ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/ΔΗΜΟΘΟΙΝΙΑ/BOARD/ΦΘΟΓΓΙΚΑ ΠΑΘΗ

ΦΘΟΓΓΙΚΑ ΠΑΘΗ

Κ. ΑΜΑΛΙΑ1 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 1/1
Πέμ 04/08/2011 20:0
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ ΦΘΟΓΓΙΚΑ ΠΑΘΗ
§ 23. Σπανίως αἱ λέξεις διαμένουν ἀπαθεῖς καὶ ἀκέραιαι, ὅπως ἐπλάσθησαν ἐξ ἀρχῆς. Συνήθως συμβαίνουν εἰς αὐτὰς διάφορα πάθη τῶν φθόγγων (ἤτοι τῶν φωνηέντων καὶ τῶν συμφώνων), ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦνται· (πρβλ, νῦν : λέγει-λέει, κάθισε-κάτσε). Τὰ πάθη ταῦτα καλοῦνται φθογγικὰ πάθη,τὰ δὲ συνηθέστερα ἐξ αὐτῶν εἶναι τὰ ἐπόμενα.
α ΄ ) Π άθ η φ ωνηὲντων καὶ διφθόγγων. Εὐφωνικά σύμφωνα 1.
Συναίρεσις
§ 24. Συναίρεσις λέγεται ἡ συγχώνευσις ἐντὸς μιᾶς λέξεως δύο ἐπαλλήλων φωνηέντων ἢ φωνήεντος καὶ διφθόγγου εἱς ἕν μακρὸν φωνῆεν ἢ δίφθογγον : (Ἀθηνάα) Ἀθηνᾶ, (νόος) νοῦς, (ἀγαπάει) ἀγαπᾷ. · § 25. ῾Η συλλαβή, ἡ ὁποία προέρχεται ἐκ συναιρέσεως, κανονικῶς τονίζεται, ἐὰν πρὸ τῆς συναιρέσεως ἐτονίζετο ἡ μία ἐκ τῶν δύο συλλαβῶν, αἱ ὁποῖαι συνηρέθησαν : τιμῶμεν (τιμάομεν)· ἀλλὰ : ἔθνη (ἔθνεα), γέλα (γέλαε)· (βλ. καὶ § 16, 9).
2. Κρᾶσις
§ 26. Κρᾶσις λέγεται ἡ συναίρεσις τοῦ τελικοῦ φωνήεντος ἢ διφθόγγου μιᾶς λέξεως μὲ τὸ ἀρκτικὸν φωνῆεν ἢ δίφθογγον τῆς ἀμέσως ἑπομένης λέξεως καὶ ἡ οὕτω προκύπτουσα συγχώνευσις τῶν δύο λέξεων εἰς μίαν : (τὰ ἄλλα) τἆλλα, (τὸ ὅνομα) τοὔνομα, (καὶ εἶτα) κἆτα· (πρβλ, θὰ ἀγαπῶ, θἀγαπῶ - τὸ ἐλάχιστον, τοὐλάχιστον). ῾Υπεράνω τοῦ φωνήεντος ἢ τῆς διφθόγγου, ἡ ὁποία προκύπτει ἐκ τῆς κράσεως, γράφεται ἡ κορωνὶς (βλ. § 22, 4). ῞Οταν ὅμως ἡ πρώτη ἀπὸ τὰς πασχούσας κρᾶσιν λέξεις εἶναι κάποιος ἐκ τῶν δασυνομένων τύπων 13
τοῦ ἄρθρου (ὁ, ἡ, οἱ, αἱ) ἢ τῆς ἀναφορικῆς ἀντωνυμίας (ὅς, ἥ, ὅ), τότε δὲν σημειοῦται ἡ κορωνίς, ἀλλὰ ἡ δασεῖα : (ὁ ἀνὴρ) ἁνήρ, (ἃ ἂν) ἂν.
