἀποβολὴν συμφώνου ἢ συμφώνων, κατόπιν αὐτοῦ εὑρισκομένων, καλεῖται ἀντέκτασις ἢ ἀναπληρωτικἡ ἔκτασις : (μέλᾰν-ς) μέλᾱς, (ἕνς) εἷς, (ὀδόντ-ς) ὀδούς, (τιθέντ-ς) τιθείς, (φθέρ-jω, φθέρρω) φθείρω. 16
Σημείωσις. Εἰς ἕν καὶ τὸ αὐτὸ θέμα, ἐκ τοῦ ὁποίου γίνονται πολλαὶ συγγενεῖς λέξεις, δύνανται νὰ παρουσιάζωνται πολλαὶ ὁμοῦ παθήσεις τοῦ φωνήεντος τοῦ θέματος π. χ. φρήν, φρενός, φρονῶ, σόφρων - λείπω, λοιπός, ἔλιπον - φέρω, φόρος, φώρ, δί-φρ-ος (Μετάπτωσις).
β΄) Πάθη συμφωνων
1. Ἀποβολαὶ συμφώνων
§ 33. 1) ᾽Εκ τῶν συμφώνων (ληκτικά, ἤτοι) τελικὰ λέξεων τῆς ἀρχαίας ῾Ελληνικῆς γλώσσης εἶναι μόνον τὸ ν, τὸ ρ, τὸ ς, τὸ ξ (= κς) καὶ τὸ ψ (= πς)· (βλ. § 5, Σημ. 2) : ῞Ελλην, ῥήτωρ, θεός, κόραξ, Ἄραψ. Πᾶν ἄλλο σύμφωνον, ὅταν εὑρεθῇ εἰς τὸ τέλος μιᾶς λέξεως, ἀποβάλλεται : (τοῦ γέροντ-ος) ὦ γέρον (ἀντὶ ὦ γέροντ), (τοῦ γάλακτ-ος) τὸ γάλα (ἀντὶ τὸ γάλακτ).
Σημείωσις. ῾Η πρόθεσις ἐκ καὶ τὸ μόριον οὐκ (ἢ οὐχ) προφέρονται μὲ τὴν ἐκάστοτε ἑπομένην λέξιν ὡς μία λέξις καὶ ἐπομένως εἰς αὐτὰ τὸ κ (ἢ τὸ χ) δὲν εἶναι κυρίως τελικόν· (πρβλ. § 31, 3)
. 2) Τὸ σ εὑρισκόμενον μεταξὺ δύο συμφώνων ἀποβάλλεται : (γέγραφσ-θε) γέγραφθε, (ἐσπάρ - σ - θαι) ἐσπάρθαι.
Σημείωσις. Οὕτως ἀπὸ τὴν πρόθεσιν ἐξ (= ἐκς) προῆλθε κατόπιν ὁ ἕτερος τύπος αὐτῆς ἐκ πρὸ συμφώνου : (ἐξ Κορίνθου, ἤτοι ἐκς Κορίνθου) ἐκ Κορίνθου.
3) Τὸ σ, τὸ j καὶ τὸ F (§ 1, Σημ.) εἰς ἀρχαιοτέρους χρόνους, ὅταν εὑρίσκοντο εἰς τὴν ἀρχὴν λέξεως πρὸ φωνήεντος ἢ ἐντὸς λέξεως μεταξὺ δύο φωνηέντων, ἀπεβάλλοντο. Ἀπὸ τὸ σ καὶ τὸ j κατὰ τὴν πρώτην περίπτωσιν προέκυψε κανονικῶς δασὺ πνεῦμα (§ 12, Σημ.)· π.χ. (σέρπω) ἕρπω, (σέπομαι) ἕπομαι, (σίστημι) ἵστημι, (σέχω, ἕχω) καὶ ἔπειτα ἔχω, (jῆπαρ) ἧπαρ, (Fοῖνος) οἷνος - (λέγοι-σο) λέγοι-ο, (τέλεσ-ος, τέλεος) τέλους (πρβλ. τελεσ-φόρος) - (τιμάjω) τιμάω-ῶ, (καλέ-jω) καλέω-ῶ (πνεύω, πνέF-ω) πνέω (πρβλ. πνεῦμα).
Σημείωσις. Τύποι ὡς οἱ κρέασι, γένεσι, ἐτέλεσα κ.τ.ὅ. προῆλθον ἀπὸ τοὺς ἀρχικοὺς τύπους κρέασ-σι γένεσ-σι, ἑτέλεσ-σα δι’ ἀπλοποιήσεως τοῦ (διπλοῦ) σσ εἰς ἕν σ.
4) ᾽Οδοντικὸν εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ σ ἀποβάλλεται : (τάπητ-ς) τάπης, (ἐπίεδ-σα) ἐπίεσα. Οὕτω καὶ (ἐκ τοῦ νὺκτ-ς) νύξ, κ.ἄ.τ. 5) ᾽Οδοντικὸν μὲ ν πρὸ αὐτοῦ (ἤτοι ντ, νδ, νθ), εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ σ, ἀποβάλλεται, ἀλλὰ μὲ ἀντέκτασιν τοῦ προηγουμένου βραχέος φωνήεντος· (ἱμᾰ΄ντ-σι) ἱμᾱσι, (ὀδὸντ-ς) ὀδούς, (λυθὲντ-ς) λυθείς, (σπένδω, σπένδ-σω) σπείσω, (πάσχω, πένθ-σομαι) πείσομαι (= θὰ πάθω)· (βλ. § 32, 6). 6) Τὸ ν εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ σ κανονικῶς ἀποβάλλεται ἢ μὲ ἀντέκτασιν τοῦ προηγουμένου βραχέος φωνήεντος (συνήθως εἰς τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικὴν τῶν ὀνομάτων) ἢ χωρὶς ἀντέκτασιν (συνήθως εἰς τὴν δοτ. πληθυντικὴν τῶν ὀνομάτων) : (τάλᾰν-ς) τάλᾱς, (κτὲν-ς) κτείς· ἀλλὰ (κτεν-σὶ) κτεσί, (γείτον-σι) γείτοσι (ἰδ. καὶ τὸ προη-γούμενον).
Σημείωσις. Τῆς προθέσεως ἕν τὸ ν εἰς συνθέτους μὲ αὐτὴν λέξεις διατηρεῖται πρὸ τοῦ σ καθὼς καὶ πρὸ τοῦ ζ ἢ τοῦ ρ : ἐνσημαίνω, ἐνσκήπτω, ἐνζεύγνυμι, ἐνράπτω, ἔνρινος (ἀλλὰ καὶ ἔρρινος). Τῆς δὲ προθέσεως σὺν τὸ ν εἰς συνθέτους μὲ αὐτὴν λέξεις, ἐὰν μὲν ἀκολουθῇ ἁπλοῦν σ, ἀφομοιοῦται πρὸς αὐτό : (σύν-σιτος) σύσ-σιτος· ἐὰν δὲ ἀκολουθῇ ζ ἢ σ μὲ ἄλλο σύμφωνον μαζί, ἀποβάλλεται : (σύν-ζυγος) σύζυγος, (συν-σκευάζω) συ-σκευάζω, (συν-στρέφω) συ-στρέφω.
7) Πᾶν σύμφωνον ἐν γένει, ὅταν ὑπάρχη εἰς δύο ἀλλεπαλλήλους συλλαβὰς μιᾶς λέξεως, δύναται νὰ ἀποβάλλεται χάριν ἀνομοιώσεως. Οὕτω προῆλθε τὸ γίνομαι ἐκ τοῦ ἀρχικοῦ γίγνομαι, ἀγήοχα (πρκμ. τοῦ ἄγω) ἐκ τοῦ ἀρχικοῦ ἀγήγοχα. (Πρβλ. πενήντα ἐκ τοῦ πεντή-ντα, ἐκ τοῦ πεντήκοντα). Καὶ ὁλόκληρος συλλαβὴ μιᾶς λέξεως δύναται νὰ ἀποβάλλεται χάριν ἀνομοιώσεως, ὅταν ἡ ἀμέσως ἑπομένη συλλαβὴ τῆς λέξεως ἀρχίζῃ ἀπὸ τὸ ἴδιον ἢ ἀπὸ ὅμοιον κἄπως σύμφωνον : ἀμφορεὺς (ἐκ τοῦ ἀμφιφορεύς), σκίμπους (ἐκ τοῦ σκιμπό-πους). Πρβλ. νῦν : ἀποφοιτήριον (ἀντὶ ἀποφοιτητήριον).
2. Ἀνάπτυξις συμφώνων
§ 34. 1) Τὸ ἀρκτικὸν ρ διπλασιάζεται : α΄) εἰς τὰ ῥήματα τὰ ὁποῖα ἀρχίζουν ἀπὸ ρ, ὅταν ταῦτα λαμβάνουν αὔξησιν ἢ ἀναδιπλασιασ-μὸν ε : ῥέω-ἔρρεον, ῥίπτω - ἔρριπτον - ἔρριφα· β΄) εἰς πᾶσαν λέξιν, ἡ ὁποία ἀρχίζει ἀπὸ ρ, ὅταν ἐν συνθέσει αὐτῆς, 18
εὑρεθῇ πρὸ τοῦ ρ βραχὺ φωνῆεν : ῥητὸς - ἄρρητος - ἀπόρρητος, ῥωστὸς - ἄρρωστος· ἀλλά : εὔρωστος, εὔρυθμος.
2) Μεταξὺ ἐνρίνου καὶ ὑγροῦ (§ 5) ἀνεπτύχθη εἰς μερικὰς λέξεις εἰς βοηθητικὸς φθόγγος, πρὸς διευκόλυνσιν τῆς προφορᾶς. Οὕτω μεταξὺ τοῦ μ καὶ τοῦ ρ ἢ τοῦ μ καὶ τοῦ λ ἀνεπτύχθη ὁ φθόγγος β : μεσημ - β - ρία (ἐκ τοῦ μεσημ - ρία, ἐκ τοῦ μεσημερία), μέμ - β - λωκᾳ (ἐκ τοῦ μέ μλω - κα πρβλ. μολ-ὼν λαβέ). Ὁμοίως μεταξὺ τοῦ ν καὶ τοῦ ρ ἀνεπτύχθη ὁ φθόγγος δ : ὁ ἀνήρ, τοῦ ἀνδρὸς (ἐκ τοῦ ἀν - ρός, ἐκ τοῦ ἀνερός)· (βλ. § 32, 1).
3. Μετάθεσις συμφώνων
§ 35. Τὸ ἡμίφωνον j, εἰς τοὺς ἀρχαιοτάτους χρόνους, ἐντὸς λέξεως εὑρισκόμενον, κατόπιν τῶν συλλαβῶν αν, αρ, ορ, ἔπαθεν ἑπένθεσιν, ἤτοι μετετέθη πρὸ τοῦ ν ἢ ρ καὶ ἡνώθη ἔπειτα μὲ τὸ α ἢ ο εἰς δίφθογγον αι ἢ οι (ὑφάν-jω) ὑφαίνω, (τάλαν-jα) τάλαινα, (χαρ-ά, χάρ-jω) χαίρω, (μό-ρα, μόρ-jα) μοῖρα· (πρβλ. χαμαΐλὶ - χαϊμαλί).
4. ῾Ενώσεις ἢ συγχωνεύσεις συμφώνων
§ 36. 1) Οὐρανικὸν (κ, γ, χ) εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ σ ἑνοῦται μὲ αὐτὸ εἰς ξ : (φύλακ-ς) φύλαξ, (λέγ-ω, ἔλεγ-σα) ἔλεξα, (ὄνυχ-ς) ὄνυξ. 2) Χειλικὸν (π, β, φ) εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ σ ἑνοῦται μὲ αὐτὸ εἰς ψ : (τρέπ-ω, τρέπ-σω) τρέψω, (Ἄραβ-ς) Ἄραψ, (γράφ-ω, γράφ-σω) γράψω˙ (βλ. καὶ § 5, Σημ. 2).
3) Τὸ σ εἰς ἀρχαιοτάτους χρόνους, ἐντὸς λέξεως εὑρισκόμενον, κατόπιν ἐνρίνου (μ, ν) ἢ ὑγροῦ (λ, ρ) ἀφωμοιώθη κατὰ πρῶτον πρὸς αὐτό, ἔπειτα δὲ ἔγινεν ἁπλοποίησις τῶν (δύο) ἐνρίνων (μμ, νν) ἢ ὑγρῶν (λλ, ρρ) εἰς ἕν ἔνρινον (μ, ν) ἢ ὑγρὸν (λ, ρ) καὶ ἀντέκτασις τοῦ προηγουμένου βραχέος φωνήεντος, ἤτοι τοῦ ᾰ εἰς η (ἤ ᾱ), τοῦ ε εἰς ει, τοῦ ῐ ἢ ῠ εἰς ῑ ἢ ῡ : (νέμ-ω, ἔνεμ-σα, ἔνεμμα) ἔνειμα, (φαίνω, ἔφαν-σα, ἔφᾰν-να) ἔφηνα, (ἀγγέλλω, ἤγγελ-σα, ἤγγελλα) ἤγγειλα, (φύρω, ἔφῠρ-σα, ἔφὕρ-ρα) ἔφῦ-ρα.
Σημείωσις. Εἰς μερικὰς λέξεις δὲν ἀφωμοιώθη τὸ σ μὲ προηγούμενον ὑγρὸν (λ, ρ) ἢ μετὰ τὴν ἀφομοίωσιν διετηρήθησαν τὰ δύο ὑγρά : ἄλσος, ῞Ερση, χέρσος, (θάρσος) θάρρος, (χερσόνησος) χερρόνησος.
4) Τὸ ἡμίφωνον j εἰς ἀρχαιοτάτους χρόνους ἐντὸς λέξεως: 19
α΄) εὑρισκόμενον κατόπιν τοῦ λ ἀφωμοιώθη πρὸς αὐτό: (ἄγγελ-ος, ἀγγέλ-jω) ἀγγέλλω, (ἔ-βαλ-ον, βάλ-jω) βάλλω· β΄) εὑρισκόμενον κατόπιν τοῦ ν ἢ τοῦ ρ, ὅταν δὲν ὑπῆρχε πρὸ αὐτῶ α ἢ ο, ἀφωμοιώθη κατὰ πρῶτον πρὸς αὐτά, ἔπειτα δὲ ἔγινεν ἁπλοποίησις τῶν (δύο) νν ἢ ρρ εἰς ἓν ν ἢ ρ καὶ ἀντέκτασις τοῦ προηγουμένου ε εἰς ει καὶ τοῦ ῐ ἢ ῠ εἰς ῑ ῆ ῡ : (τέν-jω, τέννω) τείνω, (κλῐ΄ν-jω, κλῐ΄ν-νω) κλῑ΄νω, (ἀμῠ΄ν-jω, ἀμῠ΄ν-νω) ἀμῡ΄νω, (σπέρ-jω, σπέρ-ρω) σπείρω, (οἰκτῐ΄ρ - jω, οἰκτῐ΄ρ-ρω) οἰκτῑ΄ρω, (φῠ΄ρ-jω, φῠ΄ρ-ρω) φῡ΄ρω· γ΄) εὑρισκόμενον κατόπιν τῶν οὐρανικῶν (κ, γ, χ) καὶ σπανιώτερον κατόπιν τῶν ὀδοντικῶν τ καὶ θ, συνεχωνεύθη μὲ αὐτὰ εἰς σσ ἢ ττ : (φυλάκ-jω) φυλάσσω ἢ φυλάττω, (τάγ-jω) τάσσω ἢ τάττω, (τα-ράχjω) ταράσσω ἢ ταράττω - (χαρίετ-jα) χαρίεσσα, πλάτ-jω ἢ πλάθ-jω) πλάσσω.
Σημείωσις. Εἰς μερικὰς λέξεις τὸ j μὲ τὸ πρὸ αὐτοῦ γ συνεχωνεύθη εἰς ζ: (οἰμωγ-ή, οἰμώγ-jω) οἰμώζω. δ΄) εὑρισκόμενον κατόπιν τοῦ ὀδοντικοῦ δ συνεχωνεύθη μὲ αὐτὸ εἰς ζ: (παίδ-jω) παίζω, (ἐρίδ-jω) ἐρίζω· ε΄) εὑρισκόμενον κατόπιν ὀδοντικοῦ μὲ ν πρὸ αὐτοῦ (ἤτοι κατόπιν τοῦ ντ, νδ ἢ νθ) συνεχωνεύθη πρῶτον μὲ τὸ ὀδοντικὸν εἰς σ καὶ ἔπειτα ἔγινε ἀποβολὴ τοῦ ν, μὲ ἀντέκτασιν τοῦ προηγουμένου βραχέος φωνήεντος: (πάντ-jα, πᾰ΄ν-σα) πᾶσα, (λυθέντ-jα, λυθέν-σα) λυθεῖσα, (ἑκόντ-jα, ἑκόν-σα) ἑκοῦσα· (πρβλ. § 33, 5).
5. Τροπαὶ συμφώνων
§ 37. ᾽Εντὸς μιᾶς λέξεως : 1) οὐρανικὸν ἢ χειλικὸν εὑρισκόμενον πρὸ ὀδοντικοῦ, ἐὰν εἶναι ἑτερόπνουν (συμπνευματίζεται, ἤτοι) γίνεται ὁμόπνουν μὲ τὸ ἑπόμενον ὀδοντικὸν (§ 4, 2): ταγ-ὸς (ταγ-τὸς) τακ-τός, (ἐτάγ-θην) ἐτάχ-θην, κρύφα (κρυφ-τὸς) κρυπ-τός, (κρύφ-δην) κρύβ-δην. Οὕτω καὶ ἑπ-τὰ (ἀλλά: ἕβ-δομος), ὀκ-τὼ (ἀλλὰ: ὄγ-δοος). Τὰ δυνατὰ δηλαδὴ συμπλέγματα οὐρανικῶν ἢ χειλικῶν μὲ ὀδοντικὰ εἰς τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν εἶναι κτ, γδ, χθ - πτ, βδ, φθ.
Σημείωσις. Τῆς προθέσεως ἐκ τὸ κ δὲν συμπνευματίζεται : ἐκδέρω, ἐκθέω, ἐκφέρω, ἐκχέω κτλ. 20
2) Οὐρανικὸν κ ἤ χ εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ μ γίνεται γ: διώκ-ω (διωκμὸς) διωγ-μός, βρέχ-ομαι (βεβρεχ-μένος) βεβρεγ-μένος.
Σημείωσις. Εἰς μερικὰς μεμονωμένας λέξεις διατηροῦνται τὰ συμπλέγματα κχ, χμ: ἀκμή, αἰχμή.
3) Χειλικὸν εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ μ (ἀφομοιοῦται μὲ αὐτό, ἤτοι) γίνεται καὶ αὐτὸ μ: κόπ-ος (κόπ-μα) κόμ-μα, τρίβ-ω (τρῖβ-μα) τρῖμ-μα, γράφ-ω (γράφ-μα) γράμ-μα.
4) ᾽Οδοντικὸν εὑρισκόμενον πρὸ ὀδοντικοῦ ἢ πρὸ τοῦ μ τρέπεται εἰς σ: ψεύδ-ομαι (ἐψεύδ-θην) ἐψεύσ-θην, ᾄδ-ω (ᾀδ-μα) ᾆσ-μα, πιθ-ανὸς (πιθ -τὸς) πισ-τός.
Σημείωσις. Εἰς μερικὰς μεμονωμένας λέξεις διατηρεῖται τὸ ὀδοντικὸν πρὸ ἄλλου ὀδοντικοῦ ἢ πρὸ τοῦ μ: Ἀτθίς, Πιτθεύς, Κάδμος, πυθμήν, ἀτμός. ῾Ομοίως διατηρεῖται τὸ ττ, τὸ ὁποῖον προῆλθεν ἀπὸ κj ἢ γj ἢ χj (βλ. κατωτέρω).
5) Τὸ τ τῆς συλλαβῆς τι εὑρισκόμενον κατόπιν φωνήεντος ἢ τοῦ ν εἰς πολλὰς λέξεις ἔχει τραπῆ εἰς σ: πλοῦτ-ος (πλούτ-ιος) πλούσ-ιος, ἀθάνατος (ἀθανατ-ία) ἀθανασία, ἑκόντ-ες (ἑκόντ-ιος, ὲκόνσ-ιος) ἑκούσιος· (βλ. § 32, 6 καὶ 33, 5). (Ἀλλά: αἰτία, σκότιος, ἐναντίος κτλ.).
6) Τὸ ἔνρινον ν εὑρισκόμενον α΄) πρὸ οὐρανικοῦ ἢ πρὸ τοῦ ξ τρέπεται εἰς ἔνρινον γ: (ἐν-κύπτω) ἐγκύπτω, (συν-γράφω) συγγράφω, (συν-χέω) συγχέω, (ἐν-ξύω) ἐγξύω· β΄) πρὸ χειλικοῦ ἢ πρὸ τοῦ ψ τρέπεται εἰς μ: (ἐν-πνέω) ἐμπνέω, (συν -βάλλω) συμβάλλω, (ἐν-φύομαι) ἐμφύομαι, (ἔν-ψυχος) ἔμψυχος· γ΄) πρὸ τοῦ μ ἢ πρὸ τῶν ὑγρῶν λ, ρ ἀφομοιοῦται πρὸς αὐτά : ἐν-μένω) ἐμμένω, (συν-λέγω) συλλέγω, (συν-ράπτω) συρράπτω.
Σημείωσις. Εἰς τὸν παθητικὸν παρακείμενον μερικῶν ἐνρινολήκτων ῥημάτων καὶ εἰς λέξεις συγγενεῖς ἐτυμολογικῶς μὲ αὐτόν, ἀπὸ τὸ σύμπλεγνα νμ προέρχοται σμ ἀντὶ τοῦ μμ: μιαίνομαι (μεμίαν-μαι) μεμίασμαι, μίασμαὑφαίνομαι (ὕφαν-μαι) ὕφασμαι, ὕφασμα.
7) ῞Οταν συμβῇ δύο ἀλλεπάλληλοι συλλαβαὶ τῆς λέξεως νὰ ἀρχίζουν ἀπὸ ἄφωνον δασύ, τότε γίνεται ἀνομοίωσις, ἤτοι τῆς πρώτης συλλαβῆς τὸ δασὺ τρέπεται εἰς τὸ ἀντίστοιχόν του ψιλὸν (§ 5, 2): χορεύω - 21
κεχόρευκα (ἐκ τοῦ χε-χόρευκα), φύω - πέφυκα (ἐκ τοῦ φέ-φυ-κα), θύω - τέθυκα (ἐκ τοῦ θέ-θυκα), ἐτέθην (ἐκ τοῦ ἐθέ-θην), θρέμμα (ἐκ τοῦ θρέφ-μα)˙ τρέφω (ἐκ τοῦ θρέφ-ω), καὶ τροφὴ (ἐκ τοῦ θροφ-ή) ἡ θρίξ, ταῖς θριξί, ἀλλὰ τριχ-ός, τρίχ-ες κτλ.
Σημείωσις. Πολλάκις παραμένει τὸ δασὺ εἱς δύο ἀλλεπαλήλους συλλαβάς μιᾶς λέξεως συμφώνως πρὸς ἄλλους συγγενεῖς τύπους αὐτῆς: ὠρθώθην (ὅπως ὀρθώσω, ὤρθωσα κλπ.), ἐθέλχθην (ὅπως θέλξω, ἔθελξα κλπ.), φάθι (ὅπως φάτω, φατὲ κλπ.).
Εἰς δὲ τὸ β΄ ἑνικὸν πρόσωπον τῆς προστακτικῆς τοῦ παθητικοῦ ἀορίστου α΄ τρέπεται οὐχὶ τῆς πρώτης, ἀλλὰ τῆς δευτέρας συλλαβῆς τὸ δασὺ εἰς ψιλόν: ἐλύθην, λύθητι (ἐκ τοῦ λύθηθι). 22
§ 23. Σπανίως αἱ λέξεις διαμένουν ἀπαθεῖς καὶ ἀκέραιαι, ὅπως ἐπλάσθησαν ἐξ ἀρχῆς. Συνήθως συμβαίνουν εἰς αὐτὰς διάφορα πάθη τῶν φθόγγων (ἤτοι τῶν φωνηέντων καὶ τῶν συμφώνων), ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦνται· (πρβλ, νῦν : λέγει-λέει, κάθισε-κάτσε). Τὰ πάθη ταῦτα καλοῦνται φθογγικὰ πάθη,τὰ δὲ συνηθέστερα ἐξ αὐτῶν εἶναι τὰ ἐπόμενα.
α ΄ ) Π άθ η φ ωνηὲντων καὶ διφθόγγων. Εὐφωνικά σύμφωνα 1.
Συναίρεσις
§ 24. Συναίρεσις λέγεται ἡ συγχώνευσις ἐντὸς μιᾶς λέξεως δύο ἐπαλλήλων φωνηέντων ἢ φωνήεντος καὶ διφθόγγου εἱς ἕν μακρὸν φωνῆεν ἢ δίφθογγον : (Ἀθηνάα) Ἀθηνᾶ, (νόος) νοῦς, (ἀγαπάει) ἀγαπᾷ. · § 25. ῾Η συλλαβή, ἡ ὁποία προέρχεται ἐκ συναιρέσεως, κανονικῶς τονίζεται, ἐὰν πρὸ τῆς συναιρέσεως ἐτονίζετο ἡ μία ἐκ τῶν δύο συλλαβῶν, αἱ ὁποῖαι συνηρέθησαν : τιμῶμεν (τιμάομεν)· ἀλλὰ : ἔθνη (ἔθνεα), γέλα (γέλαε)· (βλ. καὶ § 16, 9).
2. Κρᾶσις
§ 26. Κρᾶσις λέγεται ἡ συναίρεσις τοῦ τελικοῦ φωνήεντος ἢ διφθόγγου μιᾶς λέξεως μὲ τὸ ἀρκτικὸν φωνῆεν ἢ δίφθογγον τῆς ἀμέσως ἑπομένης λέξεως καὶ ἡ οὕτω προκύπτουσα συγχώνευσις τῶν δύο λέξεων εἰς μίαν : (τὰ ἄλλα) τἆλλα, (τὸ ὅνομα) τοὔνομα, (καὶ εἶτα) κἆτα· (πρβλ, θὰ ἀγαπῶ, θἀγαπῶ - τὸ ἐλάχιστον, τοὐλάχιστον). ῾Υπεράνω τοῦ φωνήεντος ἢ τῆς διφθόγγου, ἡ ὁποία προκύπτει ἐκ τῆς κράσεως, γράφεται ἡ κορωνὶς (βλ. § 22, 4). ῞Οταν ὅμως ἡ πρώτη ἀπὸ τὰς πασχούσας κρᾶσιν λέξεις εἶναι κάποιος ἐκ τῶν δασυνομένων τύπων 13
τοῦ ἄρθρου (ὁ, ἡ, οἱ, αἱ) ἢ τῆς ἀναφορικῆς ἀντωνυμίας (ὅς, ἥ, ὅ), τότε δὲν σημειοῦται ἡ κορωνίς, ἀλλὰ ἡ δασεῖα : (ὁ ἀνὴρ) ἁνήρ, (ἃ ἂν) ἂν.
§ 27. Κρᾶσιν μὲ ἄλλας λέξεις συνήθως πάσχουν : 1) τύποι τοῦ ἄρθρου ἢ τῆς ἀναφορικῆς ἀντωνυμίας (ὅς, ἥ, ὅ), οἱ ὁποῖοι λήγουν εἰς φωνῆεν ἢ δίφθογγον, καὶ τὸ κλητικὸν ἐπιφώνημα ὦ : (ὁ ἄνθρωπος) ἅνθρωπος, (τοῦ ἀνδρὸς) τἀνδρός, (τὸ ἱμάτιον) θοἰμάτιον, (τὰ αὐτὰ) ταὐτά, - (ἄ ἐγὼ) ἁγώ, (ὅ ἐφόρει) οὑφόρει, (οὗ ἔνεκα) οὕνεκα, - (ὦ ἀγαθὲ) ὠγαθέ· 2) ἡ λέξις ἐγὼ μὲ τὴν λέξιν οἵδα (= γνωρίζω) καὶ μὲ τὴν λέξιν οἵμαι (= νομίζω) : ἐγᾦδα, ἐγᾦμαι· 3) ὁ σύνδεσμος καὶ καὶ ἡ πρόθεσις πρὸ : (καὶ ἐγὼ) κἀγώ, (καὶ ὅπως) χὤπως, (πρὸ ἔργου) προὔργου· 4) ὁ σύνδεσμος μέντοι μὲ τὸ μόριον ἄν : μεντἄν.
Σημείωσις 1. Μετὰ τὴν κρᾶσιν ὁ τόνος τῆς πρώτης ἐκ τῶν δύο συγχωνευομένων λέξεων ἀποβάλλεται. ῾Υπάρχει δὲ ι εἰς τὸ φθόγγον, ὁ ὁποῖος προέρχεται ἐκ τῆς κράσεως, ἐὰν τοῦτο ὑπάρχῃ εἰς τὴν δευτέραν ἐκ τῶν συναιρουμένων συλλαβῶν: κᾆτα (= καὶ εἶτα), ἐγᾦδα (= ἐγὼ οἶδα)˙ ἀλλὰ κάπειτα (= καὶ ἔπειτα).
Σημείωσις 2. Τῆς ἀορίστου ἀντωνυμίας ἕτερος κατὰ τὴν κρᾶσιν αὐτῆς μὲ τὸ προηγούμενον ἄρθρον λαμβάνεται ὁ (ἀρχαιότερος) τύπος ἅτερος : (τοῦ ἁτέρου) θἀτέρου, (τὸ ἅτερον) θἄτερον.
3. Ἔκθλιψις
§ 28. ῞Οταν μία λέξις λήγη εἰς βραχὺ φωνῆεν, πλὴν τοῦ υ, ἡ δὲ ἀμέσως ἑπομένη λέξις ἀρχίζῃ ὡσαύτως ἀπὸ φωνῆεν ἢ δίφθογγον, συμβαίνει συνήθως ἔκθλιψις, ἤτοι ἀποβάλλεται τὸ τελικὸν βραχὺ φωνῆεν τῆς προηγουμένης λέξεως πρὸ τοῦ ἀρκτικοῦ φωνήεντος (ἤ διφθόγγου) τῆς ἀμέσως ἑπομένης : (ἀλλὰ ἐγὼ) ἀλλ’ ἐγώ, (οὔτε εἶδον) οὔτ’ εἶδον, (ἐπὶ αὐτὸν) ἐπ’ αὐτόν, (ἀπὸ ἐκείνου) ἀπ’ ἐκείνου. ῾Υπεράνω τῆς θέσεως τοῦ ἐκθλιβέντος φωνήεντος σημειοῦται ἡ ἀπόστροφος (§ 22, 3), οὐχὶ ὅμως καὶ ὅταν ἡ ἔκθλιψις συμβαίνῃ κατὰ τὴν σύνθεσιν λέξεων : (παρὰ ἐμοῦ) παρ’ ἐμοῦ, (παρὰ ἔχω) παρέχω.
§ 29. ᾽Εὰν τὸ ἐκθλιβὲν φωνῆεν ἐτονίζετο, ὁ τόνος αὐτοῦ μετὰ τὴν ἔκθλιψιν : 14
1) ἐὰν μὲν ἡ ἐκθλιβομένη λέξις εἶναι ἄκλιτος, συναποβάλλεται : (ἐπὶ αὐτοῦ) ἐπ’ αὐτοῦ˙ 2) ἐὰν δὲ ἡ ἐκθλιβομένη λέξις εἶναι κλιτὴ ἢ τὸ ἀριθμητικὸν ἑπτά, ἀναβιβάζεται εἰς τὴν παραλήγουσαν αὐτῆς : (δεινὰ ἔπαθον) δείν᾽ ἔπαθον, (ἑπτὰ ἦσαν) ἕπτ’ ἦσαν.
§ 30. ᾽Εὰν μετὰ τὴν ἔκθλιψιν μένῃ εἰς τὸ τέλος τῆς λέξεως ψιλὸν ἢ δύο ἑτερόφωνα ψιλά, ἡ δὲ ἑπομένη λέξις δασύνεται, τότε τὸ ψιλὸν ἢ τὰ ψιλὰ τρέπονται εἰς δασέα : (ὑπὸ ἡμῶν) ὑφ’ ἡμῶν, (κατὰ ἑαυτὸν) καθ’ ἑαυτόν, (νύκτα ὅλην) νύχθ’ ὅλην, (ἑπτὰ ἡμέραι) ἑφθήμερος· ἀλλά : (σάκκος ὑφάντης) σακχυφάντης.
Σημείωσις. ᾽Εκτὸς τοῦ υ δὲν ἐκθλίβονται προσέτι : α) τὸ τελικὸν α καὶ ο μονοσυλλάβων λέξεων, οἵον τά, τό, πρὸ κλπ. β) τὸ τελικὸν ῖ τῶν προθέσεων ἄχρι, μέχρι, περί, τῶν ἀντωνυμικῶν τύπων τί, τὶ καὶ ὅ,τι καὶ τοῦ εἱδικοῦ συνδέσμου ὅτι.
4. Προσθετὰ ἢ εὐφωνικὰ σύμφωνα
§ 31. Μερικαὶ λέξεις, αἱ ὁποῖαι λήγουν εἰς φωνῆεν, ὅταν ἡ ἀμέσως ἑπομένη μετ’ αὐτᾶς λέξις ἀρχίζῃ ὡσαύτως ἀπὸ φωνῆεν, προσλαμβάνουν εἰς τὸ τέλος αὐτῶν ἕν ἐκ τῶν συμφώνων ν ἢ ς ἤ κ, τὰ ὁποῖα τότε καλοῦνται προσθετὰ ἢ εὐφωνικὰ σύμφωνα. 1) Τὸ εὐφωνικὸν ν προσλαμβάνουν : α΄) οἱ τύποι ὀνομάτων, ῥημάτων καὶ ἐπιρρημάτων, οἱ ὁποῖοι λήγουν εἰς -σι, καὶ ὁ ῥηματικὸς τύπος ἐστί : ἀνδράσιν ἀγαθοῖς· εἴκοσιν ἄνδρες· λέγουσιν ἡμῖν παντάπασιν ἀνόμοιός ἐστιν ἐκείνῳ˙ β΄) οἱ τύποι τοῦ γ’ ἑνικοῦ προσώπου τῶν ῥημάτων, οἱ ὁποῖοι λήγουν εἰς ε : εἶπεν ἡμῖν. 2) Τὸ προσθετὸν ἢ εὐφωνικὸν ς προσλαμβάνει τὸ ἐπίρρημα οὕτω : (οὕτω λέγουσιν) οὕτως ἔλεγον.
Σημείωσις. Τὸ προσθετὸν ν καὶ τὸ προσθετὸν ς δύνανται νὰ ὑπάρχουν καὶ πρὸ συμφώνου.
3) Τὸ εὐφωνικὸν κ προσλαμβάνει τὸ ἀρνητικὸν μόριον οὐ : (οὐ λέγω) οὐκ ἔλεγον. ῞Οταν ὅμως ἡ ἑπομένη λέξις δασύνεται, τὸ εὐφωνικὸν κ τρέπεται εἰς 15
χ : (οὐκ ἔρχομαι) οὐχ ἕπομαι· (πρβλ, § 30).
Σημείωσις. Κατὰ τὸ οὐκέτι (=οὐκ ἔτι) ἐσχηματίσθη καὶ ἡ λέξις μηκέτι (= μἠ ἔτι). Χωρὶς δὲ τὸ εὐφωνικὸν κ λέγεται οὐ καὶ πρὸ φωνήεντος, ὅταν μετὰ τὸ οὐ ὑπάρχῃ στίξις : ἐξικνοῦντο γὰρ οὔ, οὐδ’ ἔβλαπτον οὐδὲν (§ 18, Σημ.).
5. Πάθη φωνηέντων
§ 32. ῝Εν φωνῆεν ἐντὸς τοῦ θέματος μιᾶς λέξεως ἢ διαφόρων λέξεων, συγγενῶν ἐτυμολογικῶς, πολλάκις : 1) πάσχει συγκοπήν, ἤτοι ἀποβάλλεται : πατέρα - πατρὸς (πατερός), σκόρδον (σκόροδον), γίγνομαι (γίγνομαι), ἔ-σχον (ἔ-σεχ-ον)· (πρβλ. νῦν : σιτάρι - στάρι)˙ 2) πάσχει μετάθεσιν, ἤτοι ἀλλάσσει θέσιν ἐντὸς τῆς λέξεως : Μυτιλήνη - Μιτυλήνη, Δανούβιος - Δούναβις· (πρβλ. νῦν : ὄνειρο - εἴνορο, ὑλακτῶ - ὑλαχτῶ - ἀλυχτῶ)˙ 3) πάσχει ἀφομοίωσιν, ἤτοι γίνεται ὅμοιον μὲ τὸ φωνῆεν τῆς, ἀμέσως ἑπομένης ἢ τῆς ἀμέσως προηγουμένης συλλαβῆς τῆς λέξεως : ἅτερος-ἕτερος, μολάχη-μαλάχη, ὀβελὸς-ὀβολός˙ (πρβλ. νῦν : τέσσαρα τέσσερα)· 4) πάσχει ἀντιμεταχώρησιν, ἤτοι ἐναλλάσσει τὸν χρόνον του μὲ τὸν χρόνον τοῦ ἀμέσως ἑπομένου φωνήεντος καὶ γίνεται αὐτὸ μὲν ἀπὸ μακροῦ βραχύ, τὸ δὲ ἀμέσως μετ’ αὐτὸ ἑπόμενον φωνῆεν ἀπὸ βραχέος μακρόν : (νᾱός, νηὸς) νεώς, (βασιλῆος) βασιλέως, (βασιλῆᾰ) βασιλέᾱ, (ἠοίκειν) ἐῴκειν· 5) μεταβάλλεται ποιοτικῶς, ἤτοι τρέπεται εἰς ἄλλο φωνῆεν τοῦ αὐτοῦ χρόνου : νέμω-νομή, ῥήγνυμι-ῥωγμή· ὁμοίως : ἀμείβω-ἀμοιβή, λείπω-λέλοιπα· 6) μεταβάλλεται ποσοτικῶς,ἤτοι ἀπὸ βραχέος γίνεται μακρὸν (ἐκτείνεται) ἢ ἀπὸ μακροῦ γίνεται βραχὺ (συστέλλεται), : ποιέωποιητής, ἵστημι - ἵστᾰμεν, χιὼν - χιόνος. Συστολὴν εἰς ἁπλοῦν βραχὺ φωνῆεν πάσχουν καὶ δίφθογγοι: φεύγω - ἔφῠγον, λείπω-ἐλῐπον. ῾Η ἔκτασις βραχέος φωνήεντος εἰς μακρὸν φωνῆεν ἢ δίφθογγον μετὰ τὴν ἀποβολὴν συμφώνου ἢ συμφώνων, κατόπιν αὐτοῦ εὑρισκομένων, καλεῖται ἀντέκτασις ἢ ἀναπληρωτικἡ ἔκτασις : (μέλᾰν-ς) μέλᾱς, (ἕνς) εἷς, (ὀδόντ-ς) ὀδούς, (τιθέντ-ς) τιθείς, (φθέρ-jω, φθέρρω) φθείρω. 16
Σημείωσις. Εἰς ἕν καὶ τὸ αὐτὸ θέμα, ἐκ τοῦ ὁποίου γίνονται πολλαὶ συγγενεῖς λέξεις, δύνανται νὰ παρουσιάζωνται πολλαὶ ὁμοῦ παθήσεις τοῦ φωνήεντος τοῦ θέματος π. χ. φρήν, φρενός, φρονῶ, σόφρων - λείπω, λοιπός, ἔλιπον - φέρω, φόρος, φώρ, δί-φρ-ος (Μετάπτωσις).
β΄) Πάθη συμφωνων
1. Ἀποβολαὶ συμφώνων
§ 33. 1) ᾽Εκ τῶν συμφώνων (ληκτικά, ἤτοι) τελικὰ λέξεων τῆς ἀρχαίας ῾Ελληνικῆς γλώσσης εἶναι μόνον τὸ ν, τὸ ρ, τὸ ς, τὸ ξ (= κς) καὶ τὸ ψ (= πς)· (βλ. § 5, Σημ. 2) : ῞Ελλην, ῥήτωρ, θεός, κόραξ, Ἄραψ. Πᾶν ἄλλο σύμφωνον, ὅταν εὑρεθῇ εἰς τὸ τέλος μιᾶς λέξεως, ἀποβάλλεται : (τοῦ γέροντ-ος) ὦ γέρον (ἀντὶ ὦ γέροντ), (τοῦ γάλακτ-ος) τὸ γάλα (ἀντὶ τὸ γάλακτ).
Σημείωσις. ῾Η πρόθεσις ἐκ καὶ τὸ μόριον οὐκ (ἢ οὐχ) προφέρονται μὲ τὴν ἐκάστοτε ἑπομένην λέξιν ὡς μία λέξις καὶ ἐπομένως εἰς αὐτὰ τὸ κ (ἢ τὸ χ) δὲν εἶναι κυρίως τελικόν· (πρβλ. § 31, 3)
. 2) Τὸ σ εὑρισκόμενον μεταξὺ δύο συμφώνων ἀποβάλλεται : (γέγραφσ-θε) γέγραφθε, (ἐσπάρ - σ - θαι) ἐσπάρθαι.
Σημείωσις. Οὕτως ἀπὸ τὴν πρόθεσιν ἐξ (= ἐκς) προῆλθε κατόπιν ὁ ἕτερος τύπος αὐτῆς ἐκ πρὸ συμφώνου : (ἐξ Κορίνθου, ἤτοι ἐκς Κορίνθου) ἐκ Κορίνθου.
3) Τὸ σ, τὸ j καὶ τὸ F (§ 1, Σημ.) εἰς ἀρχαιοτέρους χρόνους, ὅταν εὑρίσκοντο εἰς τὴν ἀρχὴν λέξεως πρὸ φωνήεντος ἢ ἐντὸς λέξεως μεταξὺ δύο φωνηέντων, ἀπεβάλλοντο. Ἀπὸ τὸ σ καὶ τὸ j κατὰ τὴν πρώτην περίπτωσιν προέκυψε κανονικῶς δασὺ πνεῦμα (§ 12, Σημ.)· π.χ. (σέρπω) ἕρπω, (σέπομαι) ἕπομαι, (σίστημι) ἵστημι, (σέχω, ἕχω) καὶ ἔπειτα ἔχω, (jῆπαρ) ἧπαρ, (Fοῖνος) οἷνος - (λέγοι-σο) λέγοι-ο, (τέλεσ-ος, τέλεος) τέλους (πρβλ. τελεσ-φόρος) - (τιμάjω) τιμάω-ῶ, (καλέ-jω) καλέω-ῶ (πνεύω, πνέF-ω) πνέω (πρβλ. πνεῦμα).
Σημείωσις. Τύποι ὡς οἱ κρέασι, γένεσι, ἐτέλεσα κ.τ.ὅ. προῆλθον ἀπὸ τοὺς ἀρχικοὺς τύπους κρέασ-σι γένεσ-σι, ἑτέλεσ-σα δι’ ἀπλοποιήσεως τοῦ (διπλοῦ) σσ εἰς ἕν σ.
4) ᾽Οδοντικὸν εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ σ ἀποβάλλεται : (τάπητ-ς) τάπης, (ἐπίεδ-σα) ἐπίεσα. Οὕτω καὶ (ἐκ τοῦ νὺκτ-ς) νύξ, κ.ἄ.τ. 5) ᾽Οδοντικὸν μὲ ν πρὸ αὐτοῦ (ἤτοι ντ, νδ, νθ), εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ σ, ἀποβάλλεται, ἀλλὰ μὲ ἀντέκτασιν τοῦ προηγουμένου βραχέος φωνήεντος· (ἱμᾰ΄ντ-σι) ἱμᾱσι, (ὀδὸντ-ς) ὀδούς, (λυθὲντ-ς) λυθείς, (σπένδω, σπένδ-σω) σπείσω, (πάσχω, πένθ-σομαι) πείσομαι (= θὰ πάθω)· (βλ. § 32, 6). 6) Τὸ ν εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ σ κανονικῶς ἀποβάλλεται ἢ μὲ ἀντέκτασιν τοῦ προηγουμένου βραχέος φωνήεντος (συνήθως εἰς τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικὴν τῶν ὀνομάτων) ἢ χωρὶς ἀντέκτασιν (συνήθως εἰς τὴν δοτ. πληθυντικὴν τῶν ὀνομάτων) : (τάλᾰν-ς) τάλᾱς, (κτὲν-ς) κτείς· ἀλλὰ (κτεν-σὶ) κτεσί, (γείτον-σι) γείτοσι (ἰδ. καὶ τὸ προη-γούμενον).
Σημείωσις. Τῆς προθέσεως ἕν τὸ ν εἰς συνθέτους μὲ αὐτὴν λέξεις διατηρεῖται πρὸ τοῦ σ καθὼς καὶ πρὸ τοῦ ζ ἢ τοῦ ρ : ἐνσημαίνω, ἐνσκήπτω, ἐνζεύγνυμι, ἐνράπτω, ἔνρινος (ἀλλὰ καὶ ἔρρινος). Τῆς δὲ προθέσεως σὺν τὸ ν εἰς συνθέτους μὲ αὐτὴν λέξεις, ἐὰν μὲν ἀκολουθῇ ἁπλοῦν σ, ἀφομοιοῦται πρὸς αὐτό : (σύν-σιτος) σύσ-σιτος· ἐὰν δὲ ἀκολουθῇ ζ ἢ σ μὲ ἄλλο σύμφωνον μαζί, ἀποβάλλεται : (σύν-ζυγος) σύζυγος, (συν-σκευάζω) συ-σκευάζω, (συν-στρέφω) συ-στρέφω.
7) Πᾶν σύμφωνον ἐν γένει, ὅταν ὑπάρχη εἰς δύο ἀλλεπαλλήλους συλλαβὰς μιᾶς λέξεως, δύναται νὰ ἀποβάλλεται χάριν ἀνομοιώσεως. Οὕτω προῆλθε τὸ γίνομαι ἐκ τοῦ ἀρχικοῦ γίγνομαι, ἀγήοχα (πρκμ. τοῦ ἄγω) ἐκ τοῦ ἀρχικοῦ ἀγήγοχα. (Πρβλ. πενήντα ἐκ τοῦ πεντή-ντα, ἐκ τοῦ πεντήκοντα). Καὶ ὁλόκληρος συλλαβὴ μιᾶς λέξεως δύναται νὰ ἀποβάλλεται χάριν ἀνομοιώσεως, ὅταν ἡ ἀμέσως ἑπομένη συλλαβὴ τῆς λέξεως ἀρχίζῃ ἀπὸ τὸ ἴδιον ἢ ἀπὸ ὅμοιον κἄπως σύμφωνον : ἀμφορεὺς (ἐκ τοῦ ἀμφιφορεύς), σκίμπους (ἐκ τοῦ σκιμπό-πους). Πρβλ. νῦν : ἀποφοιτήριον (ἀντὶ ἀποφοιτητήριον).
2. Ἀνάπτυξις συμφώνων
§ 34. 1) Τὸ ἀρκτικὸν ρ διπλασιάζεται : α΄) εἰς τὰ ῥήματα τὰ ὁποῖα ἀρχίζουν ἀπὸ ρ, ὅταν ταῦτα λαμβάνουν αὔξησιν ἢ ἀναδιπλασιασ-μὸν ε : ῥέω-ἔρρεον, ῥίπτω - ἔρριπτον - ἔρριφα· β΄) εἰς πᾶσαν λέξιν, ἡ ὁποία ἀρχίζει ἀπὸ ρ, ὅταν ἐν συνθέσει αὐτῆς, 18
εὑρεθῇ πρὸ τοῦ ρ βραχὺ φωνῆεν : ῥητὸς - ἄρρητος - ἀπόρρητος, ῥωστὸς - ἄρρωστος· ἀλλά : εὔρωστος, εὔρυθμος.
2) Μεταξὺ ἐνρίνου καὶ ὑγροῦ (§ 5) ἀνεπτύχθη εἰς μερικὰς λέξεις εἰς βοηθητικὸς φθόγγος, πρὸς διευκόλυνσιν τῆς προφορᾶς. Οὕτω μεταξὺ τοῦ μ καὶ τοῦ ρ ἢ τοῦ μ καὶ τοῦ λ ἀνεπτύχθη ὁ φθόγγος β : μεσημ - β - ρία (ἐκ τοῦ μεσημ - ρία, ἐκ τοῦ μεσημερία), μέμ - β - λωκᾳ (ἐκ τοῦ μέ μλω - κα πρβλ. μολ-ὼν λαβέ). Ὁμοίως μεταξὺ τοῦ ν καὶ τοῦ ρ ἀνεπτύχθη ὁ φθόγγος δ : ὁ ἀνήρ, τοῦ ἀνδρὸς (ἐκ τοῦ ἀν - ρός, ἐκ τοῦ ἀνερός)· (βλ. § 32, 1).
3. Μετάθεσις συμφώνων
§ 35. Τὸ ἡμίφωνον j, εἰς τοὺς ἀρχαιοτάτους χρόνους, ἐντὸς λέξεως εὑρισκόμενον, κατόπιν τῶν συλλαβῶν αν, αρ, ορ, ἔπαθεν ἑπένθεσιν, ἤτοι μετετέθη πρὸ τοῦ ν ἢ ρ καὶ ἡνώθη ἔπειτα μὲ τὸ α ἢ ο εἰς δίφθογγον αι ἢ οι (ὑφάν-jω) ὑφαίνω, (τάλαν-jα) τάλαινα, (χαρ-ά, χάρ-jω) χαίρω, (μό-ρα, μόρ-jα) μοῖρα· (πρβλ. χαμαΐλὶ - χαϊμαλί).
4. ῾Ενώσεις ἢ συγχωνεύσεις συμφώνων
§ 36. 1) Οὐρανικὸν (κ, γ, χ) εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ σ ἑνοῦται μὲ αὐτὸ εἰς ξ : (φύλακ-ς) φύλαξ, (λέγ-ω, ἔλεγ-σα) ἔλεξα, (ὄνυχ-ς) ὄνυξ. 2) Χειλικὸν (π, β, φ) εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ σ ἑνοῦται μὲ αὐτὸ εἰς ψ : (τρέπ-ω, τρέπ-σω) τρέψω, (Ἄραβ-ς) Ἄραψ, (γράφ-ω, γράφ-σω) γράψω˙ (βλ. καὶ § 5, Σημ. 2).
3) Τὸ σ εἰς ἀρχαιοτάτους χρόνους, ἐντὸς λέξεως εὑρισκόμενον, κατόπιν ἐνρίνου (μ, ν) ἢ ὑγροῦ (λ, ρ) ἀφωμοιώθη κατὰ πρῶτον πρὸς αὐτό, ἔπειτα δὲ ἔγινεν ἁπλοποίησις τῶν (δύο) ἐνρίνων (μμ, νν) ἢ ὑγρῶν (λλ, ρρ) εἰς ἕν ἔνρινον (μ, ν) ἢ ὑγρὸν (λ, ρ) καὶ ἀντέκτασις τοῦ προηγουμένου βραχέος φωνήεντος, ἤτοι τοῦ ᾰ εἰς η (ἤ ᾱ), τοῦ ε εἰς ει, τοῦ ῐ ἢ ῠ εἰς ῑ ἢ ῡ : (νέμ-ω, ἔνεμ-σα, ἔνεμμα) ἔνειμα, (φαίνω, ἔφαν-σα, ἔφᾰν-να) ἔφηνα, (ἀγγέλλω, ἤγγελ-σα, ἤγγελλα) ἤγγειλα, (φύρω, ἔφῠρ-σα, ἔφὕρ-ρα) ἔφῦ-ρα.
Σημείωσις. Εἰς μερικὰς λέξεις δὲν ἀφωμοιώθη τὸ σ μὲ προηγούμενον ὑγρὸν (λ, ρ) ἢ μετὰ τὴν ἀφομοίωσιν διετηρήθησαν τὰ δύο ὑγρά : ἄλσος, ῞Ερση, χέρσος, (θάρσος) θάρρος, (χερσόνησος) χερρόνησος.
4) Τὸ ἡμίφωνον j εἰς ἀρχαιοτάτους χρόνους ἐντὸς λέξεως: 19
α΄) εὑρισκόμενον κατόπιν τοῦ λ ἀφωμοιώθη πρὸς αὐτό: (ἄγγελ-ος, ἀγγέλ-jω) ἀγγέλλω, (ἔ-βαλ-ον, βάλ-jω) βάλλω· β΄) εὑρισκόμενον κατόπιν τοῦ ν ἢ τοῦ ρ, ὅταν δὲν ὑπῆρχε πρὸ αὐτῶ α ἢ ο, ἀφωμοιώθη κατὰ πρῶτον πρὸς αὐτά, ἔπειτα δὲ ἔγινεν ἁπλοποίησις τῶν (δύο) νν ἢ ρρ εἰς ἓν ν ἢ ρ καὶ ἀντέκτασις τοῦ προηγουμένου ε εἰς ει καὶ τοῦ ῐ ἢ ῠ εἰς ῑ ῆ ῡ : (τέν-jω, τέννω) τείνω, (κλῐ΄ν-jω, κλῐ΄ν-νω) κλῑ΄νω, (ἀμῠ΄ν-jω, ἀμῠ΄ν-νω) ἀμῡ΄νω, (σπέρ-jω, σπέρ-ρω) σπείρω, (οἰκτῐ΄ρ - jω, οἰκτῐ΄ρ-ρω) οἰκτῑ΄ρω, (φῠ΄ρ-jω, φῠ΄ρ-ρω) φῡ΄ρω· γ΄) εὑρισκόμενον κατόπιν τῶν οὐρανικῶν (κ, γ, χ) καὶ σπανιώτερον κατόπιν τῶν ὀδοντικῶν τ καὶ θ, συνεχωνεύθη μὲ αὐτὰ εἰς σσ ἢ ττ : (φυλάκ-jω) φυλάσσω ἢ φυλάττω, (τάγ-jω) τάσσω ἢ τάττω, (τα-ράχjω) ταράσσω ἢ ταράττω - (χαρίετ-jα) χαρίεσσα, πλάτ-jω ἢ πλάθ-jω) πλάσσω.
Σημείωσις. Εἰς μερικὰς λέξεις τὸ j μὲ τὸ πρὸ αὐτοῦ γ συνεχωνεύθη εἰς ζ: (οἰμωγ-ή, οἰμώγ-jω) οἰμώζω. δ΄) εὑρισκόμενον κατόπιν τοῦ ὀδοντικοῦ δ συνεχωνεύθη μὲ αὐτὸ εἰς ζ: (παίδ-jω) παίζω, (ἐρίδ-jω) ἐρίζω· ε΄) εὑρισκόμενον κατόπιν ὀδοντικοῦ μὲ ν πρὸ αὐτοῦ (ἤτοι κατόπιν τοῦ ντ, νδ ἢ νθ) συνεχωνεύθη πρῶτον μὲ τὸ ὀδοντικὸν εἰς σ καὶ ἔπειτα ἔγινε ἀποβολὴ τοῦ ν, μὲ ἀντέκτασιν τοῦ προηγουμένου βραχέος φωνήεντος: (πάντ-jα, πᾰ΄ν-σα) πᾶσα, (λυθέντ-jα, λυθέν-σα) λυθεῖσα, (ἑκόντ-jα, ἑκόν-σα) ἑκοῦσα· (πρβλ. § 33, 5).
5. Τροπαὶ συμφώνων
§ 37. ᾽Εντὸς μιᾶς λέξεως : 1) οὐρανικὸν ἢ χειλικὸν εὑρισκόμενον πρὸ ὀδοντικοῦ, ἐὰν εἶναι ἑτερόπνουν (συμπνευματίζεται, ἤτοι) γίνεται ὁμόπνουν μὲ τὸ ἑπόμενον ὀδοντικὸν (§ 4, 2): ταγ-ὸς (ταγ-τὸς) τακ-τός, (ἐτάγ-θην) ἐτάχ-θην, κρύφα (κρυφ-τὸς) κρυπ-τός, (κρύφ-δην) κρύβ-δην. Οὕτω καὶ ἑπ-τὰ (ἀλλά: ἕβ-δομος), ὀκ-τὼ (ἀλλὰ: ὄγ-δοος). Τὰ δυνατὰ δηλαδὴ συμπλέγματα οὐρανικῶν ἢ χειλικῶν μὲ ὀδοντικὰ εἰς τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν εἶναι κτ, γδ, χθ - πτ, βδ, φθ.
Σημείωσις. Τῆς προθέσεως ἐκ τὸ κ δὲν συμπνευματίζεται : ἐκδέρω, ἐκθέω, ἐκφέρω, ἐκχέω κτλ. 20
2) Οὐρανικὸν κ ἤ χ εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ μ γίνεται γ: διώκ-ω (διωκμὸς) διωγ-μός, βρέχ-ομαι (βεβρεχ-μένος) βεβρεγ-μένος.
Σημείωσις. Εἰς μερικὰς μεμονωμένας λέξεις διατηροῦνται τὰ συμπλέγματα κχ, χμ: ἀκμή, αἰχμή.
3) Χειλικὸν εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ μ (ἀφομοιοῦται μὲ αὐτό, ἤτοι) γίνεται καὶ αὐτὸ μ: κόπ-ος (κόπ-μα) κόμ-μα, τρίβ-ω (τρῖβ-μα) τρῖμ-μα, γράφ-ω (γράφ-μα) γράμ-μα.
4) ᾽Οδοντικὸν εὑρισκόμενον πρὸ ὀδοντικοῦ ἢ πρὸ τοῦ μ τρέπεται εἰς σ: ψεύδ-ομαι (ἐψεύδ-θην) ἐψεύσ-θην, ᾄδ-ω (ᾀδ-μα) ᾆσ-μα, πιθ-ανὸς (πιθ -τὸς) πισ-τός.
Σημείωσις. Εἰς μερικὰς μεμονωμένας λέξεις διατηρεῖται τὸ ὀδοντικὸν πρὸ ἄλλου ὀδοντικοῦ ἢ πρὸ τοῦ μ: Ἀτθίς, Πιτθεύς, Κάδμος, πυθμήν, ἀτμός. ῾Ομοίως διατηρεῖται τὸ ττ, τὸ ὁποῖον προῆλθεν ἀπὸ κj ἢ γj ἢ χj (βλ. κατωτέρω).
5) Τὸ τ τῆς συλλαβῆς τι εὑρισκόμενον κατόπιν φωνήεντος ἢ τοῦ ν εἰς πολλὰς λέξεις ἔχει τραπῆ εἰς σ: πλοῦτ-ος (πλούτ-ιος) πλούσ-ιος, ἀθάνατος (ἀθανατ-ία) ἀθανασία, ἑκόντ-ες (ἑκόντ-ιος, ὲκόνσ-ιος) ἑκούσιος· (βλ. § 32, 6 καὶ 33, 5). (Ἀλλά: αἰτία, σκότιος, ἐναντίος κτλ.).
6) Τὸ ἔνρινον ν εὑρισκόμενον α΄) πρὸ οὐρανικοῦ ἢ πρὸ τοῦ ξ τρέπεται εἰς ἔνρινον γ: (ἐν-κύπτω) ἐγκύπτω, (συν-γράφω) συγγράφω, (συν-χέω) συγχέω, (ἐν-ξύω) ἐγξύω· β΄) πρὸ χειλικοῦ ἢ πρὸ τοῦ ψ τρέπεται εἰς μ: (ἐν-πνέω) ἐμπνέω, (συν -βάλλω) συμβάλλω, (ἐν-φύομαι) ἐμφύομαι, (ἔν-ψυχος) ἔμψυχος· γ΄) πρὸ τοῦ μ ἢ πρὸ τῶν ὑγρῶν λ, ρ ἀφομοιοῦται πρὸς αὐτά : ἐν-μένω) ἐμμένω, (συν-λέγω) συλλέγω, (συν-ράπτω) συρράπτω.
Σημείωσις. Εἰς τὸν παθητικὸν παρακείμενον μερικῶν ἐνρινολήκτων ῥημάτων καὶ εἰς λέξεις συγγενεῖς ἐτυμολογικῶς μὲ αὐτόν, ἀπὸ τὸ σύμπλεγνα νμ προέρχοται σμ ἀντὶ τοῦ μμ: μιαίνομαι (μεμίαν-μαι) μεμίασμαι, μίασμαὑφαίνομαι (ὕφαν-μαι) ὕφασμαι, ὕφασμα.
7) ῞Οταν συμβῇ δύο ἀλλεπάλληλοι συλλαβαὶ τῆς λέξεως νὰ ἀρχίζουν ἀπὸ ἄφωνον δασύ, τότε γίνεται ἀνομοίωσις, ἤτοι τῆς πρώτης συλλαβῆς τὸ δασὺ τρέπεται εἰς τὸ ἀντίστοιχόν του ψιλὸν (§ 5, 2): χορεύω - 21
κεχόρευκα (ἐκ τοῦ χε-χόρευκα), φύω - πέφυκα (ἐκ τοῦ φέ-φυ-κα), θύω - τέθυκα (ἐκ τοῦ θέ-θυκα), ἐτέθην (ἐκ τοῦ ἐθέ-θην), θρέμμα (ἐκ τοῦ θρέφ-μα)˙ τρέφω (ἐκ τοῦ θρέφ-ω), καὶ τροφὴ (ἐκ τοῦ θροφ-ή) ἡ θρίξ, ταῖς θριξί, ἀλλὰ τριχ-ός, τρίχ-ες κτλ.
Σημείωσις. Πολλάκις παραμένει τὸ δασὺ εἱς δύο ἀλλεπαλήλους συλλαβάς μιᾶς λέξεως συμφώνως πρὸς ἄλλους συγγενεῖς τύπους αὐτῆς: ὠρθώθην (ὅπως ὀρθώσω, ὤρθωσα κλπ.), ἐθέλχθην (ὅπως θέλξω, ἔθελξα κλπ.), φάθι (ὅπως φάτω, φατὲ κλπ.).
Εἰς δὲ τὸ β΄ ἑνικὸν πρόσωπον τῆς προστακτικῆς τοῦ παθητικοῦ ἀορίστου α΄ τρέπεται οὐχὶ τῆς πρώτης, ἀλλὰ τῆς δευτέρας συλλαβῆς τὸ δασὺ εἰς ψιλόν: ἐλύθην, λύθητι (ἐκ τοῦ λύθηθι). 22
Εκφράζω την άποψη, ότι τα μέλη του Κ.Ε.Α ,ειδικά οι αποτελούντες το Προεδρείο, οφείλουν , να έχουν παρουσία στη ΔΗΜΟΘΟΙΝΙΑ και ειδικώς όταν εκφράζονται απόψεις για τον Κ.Ε.Α , να παίρνουν θέση. Δεν νοείται στον ιστοχώρο αυτό, ο οποίος δημιουργήθηκε για την ανταλλαγή απόψεων των μελών του, ν' απουσιάζουν οι γνώμες τους , αφήνοντας άλλους να μιλούν γι΄αυτούς.Επίσης καλό θα ήταν να υπάρχει κάποια ενημέρωση για τις εργασίες του Κ.Ε.Α , τα θέματα συζήτησης της τρέχουσας κάθε φορά περιόδου , όπως επίσης και μία σύνοψη των σχολίων που γίνονται κατά τις συναντήσεις, ή της εισήγησης σε κάθε κεφάλαιο,ώστε και μέλη του κύκλου που απουσιάζουν να είναι σε θέση να ενημερωθούν . Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι ένα μεγάλο κενό, το οποίο για να καλυφθεί δεν χρειάζεται και κάποιο τιτάνιο αγώνα, αλλά την ελαχίστη επιμέλεια η οποία είναι επιβεβλημένη.Γνωρίζω ότι και άλλα μέλη έχουν την ίδια γνώμη και εάν θέλουν ας συνηγορήσουν υπέρ αυτής της άποψης και ας συζητησουμε πάνω σ΄αυτό , τί μπορεί να γίνει. Συμπληρωματικά, δεν αποτελεί δικαιολογία το ότι έχουμε άλλες εργασίες, ΟΛΟΙ ΕΧΟΥΜΕ και ενδεχομένως ασχολούμαστε και με άλλους ιστοχώρους, αλλά τη συμμετοχή μας εδώ , την θεωρώ υποχρέωση.

Η κυρά Σαρακοστή στις περισσότερες περιοχές ήταν μια χάρτινη ζωγραφιά.
Απεικόνιζε μια γυναίκα με σταυρωμένα χέρια, λόγω προσευχής, χωρίς στόμα, λόγω νηστείας, και με εφτά πόδια που αναπαριστούσαν τις επτά εβδομάδες της Μεγάλης Σαρακοστής.
Κάθε Σάββατο έκοβαν ένα πόδι και έτσι ήξεραν πόσες βδομάδες νηστείας απέμεναν μέχρι το Πάσχα. Το Μεγάλο Σάββατο, έκοβαν και το τελευταίο πόδι.
Αυτό το κομμάτι χαρτί το δίπλωναν καλά και το έκρυβαν σε ένα ξερό σύκο.
Τοποθετούσαν το σύκο αυτό μαζί με άλλα, και σε όποιον το έβρισκε θεωρούνταν ότι του έφερνε γούρι.
Σε άλλα μέρη της Ελλάδας η Κυρά Σαρακοστή δεν ήταν φτιαγμένη από χαρτί, αλλά από ζυμάρι.
Το ζυμάρι φτιαχνόταν με αλεύρι, αλάτι και νερό. Η διαδικασία ήταν κι εδώ η ίδια όπως και με την χάρτινη.
Μια παραλλαγή του εθίμου της Κυράς Σαρακοστής είναι φτιαγμένη από πανί και γεμισμένη με πούπουλα. Πηγή: Η εφημερίδα μας (ιστολόγιο απο τη πατρίδα)
Τη κυρά Σαρακοστή Για στολίδι της φορούσαν Και τις μέρες τις μετρούσαν
που 'ναι έθιμο παλιό στο κεφάλι ένα σταυρό με τα πόδια της τα επτά
οι γιαγιάδες μας την φτιάχναν μα το στόμα της ξεχνούσαν κόβαν ένα τη βδομάδα
με αλεύρι και νερό. γιατί νήσετυε καιρό. μέχρι να 'ρθει η Πασχαλιά.
Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή ή Σαρακοστή είναι χριστιανική χρονική περίοδος νηστείας. Είναι η αρχαιότερη από τις μεγάλες νηστείες της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Καθιερώθηκε τον 4ο αιώνα. Αρχικά διαρκούσε έξι εβδομάδες ενώ αργότερα προστέθηκε και η έβδομη εβδομάδα.
Ονομάζεται "Σαρακοστή" γιατί περιλαμβάνει σαράντα ημέρες νηστείας.Η ονομασία Τεσσαρακοστή κατ' αρχάς σήμαινε την τεσσαρακοστή ημέρα πριν το Πάσχα, γρήγορα όμως το όνομα δώθηκε σε όλη την περίοδο της νηστείας πριν το Πάσχα. Πολλοί εκλάμβαναν και τη Μεγάλη Εβδομάδα ως συμπεριλαμβανόμενη στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, οπότε ο χρόνος των τεσσαράκοντα ημερών διευρυνόταν Ο χαρακτηρισμός "Μεγάλη" δε δίνεται για τη μεγάλη διάρκειά της, αλλά για τη σημασία της, σε ανάμνηση των Παθών του Χριστού.
Η Μεγάλη Σαρακοστή αποτελεί την προετοιμασία των πιστών για τη γιορτή της Ανάστασης του Χριστού από την οποία και προσδιορίζεται κατ' έτος ως κινητή περίοδος. Διαρκεί από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι και την Παρασκευή πριν το Σάββατο του Λαζάρου, οπότε ακολουθεί η Κυριακή των Βαΐων και η Μεγάλη Εβδομάδα. Η δε Κυριακή των Βαΐων είναι η τελευταία ημέρα της περιόδου αυτής.
Η Μεγάλη Εβδομάδα δεν περιλαμβάνεται στη Σαρακοστή αν και συνεχίζεται η νηστεία που είναι ιδιαίτερα αυστηρότερη. Στη πραγματικότητα μαζί με την εβδομάδα των Αγίων Παθών είναι πεντηκονθήμερη περίοδος. Πηγή : ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

http://xantho.lis.upatras.gr/test2.php?art=1057
Το ποίημα του ΄Αγγελου Σικελιανού ,όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Αλεξανδρινή Τέχνη
Νυχτιὲς ἀφέγγαρες ― κρυφέ της μοίρας μου ἀρραβώνα·
πιὸ σκοτεινὰ βουνά,
ποὺ πρωτοδιάβαινα βουβὸς τ᾿ ἀμπέλια, ὦσμε τὸ γόνα
κι ὡς τὸ λαιμὸ τρανά·
ποὺ διάβαινα, ὅλο διάβαινα, σὰν ἡ σιγὴ εἶχε πέσει
στὰ ξύλα τοῦ δρυμοῦ,
ὡσὰν ἀλάφι θεόρατο ποὺ κολυμπάει στὴ μέση
μεγάλου ποταμοῦ...
Ἄ, ποιὸ παλμὸν ἀκοίμητο τὰ φρένα μου ἐσηκῶνα
στὰ τρίσβαθα τοῦ νοῦ,
μὲ τὴ βουβή τους μίμηση μπρὸς στὴν βουβὴν εἰκόνα
τοῦ κάταστρου οὐρανοῦ!
Ὄλυμπος πιὰ χεροπιαστὸς τριγύρα μου εἶχε ἀνθίσει,
καί, λάτρα σιωπηλή,
σ᾿ ὅλα τὰ μέλη μου ἄστραφτε τὸ μυστικὸ μεθύσι
μιὰ κρύφια ἀνατολή...
Ἄγρυπνη βίγλα ἐκράταγε, πολὺ ψηλὰ ἀναμμένη,
τοῦ πόθου ἡ μαντικὴ
φωτιά, καὶ γύρα μία γενιὰ θεῶν συμμαζεμένη
μὲ κοίταε σκεφτική...
Σὰν ἄλικη ἡ πανσέληνο στὰ κορφοβούνια ἀπάνω
προβαίνει ἀργή, τρανή,
στὸ πορφυρὸν εἰκόνισμα τοῦ πόθου μου τὸ πλάνο
βαφόνταν οἱ οὐρανοί.
Καὶ πίσω ἀπὸ τ᾿ ἀπάντεχον, ἀθλητικὸ ὄργιό του,
ποὺ νίκαε τὸν καιρό,
σὰν ἱερέας σιωπηλὰ ποὺ σέρνει τὸ σφάγιό του,
κι ὡς πρῶτος στὸ χορό
ποὺ ἀπὸ ξοπίσω του τραβάει πολλοὺς ― παρόμοια, ἀκέρια
σὰ νά ῾σερνα φυλή,
ἀπ᾿ τοὺς πρωτόφαντους θεοὺς κι ἀπὸ τὰ πρῶτα ἀστέρια
τηρώντας ἐντολή,
στὸ στρῶμα ποὺ φουντώνανε τῆς γῆς τὰ ὀλύμπια μύρα
πῶς ἔσερνα μὲ ὁρμὴ
μὲς στὰ σκοτάδια, ὡς ὁ τυφλὸς π᾿ ἀδράζεται ἀπ᾿ τὴ λύρα,
το ἐρωτικὸ κορμί!...
*
Νυχτιὲς ἀφέγγαρες, θερμὸ ποὺ μὲ γεμίσατε αἷμα,
καὶ πλούσιο, μαντικὸ
τὸ πνέμα μου στεριώσατε ― ἀλύγιστο ἕνα ρέμα,
βαθύ, πολεμικὸ ―
καὶ στὴν ψυχή μου θρέψατε τοὺς στοχασμούς, ὡς θρέφει
σὲ θεία κληματαριὰ
ἡ ἁδρὴ ἀπονύχτερη δροσιὰ τσαμπιὰ τρανὰ σὰ βρέφη,
πανώρια καὶ βαριά!
K᾿ ἐσύ, παλμέ, ποὺ ἀκοίμητο τὰ φρένα μου ἐσηκῶνα
στὰ τρίσβαθα τοῦ νοῦ,
κ᾿ ἐσὺ πυρρὴ π᾿ ἀνέμιζα τῆς πιθυμιᾶς μου εἰκόνα
στὴν ὄψη τ᾿ οὐρανοῦ·
τοῦ Ὀλύμπου πιά, σάμπως ληνὸ στὰ πόδια μου, τὸ τέρας
πατῶ τὸ μυστικό.
Ὅλος συρμένος ὁ Ἔρωτας στὶς φρένες μου, ὡς τὸ δέρας
τὸ μάγο στὴν Ἰωλκό!
Κυλᾶ φωτιὲς ὁ Ὠρίωνας· κι ὁ Δίας εἶν᾿ ἕνας θρόνος·
κ᾿ ἡ Πούλια εἶναι φωλιά·
μὰ ὁ μυστικὸς Διθύραμβος, ποὺ πιὰ δὲ ῾γγίζει ὁ Χρόνος,
τοῦ νοῦ μου ἡ ἀγκαλιά!
Νά· πυρωμένη μου ἡ καρδιά, τὸ μέτωπο, τὸ μάτι
ἐλεύτερο, οὐρανέ!
Πήγασος εἶν᾿ ἀσπέδιστος τοῦ λογισμοῦ μου τὸ ἄτι,
οἱ δρόμοι μου ἕνα Ναί,
τὴν ἄβυσσο ἄβυσσο καλεῖ, τὸ βάθος κι ἄλλο βάθος,
κι ἀδάμαστο, ἀλαφρό,
μέσα μου πλέον ἀμόνοιαστον ἐστοίχειωσε τὸ πάθος
ποὺ ἐσκίρτα στὸν ἀφρό...
Τοῦ Ὀλύμπου πιά, σάμπως ληνὸ στὰ πόδια μου, τὸ τέρας
θωρῶ τὸ μυστικό.
Ὅλος ἐσύρθη ὁ Ἔρωτας στὶς φρένες μου, ὡς τὸ δέρας
τὸ μάγο στὴν Ἰωλκό.
Ὑμέναιο νέο στὰ βάθη τους λογιάζω τώρα θὰ βρῶ,
σὰν ἤπια μονομιὰ
τῆς νύχτας ὅλο τὸ κρασὶ τὸ μυστικὸ καὶ μαῦρο
γιὰ μιὰν ἐπιθυμιά·
κι ὅλ᾿ ἡ φωτιὰ τῶν οὐρανῶν μου κύκλωσε, μοῦ κρύβει
τὸ πνέμα μου βουβό,
τί πιὰ μὲ κράζει ἀμείλιχτη τοῦ νοῦ μου ἡ πάνοπλη ἥβη
πρὸς τ᾿ ἄστρα ν᾿ ἀνεβῶ!
Κυλᾶ φωτιὲς ὁ Ὠρίωνας· κι ὁ Δίας εἶν᾿ ἕνας θρόνος·
κ᾿ ἡ Πούλια εἶναι φωλιά·
μὰ ὁ μυστικὸς Διθύραμβος, ποὺ πιὰ δὲ ῾γγίζει ὁ Χρόνος,
ἡ πλέρια μου ἀγκαλιά!
Τῶν ἄστρων ἔχει ἀπάνω μου τὸ περιβόλι γείρει,
κι ὁ κρύφιος λογισμός,
σάμπως μελίσσι χνουδωτὸ βαμμένον ἀπὸ γύρη,
ξεσπᾶ βαθιά μου ἑσμός...
Βροχὴ πεφτάστρια γύρα μου κι ἀδιάκοπα σταλάζει
τὸ ἀπέραντο γοργά·
κι ὅπως χορεύει πέφτοντας στὸ χῶμα τὸ χαλάζι
κι ὁ οὐρανὸς ὀργᾶ,
σὰν ἀπ᾿ τῆς λύρας τὶς χορδὲς ἀνάμεσα τὸ χέρι
φαντάζει ποὺ χτυπᾶ,
ὅμοια ἡ καρδιά μου ὁλάκερη μέσα σὲ κάθε ἀστέρι
σπαράζει κι ἀγαπᾶ!
*
Ὄργιο βαθύ! Στὸν πάγκοσμο παλμό σου, μὲς στὸ νέο
ποὺ γνώρισα κορμί,
στῆς δύναμής σου τὴν πηγὴ κατάβαθα ἀναπνέω
μ᾿ ἀνήκουστην ὁρμή,
κι ὡς κατεβαίνει ἀγνάντια μου, χωρὶς νὰ τὸ γυρεύω,
τὰ βάθη τ᾿ οὐρανοῦ
ὁ ἀρματωμένος Ἔρωτας, σκιρτῶ κι ἀντιχορεύω
μὲ τ᾿ ἄρματα τοῦ νοῦ!
Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως,
κρυμμένος σὰν ἀετός,
μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος,
ὁ πρῶτος μου ἐαυτός...
Το ποίημα του ΄Αγγελου Σικελιανού ,όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Αλεξανδρινή Τέχνη
Νυχτιὲς ἀφέγγαρες ― κρυφέ της μοίρας μου ἀρραβώνα·
πιὸ σκοτεινὰ βουνά,
ποὺ πρωτοδιάβαινα βουβὸς τ᾿ ἀμπέλια, ὦσμε τὸ γόνα
κι ὡς τὸ λαιμὸ τρανά·
ποὺ διάβαινα, ὅλο διάβαινα, σὰν ἡ σιγὴ εἶχε πέσει
στὰ ξύλα τοῦ δρυμοῦ,
ὡσὰν ἀλάφι θεόρατο ποὺ κολυμπάει στὴ μέση
μεγάλου ποταμοῦ...
Ἄ, ποιὸ παλμὸν ἀκοίμητο τὰ φρένα μου ἐσηκῶνα
στὰ τρίσβαθα τοῦ νοῦ,
μὲ τὴ βουβή τους μίμηση μπρὸς στὴν βουβὴν εἰκόνα
τοῦ κάταστρου οὐρανοῦ!
Ὄλυμπος πιὰ χεροπιαστὸς τριγύρα μου εἶχε ἀνθίσει,
καί, λάτρα σιωπηλή,
σ᾿ ὅλα τὰ μέλη μου ἄστραφτε τὸ μυστικὸ μεθύσι
μιὰ κρύφια ἀνατολή...
Ἄγρυπνη βίγλα ἐκράταγε, πολὺ ψηλὰ ἀναμμένη,
τοῦ πόθου ἡ μαντικὴ
φωτιά, καὶ γύρα μία γενιὰ θεῶν συμμαζεμένη
μὲ κοίταε σκεφτική...
Σὰν ἄλικη ἡ πανσέληνο στὰ κορφοβούνια ἀπάνω
προβαίνει ἀργή, τρανή,
στὸ πορφυρὸν εἰκόνισμα τοῦ πόθου μου τὸ πλάνο
βαφόνταν οἱ οὐρανοί.
Καὶ πίσω ἀπὸ τ᾿ ἀπάντεχον, ἀθλητικὸ ὄργιό του,
ποὺ νίκαε τὸν καιρό,
σὰν ἱερέας σιωπηλὰ ποὺ σέρνει τὸ σφάγιό του,
κι ὡς πρῶτος στὸ χορό
ποὺ ἀπὸ ξοπίσω του τραβάει πολλοὺς ― παρόμοια, ἀκέρια
σὰ νά ῾σερνα φυλή,
ἀπ᾿ τοὺς πρωτόφαντους θεοὺς κι ἀπὸ τὰ πρῶτα ἀστέρια
τηρώντας ἐντολή,
στὸ στρῶμα ποὺ φουντώνανε τῆς γῆς τὰ ὀλύμπια μύρα
πῶς ἔσερνα μὲ ὁρμὴ
μὲς στὰ σκοτάδια, ὡς ὁ τυφλὸς π᾿ ἀδράζεται ἀπ᾿ τὴ λύρα,
το ἐρωτικὸ κορμί!...
*
Νυχτιὲς ἀφέγγαρες, θερμὸ ποὺ μὲ γεμίσατε αἷμα,
καὶ πλούσιο, μαντικὸ
τὸ πνέμα μου στεριώσατε ― ἀλύγιστο ἕνα ρέμα,
βαθύ, πολεμικὸ ―
καὶ στὴν ψυχή μου θρέψατε τοὺς στοχασμούς, ὡς θρέφει
σὲ θεία κληματαριὰ
ἡ ἁδρὴ ἀπονύχτερη δροσιὰ τσαμπιὰ τρανὰ σὰ βρέφη,
πανώρια καὶ βαριά!
K᾿ ἐσύ, παλμέ, ποὺ ἀκοίμητο τὰ φρένα μου ἐσηκῶνα
στὰ τρίσβαθα τοῦ νοῦ,
κ᾿ ἐσὺ πυρρὴ π᾿ ἀνέμιζα τῆς πιθυμιᾶς μου εἰκόνα
στὴν ὄψη τ᾿ οὐρανοῦ·
τοῦ Ὀλύμπου πιά, σάμπως ληνὸ στὰ πόδια μου, τὸ τέρας
πατῶ τὸ μυστικό.
Ὅλος συρμένος ὁ Ἔρωτας στὶς φρένες μου, ὡς τὸ δέρας
τὸ μάγο στὴν Ἰωλκό!
Κυλᾶ φωτιὲς ὁ Ὠρίωνας· κι ὁ Δίας εἶν᾿ ἕνας θρόνος·
κ᾿ ἡ Πούλια εἶναι φωλιά·
μὰ ὁ μυστικὸς Διθύραμβος, ποὺ πιὰ δὲ ῾γγίζει ὁ Χρόνος,
τοῦ νοῦ μου ἡ ἀγκαλιά!
Νά· πυρωμένη μου ἡ καρδιά, τὸ μέτωπο, τὸ μάτι
ἐλεύτερο, οὐρανέ!
Πήγασος εἶν᾿ ἀσπέδιστος τοῦ λογισμοῦ μου τὸ ἄτι,
οἱ δρόμοι μου ἕνα Ναί,
τὴν ἄβυσσο ἄβυσσο καλεῖ, τὸ βάθος κι ἄλλο βάθος,
κι ἀδάμαστο, ἀλαφρό,
μέσα μου πλέον ἀμόνοιαστον ἐστοίχειωσε τὸ πάθος
ποὺ ἐσκίρτα στὸν ἀφρό...
Τοῦ Ὀλύμπου πιά, σάμπως ληνὸ στὰ πόδια μου, τὸ τέρας
θωρῶ τὸ μυστικό.
Ὅλος ἐσύρθη ὁ Ἔρωτας στὶς φρένες μου, ὡς τὸ δέρας
τὸ μάγο στὴν Ἰωλκό.
Ὑμέναιο νέο στὰ βάθη τους λογιάζω τώρα θὰ βρῶ,
σὰν ἤπια μονομιὰ
τῆς νύχτας ὅλο τὸ κρασὶ τὸ μυστικὸ καὶ μαῦρο
γιὰ μιὰν ἐπιθυμιά·
κι ὅλ᾿ ἡ φωτιὰ τῶν οὐρανῶν μου κύκλωσε, μοῦ κρύβει
τὸ πνέμα μου βουβό,
τί πιὰ μὲ κράζει ἀμείλιχτη τοῦ νοῦ μου ἡ πάνοπλη ἥβη
πρὸς τ᾿ ἄστρα ν᾿ ἀνεβῶ!
Κυλᾶ φωτιὲς ὁ Ὠρίωνας· κι ὁ Δίας εἶν᾿ ἕνας θρόνος·
κ᾿ ἡ Πούλια εἶναι φωλιά·
μὰ ὁ μυστικὸς Διθύραμβος, ποὺ πιὰ δὲ ῾γγίζει ὁ Χρόνος,
ἡ πλέρια μου ἀγκαλιά!
Τῶν ἄστρων ἔχει ἀπάνω μου τὸ περιβόλι γείρει,
κι ὁ κρύφιος λογισμός,
σάμπως μελίσσι χνουδωτὸ βαμμένον ἀπὸ γύρη,
ξεσπᾶ βαθιά μου ἑσμός...
Βροχὴ πεφτάστρια γύρα μου κι ἀδιάκοπα σταλάζει
τὸ ἀπέραντο γοργά·
κι ὅπως χορεύει πέφτοντας στὸ χῶμα τὸ χαλάζι
κι ὁ οὐρανὸς ὀργᾶ,
σὰν ἀπ᾿ τῆς λύρας τὶς χορδὲς ἀνάμεσα τὸ χέρι
φαντάζει ποὺ χτυπᾶ,
ὅμοια ἡ καρδιά μου ὁλάκερη μέσα σὲ κάθε ἀστέρι
σπαράζει κι ἀγαπᾶ!
*
Ὄργιο βαθύ! Στὸν πάγκοσμο παλμό σου, μὲς στὸ νέο
ποὺ γνώρισα κορμί,
στῆς δύναμής σου τὴν πηγὴ κατάβαθα ἀναπνέω
μ᾿ ἀνήκουστην ὁρμή,
κι ὡς κατεβαίνει ἀγνάντια μου, χωρὶς νὰ τὸ γυρεύω,
τὰ βάθη τ᾿ οὐρανοῦ
ὁ ἀρματωμένος Ἔρωτας, σκιρτῶ κι ἀντιχορεύω
μὲ τ᾿ ἄρματα τοῦ νοῦ!
Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως,
κρυμμένος σὰν ἀετός,
μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος,
ὁ πρῶτος μου ἐαυτός...
Αφού δεν είδα τα σχόλιά σας μέχρι σήμερα ως προς το ποιοί υπέγραψαν την γνωμοδότηση,
σας δίνω την απάντηση παραθέτοντας ένα δημοσίευμα της Εφημερίδας Αυγή για να γνωρίσουμε και να διατηρήσουμε στη μνήμη μας το παρασκήνιο αυτό προς πάσαν χρήσιν στο μέλλον (αρκεί να υπάρξει).
"Με ψεματάκια και ανακρίβειες ο πρωθυπουργός, απαντώντας στον Αλέξη Τσίπρα, ισχυρίστηκε ότι έχει γνωμοδότηση από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για τη δανειακή σύμβαση που υπέγραψε στο πλαίσιο του μηχανισμού στήριξης. Η αλήθεια είναι ότι είχε γνωμοδότηση δύο νομικών συμβούλων του κράτους, τους οποίους επέλεξε η κυβέρνηση.
Παράλληλα ερωτήματα εγείρει ο διορισμός του Φωκίωνα Γεωργακόπουλου στη θέση του προέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, καθώς είναι ένα από τα δύο μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που γνωμοδότησε για τη σύμβαση δανεισμού από κράτη της Ευρωζώνης και ΔΝΤ, την ώρα που ο (έως πρότινος) πρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τόνιζε ότι οι γνωμοδοτήσεις πρέπει να προέρχονται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.
Το ζήτημα ξεκίνησε με επίκαιρη ερώτηση του Αλ. Τσίπρα προς τον πρωθυπουργό σχετικά με.....
τα "μικρά γράμματα" της δανειακής σύμβασης, τα δικηγορικά γραφεία που συνέβαλαν στη σύναψη του δανείου, τα λειτουργικά έξοδα που επιβαρύνουν την Ελλάδα, το πρόστιμο που θα πληρώσει αν θελήσει να αποπληρώσει νωρίτερα το δάνειο κ.ά. Στην απάντησή του στις 25 Ιουνίου ο Γιώργος Παπανδρέου διαβεβαίωσε τη Βουλή και τον πρόεδρο της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ ότι "υπήρξε η σύμβαση και φυσικά πήρε τη γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που επισυνάπτεται σε σχετικά έγγραφα που κατατέθηκαν στη Βουλή". Ο βουλευτής της Ν.Δ. Χρήστος Σταϊκούρας ζήτησε στις 28 Ιουνίου από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους τη γνωμοδότηση για τον μηχανισμό στήριξης. Όμως ο πρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αλέξανδρος Τζεφεράκος απάντησε (την επομένη, στις 29 Ιουνίου) ότι "δεν υφίσταται σχετικό ερώτημα, ούτε γνωμοδότηση σχετική με τον παραπάνω μηχανισμό". "Η οποιαδήποτε αναφορά σε τέτοια γνωμοδότηση οφείλεται σε παραδρομή ή παρανόηση", πρόσθεσε αφήνοντας ενδεχομένως αιχμές για τον πρωθυπουργό.
Η απάντηση και οι υπαινιγμοί του προέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους κρύβουν μια παρασκηνιακή μεθόδευση εκ μέρους της κυβέρνησης και συγκεκριμένα του υπουργείου Οικονομικών. Στις 6 Μαΐου το υπουργείο Οικονομικών ζήτησε από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους να δώσει εντολή σε δύο συγκεκριμένους συμβούλους, τον Φωκίωνα Γεωργακόπουλο και τη Στυλιανή Χαριτάκη να υπογράφουν τις γνωμοδοτήσεις για τις συμβάσεις δανεισμού.
Πρόταση του Γ. Παπακωνσταντίνου
Υπενθυμίζεται ότι ο Φ. Γεωργακόπουλος υπηρετούσε τότε στο υπουργείο Δικαιοσύνης και η Στ. Χαριτάκη στον Υπ. Οικονομικών. Στις 7 Μαϊου ο πρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αλ. Τζεφεράκος δίνει αρνητική απάντηση, θεωρώντας ότι δεν προβλέπεται η αντικατάσταση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους από δύο νομικούς συμβούλους του. Παρά ταύτα, οι δύο νομικοί σύμβουλοι του κράτους δίνουν τις απαραίτητες γνωμοδοτήσεις στις 11 Μαΐου. Και μ’ αυτή την μεθόδευση η κυβέρνηση πήρε το δάνειο…
Μάλιστα φαίνεται ότι υπήρξε έντονο παρασκήνιο ως προς τη γνωμοδότηση, καθώς οι Φ. Γεωργακόπουλος και Στ. Χαριτάκη στο κείμενό τους νιώθουν την ανάγκη να δηλώσουν (ή να διαβεβαιώσουν;) ότι έχουν δικαίωμα να συντάσσουν τη γνωμοδότηση!
Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Φ. Γεωργακόπουλος την 1η Ιουλίου, ύστερα από εισήγηση του εποπτεύοντος το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους υπουργού Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου, ο οποίος "ικανοποιήθηκε" από τη γνωμοδότηση που συνέταξε στις 11 Μαΐου, διορίσθηκε στη θέση του προέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Εμπλοκή στο Βατοπέδι
Υπενθυμίζεται ότι ο Φ. Γεωργακόπουλος ενεπλάκη και στο σκάνδαλο του Βατοπεδίου. Είχε καταθέσει στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής, ερχόμενος σε αντιπαράθεση με τον τότε πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αλ. Τζεφεράκο. Ο Φ. Γεωργακόπουλος είχε υποστηρίξει ότι ο Αλ. Τζεφεράκος ουσιαστικά χειραγώγησε τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους προκειμένου να γνωμοδοτήσουν τον Σεπτέμβριο του 2009 (δύο μέρες πριν την προκήρυξη των εκλογών…) πως πρέπει να κινηθεί νομικά το Δημόσιο ώστε να επανακτήσει όλα τα ακίνητα (ακόμα και όσα είχαν πουληθεί) από τη μονή Βατοπεδίου. Η απόφαση είχε βγει με 45 – 2 και ο Φ. Γεωργακόπουλος ήταν ο ένας από τους δύο νομικούς συμβούλους που εκτιμούσε ότι στα διεθνή δικαστήρια η μονή θα δικαιωνόταν.
Αυτή η πολιτική μεθόδευση δικαιώνει την πολιτική εκτίμηση του Αλ. Τσίπρα ότι "τελειώνει ο πολιτικός χρόνος της κυβέρνησης", κυρίως διότι δείχνει πόσο κυρίαρχη είναι η εξουσιαστική αντίληψη στην κυβέρνηση των "αντιεξουσιαστών στην εξουσία". Ενδεικτική της εξουσιαστικής αντίληψης είναι και η απάντηση της Άννας Διαμαντοπούλου στην κριτική που άσκησε ο πρόεδρος της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ για την παρουσία του Ανδρέα Λοβέρδου σε εκδήλωση ιδιωτικού εκπαιδευτηρίου που χρωστά στο ΙΚΑ 3 εκατ. ευρώ. "Είναι παράνομο;" ρώτησε η υπουργός Παιδείας ασπαζόμενη τη λογική που οδήγησε τον Γ. Βουλγαράκη εκτός πολιτικής… Η εξουσιαστική αντίληψη, συνεπικουρούμενη από τη "θατσερική μετάλλαξη" του ΠΑΣΟΚ, δεν μπορεί να κρυφτεί από τις πατριωτικές ρητορείες για τη σωτηρία της πατρίδας "
σας δίνω την απάντηση παραθέτοντας ένα δημοσίευμα της Εφημερίδας Αυγή για να γνωρίσουμε και να διατηρήσουμε στη μνήμη μας το παρασκήνιο αυτό προς πάσαν χρήσιν στο μέλλον (αρκεί να υπάρξει).
"Με ψεματάκια και ανακρίβειες ο πρωθυπουργός, απαντώντας στον Αλέξη Τσίπρα, ισχυρίστηκε ότι έχει γνωμοδότηση από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για τη δανειακή σύμβαση που υπέγραψε στο πλαίσιο του μηχανισμού στήριξης. Η αλήθεια είναι ότι είχε γνωμοδότηση δύο νομικών συμβούλων του κράτους, τους οποίους επέλεξε η κυβέρνηση.
Παράλληλα ερωτήματα εγείρει ο διορισμός του Φωκίωνα Γεωργακόπουλου στη θέση του προέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, καθώς είναι ένα από τα δύο μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που γνωμοδότησε για τη σύμβαση δανεισμού από κράτη της Ευρωζώνης και ΔΝΤ, την ώρα που ο (έως πρότινος) πρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τόνιζε ότι οι γνωμοδοτήσεις πρέπει να προέρχονται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.
Το ζήτημα ξεκίνησε με επίκαιρη ερώτηση του Αλ. Τσίπρα προς τον πρωθυπουργό σχετικά με.....
τα "μικρά γράμματα" της δανειακής σύμβασης, τα δικηγορικά γραφεία που συνέβαλαν στη σύναψη του δανείου, τα λειτουργικά έξοδα που επιβαρύνουν την Ελλάδα, το πρόστιμο που θα πληρώσει αν θελήσει να αποπληρώσει νωρίτερα το δάνειο κ.ά. Στην απάντησή του στις 25 Ιουνίου ο Γιώργος Παπανδρέου διαβεβαίωσε τη Βουλή και τον πρόεδρο της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ ότι "υπήρξε η σύμβαση και φυσικά πήρε τη γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που επισυνάπτεται σε σχετικά έγγραφα που κατατέθηκαν στη Βουλή". Ο βουλευτής της Ν.Δ. Χρήστος Σταϊκούρας ζήτησε στις 28 Ιουνίου από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους τη γνωμοδότηση για τον μηχανισμό στήριξης. Όμως ο πρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αλέξανδρος Τζεφεράκος απάντησε (την επομένη, στις 29 Ιουνίου) ότι "δεν υφίσταται σχετικό ερώτημα, ούτε γνωμοδότηση σχετική με τον παραπάνω μηχανισμό". "Η οποιαδήποτε αναφορά σε τέτοια γνωμοδότηση οφείλεται σε παραδρομή ή παρανόηση", πρόσθεσε αφήνοντας ενδεχομένως αιχμές για τον πρωθυπουργό.
Η απάντηση και οι υπαινιγμοί του προέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους κρύβουν μια παρασκηνιακή μεθόδευση εκ μέρους της κυβέρνησης και συγκεκριμένα του υπουργείου Οικονομικών. Στις 6 Μαΐου το υπουργείο Οικονομικών ζήτησε από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους να δώσει εντολή σε δύο συγκεκριμένους συμβούλους, τον Φωκίωνα Γεωργακόπουλο και τη Στυλιανή Χαριτάκη να υπογράφουν τις γνωμοδοτήσεις για τις συμβάσεις δανεισμού.
Πρόταση του Γ. Παπακωνσταντίνου
Υπενθυμίζεται ότι ο Φ. Γεωργακόπουλος υπηρετούσε τότε στο υπουργείο Δικαιοσύνης και η Στ. Χαριτάκη στον Υπ. Οικονομικών. Στις 7 Μαϊου ο πρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αλ. Τζεφεράκος δίνει αρνητική απάντηση, θεωρώντας ότι δεν προβλέπεται η αντικατάσταση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους από δύο νομικούς συμβούλους του. Παρά ταύτα, οι δύο νομικοί σύμβουλοι του κράτους δίνουν τις απαραίτητες γνωμοδοτήσεις στις 11 Μαΐου. Και μ’ αυτή την μεθόδευση η κυβέρνηση πήρε το δάνειο…
Μάλιστα φαίνεται ότι υπήρξε έντονο παρασκήνιο ως προς τη γνωμοδότηση, καθώς οι Φ. Γεωργακόπουλος και Στ. Χαριτάκη στο κείμενό τους νιώθουν την ανάγκη να δηλώσουν (ή να διαβεβαιώσουν;) ότι έχουν δικαίωμα να συντάσσουν τη γνωμοδότηση!
Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Φ. Γεωργακόπουλος την 1η Ιουλίου, ύστερα από εισήγηση του εποπτεύοντος το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους υπουργού Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου, ο οποίος "ικανοποιήθηκε" από τη γνωμοδότηση που συνέταξε στις 11 Μαΐου, διορίσθηκε στη θέση του προέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Εμπλοκή στο Βατοπέδι
Υπενθυμίζεται ότι ο Φ. Γεωργακόπουλος ενεπλάκη και στο σκάνδαλο του Βατοπεδίου. Είχε καταθέσει στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής, ερχόμενος σε αντιπαράθεση με τον τότε πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αλ. Τζεφεράκο. Ο Φ. Γεωργακόπουλος είχε υποστηρίξει ότι ο Αλ. Τζεφεράκος ουσιαστικά χειραγώγησε τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους προκειμένου να γνωμοδοτήσουν τον Σεπτέμβριο του 2009 (δύο μέρες πριν την προκήρυξη των εκλογών…) πως πρέπει να κινηθεί νομικά το Δημόσιο ώστε να επανακτήσει όλα τα ακίνητα (ακόμα και όσα είχαν πουληθεί) από τη μονή Βατοπεδίου. Η απόφαση είχε βγει με 45 – 2 και ο Φ. Γεωργακόπουλος ήταν ο ένας από τους δύο νομικούς συμβούλους που εκτιμούσε ότι στα διεθνή δικαστήρια η μονή θα δικαιωνόταν.
Αυτή η πολιτική μεθόδευση δικαιώνει την πολιτική εκτίμηση του Αλ. Τσίπρα ότι "τελειώνει ο πολιτικός χρόνος της κυβέρνησης", κυρίως διότι δείχνει πόσο κυρίαρχη είναι η εξουσιαστική αντίληψη στην κυβέρνηση των "αντιεξουσιαστών στην εξουσία". Ενδεικτική της εξουσιαστικής αντίληψης είναι και η απάντηση της Άννας Διαμαντοπούλου στην κριτική που άσκησε ο πρόεδρος της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ για την παρουσία του Ανδρέα Λοβέρδου σε εκδήλωση ιδιωτικού εκπαιδευτηρίου που χρωστά στο ΙΚΑ 3 εκατ. ευρώ. "Είναι παράνομο;" ρώτησε η υπουργός Παιδείας ασπαζόμενη τη λογική που οδήγησε τον Γ. Βουλγαράκη εκτός πολιτικής… Η εξουσιαστική αντίληψη, συνεπικουρούμενη από τη "θατσερική μετάλλαξη" του ΠΑΣΟΚ, δεν μπορεί να κρυφτεί από τις πατριωτικές ρητορείες για τη σωτηρία της πατρίδας "
H EIΣΒΟΛΗ ΤΟΥ Δ΄ΡΑΪΧ(ΜΕΡΟΣ Β΄)
Αυτό είναι το κείμενο ντροπής του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,δηλαδή της νομικής γνωμοδότησης που οι δανειστές μας επέβαλαν ,προκειμένου να νομιμοποιήσουν την απολύτως αντίθετη με το Σύνταγμά μας, το διεθνές δίκαιο, το Ευρωπαϊκό δίκαιο και την Ευρωπαϊκή σύμβαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων λεόντεια σύμβασή τους.Στο τρίτο μέρος που θ΄ακολουθήσει θα σας εξηγήσω περιληπτικά τους λόγους που το κείμενο αυτό είναι ,κατά την άποψή μου και κατά την άποψη έγκριτων νομικών,η ταφόπλακα της εθνικής μας κυριαρχίας και της αξιοπρέπειάς μας.ΔΙαβάστε όσο μπορείτε πιό προσεκτικά τα έντονα σημεία και καλόν θα ήταν καθένας να ερευνήσει,ώστε να γνωρίζει τα ονόματα των επιστημόνων αυτών που καταπάτησαν α)τον όρκο που έδωσαν αποφοιτήσαντες από τη Νομική σχολή , ήτοι:
:"
Από του ιερού περιβόλου του σεπτού τούτου τεμένους των Μουσών εξερχόμενος κατ’ επιστήμην βιώσομαι, ασκών ταύτην δίκην θρησκείας εν πνεύματι και αληθεία. Ούτω χρήσιμον εμαυτόν καταστήσω προς άπαντας τους δεομένους της εμής αρωγής και εν πάση ανθρώπων κοινωνία αεί προς ειρήνην και χρηστότητα ηθών συντελέσω βαίνων εν ευθεία του βίου οδώ, προς την αλήθειαν και το δίκαιον αποβλέπων και τον βίον ανυψών εις τύπον αρετής υπό την σκέπην της Σοφίας. Ταύτην την επαγγελία επιτελούντι είη μοι συν ταις ευχαίς των εμών διδασκάλων ο Θεός βοηθός εν τω βίω
και β) τον όρκο που έδωσαν αργότερα ως δικηγόροι:
«Ορκίζομαι να φυλάττω πίστην εις την Πατρίδα, υπακοήν εις το Σύνταγμα και τους νόμους του Κράτους και να εκπληρώ τιμίως και ευσυνειδήτως τα καθήκοντά μου».
Θέμα: Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης μεταξύ ορισμένων Κρατών Μελών της Ευρωζώνης και της KfW (ως Δανειστών) και της Ελληνικής Δημοκρατίας (ως Δανειολήπτη) και της Τράπεζας της Ελλάδας (ως Αντιπροσώπου του Δανειολήπτη) που υπεγράφη την [•] 2010
Αγαπητοί κύριοι,
Με την ιδιότητά μας του Νομικού Συμβούλου του Κράτους του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Νομικού Συμβούλου του Κράτους του Υπουργείου Οικονομικών, αναφερόμαστε στην εν θέματι Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης και τα Παραρτήματά της που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτής (εφεξής αναφερόμενη ως η «Σύμβαση"), που συνάφθηκε, μεταξύ άλλων, μεταξύ ορισμένων Κρατών Μελών της Ευρωζώνης και της KfW (στο εξής οι "Δανειστές") και της Ελληνικής Δημοκρατίας (στο εξής ο «Δανειολήπτης»), την [•]. Επίσης, αναφερόμαστε στο Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής πολιτικής, Μνημόνιο για τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης (στο εξής αναφερόμενα μαζί ως «Μνημόνιο Συνεννόησης»).
Δηλώνουμε ότι έχουμε πλήρη αρμοδιότητα για την έκδοση αυτής της νομικής γνωμοδότησης σε σχέση με τη Σύμβαση για λογαριασμό του Δανειολήπτη.
Έχουμε διακριβώσει τα πρωτότυπα της Σύμβασης και του Μνημονίου Συνεννόησης. Έχουμε επίσης ελέγξει τις σχετικές διατάξεις του εθνικού και διεθνούς δικαίου που διέπουν το Δανειολήπτη και τον Αντιπρόσωπο του Δανειολήπτη, τις εξουσιοδοτήσεις προς υπογραφή, καθώς και κάθε άλλο έγγραφο, που κρίναμε αναγκαίο ή κατάλληλο. Επιπλέον, έχουμε διενεργήσει κάθε άλλη έρευνα και έχουμε εξετάσει κάθε νομικό ζήτημα, που κρίναμε ως σχετικό με την έκφραση της παρούσας γνώμης.
Τεκμαίρονται ως αληθείς (α) η γνησιότητα όλων των υπογραφών (εκτός των υπογραφών του Δανειολήπτη και του Αντιπροσώπου του Δανειολήπτη) και η συμφωνία όλων των αντιγράφων με τα πρωτότυπα, (β) η ικανότητα και αρμοδιότητα σύναψης της Σύμβασης και η έγκυρη εξουσιοδότηση και υπογραφή από κάθε συμβαλλόμενο μέρος εκτός του Δανειολήπτη και του Αντιπροσώπου του Δανειολήπτη και γ) η εγκυρότητα, δεσμευτική ισχύς και εκτελεστότητα της Σύμβασης για κάθε συμβαλλόμενο μέρος σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο.
Οι όροι που χρησιμοποιούνται και για τους οποίους δεν δίνονται ορισμοί στην παρούσα γνωμοδότηση έχουν την έννοια που έχει καθορισθεί στη Σύμβαση και στο Μνημόνιο Συνεννόησης.
Η γνωμοδότηση αυτή περιορίζεται στο ελληνικό δίκαιο όπως αυτό ισχύει κατά την ημερομηνία της γνωμοδότησης αυτής.
Με την επιφύλαξη των ανωτέρω, η γνώμη μας είναι ότι:
1.
Κατ’ εφαρμογή των νομοθετικών, κανονιστικών και νομικά δεσμευτικών αποφάσεων που ισχύουν σήμερα στην Ελληνική Δημοκρατία, ο Δανειολήπτης, σε εκτέλεση της Σύμβασης και του Μνημονίου Συνεννόησης από τον […ονοματεπώνυμο], Υπουργό Οικονομικών, έχει έγκυρα και αμετάκλητα δεσμευθεί να εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις του στο πλαίσιο αυτό. Ειδικότερα, οι διατάξεις της Σύμβασης που αφορούν την προκαταβολή Δανείων είναι απολύτως έγκυρες.
2.
Η εκ μέρους του Δανειολήπτη εφαρμογή, αποδοχή και καλή εκτέλεση της Σύμβασης και του Μνημονίου Συνεννόησης: (i) έχουν πλήρως εγκριθεί με το σύνολο των απαραίτητων συγκαταθέσεων, ενεργειών, εγκρίσεων και εξουσιοδοτήσεων και (ii) δεν έχουν και δεν πρόκειται να παραβιάσουν οποιονδήποτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου ή απόφαση αρμόδιας αρχής ή οποιαδήποτε δεσμευτική συμφωνία ή συνθήκη.
3.
Καμία διάταξη στη Σύμβαση αυτή δεν αντιβαίνει ή περιορίζει τα δικαιώματα του Δανειολήπτη να προβαίνει σε έγκαιρη και πραγματική πληρωμή για οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό ως κεφάλαιο, τόκο ή άλλη επιβάρυνση στο πλαίσιο της Σύμβασης.
4.
Η Σύμβαση και το Μνημόνιο Συνεννόησης είναι στην κατάλληλη νομική μορφή, σύμφωνα με την Ελληνική νομοθεσία, για την εφαρμογή κατά του Δανειολήπτη και του Αντιπροσώπου του Δανειολήπτη. Η εφαρμογή της Σύμβασης δεν είναι αντίθετη με κανόνες δημόσιας τάξης του ελληνικού δικαίου, με τη δημόσια τάξη στην Ελληνική Δημοκρατία, με τις διεθνείς συνθήκες ή τις γενικώς παραδεδεγμένες αρχές του διεθνούς δικαίου που δεσμεύουν τον Δανειολήπτη.
5.
Προκειμένου να διασφαλισθεί η νομιμότητα, η εγκυρότητα ή εκτελεστότητα της Σύμβασης και του Μνημονίου Συνεννόησης, δεν είναι απαραίτητο αυτά να κατατεθούν, καταχωρηθούν ή εγγραφούν σε οποιαδήποτε δικαστική ή άλλη αρχή στην Ελληνική Δημοκρατία.
6.
Δεν οφείλονται φόροι, τέλη ή άλλες επιβαρύνσεις που επιβάλλονται από την Ελληνική Δημοκρατία ή οποιαδήποτε φορολογική αρχή αυτής ή εντός αυτής για την εκτέλεση και συμμόρφωση προς τη Σύμβαση ούτε για την πληρωμή ή μεταβίβαση κεφαλαίου, τόκων, προμηθειών και άλλων δαπανών που οφείλονται δυνάμει της Σύμβασης.
7.
Δεν απαιτείται έλεγχος συναλλάγματος και δεν οφείλεται χρέωση ή άλλη προμήθεια για τη μεταβίβαση οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού βάσει της Σύμβασης.
8.
Η συνυπογραφή της Σύμβασης και του Μνημονίου Συνεννόησης από τον […ονοματεπώνυμο], Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, δεσμεύει νόμιμα και έγκυρα τον Αντιπρόσωπο του Δανειολήπτη.
9.
Ο ορισμός του αγγλικού δικαίου ως εφαρμοστέου δικαίου για την Σύμβαση αποτελεί έγκυρη επιλογή δικαίου, που δεσμεύει το Δανειολήπτη σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο.
10.
Ο Δανειολήπτης υπάγεται νόμιμα, αποτελεσματικά και αμετάκλητα στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε σχέση με τη Σύμβαση και κάθε απόφαση του δικαστηρίου αυτού θα είναι οριστική και εκτελεστή στην Ελληνική Δημοκρατία.
11.
Ούτε ο Δανειολήπτης ούτε τα περιουσιακά του στοιχεία έχουν ασυλία λόγω εθνικής κυριαρχίας ή διαφορετικά λόγω της δικαιοδοσίας, κατάσχεσης – συντηρητικής ή αναγκαστικής - ή αναγκαστικής εκτέλεσης σε σχέση με οποιαδήποτε ενέργεια ή διαδικασία σχετικά με τη Σύμβαση.
12.
Η εφαρμογή της Σύμβασης και του Μνημονίου Συνεννόησης πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις των […αναφορά των διατάξεων του εθνικού δικαίου].
13.
Η Σύμβαση και το Μνημόνιο Συνεννόησης έχουν κυρωθεί νόμιμα σύμφωνα με τις διατάξεις των […αναφορά των διατάξεων του εθνικού δικαίου].
14.
Εν κατακλείδι, η Σύμβαση και το Μνημόνιο Συνεννόησης έχουν νομίμως συναφθεί/εκτελεσθεί εκ μέρους του Δανειολήπτη και όλες οι υποχρεώσεις του Δανειολήπτη αναφορικά με τη Σύμβαση και το Μνημόνιο Συνεννόησης είναι έγκυρες, δεσμευτικές και εκτελεστές σύμφωνα με τους όρους τους και δεν απαιτείται κάτι επιπλέον για να τεθούν αυτά σε εφαρμογή.
Ο Νομικός Σύμβουλος του Κράτους του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ο Νομικός Σύμβουλος του Κράτους του Υπουργείου Οικονομικών
Αυτό είναι το κείμενο ντροπής του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,δηλαδή της νομικής γνωμοδότησης που οι δανειστές μας επέβαλαν ,προκειμένου να νομιμοποιήσουν την απολύτως αντίθετη με το Σύνταγμά μας, το διεθνές δίκαιο, το Ευρωπαϊκό δίκαιο και την Ευρωπαϊκή σύμβαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων λεόντεια σύμβασή τους.Στο τρίτο μέρος που θ΄ακολουθήσει θα σας εξηγήσω περιληπτικά τους λόγους που το κείμενο αυτό είναι ,κατά την άποψή μου και κατά την άποψη έγκριτων νομικών,η ταφόπλακα της εθνικής μας κυριαρχίας και της αξιοπρέπειάς μας.ΔΙαβάστε όσο μπορείτε πιό προσεκτικά τα έντονα σημεία και καλόν θα ήταν καθένας να ερευνήσει,ώστε να γνωρίζει τα ονόματα των επιστημόνων αυτών που καταπάτησαν α)τον όρκο που έδωσαν αποφοιτήσαντες από τη Νομική σχολή , ήτοι:
:"
Από του ιερού περιβόλου του σεπτού τούτου τεμένους των Μουσών εξερχόμενος κατ’ επιστήμην βιώσομαι, ασκών ταύτην δίκην θρησκείας εν πνεύματι και αληθεία. Ούτω χρήσιμον εμαυτόν καταστήσω προς άπαντας τους δεομένους της εμής αρωγής και εν πάση ανθρώπων κοινωνία αεί προς ειρήνην και χρηστότητα ηθών συντελέσω βαίνων εν ευθεία του βίου οδώ, προς την αλήθειαν και το δίκαιον αποβλέπων και τον βίον ανυψών εις τύπον αρετής υπό την σκέπην της Σοφίας. Ταύτην την επαγγελία επιτελούντι είη μοι συν ταις ευχαίς των εμών διδασκάλων ο Θεός βοηθός εν τω βίω
και β) τον όρκο που έδωσαν αργότερα ως δικηγόροι:
«Ορκίζομαι να φυλάττω πίστην εις την Πατρίδα, υπακοήν εις το Σύνταγμα και τους νόμους του Κράτους και να εκπληρώ τιμίως και ευσυνειδήτως τα καθήκοντά μου».
Θέμα: Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης μεταξύ ορισμένων Κρατών Μελών της Ευρωζώνης και της KfW (ως Δανειστών) και της Ελληνικής Δημοκρατίας (ως Δανειολήπτη) και της Τράπεζας της Ελλάδας (ως Αντιπροσώπου του Δανειολήπτη) που υπεγράφη την [•] 2010
Αγαπητοί κύριοι,
Με την ιδιότητά μας του Νομικού Συμβούλου του Κράτους του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Νομικού Συμβούλου του Κράτους του Υπουργείου Οικονομικών, αναφερόμαστε στην εν θέματι Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης και τα Παραρτήματά της που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτής (εφεξής αναφερόμενη ως η «Σύμβαση"), που συνάφθηκε, μεταξύ άλλων, μεταξύ ορισμένων Κρατών Μελών της Ευρωζώνης και της KfW (στο εξής οι "Δανειστές") και της Ελληνικής Δημοκρατίας (στο εξής ο «Δανειολήπτης»), την [•]. Επίσης, αναφερόμαστε στο Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής πολιτικής, Μνημόνιο για τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης (στο εξής αναφερόμενα μαζί ως «Μνημόνιο Συνεννόησης»).
Δηλώνουμε ότι έχουμε πλήρη αρμοδιότητα για την έκδοση αυτής της νομικής γνωμοδότησης σε σχέση με τη Σύμβαση για λογαριασμό του Δανειολήπτη.
Έχουμε διακριβώσει τα πρωτότυπα της Σύμβασης και του Μνημονίου Συνεννόησης. Έχουμε επίσης ελέγξει τις σχετικές διατάξεις του εθνικού και διεθνούς δικαίου που διέπουν το Δανειολήπτη και τον Αντιπρόσωπο του Δανειολήπτη, τις εξουσιοδοτήσεις προς υπογραφή, καθώς και κάθε άλλο έγγραφο, που κρίναμε αναγκαίο ή κατάλληλο. Επιπλέον, έχουμε διενεργήσει κάθε άλλη έρευνα και έχουμε εξετάσει κάθε νομικό ζήτημα, που κρίναμε ως σχετικό με την έκφραση της παρούσας γνώμης.
Τεκμαίρονται ως αληθείς (α) η γνησιότητα όλων των υπογραφών (εκτός των υπογραφών του Δανειολήπτη και του Αντιπροσώπου του Δανειολήπτη) και η συμφωνία όλων των αντιγράφων με τα πρωτότυπα, (β) η ικανότητα και αρμοδιότητα σύναψης της Σύμβασης και η έγκυρη εξουσιοδότηση και υπογραφή από κάθε συμβαλλόμενο μέρος εκτός του Δανειολήπτη και του Αντιπροσώπου του Δανειολήπτη και γ) η εγκυρότητα, δεσμευτική ισχύς και εκτελεστότητα της Σύμβασης για κάθε συμβαλλόμενο μέρος σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο.
Οι όροι που χρησιμοποιούνται και για τους οποίους δεν δίνονται ορισμοί στην παρούσα γνωμοδότηση έχουν την έννοια που έχει καθορισθεί στη Σύμβαση και στο Μνημόνιο Συνεννόησης.
Η γνωμοδότηση αυτή περιορίζεται στο ελληνικό δίκαιο όπως αυτό ισχύει κατά την ημερομηνία της γνωμοδότησης αυτής.
Με την επιφύλαξη των ανωτέρω, η γνώμη μας είναι ότι:
1.
Κατ’ εφαρμογή των νομοθετικών, κανονιστικών και νομικά δεσμευτικών αποφάσεων που ισχύουν σήμερα στην Ελληνική Δημοκρατία, ο Δανειολήπτης, σε εκτέλεση της Σύμβασης και του Μνημονίου Συνεννόησης από τον […ονοματεπώνυμο], Υπουργό Οικονομικών, έχει έγκυρα και αμετάκλητα δεσμευθεί να εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις του στο πλαίσιο αυτό. Ειδικότερα, οι διατάξεις της Σύμβασης που αφορούν την προκαταβολή Δανείων είναι απολύτως έγκυρες.
2.
Η εκ μέρους του Δανειολήπτη εφαρμογή, αποδοχή και καλή εκτέλεση της Σύμβασης και του Μνημονίου Συνεννόησης: (i) έχουν πλήρως εγκριθεί με το σύνολο των απαραίτητων συγκαταθέσεων, ενεργειών, εγκρίσεων και εξουσιοδοτήσεων και (ii) δεν έχουν και δεν πρόκειται να παραβιάσουν οποιονδήποτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου ή απόφαση αρμόδιας αρχής ή οποιαδήποτε δεσμευτική συμφωνία ή συνθήκη.
3.
Καμία διάταξη στη Σύμβαση αυτή δεν αντιβαίνει ή περιορίζει τα δικαιώματα του Δανειολήπτη να προβαίνει σε έγκαιρη και πραγματική πληρωμή για οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό ως κεφάλαιο, τόκο ή άλλη επιβάρυνση στο πλαίσιο της Σύμβασης.
4.
Η Σύμβαση και το Μνημόνιο Συνεννόησης είναι στην κατάλληλη νομική μορφή, σύμφωνα με την Ελληνική νομοθεσία, για την εφαρμογή κατά του Δανειολήπτη και του Αντιπροσώπου του Δανειολήπτη. Η εφαρμογή της Σύμβασης δεν είναι αντίθετη με κανόνες δημόσιας τάξης του ελληνικού δικαίου, με τη δημόσια τάξη στην Ελληνική Δημοκρατία, με τις διεθνείς συνθήκες ή τις γενικώς παραδεδεγμένες αρχές του διεθνούς δικαίου που δεσμεύουν τον Δανειολήπτη.
5.
Προκειμένου να διασφαλισθεί η νομιμότητα, η εγκυρότητα ή εκτελεστότητα της Σύμβασης και του Μνημονίου Συνεννόησης, δεν είναι απαραίτητο αυτά να κατατεθούν, καταχωρηθούν ή εγγραφούν σε οποιαδήποτε δικαστική ή άλλη αρχή στην Ελληνική Δημοκρατία.
6.
Δεν οφείλονται φόροι, τέλη ή άλλες επιβαρύνσεις που επιβάλλονται από την Ελληνική Δημοκρατία ή οποιαδήποτε φορολογική αρχή αυτής ή εντός αυτής για την εκτέλεση και συμμόρφωση προς τη Σύμβαση ούτε για την πληρωμή ή μεταβίβαση κεφαλαίου, τόκων, προμηθειών και άλλων δαπανών που οφείλονται δυνάμει της Σύμβασης.
7.
Δεν απαιτείται έλεγχος συναλλάγματος και δεν οφείλεται χρέωση ή άλλη προμήθεια για τη μεταβίβαση οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού βάσει της Σύμβασης.
8.
Η συνυπογραφή της Σύμβασης και του Μνημονίου Συνεννόησης από τον […ονοματεπώνυμο], Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, δεσμεύει νόμιμα και έγκυρα τον Αντιπρόσωπο του Δανειολήπτη.
9.
Ο ορισμός του αγγλικού δικαίου ως εφαρμοστέου δικαίου για την Σύμβαση αποτελεί έγκυρη επιλογή δικαίου, που δεσμεύει το Δανειολήπτη σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο.
10.
Ο Δανειολήπτης υπάγεται νόμιμα, αποτελεσματικά και αμετάκλητα στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε σχέση με τη Σύμβαση και κάθε απόφαση του δικαστηρίου αυτού θα είναι οριστική και εκτελεστή στην Ελληνική Δημοκρατία.
11.
Ούτε ο Δανειολήπτης ούτε τα περιουσιακά του στοιχεία έχουν ασυλία λόγω εθνικής κυριαρχίας ή διαφορετικά λόγω της δικαιοδοσίας, κατάσχεσης – συντηρητικής ή αναγκαστικής - ή αναγκαστικής εκτέλεσης σε σχέση με οποιαδήποτε ενέργεια ή διαδικασία σχετικά με τη Σύμβαση.
12.
Η εφαρμογή της Σύμβασης και του Μνημονίου Συνεννόησης πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις των […αναφορά των διατάξεων του εθνικού δικαίου].
13.
Η Σύμβαση και το Μνημόνιο Συνεννόησης έχουν κυρωθεί νόμιμα σύμφωνα με τις διατάξεις των […αναφορά των διατάξεων του εθνικού δικαίου].
14.
Εν κατακλείδι, η Σύμβαση και το Μνημόνιο Συνεννόησης έχουν νομίμως συναφθεί/εκτελεσθεί εκ μέρους του Δανειολήπτη και όλες οι υποχρεώσεις του Δανειολήπτη αναφορικά με τη Σύμβαση και το Μνημόνιο Συνεννόησης είναι έγκυρες, δεσμευτικές και εκτελεστές σύμφωνα με τους όρους τους και δεν απαιτείται κάτι επιπλέον για να τεθούν αυτά σε εφαρμογή.
Ο Νομικός Σύμβουλος του Κράτους του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ο Νομικός Σύμβουλος του Κράτους του Υπουργείου Οικονομικών
... Με τον Ιούνιο όμως συμπίπτει η ακμή του καλοκαιριού, οι θερινές ροπές τουηλίου, που θεωρούνται σημαντική και ορισμένες φορές επικίνδυνη καμπή τουχρόνου.[...] Όσα αρχαία έθιμα ανάγονται στις θερινές τροπές του ηλίου συνδέθηκαν με το Γενέθλιον του Ιωάννου του Πρόδρομου (24 Ιουνίου).
Η συσχέτιση δεν έγινε χωρίς λόγο. Κατά τον ευαγγελιστή Λουκά (1,26-36) ο Ιωάννης ο Πρόδρομος ήταν έξι μήνες μεγαλύτερος από τον Ιησού. Αφού λοιπόν η γέννηση του Χριστού ορίστηκε από την εκκλησία στις 25 Δεκεμβρίου, δηλαδή κατά τις χειμερινές τροπές του ηλίου, επόμενο ήταν το Γενέθλιον του Ιωάννου τουΠροδρόμου να συμπέσει με την 24 Ιουνίου, δηλαδή κατά τις θερινές τροπές τουηλίου...[...]" (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")
Τα ηλιοστάσια ( ήλιος + στάση, ίσταμαι=στέκομαι) ή ηλιοτρόπια (ήλιος + τροπή, τρέπομαι) είναι τα σημεία της εκλειπτικής τα έχοντα την μέγιστη απόσταση από τον ισημερινό, δηλαδή όταν ο ήλιος βρίσκεται σε αυτά έχει τη μέγιστη αυτού απόκλιση. Ονομάστηκαν δε έτσι, γιατί ο ήλιος κινούμενος επί της εκλειπτικής απομακρύνεται διαρκώς από τον ισημερινό μέχρις ότου φθάσει στα ηλιοστάσια, οπότε και έχει τη μέγιστη απόκλιση. Εκεί στέκεται και αρχίζει να τρέπεται πάλι προς τον ισημερινό.
"[...] Σε πολλά μέρη η γιορτή λέγεται κοινώς τ'αϊ-Γιαννιού του Λιοτροπιού(Κύθνος) ή Λιτροπίου (Κύμη) ή Λουτρόπου (Σινώπη) ή Αλιτροπιού (Λέσβος) και επικρατεί η πίστη ότι ο ήλιος της μέρας αυτής "τρέμει ή γυρίζει και είναι θαμπερός". Γι'αυτό σηκώνονται πρωί, για να δουν τον ήλιο που γυρίζει σα μύλος ή σαν τροχός (π.χ. στην Κομοτηνή της Θράκης). Στη Σινώπη μάλιστα διανυκτέρευαν κατά ομάδες τρώγοντας, πίνοντας και χορεύοντας όλη τη νύχτα και το πρωί, μόλις χάραζε, έβαζαν τη μαγείρισσα μες στο καζάνι, περνούσαν ξύλα από τα χέρια του καζανιού και τη σηκώναν τέσσερις. Οι άλλοι χορεύαν και με το χορό πηγαίνανε ως τη Φοινικίδα [εξοχή της Σινώπης]. Εκεί περιμένανε να βγει ο ήλιος, να δούνε τον ήλιο πως γυρνά εκείνη τη μέρα και βγαίνει. Πάλι με το χορό γύριζαν πίσω και πήγαιναν στην εκκλησιά.
Στα Νένητα Χίου άμα εξέλθουν της εκκλησίας, συνέρχονται καθ'ομάδας εις τ'αλώνια και, αφού φάγωσι διάφορα οπωρικά, αρχίζουν να συστρέφονται (να κουρδουβαλίζουν) μέχρι της μεσημβρίας.
Στην Οινόη Πόντου, μικροί παίδες περιέρχονται τας οικίας και ρίπτοντες εις αυτά λαλάτσια (λιθαράκια) επάδουσι εν χορώ: "Τρόπου, τρόπου, ήλιε, που γυρίζουν τα λαλάτσια, σα μέτερα και σα σέτερα..."
Το ηλιακό αυτό φαινόμενο ήταν φυσικό να προκαλέσει και δεισιδαιμονικούς φόβους και γενικές απαγορεύσεις. Έτσι τη μέρα αυτή δεν αρχίζουν καμιά δουλειά, επειδή, όπως λέγουν, είναι λιτρόπι. Και:
όποια μέρα πέσει το Λιοτρόπι τ'Αϊ-Γιαννιού τη φυλάνε όλο το χρόνο' δεν κάνουν γάμους, δεν κόβουν ρούχα, δεν φυτεύουν, δεν αρχίζουν σπορά. Είναι κακιά μέρα κι ό,τι αρχινήσεις, δεν πάει εμπρός (Σκύρος).
Χαρακτηριστικό έθιμο της γιορτής είναι, όπως γνωρίζουμε, οι φωτιές τ'Αϊ-Γιαννιού (κοινώς: φανοί, οφανοί, αφανοί, καλαφωνοί, κ.τ.λ.), από τις οποίες ο άγιος λέγεται και Φανιστής (Χίος) ή Λαμπαδάρης (Αθήνα) ή Λαμπροφόρος(Κύπρος). Την παραμονή δηλαδή ανάβουν στους δρόμους ή μπροστά από κάθε σπίτι με καλαμιές ή παλιοκοφίνια μια ή τρεις φωτιές, τις οποίες πηδούν, ενώ ταυτόχρονα λέγουν: Όξω ψύλλοι και κοριοί, μέσα η ρόγα η χρυσή (Λήμνος) ή Να πηδήσω τη φωτιά, μη με πιάσ' η αρρώστια (Πυλία). Στην Κάρπαθο οι γυναίκες καθώς πηδούν τους καλαφωνούς, αναφωνούν: "το (β)άρος μου μετάξι" ή το "(β)άρος μου νά'ναι μάλαμα για το σπίτι". Αλλά την έννοια του εθίμου αποδίδει η αναφώνηση: "Αφήνω τον κακό χρόνο και πάω στον καλύτερο".
Αν θυμηθούμε την ανάλογη αρχαία φράση "Έφυγον κακόν, εύρον άμεινον",καταλαβαίνουμε την αρχική σημασία του πηδήματος των φωτιών: να καθαρθούν δηλαδή με τη δύναμη της φωτιάς οι άνθρωποι και απαλλαγμένοι από κάθε κακό να μπουν καθαροί και ακμαίοι στη νέα περίοδο του χρόνου (έθιμο καθαρτήριο και διαβατήριο).[...]
Σε πολλά μέρη στη φωτιά ρίχνουν το στεφάνι της Πρωτομαγιάς ή το στεφάνι τουΆϊ-Γιάννη της περασμένης χρονιάς, ενώ τη στάχτη τη μεταχειρίζονται για αποτρεπτικούς και μαντευτικούς σκοπούς.[...]" (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")
"Δεν ξεχνάει βέβαια κανείς την πυρολατρική καταγωγή της "φωτιάς" ούτε την ηλιολατρική τοποθέτηση του εθίμου γύρω από τις θερινές ηλιακές τροπές. Βασικά όμως πρέπει να σκεφτόμαστε τη συμβολική έννοια του "καθαρμού", που έχει η φωτιά αυτή, όπως όλες οι φωτιές (ακόμη και με τη χριστιανική αντίληψη), και που έφτασε να γεννάει την πίστη ότι, αν αναφτεί σ'ένα ξάγναντο, μπορεί να επιδράσει ευεργετικά σ'όλη την περιοχή που φωτίζει....[...]
Ένα έθιμο που κατάφερε τόσους αιώνες, παρ'όλες τις συχνές "πολεμικές", να επιζήσει, δεν είναι δικαίωμα της δικής μας γενιάς να το σβήσει. Έχουμε χρέος όχι μόνο να το ανεχόμαστε αλλά και να το βοηθούμε στις εκδηλώσεις του. Στην εποχή μας μάλιστα, με το μηχανικό ρυθμό και τις πολύπλυρες υπερφροντίδες, είναι παρήγορη η παρουσία ενός χαρούμενου και διαχρονικού εθίμου, που ενώνει αιώνες και γενιές.
Οι φωτιές που θ'αναφτούν αύριο το βράδυ στις πολιτείες και στα χωριά μας θα είναι ένας συγκινητικός δεσμός του σήμερα με το χθες. Τα μάτια των παιδιών, που θα λάμπουν χαρούμενα μπροστά στις φλόγες, τα μάτια των μεγάλων που θα τα παρακολουθούν στα πηδήματά τους, θα είναι μια ωραία παραδοσιακή προσοχή σε μια σχεδόν πανανθρώπινη γιορτή. Δεν είναι μικρή δουλειά να σκέφτεσαι, ότι ανάβοντας μια μικρή φωτιά έξω από το σπίτι σου, συνδέεσε με τους αιώνες που πέρασαν, έστω και με τους κοντινούς σου προγόνους, καθώς και με πολλούς άλλους λαούς, που την ίδια ώρα ανάβουν τη φωτιά της ημερομηνίας αυτής και χαίρονται παρόμοια το θέαμα και το συμβολισμό της..." (Δημ. Λουκάτου, "Τα καλοκαιρινά")
"[...] Σε μια τόσο σημαντική καμπή του χρόνου φυσικό είναι να θέλει κανείς να ρίξει ένα βλέμμα στο μέλλον. Είναι λοιπόν πάρα πολλές οι μαντείες της παραμονής και της 24 Ιουνίου. Ο λαός μάλιστα πιστεύει, ότι ο αϊ-Γιάννης φέρνει τύχες' για αυτό "έπρεπε από την παραμονή να ξεσκονίσουν, να σφουγγαρίσουν, να περιμένουν τις τύχεις" (Σινώπη). Γι' αυτό ο άϊ-Γιάννης λέγεται και Ριζικάρης. Και επειδή ο συνηθέστερος τρόπος, με τον οποίο ο Άγιος φανερώνει το ριζικό, δηλαδή την τύχη του κάθε ανθρώπου, είναι ο κλήδονας, ονομάζεται και άι-Γιάννης ο Κλήδονας (Νάξος) ή Ριζικάρης. [...] (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")
Αναφέρει το σπουδαίο "Μέγα λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης", του Δημητράκου:
κληδών: "Το δε κληδών ουκ έχει το ιώτα, επειδή ουκ έστιν από του κληϊζω, αλλ' από τουκλω, του σημαίνοντος το καλώ, γέγονε κλήσω και κληδών", φήμη, φωνή περιέχουσα πρόρρησιν, μήνυμα, υπόδειξιν περί μέλλοντος, γεν. φωνή, ρήσις μαντική, παρ' Ομήρω εν τη σημασία ευτυχίας μήνυμα εκ λόγου συναγόμενον: Οδ.Σ 117 "Χαίρεν δε κλεηδόνι δίος Οδυσσεύς"..[...], Παυσ.9,11,17, "μαντικήν δε καθέστηκεν αυτόθι από κληδόνων", 2) είδησις, αγγελία, φήμη περί τινός, διάδοσις [...], 3)φήμη ένδοξος, κλέος, ξάκουσμα..[...] κ.λ.π
Αμέτρητα τα έθιμα για τη μέρες τούτες, τις μέρες του θερινού ηλιοστασίου, τις μέρες του άι-Γιάννη του Λαμπαδάρη, του Λιοτρόπου, του Κλήδονα.. αμέτρητες οιπαραλλαγές, αλλά και οι καταγραφές τους.. όλες όμως με κοινή ρίζα στα βάθη των αιώνων..