§ 27. Κρᾶσιν μὲ ἄλλας λέξεις συνήθως πάσχουν : 1) τύποι τοῦ ἄρθρου ἢ τῆς ἀναφορικῆς ἀντωνυμίας (ὅς, ἥ, ὅ), οἱ ὁποῖοι λήγουν εἰς φωνῆεν ἢ δίφθογγον, καὶ τὸ κλητικὸν ἐπιφώνημα ὦ : (ὁ ἄνθρωπος) ἅνθρωπος, (τοῦ ἀνδρὸς) τἀνδρός, (τὸ ἱμάτιον) θοἰμάτιον, (τὰ αὐτὰ) ταὐτά, - (ἄ ἐγὼ) ἁγώ, (ὅ ἐφόρει) οὑφόρει, (οὗ ἔνεκα) οὕνεκα, - (ὦ ἀγαθὲ) ὠγαθέ· 2) ἡ λέξις ἐγὼ μὲ τὴν λέξιν οἵδα (= γνωρίζω) καὶ μὲ τὴν λέξιν οἵμαι (= νομίζω) : ἐγᾦδα, ἐγᾦμαι· 3) ὁ σύνδεσμος καὶ καὶ ἡ πρόθεσις πρὸ : (καὶ ἐγὼ) κἀγώ, (καὶ ὅπως) χὤπως, (πρὸ ἔργου) προὔργου· 4) ὁ σύνδεσμος μέντοι μὲ τὸ μόριον ἄν : μεντἄν.
Σημείωσις 1. Μετὰ τὴν κρᾶσιν ὁ τόνος τῆς πρώτης ἐκ τῶν δύο συγχωνευομένων λέξεων ἀποβάλλεται. ῾Υπάρχει δὲ ι εἰς τὸ φθόγγον, ὁ ὁποῖος προέρχεται ἐκ τῆς κράσεως, ἐὰν τοῦτο ὑπάρχῃ εἰς τὴν δευτέραν ἐκ τῶν συναιρουμένων συλλαβῶν: κᾆτα (= καὶ εἶτα), ἐγᾦδα (= ἐγὼ οἶδα)˙ ἀλλὰ κάπειτα (= καὶ ἔπειτα).
Σημείωσις 2. Τῆς ἀορίστου ἀντωνυμίας ἕτερος κατὰ τὴν κρᾶσιν αὐτῆς μὲ τὸ προηγούμενον ἄρθρον λαμβάνεται ὁ (ἀρχαιότερος) τύπος ἅτερος : (τοῦ ἁτέρου) θἀτέρου, (τὸ ἅτερον) θἄτερον.

3. Ἔκθλιψις
§ 28. ῞Οταν μία λέξις λήγη εἰς βραχὺ φωνῆεν, πλὴν τοῦ υ, ἡ δὲ ἀμέσως ἑπομένη λέξις ἀρχίζῃ ὡσαύτως ἀπὸ φωνῆεν ἢ δίφθογγον, συμβαίνει συνήθως ἔκθλιψις, ἤτοι ἀποβάλλεται τὸ τελικὸν βραχὺ φωνῆεν τῆς προηγουμένης λέξεως πρὸ τοῦ ἀρκτικοῦ φωνήεντος (ἤ διφθόγγου) τῆς ἀμέσως ἑπομένης : (ἀλλὰ ἐγὼ) ἀλλ’ ἐγώ, (οὔτε εἶδον) οὔτ’ εἶδον, (ἐπὶ αὐτὸν) ἐπ’ αὐτόν, (ἀπὸ ἐκείνου) ἀπ’ ἐκείνου. ῾Υπεράνω τῆς θέσεως τοῦ ἐκθλιβέντος φωνήεντος σημειοῦται ἡ ἀπόστροφος (§ 22, 3), οὐχὶ ὅμως καὶ ὅταν ἡ ἔκθλιψις συμβαίνῃ κατὰ τὴν σύνθεσιν λέξεων : (παρὰ ἐμοῦ) παρ’ ἐμοῦ, (παρὰ ἔχω) παρέχω.
§ 29. ᾽Εὰν τὸ ἐκθλιβὲν φωνῆεν ἐτονίζετο, ὁ τόνος αὐτοῦ μετὰ τὴν ἔκθλιψιν : 14
1) ἐὰν μὲν ἡ ἐκθλιβομένη λέξις εἶναι ἄκλιτος, συναποβάλλεται : (ἐπὶ αὐτοῦ) ἐπ’ αὐτοῦ˙ 2) ἐὰν δὲ ἡ ἐκθλιβομένη λέξις εἶναι κλιτὴ ἢ τὸ ἀριθμητικὸν ἑπτά, ἀναβιβάζεται εἰς τὴν παραλήγουσαν αὐτῆς : (δεινὰ ἔπαθον) δείν᾽ ἔπαθον, (ἑπτὰ ἦσαν) ἕπτ’ ἦσαν.