Αναφέρει ακόμη ο λαογράφος Γεώργιος Μέγας τα κυριότερα είδη αυτής της μαντικής που λάμβανε χώρα αυτή τη μέρα: Την ονειρομαντεία με την αρμυροκουλούρα που παρασκευαζόταν με το αμίλητο νερό κι αλεύρι παρμένο από τρεις Μαρίες, την τεφρομαντεία με στάχτη από τρεις φωτιές, την κατοπτρομαντεία, τη μολυβδομαντεία, την αυγομαντεία, την υδατομαντεία, κ.λ.π
Παραθέτει, επιπλέον, άλλες συνήθειες των ημερών αυτών, όπως τη συλλογή λουλουδιών, των λεγομένων "αγιάννηδων" και το κρέμασμα μπουκέτου ή στεφάνου στα σπίτια, τους αγυρμούς παιδιών που κρατούν λουλούδια ("καλογιάννηδες") κι ένα δοχείο νερό και χορεύοντας και τραγουδώντας, ρίχνουν νερό στα καλύβια, την έναρξη των μπάνιων στη θάλασσα, τη συγκομιδή ρίγανης (άι-Γιάννης Ριγανάς) κι άλλα πολλά κι ενδιαφέροντα, αλλά, δυστυχώς, ξεχασμένα..
Γι΄ακόμη περισσότερα περί Λιοτροπιού στο firiki pblogs.gr)
Η συσχέτιση δεν έγινε χωρίς λόγο. Κατά τον ευαγγελιστή Λουκά (1,26-36) ο Ιωάννης ο Πρόδρομος ήταν έξι μήνες μεγαλύτερος από τον Ιησού. Αφού λοιπόν η γέννηση του Χριστού ορίστηκε από την εκκλησία στις 25 Δεκεμβρίου, δηλαδή κατά τις χειμερινές τροπές του ηλίου, επόμενο ήταν το Γενέθλιον του Ιωάννου τουΠροδρόμου να συμπέσει με την 24 Ιουνίου, δηλαδή κατά τις θερινές τροπές τουηλίου...[...]" (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")
Τα ηλιοστάσια ( ήλιος + στάση, ίσταμαι=στέκομαι) ή ηλιοτρόπια (ήλιος + τροπή, τρέπομαι) είναι τα σημεία της εκλειπτικής τα έχοντα την μέγιστη απόσταση από τον ισημερινό, δηλαδή όταν ο ήλιος βρίσκεται σε αυτά έχει τη μέγιστη αυτού απόκλιση. Ονομάστηκαν δε έτσι, γιατί ο ήλιος κινούμενος επί της εκλειπτικής απομακρύνεται διαρκώς από τον ισημερινό μέχρις ότου φθάσει στα ηλιοστάσια, οπότε και έχει τη μέγιστη απόκλιση. Εκεί στέκεται και αρχίζει να τρέπεται πάλι προς τον ισημερινό.
"[...] Σε πολλά μέρη η γιορτή λέγεται κοινώς τ'αϊ-Γιαννιού του Λιοτροπιού(Κύθνος) ή Λιτροπίου (Κύμη) ή Λουτρόπου (Σινώπη) ή Αλιτροπιού (Λέσβος) και επικρατεί η πίστη ότι ο ήλιος της μέρας αυτής "τρέμει ή γυρίζει και είναι θαμπερός". Γι'αυτό σηκώνονται πρωί, για να δουν τον ήλιο που γυρίζει σα μύλος ή σαν τροχός (π.χ. στην Κομοτηνή της Θράκης). Στη Σινώπη μάλιστα διανυκτέρευαν κατά ομάδες τρώγοντας, πίνοντας και χορεύοντας όλη τη νύχτα και το πρωί, μόλις χάραζε, έβαζαν τη μαγείρισσα μες στο καζάνι, περνούσαν ξύλα από τα χέρια του καζανιού και τη σηκώναν τέσσερις. Οι άλλοι χορεύαν και με το χορό πηγαίνανε ως τη Φοινικίδα [εξοχή της Σινώπης]. Εκεί περιμένανε να βγει ο ήλιος, να δούνε τον ήλιο πως γυρνά εκείνη τη μέρα και βγαίνει. Πάλι με το χορό γύριζαν πίσω και πήγαιναν στην εκκλησιά.
Στα Νένητα Χίου άμα εξέλθουν της εκκλησίας, συνέρχονται καθ'ομάδας εις τ'αλώνια και, αφού φάγωσι διάφορα οπωρικά, αρχίζουν να συστρέφονται (να κουρδουβαλίζουν) μέχρι της μεσημβρίας.
Στην Οινόη Πόντου, μικροί παίδες περιέρχονται τας οικίας και ρίπτοντες εις αυτά λαλάτσια (λιθαράκια) επάδουσι εν χορώ: "Τρόπου, τρόπου, ήλιε, που γυρίζουν τα λαλάτσια, σα μέτερα και σα σέτερα..."
Το ηλιακό αυτό φαινόμενο ήταν φυσικό να προκαλέσει και δεισιδαιμονικούς φόβους και γενικές απαγορεύσεις. Έτσι τη μέρα αυτή δεν αρχίζουν καμιά δουλειά, επειδή, όπως λέγουν, είναι λιτρόπι. Και:
όποια μέρα πέσει το Λιοτρόπι τ'Αϊ-Γιαννιού τη φυλάνε όλο το χρόνο' δεν κάνουν γάμους, δεν κόβουν ρούχα, δεν φυτεύουν, δεν αρχίζουν σπορά. Είναι κακιά μέρα κι ό,τι αρχινήσεις, δεν πάει εμπρός (Σκύρος).
Χαρακτηριστικό έθιμο της γιορτής είναι, όπως γνωρίζουμε, οι φωτιές τ'Αϊ-Γιαννιού (κοινώς: φανοί, οφανοί, αφανοί, καλαφωνοί, κ.τ.λ.), από τις οποίες ο άγιος λέγεται και Φανιστής (Χίος) ή Λαμπαδάρης (Αθήνα) ή Λαμπροφόρος(Κύπρος). Την παραμονή δηλαδή ανάβουν στους δρόμους ή μπροστά από κάθε σπίτι με καλαμιές ή παλιοκοφίνια μια ή τρεις φωτιές, τις οποίες πηδούν, ενώ ταυτόχρονα λέγουν: Όξω ψύλλοι και κοριοί, μέσα η ρόγα η χρυσή (Λήμνος) ή Να πηδήσω τη φωτιά, μη με πιάσ' η αρρώστια (Πυλία). Στην Κάρπαθο οι γυναίκες καθώς πηδούν τους καλαφωνούς, αναφωνούν: "το (β)άρος μου μετάξι" ή το "(β)άρος μου νά'ναι μάλαμα για το σπίτι". Αλλά την έννοια του εθίμου αποδίδει η αναφώνηση: "Αφήνω τον κακό χρόνο και πάω στον καλύτερο".
Αν θυμηθούμε την ανάλογη αρχαία φράση "Έφυγον κακόν, εύρον άμεινον",καταλαβαίνουμε την αρχική σημασία του πηδήματος των φωτιών: να καθαρθούν δηλαδή με τη δύναμη της φωτιάς οι άνθρωποι και απαλλαγμένοι από κάθε κακό να μπουν καθαροί και ακμαίοι στη νέα περίοδο του χρόνου (έθιμο καθαρτήριο και διαβατήριο).[...]
Σε πολλά μέρη στη φωτιά ρίχνουν το στεφάνι της Πρωτομαγιάς ή το στεφάνι τουΆϊ-Γιάννη της περασμένης χρονιάς, ενώ τη στάχτη τη μεταχειρίζονται για αποτρεπτικούς και μαντευτικούς σκοπούς.[...]" (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")
"Δεν ξεχνάει βέβαια κανείς την πυρολατρική καταγωγή της "φωτιάς" ούτε την ηλιολατρική τοποθέτηση του εθίμου γύρω από τις θερινές ηλιακές τροπές. Βασικά όμως πρέπει να σκεφτόμαστε τη συμβολική έννοια του "καθαρμού", που έχει η φωτιά αυτή, όπως όλες οι φωτιές (ακόμη και με τη χριστιανική αντίληψη), και που έφτασε να γεννάει την πίστη ότι, αν αναφτεί σ'ένα ξάγναντο, μπορεί να επιδράσει ευεργετικά σ'όλη την περιοχή που φωτίζει....[...]
Ένα έθιμο που κατάφερε τόσους αιώνες, παρ'όλες τις συχνές "πολεμικές", να επιζήσει, δεν είναι δικαίωμα της δικής μας γενιάς να το σβήσει. Έχουμε χρέος όχι μόνο να το ανεχόμαστε αλλά και να το βοηθούμε στις εκδηλώσεις του. Στην εποχή μας μάλιστα, με το μηχανικό ρυθμό και τις πολύπλυρες υπερφροντίδες, είναι παρήγορη η παρουσία ενός χαρούμενου και διαχρονικού εθίμου, που ενώνει αιώνες και γενιές.
Οι φωτιές που θ'αναφτούν αύριο το βράδυ στις πολιτείες και στα χωριά μας θα είναι ένας συγκινητικός δεσμός του σήμερα με το χθες. Τα μάτια των παιδιών, που θα λάμπουν χαρούμενα μπροστά στις φλόγες, τα μάτια των μεγάλων που θα τα παρακολουθούν στα πηδήματά τους, θα είναι μια ωραία παραδοσιακή προσοχή σε μια σχεδόν πανανθρώπινη γιορτή. Δεν είναι μικρή δουλειά να σκέφτεσαι, ότι ανάβοντας μια μικρή φωτιά έξω από το σπίτι σου, συνδέεσε με τους αιώνες που πέρασαν, έστω και με τους κοντινούς σου προγόνους, καθώς και με πολλούς άλλους λαούς, που την ίδια ώρα ανάβουν τη φωτιά της ημερομηνίας αυτής και χαίρονται παρόμοια το θέαμα και το συμβολισμό της..." (Δημ. Λουκάτου, "Τα καλοκαιρινά")
"[...] Σε μια τόσο σημαντική καμπή του χρόνου φυσικό είναι να θέλει κανείς να ρίξει ένα βλέμμα στο μέλλον. Είναι λοιπόν πάρα πολλές οι μαντείες της παραμονής και της 24 Ιουνίου. Ο λαός μάλιστα πιστεύει, ότι ο αϊ-Γιάννης φέρνει τύχες' για αυτό "έπρεπε από την παραμονή να ξεσκονίσουν, να σφουγγαρίσουν, να περιμένουν τις τύχεις" (Σινώπη). Γι' αυτό ο άϊ-Γιάννης λέγεται και Ριζικάρης. Και επειδή ο συνηθέστερος τρόπος, με τον οποίο ο Άγιος φανερώνει το ριζικό, δηλαδή την τύχη του κάθε ανθρώπου, είναι ο κλήδονας, ονομάζεται και άι-Γιάννης ο Κλήδονας (Νάξος) ή Ριζικάρης. [...] (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")
Αναφέρει το σπουδαίο "Μέγα λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης", του Δημητράκου:
κληδών: "Το δε κληδών ουκ έχει το ιώτα, επειδή ουκ έστιν από του κληϊζω, αλλ' από τουκλω, του σημαίνοντος το καλώ, γέγονε κλήσω και κληδών", φήμη, φωνή περιέχουσα πρόρρησιν, μήνυμα, υπόδειξιν περί μέλλοντος, γεν. φωνή, ρήσις μαντική, παρ' Ομήρω εν τη σημασία ευτυχίας μήνυμα εκ λόγου συναγόμενον: Οδ.Σ 117 "Χαίρεν δε κλεηδόνι δίος Οδυσσεύς"..[...], Παυσ.9,11,17, "μαντικήν δε καθέστηκεν αυτόθι από κληδόνων", 2) είδησις, αγγελία, φήμη περί τινός, διάδοσις [...], 3)φήμη ένδοξος, κλέος, ξάκουσμα..[...] κ.λ.π
Αμέτρητα τα έθιμα για τη μέρες τούτες, τις μέρες του θερινού ηλιοστασίου, τις μέρες του άι-Γιάννη του Λαμπαδάρη, του Λιοτρόπου, του Κλήδονα.. αμέτρητες οιπαραλλαγές, αλλά και οι καταγραφές τους.. όλες όμως με κοινή ρίζα στα βάθη των αιώνων..
Αναφέρει ακόμη ο λαογράφος Γεώργιος Μέγας τα κυριότερα είδη αυτής της μαντικής που λάμβανε χώρα αυτή τη μέρα: Την ονειρομαντεία με την αρμυροκουλούρα που παρασκευαζόταν με το αμίλητο νερό κι αλεύρι παρμένο από τρεις Μαρίες, την τεφρομαντεία με στάχτη από τρεις φωτιές, την κατοπτρομαντεία, τη μολυβδομαντεία, την αυγομαντεία, την υδατομαντεία, κ.λ.π
Παραθέτει, επιπλέον, άλλες συνήθειες των ημερών αυτών, όπως τη συλλογή λουλουδιών, των λεγομένων "αγιάννηδων" και το κρέμασμα μπουκέτου ή στεφάνου στα σπίτια, τους αγυρμούς παιδιών που κρατούν λουλούδια ("καλογιάννηδες") κι ένα δοχείο νερό και χορεύοντας και τραγουδώντας, ρίχνουν νερό στα καλύβια, την έναρξη των μπάνιων στη θάλασσα, τη συγκομιδή ρίγανης (άι-Γιάννης Ριγανάς) κι άλλα πολλά κι ενδιαφέροντα, αλλά, δυστυχώς, ξεχασμένα..
Γι΄ακόμη περισσότερα περί Λιοτροπιού στο firiki pblogs.gr)
ΛΑΜΠΡΙΑΤΙΚΟΣ ΨΑΛΤΗΣ
Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη
Εάν ο ήρως του παρόντος διηγήματος ήτο αυτούσιος ο γράφων, τότε ο
επί κεφαλής τίτλος, θα είχε μάλλον τροπικήν και αλληγορικήν
σημασίαν. Διότι, ναι μεν, ευδοκία της θείας προνοίας, είνε αληθές
ότι και χάρις εις την φιλάδελφον προθυμίαν του χωρικού και
αρχοντικού φίλου μου κυρ Γιάννη Πεντελιώτου, αξιούμαι σχεδόν κατ'
έτος ανελλιπώς, κατά τας περιδόξους, ταύτας ημέρας να συμβάλλω
εναμίλλως μετ' αυτού, υποβαστάζοντος διά της χειρός τα γυαλιά του,
αγαπώντος το πολίτικον ύφος, παρατείνοντος επ' άπειρον τα μουσικά
κώλα και τας καταλήξεις του, εις τον μικρόν αγροτικόν ναΐσκον του
χωρίου Θ., όπου μυροβολεί ελισσόμενον εις κυανούς στεφάνους το
μοσχολίβανον, περιβάλλον ως διά φεύγοντος πλαισίου τους ακτινωτούς
στεφάνους και τας σεμνάς όψεις των αγίων, και όπου με τας κεντητάς
ποδιάς των και τα λευκά κολόβια αι νεαραί χωρικαί προσέρχονται
φέρουσαι αγκαλίδας ρόδων και ίων και θημονίας όλας δενδρολιβάνου,
καταφορτώνουσαι με λόφους ανθέων τον πενιχρόν επιτάφιον, μη έχοντα
ανάγκην άλλης πολυτελείας. Εκεί εισβάλλει ουλαμός όλος αυτοσχεδίων
ψαλτών, κρατούντων ανά έν φυλλάδιον του επιταφίου εις την χείρα,
οίτινες φιλοτιμούνται να ψάλλωσιν εν σπαρακτική παραφωνία τα
εγκώμια, καταστρέφοντες διά κωμικών σφαλμάτων και τας ολίγας
λέξεις, όσαι είνε ορθώς τυπωμέναι εις τα φυλλάδια εκείνα.
Χωρίς να είμαι κύριον μέρος του αυτοσχεδίου τούτου χορού, οφείλω
να ομολογήσω ότι, καίτοι προσπαθών να συμψάλλω υποφερτά κάπως με
τον αρχοντικόν και πρόθυμον φίλον μου, ουχ ήττον υστερώ αυτού κατά
πολλά, και διά τούτο επεκαλέσθην εν αρχή, ως επιείκειαν εκ μέρους
του αναγνώστου, την τροπικήν του τίτλου εκδοχήν, καθ' ον δηλ.
τρόπον εις όλους τους ναούς, παρουσιάζονται κατά τας ημέρας
ταύτας, πολλοί τέως άγνωστοι, μουσόληπτοι εκ του παραχρήμα,
λαμπριάτικοι ψάλται, ούτω και ο γράφων, ενώ καθ' όλον τον άλλον
χρόνον σιωπά, παρουσιάζεται, δις του έτους ούτος, τα Χριστούγεννα
και το Πάσχα, κατ' αποκοπήν διηγηματογράφος. Το πράγμα ήρχισε να
γίνεται κάπως φορτικόν, και πολλοί μεν εσκανδαλίσθησαν, τινές δε
και το απεδοκίμασαν. Αρκούσι τόσαι άλλαι μανίαι, τόσοι ξενισμοί.
Ημείς δεν είμεθα Άγγλοι ούτε Αμερικάνοι. Μη μας σκοτίζης και συ.
Πόθεν έλαβες αφορμήν να υποθέσης ότι το κοινόν θέλγεται από τας
αναμνήσεις σου, ή συγκινείται από τα αισθήματά σου; Το έκαμες μίαν
φοράν ή δύο. Αρκεί. Παύσε πλέον. Δεν βλέπεις ότι το αιώνιον θέμα
σου εξηντλήθη, και ότι ευρίσκεσαι εις την ανάγκην να προσπαθής βία
να παρουσιάσης απλήν παραλλαγήν κατ' έτος;
Εν πρώτοις, καλόν θα ήτο να διακρίνωμεν ό,τι είνε πράγματι
ξενισμός από ό,τι δύναται να είνε, εκ της φύσεως των πραγμάτων,
κοινόν εις πάντα τα έθνη. Λόγου χάριν, το να εκδίδωνται τα
περιοδικά κατά Σάββατον ή Κυριακήν είνε ξενισμός; Το να
δημοσιεύουν αι πολιτικαί εφημερίδες φιλολογικωτέραν ύλην κατά
Κυριακήν, είνε ξενισμός; Ενί λόγω, το να σχολάζη τις κατά τας
εορτάς από της τύρβης του κόσμου, ως και από της αναγνώσεως άρθρων
πολιτικών, και να αισθάνεται την ανάγκην αβροτέρας, τερπνοτέρας,
αφοσιοτέρας αναγνώσεως είνε ξενισμός; Έστω, αλλά δύνασαι να
δημοσιεύης εν ημέραις εορτών διηγήματα ή περιγραφάς, χωρίς να
κάμνης ποσώς λόγον περί των Χριστουγέννων και του Πάσχα.
Ιδού λοιπόν ποίον το αίτιον της δυσφορίας των - και πόσον αφελώς
το ομολογούσι.... το εξωτερικεύουσι. Να φιλοξενηθής ηγεμονικώς εις
τα μέγαρα μεγάλου άρχοντος, και να μην προπίης εις τιμήν του
οικοδεσπότου! Να απολαύσης (ξενίας δεσποτικής και αθανάτου
τραπέζης) και να μην αποδώσης ευχαριστίαν εις τον εστιάτορα! Αλλ'
εις τα διηγημάτια, όσα εδημοσίευσε κατά καιρούς ο υποφαινόμενος τα
Χριστούγεννα ή το Πάσχα, ενεπνεύσθην, αληθώς, από τας αναμνήσεις
μου και τα αισθηματά μου, τα οποία θέλγουσι και συγκινούσιν εμέ
αυτόν - ίσως και ολίγους εκλεκτούς αναγνώστας. Ότι δε τοιούτοι
υπάρχουσιν, αποδεικνύεται εκ τούτου, ότι δύο των εφημερίδων, αι
κορυφαίαι της πρωτευούσης ως και το μονάκριβον περιοδικόν,
δεξιούνται τα εορτάσιμα διηγημάτια των ημερών τούτων.
Έπειτα ουδαμού σχεδόν θα εύρητε ότι επεζήτησα βεβιασμένην θέσιν ή
πλοκήν, όπως γαλβανίσω την περιέργειαν του αναγνώστου. Όπου
γίνεται λόγος περί ξενιτευμένων, οίτινες επιστρέφουσι μετά μακράν
απουσίαν ή στέλλουσι γράμματα μετά υλικής παρηγορίας εις τους
οικείους, ταύτα όλα βασίζονται επί της πραγματικότητος, καθόσον
όλοι οι ζήσαντες εις παραθαλασσίους και ναυτικούς τόπους της
Ελλάδος κάλλιστα γνωρίζουσιν ότι, κατά τας παραμονάς ιδίως των
εορτών, πολλοί ξενιτευμένοι, ενώ συνήθως φαίνονται σκληροί και
απεσκληρημένοι τον φλοιόν, αίφνης &ενθυμούνται& τους οικείους των,
ή και επιστρέφουσιν εις τας πατρίδας, ή αν αυτοί κωλύονται υπό
φιλοτιμίας να κατέλθωσιν ευπροσώπως, όχι σπανίως αποστέλλουσι
παραμυθίαν εις τας γηραιάς μητέρας και τας αδελφάς των. Εν άλλοις
λόγοις γίνεται λόγος περί των κοινωνικών και οικογενειακών εθίμων
των σχετιζομένων με τας εορτάς, και αλλαχού πάλιν η ασθενής πλοκή
στρέφεται περί νεωτεριστικόν τι φθοροποιόν έθιμον. Τι το απίθανον
εις όλα ταύτα;
Αλλά τα πλείστα των υπ' εμού γραφέντων εορτασίμων διηγημάτων
έχουσιν, ας μου επιτραπή ο λατινικός όρος, a priori την υπόθεσιν,
είνε δηλαδή μάλλον θρησκευτικά. Ποίαν χάριν, σας παρακαλώ, ποίαν
δύναμιν και πρωτοτυπίαν θα είχε το να λάβη τις τον κόπον να
περιγράψη λεπτομερώς πώς χωρικός ιερεύς απήλθε να λειτουργήση εις
εξωκκλήσιον, χάριν μικράς κοινότητος αγροίκων ή βοσκών, ποίοι και
πόσοι μετέσχον της πανηγύρεως και ποία τινα ήσαν τα ήθη των
πανηγυριστών; Τούτο θα ήτο όλως ευτελές κατά την γνώμην των
κριτικών. Το να γράψη τις, ότι γηραιός ανήρ εφόνευσε την συμβίαν
του, κατ' αυτήν την ημέραν των Χριστουγέννων - χωρίς μήτε ο
αναγνώστης μήτε ο συγγραφεύς να υποπτεύωσι καν διατί την εφόνευσεν
-, τούτο είνε υψηλόν και πολυτελές, κατά την εκτίμησιν μερικών.
Μετά τοιούτον έγκλημα κατ' αυτήν την αγίαν ημέραν, το θέμα
εξηντλήθη, και όλα τα Χριστουγεννιάτικα και τα πασχαλινά διηγήματα
δεν πρέπει πλέον να βλέπωσι το φως.
Μη &θρησκευτικά, προς θεού&. Το Ελληνικόν έθνος δεν είνε
Βυζαντινοί, εννοήσατε; Οι σημερινοί Έλληνες είνε κατ' ευθείαν
διάδοχοι των αρχαίων. Έπειτα επολιτίσθησαν, προώδευσαν και αυτοί.
Συμβαδίζουν με τάλλα έθνη. Ποίαν ποίησιν έχει το να γράψης ότι ο
Χριστός «δέχεται την λατρείαν του πτωχού λαού», και ότι πτωχός
ιερεύς «προσέφερε τω θεώ θυσίαν αινέσεως;» Και να περιγράφης το
εσωτερικόν του ναΐσκου, με τας νυσταλέας κανδήλας και τας αμαυράς
μορφάς των Αγίων ολόγυρα! Δεν τα εννοούμεν αυτά ημείς. Θέλομεν
διήγημα, το οποίον να είνε όλον ποίησις, όχι πεζή πραγματικότης.
Συ δε πώς τολμάς να γράφης ομιλών περί Ιουλιανού του Παραβάτου,
καρφωμένου εις τον τοίχον από την λόγχην του αγίου Μερκουρίου,
τοιαύτην βλάσφημον φράσιν: «Πελιδνός, ο παράφρων τύραννος....»
Όταν συγγραφεύς άλλος, και άλλης περιωπής, δημοσιεύσας προ ετών
ιστορικοφανταστικόν δράμα, προέτασσε &χυδαία& αληθώς προλεγόμενα,
δι' ων ύβριζε βαναύσως την θρησκείαν των πατέρων του - τότε ουδείς
λόγος ήτο όπως σκανδαλισθή τις διότι το πράγμα ήτο της μόδας. Αλλά
συ, να τολμάς να εκφράζεσαι με τοιαύτην ασεβή γλώσσαν περί του
Ιουλιανού εκείνου, του παραβάτου ή αποστάτου καλουμένου - η
θρασύτης υπερβαίνει παν όριον. Και όμως ο σοφός επικριτής δεν
ενόησεν ότι η φράσις ήτο εξ αντικειμένου, όπως λέγουσιν αυτοί·
απέδιδε δηλ. διά λέξεων τα χρώματα του ζωγράφου· και ότι παν
ζήτημα περί των δοξασιών του γράφοντος (όστις εν τούτοις δεν
αρνείται ότι συμμερίζεται την γνώμην του Βυζαντινού τοιχογράφου)
παρέλκει όλως.
Διά να δώσωμεν πέρας εις το προοίμιον αυτό, θα είπωμεν με δύο
λέξεις ότι: Το σημερινόν έθνος δεν επήγε, δυστυχώς, τόσον εμπρός
όσον λέγουν αυτοί. Το έθνος το Ελληνικόν, το δούλον τουλάχιστον,
είνε ακόμη πολύ οπίσω, και το ελεύθερον δεν δύναται να τρέξη
αρκετά εμπρός, χωρίς το όλον να διασπαραχθή, ως διασπαράσσεται,
φευ! ήδη. Ο τρέχων πρέπει να περιμένη και τον επόμενον, εάν θέλη
ασφαλώς να τρέχη· ο ελεύθερος πρέπει να βοηθή τον δεσμώτην ή
πρέπει να τον ανακουφίζη. Όσον παρέρχεται ο χρόνος, τόσον το
ελεύθερον έθνος καθίσταται οίμοι! ανικανώτερον όπως δώση χείρα
βοηθείας εις το δούλον έθνος. Άγγλος ή Γερμανός ή Γάλλος δύναται
να είνε κοσμοπολίτης ή αναρχικός, ή άθεος ή ό,τι δήποτε. Έκαμε το
πατριωτικόν χρέος του, έκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα είνε ελεύθερος
να επαγγέλλεται, χάριν πολυτελείας, την απιστίαν και την
απαισιοδοξίαν. Αλλά Γραικύλος της σήμερον όστις θέλει να κάμη
δημοσία τον άθεον ή τον κοσμοπολίτην, ομοιάζει με νάνον
ανορθούμενον επ' άκρων ονύχων και τανυόμενον να φθάση εις ύψος και
φανή και αυτός γίγας. Το ελληνικόν έθνος, το δούλον, αλλ' ουδέν
ήττον και το ελεύθερον, έχει και θα έχη διά παντός ανάγκην της
θρησκείας του.
Το επ' εμοί, ενόσω ζω και αναπνέω και σωφρονώ, δεν θα παύσω
πάντοτε, ιδίως δε κατά τας πανεκλάμπρους ταύτας ημέρας να υμνώ
μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ' έρωτος την φύσιν
και να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη. &Εάν
επιλάθωμαί σου Ιερουσαλήμ, επιλησθείη η δεξιά μου, κολληθείη η
γλώσσα μου τω λάρυγγί μου, εάν ου μη σου μνησθώ.
***
Αλλ' ο ήρως του παρόντος διηγήματος είνε ο κυρ Κωνσταντός
Ζμαροχάφτης, τρίτος πάρεδρος του δήμου Λίτης, του χωρίου Αν......,
όστις υπεσχέθη, ως είχε πάντοτε συνήθειαν ευκόλως να υπόσχεται
(εις την αρετήν δε ταύτην ίσως ώφειλε και την επιτυχίαν του εις τα
πολιτικά· διότι ενώ ο α' και ο β' πάρεδρος εις πάσαν εκλογήν,
εμάχοντο πάντοτε περί της πρώτης τάξεως προς αλλήλους, αυτός,
μετριόφρων και χωρίς κεράσματα εξελέγετο ασφαλώς τρίτος εκάστοτε,
μη υπάρχοντος τετάρτου συναγωνιστού), υπεσχέθη, λέγω, να υπάγη να
συλλειτουργήση τον παπά Διανέλον τον Πρωτέκδικον, έξω, εις το
παρεκκλήσιον του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Ο ναΐσκος ευρίσκετο
τρεις ώρας μακράν της πόλεως, και ο παπά Διανέλος ο Πρωτέκδικος
είχεν απέλθει εκεί από της πρωίας του μεγάλου Σαββάτου, αφού έλαβε
την υπόσχεσιν του κυρ Κωνσταντού ότι θα έφθανε προς το βράδυ διά
να ψάλη και συνεορτάσωσιν ομού την Ανάστασιν.
Άλλον βοηθόν ο Παπάς δεν είχεν^ ο νεώτερος υιός του, ετοιμαζόμενος
εφέτος δι' εξετάσεις εις το Διδασκαλείον, δεν ηδυνήθη να έλθη το
Πάσχα· ο άλλος έλειπε διαρκώς ναύτης με τα καράβια του. Θυγατέρας,
το άφθονον τούτο προϊόν του τόπου - και της ιερατικής εγγάμου
τάξεως μάλιστα - του είχεν αφήσει πλησμονήν η μακαρίτισσα η
πρεσβυτέρα, πέντε τον αριθμόν, ας είχαν ζωήν, οπού δεν έπαυαν
αεννάως να μεγαλώνουν, να μην αβασκαθούν· ήσαν τόσον γείτονες την
ηλικίαν, ώστε δεν επρόφθανε να μεγαλώση η μία, και η άλλη αμέσως
την έφθανε· όσον εμεγάλωναν τόσον εφαίνοντο, και μάλιστα αι
μεσαίαι τρεις, ίσαι περίπου εις τα χρόνια, ίσως και εις το
ανάστημα· και ο παπά Διανέλος, ακούσιος ιερομόναχος, δεν ήτο
ελεύθερος ούτε εις μοναστήριον να καταφύγη.
Τον τριών ωρών δρόμον από την πολίχνην εις το εξωκκλήσιον είχε
διανύσει το πρωί, απολείτουργα, ο παπά Διανέλος, ακολουθούμενος
από τας δύο νεωτέρας θυγατέρας του, κορασίδας δέκα και δώδεκα
ετών, και από ομάδα επτά ή οκτώ γυναικών φιλεόρτων, προπορευομένου
του όνου του, φορτωμένου το δισσάκιον με τα &ιερά& του παπά. Ο
ήλιος ήτον ως δύο καλαμιαίς υψηλά, όταν εξήλθον εις του Γιατρού τ'
αμπέλι, είτα έφθασαν εις τα Βουρλίδια, είτα ανήλθον ασθμαίνοντες
εις του Ματαρώνα τον Πεύκον, όστις ίστατο τότε ακόμη εκεί και
ευηργέτει τους οδοιπόρους με την παρήγορον σκιάν του εις την
κορυφήν του υψώματος, πριν ασυνείδητος βάρβαρος, τη ανοχή ή τη
ενοχή εκείνων τους οποίους ο πλέον άτυχος των λαών του κόσμου, εκ
περιτροπής εκλέγει άρχοντας και προστάτας του, ρίψη ασπλάγχνως το
περικαλλές δένδρον και απογυμνώση το τοπίον του μοναδικού
στολισμού του.
Εκείθεν ανήλθον εις το Πετράλωνον και εις του Σταμέλου την
Βρυσούλαν, και ανέβησαν δι' ανωφερούς οδού εις του Κανάκη την
Βρύσιν, και διά της Κλινιάς κατήλθον εις του Χαιρημονά το ρέμμα,
και έφθασαν εις την βόρειον ακτήν της νήσου, εφ' ύψους της οποίας,
περίοπτος εκ του πελάγους, ακούων τους κτύπους του πλήττοντος τας
ακτάς κύματος, σιωπηλός και διηγούμενος πέντε αιώνων σπαρακτικήν
ιστορίαν μαρτυρίου και αίματος, εγείρεται πενιχρός αλλά σεμνός της
Αποτομής του τιμίου Προδρόμου ο ιερός ναΐσκος.
Εισήλθον εις τον περίβολον του ναού και εξεφόρτωσαν το ονάριον. Αι
γυναίκες ροδοκόκκινοι, εξαναμέναι εκ της οδοιπορίας, αεννάως
κελαδούσαι και καγχάζουσαι, ετίναξαν τα ουδόλως κορνιακτισμένα
κράσπεδά των, και εφόρεσαν επί του κοντού φουστανίου της
οδοιπορίας τας μακράς και πολυπτύχους εσθήτας. Ο παπάς έρριψε κάτω
την μίαν άκραν του στακτερού ζωστικού του κ' εφόρεσεν άνωθεν αυτού
το μαύρον ράσον του. Εισήλθον όλοι εις τον ναόν κ' επροσκύνησαν.
Εκ των γυναικών, αι μεν συνέλεξαν χαμόκλαδα και ήναψαν φωτιάν, διά
να ψήσωσι καφέν και προσφέρωσιν εις τον ιερέα, αι δε έδρεψαν εκ
των ευωδών θάμνων δέσμας σχοίνων και πριναρίων και φασκομηλεών,
και συνέδεσαν προχείρως διά κλωστής σκούπας, και ήρχισαν γοργά και
στρωτά να σκουπίζωσιν άλλαι το έδαφος του ναού, άλλαι το
προαύλιον· ο ιερεύς απετέλεσε σκούπαν εκ δάφνης και μύρτου και
δενδρολιβάνου, και εσάρωσε μόνος του το Θυσιαστήριον, και όλον το
ιερόν βήμα. Δεν έπαυε δε να γογγύζη και να διαμαρτύρηται εναντίον
της αβελτηρίας, ως έλεγε, των βοσκών και των αιπόλων, αυτών
εκείνων οίτινες τον είχον προσκαλέσει να τους κάμη Ανάστασιν εις
το Βουνόν, και εκ των οποίων κανείς δεν είχε φανή ακόμη. Αυτοί
προέβαινον ενίοτε μέχρι της βεβηλώσεως τού να εισάγωσιν, ίσως εν
καιρώ βροχής, τα θρέμματά των εντός των εξωκκλησίων, ως ηδύνατο να
πεισθή τις εκ της παρουσίας διαφόρων ιχνών της εισβολής, τα οποία
ουδ' είχον λάβη τον κόπον να εξαλείψωσιν. Ένδοθεν του ιερού
βήματος, ενώ έκυπτε διά να σκουπίση, ηκούετο από καιρού εις καιρόν
ψιθυρίζων μετά στεναγμού:
- Αχ! αλλοίμονο... «Ανθρώπους και κτήνη σώσεις, Κύριε!»
- Δεν τσάκισε κανείς το ποδαράκι του! έκραξεν απαντώσα έξωθεν εις
τον στεναγμόν του ιερέως η θειά Σειραϊνώ, η αληθής σημαιοφόρος των
εξοχικών λειτουργιών και των πανηγυριών.
- «Ανθρώπους και κτήνη!» εψιθύρισε πάλιν ο ιερεύς.
Είχε παρέλθει ήδη η μεσημβρία, και ο ιερεύς μετά του μικρού
ποιμνίου εκάθησαν να γευματίσωσιν υπό την ιεράν ελαίαν, εν τω
περιβόλω του ναΐσκου, εγγύς του παμπαλαίου εκείνου λιθοκτίστου
κιβουρίου, το οποίον κατ' άλλους ήτο στέρνα ύδατος και κατ' άλλους
κοιμητήριον ή οστεοθήκη. Η θειά το Μαθηνώ, γηραιά ευλαβής κατά
τους μεν, ψευτομετάνισσα κατά τους δε, ενάρετος γυνή, αποβλέπουσα
προς το κτίριον τούτο μετά στεναγμού είπεν:
- Ημείς τρώμε, κορίτσια· να έχουν τάχα κ' οι φτωχοί, να φάνε!
- Τρών' οι πεθαμένοι, θειά Μαθηνώ, είπε το Αγλαώ, η δωδεκαέτις
παιδίσκη του ιερέως.
- Οι πεθαμμένοι τρώνε κόλλυβα, εγώ το ξέρω, προσέθηκε το
Καλλιοπώ, η δωδεκαέτις μικρά αδελφή της· και γι' αυτό, ημείς στο
σπίτι όσα κόλλυβα μας φέρουνε, όλα τα μοιράζουμε ςτους φτωχούς και
στα παιδιά τα γειτονόπουλα, για να έχη η μάννα μας, η φτωχή, να
φάη ςτον άλλον κόσμο...
- Σιωπή, Καλλιοπώ! είπεν ο ιερεύς, θέλων να κρύψη την συγκίνησίν
του.
Προ δώδεκα και πλέον ετών ο παπά Διανέλος είχε φίλον τινά
ελληνοδιδάσκαλον, χρηστόν άνδρα, αλλ' όστις είχεν αδυναμίαν εις τα
ελληνικά ονόματα. Είχε γείνη σύντεκνος του ιερέως, και βαπτίσας
τας δύο τελευταίας κόρας του είχε δώσει αυταίς αρχαιοπρεπή
ονόματα, τα οποία όμως, επειδή ευρέθησαν επί ουδετέρου εδάφους,
εξουδετερώθησαν, ως εικός, και αυτά.
- Τι! έχει δίκηο το κορίτσι, παπά· ανέκραξεν η θειά το Μαθηνώ,
ήτις ενθυμήθη τότε τα «πεθαμμένα της», τέσσαρα παιδιά και τον
άνδρα της, οπού είχε θάψει, μείνασα με δύο θυγατέρας υπάνδρους,
τας οποίας είχε στήριγμα ακόμη εις τον κόσμο· έχει δίκηο το
κορίτσι. Ο παπά Θεόφιλος, ο μακαρίτης ηγούμενος της Μεγαλόχαρης
της Ευαγγελίστρας, το ίδιο μας έλεγε, για έναν που τον είχαν όλοι
για πεθαμμένον, που η γυναίκα του τού έκαμε τα τρίμερα και τα
νιάμερα, και ο Άγγελος Κυρίου έπαιρνε το πιάτο με τα κόλλυβα,
καθώς ήταν σταυρωμένο με της σταφίδες και με τα ρόιδα και το
επήγαινε εις τον πλακωμένον κ' έτρωγε, δεν ξέρω πόσαις μέραις, κι'
ανάσαινε από μια τρύπα της γης, θαρρώ, ως που ο άνθρωπος δεν
απέθανε, κ' εσήκωσε το μάγγανο, και τον ξελευθέρωσεν, δεν είνε
αλήθεια αυτό παπά;
- Αλήθεια είνε, βλοημένη, απήντησεν ο παπάς· αλλά τώρα είνε...
για όσους θέλουν να τα πιστεύσουν.
- Κι' όσοι δεν τα πιστεύουν;
- Θα πάνε στην Κόλασι, το ξέρω εγώ, είπε το Καλλιοπώ
- Μα σαν είν' αλήθεια, παπά, γιατί ο Άγγελος Κυρίου δεν σήκωνε
μια και καλή το μάγγανο να ξελευθερώση τον άνθρωπο; είπεν η
Αννούδα, μία των γυναικών.
- Γιατί ο σκοπός δεν ήτον να δειχθή η παντοδυναμία του θεού, οπού
είνε αποδειγμένη δι' απείρων θαυμάτων, απήντησεν ο ιερεύς· αλλά να
φανερωθή μόνον η δύναμις των μνημοσύνων και των διά τους νεκρούς
προσφορών, και ότι τίποτε το οποίον (προσφέρει) θυσιάζει ο
άνθρωπος εις τον Θεόν, τίποτε το οποίον δίδει εις τους πτωχούς,
καμμία καλή πράξις, καμμία αρετή, καμμία υπομονή, κανέν μαρτύριον,
κανέν δάκρυ, τίποτε δεν χάνεται. Όλα σπείρονται εις γην αγαθήν, ως
ο κόκκος του σίτου, είπεν ο Κύριος, όπου αν πέση εις την γην και
αποθάνη (και τοιαύτα είνε τα κόλλυβα, τοιούτοι και οι νεκροί),
πολύν καρπόν φέρει. «Οι σπείροντες εν δάκρυσιν εν αγαλλιάσει
θεριούσι». Κείνοι που σπείρουν με δάκρυα, με χαράν και αγαλλίασιν
θα θερίσουν.
- Το λέγει αυτό το Εύαγγέλιον;
- Το λέγει το Ψαλτήρι, αλλά το ίδιο είνε, γιατί και το Ψαλτήρι
είνε λόγος Θεού, και εμπνευσμένον από το Πνεύμα το Άγιον. Και όταν
θάπτομεν νεκρόν εν Χριστώ ευσεβώς δύσαντα, είνε ως να σπειρωμένα
εις την γην κόκκων σίτου... και ο Κύριος θα τον αναστήσει εν τη
εσχάτη ημέρα, καθώς ο ίδιος ευδόκησε να μας το υποσχεθή.
«Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη ζήσεται... καγώ αναστήσω αυτόν εν
τη εσχάτη ημέρα».
- Αμήν! είπεν η θειά το Μαθηνώ, και τα δάκρυά της, επί τη μνήμη
του ανδρός και των τεσσάρων παιδιών, ταχέως εξητμίσθησαν ως
σταγόνες όμβρου μετά θερινόν υετόν, εντός της κοίτης πάλαι
ξηρανθέντος χειμάρρου.
***
Το δειλινόν εφάνησαν μακρόθεν να κατεβαίνωσι την ράχιν ερχόμεναι
αι καλυβιώτισσαι γυναίκες, αι ποιμενίδες και βοσκίδες των
αγροτικών συνοικιών. Ήλθαν φέρουσαι πελωρίους κοφίνους, γεμάτους
άνθη, λαμπάδας, κηρία και αγγεία με έλαιον, και πρόσφορα και
μικράς φιαλίδας με &νάμα&, ή οδηγούσαι ονάρια με τα σάγματα
επεστρωμένα διά κιλιμιών και χραμίων, φορτωμένα τορβάδες και
δισσάκια με φλάσκας οίνου, με τυρία νωπά, ή ζεματισμένα και
κόκκινα αυγά. Κατόπιν εφάνησαν σφυρίζοντες αλλοκότως δύο ή τρεις
βοσκοί με τας αγέλας των, τας οποίας ωδήγησαν παρά τον απότομον
κρημνόν προς την θάλασσαν. Οι τράγοι επήδων από βράχου εις βράχον,
από όχθον εις όχθον, από κοίλωμα εις κοίλωμα, ενώ τα ερίφια
χαριέντως σκιρτώντα έτρεχον κατόπιν των αιγών βελάζοντα,
αγαλλόμενα προς την νέαν δι' αυτά απόλαυσιν του αγνώστου τούτου
πράγματος, της ζωής, εκθέτοντα εις τον ήλιον τα στακτερά ή στικτά,
και λευκά και μαύρα τριχώματά των, ενώ οι βοσκοί, υψηλοί,
ρωμαλέοι, τραχείς, φριξότριχες, ηλιοκαείς την όψιν, έτρεχον εμπρός
και οπίσω με τας μακράς, ίσας με το ανάστημά των, καμπύλας την
λαβήν ράβδους των, σοβούντες μετά πολυήχου συριγμού την δυσάγωγον
και σκιρτικήν αγέλην.
Τελευταίοι έφθασαν οι ποιμένες άνευ των αμνάδων των, τας οποίας
είχον αφήσει οπίσω εις τας μάνδρας, κομίσαντες μόνον δυο αρνία
σφαγμένα. Έφθασαν σιγυρισμένοι, αλλαγμένοι, στολισμένοι όλοι των,
με καθαρούς χιτώνας, κοντά βρακία και υψηλαίς βλαχόκαλτσαις, με
πλατέα ζωνάρια κίτρινα, ξυραφισμένοι και με τους λινόχρους ή
καστανούς μύστακας αγκιστροειδείς.
Ταχέως έκλινεν η ημέρα, και ο ήλιος έδυσεν εις μίαν ράχιν του
Πηλίου, αντικρύ, αφού επί πέντε λεπτά της ώρας είχε μείνει
στεφανωμένος με κυάνεα και περιπόρφυρα χρυσαυγή νέφη αντιλαμβάνων
ο ίδιος όσην απέδιδε δόξαν και λάμψιν και επί δέκα λεπτά ακόμη,
αφού εβασίλευσεν, αι ακτίνες της στέψεώς του έμειναν χρυσοφαείς,
πορφυρίζουσαι, κυανίζουσαι βάπτουσαι το βουνόν με ιώδες χρώμα.
Είτα κατήλθεν η νυξ, ηρέμα επί των πλευρών του όρους, σπείρουσα
παντού το βαθύ και άρρητον μυστήριόν της, και οι έμψυχοι κρότοι
και ψίθυροι της φύσεως, εξηγέρθησαν εις τας ράχεις, εις τους
λόγγους, εις τας φάραγγας, και η οφρύς του βουνού ητμίσθη και
συνεστάλη υγρά και το βλέφαρον του λόφου κατήλθε, και εκλείσθη εις
έν βουνόν ρεμματιά και κάμπος. Και ο μπάρμπα-Κωνσταντός ο
Ζ'μαροχάφτης, τρίτος πάρεδρος του χωρίου, του δήμου Λίτης, δεν
εφάνη ουδαμόθεν να έρχεται.
Ήτο δε ανήσυχος ο ιερεύς, και φόβος ήτο να μείνωσι χωρίς Ανάστασιν
και λειτουργίαν. Διότι ευλόγως δεν ηδύνατο άνευ βοηθού να
ιεροπρακτήση. Λειτουργία χωρίς ένα τουλάχιστον ψάλτην ή αναγνώστην
δεν γίνεται, οι ποιμένες και οι βοσκοί ήσαν όλοι, ως εικός, ου
μόνον αγράμματοι, αλλά και αλιβάνιστοι οι κακόμοιροι πολλοί
τούτων.
- Τώρα, τι να κάμουμε; - Ορίστε σου υπόσχονται σίγουρα μία
δουλειά, κ' ύστερα σ' αφήνουν μέσ τη μέση! &Ανθρώπους και κτήνη
σώσεις Κύριε!&
Ήλπιζεν εν τούτοις ακόμη ότι ο μπάρμπα-Κωνσταντός θα ήρχετο.
Αργοστόλιστος ήτο πάντοτε, τον ήξευρεν. Αλλά τώρα ήτο σκοτεινή
ακόμη νυξ και μόνον τα άστρα έλαμπαν άνω, ολίγω ύστερον ανέτελλεν
η σελήνη, και τότε ελπίς ήτο να έλθη.
Παρήλθον δύο ώραι και η σελήνη ανέτειλε κολωβή από το σκοτεινόν
βουνόν άνω, ανερχομένη βραδέως εις το στερέωμα, και αι τάξεις των
άστρων ηραιώθησαν επ' άπειρον και όλα σχεδόν ημαυρώθησαν εις την
διάβασίν της. Παρήλθεν ακόμη μία ώρα. Ο μπάρμπα-Κωνσταντός δεν
εφάνη.
Ο ιερεύς ήρχισε ν' αγανακτή.
- Ο ασυνείδητος! ο μωρός!.... Ήμαρτον κύριε! «Ανθρώπους και
κτήνη».
Ήθελε να στείλη ένα των ποιμένων εις την πολίχνην, όπως ζητήση και
εύρη ένα συλλειτουργόν να του φέρη. Αλλ' οι ποιμένες και οι βοσκοί
όλοι έρεγχον εξηπλωμένοι μεταξύ των σχοίνων και των κομαρεών,
τυλιγμένοι εις τας κάπας των, ευχαριστημένοι ότι επανήλθεν η
άνοιξις και εύρισκαν ολιγώτερον παγεράν της γης την υγρασίαν. Και
αι γυναίκες των πλαγιασμένοι και αυταί, ύπνωττον ολιγώτερον
ακουστώς όπισθεν του ιερού βήματος, τυλιγμέναι με τα χιράμια και
τα κιλίμια, τα οποία είχον φέρει επεστρωμένα επί των σαγμάτων των
όνων. Και αι εκ της πολίχνης ελθούσαι γυναίκες, κύπτουσαι επί των
καλαθίων των, έξω της θύρας του ναού, υπό τον εστεγασμένον πρόναον
και εντός της ξύλινης κιγκλίδος, ελαγοκοιμώντο και αυταί. Μόνον ο
ιερεύς ανησύχει και ήτο άγρυπνος.
- Τα ξέρω εγώ απ' όξου τα πλειότερα τα γράμματα, παπά, του έλεγεν
η θειά το Μαθηνώ, διά να του δώση θάρρος· τα κανοναρχώ κειδά στ'
αυτί του γέρο-Φιλιππή, κι' ο γέρο-Φιλιππής, οπούν θεοφοβούμενος
άνθρωπος, θα τα λέη κειδά όπως-όπως...
- Να δα η ώρα να σε κάμουμε και ψάλτη, Μαθηνώ! απήντησε γελάσας ο
ιερεύς.
- Ψάλτης δε θα γίνω, μόνε κανονάρχος. Μοναχοί μας θάμαστε...
Κανένας γραμματισμένος δεν είνε για να μας γελάση.... Η αγιωσύνη
σ' βρίσκεις τον ήχο του μπάρμπα Φιλιππή, κ' εγώ του λέω τα λόγια
όσα θυμούμαι. Νάξερα από μέσα απ' το χαρτί να διαβάσω, θαρρώ πώς
δε θα ήτον αμαρτία να ψάλω και μοναχή μου.
Ως τόσον επλησίαζε μεσονύκτιον, και δεν ήτον ελπίς να έλθη πλέον ο
μπάρμπα-Κωνσταντός, ο τρίτος πάρεδρος. Ο ιερεύς δεν απεφάσισε να
εξυπνήση κανένα εκ των βοσκών και τον στείλη εις την πόλιν, ως
εσκέφθη κατ' αρχάς, διότι ελογάριαζεν ότι τόσαι ολίγαι ώραι έμενον
έως να ξημερώση, ώστε μέχρι ου υπάγη ο αποσταλησόμενος εις την
πόλιν, ζητήση και κατορθώση να εύρη ψάλτην, εωσότου πείση και φέρη
αυτόν και φθάσωσιν ομού εις τον Άγιον Ιωάννην θα ήτο ακριβώς δύο
ώραις ημέρα.... και η Ανάστασις επρόκειτο να γίνη τα μεσάνυκτα ή
και βραδύτερον τι.
Ο παπά Διανέλος εσηκώθη στενάζων, εισήλθεν εις τον ναόν, και
προσεκύνησεν εις τας βαθμίδας του ιερού βήματος. Ευθύς κατόπιν
έτρεξεν η γρηά Μαθηνώ και η θειά το Σειραϊνώ, η σημαιοφόρος των
πανηγύρεων. Αι δύο γυναίκες ήρχισαν να αναζωπυρώσι τα φυτύλια, να
ρίπτωσιν έλαιον εις τας κανδήλας και να κάμνουσιν εγκαρδίους
σταυρούς. Ησθάνοντο ανέκφραστον χαράν και γλύκαν εις τα σωθικά
των. Ήτο ανάστασις, Ανάστασις! Το πρόσωπον του Δεσπότου Χριστού
έλαμπε με άγιον φως, δεξιά της ιεράς πύλης. Η μορφή της Δεσποίνης
Θεοτόκου ήστραπτεν εξ αφάτου χαράς αριστερόθεν, κρατούσης το θείον
βρέφος της. Η όψις του τιμίου Προδρόμου, με ένα βόστρυχον της
κόμης φρίττοντα προς τα άνω, ως να έμεινεν ανωρθωμένος από την
πρόσψαυσιν του θηριώδους δημίου του αποκόψαντος την σεβάσμιον
κάραν του μείζονος εξ όσων εγέννησαν κατά φύσιν αι γυναίκες
ανδρών, εσελαγίζετο εκ μυστικής ευφροσύνης παραπλεύρως εκείνου ου
την φρικτήν κορυφήν ηξιώθη να χειροθετήση. Και ο αγαπημένος
μαθητής ήτο ακόμη εκεί, και συνέχαιρεν επί τη Αναστάσει, αν και
πτυχή τις μερίμνης συνέστελλε το υψηλόν μέτωπόν του, προβλέποντος
ότι θρασύς ιερόσυλος έμελλε μετ' ου πολύ να τον αρπάση εκ της
κόγχης του διά να τον μεταφέρη εις Αθήνας και τον καθιδρύση όχι
εις ναόν και ολοκαύτωμα και θυσιαστήριον, όχι εις τόπον του
καρπώσαι, αλλ' εις Μουσείον, Ύψιστε Θεέ! εις Μουσείον, ως να είχε
παύση ν' ασκήται εις τον τόπον αυτόν η χριστιανική λατρεία, και τα
σκεύη αυτής ν' ανήκον εις θαμμένον παρελθόν, και να ήσαν
αντικείμενον περιεργείας!.... Ίλεως γενού αυτοίς, Κύριε!
***
Τέλος δεν ήτο ελπίς να έλθη ο κυρ Κωνσταντός και ώφειλον εκ των
ενόντων να ψάλωσι την ακολουθίαν. Αι εκ της πόλεως γυναίκες, η μία
μετά την άλλην, αποτινάξασαι την υπνώδη νάρκην, εισήλθον εις τον
ναΐσκον. Αι εκ των αγρών ποιμενίδες δεν ήργησαν να εξυπνήσωσιν, ο
δε παπά Διανέλος εξήλθε προς στιγμήν, και λαβών τεμάχιον παλαιάς
σανίδος και σφυροειδές ξύλον, κατεσκεύασεν αυτοσχέδιον σήμαντρον,
διότι φευ! δεν υπήρχε προ πολλού κώδων όστις να εξυμνή τους προ
αιώνων κοιμηθέντας και να συγκινή την κόνιν των από γενεών
κοιμηθέντων κατοίκων της πάλαι ποτέ υπαρξάσης πόλεως. Διά του
σημάντρου τούτου ήρχισε να κρούη ο ιερεύς εις τροχαίους πρώτον
(τον Αδάμ, Αδάμ, Αδάμ,) είτα εις ιάμβους (το τάλαντον, το
τάλαντον), και να εξυπνή τας μεσονυκτίους ηχούς.
Οι βοσκοί ενωτισθέντες τον μονότονον ήχον ετινάχθησαν διά μιας
επάνω, επέταξαν τας κάπας των, ενίφθησαν και έτρεξαν εις την
Εκκλησίαν, κρατούντες τας λαμπάδας των. Ο ιερεύς εβαλεν ευλογητόν,
έψαλε μόνος του την παννυχίδα, όλον το &Κύματι θαλάσσης&,
εθυμίασεν, έκαμεν απόλυσιν, είτα φορέσας επιτραχήλιον και
φελόνιον, ήναψε μεγάλην λαμπάδα, και βαστάζων αυτήν εξήλθεν εις τα
βημόθυρα και ήρχισε να ψάλλη μεγαλοφώνως το &Δεύτε λάβετε φως&. Οι
βοσκοί ήναψαν τας λαμπάδας των, ομοίως και αι γυναίκες, κ' εξήλθον
όλοι εις το προαύλιον, του ιερέως κρατούντος την τε Ανάστασιν και
το Ευαγγέλιον μετά του θυμιατού, και ψάλλοντος, &Την Ανάστασίν σου
Σωτήρ&.
Είτα η ιερά εικών και το Ευαγγέλιον, απετέθησαν επί πεζούλας,
εκπληρούσης χρέη τρισκελίου, εφ' ης αι γυναίκες είχον στρώσει
μεταξοϋφές μακρόν προσόψιον. Ο ιερεύς ανέγνω αργά το κατά Μάρκον
&Διαγενομένου του Σαββάτου&, είτα θυμιάσας και εκφωνήσας το &Δόξα
τη ομοουσίω&, ήρχισε να ψάλλη λαμπρά τη φωνή το &Χριστός Ανέστη&.
Αφού το έψαλε τρις ο ίδιος, και ανά άπαξ ή δις δύο των βοσκών,
οίτινες δεν ήσαν μεν πλέον γραμματισμένοι από τους λοιπούς, αλλ'
είχον ολιγώτερον τραχείαν την προφοράν κ' «εγύριζε κάπως η γλώσσα
των», έλαβε θάρρος και η θειά Μαθηνώ και το έψαλεν άπαξ, ομοίως
και η θειά το Σειραϊνώ, ενώ το Καλλιοπώ και το Αγλαώ και η Αννούδα
και άλλαι γυναίκες έπνιγον τους καγχασμούς των εις τας παλάμας, με
τας οποίας ως δι' εκουσίου φιμώτρου είχον περιλάβη τα στόματά των.
Τελευταίον εις επισφράγισιν το έψαλε πάλιν ο ιερεύς, και είτα είπε
τα &Ειρηνικά&. Μεθ' ο, αναλαβών την Ανάστασιν και το Ευαγγέλιον,
εισήλθεν εις τον ναόν, ακολουθούμενος υπό του λαού. Έψαλε το
&Αναστάσεως ημέρα& και τα δύο τροπάρια της πρώτης ωδής, ακολούθως
εισήλθεν εις το ιερόν, και εξελθών πάλιν, έλαβε καιρόν, και πάλιν
εισήλθε, και ήρχισε να φορή όλην την ιεράν στολήν του. Η ψαλμωδία
είχε διακοπή εξ ανάγκης. Η θειά Μαθηνώ επλησίασεν εις τον γέρο-
Φιλιππή πρωτοκάθεδρον της τάξεως των ποιμένων, κ' εδοκίμασε να
κανοναρχίση προς αυτόν.
- Ψάλε, γέρο-Φιλιππή, «&Καθαρθώμεν τας αισθήσεις&». Αλλά του
γέρο-Φιλιππή δεν εγύριζεν η γλώσσα του να είπη «Καθαρθώμεν τας
αισθήσεις».
Τότε η θειά το Μαθηνώ ήρχισε σιγά-σιγά να ψάλη: «&Καθαρθώμεν τας
αισθήσεις και οψόμεθα τω απροσίτω φωτί της Αναστάσεως&, κτλ.
Είνε αληθές ότι η ακριβής προφορά εις το στόμα της ήτο Καθαρθώμεν
τας ησθήσεις κη ουψόμεθα...
- Αυτό το είπαμε, βλοημένη, έκραξεν ο ιερεύς από του ιερού
βήματος. &Δεύτε πόμα πίωμεν καινόν&, είνε τώρα.
- Α! Ναι, έκαμεν η θειά το Μαθηνώ και ήρχισε.
Δεύτε πόμα πίουμειν κηνόν.......
Αλλ' ο ιερεύς όστις εξηκολούθει να ενδύηται, ενόησεν ότι ή την
προσκομιδήν έπρεπε ν' αναβάλη, ή την ακολουθίαν να διακόψη. Και
ταύτα μεν επεδέχοντο οικονομίαν, αλλά δεν έβλεπε πώς θα τα
εκατάφερνον εις την λειτουργίαν.
Εφόρει έν έκαστον των αμφίων κ' εψιθύριζε τα διατεταγμένα λόγια:
«Αγαλλιάσεται η ψυχή μου επί τω Κυρίω, ενέδυσε γαρ με ιμάτιον
σωτηρίου και χιτώνα ευφροσύνης περιέβαλέ με. Ως νυμφίον περιέβαλε
με μίτραν και ως νύμφην κατεκόσμησέ με κόσμω.»
Είτα ήρχιζε να ψάλλη τα τροπάρια του Κανόνος:
&Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα
καταχθόνια......&
Είτα πάλιν, φορών το επιτραχήλιον υπεψιθύριζεν: «Ευλογητός ο Θεός
ο εκχέων την χάριν αυτού επί τους ιερείς αυτού, ως μύρον επί
κεφαλής το καταβαίνον επί πώγωνα...»
Και πάλιν έψαλε:
&Χθες συνεθαπτόμην σοι Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον αναστάντι
σοι......&
Είτα φορών το περιζώννυον, έλεγεν:
»Ευλογητός ο Θεός ο περιζωννύων με δύναμιν, και έθετο άμωμον την
οδόν μου.» Ή περνών το έν επιμάνικον, απήγγελεν: Η δεξιά σου χειρ
Κύριε, δεδόξασται εν ισχύι... »
Και διακόπτων τούτο, έψαλλε την καταβασίαν: &Δεύτε πόμα πίωμεν
καινόν, ουκ εκ πέτρας αγόνου......&
Αφού όμως ενεδύθη την ιερατικήν στολήν όλην, εξήλθεν έξω και
εχοροστάτησε, κ' έψαλλεν ο ίδιος όλον τον κανόνα, έμελλε δε να
μεταβή εις τους &Αίνους& και ν' αρχίση τον ασπασμόν, όταν είς των
βοσκών, όστις είχεν εξέλθη διά να ιδή πώς είχον αι αίγες του,
επανήλθεν εις τον ναΐσκον και ανήγγειλεν ότι κάποιος φωνάζει
βοήθειαν μέσα απ' του Χαιρημονά το ρέμμα, και ότι είνε βαθειά κάτω
και δεν τον είδε, μόνον την φωνήν του ήκουσεν.
Ο ιερεύς εστράφη.
- Τι τρέχει;
- Δε ξέρου τι να είνε, είπεν ο βοσκός... βαθειά κάτ' χουιάζει...
«πού είσαστε, πού είσαστε;» Να πάρου μια λαμπάδα να πάου να ιδώ;
- Να πας.
Δύο ή τρεις άλλοι νεαροί βοσκοί και ποιμένες έλαβον αμέσως τας
λαμπάδας των κι' έτρεξαν έξω.
***
Αφού έφερε γύρω όλην την ημέραν του Μεγάλου Σαββάτου, ο κυρ
Κωνσταντός ο Σμαροχάφτης, τρίτος πάρεδρος, κτλ., επί τέλους, ως
δύο ώρας προ της δύσεως του ηλίου, απεφάσισε να εξέλθη εις τα
Λιβάδια έξω της πόλεως, όπου είχε δεμένον το ονάριον του, διά να
το λύση, όπως φορτώση επ' αυτού την μικράν αποσκευήν του, και
εκκινήση διά τον Αγ. Ιωάννην τον Πρόδρομον, καθ' ην είχε δώσει
υπόσχεσιν εις τον παπά Διανέλον. Αλλά τότε μόνον ενόησεν ότι είχε
λησμονήσει από το πρωί να το &αλλάξη& ήτοι να το μετατοπίση εις
άλλην βοσκήν, και το πτωχόν το ονάριον δεν εφαίνετο πολύ χορτάτον,
όταν ο κύριός του το έλυσεν. Εκ του τρόπου μεθ' ου ανώρθωσεν
ελαφρώς τα χαμηλωμένα αυτιά του, το ζώον εφαίνετο να ελπίζη ότι ο
αφέντης του θα το μετέθετε τέλος εις άλλην βοσκήν, αλλ' ο μπάρμπα-
Κωνσταντός το ωδήγησεν εις την οικίαν του, όπου εφόρτωσεν επάνω
του ένα πενιχρόν τορβάν, περικλείοντα τρόφιμα, επέστρωσεν επί του
σάγματος παλαιόν ξεθωριασμένον κιλίμιον, και αναβάς ο ίδιος
εκάθησε μονόπλευρα επ' αυτού.
Έκαμε τον σταυρόν του κ' εξεκίνησεν. Αλλά δεν ήργησε να καταλάβη
ότι το ζωντόβολον, ένεκα του γήρατος και της μετρίας τροφής την
οποίαν είχε λάβει, δεν θ' αντείχε καλώς εις την μακράν οδοιπορίαν,
και ότι θα ήτο ικανόν να &μαραζώση& τον αναβάτην. Άμα έφθασεν εις
τον επάνω Άι-Γιαννάκην, ου μακράν της πόλεως, κατέβη και απεφάσισε
να οδηγή το ονάριον πεζός βαίνων. Αλλά και πάλιν το ζώον δεν
εβάδιζε καλώς, με όλους τους κτύπους όσους του κατέφερε με μίαν
λεπτήν βέργαν εις τα οπίσω του. Απεφάσισε λοιπόν ν' απαλλαγή της
συντροφίας, ήτις θα ήτο μάλλον βάρος ή βοήθεια δι' αυτόν, και να
δέση κάπου το ζώον διά να το αφήση να βοσκήση. Εζήτησε μέρος
κατάλληλον διά να το δέση, αλλά δεν εύρεν εις τον επάνω Άι-
Γιαννάκην πλουσίαν βοσκήν. Κατέβη οπίσω εις τον Κάτω Άι-Γιαννάκην,
αλλ' αφού κ' εκεί δεν εύρεν ικανόν χόρτον διηυθύνθη απώτερον κάπου
εις την θέσιν Έρμο Χωριό, κ' εκεί έδεσε τέλος το ζώον εις την
ρίζαν αγρίου δένδρου, εντός ασπάρτου αγρού και πλησίον εις ένα
φράκτην. Αυτός δε εφορτώθη εις τον ώμον τον τορβάν και το
κιλίμιον, έβαλεν όπισθέν του εις την μέσην μικρόν κλαδευτήρι, και
κρατών την λεπτήν ράβδον του, εξεκίνησε πεζός. Είχε χασομερήσει
σωστήν μίαν ώραν εις όλας αυτάς τας φροντίδας.
«Τώρα, είπε μέσα του, είνε καιρός να το βάλω στα πόδια, διά να μη
νυχτώσω (και πάλιν θα νυχτώσω), εκτός εάν απομείνω· αλλά ν'
απομείνω δεν πρέπει, γιατί έδωκα υπόσχεσιν του παπά.» Ούτως είπε
και ούτως έκαμε. Και ήρχισε να κόφτη δρόμον με όλα τα εξήκοντα έτη
του, με όλον το δημογεροντικόν και προεστάδικον της διαίτης και
του ήθους του, το βραχύ ανάστημα, το ωχρόν λεπτόδερμον και
καταπονημένον πρόσωπον, και μεθ' όλον το κανονικόν, καίτοι παλαιόν
και εφθαρμένον της βράκας και του φεσίου. Ήτο παλαιός
γεωργοκτηματίας από οικογένειαν, με όλα τα κτήματά του ενυπόθηκα,
εκ των απλοϊκών εκείνων τους οποίους εύρε λείαν εύκολον και καλόν
έρμαιον η άπληστος και ιδιοτελής πανουργία των παντοπωλών,
μικρεμπόρων και τοκιστών της χθες, των νεοπλούτων της σήμερον,
κατά πόλεις και κώμας.
Ο μπάρμπα-Κωνσταντός ανέβη ταις Βίγλαις και έφθασεν εις του
Κ'φαντώνη το Καλύβι, είτα κατέβη εις το ρέμμα, το συνορεύον προς
το Λεχούνι, όπου ευρίσκεται ο νερόμυλος του Δήμου του Βλάχου κ'
εκείθεν ήρχισε ν' αναβαίνη τον μικρόν ανήφορον του Αγίου
Χαραλάμπους.
Ο ήλιος είχε δύσει, όταν έφθασεν εις την κορυφήν του βουνού, και
αντικρύ του βραχώδους και αποτόμου όρους, όπου κείται το μικρόν
διαλυμένον μονύδριον. Ο παπά-Αζαρίας Σύγκελλος, ηγούμενος του
ερήμου αδελφότητος μοναστηρίου, ουδέν άλλο έχων πνευματικόν
ποίμνιον ειμή μίαν υπέργηρων καλογραίαν ενενηκοντούτιν και ένα
άχρηστον υποτακτικόν ηλικιωμένον, ναυαγόν του κόσμου και απόχηρον,
είχεν εξέλθη εις τα πρόθυρα της μονής, και έβλεπε τας τελευταίας
ακτίνας του ηλίου επιχρυσούσας διά τινας στιγμάς ακόμη τας κορυφάς
των ανατολικών απέναντι ορέων, όταν είδε τον μπάρμπα-Κωνσταντόν να
προκύψη όπισθέν της τελευταίας αιμασιάς, της χαραττούσης
εκατέρωθεν του δρόμου.
- Πού 'ς αυτό τον κόσμο, κυρ-Κωνσταντέ;... Σαν τα χιόνια!...
- Ευλογείτε, πάτερ!... Και ο μπάρμπα-Κωνσταντός, αφού έκαμε τον
σταυρόν του τρις, αποβλέπων προς το ιερόν του αγ. Χαραλάμπους,
ήρχισεν ασθμαίνων να διηγήται πώς ο παπά-Διανέλος ο Πρωτέκδικος
εκλήθη από τους βοσκούς και ποιμένας να κάμη ανάστασιν και να
λειτουργήση επάνω εις τον Άγ. Ιωάννην τον Πρόδρομον, πώς εκάλεσε
και αυτόν, τον κυρ-Κωνσταντόν, να υπάγη να τον βοηθήση, πώς ο
παπάς ευρίσκεται από τη πρωίας, οπίσω, εις τον Άγ. Ιωάννην, χωρίς
να έχη άλλον βοηθόν ή συλλειτουργόν, πώς αυτός, ο κυρ-Κωνσταντός,
ηργοπόρησε να εκκινήση, ένεκα του οναρίου του, το οποίον δεν
αντείχεν εις την οδοιπορίαν, και ήθελε κάθε τόσον άλλαγμα βοσκής
(και ο Θεός δεν είχε ρίξει το έτος εκείνο άφθονους βροχάς, ώστε να
υπάρχη δαψίλεια βοσκής εις τα λιβάδια), και τέλος, πώς ο κυρ-
Κωνσταντός ευρέθη εις την ανάγκην ν' αποφασίση να υπάγη πεζός
επάνω εις τον Αγ. Ιωάννην διά να μη γελάση τον παπάν, επειδή είχε
δοσμένον τον λόγον του, να υπάγη να τον βοηθήση.
- Μα τώρα νύχτωσες... θα νυχτώσης... είπεν ο Άι-Χαραλαμπίτης ο
ιερεύς· πώς θα πας ως εκεί;.. είνε μιάμιση ώρα δρόμος ακόμα... και
το φεγγάρι θ' αργήση τρεις ώραις να βγη.... άσ 'βος.
- Πώς να κάμω; είπεν ο μπάρμπα-Κωνσταντός, όστις ήρχισεν ευθύς να
οκνή και να διστάζη.
- Σκοτίδ' άσ'βος (2), επανέλαβεν ο παπά-Αζαρίας, το φεγγάρι θ'
αργήση τρεις ώραις... πώς θα πας ως εκεί, μοναχός σου;...
Κακοστρατιά, κλεφτότοπος... θα πέσης 'σε κανένα γκρεμνό να
κατασκοτωθής.
- Τι με συμβουλεύεις, γέροντα, να κάμω;... είπε ψοφοδεής ο
μπάρμπα-Κωνσταντός ο πάρεδρος.
***
Ο παπά-Αζαρίας εσκέφθη προς στιγμήν, αλλ' η όψις του δεν εξέφραζε
πνευματικόν τι. Ίσως έλεγε μέσα του: «Τι ήθελα, τι γύρευα εγώ να
του πω τέτοια πράμματα να τον δειλιάσω;... Αυτός είνε έτοιμος...
αφορμή εγύρευε να μείνη μες τη μέση... και να κάμη Ανάστασι στον
άγιο Χαράλαμπο».
Είτα είπε μεγαλοφώνως:
- Τι να σου πω κ' εγώ; Εσείς πάτε και δίνετε υπόσχεσι, κ' ύστερα
δεν ξέρετε να σηκωθήτε με την ώρα σας τουλάχιστον, να πάτε κει που
έχετε δώσει λόγο... κι' άλλος ας καρτερή... ένα πράμμα που σου
είνε κοπιαστικό και δύσκολο, απ' αρχής πρέπει να το συλλογίζεσαι,
να το μετράς καλά, να μη δίνης το λόγο σου... Τι δουλειά είχες,
εσύ, νοικοκύρης άνθρωπος, να τρέχης στα κατσάβραχα, απάνω στον Άι-
Γιάννη, για να κάμης Πάσχα;... Δεν ήξερες ναρθής στον Άι-
Χαράλαμπο;... Τι σε κάμω εγώ;... Εδώ θελά χρησιμέψης... θελά
ψάλουμε μαζύ την Ανάστασι, θελά λειτουργηθής μια χαρά, και η
μυζήθρα και το χλωρό τυρί δεν ήθελε μας λείψη... Έχω κ' εκείνο τον
αχαΐρευτο τον υποτακτικό μου το Γαβριήλ, όπου δε φελά τίποτε...
έχω και τη γρηά την Ευπραξία, ένα σωρό κόκκαλα, νάχουμε την ευκή
της... τρεις κούκκοι! Μα οι βοσκοί, ας είνε καλά, ταις καλαίς
μέραις έρχονται, μας κάνουν γενιά... μόνον εφέτος που μας πήρε
τους πλειότερους ο παπά-Διανέλος, πίσω στον Άι-Γιάννη, αλλά μένουν
κάτι λιγοστοί...»
Ενταύθα ήλθεν εις τον παπά-Αζαρίαν ο πειρασμός να κρατήση τον κυρ-
Κωνσταντόν εις τον Άγιον Χαράλαμπον, αφίνων τον παπά-Διανέλον άνευ
βοηθού, διά να τον εκδικηθή διότι του αφήρεσε τους πλείονας των
βοσκών του. Αλλά δεν το εχώρησεν η συνείδησίς του, και εντονώτερον
εξηκολούθησε:
- Τώρα, όπως και να το κάμης, άσχημα είνε... μα το καλλίτερο είνε
να τραβήξης το δρόμο σου να πας... Έδωκες το λόγο σου... είνε
μεγάλη αμαρτία ν' αφήσης τον παπά χωρίς βοηθό, τέτοια μεγάλη μέρα.
Ο μπάρμπα Κωνσταντός δεν απέσπα το βλέμμα από τας κυανάς και
κοκκίνας υάλους της θυρίδος του ιερού βήματος, ήτις εφαίνετο
προσελκύουσα αυτόν ως μαγνήτης, και νοερώς συνέκρινε την σχετικήν
ανάπαυσιν ην θα είχεν εις τον Άγιον Χαράλαμπον, όπου θα εύρισκε
ζεστόν κελλίον με άφθονον πυρ και καφέν προ της Αναστάσεως, με
γάλα και αυγά μετά την λειτουργίαν, και διπλούν θαλπερόν και
αναπαυτικόν ύπνον προ και μετά την ακολουθίαν, με την ερημίαν, με
τους βράχους, τους σχοίνους και τας κομαριάς του Αγ. Ιωάννου του
Προδρόμου, όπου θα υπήρχε μόνον ύπαιθρον ή ανεπαρκές υπόστεγον και
παραπολλή δρόσος πρωιμωτέρα ή ώστε να είνε επιθυμητή.
- Μη στέκεσαι καθόλου, επανέλαβεν ο Αϊχαραλαμπίτης· τράβα, γιατί
θα νυχτώσης, και θ' αργήση το φεγγάρι να βγη.
- Τώρα νύχτωσε που νύχτωσε, είπεν αποφασιστικώς ο μπάρμπα-
Κωνσταντός· καλλίτερα είνε να καθίσω προς ώρα να ξεκουραστώ, ως
που να βγη το φεγγάρι...
- Και ύστερα;
- Ύστερα πηγαίνω με το φεγγάρι.
- Μα θα πας;
- Θα πάω.
- Ξέρεις καλά το δρόμο;
- Τι θα πη;... Μπορεί να έχω χρόνια να πάω, μα τον δρόμο τον
θυμούμαι... Κ' έπειτα, αν έρθη κανένας απ' τους ξωμερίταις φίλος
μου...
- Ε!...
- Θα τον παρακαλέσω να με πάη ολίγο παραπάνω, είπεν ο μπάρμπα-
Κωνσταντός.
- Ώστε δεν ξέρεις καλά το δρόμο;
- Όχι αλλά...
- Φοβάσαι τα στοιχιά; εκάγχασεν ο ιερεύς.
- Θεός να φυλάη... δεν φοβούμαι τίποτε με την δύναμιν του Θεού...
μα η συντροφιά είνε πάντα καλλίτερη.
- Ας είνε, δεν μπορώ να σε διώξω... έμβα μες το κελλί να
ξεκουραστής, και σα βγη το φεγγάρι, να πας....
- Ευλόγησον.
Ο μπάρμπα-Κωνσταντός εισήλθεν εις το κελλίον, κ' εξηπλώθη επί του
χαμηλού επεστρωμένου σοφά, με τους πόδας προς την εστίαν, όπου
έκαιεν ασθενές πυρ ετοιμόσβεστον. Ο μπάρμπα-Κωνσταντός εσκεπάσθη
με το κιλίμι το οποίον εκόμιζε, και μετ' ολίγα λεπτά απεκοιμήθη.
Ήτο δε ήδη νυξ.
***
Το κελλίον όπου είχεν εισέλθη ο μπάρμπα-Κωνσταντός ήτο το έν εκ
των δύο όσα εκράτει ο ηγούμενος, το οποίον εχρησίμευεν άμα ως
προθάλαμος, ως μαγειρείον και ως πρόχειρον «αρχονταρίκι». Μόλις
είχεν αποκοιμηθή ο γηραιός πάρεδρος, και εισήλθεν ο υποτακτικός
Γαβριήλ, με άσπρον κιουλάρι, με ζωστικόν πάνινον ξεθωριασμένον και
χωρίς ράσον, κρατών λυχνίαν με την αριστεράν, καυσόξυλα και
χαμόκλαδα με την δεξιάν.
- Άλλος μουσαφίρης πάλε! εγόγγυσεν άμα είδε τον κυρ Κωνσταντόν
κοιμώμενον^ κουτσοί-στραβοί στον Άι-Παντελεήμονα! Ευλόγησον,
πατέρες!
Εκρέμασε το λυχνάριον επί του πτερυγίου της εστίας, εγονάτισε και
ήρχισε να ξανάπτη την φωτιάν, και εξηκολούθησεν:
- Από πού με το καλό, αυτός πάλε! Ας είν' καλά οι χριστιανοί! Τα
ποτήρια ξεπλύνετε, και οι παίδες ας κερνούν. Ζήτω η
κρασοκατάνυξις! ευλόγησον πατέρες!
Έκυψεν εις την εστίαν και ήρχισε να φυσά διά φυσητήρος καλάμου.
Είτα επανέλαβεν:
- «Έδωκας ηγούμενε, των καλογήρων διακόνημα...»
Έψαλε τούτο εις ήχον τέταρτον, μεθ' ο εις πεζόν λόγον προσέθηκε:
- Πού τους βρίσκει, ο γέροντάς μου, και τους μαζώνει!
Τρέχα, Γαβριήλ. Καφέδες, Γαβριήλ. Και να έφερναν τίποτε πρόσφορα,
το ελάχιστο! Μ' αυτοί έρχονται άδεια τα χέρια. «Του κελλάρη έδωκας
κλειδιά εις τα χέρια του (τούτο το είπε ψαλτά· είτα χύμα)». Βάστα,
γέρο-Γαβριήλ. Σαν είσ' αββάς, βάστα!
Την στιγμήν εκείνην, ο μπάρμπα-Κωνσταντός έκαμε κίνησίν τινα,
εμισοξύπνησε, κ' εγύρισεν από το άλλο πλευρόν.
- Χαλάλι να του γείνη! εγόγγυσεν ο πάτερ-Γαβριήλ. Νυσταγμένος μας
ήλθε, ο άνθρωπος. Θέλω να ξέρω, αυτοί, κάτω στο χωριό, δεν
κοιμούνται τάχα, δεν έχουν σπίτια, δεν έχουν κάμαραις; Κινούν δύο
ώραις δρόμο κ' έρχονται στον Άι-Χαράλαμπο για να κοιμηθούν; Ταμάμ!
Ευλόγησον, πατέρες....
Και είτα έψαλε:
- «Δίδει τον οίνον λιγοστόν...»
Αλλ' ο μπάρμπα-Κωνσταντός, καίτοι στραφείς επί του άλλου πλευρού,
δεν επανεύρε τον ύπνον, αλλ' ανασηκωθείς επί του αγκώνος, εγύρισε
βλέμμα προς τον μοναχόν και τον ηρώτησε:
- Τι ώρα είνε, πάτερ;
- Τι ώρα;... ώρα που νύχτωσε... ώρα που φέγγουν τ' αστέρια....
- Το φεγγάρι δε βγήκε ακόμα;
- Τι να σε κάμη το φεγγάρι, χριστιανέ μου;... Το φεγγάρι δεν
κόβει μονέδα...
- Περιμένω να βγη το φεγγάρι για να φύγω, και γι 'αυτό σ' ερωτώ,
είπεν ησύχως ο μπάρμπα-Κωνσταντός.
- Να φύγης;... για πού, αν θέλη ο Θεός;
- Δεν ήρθαν τίποτε ξωμερίταις απ' τα καλύβια;
- Μου κάνουν τη χάρι να μη 'ρθούν, είπεν ο Γαβριήλ. Σου φέρνουν
ένα πρόσφορο και σου φαρμακώνουν μια κόττα ολάκερη· σου φέρνουν
ολίγο νάμα, και σου αδειάζουν μια δαμιτζάνα σωστή...
***
Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη η φωνή του ηγουμένου από της θύρας του
κελλίου.
- Α! ξυπνητός είσαι, κύριε πάρεδρε, έλεγεν ο παπά-Αζαρίας· κ' εγώ
ενόμισα, ότι ο Γαβριήλ ωμιλούσε πάλι μοναχός του, καθώς το
συνηθίζει. Καλά που έπιασε κουβέντα με άνθρωπον.
- Χμ... Γχ... έπνιξε τους γογγυσμούς του μέσα του ο Γαβριήλ. Είτα
ψιθύρω τη φωνή προσέθηκεν: Ευλόγησον, πατέρες!
- Δεν εκοιμήθηκα καθόλου, γέροντα, απήντησεν ο μπάρμπα-
Κωνσταντός, όστις πράγματι δεν ενθυμείτο ποσώς αν είχε κοιμηθή ή
όχι...
- Και δεν άκουσες τον Γαβριήλ να μιλή μοναχός του;
- Δεν τον άκουσα... Ίσως να έκλεψα έναν ύπνον ίσα με ένα
&Πιστεύω&.
- Περιμένω τους βοσκούς, όπου είνε έφθασαν, είπεν ο
Αϊχαραλαμπίτης ιερεύς· άμα έλθουν, εγώ ο ίδιος θα υποχρεώσω έναν
απ' αυτούς να σε συντροφέψη γι' απάνου...
- Ευλόγησον, είπεν ο μπάρμπα-Κωνσταντός, όστις δεν το επεθύμει
διακαώς μέσα του.
- Ως που να έλθουν, επανέλαβεν ο παπά-Αζαρίας, επειδή συνειθίζω
και διαβάζω τας &Πράξεις& αποβραδής, κατά το παλαιόν Τυπικόν, να
πάρουμε έναν καφέ, και να με συντροφέψης, αν αγαπάς, εις την
εκκλησίαν, διά να με βοηθήσης να διαβάσουμε μαζύ τας Πράξεις (3).
- Ευχαρίστως, είπεν ο μπάρμπα-Κωνσταντός.
- Ταις διαβάζω εγώ ταις Πράξεις, εγόγγυσεν ο Γαβριήλ, όστις
εζήλευεν άμα έβλεπεν έκτακτον βοηθόν ή ψάλτην εν τω ναΐσκω.
- Εσύ, Γαβριήλ, θα κάμης περισσότερα λάθη από όσαις λέξεις είνε
τυπωμέναις μες το βιβλίο. Μόνον να μας κάμης δυο καλούς καφέδες,
ιδιορρυθμίτικους (4), και να μας τους φέρης από 'κεί. Ορίστε, κυρ
Κωνσταντέ, να περάσουμε στο κελλί το άλλο.
Ο μπάρμπα-Κωνσταντός ηγέρθη, έλαβε την ράβδον του, τον τορβάν και
το κιλίμι και μετέβη εις το κελλίον του πατρός Αζαρία.
***
Οι τρεις νεαροί βοσκοί, κρατούντες τας λαμπάδας των χαμηλά με την
αριστεράν, περισκέποντες το φως με την δεξιάν από της προσπνεούσης
νυκτερινής αύρας, ενώ η σελήνη, υψηλά αναπλέουσα τον ουρανόν, είχε
κρυφθή εις σύννεφα, έτρεξαν πρώτοι εμπρός, ο δε πρώτος αναγγείλας
την είδησιν αιπόλος ήρχετο οπίσω. Κατέβησαν κάτω εις το ρεύμα,
χωρίς ν' ακούωσι φωνάς, και ήρχισαν να υποπτεύωσιν ότι ο πρώτος
βοσκός ίσως είχεν &αυτιασθή&, και είχεν ακούσει φωνάς μη
υπαρχούσας πράγματι. Αλλ' ο αιπόλος διεμαρτύρετο λέγων ότι δεν
ηπατήθη, και ότι είχεν ακούσει ευκρινώς φωνήν λέγουσαν: «Πού
είσαστε; Πού είσαστε;»
Διά να βεβαιωθή έτι μάλλον αυτός πείθων και τους άλλους, ο βοσκός
ήρχισε να φωνάζη: Ε! δω είμαστε! Ποιος είνε;»
Ασθενής φωνή απήντησεν. Αλλά δεν διέκριναν τας λέξεις.
Αφού προέβησαν ολίγα βήματα παρεμπρός, οι βοσκοί πάλιν εφώναξαν:
«Ε! ποιος είσαι; Πού βρίσκεσαι;»
Η φωνή ευκρινέστερον απήντησε:
- «Δω είμαι!... ελάτε παραδώ...» Και η φωνή επνίγη εις στεναγμόν.
- Κάποιος θάπεσε κ' εγκρεμοτσακίσθη πουθενά μες το ρέμμα, εσκέφθη
μεγαλωφώνως ο είς των βοσκών.
Τω όντι, όταν ήκουσαν τον μυρμυρισμόν του ύδατος του μικρού
χειμάρρου ρέοντος διά μέσου βράχων και αμμωδών χώρων εναλλάξ εις
το βάθος της κοιλάδος, κ' επλησίασαν εις την ρίζαν ενός βράχου,
είδον το σώμα ανθρώπου κειμένου εκεί, δίπλα εις το ψιθυρίζον και
κατερχόμενον εις την θάλασσαν ελικοειδές ρεύμα.
Ήτο αυτός ο κυρ Κωνσταντός, ο τρίτος πάρεδρος.
Τον ανεκίνησαν. Δεν ήτο βαρέως πληγωμένος, αλλ' είχε βαρέσει εις
την αριστεράν πλευράν, πεσών από ύψος ανδρικού αναστήματος, από
τον βράχον.
Περί ώραν δεκάτην ευρωπαϊστί, αφού ανέτειλεν η σελήνη, είχεν
αναχωρήσει από τον Άγ. Χαράλαμπον, όχι τόσον διότι το επεθύμει,
όσον διότι ο παπά-Αζαρίας, ο υποχρεωτικός και πρόθυμος φίλος όταν
επρόκειτο ν' αποπέμψη οχληρόν, είχε παρακαλέσει ένα των ελθόντων
χωρικών, και είχεν επιμείνη ίνα συνοδεύση ούτος τον μπάρμπα
Κωνσταντόν απερχόμενον εις Αγ. Ιωάννην, όπου είχε δώσει υπόσχεσιν
να υπάγη.
Ο χωρικός, με προθυμίαν όχι εμφαντικωτέραν της του παπά-Αζαρία,
μεγαλειτέραν δε της του κυρ Κωνσταντού, συνώδευσε τον πάρεδρον εις
ικανόν μέρος της οδού έως εις τα Κάμπια, εις το ύψος του βουνού
οπόθεν έπρεπε να κατηφορίση τις διά να φθάση εις τον ναΐσκον του
Προδρόμου, κ' εκεί, αφού του έδειξεν ακριβώς τον δρόμον, του
ευχήθη καλήν Ανάστασιν και τον εγκατέλιπε μόνον.
Ο μπάρμπα-Κωνσταντός ηκολούθησε κατ' αρχάς επί πολύ τον κύριον
δρόμον, όστις ήτο μοναδικός και ευδιάκριτος υπό το φως της
σελήνης, μόνην συντροφίαν έχων τους θάμνους, όσοι ίσταντο δεξιά
και αριστερά διαχαράσσοντες την οδόν, τα δένδρα τα οποία ελάμβανον
φανταστικά σχήματα ή εσχημάτιζον σκιάς εν μέσω των οποίων το όμμα
έβλεπε πολλάκις φάσματα και ακινήτους ανθρώπους, τους βράχους
οίτινες, καθόσον επλησίαζε προς την βόρειον ακτήν, επληθύνοντο κ'
εξετόπιζον τα δένδρα, το δειλόν κελάδημα ολίγων πτηνών κρυμμένων
εις τας λόχμας, τον κρότον της αύρας σειούσης τους κλώνας και τας
κορυφάς των δένδρων, και τον μυστηριώδη θρουν της φυλλάδος τον
παραγόμενον υπ' αγνώστων νυκτερινών πλασματίων, υπό μικρών
κατωτέρων πνοών κρυπτουσών την υπαρξίν των εν μέσω του σκότους και
της μοναξιάς.
Αλλ' όταν έφθασεν εις μέρος όπου η οδός ετέμνετο εις δύο μικρά
μονοπάτια, το έν ανατολικώτερον, το άλλο βορειοδυτικόν, ευρέθη εις
αμηχανίαν ποιον μονοπάτι να λάβη. Όσον και αν είνε εντόπιος είς
άνθρωπος, όστις εκτάκτως, άπαξ κατά δύο ή τρία έτη, εξέρχηται εις
μακράν σχετικώς εκδρομήν, εις τους μικρούς τόπους, πάντοτε
ευρίσκεται εις αμηχανίαν, όταν μάλιστα το τοπίον είνε κάπως
άγριον, και δεν έχη ο ίδιος κτήματα εις το μέρος εκείνο. Οι δρόμοι
από έτους εις έτος αλλάζουν, πολλάκις παλαιαί οδοί εκχερσούνται ή
καλλιεργούνται και δεν πατούνται πλέον εκ της πλεονεξίας μικρού
γαιοκτήμονος, όστις περιφράττει εντός του χωραφιού του έν ή δύο
στρέμματα γης περισσότερον, και μεταθέτει τον φράκτην μίαν ή δύο
οργυιάς απωτέρω. Ενίοτε συμβαίνει και το εναντίον·
αδιαφιλονείκητος ελαιών γνωστού κτηματίου πατείται και γίνεται
δρόμος, χάριν της ευκολίας των διαβατών. Άλλοτε οι βοσκοί και αι
αίγες των ανοίγουσι νέον μονοπάτι, διά να &αραδίζουν&, άλλοτε
εγκαταλείπουσι και αφήνουσι να εκχερσωθή παλαιά και γνώριμος οδός.
Αφού επί πολύ εδίστασεν, ο μπάρμπα Κωνσταντός επροτίμησε τέλος το
βορειανατολικόν μονοπάτι, και κατέβη ταχέως εις το ρεύμα του
Χαιρημονά. Αλλ' εκεί δεν δύναται να βαδίση τις, εκτός αν είνε
δωδεκαετής παις, και ψάχνει διά καβούρια, την ημέραν. Ο δε κυρ
Κωνσταντός ήτο εξηκοντούτης, ήτο νυξ και δεν εζήτει καβούρια. Το
ρεύμα της πηγής του Χαιρημονά, ενούμενον κατωτέρω με το ρεύμα της
Παναγίας Δομάν, σχηματίζει ποτάμιον κατερχόμενον εις την θάλασσαν
δι' αποτόμου κατωφερείας, διά βράχων και μικρών καταρρακτών.
Στιγμήν τινα, καθ' ην η σελήνη είχε κρυβή άνω εις νέφος, δεν είδε
καλά, δεν επάτησε στερεά, ωλίσθησεν από ένα βράχον κ' έπεσε με την
κεφαλήν και τον κορμόν εις την άμμον, με τους πόδας εις το νερόν.
Ο μπάρμπα-Κωνσταντός εκτύπησεν ελαφρώς και επόνεσεν, εκ του
τιναγμού μάλλον και του φόβου, ή εκ του κατάγματος. Ευτυχώς, ολίγω
πριν, όταν ευρίσκετο εις το ύψωμα, επάνω εις μέγαν υπερκείμενον
βράχον, είχεν ιδεί την αντιλαμπήν του μικρού ναΐσκου, όπου αρτίως
είχε ψαλή η Ανάστασις, και είχεν εννοήσει ότι δεν απείχε πλέον
πολύ από τον Αγ. Ιωάννην. Ζαλισμένος από την πτώσιν, ήρχισε, με
όσην είχεν ακόμη δύναμιν, να φωνάζη: «Πού είσαστε; πού είσαστε;»
και την φωνήν ταύτην είχεν ακούσει ο πρώτος βοσκός, όστις είχεν
εξέλθει προς στιγμήν του ναού διά να ίδη πώς είχον αι αίγες του.
***
Ο κυρ Κωνσταντός εσηκώθη χωλαίνων, ηκολούθησε τους βοσκούς,
έφθασεν εις τον ναΐσκον, όταν ο ιερεύς είχεν αρχίσει τον
&ασπασμόν&, επροσκύνησε και έλαβε την θέσιν του εις τον χορόν.
Έψαλεν εις όλην την λειτουργίαν, με όλον το πέσιμόν του και το
πόνεμά του.
Έξω υπό το φέγγος της σελήνης, δεξιόθεν του ναΐσκου, έβρεμε
γενναίον πυρ, και ο μπάρμπα-Δημήτρης ο Καμπογιάννης ο εκ των
πλησιοχώρων της πολίχνης ελθών ποιμήν, είχεν οβελίσει ήδη έναν
αμνόν και τον έψηνε. Δίπλα του πρόθυμος διά να τον βοηθή εκάθητο,
ακουμβών επ' αυτού του τοίχου της εκκλησίας, ανθρωπίσκος τις εκ
της πόλεως, όστις δεν είχεν εννοηθή πότε και πώς είχεν έλθη εκεί,
ο Γιάννης ο Μπουκώσης. Ανάμεσα εις την πυράν και εις τον τοίχον, ο
μπάρμπα-Δημήτρης ο Καμπογιάννης, με την κίτρινην ζωνάραν, το
ξυραφισμένον γένειον και τον αγκιστροειδή μύστακα, είχεν αφήσει το
μαχαίρι του μετά του θηκαρίου, και ο Γιάννης Μπουκώσης από πολλής
ώρας δεν είχε παύσει να ρίπτη το βλέμμα εναλλάξ, εις το
ροδοκοκκινίζον σφαχτόν και εις το μαχαίριον. Αντικρύ, παρά την
ρίζαν ενός σχοίνου, ίστατο μεγάλη οκταόκαδος φλάσκα. Εκ του τρόπου
μεθ' ου ίστατο ακουμβημένη εις το κλαδίον του σχοίνου εφαίνετο
πλήρης οίνου, μοσχάτου και μαύρου μεμιγμένου. Το ροδοκοκκινίζον
σφαχτόν έκνιζε και έσιζεν εις το πυρ, η φλάσκα, ως άλλη κλώσσα
καλούσα τους νεοσσούς της υπό τας πτέρυγας, εφαίνετο καλούσα τους
βοσκούς εις ευωχίαν υπό τους ατμούς της, έτοιμη να κλώξη και να
φυσήση εις την ελαχίστην επαφήν της χειρός, εις την ελαχίστην
προσέγγισιν του χείλους εις την θηλήν της.
Δύο χωρικοί όρθιοι, πέντε βήματα μακράν του ψητού, της φλάσκας και
του σχοίνου, ίσταντο και συνωμίλουν ζωηρώς. Είχαν εύρη την ώραν
και τον τόπον να λογομαχήσωσι δι' έν χωράφιον τεσσάρων στρεμμάτων,
περί του οποίου εμάχοντο από ετών.
Αντικρύ, προς μεσημβρίαν, επί του βραχώδους λόφου, ανάμεσα εις
πέντε βράχους, εις τρία μονοπάτια και εις κρημνόν, ευρίσκετο το
διαφιλονεικούμενον χωράφιον. Ο είς των χωρικών εχειρονόμει, κ'
εδείκνυε προς τα εκεί, και ισχυρίζετο ότι το χωράφιον το ιδικόν
του είχε σύνορον ακριβώς τον τρίτον βράχον προς τα δεξιά.
- Εγώ το ηύρα παππουδικό μου, έλεγε· δε ρωτάς και το Γιάννη της
Ψαροδήμαινας, που είμαστε γειτόνοι, εδώ και τριάντα χρόνια...
- Το σύνορο είνε μες τη μέση, ανάμεσα στον δεύτερο και στον τρίτο
βράχο, εκεί που βαθουλαίνει ο τόπος, διετείνετο ο άλλος χωρικός·
φαίνεται ακόμη που ήτον, τον παλαιόν καιρό, αποσκαφή....
- Κοδζάμ-βράχος, αντέκρουσεν ο πρώτος, κ' εγώ θα πάω να γυρέψω
ναυρώ την αποσκαφή, για να την κάμω σύνορό μου;....
Ο μπάρμπα-Δημήτρης ο Καμπογιάννης ήρχισε να γυρίζη αμελέστερον την
σούβλαν με το σφαχτόν, και η προσοχή του όλη απερροφήθη υπό των
δύο χωρικών και της λογομαχίας των.
Ο Γιάννης ο Μπουκώσης έλαβε σιγά-σιγά το μαχαίριον το απεγύμνωσεν
από το θηκάριόν του, έκοψεν επιτηδείως τεμάχιον από τα νεφραιμιά
του σφαχτού, το οποίον έπαυσε σχεδόν να περιστρέφεται, και το
κατεβρόχθισεν απλήστως.
Ο μπάρμα-Δημήτρης ουδέ παρετήρησε καν την κλοπήν και την
λαιμαργίαν του ανθρωπίσκου. Εξηκολούθησε να προσέχη εις τους δύο
ερίζοντας.
- Και είνε και μέσα στο μπολέτι καθαρά γραμμένο, έλεγεν ο πρώτος
των δύο· το πήγα στον παπά-Λευθέρη, που ξέρει να διαβάζη τα παλαιά
γράμματα, και μου το διάβασε τόσαις φοραίς.
- Από μπολετιά δεν ιδρώνει εμένα το μάτι μου, αντέλεγεν ο
δεύτερος· σαν έχης όρεξι, δεν πας στον μπάρμπ' Αναγνώστη τον
Αγέλαστο, να σου φτιάση όσα ψεύτικα μπολετιά θέλης...
Ο Δημήτρης ο Καμπογιάννης επρόσεχεν όλος εις την λόγομαχίαν των
δύο αγροτών. Ο Γιάννης ο Μπουκώσης έλαβεν εκ νέου το μαχαίριον, το
οποίον δεν είχεν επιστρέψει εις το θηκάριόν του, έκοψε δεύτερον,
γενναιότερον τεμάχιον από το μισοψημένον σφαχτόν, και το κατέπιε
μονοκόμματον.
Η έρις των δύο χωρικών εξηκολούθει, και η προσοχή μεθ' ης την
παρηκολούθει ο Καμπογιάννης ήτο αδιάπτωτος. Ο Μπουκώσης, όστις
ενόει την μυστηριώδη γλώσσαν της φλάσκας, δι' ης αύτη εκάλει τους
φίλους της, ως η κλώσσα τους νεοσσούς της, έκαμεν έν βήμα με τον
δεξιόν πόδα, εν σχήματι ορθής γωνίας, δεύτερον βήμα με το
αριστερόν γόνυ εις το έδαφος, εξηπλώθη τετραποδίζων, επλησίασεν
εις τον σχοίνον, και λαβών την μεγάλην οινοβριθή φλάσκαν την
επλησίασεν εις τα χείλη του, και έπιε γενναίαν δόσιν απνευστί.
Είτα, φύσει φρόνιμος και γνωρίζων ότι, αν έκαμνε και τρίτην
απόπειραν κατά του σφακτού, ήτο φόβος μη φωραθή επί τέλους,
επέστρεψε παρά τον τοίχον της εκκλησίας, ολίγον τι απώτερον της
πυράς εμαζεύθη κ' εφαίνετο τόσον άκακος και νήστις, ως να μην είχε
πασχάσει όλως.
***
Όταν, αφού ο ιερεύς εξήλθε τελευταίος από της λειτουργίας, και
εστρώθη η τράπεζα εις τα πρόθυρα του ναού (ήτον περί τα
γλυκοχαράμματα), ο μπάρμπα-Δημήτρης ο Καμπογιάννης επεχείρησε να
τεμαχίση το ψητόν, παρετήρησεν ότι κάτι έλειπεν από τα νεφραιμιά,
αλλ' εκαμώθη ότι δεν εννόησε τίποτε, και αποτεινόμενος προς τον
Γιάννην τον Μπουκώσην, είπε:
- Κύτταξε!... Περίεργο... Δεν είνε παράξενο να γεννήθηκε σακάτικο
αυτό το αρνί, παιδί μου Γιάννη.
Εξηκολούθησεν ησύχως να κατακόπτη το ψητόν, είτα επανέλαβε:
- Πολλά παράξενα σημεία και θάμματα γίνονται 'ς αυτά τα στερνά τα
χρόνια... Για βάλε με το νου σου, να φέρω αρνί σακάτικο γεννημένο
απ' τη μάνα του, και να μην το καταλάβω!.. Τι να γένη, ας έχη δόξα
ο Θεός!
Ο Γιάννης ο Μπουκώσης δεν είπε γρυ. Αλλά την τελευταίαν στιγμήν,
καθ' ην παρετίθετο επί της τραπέζης το ψητόν, ο μπάρμπα-Δημήτρης
έκρυψεν επιτηδείως τας δύο στάμνας του νερού οπού είχεν ακόμη
γεμάταις, κ' επαρουσίασεν εις την τράπεζαν δύο άδειαις, λέγων ότι
δυστυχώς είχε λησμονήσει να στείλη εγκαίρως εις του Χαιρημονά την
βρύσιν να πάρη νερόν, και ήτον ανάγκη να υπάγη τώρα κάποιος.
- 'Σ εσένα πέφτει ο κλήρος, παιδί μου Γιάννη, είπεν αποτεινόμενος
προς τον Μπουκώσην. Σύρε να γεμίσης τα δυο σταμνιά, νάχης την ευκή
του παπά μας, και σε καρτερούμε, δεν τρώμε... Πάρε και μια
αναμμένη λαμπάδα να βλέπης στο δρόμο, και πάτει γερά, ώμορφα
ώμορφα... να μη σπάσης τα σταμνιά, και το πάθης σαν το τραγούδι
που λένε... και μας αφήσης κ' εμάς χωρίς νερό.
Ο Γιάννης ο Μπουκώσης επεθύμει ν' αρνηθή, αλλά δεν ετόλμα.
Εφορτώθη τα δύο σταμνία κ' εξεκίνησε διά την πηγήν του Χαιρημονά,
ήτις απείχε περί τα δύο μίλια, και ήτις έτρεχε τόσον φειδωλή ως το
δάκρυ των εξηντλημένων οφθαλμών. Εχρειάζετο σωστήν μίαν ώραν διά
να υπάγη να γεμίση τα σταμνία και να επιστρέψη.
Ευθύς ως ανεχώρησεν ούτος, ο μπάρμπα-Δημήτρης ο Καμπογιάννης,
έβγαλεν εις το φανερόν τας δύο πλήρεις στάμνας, και επειδή ο
ιερεύς δεν εννόει, εξηγήθη και είπεν:
- Είχα νερό, μα ήθελα να τονε παιδέψω, τον αφιλότιμο... Ακούς
εκεί, να μου κάμη γρουσουζιά χρονιάρα μέρα, να μου κόψη μεζέδες
απ' το σφαχτό, ενώ το έψηνα, και να μην πάρω κάβο!...
***
Όταν επέστρεψεν από την βρύσιν του Χαιρημονά, φέρων τα δύο σταμνία
ο Γιάννης ο Μπουκώσης, ήτο ήδη ημέρα, το ψητόν είχε καταβροχθισθή,
και μόνη η διακριτική φιλαδελφία της θειά Μαθηνώς της
Ψευτομετάνισσας, και της θειά Σεραΐνας, της σημαιοφόρου των
πανηγυριών, του είχε φυλάξει ολίγα τεμάχια του αμνού διά να φάγη
και κάμη Λαμπρήν, ο πειναλέος ανθρωπίσκος.
Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη
Εάν ο ήρως του παρόντος διηγήματος ήτο αυτούσιος ο γράφων, τότε ο
επί κεφαλής τίτλος, θα είχε μάλλον τροπικήν και αλληγορικήν
σημασίαν. Διότι, ναι μεν, ευδοκία της θείας προνοίας, είνε αληθές
ότι και χάρις εις την φιλάδελφον προθυμίαν του χωρικού και
αρχοντικού φίλου μου κυρ Γιάννη Πεντελιώτου, αξιούμαι σχεδόν κατ'
έτος ανελλιπώς, κατά τας περιδόξους, ταύτας ημέρας να συμβάλλω
εναμίλλως μετ' αυτού, υποβαστάζοντος διά της χειρός τα γυαλιά του,
αγαπώντος το πολίτικον ύφος, παρατείνοντος επ' άπειρον τα μουσικά
κώλα και τας καταλήξεις του, εις τον μικρόν αγροτικόν ναΐσκον του
χωρίου Θ., όπου μυροβολεί ελισσόμενον εις κυανούς στεφάνους το
μοσχολίβανον, περιβάλλον ως διά φεύγοντος πλαισίου τους ακτινωτούς
στεφάνους και τας σεμνάς όψεις των αγίων, και όπου με τας κεντητάς
ποδιάς των και τα λευκά κολόβια αι νεαραί χωρικαί προσέρχονται
φέρουσαι αγκαλίδας ρόδων και ίων και θημονίας όλας δενδρολιβάνου,
καταφορτώνουσαι με λόφους ανθέων τον πενιχρόν επιτάφιον, μη έχοντα
ανάγκην άλλης πολυτελείας. Εκεί εισβάλλει ουλαμός όλος αυτοσχεδίων
ψαλτών, κρατούντων ανά έν φυλλάδιον του επιταφίου εις την χείρα,
οίτινες φιλοτιμούνται να ψάλλωσιν εν σπαρακτική παραφωνία τα
εγκώμια, καταστρέφοντες διά κωμικών σφαλμάτων και τας ολίγας
λέξεις, όσαι είνε ορθώς τυπωμέναι εις τα φυλλάδια εκείνα.
Χωρίς να είμαι κύριον μέρος του αυτοσχεδίου τούτου χορού, οφείλω
να ομολογήσω ότι, καίτοι προσπαθών να συμψάλλω υποφερτά κάπως με
τον αρχοντικόν και πρόθυμον φίλον μου, ουχ ήττον υστερώ αυτού κατά
πολλά, και διά τούτο επεκαλέσθην εν αρχή, ως επιείκειαν εκ μέρους
του αναγνώστου, την τροπικήν του τίτλου εκδοχήν, καθ' ον δηλ.
τρόπον εις όλους τους ναούς, παρουσιάζονται κατά τας ημέρας
ταύτας, πολλοί τέως άγνωστοι, μουσόληπτοι εκ του παραχρήμα,
λαμπριάτικοι ψάλται, ούτω και ο γράφων, ενώ καθ' όλον τον άλλον
χρόνον σιωπά, παρουσιάζεται, δις του έτους ούτος, τα Χριστούγεννα
και το Πάσχα, κατ' αποκοπήν διηγηματογράφος. Το πράγμα ήρχισε να
γίνεται κάπως φορτικόν, και πολλοί μεν εσκανδαλίσθησαν, τινές δε
και το απεδοκίμασαν. Αρκούσι τόσαι άλλαι μανίαι, τόσοι ξενισμοί.
Ημείς δεν είμεθα Άγγλοι ούτε Αμερικάνοι. Μη μας σκοτίζης και συ.
Πόθεν έλαβες αφορμήν να υποθέσης ότι το κοινόν θέλγεται από τας
αναμνήσεις σου, ή συγκινείται από τα αισθήματά σου; Το έκαμες μίαν
φοράν ή δύο. Αρκεί. Παύσε πλέον. Δεν βλέπεις ότι το αιώνιον θέμα
σου εξηντλήθη, και ότι ευρίσκεσαι εις την ανάγκην να προσπαθής βία
να παρουσιάσης απλήν παραλλαγήν κατ' έτος;
Εν πρώτοις, καλόν θα ήτο να διακρίνωμεν ό,τι είνε πράγματι
ξενισμός από ό,τι δύναται να είνε, εκ της φύσεως των πραγμάτων,
κοινόν εις πάντα τα έθνη. Λόγου χάριν, το να εκδίδωνται τα
περιοδικά κατά Σάββατον ή Κυριακήν είνε ξενισμός; Το να
δημοσιεύουν αι πολιτικαί εφημερίδες φιλολογικωτέραν ύλην κατά
Κυριακήν, είνε ξενισμός; Ενί λόγω, το να σχολάζη τις κατά τας
εορτάς από της τύρβης του κόσμου, ως και από της αναγνώσεως άρθρων
πολιτικών, και να αισθάνεται την ανάγκην αβροτέρας, τερπνοτέρας,
αφοσιοτέρας αναγνώσεως είνε ξενισμός; Έστω, αλλά δύνασαι να
δημοσιεύης εν ημέραις εορτών διηγήματα ή περιγραφάς, χωρίς να
κάμνης ποσώς λόγον περί των Χριστουγέννων και του Πάσχα.
Ιδού λοιπόν ποίον το αίτιον της δυσφορίας των - και πόσον αφελώς
το ομολογούσι.... το εξωτερικεύουσι. Να φιλοξενηθής ηγεμονικώς εις
τα μέγαρα μεγάλου άρχοντος, και να μην προπίης εις τιμήν του
οικοδεσπότου! Να απολαύσης (ξενίας δεσποτικής και αθανάτου
τραπέζης) και να μην αποδώσης ευχαριστίαν εις τον εστιάτορα! Αλλ'
εις τα διηγημάτια, όσα εδημοσίευσε κατά καιρούς ο υποφαινόμενος τα
Χριστούγεννα ή το Πάσχα, ενεπνεύσθην, αληθώς, από τας αναμνήσεις
μου και τα αισθηματά μου, τα οποία θέλγουσι και συγκινούσιν εμέ
αυτόν - ίσως και ολίγους εκλεκτούς αναγνώστας. Ότι δε τοιούτοι
υπάρχουσιν, αποδεικνύεται εκ τούτου, ότι δύο των εφημερίδων, αι
κορυφαίαι της πρωτευούσης ως και το μονάκριβον περιοδικόν,
δεξιούνται τα εορτάσιμα διηγημάτια των ημερών τούτων.
Έπειτα ουδαμού σχεδόν θα εύρητε ότι επεζήτησα βεβιασμένην θέσιν ή
πλοκήν, όπως γαλβανίσω την περιέργειαν του αναγνώστου. Όπου
γίνεται λόγος περί ξενιτευμένων, οίτινες επιστρέφουσι μετά μακράν
απουσίαν ή στέλλουσι γράμματα μετά υλικής παρηγορίας εις τους
οικείους, ταύτα όλα βασίζονται επί της πραγματικότητος, καθόσον
όλοι οι ζήσαντες εις παραθαλασσίους και ναυτικούς τόπους της
Ελλάδος κάλλιστα γνωρίζουσιν ότι, κατά τας παραμονάς ιδίως των
εορτών, πολλοί ξενιτευμένοι, ενώ συνήθως φαίνονται σκληροί και
απεσκληρημένοι τον φλοιόν, αίφνης &ενθυμούνται& τους οικείους των,
ή και επιστρέφουσιν εις τας πατρίδας, ή αν αυτοί κωλύονται υπό
φιλοτιμίας να κατέλθωσιν ευπροσώπως, όχι σπανίως αποστέλλουσι
παραμυθίαν εις τας γηραιάς μητέρας και τας αδελφάς των. Εν άλλοις
λόγοις γίνεται λόγος περί των κοινωνικών και οικογενειακών εθίμων
των σχετιζομένων με τας εορτάς, και αλλαχού πάλιν η ασθενής πλοκή
στρέφεται περί νεωτεριστικόν τι φθοροποιόν έθιμον. Τι το απίθανον
εις όλα ταύτα;
Αλλά τα πλείστα των υπ' εμού γραφέντων εορτασίμων διηγημάτων
έχουσιν, ας μου επιτραπή ο λατινικός όρος, a priori την υπόθεσιν,
είνε δηλαδή μάλλον θρησκευτικά. Ποίαν χάριν, σας παρακαλώ, ποίαν
δύναμιν και πρωτοτυπίαν θα είχε το να λάβη τις τον κόπον να
περιγράψη λεπτομερώς πώς χωρικός ιερεύς απήλθε να λειτουργήση εις
εξωκκλήσιον, χάριν μικράς κοινότητος αγροίκων ή βοσκών, ποίοι και
πόσοι μετέσχον της πανηγύρεως και ποία τινα ήσαν τα ήθη των
πανηγυριστών; Τούτο θα ήτο όλως ευτελές κατά την γνώμην των
κριτικών. Το να γράψη τις, ότι γηραιός ανήρ εφόνευσε την συμβίαν
του, κατ' αυτήν την ημέραν των Χριστουγέννων - χωρίς μήτε ο
αναγνώστης μήτε ο συγγραφεύς να υποπτεύωσι καν διατί την εφόνευσεν
-, τούτο είνε υψηλόν και πολυτελές, κατά την εκτίμησιν μερικών.
Μετά τοιούτον έγκλημα κατ' αυτήν την αγίαν ημέραν, το θέμα
εξηντλήθη, και όλα τα Χριστουγεννιάτικα και τα πασχαλινά διηγήματα
δεν πρέπει πλέον να βλέπωσι το φως.
Μη &θρησκευτικά, προς θεού&. Το Ελληνικόν έθνος δεν είνε
Βυζαντινοί, εννοήσατε; Οι σημερινοί Έλληνες είνε κατ' ευθείαν
διάδοχοι των αρχαίων. Έπειτα επολιτίσθησαν, προώδευσαν και αυτοί.
Συμβαδίζουν με τάλλα έθνη. Ποίαν ποίησιν έχει το να γράψης ότι ο
Χριστός «δέχεται την λατρείαν του πτωχού λαού», και ότι πτωχός
ιερεύς «προσέφερε τω θεώ θυσίαν αινέσεως;» Και να περιγράφης το
εσωτερικόν του ναΐσκου, με τας νυσταλέας κανδήλας και τας αμαυράς
μορφάς των Αγίων ολόγυρα! Δεν τα εννοούμεν αυτά ημείς. Θέλομεν
διήγημα, το οποίον να είνε όλον ποίησις, όχι πεζή πραγματικότης.
Συ δε πώς τολμάς να γράφης ομιλών περί Ιουλιανού του Παραβάτου,
καρφωμένου εις τον τοίχον από την λόγχην του αγίου Μερκουρίου,
τοιαύτην βλάσφημον φράσιν: «Πελιδνός, ο παράφρων τύραννος....»
Όταν συγγραφεύς άλλος, και άλλης περιωπής, δημοσιεύσας προ ετών
ιστορικοφανταστικόν δράμα, προέτασσε &χυδαία& αληθώς προλεγόμενα,
δι' ων ύβριζε βαναύσως την θρησκείαν των πατέρων του - τότε ουδείς
λόγος ήτο όπως σκανδαλισθή τις διότι το πράγμα ήτο της μόδας. Αλλά
συ, να τολμάς να εκφράζεσαι με τοιαύτην ασεβή γλώσσαν περί του
Ιουλιανού εκείνου, του παραβάτου ή αποστάτου καλουμένου - η
θρασύτης υπερβαίνει παν όριον. Και όμως ο σοφός επικριτής δεν
ενόησεν ότι η φράσις ήτο εξ αντικειμένου, όπως λέγουσιν αυτοί·
απέδιδε δηλ. διά λέξεων τα χρώματα του ζωγράφου· και ότι παν
ζήτημα περί των δοξασιών του γράφοντος (όστις εν τούτοις δεν
αρνείται ότι συμμερίζεται την γνώμην του Βυζαντινού τοιχογράφου)
παρέλκει όλως.
Διά να δώσωμεν πέρας εις το προοίμιον αυτό, θα είπωμεν με δύο
λέξεις ότι: Το σημερινόν έθνος δεν επήγε, δυστυχώς, τόσον εμπρός
όσον λέγουν αυτοί. Το έθνος το Ελληνικόν, το δούλον τουλάχιστον,
είνε ακόμη πολύ οπίσω, και το ελεύθερον δεν δύναται να τρέξη
αρκετά εμπρός, χωρίς το όλον να διασπαραχθή, ως διασπαράσσεται,
φευ! ήδη. Ο τρέχων πρέπει να περιμένη και τον επόμενον, εάν θέλη
ασφαλώς να τρέχη· ο ελεύθερος πρέπει να βοηθή τον δεσμώτην ή
πρέπει να τον ανακουφίζη. Όσον παρέρχεται ο χρόνος, τόσον το
ελεύθερον έθνος καθίσταται οίμοι! ανικανώτερον όπως δώση χείρα
βοηθείας εις το δούλον έθνος. Άγγλος ή Γερμανός ή Γάλλος δύναται
να είνε κοσμοπολίτης ή αναρχικός, ή άθεος ή ό,τι δήποτε. Έκαμε το
πατριωτικόν χρέος του, έκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα είνε ελεύθερος
να επαγγέλλεται, χάριν πολυτελείας, την απιστίαν και την
απαισιοδοξίαν. Αλλά Γραικύλος της σήμερον όστις θέλει να κάμη
δημοσία τον άθεον ή τον κοσμοπολίτην, ομοιάζει με νάνον
ανορθούμενον επ' άκρων ονύχων και τανυόμενον να φθάση εις ύψος και
φανή και αυτός γίγας. Το ελληνικόν έθνος, το δούλον, αλλ' ουδέν
ήττον και το ελεύθερον, έχει και θα έχη διά παντός ανάγκην της
θρησκείας του.
Το επ' εμοί, ενόσω ζω και αναπνέω και σωφρονώ, δεν θα παύσω
πάντοτε, ιδίως δε κατά τας πανεκλάμπρους ταύτας ημέρας να υμνώ
μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ' έρωτος την φύσιν
και να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη. &Εάν
επιλάθωμαί σου Ιερουσαλήμ, επιλησθείη η δεξιά μου, κολληθείη η
γλώσσα μου τω λάρυγγί μου, εάν ου μη σου μνησθώ.
***
Αλλ' ο ήρως του παρόντος διηγήματος είνε ο κυρ Κωνσταντός
Ζμαροχάφτης, τρίτος πάρεδρος του δήμου Λίτης, του χωρίου Αν......,
όστις υπεσχέθη, ως είχε πάντοτε συνήθειαν ευκόλως να υπόσχεται
(εις την αρετήν δε ταύτην ίσως ώφειλε και την επιτυχίαν του εις τα
πολιτικά· διότι ενώ ο α' και ο β' πάρεδρος εις πάσαν εκλογήν,
εμάχοντο πάντοτε περί της πρώτης τάξεως προς αλλήλους, αυτός,
μετριόφρων και χωρίς κεράσματα εξελέγετο ασφαλώς τρίτος εκάστοτε,
μη υπάρχοντος τετάρτου συναγωνιστού), υπεσχέθη, λέγω, να υπάγη να
συλλειτουργήση τον παπά Διανέλον τον Πρωτέκδικον, έξω, εις το
παρεκκλήσιον του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Ο ναΐσκος ευρίσκετο
τρεις ώρας μακράν της πόλεως, και ο παπά Διανέλος ο Πρωτέκδικος
είχεν απέλθει εκεί από της πρωίας του μεγάλου Σαββάτου, αφού έλαβε
την υπόσχεσιν του κυρ Κωνσταντού ότι θα έφθανε προς το βράδυ διά
να ψάλη και συνεορτάσωσιν ομού την Ανάστασιν.
Άλλον βοηθόν ο Παπάς δεν είχεν^ ο νεώτερος υιός του, ετοιμαζόμενος
εφέτος δι' εξετάσεις εις το Διδασκαλείον, δεν ηδυνήθη να έλθη το
Πάσχα· ο άλλος έλειπε διαρκώς ναύτης με τα καράβια του. Θυγατέρας,
το άφθονον τούτο προϊόν του τόπου - και της ιερατικής εγγάμου
τάξεως μάλιστα - του είχεν αφήσει πλησμονήν η μακαρίτισσα η
πρεσβυτέρα, πέντε τον αριθμόν, ας είχαν ζωήν, οπού δεν έπαυαν
αεννάως να μεγαλώνουν, να μην αβασκαθούν· ήσαν τόσον γείτονες την
ηλικίαν, ώστε δεν επρόφθανε να μεγαλώση η μία, και η άλλη αμέσως
την έφθανε· όσον εμεγάλωναν τόσον εφαίνοντο, και μάλιστα αι
μεσαίαι τρεις, ίσαι περίπου εις τα χρόνια, ίσως και εις το
ανάστημα· και ο παπά Διανέλος, ακούσιος ιερομόναχος, δεν ήτο
ελεύθερος ούτε εις μοναστήριον να καταφύγη.
Τον τριών ωρών δρόμον από την πολίχνην εις το εξωκκλήσιον είχε
διανύσει το πρωί, απολείτουργα, ο παπά Διανέλος, ακολουθούμενος
από τας δύο νεωτέρας θυγατέρας του, κορασίδας δέκα και δώδεκα
ετών, και από ομάδα επτά ή οκτώ γυναικών φιλεόρτων, προπορευομένου
του όνου του, φορτωμένου το δισσάκιον με τα &ιερά& του παπά. Ο
ήλιος ήτον ως δύο καλαμιαίς υψηλά, όταν εξήλθον εις του Γιατρού τ'
αμπέλι, είτα έφθασαν εις τα Βουρλίδια, είτα ανήλθον ασθμαίνοντες
εις του Ματαρώνα τον Πεύκον, όστις ίστατο τότε ακόμη εκεί και
ευηργέτει τους οδοιπόρους με την παρήγορον σκιάν του εις την
κορυφήν του υψώματος, πριν ασυνείδητος βάρβαρος, τη ανοχή ή τη
ενοχή εκείνων τους οποίους ο πλέον άτυχος των λαών του κόσμου, εκ
περιτροπής εκλέγει άρχοντας και προστάτας του, ρίψη ασπλάγχνως το
περικαλλές δένδρον και απογυμνώση το τοπίον του μοναδικού
στολισμού του.
Εκείθεν ανήλθον εις το Πετράλωνον και εις του Σταμέλου την
Βρυσούλαν, και ανέβησαν δι' ανωφερούς οδού εις του Κανάκη την
Βρύσιν, και διά της Κλινιάς κατήλθον εις του Χαιρημονά το ρέμμα,
και έφθασαν εις την βόρειον ακτήν της νήσου, εφ' ύψους της οποίας,
περίοπτος εκ του πελάγους, ακούων τους κτύπους του πλήττοντος τας
ακτάς κύματος, σιωπηλός και διηγούμενος πέντε αιώνων σπαρακτικήν
ιστορίαν μαρτυρίου και αίματος, εγείρεται πενιχρός αλλά σεμνός της
Αποτομής του τιμίου Προδρόμου ο ιερός ναΐσκος.
Εισήλθον εις τον περίβολον του ναού και εξεφόρτωσαν το ονάριον. Αι
γυναίκες ροδοκόκκινοι, εξαναμέναι εκ της οδοιπορίας, αεννάως
κελαδούσαι και καγχάζουσαι, ετίναξαν τα ουδόλως κορνιακτισμένα
κράσπεδά των, και εφόρεσαν επί του κοντού φουστανίου της
οδοιπορίας τας μακράς και πολυπτύχους εσθήτας. Ο παπάς έρριψε κάτω
την μίαν άκραν του στακτερού ζωστικού του κ' εφόρεσεν άνωθεν αυτού
το μαύρον ράσον του. Εισήλθον όλοι εις τον ναόν κ' επροσκύνησαν.
Εκ των γυναικών, αι μεν συνέλεξαν χαμόκλαδα και ήναψαν φωτιάν, διά
να ψήσωσι καφέν και προσφέρωσιν εις τον ιερέα, αι δε έδρεψαν εκ
των ευωδών θάμνων δέσμας σχοίνων και πριναρίων και φασκομηλεών,
και συνέδεσαν προχείρως διά κλωστής σκούπας, και ήρχισαν γοργά και
στρωτά να σκουπίζωσιν άλλαι το έδαφος του ναού, άλλαι το
προαύλιον· ο ιερεύς απετέλεσε σκούπαν εκ δάφνης και μύρτου και
δενδρολιβάνου, και εσάρωσε μόνος του το Θυσιαστήριον, και όλον το
ιερόν βήμα. Δεν έπαυε δε να γογγύζη και να διαμαρτύρηται εναντίον
της αβελτηρίας, ως έλεγε, των βοσκών και των αιπόλων, αυτών
εκείνων οίτινες τον είχον προσκαλέσει να τους κάμη Ανάστασιν εις
το Βουνόν, και εκ των οποίων κανείς δεν είχε φανή ακόμη. Αυτοί
προέβαινον ενίοτε μέχρι της βεβηλώσεως τού να εισάγωσιν, ίσως εν
καιρώ βροχής, τα θρέμματά των εντός των εξωκκλησίων, ως ηδύνατο να
πεισθή τις εκ της παρουσίας διαφόρων ιχνών της εισβολής, τα οποία
ουδ' είχον λάβη τον κόπον να εξαλείψωσιν. Ένδοθεν του ιερού
βήματος, ενώ έκυπτε διά να σκουπίση, ηκούετο από καιρού εις καιρόν
ψιθυρίζων μετά στεναγμού:
- Αχ! αλλοίμονο... «Ανθρώπους και κτήνη σώσεις, Κύριε!»
- Δεν τσάκισε κανείς το ποδαράκι του! έκραξεν απαντώσα έξωθεν εις
τον στεναγμόν του ιερέως η θειά Σειραϊνώ, η αληθής σημαιοφόρος των
εξοχικών λειτουργιών και των πανηγυριών.
- «Ανθρώπους και κτήνη!» εψιθύρισε πάλιν ο ιερεύς.
Είχε παρέλθει ήδη η μεσημβρία, και ο ιερεύς μετά του μικρού
ποιμνίου εκάθησαν να γευματίσωσιν υπό την ιεράν ελαίαν, εν τω
περιβόλω του ναΐσκου, εγγύς του παμπαλαίου εκείνου λιθοκτίστου
κιβουρίου, το οποίον κατ' άλλους ήτο στέρνα ύδατος και κατ' άλλους
κοιμητήριον ή οστεοθήκη. Η θειά το Μαθηνώ, γηραιά ευλαβής κατά
τους μεν, ψευτομετάνισσα κατά τους δε, ενάρετος γυνή, αποβλέπουσα
προς το κτίριον τούτο μετά στεναγμού είπεν:
- Ημείς τρώμε, κορίτσια· να έχουν τάχα κ' οι φτωχοί, να φάνε!
- Τρών' οι πεθαμένοι, θειά Μαθηνώ, είπε το Αγλαώ, η δωδεκαέτις
παιδίσκη του ιερέως.
- Οι πεθαμμένοι τρώνε κόλλυβα, εγώ το ξέρω, προσέθηκε το
Καλλιοπώ, η δωδεκαέτις μικρά αδελφή της· και γι' αυτό, ημείς στο
σπίτι όσα κόλλυβα μας φέρουνε, όλα τα μοιράζουμε ςτους φτωχούς και
στα παιδιά τα γειτονόπουλα, για να έχη η μάννα μας, η φτωχή, να
φάη ςτον άλλον κόσμο...
- Σιωπή, Καλλιοπώ! είπεν ο ιερεύς, θέλων να κρύψη την συγκίνησίν
του.
Προ δώδεκα και πλέον ετών ο παπά Διανέλος είχε φίλον τινά
ελληνοδιδάσκαλον, χρηστόν άνδρα, αλλ' όστις είχεν αδυναμίαν εις τα
ελληνικά ονόματα. Είχε γείνη σύντεκνος του ιερέως, και βαπτίσας
τας δύο τελευταίας κόρας του είχε δώσει αυταίς αρχαιοπρεπή
ονόματα, τα οποία όμως, επειδή ευρέθησαν επί ουδετέρου εδάφους,
εξουδετερώθησαν, ως εικός, και αυτά.
- Τι! έχει δίκηο το κορίτσι, παπά· ανέκραξεν η θειά το Μαθηνώ,
ήτις ενθυμήθη τότε τα «πεθαμμένα της», τέσσαρα παιδιά και τον
άνδρα της, οπού είχε θάψει, μείνασα με δύο θυγατέρας υπάνδρους,
τας οποίας είχε στήριγμα ακόμη εις τον κόσμο· έχει δίκηο το
κορίτσι. Ο παπά Θεόφιλος, ο μακαρίτης ηγούμενος της Μεγαλόχαρης
της Ευαγγελίστρας, το ίδιο μας έλεγε, για έναν που τον είχαν όλοι
για πεθαμμένον, που η γυναίκα του τού έκαμε τα τρίμερα και τα
νιάμερα, και ο Άγγελος Κυρίου έπαιρνε το πιάτο με τα κόλλυβα,
καθώς ήταν σταυρωμένο με της σταφίδες και με τα ρόιδα και το
επήγαινε εις τον πλακωμένον κ' έτρωγε, δεν ξέρω πόσαις μέραις, κι'
ανάσαινε από μια τρύπα της γης, θαρρώ, ως που ο άνθρωπος δεν
απέθανε, κ' εσήκωσε το μάγγανο, και τον ξελευθέρωσεν, δεν είνε
αλήθεια αυτό παπά;
- Αλήθεια είνε, βλοημένη, απήντησεν ο παπάς· αλλά τώρα είνε...
για όσους θέλουν να τα πιστεύσουν.
- Κι' όσοι δεν τα πιστεύουν;
- Θα πάνε στην Κόλασι, το ξέρω εγώ, είπε το Καλλιοπώ
- Μα σαν είν' αλήθεια, παπά, γιατί ο Άγγελος Κυρίου δεν σήκωνε
μια και καλή το μάγγανο να ξελευθερώση τον άνθρωπο; είπεν η
Αννούδα, μία των γυναικών.