§ 30. ᾽Εὰν μετὰ τὴν ἔκθλιψιν μένῃ εἰς τὸ τέλος τῆς λέξεως ψιλὸν ἢ δύο ἑτερόφωνα ψιλά, ἡ δὲ ἑπομένη λέξις δασύνεται, τότε τὸ ψιλὸν ἢ τὰ ψιλὰ τρέπονται εἰς δασέα : (ὑπὸ ἡμῶν) ὑφ’ ἡμῶν, (κατὰ ἑαυτὸν) καθ’ ἑαυτόν, (νύκτα ὅλην) νύχθ’ ὅλην, (ἑπτὰ ἡμέραι) ἑφθήμερος· ἀλλά : (σάκκος ὑφάντης) σακχυφάντης.
Σημείωσις. ᾽Εκτὸς τοῦ υ δὲν ἐκθλίβονται προσέτι : α) τὸ τελικὸν α καὶ ο μονοσυλλάβων λέξεων, οἵον τά, τό, πρὸ κλπ. β) τὸ τελικὸν ῖ τῶν προθέσεων ἄχρι, μέχρι, περί, τῶν ἀντωνυμικῶν τύπων τί, τὶ καὶ ὅ,τι καὶ τοῦ εἱδικοῦ συνδέσμου ὅτι.
4. Προσθετὰ ἢ εὐφωνικὰ σύμφωνα
§ 31. Μερικαὶ λέξεις, αἱ ὁποῖαι λήγουν εἰς φωνῆεν, ὅταν ἡ ἀμέσως ἑπομένη μετ’ αὐτᾶς λέξις ἀρχίζῃ ὡσαύτως ἀπὸ φωνῆεν, προσλαμβάνουν εἰς τὸ τέλος αὐτῶν ἕν ἐκ τῶν συμφώνων ν ἢ ς ἤ κ, τὰ ὁποῖα τότε καλοῦνται προσθετὰ ἢ εὐφωνικὰ σύμφωνα. 1) Τὸ εὐφωνικὸν ν προσλαμβάνουν : α΄) οἱ τύποι ὀνομάτων, ῥημάτων καὶ ἐπιρρημάτων, οἱ ὁποῖοι λήγουν εἰς -σι, καὶ ὁ ῥηματικὸς τύπος ἐστί : ἀνδράσιν ἀγαθοῖς· εἴκοσιν ἄνδρες· λέγουσιν ἡμῖν παντάπασιν ἀνόμοιός ἐστιν ἐκείνῳ˙ β΄) οἱ τύποι τοῦ γ’ ἑνικοῦ προσώπου τῶν ῥημάτων, οἱ ὁποῖοι λήγουν εἰς ε : εἶπεν ἡμῖν. 2) Τὸ προσθετὸν ἢ εὐφωνικὸν ς προσλαμβάνει τὸ ἐπίρρημα οὕτω : (οὕτω λέγουσιν) οὕτως ἔλεγον.
Σημείωσις. Τὸ προσθετὸν ν καὶ τὸ προσθετὸν ς δύνανται νὰ ὑπάρχουν καὶ πρὸ συμφώνου.
3) Τὸ εὐφωνικὸν κ προσλαμβάνει τὸ ἀρνητικὸν μόριον οὐ : (οὐ λέγω) οὐκ ἔλεγον. ῞Οταν ὅμως ἡ ἑπομένη λέξις δασύνεται, τὸ εὐφωνικὸν κ τρέπεται εἰς 15
χ : (οὐκ ἔρχομαι) οὐχ ἕπομαι· (πρβλ, § 30).
Σημείωσις. Κατὰ τὸ οὐκέτι (=οὐκ ἔτι) ἐσχηματίσθη καὶ ἡ λέξις μηκέτι (= μἠ ἔτι). Χωρὶς δὲ τὸ εὐφωνικὸν κ λέγεται οὐ καὶ πρὸ φωνήεντος, ὅταν μετὰ τὸ οὐ ὑπάρχῃ στίξις : ἐξικνοῦντο γὰρ οὔ, οὐδ’ ἔβλαπτον οὐδὲν (§ 18, Σημ.).