- Γιατί ο σκοπός δεν ήτον να δειχθή η παντοδυναμία του θεού, οπού
είνε αποδειγμένη δι' απείρων θαυμάτων, απήντησεν ο ιερεύς· αλλά να
φανερωθή μόνον η δύναμις των μνημοσύνων και των διά τους νεκρούς
προσφορών, και ότι τίποτε το οποίον (προσφέρει) θυσιάζει ο
άνθρωπος εις τον Θεόν, τίποτε το οποίον δίδει εις τους πτωχούς,
καμμία καλή πράξις, καμμία αρετή, καμμία υπομονή, κανέν μαρτύριον,
κανέν δάκρυ, τίποτε δεν χάνεται. Όλα σπείρονται εις γην αγαθήν, ως
ο κόκκος του σίτου, είπεν ο Κύριος, όπου αν πέση εις την γην και
αποθάνη (και τοιαύτα είνε τα κόλλυβα, τοιούτοι και οι νεκροί),
πολύν καρπόν φέρει. «Οι σπείροντες εν δάκρυσιν εν αγαλλιάσει
θεριούσι». Κείνοι που σπείρουν με δάκρυα, με χαράν και αγαλλίασιν
θα θερίσουν.
- Το λέγει αυτό το Εύαγγέλιον;
- Το λέγει το Ψαλτήρι, αλλά το ίδιο είνε, γιατί και το Ψαλτήρι
είνε λόγος Θεού, και εμπνευσμένον από το Πνεύμα το Άγιον. Και όταν
θάπτομεν νεκρόν εν Χριστώ ευσεβώς δύσαντα, είνε ως να σπειρωμένα
εις την γην κόκκων σίτου... και ο Κύριος θα τον αναστήσει εν τη
εσχάτη ημέρα, καθώς ο ίδιος ευδόκησε να μας το υποσχεθή.
«Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη ζήσεται... καγώ αναστήσω αυτόν εν
τη εσχάτη ημέρα».
- Αμήν! είπεν η θειά το Μαθηνώ, και τα δάκρυά της, επί τη μνήμη
του ανδρός και των τεσσάρων παιδιών, ταχέως εξητμίσθησαν ως
σταγόνες όμβρου μετά θερινόν υετόν, εντός της κοίτης πάλαι
ξηρανθέντος χειμάρρου.
***
Το δειλινόν εφάνησαν μακρόθεν να κατεβαίνωσι την ράχιν ερχόμεναι
αι καλυβιώτισσαι γυναίκες, αι ποιμενίδες και βοσκίδες των
αγροτικών συνοικιών. Ήλθαν φέρουσαι πελωρίους κοφίνους, γεμάτους
άνθη, λαμπάδας, κηρία και αγγεία με έλαιον, και πρόσφορα και
μικράς φιαλίδας με &νάμα&, ή οδηγούσαι ονάρια με τα σάγματα
επεστρωμένα διά κιλιμιών και χραμίων, φορτωμένα τορβάδες και
δισσάκια με φλάσκας οίνου, με τυρία νωπά, ή ζεματισμένα και
κόκκινα αυγά. Κατόπιν εφάνησαν σφυρίζοντες αλλοκότως δύο ή τρεις
βοσκοί με τας αγέλας των, τας οποίας ωδήγησαν παρά τον απότομον
κρημνόν προς την θάλασσαν. Οι τράγοι επήδων από βράχου εις βράχον,
από όχθον εις όχθον, από κοίλωμα εις κοίλωμα, ενώ τα ερίφια
χαριέντως σκιρτώντα έτρεχον κατόπιν των αιγών βελάζοντα,
αγαλλόμενα προς την νέαν δι' αυτά απόλαυσιν του αγνώστου τούτου
πράγματος, της ζωής, εκθέτοντα εις τον ήλιον τα στακτερά ή στικτά,
και λευκά και μαύρα τριχώματά των, ενώ οι βοσκοί, υψηλοί,
ρωμαλέοι, τραχείς, φριξότριχες, ηλιοκαείς την όψιν, έτρεχον εμπρός
και οπίσω με τας μακράς, ίσας με το ανάστημά των, καμπύλας την
λαβήν ράβδους των, σοβούντες μετά πολυήχου συριγμού την δυσάγωγον
και σκιρτικήν αγέλην.
Τελευταίοι έφθασαν οι ποιμένες άνευ των αμνάδων των, τας οποίας
είχον αφήσει οπίσω εις τας μάνδρας, κομίσαντες μόνον δυο αρνία
σφαγμένα. Έφθασαν σιγυρισμένοι, αλλαγμένοι, στολισμένοι όλοι των,
με καθαρούς χιτώνας, κοντά βρακία και υψηλαίς βλαχόκαλτσαις, με
πλατέα ζωνάρια κίτρινα, ξυραφισμένοι και με τους λινόχρους ή
καστανούς μύστακας αγκιστροειδείς.
Ταχέως έκλινεν η ημέρα, και ο ήλιος έδυσεν εις μίαν ράχιν του
Πηλίου, αντικρύ, αφού επί πέντε λεπτά της ώρας είχε μείνει
στεφανωμένος με κυάνεα και περιπόρφυρα χρυσαυγή νέφη αντιλαμβάνων
ο ίδιος όσην απέδιδε δόξαν και λάμψιν και επί δέκα λεπτά ακόμη,
αφού εβασίλευσεν, αι ακτίνες της στέψεώς του έμειναν χρυσοφαείς,
πορφυρίζουσαι, κυανίζουσαι βάπτουσαι το βουνόν με ιώδες χρώμα.
Είτα κατήλθεν η νυξ, ηρέμα επί των πλευρών του όρους, σπείρουσα
παντού το βαθύ και άρρητον μυστήριόν της, και οι έμψυχοι κρότοι
και ψίθυροι της φύσεως, εξηγέρθησαν εις τας ράχεις, εις τους
λόγγους, εις τας φάραγγας, και η οφρύς του βουνού ητμίσθη και
συνεστάλη υγρά και το βλέφαρον του λόφου κατήλθε, και εκλείσθη εις
έν βουνόν ρεμματιά και κάμπος. Και ο μπάρμπα-Κωνσταντός ο
Ζ'μαροχάφτης, τρίτος πάρεδρος του χωρίου, του δήμου Λίτης, δεν
εφάνη ουδαμόθεν να έρχεται.
Ήτο δε ανήσυχος ο ιερεύς, και φόβος ήτο να μείνωσι χωρίς Ανάστασιν
και λειτουργίαν. Διότι ευλόγως δεν ηδύνατο άνευ βοηθού να
ιεροπρακτήση. Λειτουργία χωρίς ένα τουλάχιστον ψάλτην ή αναγνώστην
δεν γίνεται, οι ποιμένες και οι βοσκοί ήσαν όλοι, ως εικός, ου
μόνον αγράμματοι, αλλά και αλιβάνιστοι οι κακόμοιροι πολλοί
τούτων.
- Τώρα, τι να κάμουμε; - Ορίστε σου υπόσχονται σίγουρα μία
δουλειά, κ' ύστερα σ' αφήνουν μέσ τη μέση! &Ανθρώπους και κτήνη
σώσεις Κύριε!&
Ήλπιζεν εν τούτοις ακόμη ότι ο μπάρμπα-Κωνσταντός θα ήρχετο.
Αργοστόλιστος ήτο πάντοτε, τον ήξευρεν. Αλλά τώρα ήτο σκοτεινή
ακόμη νυξ και μόνον τα άστρα έλαμπαν άνω, ολίγω ύστερον ανέτελλεν
η σελήνη, και τότε ελπίς ήτο να έλθη.
Παρήλθον δύο ώραι και η σελήνη ανέτειλε κολωβή από το σκοτεινόν
βουνόν άνω, ανερχομένη βραδέως εις το στερέωμα, και αι τάξεις των
άστρων ηραιώθησαν επ' άπειρον και όλα σχεδόν ημαυρώθησαν εις την
διάβασίν της. Παρήλθεν ακόμη μία ώρα. Ο μπάρμπα-Κωνσταντός δεν
εφάνη.
Ο ιερεύς ήρχισε ν' αγανακτή.
- Ο ασυνείδητος! ο μωρός!.... Ήμαρτον κύριε! «Ανθρώπους και
κτήνη».
Ήθελε να στείλη ένα των ποιμένων εις την πολίχνην, όπως ζητήση και
εύρη ένα συλλειτουργόν να του φέρη. Αλλ' οι ποιμένες και οι βοσκοί
όλοι έρεγχον εξηπλωμένοι μεταξύ των σχοίνων και των κομαρεών,
τυλιγμένοι εις τας κάπας των, ευχαριστημένοι ότι επανήλθεν η
άνοιξις και εύρισκαν ολιγώτερον παγεράν της γης την υγρασίαν. Και
αι γυναίκες των πλαγιασμένοι και αυταί, ύπνωττον ολιγώτερον
ακουστώς όπισθεν του ιερού βήματος, τυλιγμέναι με τα χιράμια και
τα κιλίμια, τα οποία είχον φέρει επεστρωμένα επί των σαγμάτων των
όνων. Και αι εκ της πολίχνης ελθούσαι γυναίκες, κύπτουσαι επί των
καλαθίων των, έξω της θύρας του ναού, υπό τον εστεγασμένον πρόναον
και εντός της ξύλινης κιγκλίδος, ελαγοκοιμώντο και αυταί. Μόνον ο
ιερεύς ανησύχει και ήτο άγρυπνος.
- Τα ξέρω εγώ απ' όξου τα πλειότερα τα γράμματα, παπά, του έλεγεν
η θειά το Μαθηνώ, διά να του δώση θάρρος· τα κανοναρχώ κειδά στ'
αυτί του γέρο-Φιλιππή, κι' ο γέρο-Φιλιππής, οπούν θεοφοβούμενος
άνθρωπος, θα τα λέη κειδά όπως-όπως...
- Να δα η ώρα να σε κάμουμε και ψάλτη, Μαθηνώ! απήντησε γελάσας ο
ιερεύς.
- Ψάλτης δε θα γίνω, μόνε κανονάρχος. Μοναχοί μας θάμαστε...
Κανένας γραμματισμένος δεν είνε για να μας γελάση.... Η αγιωσύνη
σ' βρίσκεις τον ήχο του μπάρμπα Φιλιππή, κ' εγώ του λέω τα λόγια
όσα θυμούμαι. Νάξερα από μέσα απ' το χαρτί να διαβάσω, θαρρώ πώς
δε θα ήτον αμαρτία να ψάλω και μοναχή μου.
Ως τόσον επλησίαζε μεσονύκτιον, και δεν ήτον ελπίς να έλθη πλέον ο
μπάρμπα-Κωνσταντός, ο τρίτος πάρεδρος. Ο ιερεύς δεν απεφάσισε να
εξυπνήση κανένα εκ των βοσκών και τον στείλη εις την πόλιν, ως
εσκέφθη κατ' αρχάς, διότι ελογάριαζεν ότι τόσαι ολίγαι ώραι έμενον
έως να ξημερώση, ώστε μέχρι ου υπάγη ο αποσταλησόμενος εις την
πόλιν, ζητήση και κατορθώση να εύρη ψάλτην, εωσότου πείση και φέρη
αυτόν και φθάσωσιν ομού εις τον Άγιον Ιωάννην θα ήτο ακριβώς δύο
ώραις ημέρα.... και η Ανάστασις επρόκειτο να γίνη τα μεσάνυκτα ή
και βραδύτερον τι.
Ο παπά Διανέλος εσηκώθη στενάζων, εισήλθεν εις τον ναόν, και
προσεκύνησεν εις τας βαθμίδας του ιερού βήματος. Ευθύς κατόπιν
έτρεξεν η γρηά Μαθηνώ και η θειά το Σειραϊνώ, η σημαιοφόρος των
πανηγύρεων. Αι δύο γυναίκες ήρχισαν να αναζωπυρώσι τα φυτύλια, να
ρίπτωσιν έλαιον εις τας κανδήλας και να κάμνουσιν εγκαρδίους
σταυρούς. Ησθάνοντο ανέκφραστον χαράν και γλύκαν εις τα σωθικά
των. Ήτο ανάστασις, Ανάστασις! Το πρόσωπον του Δεσπότου Χριστού
έλαμπε με άγιον φως, δεξιά της ιεράς πύλης. Η μορφή της Δεσποίνης
Θεοτόκου ήστραπτεν εξ αφάτου χαράς αριστερόθεν, κρατούσης το θείον
βρέφος της. Η όψις του τιμίου Προδρόμου, με ένα βόστρυχον της
κόμης φρίττοντα προς τα άνω, ως να έμεινεν ανωρθωμένος από την
πρόσψαυσιν του θηριώδους δημίου του αποκόψαντος την σεβάσμιον
κάραν του μείζονος εξ όσων εγέννησαν κατά φύσιν αι γυναίκες
ανδρών, εσελαγίζετο εκ μυστικής ευφροσύνης παραπλεύρως εκείνου ου
την φρικτήν κορυφήν ηξιώθη να χειροθετήση. Και ο αγαπημένος
μαθητής ήτο ακόμη εκεί, και συνέχαιρεν επί τη Αναστάσει, αν και
πτυχή τις μερίμνης συνέστελλε το υψηλόν μέτωπόν του, προβλέποντος
ότι θρασύς ιερόσυλος έμελλε μετ' ου πολύ να τον αρπάση εκ της
κόγχης του διά να τον μεταφέρη εις Αθήνας και τον καθιδρύση όχι
εις ναόν και ολοκαύτωμα και θυσιαστήριον, όχι εις τόπον του
καρπώσαι, αλλ' εις Μουσείον, Ύψιστε Θεέ! εις Μουσείον, ως να είχε
παύση ν' ασκήται εις τον τόπον αυτόν η χριστιανική λατρεία, και τα
σκεύη αυτής ν' ανήκον εις θαμμένον παρελθόν, και να ήσαν
αντικείμενον περιεργείας!.... Ίλεως γενού αυτοίς, Κύριε!
***
Τέλος δεν ήτο ελπίς να έλθη ο κυρ Κωνσταντός και ώφειλον εκ των
ενόντων να ψάλωσι την ακολουθίαν. Αι εκ της πόλεως γυναίκες, η μία
μετά την άλλην, αποτινάξασαι την υπνώδη νάρκην, εισήλθον εις τον
ναΐσκον. Αι εκ των αγρών ποιμενίδες δεν ήργησαν να εξυπνήσωσιν, ο
δε παπά Διανέλος εξήλθε προς στιγμήν, και λαβών τεμάχιον παλαιάς
σανίδος και σφυροειδές ξύλον, κατεσκεύασεν αυτοσχέδιον σήμαντρον,
διότι φευ! δεν υπήρχε προ πολλού κώδων όστις να εξυμνή τους προ
αιώνων κοιμηθέντας και να συγκινή την κόνιν των από γενεών
κοιμηθέντων κατοίκων της πάλαι ποτέ υπαρξάσης πόλεως. Διά του
σημάντρου τούτου ήρχισε να κρούη ο ιερεύς εις τροχαίους πρώτον
(τον Αδάμ, Αδάμ, Αδάμ,) είτα εις ιάμβους (το τάλαντον, το
τάλαντον), και να εξυπνή τας μεσονυκτίους ηχούς.
Οι βοσκοί ενωτισθέντες τον μονότονον ήχον ετινάχθησαν διά μιας
επάνω, επέταξαν τας κάπας των, ενίφθησαν και έτρεξαν εις την
Εκκλησίαν, κρατούντες τας λαμπάδας των. Ο ιερεύς εβαλεν ευλογητόν,
έψαλε μόνος του την παννυχίδα, όλον το &Κύματι θαλάσσης&,
εθυμίασεν, έκαμεν απόλυσιν, είτα φορέσας επιτραχήλιον και
φελόνιον, ήναψε μεγάλην λαμπάδα, και βαστάζων αυτήν εξήλθεν εις τα
βημόθυρα και ήρχισε να ψάλλη μεγαλοφώνως το &Δεύτε λάβετε φως&. Οι
βοσκοί ήναψαν τας λαμπάδας των, ομοίως και αι γυναίκες, κ' εξήλθον
όλοι εις το προαύλιον, του ιερέως κρατούντος την τε Ανάστασιν και
το Ευαγγέλιον μετά του θυμιατού, και ψάλλοντος, &Την Ανάστασίν σου
Σωτήρ&.
Είτα η ιερά εικών και το Ευαγγέλιον, απετέθησαν επί πεζούλας,
εκπληρούσης χρέη τρισκελίου, εφ' ης αι γυναίκες είχον στρώσει
μεταξοϋφές μακρόν προσόψιον. Ο ιερεύς ανέγνω αργά το κατά Μάρκον
&Διαγενομένου του Σαββάτου&, είτα θυμιάσας και εκφωνήσας το &Δόξα
τη ομοουσίω&, ήρχισε να ψάλλη λαμπρά τη φωνή το &Χριστός Ανέστη&.
Αφού το έψαλε τρις ο ίδιος, και ανά άπαξ ή δις δύο των βοσκών,
οίτινες δεν ήσαν μεν πλέον γραμματισμένοι από τους λοιπούς, αλλ'
είχον ολιγώτερον τραχείαν την προφοράν κ' «εγύριζε κάπως η γλώσσα
των», έλαβε θάρρος και η θειά Μαθηνώ και το έψαλεν άπαξ, ομοίως
και η θειά το Σειραϊνώ, ενώ το Καλλιοπώ και το Αγλαώ και η Αννούδα
και άλλαι γυναίκες έπνιγον τους καγχασμούς των εις τας παλάμας, με
τας οποίας ως δι' εκουσίου φιμώτρου είχον περιλάβη τα στόματά των.
Τελευταίον εις επισφράγισιν το έψαλε πάλιν ο ιερεύς, και είτα είπε
τα &Ειρηνικά&. Μεθ' ο, αναλαβών την Ανάστασιν και το Ευαγγέλιον,
εισήλθεν εις τον ναόν, ακολουθούμενος υπό του λαού. Έψαλε το
&Αναστάσεως ημέρα& και τα δύο τροπάρια της πρώτης ωδής, ακολούθως
εισήλθεν εις το ιερόν, και εξελθών πάλιν, έλαβε καιρόν, και πάλιν
εισήλθε, και ήρχισε να φορή όλην την ιεράν στολήν του. Η ψαλμωδία
είχε διακοπή εξ ανάγκης. Η θειά Μαθηνώ επλησίασεν εις τον γέρο-
Φιλιππή πρωτοκάθεδρον της τάξεως των ποιμένων, κ' εδοκίμασε να
κανοναρχίση προς αυτόν.
- Ψάλε, γέρο-Φιλιππή, «&Καθαρθώμεν τας αισθήσεις&». Αλλά του
γέρο-Φιλιππή δεν εγύριζεν η γλώσσα του να είπη «Καθαρθώμεν τας
αισθήσεις».
Τότε η θειά το Μαθηνώ ήρχισε σιγά-σιγά να ψάλη: «&Καθαρθώμεν τας
αισθήσεις και οψόμεθα τω απροσίτω φωτί της Αναστάσεως&, κτλ.
Είνε αληθές ότι η ακριβής προφορά εις το στόμα της ήτο Καθαρθώμεν
τας ησθήσεις κη ουψόμεθα...
- Αυτό το είπαμε, βλοημένη, έκραξεν ο ιερεύς από του ιερού
βήματος. &Δεύτε πόμα πίωμεν καινόν&, είνε τώρα.
- Α! Ναι, έκαμεν η θειά το Μαθηνώ και ήρχισε.
Δεύτε πόμα πίουμειν κηνόν.......
Αλλ' ο ιερεύς όστις εξηκολούθει να ενδύηται, ενόησεν ότι ή την
προσκομιδήν έπρεπε ν' αναβάλη, ή την ακολουθίαν να διακόψη. Και
ταύτα μεν επεδέχοντο οικονομίαν, αλλά δεν έβλεπε πώς θα τα
εκατάφερνον εις την λειτουργίαν.
Εφόρει έν έκαστον των αμφίων κ' εψιθύριζε τα διατεταγμένα λόγια:
«Αγαλλιάσεται η ψυχή μου επί τω Κυρίω, ενέδυσε γαρ με ιμάτιον
σωτηρίου και χιτώνα ευφροσύνης περιέβαλέ με. Ως νυμφίον περιέβαλε
με μίτραν και ως νύμφην κατεκόσμησέ με κόσμω.»
Είτα ήρχιζε να ψάλλη τα τροπάρια του Κανόνος:
&Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα
καταχθόνια......&
Είτα πάλιν, φορών το επιτραχήλιον υπεψιθύριζεν: «Ευλογητός ο Θεός
ο εκχέων την χάριν αυτού επί τους ιερείς αυτού, ως μύρον επί
κεφαλής το καταβαίνον επί πώγωνα...»
Και πάλιν έψαλε:
&Χθες συνεθαπτόμην σοι Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον αναστάντι
σοι......&
Είτα φορών το περιζώννυον, έλεγεν:
»Ευλογητός ο Θεός ο περιζωννύων με δύναμιν, και έθετο άμωμον την
οδόν μου.» Ή περνών το έν επιμάνικον, απήγγελεν: Η δεξιά σου χειρ
Κύριε, δεδόξασται εν ισχύι... »
Και διακόπτων τούτο, έψαλλε την καταβασίαν: &Δεύτε πόμα πίωμεν
καινόν, ουκ εκ πέτρας αγόνου......&
Αφού όμως ενεδύθη την ιερατικήν στολήν όλην, εξήλθεν έξω και
εχοροστάτησε, κ' έψαλλεν ο ίδιος όλον τον κανόνα, έμελλε δε να
μεταβή εις τους &Αίνους& και ν' αρχίση τον ασπασμόν, όταν είς των
βοσκών, όστις είχεν εξέλθη διά να ιδή πώς είχον αι αίγες του,
επανήλθεν εις τον ναΐσκον και ανήγγειλεν ότι κάποιος φωνάζει
βοήθειαν μέσα απ' του Χαιρημονά το ρέμμα, και ότι είνε βαθειά κάτω
και δεν τον είδε, μόνον την φωνήν του ήκουσεν.
Ο ιερεύς εστράφη.
- Τι τρέχει;
- Δε ξέρου τι να είνε, είπεν ο βοσκός... βαθειά κάτ' χουιάζει...
«πού είσαστε, πού είσαστε;» Να πάρου μια λαμπάδα να πάου να ιδώ;
- Να πας.
Δύο ή τρεις άλλοι νεαροί βοσκοί και ποιμένες έλαβον αμέσως τας
λαμπάδας των κι' έτρεξαν έξω.
***
Αφού έφερε γύρω όλην την ημέραν του Μεγάλου Σαββάτου, ο κυρ
Κωνσταντός ο Σμαροχάφτης, τρίτος πάρεδρος, κτλ., επί τέλους, ως
δύο ώρας προ της δύσεως του ηλίου, απεφάσισε να εξέλθη εις τα
Λιβάδια έξω της πόλεως, όπου είχε δεμένον το ονάριον του, διά να
το λύση, όπως φορτώση επ' αυτού την μικράν αποσκευήν του, και
εκκινήση διά τον Αγ. Ιωάννην τον Πρόδρομον, καθ' ην είχε δώσει
υπόσχεσιν εις τον παπά Διανέλον. Αλλά τότε μόνον ενόησεν ότι είχε
λησμονήσει από το πρωί να το &αλλάξη& ήτοι να το μετατοπίση εις
άλλην βοσκήν, και το πτωχόν το ονάριον δεν εφαίνετο πολύ χορτάτον,
όταν ο κύριός του το έλυσεν. Εκ του τρόπου μεθ' ου ανώρθωσεν
ελαφρώς τα χαμηλωμένα αυτιά του, το ζώον εφαίνετο να ελπίζη ότι ο
αφέντης του θα το μετέθετε τέλος εις άλλην βοσκήν, αλλ' ο μπάρμπα-
Κωνσταντός το ωδήγησεν εις την οικίαν του, όπου εφόρτωσεν επάνω
του ένα πενιχρόν τορβάν, περικλείοντα τρόφιμα, επέστρωσεν επί του
σάγματος παλαιόν ξεθωριασμένον κιλίμιον, και αναβάς ο ίδιος
εκάθησε μονόπλευρα επ' αυτού.
Έκαμε τον σταυρόν του κ' εξεκίνησεν. Αλλά δεν ήργησε να καταλάβη
ότι το ζωντόβολον, ένεκα του γήρατος και της μετρίας τροφής την
οποίαν είχε λάβει, δεν θ' αντείχε καλώς εις την μακράν οδοιπορίαν,
και ότι θα ήτο ικανόν να &μαραζώση& τον αναβάτην. Άμα έφθασεν εις
τον επάνω Άι-Γιαννάκην, ου μακράν της πόλεως, κατέβη και απεφάσισε
να οδηγή το ονάριον πεζός βαίνων. Αλλά και πάλιν το ζώον δεν
εβάδιζε καλώς, με όλους τους κτύπους όσους του κατέφερε με μίαν
λεπτήν βέργαν εις τα οπίσω του. Απεφάσισε λοιπόν ν' απαλλαγή της
συντροφίας, ήτις θα ήτο μάλλον βάρος ή βοήθεια δι' αυτόν, και να
δέση κάπου το ζώον διά να το αφήση να βοσκήση. Εζήτησε μέρος
κατάλληλον διά να το δέση, αλλά δεν εύρεν εις τον επάνω Άι-
Γιαννάκην πλουσίαν βοσκήν. Κατέβη οπίσω εις τον Κάτω Άι-Γιαννάκην,
αλλ' αφού κ' εκεί δεν εύρεν ικανόν χόρτον διηυθύνθη απώτερον κάπου
εις την θέσιν Έρμο Χωριό, κ' εκεί έδεσε τέλος το ζώον εις την
ρίζαν αγρίου δένδρου, εντός ασπάρτου αγρού και πλησίον εις ένα
φράκτην. Αυτός δε εφορτώθη εις τον ώμον τον τορβάν και το
κιλίμιον, έβαλεν όπισθέν του εις την μέσην μικρόν κλαδευτήρι, και
κρατών την λεπτήν ράβδον του, εξεκίνησε πεζός. Είχε χασομερήσει
σωστήν μίαν ώραν εις όλας αυτάς τας φροντίδας.
«Τώρα, είπε μέσα του, είνε καιρός να το βάλω στα πόδια, διά να μη
νυχτώσω (και πάλιν θα νυχτώσω), εκτός εάν απομείνω· αλλά ν'
απομείνω δεν πρέπει, γιατί έδωκα υπόσχεσιν του παπά.» Ούτως είπε
και ούτως έκαμε. Και ήρχισε να κόφτη δρόμον με όλα τα εξήκοντα έτη
του, με όλον το δημογεροντικόν και προεστάδικον της διαίτης και
του ήθους του, το βραχύ ανάστημα, το ωχρόν λεπτόδερμον και
καταπονημένον πρόσωπον, και μεθ' όλον το κανονικόν, καίτοι παλαιόν
και εφθαρμένον της βράκας και του φεσίου. Ήτο παλαιός
γεωργοκτηματίας από οικογένειαν, με όλα τα κτήματά του ενυπόθηκα,
εκ των απλοϊκών εκείνων τους οποίους εύρε λείαν εύκολον και καλόν
έρμαιον η άπληστος και ιδιοτελής πανουργία των παντοπωλών,
μικρεμπόρων και τοκιστών της χθες, των νεοπλούτων της σήμερον,
κατά πόλεις και κώμας.
Ο μπάρμπα-Κωνσταντός ανέβη ταις Βίγλαις και έφθασεν εις του
Κ'φαντώνη το Καλύβι, είτα κατέβη εις το ρέμμα, το συνορεύον προς
το Λεχούνι, όπου ευρίσκεται ο νερόμυλος του Δήμου του Βλάχου κ'
εκείθεν ήρχισε ν' αναβαίνη τον μικρόν ανήφορον του Αγίου
Χαραλάμπους.
Ο ήλιος είχε δύσει, όταν έφθασεν εις την κορυφήν του βουνού, και
αντικρύ του βραχώδους και αποτόμου όρους, όπου κείται το μικρόν
διαλυμένον μονύδριον. Ο παπά-Αζαρίας Σύγκελλος, ηγούμενος του
ερήμου αδελφότητος μοναστηρίου, ουδέν άλλο έχων πνευματικόν
ποίμνιον ειμή μίαν υπέργηρων καλογραίαν ενενηκοντούτιν και ένα
άχρηστον υποτακτικόν ηλικιωμένον, ναυαγόν του κόσμου και απόχηρον,
είχεν εξέλθη εις τα πρόθυρα της μονής, και έβλεπε τας τελευταίας
ακτίνας του ηλίου επιχρυσούσας διά τινας στιγμάς ακόμη τας κορυφάς
των ανατολικών απέναντι ορέων, όταν είδε τον μπάρμπα-Κωνσταντόν να
προκύψη όπισθέν της τελευταίας αιμασιάς, της χαραττούσης
εκατέρωθεν του δρόμου.
- Πού 'ς αυτό τον κόσμο, κυρ-Κωνσταντέ;... Σαν τα χιόνια!...
- Ευλογείτε, πάτερ!... Και ο μπάρμπα-Κωνσταντός, αφού έκαμε τον
σταυρόν του τρις, αποβλέπων προς το ιερόν του αγ. Χαραλάμπους,
ήρχισεν ασθμαίνων να διηγήται πώς ο παπά-Διανέλος ο Πρωτέκδικος
εκλήθη από τους βοσκούς και ποιμένας να κάμη ανάστασιν και να
λειτουργήση επάνω εις τον Άγ. Ιωάννην τον Πρόδρομον, πώς εκάλεσε
και αυτόν, τον κυρ-Κωνσταντόν, να υπάγη να τον βοηθήση, πώς ο
παπάς ευρίσκεται από τη πρωίας, οπίσω, εις τον Άγ. Ιωάννην, χωρίς
να έχη άλλον βοηθόν ή συλλειτουργόν, πώς αυτός, ο κυρ-Κωνσταντός,
ηργοπόρησε να εκκινήση, ένεκα του οναρίου του, το οποίον δεν
αντείχεν εις την οδοιπορίαν, και ήθελε κάθε τόσον άλλαγμα βοσκής
(και ο Θεός δεν είχε ρίξει το έτος εκείνο άφθονους βροχάς, ώστε να
υπάρχη δαψίλεια βοσκής εις τα λιβάδια), και τέλος, πώς ο κυρ-
Κωνσταντός ευρέθη εις την ανάγκην ν' αποφασίση να υπάγη πεζός
επάνω εις τον Αγ. Ιωάννην διά να μη γελάση τον παπάν, επειδή είχε
δοσμένον τον λόγον του, να υπάγη να τον βοηθήση.
- Μα τώρα νύχτωσες... θα νυχτώσης... είπεν ο Άι-Χαραλαμπίτης ο
ιερεύς· πώς θα πας ως εκεί;.. είνε μιάμιση ώρα δρόμος ακόμα... και
το φεγγάρι θ' αργήση τρεις ώραις να βγη.... άσ 'βος.
- Πώς να κάμω; είπεν ο μπάρμπα-Κωνσταντός, όστις ήρχισεν ευθύς να
οκνή και να διστάζη.
- Σκοτίδ' άσ'βος (2), επανέλαβεν ο παπά-Αζαρίας, το φεγγάρι θ'
αργήση τρεις ώραις... πώς θα πας ως εκεί, μοναχός σου;...
Κακοστρατιά, κλεφτότοπος... θα πέσης 'σε κανένα γκρεμνό να
κατασκοτωθής.
- Τι με συμβουλεύεις, γέροντα, να κάμω;... είπε ψοφοδεής ο
μπάρμπα-Κωνσταντός ο πάρεδρος.
***
Ο παπά-Αζαρίας εσκέφθη προς στιγμήν, αλλ' η όψις του δεν εξέφραζε
πνευματικόν τι. Ίσως έλεγε μέσα του: «Τι ήθελα, τι γύρευα εγώ να
του πω τέτοια πράμματα να τον δειλιάσω;... Αυτός είνε έτοιμος...
αφορμή εγύρευε να μείνη μες τη μέση... και να κάμη Ανάστασι στον
άγιο Χαράλαμπο».
Είτα είπε μεγαλοφώνως:
- Τι να σου πω κ' εγώ; Εσείς πάτε και δίνετε υπόσχεσι, κ' ύστερα
δεν ξέρετε να σηκωθήτε με την ώρα σας τουλάχιστον, να πάτε κει που
έχετε δώσει λόγο... κι' άλλος ας καρτερή... ένα πράμμα που σου
είνε κοπιαστικό και δύσκολο, απ' αρχής πρέπει να το συλλογίζεσαι,
να το μετράς καλά, να μη δίνης το λόγο σου... Τι δουλειά είχες,
εσύ, νοικοκύρης άνθρωπος, να τρέχης στα κατσάβραχα, απάνω στον Άι-
Γιάννη, για να κάμης Πάσχα;... Δεν ήξερες ναρθής στον Άι-
Χαράλαμπο;... Τι σε κάμω εγώ;... Εδώ θελά χρησιμέψης... θελά
ψάλουμε μαζύ την Ανάστασι, θελά λειτουργηθής μια χαρά, και η
μυζήθρα και το χλωρό τυρί δεν ήθελε μας λείψη... Έχω κ' εκείνο τον
αχαΐρευτο τον υποτακτικό μου το Γαβριήλ, όπου δε φελά τίποτε...
έχω και τη γρηά την Ευπραξία, ένα σωρό κόκκαλα, νάχουμε την ευκή
της... τρεις κούκκοι! Μα οι βοσκοί, ας είνε καλά, ταις καλαίς
μέραις έρχονται, μας κάνουν γενιά... μόνον εφέτος που μας πήρε
τους πλειότερους ο παπά-Διανέλος, πίσω στον Άι-Γιάννη, αλλά μένουν
κάτι λιγοστοί...»
Ενταύθα ήλθεν εις τον παπά-Αζαρίαν ο πειρασμός να κρατήση τον κυρ-
Κωνσταντόν εις τον Άγιον Χαράλαμπον, αφίνων τον παπά-Διανέλον άνευ
βοηθού, διά να τον εκδικηθή διότι του αφήρεσε τους πλείονας των
βοσκών του. Αλλά δεν το εχώρησεν η συνείδησίς του, και εντονώτερον
εξηκολούθησε:
- Τώρα, όπως και να το κάμης, άσχημα είνε... μα το καλλίτερο είνε
να τραβήξης το δρόμο σου να πας... Έδωκες το λόγο σου... είνε
μεγάλη αμαρτία ν' αφήσης τον παπά χωρίς βοηθό, τέτοια μεγάλη μέρα.
Ο μπάρμπα Κωνσταντός δεν απέσπα το βλέμμα από τας κυανάς και
κοκκίνας υάλους της θυρίδος του ιερού βήματος, ήτις εφαίνετο
προσελκύουσα αυτόν ως μαγνήτης, και νοερώς συνέκρινε την σχετικήν
ανάπαυσιν ην θα είχεν εις τον Άγιον Χαράλαμπον, όπου θα εύρισκε
ζεστόν κελλίον με άφθονον πυρ και καφέν προ της Αναστάσεως, με
γάλα και αυγά μετά την λειτουργίαν, και διπλούν θαλπερόν και
αναπαυτικόν ύπνον προ και μετά την ακολουθίαν, με την ερημίαν, με
τους βράχους, τους σχοίνους και τας κομαριάς του Αγ. Ιωάννου του
Προδρόμου, όπου θα υπήρχε μόνον ύπαιθρον ή ανεπαρκές υπόστεγον και
παραπολλή δρόσος πρωιμωτέρα ή ώστε να είνε επιθυμητή.
- Μη στέκεσαι καθόλου, επανέλαβεν ο Αϊχαραλαμπίτης· τράβα, γιατί
θα νυχτώσης, και θ' αργήση το φεγγάρι να βγη.
- Τώρα νύχτωσε που νύχτωσε, είπεν αποφασιστικώς ο μπάρμπα-
Κωνσταντός· καλλίτερα είνε να καθίσω προς ώρα να ξεκουραστώ, ως
που να βγη το φεγγάρι...
- Και ύστερα;
- Ύστερα πηγαίνω με το φεγγάρι.
- Μα θα πας;
- Θα πάω.
- Ξέρεις καλά το δρόμο;
- Τι θα πη;... Μπορεί να έχω χρόνια να πάω, μα τον δρόμο τον
θυμούμαι... Κ' έπειτα, αν έρθη κανένας απ' τους ξωμερίταις φίλος
μου...
- Ε!...
- Θα τον παρακαλέσω να με πάη ολίγο παραπάνω, είπεν ο μπάρμπα-
Κωνσταντός.
- Ώστε δεν ξέρεις καλά το δρόμο;
- Όχι αλλά...
- Φοβάσαι τα στοιχιά; εκάγχασεν ο ιερεύς.
- Θεός να φυλάη... δεν φοβούμαι τίποτε με την δύναμιν του Θεού...
μα η συντροφιά είνε πάντα καλλίτερη.
- Ας είνε, δεν μπορώ να σε διώξω... έμβα μες το κελλί να
ξεκουραστής, και σα βγη το φεγγάρι, να πας....
- Ευλόγησον.
Ο μπάρμπα-Κωνσταντός εισήλθεν εις το κελλίον, κ' εξηπλώθη επί του
χαμηλού επεστρωμένου σοφά, με τους πόδας προς την εστίαν, όπου
έκαιεν ασθενές πυρ ετοιμόσβεστον. Ο μπάρμπα-Κωνσταντός εσκεπάσθη
με το κιλίμι το οποίον εκόμιζε, και μετ' ολίγα λεπτά απεκοιμήθη.
Ήτο δε ήδη νυξ.
***
Το κελλίον όπου είχεν εισέλθη ο μπάρμπα-Κωνσταντός ήτο το έν εκ
των δύο όσα εκράτει ο ηγούμενος, το οποίον εχρησίμευεν άμα ως
προθάλαμος, ως μαγειρείον και ως πρόχειρον «αρχονταρίκι». Μόλις
είχεν αποκοιμηθή ο γηραιός πάρεδρος, και εισήλθεν ο υποτακτικός
Γαβριήλ, με άσπρον κιουλάρι, με ζωστικόν πάνινον ξεθωριασμένον και
χωρίς ράσον, κρατών λυχνίαν με την αριστεράν, καυσόξυλα και
χαμόκλαδα με την δεξιάν.
- Άλλος μουσαφίρης πάλε! εγόγγυσεν άμα είδε τον κυρ Κωνσταντόν
κοιμώμενον^ κουτσοί-στραβοί στον Άι-Παντελεήμονα! Ευλόγησον,
πατέρες!
Εκρέμασε το λυχνάριον επί του πτερυγίου της εστίας, εγονάτισε και
ήρχισε να ξανάπτη την φωτιάν, και εξηκολούθησεν:
- Από πού με το καλό, αυτός πάλε! Ας είν' καλά οι χριστιανοί! Τα
ποτήρια ξεπλύνετε, και οι παίδες ας κερνούν. Ζήτω η
κρασοκατάνυξις! ευλόγησον πατέρες!
Έκυψεν εις την εστίαν και ήρχισε να φυσά διά φυσητήρος καλάμου.
Είτα επανέλαβεν:
- «Έδωκας ηγούμενε, των καλογήρων διακόνημα...»
Έψαλε τούτο εις ήχον τέταρτον, μεθ' ο εις πεζόν λόγον προσέθηκε:
- Πού τους βρίσκει, ο γέροντάς μου, και τους μαζώνει!
Τρέχα, Γαβριήλ. Καφέδες, Γαβριήλ. Και να έφερναν τίποτε πρόσφορα,
το ελάχιστο! Μ' αυτοί έρχονται άδεια τα χέρια. «Του κελλάρη έδωκας
κλειδιά εις τα χέρια του (τούτο το είπε ψαλτά· είτα χύμα)». Βάστα,
γέρο-Γαβριήλ. Σαν είσ' αββάς, βάστα!
Την στιγμήν εκείνην, ο μπάρμπα-Κωνσταντός έκαμε κίνησίν τινα,
εμισοξύπνησε, κ' εγύρισεν από το άλλο πλευρόν.
- Χαλάλι να του γείνη! εγόγγυσεν ο πάτερ-Γαβριήλ. Νυσταγμένος μας
ήλθε, ο άνθρωπος. Θέλω να ξέρω, αυτοί, κάτω στο χωριό, δεν
κοιμούνται τάχα, δεν έχουν σπίτια, δεν έχουν κάμαραις; Κινούν δύο
ώραις δρόμο κ' έρχονται στον Άι-Χαράλαμπο για να κοιμηθούν; Ταμάμ!
Ευλόγησον, πατέρες....
Και είτα έψαλε:
- «Δίδει τον οίνον λιγοστόν...»
Αλλ' ο μπάρμπα-Κωνσταντός, καίτοι στραφείς επί του άλλου πλευρού,
δεν επανεύρε τον ύπνον, αλλ' ανασηκωθείς επί του αγκώνος, εγύρισε
βλέμμα προς τον μοναχόν και τον ηρώτησε:
- Τι ώρα είνε, πάτερ;
- Τι ώρα;... ώρα που νύχτωσε... ώρα που φέγγουν τ' αστέρια....
- Το φεγγάρι δε βγήκε ακόμα;
- Τι να σε κάμη το φεγγάρι, χριστιανέ μου;... Το φεγγάρι δεν
κόβει μονέδα...
- Περιμένω να βγη το φεγγάρι για να φύγω, και γι 'αυτό σ' ερωτώ,
είπεν ησύχως ο μπάρμπα-Κωνσταντός.
- Να φύγης;... για πού, αν θέλη ο Θεός;
- Δεν ήρθαν τίποτε ξωμερίταις απ' τα καλύβια;
- Μου κάνουν τη χάρι να μη 'ρθούν, είπεν ο Γαβριήλ. Σου φέρνουν
ένα πρόσφορο και σου φαρμακώνουν μια κόττα ολάκερη· σου φέρνουν
ολίγο νάμα, και σου αδειάζουν μια δαμιτζάνα σωστή...
***
Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη η φωνή του ηγουμένου από της θύρας του
κελλίου.
- Α! ξυπνητός είσαι, κύριε πάρεδρε, έλεγεν ο παπά-Αζαρίας· κ' εγώ
ενόμισα, ότι ο Γαβριήλ ωμιλούσε πάλι μοναχός του, καθώς το
συνηθίζει. Καλά που έπιασε κουβέντα με άνθρωπον.
- Χμ... Γχ... έπνιξε τους γογγυσμούς του μέσα του ο Γαβριήλ. Είτα
ψιθύρω τη φωνή προσέθηκεν: Ευλόγησον, πατέρες!
- Δεν εκοιμήθηκα καθόλου, γέροντα, απήντησεν ο μπάρμπα-
Κωνσταντός, όστις πράγματι δεν ενθυμείτο ποσώς αν είχε κοιμηθή ή
όχι...
- Και δεν άκουσες τον Γαβριήλ να μιλή μοναχός του;
- Δεν τον άκουσα... Ίσως να έκλεψα έναν ύπνον ίσα με ένα
&Πιστεύω&.
- Περιμένω τους βοσκούς, όπου είνε έφθασαν, είπεν ο
Αϊχαραλαμπίτης ιερεύς· άμα έλθουν, εγώ ο ίδιος θα υποχρεώσω έναν
απ' αυτούς να σε συντροφέψη γι' απάνου...
- Ευλόγησον, είπεν ο μπάρμπα-Κωνσταντός, όστις δεν το επεθύμει
διακαώς μέσα του.
- Ως που να έλθουν, επανέλαβεν ο παπά-Αζαρίας, επειδή συνειθίζω
και διαβάζω τας &Πράξεις& αποβραδής, κατά το παλαιόν Τυπικόν, να
πάρουμε έναν καφέ, και να με συντροφέψης, αν αγαπάς, εις την
εκκλησίαν, διά να με βοηθήσης να διαβάσουμε μαζύ τας Πράξεις (3).
- Ευχαρίστως, είπεν ο μπάρμπα-Κωνσταντός.
- Ταις διαβάζω εγώ ταις Πράξεις, εγόγγυσεν ο Γαβριήλ, όστις
εζήλευεν άμα έβλεπεν έκτακτον βοηθόν ή ψάλτην εν τω ναΐσκω.
- Εσύ, Γαβριήλ, θα κάμης περισσότερα λάθη από όσαις λέξεις είνε
τυπωμέναις μες το βιβλίο. Μόνον να μας κάμης δυο καλούς καφέδες,
ιδιορρυθμίτικους (4), και να μας τους φέρης από 'κεί. Ορίστε, κυρ
Κωνσταντέ, να περάσουμε στο κελλί το άλλο.
Ο μπάρμπα-Κωνσταντός ηγέρθη, έλαβε την ράβδον του, τον τορβάν και
το κιλίμι και μετέβη εις το κελλίον του πατρός Αζαρία.
***
Οι τρεις νεαροί βοσκοί, κρατούντες τας λαμπάδας των χαμηλά με την
αριστεράν, περισκέποντες το φως με την δεξιάν από της προσπνεούσης
νυκτερινής αύρας, ενώ η σελήνη, υψηλά αναπλέουσα τον ουρανόν, είχε
κρυφθή εις σύννεφα, έτρεξαν πρώτοι εμπρός, ο δε πρώτος αναγγείλας
την είδησιν αιπόλος ήρχετο οπίσω. Κατέβησαν κάτω εις το ρεύμα,
χωρίς ν' ακούωσι φωνάς, και ήρχισαν να υποπτεύωσιν ότι ο πρώτος
βοσκός ίσως είχεν &αυτιασθή&, και είχεν ακούσει φωνάς μη
υπαρχούσας πράγματι. Αλλ' ο αιπόλος διεμαρτύρετο λέγων ότι δεν
ηπατήθη, και ότι είχεν ακούσει ευκρινώς φωνήν λέγουσαν: «Πού
είσαστε; Πού είσαστε;»
Διά να βεβαιωθή έτι μάλλον αυτός πείθων και τους άλλους, ο βοσκός
ήρχισε να φωνάζη: Ε! δω είμαστε! Ποιος είνε;»
Ασθενής φωνή απήντησεν. Αλλά δεν διέκριναν τας λέξεις.
Αφού προέβησαν ολίγα βήματα παρεμπρός, οι βοσκοί πάλιν εφώναξαν:
«Ε! ποιος είσαι; Πού βρίσκεσαι;»
Η φωνή ευκρινέστερον απήντησε:
- «Δω είμαι!... ελάτε παραδώ...» Και η φωνή επνίγη εις στεναγμόν.
- Κάποιος θάπεσε κ' εγκρεμοτσακίσθη πουθενά μες το ρέμμα, εσκέφθη
μεγαλωφώνως ο είς των βοσκών.
Τω όντι, όταν ήκουσαν τον μυρμυρισμόν του ύδατος του μικρού
χειμάρρου ρέοντος διά μέσου βράχων και αμμωδών χώρων εναλλάξ εις
το βάθος της κοιλάδος, κ' επλησίασαν εις την ρίζαν ενός βράχου,
είδον το σώμα ανθρώπου κειμένου εκεί, δίπλα εις το ψιθυρίζον και
κατερχόμενον εις την θάλασσαν ελικοειδές ρεύμα.
Ήτο αυτός ο κυρ Κωνσταντός, ο τρίτος πάρεδρος.
Τον ανεκίνησαν. Δεν ήτο βαρέως πληγωμένος, αλλ' είχε βαρέσει εις
την αριστεράν πλευράν, πεσών από ύψος ανδρικού αναστήματος, από
τον βράχον.
Περί ώραν δεκάτην ευρωπαϊστί, αφού ανέτειλεν η σελήνη, είχεν
αναχωρήσει από τον Άγ. Χαράλαμπον, όχι τόσον διότι το επεθύμει,
όσον διότι ο παπά-Αζαρίας, ο υποχρεωτικός και πρόθυμος φίλος όταν
επρόκειτο ν' αποπέμψη οχληρόν, είχε παρακαλέσει ένα των ελθόντων
χωρικών, και είχεν επιμείνη ίνα συνοδεύση ούτος τον μπάρμπα
Κωνσταντόν απερχόμενον εις Αγ. Ιωάννην, όπου είχε δώσει υπόσχεσιν
να υπάγη.
Ο χωρικός, με προθυμίαν όχι εμφαντικωτέραν της του παπά-Αζαρία,
μεγαλειτέραν δε της του κυρ Κωνσταντού, συνώδευσε τον πάρεδρον εις
ικανόν μέρος της οδού έως εις τα Κάμπια, εις το ύψος του βουνού
οπόθεν έπρεπε να κατηφορίση τις διά να φθάση εις τον ναΐσκον του
Προδρόμου, κ' εκεί, αφού του έδειξεν ακριβώς τον δρόμον, του
ευχήθη καλήν Ανάστασιν και τον εγκατέλιπε μόνον.
Ο μπάρμπα-Κωνσταντός ηκολούθησε κατ' αρχάς επί πολύ τον κύριον
δρόμον, όστις ήτο μοναδικός και ευδιάκριτος υπό το φως της
σελήνης, μόνην συντροφίαν έχων τους θάμνους, όσοι ίσταντο δεξιά
και αριστερά διαχαράσσοντες την οδόν, τα δένδρα τα οποία ελάμβανον
φανταστικά σχήματα ή εσχημάτιζον σκιάς εν μέσω των οποίων το όμμα
έβλεπε πολλάκις φάσματα και ακινήτους ανθρώπους, τους βράχους
οίτινες, καθόσον επλησίαζε προς την βόρειον ακτήν, επληθύνοντο κ'
εξετόπιζον τα δένδρα, το δειλόν κελάδημα ολίγων πτηνών κρυμμένων
εις τας λόχμας, τον κρότον της αύρας σειούσης τους κλώνας και τας
κορυφάς των δένδρων, και τον μυστηριώδη θρουν της φυλλάδος τον
παραγόμενον υπ' αγνώστων νυκτερινών πλασματίων, υπό μικρών
κατωτέρων πνοών κρυπτουσών την υπαρξίν των εν μέσω του σκότους και
της μοναξιάς.
Αλλ' όταν έφθασεν εις μέρος όπου η οδός ετέμνετο εις δύο μικρά
μονοπάτια, το έν ανατολικώτερον, το άλλο βορειοδυτικόν, ευρέθη εις
αμηχανίαν ποιον μονοπάτι να λάβη. Όσον και αν είνε εντόπιος είς
άνθρωπος, όστις εκτάκτως, άπαξ κατά δύο ή τρία έτη, εξέρχηται εις
μακράν σχετικώς εκδρομήν, εις τους μικρούς τόπους, πάντοτε
ευρίσκεται εις αμηχανίαν, όταν μάλιστα το τοπίον είνε κάπως
άγριον, και δεν έχη ο ίδιος κτήματα εις το μέρος εκείνο. Οι δρόμοι
από έτους εις έτος αλλάζουν, πολλάκις παλαιαί οδοί εκχερσούνται ή
καλλιεργούνται και δεν πατούνται πλέον εκ της πλεονεξίας μικρού
γαιοκτήμονος, όστις περιφράττει εντός του χωραφιού του έν ή δύο
στρέμματα γης περισσότερον, και μεταθέτει τον φράκτην μίαν ή δύο
οργυιάς απωτέρω. Ενίοτε συμβαίνει και το εναντίον·
αδιαφιλονείκητος ελαιών γνωστού κτηματίου πατείται και γίνεται
δρόμος, χάριν της ευκολίας των διαβατών. Άλλοτε οι βοσκοί και αι
αίγες των ανοίγουσι νέον μονοπάτι, διά να &αραδίζουν&, άλλοτε
εγκαταλείπουσι και αφήνουσι να εκχερσωθή παλαιά και γνώριμος οδός.
Αφού επί πολύ εδίστασεν, ο μπάρμπα Κωνσταντός επροτίμησε τέλος το
βορειανατολικόν μονοπάτι, και κατέβη ταχέως εις το ρεύμα του
Χαιρημονά. Αλλ' εκεί δεν δύναται να βαδίση τις, εκτός αν είνε
δωδεκαετής παις, και ψάχνει διά καβούρια, την ημέραν. Ο δε κυρ
Κωνσταντός ήτο εξηκοντούτης, ήτο νυξ και δεν εζήτει καβούρια. Το
ρεύμα της πηγής του Χαιρημονά, ενούμενον κατωτέρω με το ρεύμα της
Παναγίας Δομάν, σχηματίζει ποτάμιον κατερχόμενον εις την θάλασσαν
δι' αποτόμου κατωφερείας, διά βράχων και μικρών καταρρακτών.
Στιγμήν τινα, καθ' ην η σελήνη είχε κρυβή άνω εις νέφος, δεν είδε
καλά, δεν επάτησε στερεά, ωλίσθησεν από ένα βράχον κ' έπεσε με την
κεφαλήν και τον κορμόν εις την άμμον, με τους πόδας εις το νερόν.
Ο μπάρμπα-Κωνσταντός εκτύπησεν ελαφρώς και επόνεσεν, εκ του
τιναγμού μάλλον και του φόβου, ή εκ του κατάγματος. Ευτυχώς, ολίγω
πριν, όταν ευρίσκετο εις το ύψωμα, επάνω εις μέγαν υπερκείμενον
βράχον, είχεν ιδεί την αντιλαμπήν του μικρού ναΐσκου, όπου αρτίως
είχε ψαλή η Ανάστασις, και είχεν εννοήσει ότι δεν απείχε πλέον
πολύ από τον Αγ. Ιωάννην. Ζαλισμένος από την πτώσιν, ήρχισε, με
όσην είχεν ακόμη δύναμιν, να φωνάζη: «Πού είσαστε; πού είσαστε;»
και την φωνήν ταύτην είχεν ακούσει ο πρώτος βοσκός, όστις είχεν
εξέλθει προς στιγμήν του ναού διά να ίδη πώς είχον αι αίγες του.
***
Ο κυρ Κωνσταντός εσηκώθη χωλαίνων, ηκολούθησε τους βοσκούς,
έφθασεν εις τον ναΐσκον, όταν ο ιερεύς είχεν αρχίσει τον
&ασπασμόν&, επροσκύνησε και έλαβε την θέσιν του εις τον χορόν.
Έψαλεν εις όλην την λειτουργίαν, με όλον το πέσιμόν του και το
πόνεμά του.
Έξω υπό το φέγγος της σελήνης, δεξιόθεν του ναΐσκου, έβρεμε
γενναίον πυρ, και ο μπάρμπα-Δημήτρης ο Καμπογιάννης ο εκ των
πλησιοχώρων της πολίχνης ελθών ποιμήν, είχεν οβελίσει ήδη έναν
αμνόν και τον έψηνε. Δίπλα του πρόθυμος διά να τον βοηθή εκάθητο,
ακουμβών επ' αυτού του τοίχου της εκκλησίας, ανθρωπίσκος τις εκ
της πόλεως, όστις δεν είχεν εννοηθή πότε και πώς είχεν έλθη εκεί,
ο Γιάννης ο Μπουκώσης. Ανάμεσα εις την πυράν και εις τον τοίχον, ο
μπάρμπα-Δημήτρης ο Καμπογιάννης, με την κίτρινην ζωνάραν, το
ξυραφισμένον γένειον και τον αγκιστροειδή μύστακα, είχεν αφήσει το
μαχαίρι του μετά του θηκαρίου, και ο Γιάννης Μπουκώσης από πολλής
ώρας δεν είχε παύσει να ρίπτη το βλέμμα εναλλάξ, εις το
ροδοκοκκινίζον σφαχτόν και εις το μαχαίριον. Αντικρύ, παρά την
ρίζαν ενός σχοίνου, ίστατο μεγάλη οκταόκαδος φλάσκα. Εκ του τρόπου
μεθ' ου ίστατο ακουμβημένη εις το κλαδίον του σχοίνου εφαίνετο
πλήρης οίνου, μοσχάτου και μαύρου μεμιγμένου. Το ροδοκοκκινίζον
σφαχτόν έκνιζε και έσιζεν εις το πυρ, η φλάσκα, ως άλλη κλώσσα
καλούσα τους νεοσσούς της υπό τας πτέρυγας, εφαίνετο καλούσα τους
βοσκούς εις ευωχίαν υπό τους ατμούς της, έτοιμη να κλώξη και να
φυσήση εις την ελαχίστην επαφήν της χειρός, εις την ελαχίστην
προσέγγισιν του χείλους εις την θηλήν της.
Δύο χωρικοί όρθιοι, πέντε βήματα μακράν του ψητού, της φλάσκας και
του σχοίνου, ίσταντο και συνωμίλουν ζωηρώς. Είχαν εύρη την ώραν
και τον τόπον να λογομαχήσωσι δι' έν χωράφιον τεσσάρων στρεμμάτων,
περί του οποίου εμάχοντο από ετών.
Αντικρύ, προς μεσημβρίαν, επί του βραχώδους λόφου, ανάμεσα εις
πέντε βράχους, εις τρία μονοπάτια και εις κρημνόν, ευρίσκετο το
διαφιλονεικούμενον χωράφιον. Ο είς των χωρικών εχειρονόμει, κ'
εδείκνυε προς τα εκεί, και ισχυρίζετο ότι το χωράφιον το ιδικόν
του είχε σύνορον ακριβώς τον τρίτον βράχον προς τα δεξιά.
- Εγώ το ηύρα παππουδικό μου, έλεγε· δε ρωτάς και το Γιάννη της
Ψαροδήμαινας, που είμαστε γειτόνοι, εδώ και τριάντα χρόνια...
- Το σύνορο είνε μες τη μέση, ανάμεσα στον δεύτερο και στον τρίτο
βράχο, εκεί που βαθουλαίνει ο τόπος, διετείνετο ο άλλος χωρικός·
φαίνεται ακόμη που ήτον, τον παλαιόν καιρό, αποσκαφή....
- Κοδζάμ-βράχος, αντέκρουσεν ο πρώτος, κ' εγώ θα πάω να γυρέψω
ναυρώ την αποσκαφή, για να την κάμω σύνορό μου;....
Ο μπάρμπα-Δημήτρης ο Καμπογιάννης ήρχισε να γυρίζη αμελέστερον την
σούβλαν με το σφαχτόν, και η προσοχή του όλη απερροφήθη υπό των
δύο χωρικών και της λογομαχίας των.
Ο Γιάννης ο Μπουκώσης έλαβε σιγά-σιγά το μαχαίριον το απεγύμνωσεν
από το θηκάριόν του, έκοψεν επιτηδείως τεμάχιον από τα νεφραιμιά
του σφαχτού, το οποίον έπαυσε σχεδόν να περιστρέφεται, και το
κατεβρόχθισεν απλήστως.
Ο μπάρμα-Δημήτρης ουδέ παρετήρησε καν την κλοπήν και την
λαιμαργίαν του ανθρωπίσκου. Εξηκολούθησε να προσέχη εις τους δύο
ερίζοντας.
- Και είνε και μέσα στο μπολέτι καθαρά γραμμένο, έλεγεν ο πρώτος
των δύο· το πήγα στον παπά-Λευθέρη, που ξέρει να διαβάζη τα παλαιά
γράμματα, και μου το διάβασε τόσαις φοραίς.
- Από μπολετιά δεν ιδρώνει εμένα το μάτι μου, αντέλεγεν ο
δεύτερος· σαν έχης όρεξι, δεν πας στον μπάρμπ' Αναγνώστη τον
Αγέλαστο, να σου φτιάση όσα ψεύτικα μπολετιά θέλης...
Ο Δημήτρης ο Καμπογιάννης επρόσεχεν όλος εις την λόγομαχίαν των
δύο αγροτών. Ο Γιάννης ο Μπουκώσης έλαβεν εκ νέου το μαχαίριον, το
οποίον δεν είχεν επιστρέψει εις το θηκάριόν του, έκοψε δεύτερον,
γενναιότερον τεμάχιον από το μισοψημένον σφαχτόν, και το κατέπιε
μονοκόμματον.
Η έρις των δύο χωρικών εξηκολούθει, και η προσοχή μεθ' ης την
παρηκολούθει ο Καμπογιάννης ήτο αδιάπτωτος. Ο Μπουκώσης, όστις
ενόει την μυστηριώδη γλώσσαν της φλάσκας, δι' ης αύτη εκάλει τους
φίλους της, ως η κλώσσα τους νεοσσούς της, έκαμεν έν βήμα με τον
δεξιόν πόδα, εν σχήματι ορθής γωνίας, δεύτερον βήμα με το
αριστερόν γόνυ εις το έδαφος, εξηπλώθη τετραποδίζων, επλησίασεν
εις τον σχοίνον, και λαβών την μεγάλην οινοβριθή φλάσκαν την
επλησίασεν εις τα χείλη του, και έπιε γενναίαν δόσιν απνευστί.
Είτα, φύσει φρόνιμος και γνωρίζων ότι, αν έκαμνε και τρίτην
απόπειραν κατά του σφακτού, ήτο φόβος μη φωραθή επί τέλους,
επέστρεψε παρά τον τοίχον της εκκλησίας, ολίγον τι απώτερον της
πυράς εμαζεύθη κ' εφαίνετο τόσον άκακος και νήστις, ως να μην είχε
πασχάσει όλως.
***
Όταν, αφού ο ιερεύς εξήλθε τελευταίος από της λειτουργίας, και
εστρώθη η τράπεζα εις τα πρόθυρα του ναού (ήτον περί τα
γλυκοχαράμματα), ο μπάρμπα-Δημήτρης ο Καμπογιάννης επεχείρησε να
τεμαχίση το ψητόν, παρετήρησεν ότι κάτι έλειπεν από τα νεφραιμιά,
αλλ' εκαμώθη ότι δεν εννόησε τίποτε, και αποτεινόμενος προς τον
Γιάννην τον Μπουκώσην, είπε:
- Κύτταξε!... Περίεργο... Δεν είνε παράξενο να γεννήθηκε σακάτικο
αυτό το αρνί, παιδί μου Γιάννη.
Εξηκολούθησεν ησύχως να κατακόπτη το ψητόν, είτα επανέλαβε:
- Πολλά παράξενα σημεία και θάμματα γίνονται 'ς αυτά τα στερνά τα
χρόνια... Για βάλε με το νου σου, να φέρω αρνί σακάτικο γεννημένο
απ' τη μάνα του, και να μην το καταλάβω!.. Τι να γένη, ας έχη δόξα
ο Θεός!
Ο Γιάννης ο Μπουκώσης δεν είπε γρυ. Αλλά την τελευταίαν στιγμήν,
καθ' ην παρετίθετο επί της τραπέζης το ψητόν, ο μπάρμπα-Δημήτρης
έκρυψεν επιτηδείως τας δύο στάμνας του νερού οπού είχεν ακόμη
γεμάταις, κ' επαρουσίασεν εις την τράπεζαν δύο άδειαις, λέγων ότι
δυστυχώς είχε λησμονήσει να στείλη εγκαίρως εις του Χαιρημονά την
βρύσιν να πάρη νερόν, και ήτον ανάγκη να υπάγη τώρα κάποιος.
- 'Σ εσένα πέφτει ο κλήρος, παιδί μου Γιάννη, είπεν αποτεινόμενος
προς τον Μπουκώσην. Σύρε να γεμίσης τα δυο σταμνιά, νάχης την ευκή
του παπά μας, και σε καρτερούμε, δεν τρώμε... Πάρε και μια
αναμμένη λαμπάδα να βλέπης στο δρόμο, και πάτει γερά, ώμορφα
ώμορφα... να μη σπάσης τα σταμνιά, και το πάθης σαν το τραγούδι
που λένε... και μας αφήσης κ' εμάς χωρίς νερό.
Ο Γιάννης ο Μπουκώσης επεθύμει ν' αρνηθή, αλλά δεν ετόλμα.
Εφορτώθη τα δύο σταμνία κ' εξεκίνησε διά την πηγήν του Χαιρημονά,
ήτις απείχε περί τα δύο μίλια, και ήτις έτρεχε τόσον φειδωλή ως το
δάκρυ των εξηντλημένων οφθαλμών. Εχρειάζετο σωστήν μίαν ώραν διά
να υπάγη να γεμίση τα σταμνία και να επιστρέψη.
Ευθύς ως ανεχώρησεν ούτος, ο μπάρμπα-Δημήτρης ο Καμπογιάννης,
έβγαλεν εις το φανερόν τας δύο πλήρεις στάμνας, και επειδή ο
ιερεύς δεν εννόει, εξηγήθη και είπεν:
- Είχα νερό, μα ήθελα να τονε παιδέψω, τον αφιλότιμο... Ακούς
εκεί, να μου κάμη γρουσουζιά χρονιάρα μέρα, να μου κόψη μεζέδες
απ' το σφαχτό, ενώ το έψηνα, και να μην πάρω κάβο!...
***
Όταν επέστρεψεν από την βρύσιν του Χαιρημονά, φέρων τα δύο σταμνία
ο Γιάννης ο Μπουκώσης, ήτο ήδη ημέρα, το ψητόν είχε καταβροχθισθή,
και μόνη η διακριτική φιλαδελφία της θειά Μαθηνώς της
Ψευτομετάνισσας, και της θειά Σεραΐνας, της σημαιοφόρου των
πανηγυριών, του είχε φυλάξει ολίγα τεμάχια του αμνού διά να φάγη
και κάμη Λαμπρήν, ο πειναλέος ανθρωπίσκος.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ
Έλληνας πεζογράφος (1865-1922). Είναι ένας από τους τρεις μεγάλους εκπροσώπους της ηθογραφίας, μαζί με τους Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και Γεώργιο Βιζυηνό και ο κατ' εξοχήν εκπρόσωπος του νατουραλισμού στη νεοελληνική λογοτεχνία. Γεννήθηκε το 1866 στα Λεχαινά της Ηλείας. σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. (αποφοίτησε το 1888).
Μεγάλη του αγάπη όμως ήταν τα ταξίδια και γι' αυτό εργάστηκε ως γιατρός σε εμπορικό πλοίο και από το 1896 κατατάχθηκε στο στρατό ως μόνιμος ανθυπίατρος. Έτσι εξασφάλισε τη δυνατότητα να ταξιδεύει σε όλη την Ελλάδα και γνώρισε από κοντά τη ζωή των ανθρώπων που περιγράφει στο έργο του. Κατέγραφε συστηματικά τις εντυπώσεις του από τα ταξίδια και πολλές απ' αυτές εκδόθηκαν όσο ζούσε.
Ήταν οπαδός της Μεγάλης Ιδέας και συμμετείχε στην "Εθνική Εταιρεία". Το 1909 συμμετείχε στο "κίνημα στο Γουδί" ως μέλος του "Στρατιωτικού Συνδέσμου" και το 1910 έγινε μέλος του "Εκπαιδευτικού Ομίλου". Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους ως στρατιωτικός γιατρός και το 1916 αντιτάχθηκε στο κίνημα της "Εθνικής Αμύνης". Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό και την εκτόπισή του στη Μυτιλήνη και αργότερα και την αποστράτευσή του. Το 1920 επανήλθε στο στρατό αλλά δύο χρόνια μετά με αίτησή του αποστρατεύτηκε για λόγους υγείας.
Πέθανε στις 22 Οκτωβρίου του 1922 στο Μαρούσι Αττικής από καρκίνο του λάρυγγα.
]Eκδόσεις των έργων του
§ Διηγήματα. Εν Αθήναις. 1892
§ Η Λυγερή. Εν Αθήναις. 1896
§ Ο Ζητιάνος. Εν Αθήναις. 1897
§ Λόγια της Πλώρης. θαλασσινά Διηγήματα. Αθήναι 1899
§ Παλιές Αγάπες(1885-1897). Αθήναι 1900
§ Ο Αρχαιολόγος. Αθήναι 1904
§ Διηγήματα του Γυλιού. Εν Αθήναις 1922
§ Διηγήματα για τα παλικάρια μας. Εν Αθήναις 1922
[
Η ΓΟΡΓΟΝΑ
Με το μπρίκι του καπεταν Φαράση αρμένιζα μισοκάναλα εκείνη τη νύχτα. Σπάνια νύχτα! πρώτη και τελευταία θαρρώ στη ζωή μου. Τι είχαμε φορτωμένο; Τι άλλο από σιτάρι. Πού πηγαίναμε; Πού αλλού από τον Πειραιά. Πράματα και τα δυο που τα έκαμα το λιγότερο είκοσι φορές. Μα εκείνη τη βραδιά ένιωθα τέτοιο πλάκωμα στην ψυχή, που κινδύνευα να λιγοθυμήσω. Δεν ξέρω τι μου έφταιγε· θες η γαληνεμένη θάλασσα, θες ο ξάστερος ουρανός, θες το τσουχτερό λιοπύρι· δεν μπορώ να ειπώ. Μα είχα τόσο βαριά την ψυχή, ήβρεσκα τόσο σαχλοπλημμυρισμένη τη ζωή, που αν με άρπαζε κανείς να με ρίξει στο νερό, «όχι!» δε θα ’λεγα.
Ο ήλιος ήταν ώρα βασιλεμένος. Τα χρυσοπόρφυρα συγνεφάκια, που συντρόφευαν το βασίλεμά του, σκάλωσαν κάπου μαύρα σαν μεγάλες καπνιές. Ο Αποσπερίτης έλαμψε κρυσταλλόχιονο μέσα στα σκούρα. Φάνηκαν ψηλά οι αστερισμοί ένας κι ένας. Τα νερά κάτω πήραν εκείνο το λευκοσκότεινο χρώμα, το κρύο και λαχταριστό του ατσαλιού. Το ναυτόπουλο άναψε τα φανάρια· ο καπετάνιος κατέβηκε να κοιμηθεί· ο Μπούλμπερης έκατσε στο τιμόνι. Ο Μπραχάμης, ο σκύλος μας, κουλουριάστηκε στη ρίζα του αργάτη να ησυχάσει και κείνος.
Εγώ ούτε να ησυχάσω μπορούσα. Ούτε ύπνο ούτε ξύπνο. Δοκίμασα να πιάσω κουβέντα με τον τιμονιέρη· μα είχε τόση ανοστιά, που έσβησε σαν φωτιά αναμμένη με χλωρόξυλα. Πήγα να παίξω με το Μπραχάμη· αλλά και κείνος τρύπωσε ακόμη περισσότερο το μουσούδι στα πόδια του και βαριεστημένος γρίνιασε, σαν να μου έλεγε:
Άφησέ με και δεν έχω την όρεξή σου!
Τότε βαριεστημένος και γω πήγα και ξαπλώθηκα μπρούμυτα καταμεσής κι έκλεισα στη χούφτα τα μάτια μου. Ήθελα να μη βλέπω τίποτα, να μην αισθάνομαι πως ζω. Και λίγο λίγο σχεδόν το κατόρθωσα. Κάτι ελάχιστο, σαν θαμπό καντηλάκι, ένιωθα να ζει μέσα μου και γύρω το κορμί μου να σμίγει και να χωνεύει μέσα στ’ αναίσθητα σανίδια της κουβέρτας.
Πόσο έμεινα έτσι, δεν ξέρω. Τι μου ήρθε στο νου κι αν μου ήρθε τίποτα, δε θυμούμαι. Άξαφνα όμως άρχισα ν’ ανατριχιάζω· σαν κάποιος μαγνήτης να ερέθιζε τα νεύρα μου, όπως η υγρασία αναγκάζει τα πουλιά στο φλυάρισμα. Κι ευθύς πορφυρό κύμα χύθηκε απάνω μου. Πίστεψα πως κολυμπούσα στα αίματα. Και όπως ο κοιμάμενος σε σκοτεινό δωμάτιο αυτόματα ξυπνά στο λαμπρό φως της ημέρας, και γω άνοιξα τα μάτια μου. Τ’ άνοιξα ή τα ’κλεισα δε θυμούμαι, θυμούμαι μόνο πως έμεινα ακίνητος. Πρώτη μου σκέψη ήταν πως ξύπνησα στο στομάχι κάποιου ψαριού, που ρούφηξε το καράβι μας. Και όμως δεν ήταν στομάχι ψαριού. Ήταν ο ουρανός ψηλά και κάτω η θάλασσα. Μα όλα, ψηλά και χαμηλά, στρωμένα ήταν με ρούχο κατακόκκινο, κυματιστό, που έβαφε με αβρό φεγγοβόλημα ως και το σωτρόπι της σκάφης μας. Κάπου στα πέρατα της γης πυρκαγιά τίναζε τη λαμπάδα της ψηλά κι έριχνε φοβερούς αποκλαμούς πέρα δώθε. Μα πού το κάμα και πού η αθάλη της; Και τα δυο έλειπαν.
Κάτω στα βάθη του βοριά κάποιο μενεξεδένιο σύγνεφο άπλωσε και τύλιξε γαλαζόχρωμα τ’ αστέρια, τα έκρυψε κάτω από το πυκνό μαγνάδι του. Και παραπάνω τόξο απλώθηκε λευκοκίτρινο κι έχυσε μεσούρανα ποτάμια σκοτεινά και ποτάμια πράσινα, χρυσορόδινα και γλαυκά, λες και ήθελε να βάψει το στερέωμα. Και το τόξο, κινητό σαν ανεμόδαρτο παραπέτασμα, κουνούσε τα κρόσσια εμπρός, άπλωνε τις αραχνοΰφαντες δαντέλλες του και πρόβαινε, όπως η πλημμύρα προβαίνει και σκεπάζει με αφρούς και γλώσσες την αμμουδιά. Τ' αέρινα ποτάμια έτρεχαν γοργά και φούσκωναν και κυλούσαν πάντα σκοτεινά ή πράσινα, χρυσορόδινα ή γλαυκά, και σκόρπιζαν αντιφεγγίσματα ολούθε σαν ηλεκτρικού προβολές χοντρές και αδαπάνητες. Η θάλασσα ακίνητη αντανακλούσε τα τόσα χρώματα και φαίνονταν όλα ξαφνισμένα μέσα στην τόση λάμψη. Μα περισσότερο ξαφνισμένος ήμουν εγώ. Δεν ήξερα τι να κάμω και τι να συλλογιστώ. Έφτασε, είπα, του κόσμου η συντέλεια. Τέτοια όμως συντέλεια μπορούσε να ευχαριστήσει τον καθένα. Η Γη Βούλεται να πεθάνει μέσα στα ροδοκύματα!...
Άξαφνα ανατρόμαξα. Κάτω βαθιά, μέσ’ από το μενεξεδένιο σύγνεφο, είδα να προβαίνει ίσκιος πελώριος. Η χοντρή κορμοστασιά, το πυργογύριστο κεφάλι του φάνταζαν Αγιονόρος. Τα δυο του μάτια γύριζαν φωτεινούς κύκλους κι έβλεπαν περήφανα τον Κόσμο πριν τον κλωτσήσουν στην καταστροφή. Να τος, είπα, ο θεόσταλτος άγγελος, ο χαλαστής και σωτήρας! Τον έβλεπα κι είχα σύγκρυο στην ψυχή. Από στιγμή σε στιγμή πρόσμενα σφυρί να πέσει το φριχτό χτύπημα. Πάει τώρα η Γη με τους καρπούς πάει κι η θάλασσα με τα ξύλα της! Ούτε τραγούδια πλιο, ούτε ταξίδια, ούτε φιλιά!
Αλλά δεν άκουσα το χτύπημα. Ο ίσκιος πρόβαινε στα νερά με άλματα πύρινα. Κι όσο γρηγορότερα πρόβαινε, τόσο μίκραινε η κορμοστασιά του. Και άξαφνα ο θεότρεμος όγκος χιλιόμορφη κόρη στάθηκε αντίκρυ μου. Διαμαντοστόλιστη κορώνα φορούσε στο κεφάλι και τα πλούσια μαλλιά γαλάζια χήτη άπλωναν στις πλάτες ως κάτω στα κύματα. Το πλατύ μέτωπο, τ’ αμυγδαλωτά μάτια, τα χείλη της τα κοραλλένια έχυναν γύρα κάποια λάμψη αθανασίας και κάποια πηρηφάνια βασιλική. Από τα κρυσταλλένια λαιμοτράχηλα κατέβαινε κι έσφιγγε το κορμί ολόχρυσος θώρακας λεπιδωτός και πρόβαλλε στο αριστερό την ασπίδα κι έπαιζε στο δεξί τη Μακεδόνικη σάρισα.
Δεν είχα συνέρθει από την απορία και φωνή γλυκεία, ήρεμη και μαλακή άκουσα να μου λέει:
- Ναύτη-καλεναύτη· ζει ο Βασιλιάς Αλέξαντρος;
Ο Βασιλιάς Αλέξαντρος! ψιθύρισα με περισσότερη απορία.
Πώς είναι δυνατό να ζει ο βασιλιάς Αλέξαντρος; Δεν ήξερα τι ρώτημα ήταν εκείνο και τι να της αποκριθώ, όταν η φωνή ξαναδευτέρωσε:
- Ναύτη-καλεναύτη· ζει ο βασιλιάς Αλέξαντρος;
- Τώρα, Κυρά μου! απάντησα χωρίς να σκεφτώ. Τώρα βασιλιάς Αλέξαντρος! Ούτε το χώμα του δε βρίσκεται στη γη.
Ωϊμέ! κακό που το ’παθα! Η χιλιόμορφη κόρη έγινε μεμιάς φοβερό σίχαμα. Κύκλωπας βγήκε από το κύμα κι έδειξε λεπιοντυμένο το μισό κορμί. Ζωντανά φίδια τα μεταξόμαλλα σηκώθηκαν περδώθε, έβγαλαν γλώσσες και κεντριά φαρμακερά κι έχυσαν φοβεριστικό ανεμοφύσημα. Το θωρακωτό στήθος και το παρθενικό πρόσωπο άλλαξαν αμέσως, σα να ήταν η Μονοβύζω του παραμυθιού. Τώρα καλογνώρισα με ποιον είχα να κάμω! Δεν ήταν ο Χάρος της Γης, ο χαλαστής και σωτήρας άγγελος. Ήταν η Γοργόνα, τ’ Αλέξαντρου η αδερφή, που έκλεψε το αθάνατο νερό και γύριζε ζωντανή και παντοδύναμη. Η Δόξα ήταν του μεγάλου κοσμοκράτορα, αγέραστη κι αιώνια σε στεριά και θάλασσα. Και μόνο για Κείνης τον ερχομό έχυσε ο Πόλος το Σέλας του, να στρώσει τον αθέρα με της πορφύρας το χρώμα. Δε ρωτούσε βέβαια για το φθαρτό σώμα, αλλά για τη μνήμη του αφέντη της. Και τώρα στην άκριτη μου απόκριση μανιασμένη έριξε το χέρι, ένα δασοτριχωμένο και βαρύ χέρι στην κουπαστή, έπαιξε ζερβόδεξα την ουρά της κι έδειξε Ωκεανό τον μαλακό Πόντο.
- Όχι, Κυρά, ψέματα!... τρανοφώναξα με λυμένα γόνατα. Εκείνη με κοίταξε αυστηρά και με φωνή τρεμάμενη ξαναρώτησε:
- Ναύτη-καλεναύτη· ζει ο βασιλιάς Αλέξαντρος;
- Ζει και βασιλεύει· απάντησα ευθύς. Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει.
Άκουσε τα λόγια μου καλά. Σα να χύθηκε αθάνατο νερό η φωνή μου στις φλέβες της, άλλαξε αμέσως το τέρας κι έλαμψε παρθένα πάλι χιλιόμορφη. Σήκωσε το κρινάτο χέρι της από την κουπαστή, χαμογέλασε ροδόφυλλα σκορπώντας από τα χείλη της. Και άξαφνα στον ολοπόρφυρον αέρα χύθηκε τραγούδι πολεμικό, λες και γύριζε τώρα ο Μακεδονικός στρατός από τις χώρες του Γάγγη και του Ευφράτη.
Σήκωσα τα μάτια ψηλά και είδα τ’ αέρινα ποτάμια, τα σκοτεινά και τα πράσινα, τα χρυσορόδινα και τα γλυκά, να σμίγουν στον ουρανό και να κάνουν Στέμμα γιγάντιο. Ήταν κάμωμα του καιρού ή μην ήταν απόκριση στο ρώτημα της αθάνατης; Ποιος ξέρει. Μα σιγά σιγά οι αχτίνες άρχισαν να θαμπώνουν και να σβήνουν μια με την άλλη, λες κι έπαιρνε τα κάλλη μαζί της η Γοργόνα στην άβυσσο.
Τώρα ούτε Στέμμα ούτε Τόξο φαινόταν πουθενά. Κάπου κάπου σκόρπια σύγνεφα έμεναν σταχτιά και κάτωχρα· και μέσα στην ψυχή μου θαμπή και ξέθωρη η πορφύρα της πατρίδας μου.
Με το μπρίκι του καπετάν Φαράση αρμένιζα μισοκάναλα εκείνη τη νύχτα.
Έλληνας πεζογράφος (1865-1922). Είναι ένας από τους τρεις μεγάλους εκπροσώπους της ηθογραφίας, μαζί με τους Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και Γεώργιο Βιζυηνό και ο κατ' εξοχήν εκπρόσωπος του νατουραλισμού στη νεοελληνική λογοτεχνία. Γεννήθηκε το 1866 στα Λεχαινά της Ηλείας. σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. (αποφοίτησε το 1888).
Μεγάλη του αγάπη όμως ήταν τα ταξίδια και γι' αυτό εργάστηκε ως γιατρός σε εμπορικό πλοίο και από το 1896 κατατάχθηκε στο στρατό ως μόνιμος ανθυπίατρος. Έτσι εξασφάλισε τη δυνατότητα να ταξιδεύει σε όλη την Ελλάδα και γνώρισε από κοντά τη ζωή των ανθρώπων που περιγράφει στο έργο του. Κατέγραφε συστηματικά τις εντυπώσεις του από τα ταξίδια και πολλές απ' αυτές εκδόθηκαν όσο ζούσε.
Ήταν οπαδός της Μεγάλης Ιδέας και συμμετείχε στην "Εθνική Εταιρεία". Το 1909 συμμετείχε στο "κίνημα στο Γουδί" ως μέλος του "Στρατιωτικού Συνδέσμου" και το 1910 έγινε μέλος του "Εκπαιδευτικού Ομίλου". Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους ως στρατιωτικός γιατρός και το 1916 αντιτάχθηκε στο κίνημα της "Εθνικής Αμύνης". Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό και την εκτόπισή του στη Μυτιλήνη και αργότερα και την αποστράτευσή του. Το 1920 επανήλθε στο στρατό αλλά δύο χρόνια μετά με αίτησή του αποστρατεύτηκε για λόγους υγείας.
Πέθανε στις 22 Οκτωβρίου του 1922 στο Μαρούσι Αττικής από καρκίνο του λάρυγγα.
]Eκδόσεις των έργων του
§ Διηγήματα. Εν Αθήναις. 1892
§ Η Λυγερή. Εν Αθήναις. 1896
§ Ο Ζητιάνος. Εν Αθήναις. 1897
§ Λόγια της Πλώρης. θαλασσινά Διηγήματα. Αθήναι 1899
§ Παλιές Αγάπες(1885-1897). Αθήναι 1900
§ Ο Αρχαιολόγος. Αθήναι 1904
§ Διηγήματα του Γυλιού. Εν Αθήναις 1922
§ Διηγήματα για τα παλικάρια μας. Εν Αθήναις 1922
[
Η ΓΟΡΓΟΝΑ
Με το μπρίκι του καπεταν Φαράση αρμένιζα μισοκάναλα εκείνη τη νύχτα. Σπάνια νύχτα! πρώτη και τελευταία θαρρώ στη ζωή μου. Τι είχαμε φορτωμένο; Τι άλλο από σιτάρι. Πού πηγαίναμε; Πού αλλού από τον Πειραιά. Πράματα και τα δυο που τα έκαμα το λιγότερο είκοσι φορές. Μα εκείνη τη βραδιά ένιωθα τέτοιο πλάκωμα στην ψυχή, που κινδύνευα να λιγοθυμήσω. Δεν ξέρω τι μου έφταιγε· θες η γαληνεμένη θάλασσα, θες ο ξάστερος ουρανός, θες το τσουχτερό λιοπύρι· δεν μπορώ να ειπώ. Μα είχα τόσο βαριά την ψυχή, ήβρεσκα τόσο σαχλοπλημμυρισμένη τη ζωή, που αν με άρπαζε κανείς να με ρίξει στο νερό, «όχι!» δε θα ’λεγα.
Ο ήλιος ήταν ώρα βασιλεμένος. Τα χρυσοπόρφυρα συγνεφάκια, που συντρόφευαν το βασίλεμά του, σκάλωσαν κάπου μαύρα σαν μεγάλες καπνιές. Ο Αποσπερίτης έλαμψε κρυσταλλόχιονο μέσα στα σκούρα. Φάνηκαν ψηλά οι αστερισμοί ένας κι ένας. Τα νερά κάτω πήραν εκείνο το λευκοσκότεινο χρώμα, το κρύο και λαχταριστό του ατσαλιού. Το ναυτόπουλο άναψε τα φανάρια· ο καπετάνιος κατέβηκε να κοιμηθεί· ο Μπούλμπερης έκατσε στο τιμόνι. Ο Μπραχάμης, ο σκύλος μας, κουλουριάστηκε στη ρίζα του αργάτη να ησυχάσει και κείνος.
Εγώ ούτε να ησυχάσω μπορούσα. Ούτε ύπνο ούτε ξύπνο. Δοκίμασα να πιάσω κουβέντα με τον τιμονιέρη· μα είχε τόση ανοστιά, που έσβησε σαν φωτιά αναμμένη με χλωρόξυλα. Πήγα να παίξω με το Μπραχάμη· αλλά και κείνος τρύπωσε ακόμη περισσότερο το μουσούδι στα πόδια του και βαριεστημένος γρίνιασε, σαν να μου έλεγε:
Άφησέ με και δεν έχω την όρεξή σου!
Τότε βαριεστημένος και γω πήγα και ξαπλώθηκα μπρούμυτα καταμεσής κι έκλεισα στη χούφτα τα μάτια μου. Ήθελα να μη βλέπω τίποτα, να μην αισθάνομαι πως ζω. Και λίγο λίγο σχεδόν το κατόρθωσα. Κάτι ελάχιστο, σαν θαμπό καντηλάκι, ένιωθα να ζει μέσα μου και γύρω το κορμί μου να σμίγει και να χωνεύει μέσα στ’ αναίσθητα σανίδια της κουβέρτας.
Πόσο έμεινα έτσι, δεν ξέρω. Τι μου ήρθε στο νου κι αν μου ήρθε τίποτα, δε θυμούμαι. Άξαφνα όμως άρχισα ν’ ανατριχιάζω· σαν κάποιος μαγνήτης να ερέθιζε τα νεύρα μου, όπως η υγρασία αναγκάζει τα πουλιά στο φλυάρισμα. Κι ευθύς πορφυρό κύμα χύθηκε απάνω μου. Πίστεψα πως κολυμπούσα στα αίματα. Και όπως ο κοιμάμενος σε σκοτεινό δωμάτιο αυτόματα ξυπνά στο λαμπρό φως της ημέρας, και γω άνοιξα τα μάτια μου. Τ’ άνοιξα ή τα ’κλεισα δε θυμούμαι, θυμούμαι μόνο πως έμεινα ακίνητος. Πρώτη μου σκέψη ήταν πως ξύπνησα στο στομάχι κάποιου ψαριού, που ρούφηξε το καράβι μας. Και όμως δεν ήταν στομάχι ψαριού. Ήταν ο ουρανός ψηλά και κάτω η θάλασσα. Μα όλα, ψηλά και χαμηλά, στρωμένα ήταν με ρούχο κατακόκκινο, κυματιστό, που έβαφε με αβρό φεγγοβόλημα ως και το σωτρόπι της σκάφης μας. Κάπου στα πέρατα της γης πυρκαγιά τίναζε τη λαμπάδα της ψηλά κι έριχνε φοβερούς αποκλαμούς πέρα δώθε. Μα πού το κάμα και πού η αθάλη της; Και τα δυο έλειπαν.
Κάτω στα βάθη του βοριά κάποιο μενεξεδένιο σύγνεφο άπλωσε και τύλιξε γαλαζόχρωμα τ’ αστέρια, τα έκρυψε κάτω από το πυκνό μαγνάδι του. Και παραπάνω τόξο απλώθηκε λευκοκίτρινο κι έχυσε μεσούρανα ποτάμια σκοτεινά και ποτάμια πράσινα, χρυσορόδινα και γλαυκά, λες και ήθελε να βάψει το στερέωμα. Και το τόξο, κινητό σαν ανεμόδαρτο παραπέτασμα, κουνούσε τα κρόσσια εμπρός, άπλωνε τις αραχνοΰφαντες δαντέλλες του και πρόβαινε, όπως η πλημμύρα προβαίνει και σκεπάζει με αφρούς και γλώσσες την αμμουδιά. Τ' αέρινα ποτάμια έτρεχαν γοργά και φούσκωναν και κυλούσαν πάντα σκοτεινά ή πράσινα, χρυσορόδινα ή γλαυκά, και σκόρπιζαν αντιφεγγίσματα ολούθε σαν ηλεκτρικού προβολές χοντρές και αδαπάνητες. Η θάλασσα ακίνητη αντανακλούσε τα τόσα χρώματα και φαίνονταν όλα ξαφνισμένα μέσα στην τόση λάμψη. Μα περισσότερο ξαφνισμένος ήμουν εγώ. Δεν ήξερα τι να κάμω και τι να συλλογιστώ. Έφτασε, είπα, του κόσμου η συντέλεια. Τέτοια όμως συντέλεια μπορούσε να ευχαριστήσει τον καθένα. Η Γη Βούλεται να πεθάνει μέσα στα ροδοκύματα!...
Άξαφνα ανατρόμαξα. Κάτω βαθιά, μέσ’ από το μενεξεδένιο σύγνεφο, είδα να προβαίνει ίσκιος πελώριος. Η χοντρή κορμοστασιά, το πυργογύριστο κεφάλι του φάνταζαν Αγιονόρος. Τα δυο του μάτια γύριζαν φωτεινούς κύκλους κι έβλεπαν περήφανα τον Κόσμο πριν τον κλωτσήσουν στην καταστροφή. Να τος, είπα, ο θεόσταλτος άγγελος, ο χαλαστής και σωτήρας! Τον έβλεπα κι είχα σύγκρυο στην ψυχή. Από στιγμή σε στιγμή πρόσμενα σφυρί να πέσει το φριχτό χτύπημα. Πάει τώρα η Γη με τους καρπούς πάει κι η θάλασσα με τα ξύλα της! Ούτε τραγούδια πλιο, ούτε ταξίδια, ούτε φιλιά!
Αλλά δεν άκουσα το χτύπημα. Ο ίσκιος πρόβαινε στα νερά με άλματα πύρινα. Κι όσο γρηγορότερα πρόβαινε, τόσο μίκραινε η κορμοστασιά του. Και άξαφνα ο θεότρεμος όγκος χιλιόμορφη κόρη στάθηκε αντίκρυ μου. Διαμαντοστόλιστη κορώνα φορούσε στο κεφάλι και τα πλούσια μαλλιά γαλάζια χήτη άπλωναν στις πλάτες ως κάτω στα κύματα. Το πλατύ μέτωπο, τ’ αμυγδαλωτά μάτια, τα χείλη της τα κοραλλένια έχυναν γύρα κάποια λάμψη αθανασίας και κάποια πηρηφάνια βασιλική. Από τα κρυσταλλένια λαιμοτράχηλα κατέβαινε κι έσφιγγε το κορμί ολόχρυσος θώρακας λεπιδωτός και πρόβαλλε στο αριστερό την ασπίδα κι έπαιζε στο δεξί τη Μακεδόνικη σάρισα.
Δεν είχα συνέρθει από την απορία και φωνή γλυκεία, ήρεμη και μαλακή άκουσα να μου λέει:
- Ναύτη-καλεναύτη· ζει ο Βασιλιάς Αλέξαντρος;
Ο Βασιλιάς Αλέξαντρος! ψιθύρισα με περισσότερη απορία.
Πώς είναι δυνατό να ζει ο βασιλιάς Αλέξαντρος; Δεν ήξερα τι ρώτημα ήταν εκείνο και τι να της αποκριθώ, όταν η φωνή ξαναδευτέρωσε:
- Ναύτη-καλεναύτη· ζει ο βασιλιάς Αλέξαντρος;
- Τώρα, Κυρά μου! απάντησα χωρίς να σκεφτώ. Τώρα βασιλιάς Αλέξαντρος! Ούτε το χώμα του δε βρίσκεται στη γη.
Ωϊμέ! κακό που το ’παθα! Η χιλιόμορφη κόρη έγινε μεμιάς φοβερό σίχαμα. Κύκλωπας βγήκε από το κύμα κι έδειξε λεπιοντυμένο το μισό κορμί. Ζωντανά φίδια τα μεταξόμαλλα σηκώθηκαν περδώθε, έβγαλαν γλώσσες και κεντριά φαρμακερά κι έχυσαν φοβεριστικό ανεμοφύσημα. Το θωρακωτό στήθος και το παρθενικό πρόσωπο άλλαξαν αμέσως, σα να ήταν η Μονοβύζω του παραμυθιού. Τώρα καλογνώρισα με ποιον είχα να κάμω! Δεν ήταν ο Χάρος της Γης, ο χαλαστής και σωτήρας άγγελος. Ήταν η Γοργόνα, τ’ Αλέξαντρου η αδερφή, που έκλεψε το αθάνατο νερό και γύριζε ζωντανή και παντοδύναμη. Η Δόξα ήταν του μεγάλου κοσμοκράτορα, αγέραστη κι αιώνια σε στεριά και θάλασσα. Και μόνο για Κείνης τον ερχομό έχυσε ο Πόλος το Σέλας του, να στρώσει τον αθέρα με της πορφύρας το χρώμα. Δε ρωτούσε βέβαια για το φθαρτό σώμα, αλλά για τη μνήμη του αφέντη της. Και τώρα στην άκριτη μου απόκριση μανιασμένη έριξε το χέρι, ένα δασοτριχωμένο και βαρύ χέρι στην κουπαστή, έπαιξε ζερβόδεξα την ουρά της κι έδειξε Ωκεανό τον μαλακό Πόντο.
- Όχι, Κυρά, ψέματα!... τρανοφώναξα με λυμένα γόνατα. Εκείνη με κοίταξε αυστηρά και με φωνή τρεμάμενη ξαναρώτησε:
- Ναύτη-καλεναύτη· ζει ο βασιλιάς Αλέξαντρος;
- Ζει και βασιλεύει· απάντησα ευθύς. Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει.
Άκουσε τα λόγια μου καλά. Σα να χύθηκε αθάνατο νερό η φωνή μου στις φλέβες της, άλλαξε αμέσως το τέρας κι έλαμψε παρθένα πάλι χιλιόμορφη. Σήκωσε το κρινάτο χέρι της από την κουπαστή, χαμογέλασε ροδόφυλλα σκορπώντας από τα χείλη της. Και άξαφνα στον ολοπόρφυρον αέρα χύθηκε τραγούδι πολεμικό, λες και γύριζε τώρα ο Μακεδονικός στρατός από τις χώρες του Γάγγη και του Ευφράτη.
Σήκωσα τα μάτια ψηλά και είδα τ’ αέρινα ποτάμια, τα σκοτεινά και τα πράσινα, τα χρυσορόδινα και τα γλυκά, να σμίγουν στον ουρανό και να κάνουν Στέμμα γιγάντιο. Ήταν κάμωμα του καιρού ή μην ήταν απόκριση στο ρώτημα της αθάνατης; Ποιος ξέρει. Μα σιγά σιγά οι αχτίνες άρχισαν να θαμπώνουν και να σβήνουν μια με την άλλη, λες κι έπαιρνε τα κάλλη μαζί της η Γοργόνα στην άβυσσο.
Τώρα ούτε Στέμμα ούτε Τόξο φαινόταν πουθενά. Κάπου κάπου σκόρπια σύγνεφα έμεναν σταχτιά και κάτωχρα· και μέσα στην ψυχή μου θαμπή και ξέθωρη η πορφύρα της πατρίδας μου.
Με το μπρίκι του καπετάν Φαράση αρμένιζα μισοκάναλα εκείνη τη νύχτα.
Γράφει ο Χρήστος Βαγενάς
Έχω την αίσθηση ότι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο η Μέρκελ μπορεί να πήρε εντολή από τα αφεντικά της να επισκεφτεί την Ελλάδα, είναι για να προκαλέσουν την αντίδραση του κόσμου, ώστε να δώσουν έναρξη σε συγκρούσεις που θα οδηγήσουν σε γενική αποσταθεροποίηση στο εσωτερικό της χώρας, προκειμένου να δικαιολογήσουν την μετέπειτα χρήση στρατού, επιβολή στρατιωτικού νόμου κλπ. Αν μη τι άλλο, η χρονική συγκυρία, στην οποία γίνεται αυτή η "φιλική" επίσκεψη (παραμονές έναρξης γενικευμένης ανάφλεξης με επίκεντρο τη Συρία), είναι εξαιρετικά "ύποπτη".
Πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι οι τεχνικές των επιθετικών πολέμων έχουν αλλάξει τα τελευταία χρόνια. Οι επίδοξοι κατακτητές δεν αρκούνται πλέον απλά στην προσβολή μιας χώρας με στρατιωτικά μέσα από το εξωτερικό, αντίθετα ξεκινούν πρώτα μια μεγάλη αναταραχή στο εσωτερικό, την οποία κλιμακώνουν τεχνητά, ώστε να φτάσει σε επίπεδα εμφυλίου πολέμου (με τη χρηση π.χ. θρησκευτικών/εθνικών μειονοτήτων, ή δικών τους ακραίων στοιχείων - βλ. χρυσή αυγή, κουκουλοφόρους, μετανάστες κλπ) και στη συνέχεια χρησιμοποιούν αυτή την κρίση ως δικαιολογία στρατιωτικής επέμβασης από το εξωτερικό, προκειμένου να πετύχουν τους στόχους τους. Αυτό έκαναν και στη Λιβύη και στη Συρία και επιχείρησαν να το κάνουν και στο Ιράν. Και πολύ φοβάμαι ότι κάτι τέτοιο θα επιχειρήσουν να ξεκινήσουν την Τρίτη και στη χώρα μας.
Με δεδομένο ότι η γενικότερη πορεία των πραγμάτων θέλει τον κρυφό φασισμό να γίνεται φανερός (βλ. χρυσή αυγή κλπ), τώρα, μετά τις εκλογές τους και μετά το τέλος του καλοκαιριού (και ειδικά με το σκηνικό που διαμορφώνεται στη μέση ανατολή), είναι η κατάλληλη στιγμή να προχωρήσουν στο επόμενο βήμα όλων των απολυταρχικών κυβερνήσεων στην παγκόσμια ιστορία: τις διώξεις των αντιφρονούντων (αστυνομικό κράτος κλπ). Όμως, για να γίνει αυτό, χρειάζεται πρώτα να υποκινήσουν κάποια δυνατή λαϊκή "εξέγερση", η οποία θα δικαιολογήσει τη μετέπειτα χρήση του στρατού και την αστυνομοκρατία. Και ο καλύτερος τρόπος να το πετύχουν αυτό, αν το επιθυμούσαν, θα ήταν με μια επίσκεψη της Μέρκελ στην Ελλάδα.
Σε καμία περίπτωση δεν λέω ότι δεν πρέπει να αντισταθούμε ή να διαμαρτυρηθούμε (το αντίθετο μάλιστα -και εγώ στο κέντρο θα βρίσκομαι την τρίτη), απλά πρέπει πιστεύω να είμαστε "υποψιασμένοι" και κυρίως να βγάλουμε την πληροφορία προς τα έξω, με την ελπίδα ότι από φόβο π.χ. ότι η αστυνομία και κυρίως ο στρατός είναι ενήμεροι για τα σχέδιά τους και δεν θα τους ακολουθήσουν, να ακυρώσουν την όποια "επιχείρηση" τυχόν σχεδιάζουν. Φυσικά και πρέπει να αντισταθούμε (σε όλα τα επίπεδα) και να εξεγερθούμε, αλλά όχι στον τόπο, τον χρόνο και με τον τρόπο που έχουν προεπιλέξει αυτοί για εμάς (και φυσικά όχι όταν έχουν ήδη έτοιμη την απάντηση που τους εξυπηρετεί).
Αρκεί να αναρωτηθούμε γιατί έρχεται τώρα η Μέρκελ στην Ελλάδα. Προσωπικά, το θεωρώ απίθανο να έρχεται, όπως μας λένε, για να στηρίξει την κυβέρνηση Σαμαρά και τα νέα μέτρα που σχεδιάζουν να λάβουν. Στα μάτια των διεθνών τραπεζιτών μια χαρά κυβερνησούλα έχουν στήσει στη χώρα μας, ελεγχόμενη, με νωπή λαϊκή εντολή, που -αντίθετα με την προηγούμενη κυβέρνηση- δεν έχει καν χρειαστεί να αντιμετωπίσει μαζικές αντιδράσεις. Δεν βλέπω λοιπόν κανέναν ιδιαίτερο λόγο να θέλουν να τη στηρίξουν περισσότερο. Και γιατί δεν ήρθε π.χ. η Μέρκελ να στηρίξει τον Παπανδρέου τότε που πραγματικά έπεφτε από μέρα σε μέρα (την εποχή που τον βράβευαν, αν θυμάστε) και κινδύνευαν να τα χάσουν όλα; Τι είναι αυτό που πρέπει να συζητήσουν ή να υπογράψουν εδώ και δεν μπορούν να το κάνουν στις Βρυξέλλες, το Βερολίνο ή κάπου αλλού, όπως έκαναν μέχρι τώρα;
Η τακτική των γενικευμένων εσωτερικών ταραχών πριν από μια εξωτερική επέμβαση είναι μια τακτική που οι δυτικοί έχουν ακολουθήσει σε όλες τους τις πρόσφατες επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή, και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στους αμερικανικούς στρατηγικούς σχεδιασμούς, η Ελλάδα (παρά τις ιδιαιτερότητές της - μέλος της ΕΕ, Βαλκάνια κλπ) ποτέ δεν θεωρήθηκε χώρα αμιγώς ευρωπαϊκή, αλλά αντιμετωπιζόταν πάντα ως ένα ακόμα κρατίδιο της Μέσης Ανατολής, με όλα τα χαρακτηριστικά που αυτό συνεπαγεται (δυνάμει πετρελαιοπαραγωγος χώρα, που κυβερνάται από γραφικές δυναστείες οικογενειών, με διεφθαρμένους φιλοχρήματους "φυλάρχους" σε κάθε πόστο κλπ -ακριβώς δηλαδή όπως αντιμετώπιζαν παραδοσιακά και κράτη όπως η Συρία, η Λιβύη, η Αίγυπτος και το Ιρακ, η Ιορδανία κλπ).
Είναι λοιπόν χρέος όλων μας να παρευρισκόματε στη διαμαρτυρία της Τρίτης (όπως και σε κάθε διαμαρτυρία), αλλά -αυτήν ειδικά τη φορά- οφείλουμε να είμαστε ιδιαίτερα "υποψιασμένοι" και προσεκτικοι, ώστε να μην αφήσουμε κανένα περιθώριο για την ενεργοποίηση ενός τέτοιου ενδεχόμενου "σχεδίου" των τραπεζιτών.
Ακόμα και ένας μέτριου επιπέδου σκακιστής γνωρίζει ότι όταν ο αντίπαλος του "στήνει" επιδεικτικά ένα πιόνι, πίσω από αυτό κρύβεται συνήθως μια δυνατή και καλά μελετημένη επίθεση (συνήθως κίνηση "ματ") και πρέπει να το σκεφτεί καλά πριν το "πάρει". Και σε αυτή την περίπτωση, οι τραπεζίτες δεν εκθέτουν σε "απειλή" ένα τυχαίο πιόνι, αλλά την ίδια τους τη βασίλισσα...
*Ο Χρήστος Βαγενάς είναι καθηγητής, συντάκτης στα περιοδικά Hellenic Nexus και Τρίτο Μάτι
Πηγή: http://logioshermes.blogspot.com/2012/1 ... z28kS7kFW0
Έχω την αίσθηση ότι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο η Μέρκελ μπορεί να πήρε εντολή από τα αφεντικά της να επισκεφτεί την Ελλάδα, είναι για να προκαλέσουν την αντίδραση του κόσμου, ώστε να δώσουν έναρξη σε συγκρούσεις που θα οδηγήσουν σε γενική αποσταθεροποίηση στο εσωτερικό της χώρας, προκειμένου να δικαιολογήσουν την μετέπειτα χρήση στρατού, επιβολή στρατιωτικού νόμου κλπ. Αν μη τι άλλο, η χρονική συγκυρία, στην οποία γίνεται αυτή η "φιλική" επίσκεψη (παραμονές έναρξης γενικευμένης ανάφλεξης με επίκεντρο τη Συρία), είναι εξαιρετικά "ύποπτη".
Πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι οι τεχνικές των επιθετικών πολέμων έχουν αλλάξει τα τελευταία χρόνια. Οι επίδοξοι κατακτητές δεν αρκούνται πλέον απλά στην προσβολή μιας χώρας με στρατιωτικά μέσα από το εξωτερικό, αντίθετα ξεκινούν πρώτα μια μεγάλη αναταραχή στο εσωτερικό, την οποία κλιμακώνουν τεχνητά, ώστε να φτάσει σε επίπεδα εμφυλίου πολέμου (με τη χρηση π.χ. θρησκευτικών/εθνικών μειονοτήτων, ή δικών τους ακραίων στοιχείων - βλ. χρυσή αυγή, κουκουλοφόρους, μετανάστες κλπ) και στη συνέχεια χρησιμοποιούν αυτή την κρίση ως δικαιολογία στρατιωτικής επέμβασης από το εξωτερικό, προκειμένου να πετύχουν τους στόχους τους. Αυτό έκαναν και στη Λιβύη και στη Συρία και επιχείρησαν να το κάνουν και στο Ιράν. Και πολύ φοβάμαι ότι κάτι τέτοιο θα επιχειρήσουν να ξεκινήσουν την Τρίτη και στη χώρα μας.
Με δεδομένο ότι η γενικότερη πορεία των πραγμάτων θέλει τον κρυφό φασισμό να γίνεται φανερός (βλ. χρυσή αυγή κλπ), τώρα, μετά τις εκλογές τους και μετά το τέλος του καλοκαιριού (και ειδικά με το σκηνικό που διαμορφώνεται στη μέση ανατολή), είναι η κατάλληλη στιγμή να προχωρήσουν στο επόμενο βήμα όλων των απολυταρχικών κυβερνήσεων στην παγκόσμια ιστορία: τις διώξεις των αντιφρονούντων (αστυνομικό κράτος κλπ). Όμως, για να γίνει αυτό, χρειάζεται πρώτα να υποκινήσουν κάποια δυνατή λαϊκή "εξέγερση", η οποία θα δικαιολογήσει τη μετέπειτα χρήση του στρατού και την αστυνομοκρατία. Και ο καλύτερος τρόπος να το πετύχουν αυτό, αν το επιθυμούσαν, θα ήταν με μια επίσκεψη της Μέρκελ στην Ελλάδα.
Σε καμία περίπτωση δεν λέω ότι δεν πρέπει να αντισταθούμε ή να διαμαρτυρηθούμε (το αντίθετο μάλιστα -και εγώ στο κέντρο θα βρίσκομαι την τρίτη), απλά πρέπει πιστεύω να είμαστε "υποψιασμένοι" και κυρίως να βγάλουμε την πληροφορία προς τα έξω, με την ελπίδα ότι από φόβο π.χ. ότι η αστυνομία και κυρίως ο στρατός είναι ενήμεροι για τα σχέδιά τους και δεν θα τους ακολουθήσουν, να ακυρώσουν την όποια "επιχείρηση" τυχόν σχεδιάζουν. Φυσικά και πρέπει να αντισταθούμε (σε όλα τα επίπεδα) και να εξεγερθούμε, αλλά όχι στον τόπο, τον χρόνο και με τον τρόπο που έχουν προεπιλέξει αυτοί για εμάς (και φυσικά όχι όταν έχουν ήδη έτοιμη την απάντηση που τους εξυπηρετεί).
Αρκεί να αναρωτηθούμε γιατί έρχεται τώρα η Μέρκελ στην Ελλάδα. Προσωπικά, το θεωρώ απίθανο να έρχεται, όπως μας λένε, για να στηρίξει την κυβέρνηση Σαμαρά και τα νέα μέτρα που σχεδιάζουν να λάβουν. Στα μάτια των διεθνών τραπεζιτών μια χαρά κυβερνησούλα έχουν στήσει στη χώρα μας, ελεγχόμενη, με νωπή λαϊκή εντολή, που -αντίθετα με την προηγούμενη κυβέρνηση- δεν έχει καν χρειαστεί να αντιμετωπίσει μαζικές αντιδράσεις. Δεν βλέπω λοιπόν κανέναν ιδιαίτερο λόγο να θέλουν να τη στηρίξουν περισσότερο. Και γιατί δεν ήρθε π.χ. η Μέρκελ να στηρίξει τον Παπανδρέου τότε που πραγματικά έπεφτε από μέρα σε μέρα (την εποχή που τον βράβευαν, αν θυμάστε) και κινδύνευαν να τα χάσουν όλα; Τι είναι αυτό που πρέπει να συζητήσουν ή να υπογράψουν εδώ και δεν μπορούν να το κάνουν στις Βρυξέλλες, το Βερολίνο ή κάπου αλλού, όπως έκαναν μέχρι τώρα;
Η τακτική των γενικευμένων εσωτερικών ταραχών πριν από μια εξωτερική επέμβαση είναι μια τακτική που οι δυτικοί έχουν ακολουθήσει σε όλες τους τις πρόσφατες επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή, και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στους αμερικανικούς στρατηγικούς σχεδιασμούς, η Ελλάδα (παρά τις ιδιαιτερότητές της - μέλος της ΕΕ, Βαλκάνια κλπ) ποτέ δεν θεωρήθηκε χώρα αμιγώς ευρωπαϊκή, αλλά αντιμετωπιζόταν πάντα ως ένα ακόμα κρατίδιο της Μέσης Ανατολής, με όλα τα χαρακτηριστικά που αυτό συνεπαγεται (δυνάμει πετρελαιοπαραγωγος χώρα, που κυβερνάται από γραφικές δυναστείες οικογενειών, με διεφθαρμένους φιλοχρήματους "φυλάρχους" σε κάθε πόστο κλπ -ακριβώς δηλαδή όπως αντιμετώπιζαν παραδοσιακά και κράτη όπως η Συρία, η Λιβύη, η Αίγυπτος και το Ιρακ, η Ιορδανία κλπ).
Είναι λοιπόν χρέος όλων μας να παρευρισκόματε στη διαμαρτυρία της Τρίτης (όπως και σε κάθε διαμαρτυρία), αλλά -αυτήν ειδικά τη φορά- οφείλουμε να είμαστε ιδιαίτερα "υποψιασμένοι" και προσεκτικοι, ώστε να μην αφήσουμε κανένα περιθώριο για την ενεργοποίηση ενός τέτοιου ενδεχόμενου "σχεδίου" των τραπεζιτών.
Ακόμα και ένας μέτριου επιπέδου σκακιστής γνωρίζει ότι όταν ο αντίπαλος του "στήνει" επιδεικτικά ένα πιόνι, πίσω από αυτό κρύβεται συνήθως μια δυνατή και καλά μελετημένη επίθεση (συνήθως κίνηση "ματ") και πρέπει να το σκεφτεί καλά πριν το "πάρει". Και σε αυτή την περίπτωση, οι τραπεζίτες δεν εκθέτουν σε "απειλή" ένα τυχαίο πιόνι, αλλά την ίδια τους τη βασίλισσα...
*Ο Χρήστος Βαγενάς είναι καθηγητής, συντάκτης στα περιοδικά Hellenic Nexus και Τρίτο Μάτι
Πηγή: http://logioshermes.blogspot.com/2012/1 ... z28kS7kFW0
Γιώργο, δύσκολο θέμα άνοιξες.
Περιμένω μ΄ενδιαφέρον τα γραφόμενα..
Περιμένω μ΄ενδιαφέρον τα γραφόμενα..
Μ
ΕΤΥΜ.ΜΕΓΑ «Μυ το στοιχείον, ότι μυγμόν τινα έχει η τούτου εκφώνησις.Μυγμός δε έστιν ο του μυ ήχος δια του μυκτήρος εξερχόμενος»
Πλ.Κρατ.»Τας δε Μούσας τε και όλως την μουσικήν από του μώσθαι, ως έοικεν, και της ζητήσεώς τε και φιλοσοφίας το όνομα τούτο επωνόμασιν».
Δηλ. Τας δε Μούσας και την μουσικήν γενικώς από του μώσθαι ως φαίνεται ωνόμασε ο σοφός ονοματοθέτης και από την αναζήτησιν και την φιλοσοφίαν..
Βεβαίως ΜΑ και ΜΩ και Μυ είναι αρχέγονοι φθόγγοι και εκ τούτου προφανώς και πρωτίστως ωνόμασται η μάτηρ,μήτηρ.Το ΜΥ προφέρεται περίπου και με κλειστά τα χείλη δια των ρωθώνων συνηχεί, όθεν μύω =κλείω, μυκάομαι-μουγκρίζω, υκός=άφωνος, μουγγός, μύστης , μυστικόν, μυστήριον,μύησις , μύωψ,μύαξ,μυζώ, μύθος= λόγος συμβολικός, κλειστός, μύκης=κομβίον θήκης ξίφους κ.α
Ως προς το μάω-μω= ζητώ, ορμώ, μάτος=ζήτησις, μαζός=μαστός, μάζα=άρτος, μάσσω=μαλάζω… Εκ του μάω και η –μάθησις, μάθημα,μανθάνω,μελέτη, μέλημα, μέλος, μέλλων, μέδομαι=προνοώ, φροντίζω, μήτις=σκέψις, σοφία, μετρώ=μήτις +ρέω
Ν
ΕΤΥΜ. ΜΕΓΑ «Νύ το στοιχείον, ότιν νυγμόν τινά έχει η τούτου εκφώνησις.
ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΡΑΤΥΛΟΣ «Του δε αυ νύ, το έσω αισθόμενος της φωνής, το ένδον και το εντός ωνόμασεν, ως αφομοιών τοις γράμμασι τα έργα…»
Δηλ. Ω προς το νυ, ο ονοματοθέτης. Το έσω αισθανόμενος της φωνής, ωνόμασε το ένδον και το εντός, ως να εξομοιώνη τα έργα προς τα γράμματα.
΄Αρα το γράμμα Ν εξομοιούται προς το Νοώ. Και εγεννήθη ο Νόος ,νους (νιονιό ,το λέει ο λαός).Προφέροντας παρατεταμένα το Νννννν…αισθάνεσαι πράγματι δόνησιν εις τον εγκέφαλο, εσωτερικό κραδασμό.
Σύμφωνα με τα τελευταία πορίσματα της ιατρικής επιστήμης, η εκφορά του φθόγγου Ν συντελεί στο να αποκαθαίρεται το αίμα με επί πλέον εισροή οξυγόνου και αρτιώτερη οξυγόνωση του εγκεφάλου. Αποτέλεσμα: ενισχύεται το «νοείν» η «νόησις».
Το γερμανικό ιατρικό περιοδικό ΡΜ ΜΑGΑΖΙΝΕ(τεύχος Μαρτίου 1996) δημοσιεύει ειδικό αφιέρωμα εις το γράμμα Ν, όπου αναφέρεται ότι εάν κάποιος είναι κουρασμένος, καταπεπονημένος, αυτό έχει ως αποτέλεσμα η ομιλία του να γίνεται περισσότερο ένρινη, με απώτερο ασφαλώς σκοπό την πρόσληψη μεγαλύτερης ποσότητος οξυγόνου. Μεταξύ άλλων γράφει «….ο Γερμανός ομιλεί συχνότερα με τη μύτη απ΄όσο ίσως νομίζει. Αυτό παρατηρείται περισσότερο, όπως ισχυρίζονται τουλάχιστον οι ερευνηταί της γλώσσας, όταν αυτός είναι κουρασμένος, πράγμα που φαίνεται περισσότερο σε μερικές διαλέκτους. Ιδιαιτέρως στον γλωσσικό χώρο της Βαυαρίας πρέπει κάποτε να είχε κυριαρχήσει μία γενική καταπόνησις. Εκεί το Ν υπεισέρχεται σχεδον πλήρως….»
Για ΄αυτό όσες λέξεις έχουν σχέση με νοητικές λειτουργίες, με Νοημοσύνη ,εμπεριέχουν το Ν αλλά και το Μ, κατ΄εξοχήν ένρινα γράμματα. Νούς, αρχικός εστί του λόγου, ο δε λόγος υπηρετικός του Νού (Πλούταρχος)..Νόημα…
Εκ του νοέω =πλέω (= δια της νοήσεως πορεύομαι) Ναύς, από το νέω , το πορεύεσθαι. Ουδέν γαρ ταχύτερον του νοός. ΄Όταν αίξη νόος ανέρος = όταν αρμήση ο νούς του ανδρός (΄Ομηρος) Και αυτός ο νους, χωριστός και απαθής και αμιγής, τη ουσία ων ενέργεια (Αριστοτέλης Περί ψυχής).
Εν + νους – διάνοια : Διάνοια μεν και λόγος ταυτόν. Πλην ο μέν εντός της ψυχής, προς εαυτήν διάλογος άνευ φωνής γιγνόμενος τουτ΄αυτό ημίν επωνομάσθη διάνοια. Το δε γε απ΄εκείνης ρεύμα δια του στόματος ιόν μετά φθόγγου κέκληται λόγος ( διάνοια και λόγος είναι το ίδιο. Πλην ο μεν λόγος ο γιγνόμενος σιωπηλά εντός της ψυχής προς τον εαυτόν της, αυτό ωνομάσθηκε διάνοια. Το δε εξ΄εκείνης ρέυμα το ριπτόμενον δια του στόματος με φωνή, αυτό έχει αποκληθεί λόγος).
Προ+νους- πρόνοια
Από +νους-απόνοια( απόγνωση)
Μετά+νους –μετάνοια(αλλαγή σκέψης)
Υπό+νους- υπόνοια(κρυφή σκέψη)
Παρά+νους- παράνοια ( παρεκτροπή διανοίας)
Εκ του Νοώ-νέω= πλέω,-ναίω= κατοικώ, νάω=ρέω.
Νεύω=κλίνω την κεφαλή προς συγκατάθεσιν, κατανεύω. Ενώ ανανεύω= αρνούμαι.
Νεύσις είναι η συναίνεσις.
Ο νούς λέγεται και νεύς.
Νοώ-νοίσκω-νώσκω και πλεονασμώ του γ-γνώσκω και με διπλασιασμό γι-γνώσκω, παρά το νοώ γίγνεται.
Η γνώμη δωρικά είναι νώμη.
Νωμάω σημαίνει νέμω= μοιράζω. Το +μοιράζειν»,το «μερίζειν» απαιτεί υψηλήν και ακριβή νοητική λειτουγία. Ζευς νέμει και λόγω του ότι και η γη εμοιράσθη και διενεμήθη, το νέμω απέκτησε και την έννοια του αποκτώ, κατέχω (νομή και κατοχή).
Εκ του νέμω-νομός, νόμος, Νέμεσις
Το ρήμα μένω, ή μίμνω καθορίζει αρχικώς το διστάζειν, το συλλογίζεσθαι, το ίστασθαι κατόπιν σκέψεως, σημαίνει ακόμη ευχαριστούμαι και αναμένω, υπομένω,επιμένω, περιμένω.
΄Αρα , άλλο είναι ο μόνος,( ο έχων την ευκαιρία του εμμένειν και συλλογίζεσθαι) και άλλο ο μον-αχός ( ο αισθανόμενος άχος=λύπην) κατά τη διάρκεια του μένειν.
Μένος, σημαίνει δύναμις, ισχύς, πνεύμα, φρόνημα. Οι νεκροί είναι αμενηνά κάρηνα= κεφαλαί άνευ μένους.Μηνύω, σημαίνει φανερώνω, μήνιγξ είναι ο υμήν του εγκεφάλου,ενώ μήνιμα είναι η οργή, η μήνις, συγγενής προς την μανίαν και την μαντικήν.
Μαντική = ένθεος κατάστασις.
Με το συνδυασμό του μ και ν καθορίζεται και η μνήμη (μηνύει ότι μονή εστίν εν τη ψυχή, αλλ΄ου φορά (=κίνησις)Κρατύλος. Και
«ανάμνησις γίνεται όταν τις αφ΄εαυτού εις μνήμην έλθη των παρελθόντων» «αναμιμνήσκεσθαι ουδέν άλλο ζώον δύναται πλην άνθρωπος» Αριστοτέλης.
Η Μνημοσύνη θυγάτηρ του Ουρανού και της Γής, άρα δόνησις του Σύμπαντος, εθεοποιήθη ως μήτηρ των Μουσών-Επιστημών, διότι « πάντα δια της μνήμης διασώζεται τοις ανθρώποις».
Το γράμμα Ν όμως εκτελεί και χρέη μουσικής νότας. Είναι το Ν το ευφωνικόν. Το Ν παρεμβάλλεται πολλάκις δια σεμνότητα φωνής, δηλαδή χάριν ευφωνίας.
Το Ν με φωνήεντα προφέρεται καθαρό. πχ. τον άνθρωπο, την αυγή ή σε μία λέξη συν-αυτουργία, συν-άθροισις.
Με σύμφωνα
Με τα χειλικά σύμφωνα(π,β,φ) γίνεται β ,πχ συν-βουλεύω, συμβουλεύω, έν-πορος ,έμπορος
Με τα ουρανικά σύμφωνα (κ,γ,χ) γίνεται γ ,πχ συν-χωρώ, συγχωρώ, εν-γονος, έγγονος,
Με τα οδοντικά (τ,δ,θ) μένει αμετάβλητο, πχ έν-δυμα, εν-θύμιο.
ΕΤΥΜ.ΜΕΓΑ «Μυ το στοιχείον, ότι μυγμόν τινα έχει η τούτου εκφώνησις.Μυγμός δε έστιν ο του μυ ήχος δια του μυκτήρος εξερχόμενος»
Πλ.Κρατ.»Τας δε Μούσας τε και όλως την μουσικήν από του μώσθαι, ως έοικεν, και της ζητήσεώς τε και φιλοσοφίας το όνομα τούτο επωνόμασιν».
Δηλ. Τας δε Μούσας και την μουσικήν γενικώς από του μώσθαι ως φαίνεται ωνόμασε ο σοφός ονοματοθέτης και από την αναζήτησιν και την φιλοσοφίαν..
Βεβαίως ΜΑ και ΜΩ και Μυ είναι αρχέγονοι φθόγγοι και εκ τούτου προφανώς και πρωτίστως ωνόμασται η μάτηρ,μήτηρ.Το ΜΥ προφέρεται περίπου και με κλειστά τα χείλη δια των ρωθώνων συνηχεί, όθεν μύω =κλείω, μυκάομαι-μουγκρίζω, υκός=άφωνος, μουγγός, μύστης , μυστικόν, μυστήριον,μύησις , μύωψ,μύαξ,μυζώ, μύθος= λόγος συμβολικός, κλειστός, μύκης=κομβίον θήκης ξίφους κ.α
Ως προς το μάω-μω= ζητώ, ορμώ, μάτος=ζήτησις, μαζός=μαστός, μάζα=άρτος, μάσσω=μαλάζω… Εκ του μάω και η –μάθησις, μάθημα,μανθάνω,μελέτη, μέλημα, μέλος, μέλλων, μέδομαι=προνοώ, φροντίζω, μήτις=σκέψις, σοφία, μετρώ=μήτις +ρέω
Ν
ΕΤΥΜ. ΜΕΓΑ «Νύ το στοιχείον, ότιν νυγμόν τινά έχει η τούτου εκφώνησις.
ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΡΑΤΥΛΟΣ «Του δε αυ νύ, το έσω αισθόμενος της φωνής, το ένδον και το εντός ωνόμασεν, ως αφομοιών τοις γράμμασι τα έργα…»
Δηλ. Ω προς το νυ, ο ονοματοθέτης. Το έσω αισθανόμενος της φωνής, ωνόμασε το ένδον και το εντός, ως να εξομοιώνη τα έργα προς τα γράμματα.
΄Αρα το γράμμα Ν εξομοιούται προς το Νοώ. Και εγεννήθη ο Νόος ,νους (νιονιό ,το λέει ο λαός).Προφέροντας παρατεταμένα το Νννννν…αισθάνεσαι πράγματι δόνησιν εις τον εγκέφαλο, εσωτερικό κραδασμό.
Σύμφωνα με τα τελευταία πορίσματα της ιατρικής επιστήμης, η εκφορά του φθόγγου Ν συντελεί στο να αποκαθαίρεται το αίμα με επί πλέον εισροή οξυγόνου και αρτιώτερη οξυγόνωση του εγκεφάλου. Αποτέλεσμα: ενισχύεται το «νοείν» η «νόησις».
Το γερμανικό ιατρικό περιοδικό ΡΜ ΜΑGΑΖΙΝΕ(τεύχος Μαρτίου 1996) δημοσιεύει ειδικό αφιέρωμα εις το γράμμα Ν, όπου αναφέρεται ότι εάν κάποιος είναι κουρασμένος, καταπεπονημένος, αυτό έχει ως αποτέλεσμα η ομιλία του να γίνεται περισσότερο ένρινη, με απώτερο ασφαλώς σκοπό την πρόσληψη μεγαλύτερης ποσότητος οξυγόνου. Μεταξύ άλλων γράφει «….ο Γερμανός ομιλεί συχνότερα με τη μύτη απ΄όσο ίσως νομίζει. Αυτό παρατηρείται περισσότερο, όπως ισχυρίζονται τουλάχιστον οι ερευνηταί της γλώσσας, όταν αυτός είναι κουρασμένος, πράγμα που φαίνεται περισσότερο σε μερικές διαλέκτους. Ιδιαιτέρως στον γλωσσικό χώρο της Βαυαρίας πρέπει κάποτε να είχε κυριαρχήσει μία γενική καταπόνησις. Εκεί το Ν υπεισέρχεται σχεδον πλήρως….»
Για ΄αυτό όσες λέξεις έχουν σχέση με νοητικές λειτουργίες, με Νοημοσύνη ,εμπεριέχουν το Ν αλλά και το Μ, κατ΄εξοχήν ένρινα γράμματα. Νούς, αρχικός εστί του λόγου, ο δε λόγος υπηρετικός του Νού (Πλούταρχος)..Νόημα…
Εκ του νοέω =πλέω (= δια της νοήσεως πορεύομαι) Ναύς, από το νέω , το πορεύεσθαι. Ουδέν γαρ ταχύτερον του νοός. ΄Όταν αίξη νόος ανέρος = όταν αρμήση ο νούς του ανδρός (΄Ομηρος) Και αυτός ο νους, χωριστός και απαθής και αμιγής, τη ουσία ων ενέργεια (Αριστοτέλης Περί ψυχής).
Εν + νους – διάνοια : Διάνοια μεν και λόγος ταυτόν. Πλην ο μέν εντός της ψυχής, προς εαυτήν διάλογος άνευ φωνής γιγνόμενος τουτ΄αυτό ημίν επωνομάσθη διάνοια. Το δε γε απ΄εκείνης ρεύμα δια του στόματος ιόν μετά φθόγγου κέκληται λόγος ( διάνοια και λόγος είναι το ίδιο. Πλην ο μεν λόγος ο γιγνόμενος σιωπηλά εντός της ψυχής προς τον εαυτόν της, αυτό ωνομάσθηκε διάνοια. Το δε εξ΄εκείνης ρέυμα το ριπτόμενον δια του στόματος με φωνή, αυτό έχει αποκληθεί λόγος).
Προ+νους- πρόνοια
Από +νους-απόνοια( απόγνωση)
Μετά+νους –μετάνοια(αλλαγή σκέψης)
Υπό+νους- υπόνοια(κρυφή σκέψη)
Παρά+νους- παράνοια ( παρεκτροπή διανοίας)
Εκ του Νοώ-νέω= πλέω,-ναίω= κατοικώ, νάω=ρέω.
Νεύω=κλίνω την κεφαλή προς συγκατάθεσιν, κατανεύω. Ενώ ανανεύω= αρνούμαι.
Νεύσις είναι η συναίνεσις.
Ο νούς λέγεται και νεύς.
Νοώ-νοίσκω-νώσκω και πλεονασμώ του γ-γνώσκω και με διπλασιασμό γι-γνώσκω, παρά το νοώ γίγνεται.
Η γνώμη δωρικά είναι νώμη.
Νωμάω σημαίνει νέμω= μοιράζω. Το +μοιράζειν»,το «μερίζειν» απαιτεί υψηλήν και ακριβή νοητική λειτουγία. Ζευς νέμει και λόγω του ότι και η γη εμοιράσθη και διενεμήθη, το νέμω απέκτησε και την έννοια του αποκτώ, κατέχω (νομή και κατοχή).
Εκ του νέμω-νομός, νόμος, Νέμεσις
Το ρήμα μένω, ή μίμνω καθορίζει αρχικώς το διστάζειν, το συλλογίζεσθαι, το ίστασθαι κατόπιν σκέψεως, σημαίνει ακόμη ευχαριστούμαι και αναμένω, υπομένω,επιμένω, περιμένω.
΄Αρα , άλλο είναι ο μόνος,( ο έχων την ευκαιρία του εμμένειν και συλλογίζεσθαι) και άλλο ο μον-αχός ( ο αισθανόμενος άχος=λύπην) κατά τη διάρκεια του μένειν.
Μένος, σημαίνει δύναμις, ισχύς, πνεύμα, φρόνημα. Οι νεκροί είναι αμενηνά κάρηνα= κεφαλαί άνευ μένους.Μηνύω, σημαίνει φανερώνω, μήνιγξ είναι ο υμήν του εγκεφάλου,ενώ μήνιμα είναι η οργή, η μήνις, συγγενής προς την μανίαν και την μαντικήν.
Μαντική = ένθεος κατάστασις.
Με το συνδυασμό του μ και ν καθορίζεται και η μνήμη (μηνύει ότι μονή εστίν εν τη ψυχή, αλλ΄ου φορά (=κίνησις)Κρατύλος. Και
«ανάμνησις γίνεται όταν τις αφ΄εαυτού εις μνήμην έλθη των παρελθόντων» «αναμιμνήσκεσθαι ουδέν άλλο ζώον δύναται πλην άνθρωπος» Αριστοτέλης.
Η Μνημοσύνη θυγάτηρ του Ουρανού και της Γής, άρα δόνησις του Σύμπαντος, εθεοποιήθη ως μήτηρ των Μουσών-Επιστημών, διότι « πάντα δια της μνήμης διασώζεται τοις ανθρώποις».
Το γράμμα Ν όμως εκτελεί και χρέη μουσικής νότας. Είναι το Ν το ευφωνικόν. Το Ν παρεμβάλλεται πολλάκις δια σεμνότητα φωνής, δηλαδή χάριν ευφωνίας.
Το Ν με φωνήεντα προφέρεται καθαρό. πχ. τον άνθρωπο, την αυγή ή σε μία λέξη συν-αυτουργία, συν-άθροισις.
Με σύμφωνα
Με τα χειλικά σύμφωνα(π,β,φ) γίνεται β ,πχ συν-βουλεύω, συμβουλεύω, έν-πορος ,έμπορος
Με τα ουρανικά σύμφωνα (κ,γ,χ) γίνεται γ ,πχ συν-χωρώ, συγχωρώ, εν-γονος, έγγονος,
Με τα οδοντικά (τ,δ,θ) μένει αμετάβλητο, πχ έν-δυμα, εν-θύμιο.
H
Eτυμολογικό Μέγα « ΄Ητα εκ του Η και Τα έχειν το χαρακτήρα του στοιχείου. Ηνίκα γαρ πλάγιον τεθή, ευρήσεις Ταυ, ει δε από πρώτης γραμμής του ήτα βαρείαν δώσει, δια της μέσω γραμμής, το ήτα ευρήσεις ΄Αλφα»
Κρατύλος Πλάτωνος « Το άλφα τω μεγάλω απέδωκε, και τω μήκει το ήτα, ότι μεγάλα τα γράμματα»
Το ήτα είναι μακροφωνία τόσο του άλφα όσο και του έψιλον, το δε σχήμα του μεταλλαγή του σχήματος του Α, κατά το Ε.Μ μήτηρ-μάτερ, ηδύς-αδύς κ.ο.κ
Αρχικώς καθώριζε την δασείαν πνοήν, ό,τι σήμερα ονομάζουμε δασεία ΗΕΛΛΑΣ,ΗΑΡΜΟΝΙΑ ,Εις τα μεταευκλείδια αλφάβητα καθώρισε το μακρόν έψιλον ή και το ει. Ου γαρ ήτα εχρώμεθα αλλά ει το παλαιόν ( όχι το Η αλλά το ΕΙ εχρησιμοποιούσαμε κατά το παρελθόν) Πλατ.Κρατύλος.
[b]Θ
Ετυμολογικόν Μέγα, «Θήτα το στοιχείον, παρά το την θέσιν του παντός μιμείσθαι , ήτοι του ουρανού το κυκλοτερές έχον και τον δια μέσον άξονα»
Το θήτα το κυκλοτερές με τις μικρές αλλά χαρακτηριστικές διαφορές του, δεν μιμείται μόνο την θέσιν του παντός .Ο τύπος Θ ενθυμίζει οφθαλμόν. Οθεν, Θέα, Θεώμαι, Θαυμάζω, Θεός….Ενθυμίζει επίσης τον γυναικείον μαστόν , εξ΄ου Θάω=θηλάζω, θηλή, θήλυ…
«Το δε θήλυ, από της θηλής φαίνεται επωνομάσθη )Πλατ. Κρατύλος.
Ταυτόχρονα όμως στον τύπο που εικονίζεται ως κύκλος με σταυρό εσωτερικά, θυμίζει τροχό, οπότε θέω=τρέχω. Είναι άξιον παρατηρήσεως ότι έω σημαίνει πορεύομαι .΄Αρα θέω = δια τροχού πορεύομαι, όθεν τρέχω… άλλως θρέχω.
Ο ΄ Ομηρος έχει Θρέξας=τρέξας. Θοός σημαίνει ταυχύς. Θως είναι το τσακάλι και θπρώσκω σημαίνει ορμώ.
Ι
«Ιώτα το στοιχείον παρά το ιόν των ιοβόλων ζώων, ως πως γαρ ιός εις ορθόν βαδίζει ω και πέπρωται, ούτω και η τούτου γραφή ορθή ούσα, ιώτα καλείν ή από των ιδών των βελών (ιός=βέλος) Μέγα Ετυμολογικό
Πλάτωνος Κρατύλος « Τω δε αυ ιώτα προς τα λεπτά πάντα, ο δη μάλιστα δια πάντων ίοι αν. Δια ταύτα το ιέναι και το ιέσθαι δια του ιώτα απομιμείται…»
Δηλ. Το δε ιώτα πάλι, χρησιμοποιείται για όλα τα λεπτά τα οποία μάλιστα θα ήδύναντο να διέρχωνται δια μέσου των πάντων. Γι΄αυτό το ιέναι = πορεύεσθαι και το ίεσθαι= ρίπτεσθαι, δια του ιώτα απομιμούνται.
Π.χ ίημι=ρίπτω, ιθύς, ιστός,ικνούμαι, ιάπτω,ιαίνω, και πλείστα εξ΄αυτών παράγωγα, πολλές φορές ελαφρώς αλλοιωμένα ώστε να μην ανιχνεύειται η αρχική ρίζα Ι.
Γραμμική Β= βέλος.
Κ
Ετυμολογικό Μέγα « Κάππα το στοιχείον, κάππα τι ον, το έχον όπα, ο έστι φωνήν. Τα δε ψιλά υπό κάτω της γλώττης έχει την προφοράν της φωνής».
ΤΟ σχήμα του Κ, όλο κάμψεις και γωνίες, αποτυπώνει την έννοιαν του Κόπτω= κτυπώ και της Κάμψεως. Προφανώς ηχοποίητον εκ του ήχου Κουπ…
Το συλλαβόγραμμα ΚΙ της Γραμμικής Β ενθυμίζει πράγματι την άκρη του πελέκεως.
΄Οθεν εκφράζει κρότους αλλά και δύναμιν, κράτος= εξουσία, κρατώ, κτίζω, κέρας.
Κάρα, κάτω( εκ του ήχου πίμπτοντος αντικειμένου, εξ΄ου το λατιν cado=πίπτω, κείρω= κόπτω, κτείνω , κίνησις, κάλον =ξύλον,κεάζω= κόπτω, κέασε ξύλα, κορμός, κήρυξ, κλείω, κλείς (ηχοποίητα κλπ)
Λ
Ετυμολογικόν Μέγα «Λάμβδα το στοιχείον, οιονεί λάβα τι ον, παρά το λείως βαίνει εν τοις μέτροις, και ασθενές είναι προ το μηκύνειν τας συλλαβάς»,
Πλάτωνος Κρατύλος « Ολισθαίνει μάλιστα εν τω λάβδα η γλώττα…ωνόμασε τα τε λεία και αυτό το ολισθαίνειν και το λιπαρόν και το κολλώδες και τάλλα πάντα τα τοιαύτα.
Και συνεχίζει : όπου επεμβαίνει η του λάβδα δύναμις, απομιμείται το γλισχρόν και το γλυκύ και το γλοιώδες…
Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασεύς, αποκαλεί το λάμβδα ως το των ημιφώνων-γραμμάτων γλυκύτατον, ενώ ο Οδ. Ελύτης έχει γράψει γι΄αυτό. «Λ .Πραγματικά βρεγμένο, ίδο βότσαλο» Λειαίνει τους λίθους, λάες,βότσαλα του αιγιαλού, τα λαλάρια, τα οποία λειαινόμενα λαλούν και λέγουν γλυκείαν λαλιάν….ως μουσικήν λύρας….
Ως προς το σχήμα του ενθυμίζει Λαβίδα πρβλ. και τον γραμματικόν τύπον ‘ ζώντες ελάμφθησαν» δηλ. ζωντανοί συνελήφθησαν. Απεικονίζει επίσης τον φωτισμόν προς πάσαν κατέυθυνσιν Λ. εκ της κορυφής, πηγή διοχεομένου φωτός , ρίζα Λυκ..
Εκ του Λυκ- Λυκόφως, Λυκαυγές, Λύχνος,Λαμπρός, Λευκός, Λεύσσω=ορώ κ.τ.τ
Eτυμολογικό Μέγα « ΄Ητα εκ του Η και Τα έχειν το χαρακτήρα του στοιχείου. Ηνίκα γαρ πλάγιον τεθή, ευρήσεις Ταυ, ει δε από πρώτης γραμμής του ήτα βαρείαν δώσει, δια της μέσω γραμμής, το ήτα ευρήσεις ΄Αλφα»
Κρατύλος Πλάτωνος « Το άλφα τω μεγάλω απέδωκε, και τω μήκει το ήτα, ότι μεγάλα τα γράμματα»
Το ήτα είναι μακροφωνία τόσο του άλφα όσο και του έψιλον, το δε σχήμα του μεταλλαγή του σχήματος του Α, κατά το Ε.Μ μήτηρ-μάτερ, ηδύς-αδύς κ.ο.κ
Αρχικώς καθώριζε την δασείαν πνοήν, ό,τι σήμερα ονομάζουμε δασεία ΗΕΛΛΑΣ,ΗΑΡΜΟΝΙΑ ,Εις τα μεταευκλείδια αλφάβητα καθώρισε το μακρόν έψιλον ή και το ει. Ου γαρ ήτα εχρώμεθα αλλά ει το παλαιόν ( όχι το Η αλλά το ΕΙ εχρησιμοποιούσαμε κατά το παρελθόν) Πλατ.Κρατύλος.
[b]Θ
Ετυμολογικόν Μέγα, «Θήτα το στοιχείον, παρά το την θέσιν του παντός μιμείσθαι , ήτοι του ουρανού το κυκλοτερές έχον και τον δια μέσον άξονα»
Το θήτα το κυκλοτερές με τις μικρές αλλά χαρακτηριστικές διαφορές του, δεν μιμείται μόνο την θέσιν του παντός .Ο τύπος Θ ενθυμίζει οφθαλμόν. Οθεν, Θέα, Θεώμαι, Θαυμάζω, Θεός….Ενθυμίζει επίσης τον γυναικείον μαστόν , εξ΄ου Θάω=θηλάζω, θηλή, θήλυ…
«Το δε θήλυ, από της θηλής φαίνεται επωνομάσθη )Πλατ. Κρατύλος.
Ταυτόχρονα όμως στον τύπο που εικονίζεται ως κύκλος με σταυρό εσωτερικά, θυμίζει τροχό, οπότε θέω=τρέχω. Είναι άξιον παρατηρήσεως ότι έω σημαίνει πορεύομαι .΄Αρα θέω = δια τροχού πορεύομαι, όθεν τρέχω… άλλως θρέχω.
Ο ΄ Ομηρος έχει Θρέξας=τρέξας. Θοός σημαίνει ταυχύς. Θως είναι το τσακάλι και θπρώσκω σημαίνει ορμώ.
Ι
«Ιώτα το στοιχείον παρά το ιόν των ιοβόλων ζώων, ως πως γαρ ιός εις ορθόν βαδίζει ω και πέπρωται, ούτω και η τούτου γραφή ορθή ούσα, ιώτα καλείν ή από των ιδών των βελών (ιός=βέλος) Μέγα Ετυμολογικό
Πλάτωνος Κρατύλος « Τω δε αυ ιώτα προς τα λεπτά πάντα, ο δη μάλιστα δια πάντων ίοι αν. Δια ταύτα το ιέναι και το ιέσθαι δια του ιώτα απομιμείται…»
Δηλ. Το δε ιώτα πάλι, χρησιμοποιείται για όλα τα λεπτά τα οποία μάλιστα θα ήδύναντο να διέρχωνται δια μέσου των πάντων. Γι΄αυτό το ιέναι = πορεύεσθαι και το ίεσθαι= ρίπτεσθαι, δια του ιώτα απομιμούνται.
Π.χ ίημι=ρίπτω, ιθύς, ιστός,ικνούμαι, ιάπτω,ιαίνω, και πλείστα εξ΄αυτών παράγωγα, πολλές φορές ελαφρώς αλλοιωμένα ώστε να μην ανιχνεύειται η αρχική ρίζα Ι.
Γραμμική Β= βέλος.
Κ
Ετυμολογικό Μέγα « Κάππα το στοιχείον, κάππα τι ον, το έχον όπα, ο έστι φωνήν. Τα δε ψιλά υπό κάτω της γλώττης έχει την προφοράν της φωνής».
ΤΟ σχήμα του Κ, όλο κάμψεις και γωνίες, αποτυπώνει την έννοιαν του Κόπτω= κτυπώ και της Κάμψεως. Προφανώς ηχοποίητον εκ του ήχου Κουπ…
Το συλλαβόγραμμα ΚΙ της Γραμμικής Β ενθυμίζει πράγματι την άκρη του πελέκεως.
΄Οθεν εκφράζει κρότους αλλά και δύναμιν, κράτος= εξουσία, κρατώ, κτίζω, κέρας.
Κάρα, κάτω( εκ του ήχου πίμπτοντος αντικειμένου, εξ΄ου το λατιν cado=πίπτω, κείρω= κόπτω, κτείνω , κίνησις, κάλον =ξύλον,κεάζω= κόπτω, κέασε ξύλα, κορμός, κήρυξ, κλείω, κλείς (ηχοποίητα κλπ)
Λ
Ετυμολογικόν Μέγα «Λάμβδα το στοιχείον, οιονεί λάβα τι ον, παρά το λείως βαίνει εν τοις μέτροις, και ασθενές είναι προ το μηκύνειν τας συλλαβάς»,
Πλάτωνος Κρατύλος « Ολισθαίνει μάλιστα εν τω λάβδα η γλώττα…ωνόμασε τα τε λεία και αυτό το ολισθαίνειν και το λιπαρόν και το κολλώδες και τάλλα πάντα τα τοιαύτα.
Και συνεχίζει : όπου επεμβαίνει η του λάβδα δύναμις, απομιμείται το γλισχρόν και το γλυκύ και το γλοιώδες…
Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασεύς, αποκαλεί το λάμβδα ως το των ημιφώνων-γραμμάτων γλυκύτατον, ενώ ο Οδ. Ελύτης έχει γράψει γι΄αυτό. «Λ .Πραγματικά βρεγμένο, ίδο βότσαλο» Λειαίνει τους λίθους, λάες,βότσαλα του αιγιαλού, τα λαλάρια, τα οποία λειαινόμενα λαλούν και λέγουν γλυκείαν λαλιάν….ως μουσικήν λύρας….
Ως προς το σχήμα του ενθυμίζει Λαβίδα πρβλ. και τον γραμματικόν τύπον ‘ ζώντες ελάμφθησαν» δηλ. ζωντανοί συνελήφθησαν. Απεικονίζει επίσης τον φωτισμόν προς πάσαν κατέυθυνσιν Λ. εκ της κορυφής, πηγή διοχεομένου φωτός , ρίζα Λυκ..
Εκ του Λυκ- Λυκόφως, Λυκαυγές, Λύχνος,Λαμπρός, Λευκός, Λεύσσω=ορώ κ.τ.τ
Δ
ο δέλτα είναι το μόνο γράμμα που δεν αναλύεται στο μέγα ετυμολογικό. Προέρχεται από τη γραμμική γραφή. Συμβολίζει προφανώς και τον παραγόμενο ήχο,δούπον υπό του δελτοειδούς πελέκεως. Ο Πλάτων στον Κρατύλο μιλά για τη δύναμη της του δέλτα συμπιέσεως. Εκφράζει Δύναμη και διαθέτει σταθερότητο σχήμα, ως δρυς,δένδρον δασύς, δίος ,δεσμός, δώμα,Τ δόρυ,δούρειος, δαν ,δαίω,δάκνω,δαμάζω,δείδω(φοβούμαι) , δύω (βυθίζω), (βλάπτω εξ΄ου δηλητήριον),δέλεαρ, δόλος, δελήτιον (δόλωμα),δέρω(γδέρνω),δράττω, δρέπανον….
Τα σχόλια Vaticana αναφέρουν ότι το δέλτα «Διάρτιον εστί) δηλαδή ισόπλευρον.
[b]Ε
΄Εψιλον το στοιχείον παρά την επέκτασιν την εις μέσον και την κυκλοτερή. Το μεν…κυκλοτερές και πέριξ, του όντος αιώνος μιμείται τα πέριξ, το δε εις μέσον μακρόν έχον, την επέκτασιν του αιώνος.
Την επέκτασιν του αιώνος…. Από το εδώ έως εκεί…ελαύνει, έλπεται, επλίζει, Εώς (αυγή).Δεν είναι τυχαίο ότι φωνάζουμε από απόστασιν Ε….δεν είναι τυχαίο που η συλλαβική αύξησι του παρατατικού και αορίστου είναι Ε, λύω, έλυον, έλυσα, παιδεύω, επαίδευον, επαίδευσα. Η αύξησις δηλοί το παρελθόν *γραμ. Τζαρτζάνου
΄Ερα = γή, έργον , ερωή= ορμή, ΄Ερως…Επίσης προθέσεις και σύνδεσμοι τόπου και χρόνου σημαντικά΄, ΄εν, ει , εάν, επί, εκ εις ,ες, εσω, εσμί=ειμί, εις, ο ένας , ο πορευόμενος μόνος….εγώ…Ε= προσωπική αντωμία τρίτου προσώπου εαυτός, ενέργεια.
F
Το δίγαμμα οφείλει το όνομά τους εις το σχήμα του, το οποίον προσομοιάζει εις διπλούν γάμμα, Υπάρχει και στις πινακίδες της συλλαβικής γραμμικής β, όπως πχ.F Ι-ΡΙ-ΖΑ, FΡΙΖΑ,ΡΙΖΑ, FΟΙΝΟΣ –ΟΙΝΟΣ. Αφαιρέθηκε από το ιωνικό αττικό αλφάβητο το 403 πχ επί άρχοντος Ευκλείδου.
Ετίθετο στην αρχήν όσων λέξεων ήρχιζαν από ρ ( Fράκος, Fρόδον,F ράδιος, Fόθεν, ή από φωνήεν, Fάναξ,Fέργον, Fεκαστος, Fοίκος κλπ.
Συχνά ετίθετο και εις το μέσον λέξεως όπου όταν αφηρέθη, αντικατεστάθη από το ύψιλον ναF ς , ναύτης, α Fς ,αυς,κλπ.
Η προφορά του ήτο άλλοτε ως ελαφρύ β ή φ άλλοτε γ ,άλλοτε δ.Διετηρήθη στο χαλκιδικό αλφάβητο το οποίο υιοθετήθηκε από τους λατίνους και διεδόθη στην δύσιν ως λατινικόν. Παραμένει μέχρι σήμερα στην θέση του A,B,C,D,E,F……
Z
Ζήτα το στοιχείον υπό του Ζήτου του Βορεόυ, ού μεμνηται Απολλώνιος.
Ζήτης υιός του Βορέου και Ωρειθυίας, Αργοναύτης. Το γράμμα Ζ αναλύεται σε Σ και Δ, όθεν Συριγμός και Δούπος .
Γράφει σχετικός ο Αριστοτέλης.
Οι μεν το ζα εκ του σ και δ και α φασίν είναι, οι δε τινες έτερον φθόγγον φασίν είναι και ουδένα των γνωρίμων.
Δια τουσχήματός του δυνατόν να συμβολίζει την γεφύρωσιν δύο αντικρυστών άκρων, όθεν ζεύγνυμι( ζεύγος, ζυγός, ζυγίται= οι κωπηλάται της μεσαίας σειράς της τριήρους.
Ο Πλάτων το χαρακτηρίζει γράμμα πενευματώδες. ΄Οθεν βασικές λέξεις, ζωή, ζω, ζέω, Ζεύς….
[/b][/b]
ο δέλτα είναι το μόνο γράμμα που δεν αναλύεται στο μέγα ετυμολογικό. Προέρχεται από τη γραμμική γραφή. Συμβολίζει προφανώς και τον παραγόμενο ήχο,δούπον υπό του δελτοειδούς πελέκεως. Ο Πλάτων στον Κρατύλο μιλά για τη δύναμη της του δέλτα συμπιέσεως. Εκφράζει Δύναμη και διαθέτει σταθερότητο σχήμα, ως δρυς,δένδρον δασύς, δίος ,δεσμός, δώμα,Τ δόρυ,δούρειος, δαν ,δαίω,δάκνω,δαμάζω,δείδω(φοβούμαι) , δύω (βυθίζω), (βλάπτω εξ΄ου δηλητήριον),δέλεαρ, δόλος, δελήτιον (δόλωμα),δέρω(γδέρνω),δράττω, δρέπανον….
Τα σχόλια Vaticana αναφέρουν ότι το δέλτα «Διάρτιον εστί) δηλαδή ισόπλευρον.
[b]Ε
΄Εψιλον το στοιχείον παρά την επέκτασιν την εις μέσον και την κυκλοτερή. Το μεν…κυκλοτερές και πέριξ, του όντος αιώνος μιμείται τα πέριξ, το δε εις μέσον μακρόν έχον, την επέκτασιν του αιώνος.
Την επέκτασιν του αιώνος…. Από το εδώ έως εκεί…ελαύνει, έλπεται, επλίζει, Εώς (αυγή).Δεν είναι τυχαίο ότι φωνάζουμε από απόστασιν Ε….δεν είναι τυχαίο που η συλλαβική αύξησι του παρατατικού και αορίστου είναι Ε, λύω, έλυον, έλυσα, παιδεύω, επαίδευον, επαίδευσα. Η αύξησις δηλοί το παρελθόν *γραμ. Τζαρτζάνου
΄Ερα = γή, έργον , ερωή= ορμή, ΄Ερως…Επίσης προθέσεις και σύνδεσμοι τόπου και χρόνου σημαντικά΄, ΄εν, ει , εάν, επί, εκ εις ,ες, εσω, εσμί=ειμί, εις, ο ένας , ο πορευόμενος μόνος….εγώ…Ε= προσωπική αντωμία τρίτου προσώπου εαυτός, ενέργεια.
F
Το δίγαμμα οφείλει το όνομά τους εις το σχήμα του, το οποίον προσομοιάζει εις διπλούν γάμμα, Υπάρχει και στις πινακίδες της συλλαβικής γραμμικής β, όπως πχ.F Ι-ΡΙ-ΖΑ, FΡΙΖΑ,ΡΙΖΑ, FΟΙΝΟΣ –ΟΙΝΟΣ. Αφαιρέθηκε από το ιωνικό αττικό αλφάβητο το 403 πχ επί άρχοντος Ευκλείδου.
Ετίθετο στην αρχήν όσων λέξεων ήρχιζαν από ρ ( Fράκος, Fρόδον,F ράδιος, Fόθεν, ή από φωνήεν, Fάναξ,Fέργον, Fεκαστος, Fοίκος κλπ.
Συχνά ετίθετο και εις το μέσον λέξεως όπου όταν αφηρέθη, αντικατεστάθη από το ύψιλον ναF ς , ναύτης, α Fς ,αυς,κλπ.
Η προφορά του ήτο άλλοτε ως ελαφρύ β ή φ άλλοτε γ ,άλλοτε δ.Διετηρήθη στο χαλκιδικό αλφάβητο το οποίο υιοθετήθηκε από τους λατίνους και διεδόθη στην δύσιν ως λατινικόν. Παραμένει μέχρι σήμερα στην θέση του A,B,C,D,E,F……
Z
Ζήτα το στοιχείον υπό του Ζήτου του Βορεόυ, ού μεμνηται Απολλώνιος.
Ζήτης υιός του Βορέου και Ωρειθυίας, Αργοναύτης. Το γράμμα Ζ αναλύεται σε Σ και Δ, όθεν Συριγμός και Δούπος .
Γράφει σχετικός ο Αριστοτέλης.
Οι μεν το ζα εκ του σ και δ και α φασίν είναι, οι δε τινες έτερον φθόγγον φασίν είναι και ουδένα των γνωρίμων.
Δια τουσχήματός του δυνατόν να συμβολίζει την γεφύρωσιν δύο αντικρυστών άκρων, όθεν ζεύγνυμι( ζεύγος, ζυγός, ζυγίται= οι κωπηλάται της μεσαίας σειράς της τριήρους.
Ο Πλάτων το χαρακτηρίζει γράμμα πενευματώδες. ΄Οθεν βασικές λέξεις, ζωή, ζω, ζέω, Ζεύς….
[/b][/b]
O Λουκιανός στη «Δίκη φωνηέντων» επισημαίνει ότι πρέπει τα κάθε γράμμα «μένειν εφ΄ης τάξεως τετύχηκε».Διότι ο « πρώτος τους νόμους διατυπώσας»καθώρισε την ποιότητα και τη δύναμη του καθενός καθώς και ποιο θα είναι πρώτο και ποιο δεύτερο.
Στο Κρατύλο δε του Πλάτωνος διαβάζουμε « Τα προσήκοντα δει αυτό γράμματα έχειν» δηλαδή πρέπει να έχει τα κατάλληλα τα αρμόζοντα γράμματα δια να κείται καλώς το όνομα.
Διότι το όνομα είναι μίμησης όπως και η ζωγραφική « έστι δε που και το όνομα μίμημα, ώσπερ το ζωγράφημα».Γίνεται λοιπόν φανερό ότι τόσο τα σχήματα όσο και οι ονομασίες των γραμμάτων έχουν βαθειά συνάφεια με την ετυμολογία αρχαιοτάτων ελληνικών λέξεων.
Η κάθε ελληνική πόλεις κράτος, διέθετε τη δική της διάλεκτο και έτσι έχουμε 4 κύριες ομάδες ελληνικής γλώσσας. ΑΡΚΑΔΟΚΥΠΡΙΑΚΗ<ΑΙΟΛΙΚΗ<ΔΩΡΙΚΗ και ΙΩΝΙΚΗ-ΑΤΤΙΚΗ.
Η Αιολική και Δωρική μοιάζουν μεταξύ τους όπως λέει και ο Στράβων «την δε Δωρίδα τη Αιολίδη ομοίαν».
΄Ολες αυτές οι διάλεκτοι ήταν κατανοητές από όλους τους ΄Ελληνες τελικώς όμως η Ιωνική – Αττική εκάλυψε τις άλλες φωνές και δημιουργήθηκε κοινή γλώσσα η Ιωνική.
΄Όπως ακριβώς με τις διαλέκτους έτσι και η κάθε πόλη διέθετε το δικό της αλφάβητο με πολύ μικρές παραλλαγές από τα άλλα. Το Κορινθιακό διέθετε 25 γράμματα όπως και το Χαλκιδικό και της Μιλήτου το δε Κρητικό 21.
Το σημερινό ελληνικό αλφάβητο είναι το επικρατήσαν ιωνικό-αττικό και το διδάσκουμε ονομάζοντας τα γράμματα ,όπως τα αναφέρει ο Αθηναίος εις τους «Δειπνοσοφιστάς» «Βήτα ΄Αλφα ΒΑ, Βήτα ΄Ητα ΒΗ, Βήτα Ιώτα ΒΙ…»
Το Ιωνικό αλφάβητο είχε αρχικά 27 γράμματα, 3 από τα οποία απεβληθησαν το 403 π.χ επί άρχοντος Αθηνών Ευκλείδου με την εισήγηση του Αρχίνου. Τα γράμματα που αφαιρέθηκαν είναι το δίγαμμα «F) το κόππα .και το σαμπί.
Τα γράμματα εγράφοντο κεφαλαία. Η μικρογράμματη γραφή, που αλλοιώνει τον αρχέγονο συμβολισμό τους ο οποίος ήταν απόλυτα σύμφωνος με το σχήμα τους, αναπτύχθηκε αργότερα στους Ελληνιστικούς χρόνους, οπόπτε λόγω της πληθωρικής παραγωγής των χειρογράφων, οι αντιγραφείς άρχισαν να στρογγυλεύουν τις γωνίες και να αλλοιώνουν το γεωμετρικό τους σχήμα, το οποίο είχε επιμεληθή ο Πυθαγόρας. «Πυθαγόρας του κάλλους αυτών επεμελήθη, εκ της κατά γεωμετρικόν γραμμής, ρυθμίσας αυτά γωνίαις και περιφερείαις και ευθείαις….»Σχόλια εις Διονύσιον τον Πράκα..
Α
ΕΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ ΜΕΓΑ « ΄Αλφα το στοιχείον, παρά το άλφω το ευρίσκω. Πρώτον γαρ των άλλων στοιχείων ευρέθη…..Αλφηστής , ο άνθρωπος παρά το αλφείν. Μόνος γάρ ο άνθρωπος ευρετικός εστί.
Ησύχιος ΄Αλφή η τιμή και άλφα το στοιχείον.
Αλφώ= ευρίσκω, διανοούμαι
Άλφω=ωφελώ
Αλφάζω=επινοώ
Αλφάνω ή αλφαίνω=προσπορίζομαι, κτώμαι , φέρω, ευρίσκω.
Στα ιδεογράμματα το άλφα συμβολίζεται με το σχήμα ενός ανθρώπου.
Ο Πλούταρχος επεξηγεί ότι το άλφα τίθεται πρώτον επειδή «φύσει» εκ των ενάρθρων, εκφέρεται με απλό άνοιγμα του στόματος και εκπνοήν. «τα νήπια
ταύτηνπρώτην αφιέναι φωνήν….Γι αυτό αρχίζουν από άλφα οι λέξεις ανοίγω,αλαλάζω, αίω, αυλώ, άδω, αίρω……
Οι σημιτοφοίνικες όμως αδυνατώντας να κατανοήσουν αυτά ονόμασαν το άλφα άλεφ= από το αλφή=κτήσις, περιουσία και του έδωσαν την έννοια του βοδιού με συνεκδοχή του αλφαίνω + βους.
Β
Ετ.Μέγα, Βήτα, το στοιχείον, ότι δευτέραν έχον τάξιν, επιβέβηκεν των λοιπών.
Βητός=βατός, διαβατός
Βηταρμός, εκ του βαίνω + αρμός= έρρυθμον βήμα.
Δια του Βήτα εκφράζεται γενικώς η βοή και ο ισχυρότερος των ανέμων, ο βορέας. Βορέας και βοή πνέοντος ανέμου δύνανται να εκληφθούν και ως αίτιον κινήσεως, όθεν βαίνω, βαδίζω, βάσις =βάδισις, αλλά και πορεία, εκ του πόρος «θαλάσσιον πέρασμα».Γι΄αυτό δεν είναι τυχαίο που το σχήμα Β ενθυμίζει ιστόν με αναπεπταμένα ιστία, δηλ. με φουσκωμένα πανιά. ΄Οθεν Β.Β.Β..= κινητήριος δύναμις.
Επίσης βάρος, διότι βαρύς είναι ο δυσκόλως αιρόμενος, όθεν δια βογγητού προσπάθεια άρσεως. Υπάρχουν όμως και λέξεις οι οποίες φαινομενικώς αρχίζουν από Β.Στην ουσία αυτό το Β είναι το παλαιόν δίγαμμα, πχ. βία Fiα,βίος Fioς…
Γ
Ετυμ.Μέγα «Γάμα το στοιχείο παρά το αμάν την γην, το θερίζειν.Δρεπανώδες γαρα εστίν ώ = γι΄αυτό και ο τύπος του γράμματος όμοιος εστί.
Το σχήμα του γράμματος φανερώνει αρχέγονο ξύλινο εργαλείο με το οποίο ο άνθρωπος εχάραξε, εσκάλισε τη γή. Κατά την χάραξιν αυτή ακούστηκε και ο ήχος του Γ….Γ…
Ύνις (γυνί) είναι το σίδηρον εις το άκρον του αρότρου, το τέμνον την γην (σύροντι..ύνιν)
Γύης είναι το κεκαμμένον ξύλον του αρότρου όπου προσηρμόζετο η ύνις. Συνεκδοχικώς Γύαι είναι τα χωράφια, οι Γαίοι και τελικώς η Γη, αλλά και η Γυνή η οποία Γεννά όπως η Γή .Η κοιλία της γυναικός απεκαλείτο και άρουρα= καλλιεργήσιμη γη, δεχόμενη τον γόνον. Γνύθος = όρυγμα.
Το κεκαμμένο αυτό εργαλείο εχρησίμευσε αργότερα και για τη χάραξη της γραφής εικόνων και γραμμάτων.
Επίσης η γωνία είναι ακριβώς δύο συναντώμενες ευθείες. Το γόνυ μας Γναμπτόμενον , =καμπτόμενον , το ίδιο.
(συνεχίζεται)
Στο Κρατύλο δε του Πλάτωνος διαβάζουμε « Τα προσήκοντα δει αυτό γράμματα έχειν» δηλαδή πρέπει να έχει τα κατάλληλα τα αρμόζοντα γράμματα δια να κείται καλώς το όνομα.
Διότι το όνομα είναι μίμησης όπως και η ζωγραφική « έστι δε που και το όνομα μίμημα, ώσπερ το ζωγράφημα».Γίνεται λοιπόν φανερό ότι τόσο τα σχήματα όσο και οι ονομασίες των γραμμάτων έχουν βαθειά συνάφεια με την ετυμολογία αρχαιοτάτων ελληνικών λέξεων.
Η κάθε ελληνική πόλεις κράτος, διέθετε τη δική της διάλεκτο και έτσι έχουμε 4 κύριες ομάδες ελληνικής γλώσσας. ΑΡΚΑΔΟΚΥΠΡΙΑΚΗ<ΑΙΟΛΙΚΗ<ΔΩΡΙΚΗ και ΙΩΝΙΚΗ-ΑΤΤΙΚΗ.
Η Αιολική και Δωρική μοιάζουν μεταξύ τους όπως λέει και ο Στράβων «την δε Δωρίδα τη Αιολίδη ομοίαν».
΄Ολες αυτές οι διάλεκτοι ήταν κατανοητές από όλους τους ΄Ελληνες τελικώς όμως η Ιωνική – Αττική εκάλυψε τις άλλες φωνές και δημιουργήθηκε κοινή γλώσσα η Ιωνική.
΄Όπως ακριβώς με τις διαλέκτους έτσι και η κάθε πόλη διέθετε το δικό της αλφάβητο με πολύ μικρές παραλλαγές από τα άλλα. Το Κορινθιακό διέθετε 25 γράμματα όπως και το Χαλκιδικό και της Μιλήτου το δε Κρητικό 21.
Το σημερινό ελληνικό αλφάβητο είναι το επικρατήσαν ιωνικό-αττικό και το διδάσκουμε ονομάζοντας τα γράμματα ,όπως τα αναφέρει ο Αθηναίος εις τους «Δειπνοσοφιστάς» «Βήτα ΄Αλφα ΒΑ, Βήτα ΄Ητα ΒΗ, Βήτα Ιώτα ΒΙ…»
Το Ιωνικό αλφάβητο είχε αρχικά 27 γράμματα, 3 από τα οποία απεβληθησαν το 403 π.χ επί άρχοντος Αθηνών Ευκλείδου με την εισήγηση του Αρχίνου. Τα γράμματα που αφαιρέθηκαν είναι το δίγαμμα «F) το κόππα .και το σαμπί.
Τα γράμματα εγράφοντο κεφαλαία. Η μικρογράμματη γραφή, που αλλοιώνει τον αρχέγονο συμβολισμό τους ο οποίος ήταν απόλυτα σύμφωνος με το σχήμα τους, αναπτύχθηκε αργότερα στους Ελληνιστικούς χρόνους, οπόπτε λόγω της πληθωρικής παραγωγής των χειρογράφων, οι αντιγραφείς άρχισαν να στρογγυλεύουν τις γωνίες και να αλλοιώνουν το γεωμετρικό τους σχήμα, το οποίο είχε επιμεληθή ο Πυθαγόρας. «Πυθαγόρας του κάλλους αυτών επεμελήθη, εκ της κατά γεωμετρικόν γραμμής, ρυθμίσας αυτά γωνίαις και περιφερείαις και ευθείαις….»Σχόλια εις Διονύσιον τον Πράκα..
Α
ΕΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ ΜΕΓΑ « ΄Αλφα το στοιχείον, παρά το άλφω το ευρίσκω. Πρώτον γαρ των άλλων στοιχείων ευρέθη…..Αλφηστής , ο άνθρωπος παρά το αλφείν. Μόνος γάρ ο άνθρωπος ευρετικός εστί.
Ησύχιος ΄Αλφή η τιμή και άλφα το στοιχείον.
Αλφώ= ευρίσκω, διανοούμαι
Άλφω=ωφελώ
Αλφάζω=επινοώ
Αλφάνω ή αλφαίνω=προσπορίζομαι, κτώμαι , φέρω, ευρίσκω.
Στα ιδεογράμματα το άλφα συμβολίζεται με το σχήμα ενός ανθρώπου.
Ο Πλούταρχος επεξηγεί ότι το άλφα τίθεται πρώτον επειδή «φύσει» εκ των ενάρθρων, εκφέρεται με απλό άνοιγμα του στόματος και εκπνοήν. «τα νήπια
ταύτηνπρώτην αφιέναι φωνήν….Γι αυτό αρχίζουν από άλφα οι λέξεις ανοίγω,αλαλάζω, αίω, αυλώ, άδω, αίρω……
Οι σημιτοφοίνικες όμως αδυνατώντας να κατανοήσουν αυτά ονόμασαν το άλφα άλεφ= από το αλφή=κτήσις, περιουσία και του έδωσαν την έννοια του βοδιού με συνεκδοχή του αλφαίνω + βους.
Β
Ετ.Μέγα, Βήτα, το στοιχείον, ότι δευτέραν έχον τάξιν, επιβέβηκεν των λοιπών.
Βητός=βατός, διαβατός
Βηταρμός, εκ του βαίνω + αρμός= έρρυθμον βήμα.
Δια του Βήτα εκφράζεται γενικώς η βοή και ο ισχυρότερος των ανέμων, ο βορέας. Βορέας και βοή πνέοντος ανέμου δύνανται να εκληφθούν και ως αίτιον κινήσεως, όθεν βαίνω, βαδίζω, βάσις =βάδισις, αλλά και πορεία, εκ του πόρος «θαλάσσιον πέρασμα».Γι΄αυτό δεν είναι τυχαίο που το σχήμα Β ενθυμίζει ιστόν με αναπεπταμένα ιστία, δηλ. με φουσκωμένα πανιά. ΄Οθεν Β.Β.Β..= κινητήριος δύναμις.
Επίσης βάρος, διότι βαρύς είναι ο δυσκόλως αιρόμενος, όθεν δια βογγητού προσπάθεια άρσεως. Υπάρχουν όμως και λέξεις οι οποίες φαινομενικώς αρχίζουν από Β.Στην ουσία αυτό το Β είναι το παλαιόν δίγαμμα, πχ. βία Fiα,βίος Fioς…
Γ
Ετυμ.Μέγα «Γάμα το στοιχείο παρά το αμάν την γην, το θερίζειν.Δρεπανώδες γαρα εστίν ώ = γι΄αυτό και ο τύπος του γράμματος όμοιος εστί.
Το σχήμα του γράμματος φανερώνει αρχέγονο ξύλινο εργαλείο με το οποίο ο άνθρωπος εχάραξε, εσκάλισε τη γή. Κατά την χάραξιν αυτή ακούστηκε και ο ήχος του Γ….Γ…
Ύνις (γυνί) είναι το σίδηρον εις το άκρον του αρότρου, το τέμνον την γην (σύροντι..ύνιν)
Γύης είναι το κεκαμμένον ξύλον του αρότρου όπου προσηρμόζετο η ύνις. Συνεκδοχικώς Γύαι είναι τα χωράφια, οι Γαίοι και τελικώς η Γη, αλλά και η Γυνή η οποία Γεννά όπως η Γή .Η κοιλία της γυναικός απεκαλείτο και άρουρα= καλλιεργήσιμη γη, δεχόμενη τον γόνον. Γνύθος = όρυγμα.
Το κεκαμμένο αυτό εργαλείο εχρησίμευσε αργότερα και για τη χάραξη της γραφής εικόνων και γραμμάτων.
Επίσης η γωνία είναι ακριβώς δύο συναντώμενες ευθείες. Το γόνυ μας Γναμπτόμενον , =καμπτόμενον , το ίδιο.
(συνεχίζεται)
Προέρχεται τελικά το ελληνικό αλφάβητο από τους Φοίνικες, όπως είναι η επίσημη εκδοχή, η οποία στηρίζεται και στον Ηρόδοτο ο οποίος λέει « οι δε Φοίνικες ….εισήγαγον διδασκάλια ες τους ΄Ελληνας και δη και γράμματα ούκ εόντα πριν ΄Ελλησι ως εμοί δοκέει….» ; Μία παρατήρηση είναι ότι ο Ηρόδοτος, δεν είναι σίγουρος γι΄αυτό και χρησιμοποιεί την έκφραση « ως εμοί δοκέει» δηλαδή «όπως μου φαίνεται». Δεύτερη παρατήρηση ο Ηρόδοτος γράφει « εισήγαγον γράμματα» και όχι «εισήγαγον τα γράμματα» δηλαδή έφεραν κάποια γράμματα ( ενδεχομένως διαφορετικά απ΄αυτά που χρησιμοποιούσαν μέχρι τότε οι ΄Ελληνες. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αντίθετα με τον Ηρόδοτο αναφέρει «Ταις δε Μούσαις δοθήναι παρά του πατρός την εύρεσιν των γραμμάτων» .Και διευκρινίζει ότι ακόμη και τα λεγόμενα «φοινίκεια» γράμματα δεν είναι εφεύρεσις των Φοινίκων, αλλά διασκευή άλλων γραμμάτων, δηλαδή των ελληνικών κρητικών. «Φασίν τους Φοίνικας ουκ εξ΄αρχής ευρείν, αλλά τους τύπους των γραμμάτων μεταθείναι μόνον…» Ο ιστορικός Δούρις ο Σάμιος απέδιδε τα γράμματα εις τον Φοίνικα παιδαγωγό του Αχιλλέως .Πέραν αυτού οι Κρήτες Φιλισταίοι όταν εγκαταστάθηκαν στην Παλαιστήνη έφεραν και τη γραφή τους την οποία μιμήθηκαν οι Φοίνικες οι οποίοι εσφετερίσθησαν το όνομα των Ελλήνων κατοίκων της Φοινίκης για ν΄αποκτήσουν ιστορική ονομασία και καταξίωση .Ιδρυτής της Φοινίκης ήταν ο Αγήνωρ, πατήρ του Φοίνικος και της Ευρώπης. «Αγήνωρ δε, παραγενόμενος εις Φοινίκην, γαμεί Τηλέφασσαν και τεκνοί θυγατέρα μεν Ευρώπην , παίδας δε Κάδμον και Φοίνικα και Κίλικα»(Απολλόδωρος Γ΄).Παραμένει επίσης το γεγονός ότι τελικά οι Φοίνικες δεν συνέγραψαν κάτι εκτός από λογαριασμούς .Διότι το φιλαμαθές ανήκει εις τους ΄Ελληνας, ενώ το φιλοχρήματον περί τους Φοίνικας..Πλατωνας. Πολιτ. 435.
Επίσης ο ΄Ομηρος επιβεβαιώνει ότι η γραφή ήταν γνωστή στην Ελλάδα πριν τον Τρωικό πόλεμο όταν αναφέρεται στον Βελλερεφόντη «γράψας εν πίνακι πτυκτώ θυμοφθόρα πολλά». Ο Διονύσιος ο Θραξ, μαθητής του Αρίσταρχου αναφέρει ότι η γραμματική ήταν σε χρήση στην Ελλάδα πριν τον Τρωικό Πόλεμο,Οι αρχαίοι γραμματικοί επίσης αναφέρουν ότι ο Πυθαγόρας έδωσε στα γράμματα τη μορφή την οποία διατηρούν σήμερα, ενώ παλαιότερα ήταν κακοφτιαγμένα και ότι ο Προναπίδης υπήρξε ο πρώτος που ετακτοποίησε τον τρόπο γραφής, παρόμοιον με αυτό που χρησιμοποιούμε σήμερα.
Στην Αθήνα, η φράση "Ἔδοξεν τῇ Βουλῇ καὶ τῷ Δήμῳ" γραφόταν "ΕΔΟΧΣΕΝ ΤΕΙ ΒΟΛΕΙ ΚΑΙ ΤΟΙ ΔΕΜΟΙ" πριν την υιοθέτηση του κλασσικού Ιωνικού αλφαβήτου το 403 π.Χ.
Οι αρχαίοι ΄Ελληνες, αρχικά είχαν 16 γράμματα. Α,Β,Γ,Δ,Ρ,Ι,Κ,Λ,Μ,Ν,Ο,Π,Ρ,Σ,Τ,Υ/ Ο Σιμωνίδης τον Δ΄π.χ αι πρόσθεσε το Η,Ω,Ξ,Ψ, ενώ ο Παλαμήδης είχε επινοήσει το Θ,Φ,Χ,Ζ ή ο Επίχαρμος των Συρακουσών, σύγχρονος του Κάδμου.
Αρχικά το παλαιότερο δείγμα ελληνικής γραφής εθεωρείτο μία επιγραφή σε πήλινο αγγείο , στην οινοχόη του Διπύλου, του 8ου π.χ αι. ΗΟΣ ΝΥΝ ΟΡΧΕΣΤΟΝ ΠΑΝΤΟΝ ΑΤΑΛΟΤΑΤΑ ΠΑΙΖΕΙ ΤΟΤΟ ΔΕΚΑΝ ΜΙΝ ( όποιος απ΄όλους τους ορχηστές απαλότατα χορεύει αυτό να δοθεί σ΄αυτόν ).Αργότερα ήρθαν και άλλα δείγματα γραφής πολύ παλαιότερα ιερογλυφικά, γραμμική Α΄και Β΄που χωρίς αμφιβολία είναι Ελληνικές γραφές, με σημαντικό ιερογλυφικό μνημείο το δίσκο της Φαιστού. Το 1930 στη Ιθάκη βρέθηκαν κεραμεικά όστρακα του 2700 π.χ που είχαν συμβολικά σχήματα πρόμοια με αυτά της Γραμμικής Α και Β.
Το σημερινό ελληνικό αλφάβητο είναι το ιωνικό αττικό. Κάθε ελληνική πόλη είχε το δικό της ασφάβητο με πολύ μικρές παραλλαγές. Το Ιωνικό είχε αρχικά 27 γράμματα τρία από τα οποία απεβλήθησαν το 403 πχ επί Ευκλείδου, με εισήγηση του πολιτικού και ρήτορα Αρχίνου. Αφαιρέθηκε το δίγαμμα, το κόππα και το σαμπί.Το Κορινθιακό αλφάβητο είχε 24 γράμματα, το Κρητικό 21, της Μιλήτου 24 και το Χαλκιδικό 25.Το Χαλκιδικό το πήραν από τους ΄Ελληνες άποικους της Κύμης, οι κάτοικοι του Λατίου της Ιταλίας και προσαρμόζοντάς το προέκυψε το Λατινικό, το οποίο επι της ουσίας είναι το Ελληνικό χαλκιδικό. Από το Ελληνικό αλφάβητο κατάγονται το Ετρουσκικό, Κυριλικό, Φρυγικό, της Λυκίας, το Λυδικό, Αρμενικό , Κοπτικό, Γοτθικό, Ρουνικό κλπ.
Οι απαρχές της Ελληνικής γραφής χάνονται στα βάθη της Προιστορίας. Η πινακίδα του Δισπηλιού της Καστοριάς, την οποία βρήκε ο καθηγητής Γ.Χουρμουζιάδης το 1993,χαρακτηρίστηκε η πρώτη γραφή του κόσμου αφού τόσο ο Δημόκριτος όσο και αρχαιομέτραι του εξωτερικού την τοποθέτησαν το 5.250 πχ.Σύγχρονη με την πινακίδα του Δισπηλιού είναι και η κροκάλη της Καυκανιάς,που βρέθηκε το 1994 και η οποία θεωρείται Μυκηναική. Επίσης όστρακο του 5500 πχ με ελληνική γραφή βρέθηκε στα Γιούρα των Σποράδων . Στο όστρακο αυτό διακρίνονται τα γράμματα Α,Υ,Δ. Επομένως απορρίπτεται και η θεωρία ότι τα Ομηρικά έπη και τα Ορφικά,διεδίδοντο προφορικώς.Η Ανύτη, ποιήτρια από την Τεγέα, σε επιγραφή που σώζεται εκφράζει τον θαυμασμό της προς τον ΄Ομηρο, ο οποίο έγραψε, εχάραξε τα δύο έπη τον ιλιακόν πόλεμον και τον Νόστον του Οδυσσέως. «Υιέ, Μέλητος, ΄Ομηρε, συ γαρ κλέος εν Ελλάδι πάση… δισσάς εκ στηθέων γραψάμενος σελίδας, υμνεί δ΄η μεν νόστον Οδυσσήος πολύπλαγκτον, η δε τον Ιλιακόν Δαρδανιδών πόλεμον. Τις ποτ. Ο τον Τροίης πόλεμον σελίδεσσιν χαράξας…»
Ο δε Κικέρων στο έργο του De Oratore γράφει Pisistratus,primus Homeri libros confuses antea,sic disposuisse…ut nunc habemus..δηλ. Ο Πεισίστρατος πρώτος συνήθροισε τα βιβλία του Ομήρου που ήσαν μέχρι τότε ανακατωμένα και έτσι τα έχουμε.

Ο λατίνος ιστορικός Τάκιτος επίσης λέει Arcade ab Evandro dedicerun litteras et forma litteris Latinis δηλαδή Οι Αρκάδες από τον Εύανδρο έφεραν τα γράμματα και τη γραφή στους Λατίνους. Ο Εύανδρος τοποθετείται στα μέσα της Β΄χιλιετίας π.χ. δηλαδή πριν από τη μεταφορά του Χαλκιδικού αλφαβήτου στη Δύση.
Ο Απολλόδωρος μας γνωρίζει ότι η Οίαξ, κατά τον Τρωικό πόλεμο έγραψε την είδηση του θανάτου του αδελφού του , του Παλαμήδη, πάνω σε πηδάλιο που τα θαλάσσια ρεύματα μετέφεραν στον πατέρα τους τον Ναύπλιο.Επίσης ο Παλαμήδης κατεδικάσθη, ως ελθών σε προδοτική συνεννόηση με τους Τρώες με βάση μία πλαστή επιστολή. Ο Ευριπίδης στην Ιφιγένεια εν Αυλίδι, παρουσιάζει τον Αγαμέμνοντα να γράφει, να σβήνει και να ξαναγράφει, μέχρι να συντάξει με εύσχημο τρόπο την επιστολή με την οποία θα καλούσε την κόρη του Ιφιγένεια για τη θυσία.Ο Γέροντας υπηρέτης του παρατηρεί « Εσύ ύψωσες το φως του λυχναριού και γράφεις αυτό το γράμμα που το κρατείς ακόμη στα χέρια σου και σβήνεις πάλι τα γραμμένα και το σφραγίζεις και πάλι το ανοίγεις και το πετάς κατά γης χύνοντας δάκρυα..» και ο Αγαμέμνων απαντά « λόγω φράσω σοι πάντα ταγγεγραμμένα « και εν δέλτου πτυχαίς γράψας έπεμψα»
Αρχαϊκή γραφή σε επιτύμβια πλάκα της Θήρας. Δείχνει το "ΚΗ" στη θέση του "Χ", και το "Ϻ" στη θέση του "Σ". Περιέχει τα εξής ονόματα: ΡΕΚϺΑΝΟΡ" (Ρηξάνωρ),
ΑΡΚΗΑΓΕΤΑϺ (Ἀρχαγέτας),
ΠΡΟΚΛΕϺ (Πρόκλης),
ΚΛΕΑΓΟΡΑϺ (Κλεαγόρας),
ΠΕΡΑΙΕΥϺ (Περαίευς).
Στην Βιέννη, σε ξύλινες πινακίδες σώζεται ένα εδάφιο της Εκάλης του Καλλίμαχου, και απόσπασμα του Σοφοκλέους όπου ο Αγαμέμνων διατάζει να του διαβάσουν από μία πινακίδα των κατάλογο των Ελλήνων Αρχηγών. Αλλά και στις Τραχίνιες αναφέρεται ότι ο Ηρακλής φεύγοντας από το σπίτι του αφήνει « δέλτον εγγεγραμμένη» περιέχουσα ξυνθήματα (μηνύματα).
Ο Θησέας στον Ιππόλυτο του Ευριπίδη αποσφραγίζει την επιστολή που του άφησε η Φαίδρα πριν απαγχονισθεί.
Στην ΄Αλκηστη ο Ευριπίδης αναφέρει ότι ο Ορφεύς είχε ήδη καταγράψει τη διδασκαλία του σε θρακιώτικες πινακίδες « Εν σανίσι Θρήσσαις» και ο Διόδωρος μας λέει ότι ο Ορφεύς ….χρήσασθαι τοις Πελασγικοίς γράμμασι τον Ορφέα,και Προπανίδην και Ομήρου διδάσκαλον».
Ο Αλκιδάμας επίσης «γράμματα μεν δη πρώτος Ορφεύς εξήνεγκε παρά Μουσών μαθών…..»
Ο Παυσανίας διαβεβαιώνει Βοιωτ.31,4 ,ότι οι Βοιωτοί του έδειξαν φθαρμένη από το χρόνο μολύβδινη πλάκα με τα έργα του Ησιόδου «μόλυβδον εδείκνυσαν υπό του χρόνου λελυμασμένον, εγγέγραπται δε αυτώ τα ΄Εργα».
Ο Πλούταρχος στο Βίον Θησέως αναφέρει ότι ο Θησέας λόγω θαλασσοταραχής απεβίβασε στην Κύπρο την ΄εγκυο Αριάδνη και ο ίδιος έσπευσε στο πλοίο του. Οι Κύπριες γυναίκες επειδή η Αριάδνη στενοχωριόταν λόγω της απουσίας του Θησέως της έφερναν «γράμματα πλαστά, ως του Θησέως γράφοντος αυτή»
Ο Αισχύλος στους Επτά επί θήβας καταγράφει σε ποια πύλη εκληρώθη να επιτεθεί καθένας από τους αρχηγούς αναφέροντας ότι στις σημαίες τους υπήρχαν και επιγραφές με μηνύματα απειλητικά προς τους πολιορκημένους «γραμμάτων εν ξυλλαβαίς , ως ουδ΄αν ΄Αρης εκβάλοι πυργωμάτων»΄
Ο Πολύαινος αφηγείται ότι ο Σίσυφος, πάππος του Οδυσσέως, επειδή ο Αυτόλυκος του έκλεπτε τας βόας ενέτηξε εις την χηλήν των βοών λειωμένο μολύβι όπου εχάραξε γράμματα εκτυπούντα «ΑΥΤΟΛΥΚΟΣ ΕΚΛΕΨΕ» κατηγορούντα εις τους γείτονας την Αυτολύκου κλοπήν.
Η κατά Κάδμον και Δαναόν γραμματική επί τε των Τρωικών ησκείτο , ως Δίκτυς εν ταις εφημερίσι φησί και μέχρι των Ευκλείδου του άρξαντος μετά ταύτα , διέμεινε χρόνων…..δηλ μέχρι το 403 π.χ.Syriani Sopatri 4.42.13.
O Aισχύλος αποδίδει γράμματα και αριθμούς εις τον Προμηθέα, ο οποίος συμβολίζει γενικά τον Ελληνικό Πολιτισμό. «Και μην αριθμόν,έξοχον σοφισμάτων, εξηύρον αυτοίς ,γραμμάτων τε συνθέσεις μνήμην απάντων» Προμηθ.Δεσμ.459.



(συνεχίζεται)
Ο εικονιζόμενος λοιπόν στο χαρτονόμισμα αυτό της Νότιας Αφρικής, είναι ο Jan van Riebeeck (21 April 1619 - 18 January 1677), αν και υποστηρίζεται ότι στο συγκεκριμένο εικονίζεται ο ΒαρθολομαίοςVermuyden. Η εικόνα του Jan van Riebeeck υπήρχε παντού στα γραμματόσημα και το νόμισμα της Νότιας Αφρικής από το 1940 έως το 1993.Μάλιστα η 6η Απριλίου είναι γνωστή ως ημέρα Van Riebeeck , και αργότερα ως Ημέρα Ιδρυτών », αλλά καταργήθηκε μετά τις δημοκρατικές εκλογές του 1994. Η εικόνα του αλλά και αγάλματα ωστόσο του ιδίου και της συζύγου του, παραμένουν πάντα όρθια στην Adderley Street, του Κέιπ Τάουν .
Ο θυρεός επίσης της πόλης του Κέιπ Τάουν βασίζεται στο οικόσημο της οικογένειας Van Riebeeck .
Πολλές πόλεις και χωριά εξακολουθούν να έχουν το όνομά του και το Riebeek-Kasteel είναι μία από τις αρχαιότερες πόλεις της Νοτίου Αφρικής, που βρίσκεται στα 75 χλμ. από το Κέιπ Τάουν στη κοιλάδαRiebeek .
Ποιός ήταν όμως αυτός;

O Jan Van Riebeeck γεννήθηκε στο Culemborg στην Ολλανδία και ήταν γιός χειρουργού. Μεγάλωσε στο Schiedam , όπου παντρεύτηκε την 19χρονη Μαρία ντε λα Quellerie στις 28 Μαρτίου 1649. Το ζευγάρι είχε οκτώ ή εννέα παιδιά, τα περισσότερα από τα οποία πέθαναν στην παιδική ηλικία. Ο γιος τους Αβραάμ van Riebeeck , γεννήθηκε στο ακρωτήριο, που αργότερα έγινε Γενικός Διοικητής των Ολλανδικών Ανατολικών Ινδιών.
Συμμετέχοντας στο Vereenigde Oost-Indische Compagnie (VOC) στην Ολλανδική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών το 1639, υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις, συμπεριλαμβανομένης εκείνης του βοηθού χειρουργού στην Μπατάβια στις Ανατολικές Ινδίες . Στη συνέχεια, επισκέφθηκε την Ιαπωνία .
Το 1651 προσφέρθηκε εθελοντικά να αναλάβει την δημιουργία Ολλανδικής αποικίας στη Νότια Αφρική . ΄Εφτασε με τρία πλοία (Dromedaris,Reijger και Goede Στεφάνι)στο αργότερα ονομαζόμενο Κέιπ Τάουν στις 6 Απριλίου 1652 .

την εποχή των μεγάλων εξερευνήσεων.
Τότε που οι Ολλανδοί αποφασίζουν να ανταγωνιστούν στο εμπόριο τους Πορτογάλους. Με οποιοδήποτε μέσο βαναυσότητας και αγριότητας έναντι των ιθαγενών της περιοχής. Το σημερινό Κέιπ Τάουν θεωρείται η μεγαλύτερη ολλανδική αποικία εκείνη την περίοδο στο εξωτερικό. Ο Γιαν βαν Ρίμπεκ λειτουργεί ισοπεδωτικά για λογαριασμό της Ολλανδικής Εταιρίας των Ανατολικών Ινδιών. Ακολουθεί ο πόλεμος των Μπόερς που ποτίζει με αίμα την γη των αποίκων. Η Ολλανδία εκείνη την περίοδο μιμείται την ιμπεριαλιστική μεθοδολογία του Γιαν Βαν Ρίμπεκ και δημιουργεί κι άλλες αποικίες. Τις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες (σημερινή Ινδονησία) και το Σουρινάμ. Σύμφωνα με ιστορικά κείμενα κατά την περίοδο της αποικιοκρατίας η Ολλανδία εμπλεκόταν ιδιαίτερα στο εμπόριο σκλάβων. Οι Ολλανδοί άποικοι και ιδιοκτήτες φυτειών βασίζονταν στους αφρικανούς σκλάβους για τις καλλιέργειες καφέ, κακάο, ζαχαροκάλαμου και βαμβακιού κατά μήκος των διαφόρων ποταμών. Η μεταχείριση των σκλάβων ήταν ιδιαίτερα άσχημη και αρκετοί δραπέτευαν. Η δουλεία καταργήθηκε από την Ολλανδία στο Σουρινάμ το 1863, αλλά το σύνολο των σκλάβων δεν απελευθερώθηκε παρά μόνο μέχρι το 1873 μετά από μία υποχρεωτική δεκαετή περίοδο μετάβασης, κατά την οποία δούλευαν στις φυτείες για τον ελάχιστο μισθό και χωρίς βασανιστήρια. Ένα από τα πιο θλιβερά κομμάτια της ιστορίας που αποτέλεσε πυξίδα για τα κέντρα των Διεθνών Νομισματικών Ταμείων που άλωσαν και κατέστρεψαν την συνοχή δημοκρατικών κρατών που φαλίρισαν.
Στην ιστοσελίδα Travel Plorel διαβάζουμε για το Cape Town" Πολλά θα μπορούσα να γράψω για την ιστορία αυτού του τόπου. Τα περισσότερα από αυτά τα έχετε ήδη ακούσει χρόνια πριν. Την περιοχή ανακάλυψαν το 1660 οι Ολλανδοί. Από κει και πέρα άρχισαν τα βάσανα της. Ο επικεφαλής Ολλανδός της εταιρίας των Δυτικών Ινδιών, ο Γιαν Βαν Ρίμπεκ θεώρησε καλό να φυτέψει ένα φράχτη για να μην έρχονται σε επαφή οι λευκοί με τη φυλή των μαύρων που κατοικούσε ήσυχα στο νησί. Μετά, αυτός ο εμπνευσμένος άνθρωπος έφερε σκλάβους από περιοχές όπως η Ινδία, η Ινδονησία και άλλες για να δουλέψουν στα χωράφια. Σιγά σιγά η φυλή των μαύρων εξοντώθηκε και όσοι απέμειναν εξαναγκάστηκαν να γίνουν εργάτες με μισθό πείνας. Ουσιαστικά δηλαδή ήταν και αυτοί δούλοι των λευκών. Τον 18ο αιώνα τη σκυτάλη πήραν οι Βρετανοί όταν νίκησαν τους Ολλανδούς και έγιναν κυρίαρχοι της αποικίας. Σύντομα η πόλη και η ευρύτερη περιοχή αναδείχτηκε σε έναν παράδεισο για τους λευκούς. Χρήμα, ωραίος τρόπος ζωής, εμπόριο λόγω του λιμανιού και άφθονοι μαύροι για να δουλεύουν. Κατανοείτε βέβαια τι τράβηξαν οι μαύρες γυναίκες οι οποίες ήταν ούτως ή άλλως λίγες. Στη βόλτα σας στην πόλη θα συναντήσετε πολλούς μιγάδες των οποίων οι ρίζες χάνονται σε εκείνη την εποχή των βιασμών των μαύρων γυναικών από τους λευκούς. Το δουλεμπόριο καταργήθηκε μεν στις αρχές του 18ου αιώνα αλλά ό,τι προέκυψε ήταν κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των λευκών. Μετά ήρθε η ανακάλυψη διαμαντιών και χρυσού, δημιουργήθηκαν πολλά ορυχεία και οι λευκοί πλέον εγκαταστάθηκαν και πλούτισαν κατά ορδές. Η επιδημία πανούκλας το 1901 ήταν το πρόσχημα για τον επίσημο φυλετικό διαχωρισμό. Οι μαύροι και οι έγχρωμοι εξοστρακίστηκαν από την πόλη, σε δικά τους χωριά, σε γη που τους παραχωρήθηκε. Επειδή τα μέρη αυτά ήταν επίπεδα τα ονόμασαν Cape Flats ονομασία που υπάρχει μέχρι σήμερα. Αργότερα οι φυλετικές διακρίσεις έγιναν εντονότερες μέχρι που αφαιρέθηκε από τους μαύρους το δικαίωμα ψήφου το 1948 και ξεκίνησε το απαρτχάιντ. Το 1960 αρχίζει να οργανώνεται σθεναρά η αντίσταση των μαύρων για όλη την καταπίεση ετών που είχαν υποστεί. Οργανώθηκαν πολλές διαδηλώσεις από το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο και υπήρξαν μεγάλες ταραχές. Το 1963 συλλαμβάνεται και φυλακίζεται ο Νέλσον Μαντέλα και πολλοί άλλοι μαύροι ηγέτες στο νησάκι απέναντι από την πόλη, το Robben Island".
Eπανερχόμενη στους Riebeeck .ρίχνοντας μιά ματιά στους προγόνους, απογόνους, πεθερούς, πεθερές κλπ,μπορουμε να βγάλουμε λίγα ακόμη συμπεράσματα. πχ. Η Maria van Riebeeck (28 Οκτ. 1629 - 2 Νοεμβρίου 1664) σύζυγος του Jan van Riebeeck , γεννήθηκε ως Maria de la Quellerie, κόρη του Αβραάμ de la Quellerie (1589-1630) και Μαρία du Bois (1593 -?) O γιός τους ο Αβραάμ Van Riebeeck έκανε επίσης απογόνους εκ των οποίων η κόρη του Johanna Maria van Riebeeck (1679-1759), παντρεύτηκε τον Joan van Hoorn ,διοικητή των Ανατολικών Ινδιών από το 1704 μέχρι το 1709.
γιο του πλούσιου κατασκευαστή πυρίτιδας, στο ΄Αμστερνταμ του Pieter van Hoorn Janszn και της συζύγου Σάρας Bessels.

Θα μου πείτε ωραία όλ΄αυτά τί σχέση έχουν με τον κ. Παπαδήμο.
Δείτε αυτό την αγγελία θανάτου που έψαξα και βρήκα...
UNION LEADER COM.
PEPPERELL, Mass. -- Karel Denis Ingram, 94, died at his home on Feb. 6, 2011.
He was born in Garut, Indonesia on Dec. 30, 1916, to August Paul and Jeanne (Doerrleben) Ingram. He was a direct descendent of Jan van Riebeeck, founder of Cape Town, South Africa.
He served in the Dutch Armed Forces in the Dutch East Indies during World War II and spent four years in a Japanese POW camp. Because of his education as a chemist, his expertise was called upon to oversee the drinking water facility and correct problems with an impure water supply. After the war, he emigrated with his family to the Netherlands and then to the United States in 1960. He worked as a research chemist for General Foods, before retiring in 1979.
He was predeceased by his wife, Edme M. (Broers) Ingram, in 1987. Family members include his sister, Nel, of the Netherlands; his son Paulus Ingram of Connecticut; his son August Ingram of New Hampshire; his daughter Shanna Papademos; his daughter Joka Quigley of Massachusetts.; eight grandchidren; five great-grandchildren, a nephew and a cousin.
SERVICES: Arrangements are being handled by the Goundrey Dewhirst Funeral Home, Salem, N.H. A memorial service will be Saturday at 11 a.m. at Dunstable Congregational Church at 518 Main St. in Dunstable, Mass. Burial will be private.
Published in Union Leader on February 9, 2011
Τί λέει. Στις 6 Φεβρουαρίου 2011 απεβίωσε στο σπίτι του ο Karel Denis Ingram, σε ηλικία 94 ετών. Γεννήθηκε στο Γκαρουτ της Ινδονησίας και ήταν απευθείας απόγονος του Jan van Riebeeck,ιδρυτή του Κέιπ Τάουν της Ν.Αφρικής.κλπ κλπ Σύζυγός του η Edme M. (Broers) Ingram,παιδιά του ο.....η Shanna Papademos κλπ κλπ.
Ουπς! Ποιά είναι η Σάννα Παπαντίμος ?

Μία γλυκύτατη μεγαλαστή κυρία , ζωγράφος και σύζυγος του πρωθυπουργού της Ελλάδος κ. Λουκά Παπαδήμου.
Αντιγράφω ένα απόσπασμα από το I news για την πρώτη κυρία της Ελλάδος:
"Η Shanna Ingram-Papademos και ο Λουκάς Παπαδήμος γνωρίστηκαν στις ΗΠΑ, όταν εκείνος έκανε μεταπτυχιακά στο περίφημο MIT, στη Μασαχουσέτη. Πολύ σύντομα η νέα πρώτη κυρία της Ελλάδας και ο νυν πρωθυπουργός ερωτεύτηκαν και η σχέση τους κατέληξε σε γάμο το 1977.
Η σύζυγος του Λουκά Παπαδήμου γεννήθηκε στην Ινδονησία, αλλά μεγάλωσε στην Ολλανδία και κατάγεται από ιστορική οικογένεια. Ο πατέρας της Κάρελ Ντένις Ινγκραμ, ο οποίος απεβίωσε φέτος τον Φεβρουάριο σε ηλικία 94 ετών, ήταν απόγονος του Ζαν Βαν Ρίμπεκ που θεωρείται ένας από τους ιδρυτές του Κέιπ Τάουν στη Νότια Αφρική.
Ο ίδιος είχε σπουδάσει χημικός, υπηρέτησε στις ολλανδικές ένοπλες δυνάμεις κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ μετά το τέλος του πολέμου εργάστηκε στην Ολλανδία, όπου πέρασε τα παιδικά της χρόνια η Σάνα Ινγκραμ, μαζί με τα άλλα τρία αδέλφια της, δύο αγόρια κι ένα κορίτσι.
Τη δεκαετία του ’60 η οικογένεια Ινγκραμ μετακόμισε στις ΗΠΑ, όπου η Σάνα γνώρισε και ερωτεύτηκε τον Λουκά Παπαδήμο. Το ζευγάρι μένει στο Παλαιό Ψυχικό, όποτε βρίσκεται στην Αθήνα, γιατί ως πολίτες του κόσμου -μέχρι την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Λουκά Παπαδήμο- ταξίδευαν πολύ συχνά μεταξύ Αθήνας και Νέας Υόρκης.
Το ζευγάρι δεν έχει παιδιά, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι η νέα πρώτη κυρία της Ελλάδας ζωγραφίζει πίνακες και έργα της έχουν παρουσιαστεί κατά καιρούς σε εκθέσεις διάφορων γκαλερί σε όλο τον κόσμο. ....."
Πότε είπαμε παντρεύτηκαν; To 1977. Σωστά;
Aς πάμε λίγο στο επίσημο βιογραφικό του πρωθυπουργού μας.
".....Σπούδασε φυσική στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ), απ' όπου αποφοίτησε το 1970, ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές ως ηλεκτρολόγος μηχανικός (1972) και πραγματοποίησε διδακτορικό στα οικονομικά (1978). Παράλληλα εργάστηκε ως βοηθός ερευνών και ειδικός επιστήμων στο ΜΙΤ. Το 1980 εργάστηκε ως οικονομολόγος στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Βοστώνης. Το 1985 επέστρεψε στην Ελλάδα αναλαμβάνοντας οικονομικός σύμβουλος της Τράπεζας της Ελλάδος (1985 - 1993). Το 1993 διορίστηκε υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος και τον επόμενο χρόνο διοικητής της Τράπεζας παραμένοντας μέχρι το 2002. Το ίδιο έτος ανέλαβε αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, θέση από την οποία αποχώρησε το 2010. Να σημειωθεί ότι έχει διατελέσει μέλος του Συμβουλίου του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ιδρύματος (1994 - 1998), πρόεδρος της Υποεπιτροπής Νομισματικής Πολιτικής της Επιτροπής των Διοικητών των Κεντρικών Τραπεζών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (1993 - 1995) κ.α....¨"
Πότε άλλαξε η καρριέρα του Λουκά Παπαδήμου και από φυσικός με μεταπτυχιακό ηλεκτρολόγου μηχανολόγου μετεπήδησε σε "εντατικές" οικονομικές σπουδές που τον έφεραν στη θέση του αντιπροέδρου της ΕΥρωπαικής Κεντρικής Τράπεζας, στην Τριμερή και τελικά στην πρωθυπουργία της Ελλάδος ως τεχνοκράτη οικονομολόγου; Το 1978 δηλαδή ένα χρόνο μετά το γάμο του με την κ. ΄Ινγκραμ. Τυχαίο; Δε νομίζω.......
Μία τελευταία λεπτομέρεια στην άνω αναγγελία της κηδείας του πατέρα της κ. Παπαδήμου .Διαβάζουμε ότι η κηδεία τελέσθηκε στην εκκλησία Dunstable Congregational Church.Αν την αναζητήσετε στο διαδίκτυο θα διαπιστώσετε ότι είναι εκκλησία Ευαγγελικών. Θα μου πείτε λογικό ..οι άνθρωποι δεν είναι ΄Ελληνες ούτε Ρώσσοι για να είναι ορθόδοξοι. ΄Ομως ρίξτε μιά ματιά και σ΄αυτό το δημοσίευμα:
OΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
http://klassikoperiptosi.blogspot.com
O αρχιτραπεζίτης Λουκάς Παπαδήμος θα είναι ο νέος "αρμοστής" σε αυτόν τον τόπο που κάποτε τον λέγαμε "Ελλάδα".
"Έπιασε" δηλαδή η ...ευχή που πριν λίγες ημέρες δημοσίευαν οι reuters, ότι "την Ελλάδα πρέπει να την κυβερνήσει κάποιος που να μιλά καλά ελληνικά αλλά να μην είναι με τους Έλληνες".
Ο αγαπημένος λοιπόν της παγκόσμιας τραπεζοπιστωτικής ολιγαρχίας , θα είναι ο "πρωθυπουργός" αυτού του μορφώματος που κατασκεύασαν και επέβαλλαν με πραξικοπηματικό τρόπο οι ντόπιοι και οι ξένοι υπηρέτες της Νέας Τάξης Πραγμάτων.
Ο κ.Παπαδήμος εκτός απο μεγαλο-στέλεχος του
τραπεζοπιστωτικού συστήματος, είναι οπαδός της προτεσταντικής αίρεσης των "Ευαγγελικών" , και μέλος της πιό "σκληρής" οργάνωσης που ελέγχει το "ίδρυμα Ροκφέλερ", της περίφημης "Trilateral Commission" (βλ. εδώ).Δείτε τι έγραψε για τον Παπαδήμο το ιστολόγιο mygranma:
Λουκάς Παπαδήμος, ο λομπίστας της ολιγαρχίας ενάντια στην εξουσία της πλειοψηφίας

ΠΑΣΟΚ και ΝΔ φαίνεται να συμφωνούν στον από κοινού τους διορισμό του Λουκά Παπαδήμου ως πρωθυπουργού. Δημοκρατική Συμμαχία και ΛΑΟΣ χειροκροτούν, ενώ Δημοκρατική Αριστερά και Πράσινοι θεωρούν την εξέλιξη σχεδόν θετική.
Σύσσωμο το μπλοκ των αστικών δυνάμεων λοιπόν βάζει στο τιμόνι της χώρας έναν άνθρωπο που με καμία διαδικασία δεν έχει επιλέξει ο ελληνικός λαός.
Κι αυτός ο άνθρωπος δεν είναι τυχαίος.
Είναι μέλος του λόμπι που ονομάζεται Trilateral Commission. Πρόκειται για όργανισμό που έφτιαξαν στη δεκαετία του 70 εκπρόσωποι πολυεθνικών εταιρειών από τις τρεις ισχυρότερες τότε...
περιοχές του πλανήτη (ΗΠΑ, Δ. Ευρώπη, Ιαπωνία) και είχε ως ρητό στόχο τον περιορισμό των δημοκρατικών κατακτήσεων των λαών και την αύξηση της εξουσίας των εταιρειών αυτών.
Ιδού τι λέγεται για το λόμπι αυτό από την Αυστραλή ακαδημαϊκό Sharon Beder στο βιβλίο της "Suiting themselves: how corporations drive the global agenda", εδώ σελίδα 6:
"H Trialteral Commission είναι ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο δίκτυα εταιρειών μπορούν να συμπεριλάβουν υψηλά ιστάμενους σε κυβερνήσεις και δημόσιες διοικήσεις μέσα στις συμμαχίες τους σα συμμάχους εναντίον της δημοκρατίας. Η TC δημιουργήθηκε για να 'διαμορφώσει τη δημόσια πολιτική' σε μια εποχή που η δημοκρατία έθετε εξοργιστικά εμπόδια στις πολυεθνικές. Το 1975, η TC εξέδοσε έκθεση με τίτλο'Η Κρίση της Δημοκρατίας', βασικός συγγραφέας της οποίας ήταν ο Samuel Huntington [θυμ. 'σύγκρουση των πολιτισμών' και άλλα αντιδραστικά] και δήλωνε ότι 'κάποια από τα προβλήματα διακυβέρνησης σήμερα οφείλονται στην υπερβολική δημοκρατία'. Η έκθεση είπε επίσης ότι 'χρειάζεται πράγματι ένας βαθμός μετριάσματος της δημοκρατίας' και ακόμα ότι 'η αποτελεσματική λειτουργία ενός δημοκρατικού πολιτικού συστήματος απαιτεί ένα βαθμό απάθειας και μη ανάμειξης ενός μέρους ατόμων και ομάδων'."
"Ο ιδρυτής και επίτιμος πρόεδρος David Rockfeller εξήγησε το σκοπό ύπαρξης της TC λέγοντας ότι 'πρέπει να μειωθεί ο ρόλος της κυβέρνησης. Κάποιος πρέπει να αναλάβει αυτά που έκανε η κυβέρνηση και οι εταιρείες φαίνονται να είναι οι οντότητες που είναι πιο λογικό να το κάνουν αυτό'."
Περισσότερες πληροφορίες για την Trilateral Commission μπορεί κανείς να βρεί και σ'αυτό το βιβλίο -Trilateralism: the Trilateral Commission and elite planning for world management
Ο Λουκάς Παπαδήμος είναι επίσης ο πρώην υποδιευθυντής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ενός μη εκλεγμένου οργανισμού που δεν είναι υπόλογος σε κανέναν και καθορίζει την πολιτική του με βάση τις οδηγίες που παίρνει από σώματα εκπροσώπων του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.
Τέτοια σώματα είναι η "Ομάδα των Τριάντα" (περισσότερα γι'αυτή την ομάδα σε πρόσφατη δημοσίευση του Παρατηρητηρίου της Ευρώπης των Πολυεθνικών) και το "Σκιώδες Συμβούλιο της ΕΚΤ" (δείτε τα μέλη του στο τέλος αυτού του άρθρου)
Ο Λουκάς Παπαδήμος διετέλεσε επίσης στο παρελθόν μέλoς της Federal Reserve Bank of Boston.
Δε πρέπει να αναμένεται λοιπόν ότι ο κύριος αυτός θα ...; "χρησιμοποιήσει τις γνώσεις του και τις επαφές του για να οφελήσει τον ελληνικό λαό". Πρόκειται για εκπρόσωπο του διεθνούς τραπεζικού και πολυεθνικού κεφαλαίου που έρχεται με τρόπο ανάλογο που τα δύο μεγάλα αστικά κόμματα έφεραν στην εξουσία το Μεταξά τη δεκαετία του '30 και ίσως και με την θετική έγκριση των ευρωπαϊκών ελίτ.
Βασική αποστολή του είναι να επιβάλει στον ελληνικό λαό με αντιδημοκρατικό τρόπο την απόφαση της τελευταίας συνόδου της ΕΕ που προβλέπει της εγκατάσταση ελεγκτών της Κομισιόν (βλέπε task force) και της ΕΚΤ σε όλα τα υπουργεία, τη διαχείριση του τραπεζικού συστήματος απευθείας από την Τρόικα καθώς και το αποικιακό σχέδιο "Ήλιος"με το οποίο ξένες πολυεθνικές θα κλέβουν ηλιακή ενέργεια από την Ελλάδα για να καλύψουν ενεργειακές ανάγκες αλλού.
Δεν υπάρχει λοιπόν άλλη αξιοπρεπής πολιτική επιλογή πέρα από την ένταση των κινητοποιήσεων απαιτώντας εκλογές τώρα και απόρριψη της απόφασης της συνόδου.
Ο θυρεός επίσης της πόλης του Κέιπ Τάουν βασίζεται στο οικόσημο της οικογένειας Van Riebeeck .
Πολλές πόλεις και χωριά εξακολουθούν να έχουν το όνομά του και το Riebeek-Kasteel είναι μία από τις αρχαιότερες πόλεις της Νοτίου Αφρικής, που βρίσκεται στα 75 χλμ. από το Κέιπ Τάουν στη κοιλάδαRiebeek .
Ποιός ήταν όμως αυτός;
O Jan Van Riebeeck γεννήθηκε στο Culemborg στην Ολλανδία και ήταν γιός χειρουργού. Μεγάλωσε στο Schiedam , όπου παντρεύτηκε την 19χρονη Μαρία ντε λα Quellerie στις 28 Μαρτίου 1649. Το ζευγάρι είχε οκτώ ή εννέα παιδιά, τα περισσότερα από τα οποία πέθαναν στην παιδική ηλικία. Ο γιος τους Αβραάμ van Riebeeck , γεννήθηκε στο ακρωτήριο, που αργότερα έγινε Γενικός Διοικητής των Ολλανδικών Ανατολικών Ινδιών.
Συμμετέχοντας στο Vereenigde Oost-Indische Compagnie (VOC) στην Ολλανδική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών το 1639, υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις, συμπεριλαμβανομένης εκείνης του βοηθού χειρουργού στην Μπατάβια στις Ανατολικές Ινδίες . Στη συνέχεια, επισκέφθηκε την Ιαπωνία .
Το 1651 προσφέρθηκε εθελοντικά να αναλάβει την δημιουργία Ολλανδικής αποικίας στη Νότια Αφρική . ΄Εφτασε με τρία πλοία (Dromedaris,Reijger και Goede Στεφάνι)στο αργότερα ονομαζόμενο Κέιπ Τάουν στις 6 Απριλίου 1652 .

την εποχή των μεγάλων εξερευνήσεων.
Τότε που οι Ολλανδοί αποφασίζουν να ανταγωνιστούν στο εμπόριο τους Πορτογάλους. Με οποιοδήποτε μέσο βαναυσότητας και αγριότητας έναντι των ιθαγενών της περιοχής. Το σημερινό Κέιπ Τάουν θεωρείται η μεγαλύτερη ολλανδική αποικία εκείνη την περίοδο στο εξωτερικό. Ο Γιαν βαν Ρίμπεκ λειτουργεί ισοπεδωτικά για λογαριασμό της Ολλανδικής Εταιρίας των Ανατολικών Ινδιών. Ακολουθεί ο πόλεμος των Μπόερς που ποτίζει με αίμα την γη των αποίκων. Η Ολλανδία εκείνη την περίοδο μιμείται την ιμπεριαλιστική μεθοδολογία του Γιαν Βαν Ρίμπεκ και δημιουργεί κι άλλες αποικίες. Τις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες (σημερινή Ινδονησία) και το Σουρινάμ. Σύμφωνα με ιστορικά κείμενα κατά την περίοδο της αποικιοκρατίας η Ολλανδία εμπλεκόταν ιδιαίτερα στο εμπόριο σκλάβων. Οι Ολλανδοί άποικοι και ιδιοκτήτες φυτειών βασίζονταν στους αφρικανούς σκλάβους για τις καλλιέργειες καφέ, κακάο, ζαχαροκάλαμου και βαμβακιού κατά μήκος των διαφόρων ποταμών. Η μεταχείριση των σκλάβων ήταν ιδιαίτερα άσχημη και αρκετοί δραπέτευαν. Η δουλεία καταργήθηκε από την Ολλανδία στο Σουρινάμ το 1863, αλλά το σύνολο των σκλάβων δεν απελευθερώθηκε παρά μόνο μέχρι το 1873 μετά από μία υποχρεωτική δεκαετή περίοδο μετάβασης, κατά την οποία δούλευαν στις φυτείες για τον ελάχιστο μισθό και χωρίς βασανιστήρια. Ένα από τα πιο θλιβερά κομμάτια της ιστορίας που αποτέλεσε πυξίδα για τα κέντρα των Διεθνών Νομισματικών Ταμείων που άλωσαν και κατέστρεψαν την συνοχή δημοκρατικών κρατών που φαλίρισαν.
Στην ιστοσελίδα Travel Plorel διαβάζουμε για το Cape Town" Πολλά θα μπορούσα να γράψω για την ιστορία αυτού του τόπου. Τα περισσότερα από αυτά τα έχετε ήδη ακούσει χρόνια πριν. Την περιοχή ανακάλυψαν το 1660 οι Ολλανδοί. Από κει και πέρα άρχισαν τα βάσανα της. Ο επικεφαλής Ολλανδός της εταιρίας των Δυτικών Ινδιών, ο Γιαν Βαν Ρίμπεκ θεώρησε καλό να φυτέψει ένα φράχτη για να μην έρχονται σε επαφή οι λευκοί με τη φυλή των μαύρων που κατοικούσε ήσυχα στο νησί. Μετά, αυτός ο εμπνευσμένος άνθρωπος έφερε σκλάβους από περιοχές όπως η Ινδία, η Ινδονησία και άλλες για να δουλέψουν στα χωράφια. Σιγά σιγά η φυλή των μαύρων εξοντώθηκε και όσοι απέμειναν εξαναγκάστηκαν να γίνουν εργάτες με μισθό πείνας. Ουσιαστικά δηλαδή ήταν και αυτοί δούλοι των λευκών. Τον 18ο αιώνα τη σκυτάλη πήραν οι Βρετανοί όταν νίκησαν τους Ολλανδούς και έγιναν κυρίαρχοι της αποικίας. Σύντομα η πόλη και η ευρύτερη περιοχή αναδείχτηκε σε έναν παράδεισο για τους λευκούς. Χρήμα, ωραίος τρόπος ζωής, εμπόριο λόγω του λιμανιού και άφθονοι μαύροι για να δουλεύουν. Κατανοείτε βέβαια τι τράβηξαν οι μαύρες γυναίκες οι οποίες ήταν ούτως ή άλλως λίγες. Στη βόλτα σας στην πόλη θα συναντήσετε πολλούς μιγάδες των οποίων οι ρίζες χάνονται σε εκείνη την εποχή των βιασμών των μαύρων γυναικών από τους λευκούς. Το δουλεμπόριο καταργήθηκε μεν στις αρχές του 18ου αιώνα αλλά ό,τι προέκυψε ήταν κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των λευκών. Μετά ήρθε η ανακάλυψη διαμαντιών και χρυσού, δημιουργήθηκαν πολλά ορυχεία και οι λευκοί πλέον εγκαταστάθηκαν και πλούτισαν κατά ορδές. Η επιδημία πανούκλας το 1901 ήταν το πρόσχημα για τον επίσημο φυλετικό διαχωρισμό. Οι μαύροι και οι έγχρωμοι εξοστρακίστηκαν από την πόλη, σε δικά τους χωριά, σε γη που τους παραχωρήθηκε. Επειδή τα μέρη αυτά ήταν επίπεδα τα ονόμασαν Cape Flats ονομασία που υπάρχει μέχρι σήμερα. Αργότερα οι φυλετικές διακρίσεις έγιναν εντονότερες μέχρι που αφαιρέθηκε από τους μαύρους το δικαίωμα ψήφου το 1948 και ξεκίνησε το απαρτχάιντ. Το 1960 αρχίζει να οργανώνεται σθεναρά η αντίσταση των μαύρων για όλη την καταπίεση ετών που είχαν υποστεί. Οργανώθηκαν πολλές διαδηλώσεις από το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο και υπήρξαν μεγάλες ταραχές. Το 1963 συλλαμβάνεται και φυλακίζεται ο Νέλσον Μαντέλα και πολλοί άλλοι μαύροι ηγέτες στο νησάκι απέναντι από την πόλη, το Robben Island".
Eπανερχόμενη στους Riebeeck .ρίχνοντας μιά ματιά στους προγόνους, απογόνους, πεθερούς, πεθερές κλπ,μπορουμε να βγάλουμε λίγα ακόμη συμπεράσματα. πχ. Η Maria van Riebeeck (28 Οκτ. 1629 - 2 Νοεμβρίου 1664) σύζυγος του Jan van Riebeeck , γεννήθηκε ως Maria de la Quellerie, κόρη του Αβραάμ de la Quellerie (1589-1630) και Μαρία du Bois (1593 -?) O γιός τους ο Αβραάμ Van Riebeeck έκανε επίσης απογόνους εκ των οποίων η κόρη του Johanna Maria van Riebeeck (1679-1759), παντρεύτηκε τον Joan van Hoorn ,διοικητή των Ανατολικών Ινδιών από το 1704 μέχρι το 1709.
γιο του πλούσιου κατασκευαστή πυρίτιδας, στο ΄Αμστερνταμ του Pieter van Hoorn Janszn και της συζύγου Σάρας Bessels.
Θα μου πείτε ωραία όλ΄αυτά τί σχέση έχουν με τον κ. Παπαδήμο.
Δείτε αυτό την αγγελία θανάτου που έψαξα και βρήκα...
UNION LEADER COM.
PEPPERELL, Mass. -- Karel Denis Ingram, 94, died at his home on Feb. 6, 2011.
He was born in Garut, Indonesia on Dec. 30, 1916, to August Paul and Jeanne (Doerrleben) Ingram. He was a direct descendent of Jan van Riebeeck, founder of Cape Town, South Africa.
He served in the Dutch Armed Forces in the Dutch East Indies during World War II and spent four years in a Japanese POW camp. Because of his education as a chemist, his expertise was called upon to oversee the drinking water facility and correct problems with an impure water supply. After the war, he emigrated with his family to the Netherlands and then to the United States in 1960. He worked as a research chemist for General Foods, before retiring in 1979.
He was predeceased by his wife, Edme M. (Broers) Ingram, in 1987. Family members include his sister, Nel, of the Netherlands; his son Paulus Ingram of Connecticut; his son August Ingram of New Hampshire; his daughter Shanna Papademos; his daughter Joka Quigley of Massachusetts.; eight grandchidren; five great-grandchildren, a nephew and a cousin.
SERVICES: Arrangements are being handled by the Goundrey Dewhirst Funeral Home, Salem, N.H. A memorial service will be Saturday at 11 a.m. at Dunstable Congregational Church at 518 Main St. in Dunstable, Mass. Burial will be private.
Published in Union Leader on February 9, 2011
Τί λέει. Στις 6 Φεβρουαρίου 2011 απεβίωσε στο σπίτι του ο Karel Denis Ingram, σε ηλικία 94 ετών. Γεννήθηκε στο Γκαρουτ της Ινδονησίας και ήταν απευθείας απόγονος του Jan van Riebeeck,ιδρυτή του Κέιπ Τάουν της Ν.Αφρικής.κλπ κλπ Σύζυγός του η Edme M. (Broers) Ingram,παιδιά του ο.....η Shanna Papademos κλπ κλπ.
Ουπς! Ποιά είναι η Σάννα Παπαντίμος ?

Μία γλυκύτατη μεγαλαστή κυρία , ζωγράφος και σύζυγος του πρωθυπουργού της Ελλάδος κ. Λουκά Παπαδήμου.
Αντιγράφω ένα απόσπασμα από το I news για την πρώτη κυρία της Ελλάδος:
"Η Shanna Ingram-Papademos και ο Λουκάς Παπαδήμος γνωρίστηκαν στις ΗΠΑ, όταν εκείνος έκανε μεταπτυχιακά στο περίφημο MIT, στη Μασαχουσέτη. Πολύ σύντομα η νέα πρώτη κυρία της Ελλάδας και ο νυν πρωθυπουργός ερωτεύτηκαν και η σχέση τους κατέληξε σε γάμο το 1977.
Η σύζυγος του Λουκά Παπαδήμου γεννήθηκε στην Ινδονησία, αλλά μεγάλωσε στην Ολλανδία και κατάγεται από ιστορική οικογένεια. Ο πατέρας της Κάρελ Ντένις Ινγκραμ, ο οποίος απεβίωσε φέτος τον Φεβρουάριο σε ηλικία 94 ετών, ήταν απόγονος του Ζαν Βαν Ρίμπεκ που θεωρείται ένας από τους ιδρυτές του Κέιπ Τάουν στη Νότια Αφρική.
Ο ίδιος είχε σπουδάσει χημικός, υπηρέτησε στις ολλανδικές ένοπλες δυνάμεις κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ μετά το τέλος του πολέμου εργάστηκε στην Ολλανδία, όπου πέρασε τα παιδικά της χρόνια η Σάνα Ινγκραμ, μαζί με τα άλλα τρία αδέλφια της, δύο αγόρια κι ένα κορίτσι.
Τη δεκαετία του ’60 η οικογένεια Ινγκραμ μετακόμισε στις ΗΠΑ, όπου η Σάνα γνώρισε και ερωτεύτηκε τον Λουκά Παπαδήμο. Το ζευγάρι μένει στο Παλαιό Ψυχικό, όποτε βρίσκεται στην Αθήνα, γιατί ως πολίτες του κόσμου -μέχρι την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Λουκά Παπαδήμο- ταξίδευαν πολύ συχνά μεταξύ Αθήνας και Νέας Υόρκης.
Το ζευγάρι δεν έχει παιδιά, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι η νέα πρώτη κυρία της Ελλάδας ζωγραφίζει πίνακες και έργα της έχουν παρουσιαστεί κατά καιρούς σε εκθέσεις διάφορων γκαλερί σε όλο τον κόσμο. ....."
Πότε είπαμε παντρεύτηκαν; To 1977. Σωστά;
Aς πάμε λίγο στο επίσημο βιογραφικό του πρωθυπουργού μας.
".....Σπούδασε φυσική στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ), απ' όπου αποφοίτησε το 1970, ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές ως ηλεκτρολόγος μηχανικός (1972) και πραγματοποίησε διδακτορικό στα οικονομικά (1978). Παράλληλα εργάστηκε ως βοηθός ερευνών και ειδικός επιστήμων στο ΜΙΤ. Το 1980 εργάστηκε ως οικονομολόγος στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Βοστώνης. Το 1985 επέστρεψε στην Ελλάδα αναλαμβάνοντας οικονομικός σύμβουλος της Τράπεζας της Ελλάδος (1985 - 1993). Το 1993 διορίστηκε υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος και τον επόμενο χρόνο διοικητής της Τράπεζας παραμένοντας μέχρι το 2002. Το ίδιο έτος ανέλαβε αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, θέση από την οποία αποχώρησε το 2010. Να σημειωθεί ότι έχει διατελέσει μέλος του Συμβουλίου του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ιδρύματος (1994 - 1998), πρόεδρος της Υποεπιτροπής Νομισματικής Πολιτικής της Επιτροπής των Διοικητών των Κεντρικών Τραπεζών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (1993 - 1995) κ.α....¨"
Πότε άλλαξε η καρριέρα του Λουκά Παπαδήμου και από φυσικός με μεταπτυχιακό ηλεκτρολόγου μηχανολόγου μετεπήδησε σε "εντατικές" οικονομικές σπουδές που τον έφεραν στη θέση του αντιπροέδρου της ΕΥρωπαικής Κεντρικής Τράπεζας, στην Τριμερή και τελικά στην πρωθυπουργία της Ελλάδος ως τεχνοκράτη οικονομολόγου; Το 1978 δηλαδή ένα χρόνο μετά το γάμο του με την κ. ΄Ινγκραμ. Τυχαίο; Δε νομίζω.......
Μία τελευταία λεπτομέρεια στην άνω αναγγελία της κηδείας του πατέρα της κ. Παπαδήμου .Διαβάζουμε ότι η κηδεία τελέσθηκε στην εκκλησία Dunstable Congregational Church.Αν την αναζητήσετε στο διαδίκτυο θα διαπιστώσετε ότι είναι εκκλησία Ευαγγελικών. Θα μου πείτε λογικό ..οι άνθρωποι δεν είναι ΄Ελληνες ούτε Ρώσσοι για να είναι ορθόδοξοι. ΄Ομως ρίξτε μιά ματιά και σ΄αυτό το δημοσίευμα:
OΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
http://klassikoperiptosi.blogspot.com
O αρχιτραπεζίτης Λουκάς Παπαδήμος θα είναι ο νέος "αρμοστής" σε αυτόν τον τόπο που κάποτε τον λέγαμε "Ελλάδα".
"Έπιασε" δηλαδή η ...ευχή που πριν λίγες ημέρες δημοσίευαν οι reuters, ότι "την Ελλάδα πρέπει να την κυβερνήσει κάποιος που να μιλά καλά ελληνικά αλλά να μην είναι με τους Έλληνες".
Ο αγαπημένος λοιπόν της παγκόσμιας τραπεζοπιστωτικής ολιγαρχίας , θα είναι ο "πρωθυπουργός" αυτού του μορφώματος που κατασκεύασαν και επέβαλλαν με πραξικοπηματικό τρόπο οι ντόπιοι και οι ξένοι υπηρέτες της Νέας Τάξης Πραγμάτων.
Ο κ.Παπαδήμος εκτός απο μεγαλο-στέλεχος του
τραπεζοπιστωτικού συστήματος, είναι οπαδός της προτεσταντικής αίρεσης των "Ευαγγελικών" , και μέλος της πιό "σκληρής" οργάνωσης που ελέγχει το "ίδρυμα Ροκφέλερ", της περίφημης "Trilateral Commission" (βλ. εδώ).Δείτε τι έγραψε για τον Παπαδήμο το ιστολόγιο mygranma:
Λουκάς Παπαδήμος, ο λομπίστας της ολιγαρχίας ενάντια στην εξουσία της πλειοψηφίας

ΠΑΣΟΚ και ΝΔ φαίνεται να συμφωνούν στον από κοινού τους διορισμό του Λουκά Παπαδήμου ως πρωθυπουργού. Δημοκρατική Συμμαχία και ΛΑΟΣ χειροκροτούν, ενώ Δημοκρατική Αριστερά και Πράσινοι θεωρούν την εξέλιξη σχεδόν θετική.
Σύσσωμο το μπλοκ των αστικών δυνάμεων λοιπόν βάζει στο τιμόνι της χώρας έναν άνθρωπο που με καμία διαδικασία δεν έχει επιλέξει ο ελληνικός λαός.
Κι αυτός ο άνθρωπος δεν είναι τυχαίος.
Είναι μέλος του λόμπι που ονομάζεται Trilateral Commission. Πρόκειται για όργανισμό που έφτιαξαν στη δεκαετία του 70 εκπρόσωποι πολυεθνικών εταιρειών από τις τρεις ισχυρότερες τότε...
περιοχές του πλανήτη (ΗΠΑ, Δ. Ευρώπη, Ιαπωνία) και είχε ως ρητό στόχο τον περιορισμό των δημοκρατικών κατακτήσεων των λαών και την αύξηση της εξουσίας των εταιρειών αυτών.
Ιδού τι λέγεται για το λόμπι αυτό από την Αυστραλή ακαδημαϊκό Sharon Beder στο βιβλίο της "Suiting themselves: how corporations drive the global agenda", εδώ σελίδα 6:
"H Trialteral Commission είναι ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο δίκτυα εταιρειών μπορούν να συμπεριλάβουν υψηλά ιστάμενους σε κυβερνήσεις και δημόσιες διοικήσεις μέσα στις συμμαχίες τους σα συμμάχους εναντίον της δημοκρατίας. Η TC δημιουργήθηκε για να 'διαμορφώσει τη δημόσια πολιτική' σε μια εποχή που η δημοκρατία έθετε εξοργιστικά εμπόδια στις πολυεθνικές. Το 1975, η TC εξέδοσε έκθεση με τίτλο'Η Κρίση της Δημοκρατίας', βασικός συγγραφέας της οποίας ήταν ο Samuel Huntington [θυμ. 'σύγκρουση των πολιτισμών' και άλλα αντιδραστικά] και δήλωνε ότι 'κάποια από τα προβλήματα διακυβέρνησης σήμερα οφείλονται στην υπερβολική δημοκρατία'. Η έκθεση είπε επίσης ότι 'χρειάζεται πράγματι ένας βαθμός μετριάσματος της δημοκρατίας' και ακόμα ότι 'η αποτελεσματική λειτουργία ενός δημοκρατικού πολιτικού συστήματος απαιτεί ένα βαθμό απάθειας και μη ανάμειξης ενός μέρους ατόμων και ομάδων'."
"Ο ιδρυτής και επίτιμος πρόεδρος David Rockfeller εξήγησε το σκοπό ύπαρξης της TC λέγοντας ότι 'πρέπει να μειωθεί ο ρόλος της κυβέρνησης. Κάποιος πρέπει να αναλάβει αυτά που έκανε η κυβέρνηση και οι εταιρείες φαίνονται να είναι οι οντότητες που είναι πιο λογικό να το κάνουν αυτό'."
Περισσότερες πληροφορίες για την Trilateral Commission μπορεί κανείς να βρεί και σ'αυτό το βιβλίο -Trilateralism: the Trilateral Commission and elite planning for world management
Ο Λουκάς Παπαδήμος είναι επίσης ο πρώην υποδιευθυντής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ενός μη εκλεγμένου οργανισμού που δεν είναι υπόλογος σε κανέναν και καθορίζει την πολιτική του με βάση τις οδηγίες που παίρνει από σώματα εκπροσώπων του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.
Τέτοια σώματα είναι η "Ομάδα των Τριάντα" (περισσότερα γι'αυτή την ομάδα σε πρόσφατη δημοσίευση του Παρατηρητηρίου της Ευρώπης των Πολυεθνικών) και το "Σκιώδες Συμβούλιο της ΕΚΤ" (δείτε τα μέλη του στο τέλος αυτού του άρθρου)
Ο Λουκάς Παπαδήμος διετέλεσε επίσης στο παρελθόν μέλoς της Federal Reserve Bank of Boston.
Δε πρέπει να αναμένεται λοιπόν ότι ο κύριος αυτός θα ...; "χρησιμοποιήσει τις γνώσεις του και τις επαφές του για να οφελήσει τον ελληνικό λαό". Πρόκειται για εκπρόσωπο του διεθνούς τραπεζικού και πολυεθνικού κεφαλαίου που έρχεται με τρόπο ανάλογο που τα δύο μεγάλα αστικά κόμματα έφεραν στην εξουσία το Μεταξά τη δεκαετία του '30 και ίσως και με την θετική έγκριση των ευρωπαϊκών ελίτ.
Βασική αποστολή του είναι να επιβάλει στον ελληνικό λαό με αντιδημοκρατικό τρόπο την απόφαση της τελευταίας συνόδου της ΕΕ που προβλέπει της εγκατάσταση ελεγκτών της Κομισιόν (βλέπε task force) και της ΕΚΤ σε όλα τα υπουργεία, τη διαχείριση του τραπεζικού συστήματος απευθείας από την Τρόικα καθώς και το αποικιακό σχέδιο "Ήλιος"με το οποίο ξένες πολυεθνικές θα κλέβουν ηλιακή ενέργεια από την Ελλάδα για να καλύψουν ενεργειακές ανάγκες αλλού.
Δεν υπάρχει λοιπόν άλλη αξιοπρεπής πολιτική επιλογή πέρα από την ένταση των κινητοποιήσεων απαιτώντας εκλογές τώρα και απόρριψη της απόφασης της συνόδου.
ΤΟ ΚΟΥΪΖ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ....

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΙΚΟΝΙΖΟΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΧΑΡΤΟΝΟΜΙΣΜΑ ΚΑΙ ΤI ΣΧΕΣΗ ΕΧΕΙ O ΛΟΥΚΑΣ ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ Μ΄ΑΥΤΟΝ,Μ΄ΑΥΤΟ, Μ΄ΑΥΤΑ; ΑΣΧΕΤΟ;
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΙΚΟΝΙΖΟΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΧΑΡΤΟΝΟΜΙΣΜΑ ΚΑΙ ΤI ΣΧΕΣΗ ΕΧΕΙ O ΛΟΥΚΑΣ ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ Μ΄ΑΥΤΟΝ,Μ΄ΑΥΤΟ, Μ΄ΑΥΤΑ; ΑΣΧΕΤΟ;
Αγαπητέ Γεράσιμε, κατ΄αρχας ελπίζω να είσαι καλά και έχεις τους χαιρετισμούς μου.
Θεωρείς ότι ο συντάκτης ΄"θαλαμοφύλαξ" έχει άδικο; Δεν είναι αλήθεια ότι όσοι λιγοστοί βγαίνουν στο δρόμο προσπαθούν απλώς να περιφρουρήσουν τα στενά συντεχνιακά τους συμφέροντα; Παρατηρείς εσύ , στη σημερινή Ελλάδα επαγρύπνηση των πολιτών για το κοινό όφελος; Kαι μόνο το εκλογικό αποτέλεσμα καθιστά ολοφάνερο ότι οιπερισσότεροι ψήφισαν με γνώμονα τη διατήρηση -έστω και πετσοκομένων -των πενιχρών συντάξεων και μισθών τους.Νομίζω ότι το άρθρο είναι ωφέλιμο, εάν μας βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε ότι πρέπει να πάψουμε να σκεφτόμαστε σαν ιδιώτες αλλά σαν υπεύθυνοι πολίτες το κοινό όφελος. Το 1991-1992 οι δικηγόροι είχαμε μία μεγάλη απεργία για το ασφαλιστικό , που έπληξε πρώτα εμάς πριν απ΄όλους τους άλλους και κάθε φορά που ερχόμουν σε συζήτηση με άλλους επαγγελματίες μας λοιδορούσαν λέγοντας "τί ανάγκη έχετε εσείς , που μας τα παίρνετε χοντρά;"Προσπαθούσα να εξηγήσω ΄τότε ,ότι "αγαπητέ μου, σύντομα το πρόβλημα θα χτυπήσει και τη δική σου πόρτα. Εάν χάσουμε εμείς τη μάχη θ΄ανοίξει η κερκόπορτα για την άλωση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων όλων των άλλων εργαζομένων" . '΄Οπως και έγινε τελικά. .Κάποιοι το κατάλαβαν είκοσι χρόνια μετά όταν το πρόβλημα χτύπησε και τη δική τους πόρτα...ΔΥστυχώς, Γεράσιμε -και πραγματικά καταθλίβομαι με τη διαπίστωση αυτή- εάν σήμερα η κυβέρνηση αποφάσιζε να δώσει αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις , να διατηρήσει όλους τους δημοσίους υπαλλήλους στις θέσεις τους, να χαρίσει τα δάνεια των ιδιωτών,αλλά ως αντιστάθμισμα ν΄απαγορεύσει δια νόμου, την άσκηση ελευθέρου επαγγέλματος από φυσικά πρόσωπα, είτε πρόκειται για περίπτερο , είτε πρόκειται για ταξί, είτε πρόκειται για γιατρό, πολ.μηχανικό κλπ,και παράλληλα να παραχωρήσει σε ιδιωτικοποιήσεις όλης της δημόσιας περιουσίας , συμπεριλαμβανομένης και της Ακρόπολης, ΟΥΔΕΙΣ πλην των άμεσα θιγόμενων δεν θα κουνιόταν απ΄τον καναπέ του. ΄Διεξάγεται πλέον,ένας ξεκάθαρος πόλεμος γενοκτονίας των Ελλήνων, μέσω της διάλυσης του κράτους πρόνοιας, αφελληνισμού της ελληνικής επικράτειας και αντικατάστασης του πληθυσμού της με Ασιάτες και Αφρικανούς,ένα ξεδιάντροπο ξεπούλημα της ελληνικής γής σε ξένους ,μία προδοτική παραχώρηση της εθνικής κυριαρχίας σε αλλοδαπά κέντρα εξουσίας, μία σαρωτική ισοπέδωση των εργασιακών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Ελλήνων, προετοιμάζεται πυρετωδώς ο διαμελισμός της χώρας με δούρειο ίππο τον Καλλικράτη αρχικά και τις ειδικές οικονομικές ζώνες στη συνέχεια, ωστόσο , παραδόξως....δεν κουνιέται "φύλλο".Προς το παρόν υποτονικές φωνές διαμαρτυρίας εντός και εκτός κοινοβουλίου,μασημένα λόγια ναι μεν αλλά.. ψιλοαπειλές ...αποτέλεσμα ..ΜΗΔΕΝ. ΄Εχει επικρατήσει ο ΦΟΒΟΣ.Ο φόβος να διατηρήσουμε μέρος απ΄τα κεκτημένα μας αν κάτσουμε καλά κι΄ας πεθαίνει ο διπλανός μας.Αρκεί να ζήσουμε εμείς.Εάν είμασταν πραγματικά πολίτες με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου, όταν απεργούν οι εργάτες της χαλυβουργίας ή των ναυπηγείων, θα έπρεπε όλοι οι άλλοι εργαζόμενοι να κατέβαιναν στο δρόμο για συμπαράσταση στον αγώνα τους,(εφόσον αυτός κριθεί δίκαιος) όταν απεργούν οι οδηγοί ταξί το ίδιο, οι υπάλληλοι τραπέζης το ίδιο, οι εκπαιδευτικοί το ίδιο. ΄Ομως τί συμβαίνει; Aπεργούν οι οδοκαθαριστές διαμαρτυρόμαστε για τα σκουπίδια, απεργούν οι εκπαιδευτικοί, διαμαρτυρόμαστε γιατί κλείνουν το δρόμο και καθυστερούμε να πάμε στη δουλειά μας, απεργούν οι τραπεζουπάλληλοι φωνάζουμε γιατί το κατάστημα είναι κλειστό και δεν μπορούμε να κάνουμε ανάληψη κ.ο.κ Γενικώς δυσφορούμε όταν θίγεται ο μικρόκοσμός μας. ΑΥτοί είναι οι νεοέλληνες στη συντριπτική τους πλειοψηφία.Και το σύστημα αυτό το γνωρίζει καλά και το εκμεταλλεύεται.Στρέφει τον ένα εναντίον του άλλου. Διαιρεί την κοινωνία και βασιλεύει.ΓΙα να σταματήσει η ελεύθερη πτώση στην οποία βρισκόμαστε ως κράτος, ως έθνος αλλά και ως κοινωνία , θα πρέπει ν΄αρχίσουμε να σκεφτόμεθα όχι σαν ιδιώτες αλλά σαν πολίτες,τί είναι χρήσιμο και ωφέλιμο για το σύνολο,τί είναι δίκαιο, τί προάγει την πατρίδα μας, τί θα πρέπει ν΄αλλάξει, ποιές κακές συνήθειες θα πρέπει ν΄αφήσουμε πίσω,ποιές αξίες θα πρέπει να ξαναβρούμε και να διατηρήσουμε. Κι αυτό δεν είναι καθόλου μα καθόλου εύκολο. Θα πρέπει να υπερβούμε τον εαυτό μας και τα μικροσυμφέροντά μας.Διαφορετικά θα γίνουμε επισήμως σκλάβοι με αλυσίδα στο πόδι.Και εάν κάποια στιγμή επαναστατήσουμε -λόγω πείνας-πάλι μετά από είκοσι τριάντα χρόνια στο ίδιο σημείο θα βρεθούμε νομοτελειακά, όπως μας διδάσκει η ιστορία .
Θεωρείς ότι ο συντάκτης ΄"θαλαμοφύλαξ" έχει άδικο; Δεν είναι αλήθεια ότι όσοι λιγοστοί βγαίνουν στο δρόμο προσπαθούν απλώς να περιφρουρήσουν τα στενά συντεχνιακά τους συμφέροντα; Παρατηρείς εσύ , στη σημερινή Ελλάδα επαγρύπνηση των πολιτών για το κοινό όφελος; Kαι μόνο το εκλογικό αποτέλεσμα καθιστά ολοφάνερο ότι οιπερισσότεροι ψήφισαν με γνώμονα τη διατήρηση -έστω και πετσοκομένων -των πενιχρών συντάξεων και μισθών τους.Νομίζω ότι το άρθρο είναι ωφέλιμο, εάν μας βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε ότι πρέπει να πάψουμε να σκεφτόμαστε σαν ιδιώτες αλλά σαν υπεύθυνοι πολίτες το κοινό όφελος. Το 1991-1992 οι δικηγόροι είχαμε μία μεγάλη απεργία για το ασφαλιστικό , που έπληξε πρώτα εμάς πριν απ΄όλους τους άλλους και κάθε φορά που ερχόμουν σε συζήτηση με άλλους επαγγελματίες μας λοιδορούσαν λέγοντας "τί ανάγκη έχετε εσείς , που μας τα παίρνετε χοντρά;"Προσπαθούσα να εξηγήσω ΄τότε ,ότι "αγαπητέ μου, σύντομα το πρόβλημα θα χτυπήσει και τη δική σου πόρτα. Εάν χάσουμε εμείς τη μάχη θ΄ανοίξει η κερκόπορτα για την άλωση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων όλων των άλλων εργαζομένων" . '΄Οπως και έγινε τελικά. .Κάποιοι το κατάλαβαν είκοσι χρόνια μετά όταν το πρόβλημα χτύπησε και τη δική τους πόρτα...ΔΥστυχώς, Γεράσιμε -και πραγματικά καταθλίβομαι με τη διαπίστωση αυτή- εάν σήμερα η κυβέρνηση αποφάσιζε να δώσει αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις , να διατηρήσει όλους τους δημοσίους υπαλλήλους στις θέσεις τους, να χαρίσει τα δάνεια των ιδιωτών,αλλά ως αντιστάθμισμα ν΄απαγορεύσει δια νόμου, την άσκηση ελευθέρου επαγγέλματος από φυσικά πρόσωπα, είτε πρόκειται για περίπτερο , είτε πρόκειται για ταξί, είτε πρόκειται για γιατρό, πολ.μηχανικό κλπ,και παράλληλα να παραχωρήσει σε ιδιωτικοποιήσεις όλης της δημόσιας περιουσίας , συμπεριλαμβανομένης και της Ακρόπολης, ΟΥΔΕΙΣ πλην των άμεσα θιγόμενων δεν θα κουνιόταν απ΄τον καναπέ του. ΄Διεξάγεται πλέον,ένας ξεκάθαρος πόλεμος γενοκτονίας των Ελλήνων, μέσω της διάλυσης του κράτους πρόνοιας, αφελληνισμού της ελληνικής επικράτειας και αντικατάστασης του πληθυσμού της με Ασιάτες και Αφρικανούς,ένα ξεδιάντροπο ξεπούλημα της ελληνικής γής σε ξένους ,μία προδοτική παραχώρηση της εθνικής κυριαρχίας σε αλλοδαπά κέντρα εξουσίας, μία σαρωτική ισοπέδωση των εργασιακών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Ελλήνων, προετοιμάζεται πυρετωδώς ο διαμελισμός της χώρας με δούρειο ίππο τον Καλλικράτη αρχικά και τις ειδικές οικονομικές ζώνες στη συνέχεια, ωστόσο , παραδόξως....δεν κουνιέται "φύλλο".Προς το παρόν υποτονικές φωνές διαμαρτυρίας εντός και εκτός κοινοβουλίου,μασημένα λόγια ναι μεν αλλά.. ψιλοαπειλές ...αποτέλεσμα ..ΜΗΔΕΝ. ΄Εχει επικρατήσει ο ΦΟΒΟΣ.Ο φόβος να διατηρήσουμε μέρος απ΄τα κεκτημένα μας αν κάτσουμε καλά κι΄ας πεθαίνει ο διπλανός μας.Αρκεί να ζήσουμε εμείς.Εάν είμασταν πραγματικά πολίτες με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου, όταν απεργούν οι εργάτες της χαλυβουργίας ή των ναυπηγείων, θα έπρεπε όλοι οι άλλοι εργαζόμενοι να κατέβαιναν στο δρόμο για συμπαράσταση στον αγώνα τους,(εφόσον αυτός κριθεί δίκαιος) όταν απεργούν οι οδηγοί ταξί το ίδιο, οι υπάλληλοι τραπέζης το ίδιο, οι εκπαιδευτικοί το ίδιο. ΄Ομως τί συμβαίνει; Aπεργούν οι οδοκαθαριστές διαμαρτυρόμαστε για τα σκουπίδια, απεργούν οι εκπαιδευτικοί, διαμαρτυρόμαστε γιατί κλείνουν το δρόμο και καθυστερούμε να πάμε στη δουλειά μας, απεργούν οι τραπεζουπάλληλοι φωνάζουμε γιατί το κατάστημα είναι κλειστό και δεν μπορούμε να κάνουμε ανάληψη κ.ο.κ Γενικώς δυσφορούμε όταν θίγεται ο μικρόκοσμός μας. ΑΥτοί είναι οι νεοέλληνες στη συντριπτική τους πλειοψηφία.Και το σύστημα αυτό το γνωρίζει καλά και το εκμεταλλεύεται.Στρέφει τον ένα εναντίον του άλλου. Διαιρεί την κοινωνία και βασιλεύει.ΓΙα να σταματήσει η ελεύθερη πτώση στην οποία βρισκόμαστε ως κράτος, ως έθνος αλλά και ως κοινωνία , θα πρέπει ν΄αρχίσουμε να σκεφτόμεθα όχι σαν ιδιώτες αλλά σαν πολίτες,τί είναι χρήσιμο και ωφέλιμο για το σύνολο,τί είναι δίκαιο, τί προάγει την πατρίδα μας, τί θα πρέπει ν΄αλλάξει, ποιές κακές συνήθειες θα πρέπει ν΄αφήσουμε πίσω,ποιές αξίες θα πρέπει να ξαναβρούμε και να διατηρήσουμε. Κι αυτό δεν είναι καθόλου μα καθόλου εύκολο. Θα πρέπει να υπερβούμε τον εαυτό μας και τα μικροσυμφέροντά μας.Διαφορετικά θα γίνουμε επισήμως σκλάβοι με αλυσίδα στο πόδι.Και εάν κάποια στιγμή επαναστατήσουμε -λόγω πείνας-πάλι μετά από είκοσι τριάντα χρόνια στο ίδιο σημείο θα βρεθούμε νομοτελειακά, όπως μας διδάσκει η ιστορία .
Aπό τα "Πολιτικά" του Αριστοτέλη στους ηλίθιους ιδιώτες της εποχής μας - Η_κοινωνία μας διαλύεται και κανείς δεν επαναστατεί...
Όταν κάποιος ρώτησε τον Βασιλιά της Σπάρτης Δημάρατο, γιατί οι Σπαρτιάτες θεωρούν άτιμους αυτούς που πετούν την ασπίδα τους και όχι αυτούς που πετούν τις περικεφαλαίες και τους θώρακες, αυτός απάντησε:
"Γιατί τις περικεφαλαίες και τους θώρακες τους φορούν για δική τους προστασία, ενώ την ασπίδα την κρατούν για να υπερασπίσουν την από κοινού παράταξη."
Πλούταρχος (Αποφθέγματα Λακωνικά, 220 Α)
Η λέξη "idiot" που στα αγγλικά σημαίνει "ηλίθιος", χαρακτηρίζει όπως και στην Ελληνική τα άτομα χαμηλού νοητικού επιπέδου και προέρχεται από την Ελληνική λέξη Ιδιώτης.
Η λέξη "ιδιώτης" προέρχεται από τη λέξη "ίδιος" που σήμαινε στην αρχαιότητα ότι και σήμερα. Στα λατινικά μεταφέρθηκε ως "idiota" και αρχικά σήμαινε "μέσος άνθρωπος" ενώ αργότερα "αμόρφωτος, απαίδευτος άνθρωπος". Την ίδια σημασία (του αμόρφωτου ανθρώπου) είχε η λέξη αρχικά και στην Αγγλική γλώσσα, ενώ σήμερα σημαίνει απλώς ηλίθιος, δηλαδή άτομο πολύ χαμηλού νοητικού επιπέδου ενώ η ηλιθιότητα (idiocy) χαρακτηρίζει το προσόν του ηλίθιου δηλαδή τη μεγάλη βλακεία.
Ο Αριστοτέλης στα πολιτικά του χρησιμοποίησε τoν όρο "ιδιωτικός" για να περιγράψει τις προσωπικές υποθέσεις των πολιτών σε αντιδιαστολή με τον όρο "πολιτικός" που χρησιμοποίησε για να περιγράψει τις δημόσιες υποθέσεις (του δήμου, αυτό που ονομάζουμε σήμερα "τα κοινά"). ...
Στην αρχαία Αθήνα σημαντικότερη αποστολή της πολιτείας ήταν η μετατροπή των ιδιωτών (των εγωκεντρικών ατόμων που ασχολούνταν με τις προσωπικές τους υποθέσεις) σε πολίτες (σε άτομα που ασχολούνται και συμμετέχουν στα κοινά). Θεωρούσαν ότι η ιδιότητα του ιδιώτη είναι μια φυσική ιδιότητα την οποία διαθέτουν όλοι οι άνθρωποι από τη φύση τους, ενώ η ιδιότητα του πολίτη είναι επίκτητο χαρακτηριστικό που διαμορφώνεται μέσω της παιδείας που παρέχει η πολιτεία. Συνεπώς το άτομο που παρέμενε "ιδιώτης" ήταν άτομο απαίδευτο και αμόρφωτο, αφού δεν είχε εκπαιδευτεί επαρκώς στην ενασχόληση με τα κοινά.
Σήμερα, το έργο της μετατροπής των "ιδιωτών" σε "πολίτες" μάλλον δε θεωρείται τόσο σημαντικό όσο στην αρχαιότητα. Στα σχολεία τα παιδιά μας, διδάσκονται οποιαδήποτε άλλη ανοησία, εκτός από το πως να γίνουν σωστοί και ωφέλιμοι για την κοινωνία πολίτες. Στα σχολικά προγράμματα, έχουν ενταχθεί μαθήματα όπως η "οικιακή οικονομία" που μαθαίνει στα παιδιά πως να τακτοποιούν τα του οίκου τους (τα ιδιωτικά τους θέματα), και έχουν εξαιρεθεί μαθήματα όπως η "πολιτική οικονομία", ή η "πολιτική αγωγή" ή οποιοδήποτε άλλο μάθημα θα μετέτρεπε τους μαθητές σε ενεργούς πολίτες. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι σε καμία τάξη της δωδεκαετούς εκπαίδευσης των παιδιών μας δε διδάσκονται έργα των αρχαίων μας φιλοσόφων.
Μια απλή ανάγνωση και ένας μικρός σχολιασμός των "Πολιτικών" του Αριστοτέλη, θα ανέβαζε το επίπεδο πολιτικής μας παιδείας κατακόρυφα σε σχέση με το σημερινό. Αντί αυτού, η νεολαία μας εκπαιδεύεται πολιτικά ψηφίζοντας για την εκλογή του δεκαπενταμελούς συμβουλίου της τάξης και του σχολείου με διαδικασίες παρόμοιες με αυτές των εκλογών, ενώ μετά τις εκλογές, κανείς δεν ασχολείται με τα "κοινά" της τάξης ή του σχολείου, παρά μόνο αν δημιουργηθεί πρόβλημα στην ομαλή διοργάνωση της πενθήμερης εκδρομής.
Η κατάσταση αυτή, έχει σαν αποτέλεσμα την παραγωγή "απαίδευτων" πολιτών, που φροντίζουν μόνο το ιδιωτικό τους συμφέρον, των οποίων η συμμετοχή στα κοινά περιορίζεται στην άσκηση του δικαιώματος ψήφου και οι οποίοι ακόμα και όταν ψηφίζουν, το κάνουν με γνώμονα το ιδιωτικό τους συμφέρον και όχι το κοινό. Και φυσικά, τέτοιοι πολίτες αδυνατούν να αντιληφθούν ότι το ωφέλιμο για την κοινωνία είναι ωφέλιμο και για τους ίδιους (αφού κι αυτοί οι ίδιοι είναι μέλη της κοινωνίας), αδυνατούν να δούν την προσωπική και οικογενειακή ευημερία τους στα πλαίσια μιας ευημερούσας κοινωνίας και επιδίδονται σε αυτό που η φύση τους προστάζει, το άνευ όρων κυνήγι επιβίωσης και επιβολής εξουσίας όπου όλα επιτρέπονται.
Η συμπεριφορά αυτή, όπως έλεγε και ο Αριστοτέλης, ταιριάζει σε ζώα μάλλον παρά σε ανθρώπους.
Στη ζούγκλα, ο φοροφυγάς και ο κλέφτης γίνονται "μάγκες" με βίλες και ακριβά αυτοκίνητα, ενώ τα υπόλοιπα "κορόιδα" που δεν έχουν τα "κότσια" να κάνουν "μαγκιές", αλλά τόσα χρόνια πλήρωναν φόρους και εισφορές τώρα χάνουν το σπίτι και την περιουσία τους.
Η κοινωνία διαλύεται και κανείς δεν επαναστατεί. Οχι τουλάχιστον μέχρι ο δικαστικός επιμελητής να χτυπήσει τη "δική μας" πόρτα για να κατασχέσει το "δικό μας" σπίτι. Μέχρι τότε, μπορούμε να ελπίζουμε. Οτι η συμφορά δε θα χτυπήσει το δικό μας σπίτι. Οτι τα πράγματα θα πάνε καλύτερα. Από μόνα τους. Η ότι κάποιος άλλος θα τα φτιάξει για εμάς. Ελπίζουμε ότι "εμείς" θα επιβιώσουμε, ακόμα κι αν χρειαστεί να πεθάνουν όλοι οι υπόλοιποι. Γιατί "εμείς" έχουμε καλό κράνος και θώρακα που αντέχουν στα χτυπήματα. Και μόνον αν δεν έρθουν έτσι τα πράγματα θα επαναστατήσουμε. Και τότε, θα επαναστατήσουμε για την "εργατική τάξη", για τα "ταξικά μας αδέρφια" και για οτιδήποτε άλλο εκτός από την διάλυση της κοινωνίας μας.
Και αυτό, γιατί όλοι μας πετάξαμε τις ασπίδες, φορέσαμε τις περικεφαλαίες και τους θώρακες, κρυφτήκαμε στα σκοτεινά και κανείς μας δε σκέφτεται ότι αν παραταχθούμε ενωμένοι σε φάλαγγα και πολεμήσουμε τον κοινό εχθρό όλοι μαζί, μπορούμε να νικήσουμε.
Κι όλα αυτά επειδή είμαστε ηλίθιοι ιδιώτες.
thalamofilakas
ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ-ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Όταν κάποιος ρώτησε τον Βασιλιά της Σπάρτης Δημάρατο, γιατί οι Σπαρτιάτες θεωρούν άτιμους αυτούς που πετούν την ασπίδα τους και όχι αυτούς που πετούν τις περικεφαλαίες και τους θώρακες, αυτός απάντησε:
"Γιατί τις περικεφαλαίες και τους θώρακες τους φορούν για δική τους προστασία, ενώ την ασπίδα την κρατούν για να υπερασπίσουν την από κοινού παράταξη."
Πλούταρχος (Αποφθέγματα Λακωνικά, 220 Α)
Η λέξη "idiot" που στα αγγλικά σημαίνει "ηλίθιος", χαρακτηρίζει όπως και στην Ελληνική τα άτομα χαμηλού νοητικού επιπέδου και προέρχεται από την Ελληνική λέξη Ιδιώτης.
Η λέξη "ιδιώτης" προέρχεται από τη λέξη "ίδιος" που σήμαινε στην αρχαιότητα ότι και σήμερα. Στα λατινικά μεταφέρθηκε ως "idiota" και αρχικά σήμαινε "μέσος άνθρωπος" ενώ αργότερα "αμόρφωτος, απαίδευτος άνθρωπος". Την ίδια σημασία (του αμόρφωτου ανθρώπου) είχε η λέξη αρχικά και στην Αγγλική γλώσσα, ενώ σήμερα σημαίνει απλώς ηλίθιος, δηλαδή άτομο πολύ χαμηλού νοητικού επιπέδου ενώ η ηλιθιότητα (idiocy) χαρακτηρίζει το προσόν του ηλίθιου δηλαδή τη μεγάλη βλακεία.
Ο Αριστοτέλης στα πολιτικά του χρησιμοποίησε τoν όρο "ιδιωτικός" για να περιγράψει τις προσωπικές υποθέσεις των πολιτών σε αντιδιαστολή με τον όρο "πολιτικός" που χρησιμοποίησε για να περιγράψει τις δημόσιες υποθέσεις (του δήμου, αυτό που ονομάζουμε σήμερα "τα κοινά"). ...
Στην αρχαία Αθήνα σημαντικότερη αποστολή της πολιτείας ήταν η μετατροπή των ιδιωτών (των εγωκεντρικών ατόμων που ασχολούνταν με τις προσωπικές τους υποθέσεις) σε πολίτες (σε άτομα που ασχολούνται και συμμετέχουν στα κοινά). Θεωρούσαν ότι η ιδιότητα του ιδιώτη είναι μια φυσική ιδιότητα την οποία διαθέτουν όλοι οι άνθρωποι από τη φύση τους, ενώ η ιδιότητα του πολίτη είναι επίκτητο χαρακτηριστικό που διαμορφώνεται μέσω της παιδείας που παρέχει η πολιτεία. Συνεπώς το άτομο που παρέμενε "ιδιώτης" ήταν άτομο απαίδευτο και αμόρφωτο, αφού δεν είχε εκπαιδευτεί επαρκώς στην ενασχόληση με τα κοινά.
Σήμερα, το έργο της μετατροπής των "ιδιωτών" σε "πολίτες" μάλλον δε θεωρείται τόσο σημαντικό όσο στην αρχαιότητα. Στα σχολεία τα παιδιά μας, διδάσκονται οποιαδήποτε άλλη ανοησία, εκτός από το πως να γίνουν σωστοί και ωφέλιμοι για την κοινωνία πολίτες. Στα σχολικά προγράμματα, έχουν ενταχθεί μαθήματα όπως η "οικιακή οικονομία" που μαθαίνει στα παιδιά πως να τακτοποιούν τα του οίκου τους (τα ιδιωτικά τους θέματα), και έχουν εξαιρεθεί μαθήματα όπως η "πολιτική οικονομία", ή η "πολιτική αγωγή" ή οποιοδήποτε άλλο μάθημα θα μετέτρεπε τους μαθητές σε ενεργούς πολίτες. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι σε καμία τάξη της δωδεκαετούς εκπαίδευσης των παιδιών μας δε διδάσκονται έργα των αρχαίων μας φιλοσόφων.
Μια απλή ανάγνωση και ένας μικρός σχολιασμός των "Πολιτικών" του Αριστοτέλη, θα ανέβαζε το επίπεδο πολιτικής μας παιδείας κατακόρυφα σε σχέση με το σημερινό. Αντί αυτού, η νεολαία μας εκπαιδεύεται πολιτικά ψηφίζοντας για την εκλογή του δεκαπενταμελούς συμβουλίου της τάξης και του σχολείου με διαδικασίες παρόμοιες με αυτές των εκλογών, ενώ μετά τις εκλογές, κανείς δεν ασχολείται με τα "κοινά" της τάξης ή του σχολείου, παρά μόνο αν δημιουργηθεί πρόβλημα στην ομαλή διοργάνωση της πενθήμερης εκδρομής.
Η κατάσταση αυτή, έχει σαν αποτέλεσμα την παραγωγή "απαίδευτων" πολιτών, που φροντίζουν μόνο το ιδιωτικό τους συμφέρον, των οποίων η συμμετοχή στα κοινά περιορίζεται στην άσκηση του δικαιώματος ψήφου και οι οποίοι ακόμα και όταν ψηφίζουν, το κάνουν με γνώμονα το ιδιωτικό τους συμφέρον και όχι το κοινό. Και φυσικά, τέτοιοι πολίτες αδυνατούν να αντιληφθούν ότι το ωφέλιμο για την κοινωνία είναι ωφέλιμο και για τους ίδιους (αφού κι αυτοί οι ίδιοι είναι μέλη της κοινωνίας), αδυνατούν να δούν την προσωπική και οικογενειακή ευημερία τους στα πλαίσια μιας ευημερούσας κοινωνίας και επιδίδονται σε αυτό που η φύση τους προστάζει, το άνευ όρων κυνήγι επιβίωσης και επιβολής εξουσίας όπου όλα επιτρέπονται.
Η συμπεριφορά αυτή, όπως έλεγε και ο Αριστοτέλης, ταιριάζει σε ζώα μάλλον παρά σε ανθρώπους.
Στη ζούγκλα, ο φοροφυγάς και ο κλέφτης γίνονται "μάγκες" με βίλες και ακριβά αυτοκίνητα, ενώ τα υπόλοιπα "κορόιδα" που δεν έχουν τα "κότσια" να κάνουν "μαγκιές", αλλά τόσα χρόνια πλήρωναν φόρους και εισφορές τώρα χάνουν το σπίτι και την περιουσία τους.
Η κοινωνία διαλύεται και κανείς δεν επαναστατεί. Οχι τουλάχιστον μέχρι ο δικαστικός επιμελητής να χτυπήσει τη "δική μας" πόρτα για να κατασχέσει το "δικό μας" σπίτι. Μέχρι τότε, μπορούμε να ελπίζουμε. Οτι η συμφορά δε θα χτυπήσει το δικό μας σπίτι. Οτι τα πράγματα θα πάνε καλύτερα. Από μόνα τους. Η ότι κάποιος άλλος θα τα φτιάξει για εμάς. Ελπίζουμε ότι "εμείς" θα επιβιώσουμε, ακόμα κι αν χρειαστεί να πεθάνουν όλοι οι υπόλοιποι. Γιατί "εμείς" έχουμε καλό κράνος και θώρακα που αντέχουν στα χτυπήματα. Και μόνον αν δεν έρθουν έτσι τα πράγματα θα επαναστατήσουμε. Και τότε, θα επαναστατήσουμε για την "εργατική τάξη", για τα "ταξικά μας αδέρφια" και για οτιδήποτε άλλο εκτός από την διάλυση της κοινωνίας μας.
Και αυτό, γιατί όλοι μας πετάξαμε τις ασπίδες, φορέσαμε τις περικεφαλαίες και τους θώρακες, κρυφτήκαμε στα σκοτεινά και κανείς μας δε σκέφτεται ότι αν παραταχθούμε ενωμένοι σε φάλαγγα και πολεμήσουμε τον κοινό εχθρό όλοι μαζί, μπορούμε να νικήσουμε.
Κι όλα αυτά επειδή είμαστε ηλίθιοι ιδιώτες.
thalamofilakas
ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ-ΠΟΛΙΤΙΚΗ