5. Πάθη φωνηέντων
§ 32. ῝Εν φωνῆεν ἐντὸς τοῦ θέματος μιᾶς λέξεως ἢ διαφόρων λέξεων, συγγενῶν ἐτυμολογικῶς, πολλάκις : 1) πάσχει συγκοπήν, ἤτοι ἀποβάλλεται : πατέρα - πατρὸς (πατερός), σκόρδον (σκόροδον), γίγνομαι (γίγνομαι), ἔ-σχον (ἔ-σεχ-ον)· (πρβλ. νῦν : σιτάρι - στάρι)˙ 2) πάσχει μετάθεσιν, ἤτοι ἀλλάσσει θέσιν ἐντὸς τῆς λέξεως : Μυτιλήνη - Μιτυλήνη, Δανούβιος - Δούναβις· (πρβλ. νῦν : ὄνειρο - εἴνορο, ὑλακτῶ - ὑλαχτῶ - ἀλυχτῶ)˙ 3) πάσχει ἀφομοίωσιν, ἤτοι γίνεται ὅμοιον μὲ τὸ φωνῆεν τῆς, ἀμέσως ἑπομένης ἢ τῆς ἀμέσως προηγουμένης συλλαβῆς τῆς λέξεως : ἅτερος-ἕτερος, μολάχη-μαλάχη, ὀβελὸς-ὀβολός˙ (πρβλ. νῦν : τέσσαρα τέσσερα)· 4) πάσχει ἀντιμεταχώρησιν, ἤτοι ἐναλλάσσει τὸν χρόνον του μὲ τὸν χρόνον τοῦ ἀμέσως ἑπομένου φωνήεντος καὶ γίνεται αὐτὸ μὲν ἀπὸ μακροῦ βραχύ, τὸ δὲ ἀμέσως μετ’ αὐτὸ ἑπόμενον φωνῆεν ἀπὸ βραχέος μακρόν : (νᾱός, νηὸς) νεώς, (βασιλῆος) βασιλέως, (βασιλῆᾰ) βασιλέᾱ, (ἠοίκειν) ἐῴκειν· 5) μεταβάλλεται ποιοτικῶς, ἤτοι τρέπεται εἰς ἄλλο φωνῆεν τοῦ αὐτοῦ χρόνου : νέμω-νομή, ῥήγνυμι-ῥωγμή· ὁμοίως : ἀμείβω-ἀμοιβή, λείπω-λέλοιπα· 6) μεταβάλλεται ποσοτικῶς,ἤτοι ἀπὸ βραχέος γίνεται μακρὸν (ἐκτείνεται) ἢ ἀπὸ μακροῦ γίνεται βραχὺ (συστέλλεται), : ποιέωποιητής, ἵστημι - ἵστᾰμεν, χιὼν - χιόνος. Συστολὴν εἰς ἁπλοῦν βραχὺ φωνῆεν πάσχουν καὶ δίφθογγοι: φεύγω - ἔφῠγον, λείπω-ἐλῐπον. ῾Η ἔκτασις βραχέος φωνήεντος εἰς μακρὸν φωνῆεν ἢ δίφθογγον μετὰ τὴν ἀποβολὴν συμφώνου ἢ συμφώνων, κατόπιν αὐτοῦ εὑρισκομένων, καλεῖται ἀντέκτασις ἢ ἀναπληρωτικἡ ἔκτασις : (μέλᾰν-ς) μέλᾱς, (ἕνς) εἷς, (ὀδόντ-ς) ὀδούς, (τιθέντ-ς) τιθείς, (φθέρ-jω, φθέρρω) φθείρω. 16

Σημείωσις. Εἰς ἕν καὶ τὸ αὐτὸ θέμα, ἐκ τοῦ ὁποίου γίνονται πολλαὶ συγγενεῖς λέξεις, δύνανται νὰ παρουσιάζωνται πολλαὶ ὁμοῦ παθήσεις τοῦ φωνήεντος τοῦ θέματος π. χ. φρήν, φρενός, φρονῶ, σόφρων - λείπω, λοιπός, ἔλιπον - φέρω, φόρος, φώρ, δί-φρ-ος (Μετάπτωσις).
β΄) Πάθη συμφωνων
1. Ἀποβολαὶ συμφώνων
§ 33. 1) ᾽Εκ τῶν συμφώνων (ληκτικά, ἤτοι) τελικὰ λέξεων τῆς ἀρχαίας ῾Ελληνικῆς γλώσσης εἶναι μόνον τὸ ν, τὸ ρ, τὸ ς, τὸ ξ (= κς) καὶ τὸ ψ (= πς)· (βλ. § 5, Σημ. 2) : ῞Ελλην, ῥήτωρ, θεός, κόραξ, Ἄραψ. Πᾶν ἄλλο σύμφωνον, ὅταν εὑρεθῇ εἰς τὸ τέλος μιᾶς λέξεως, ἀποβάλλεται : (τοῦ γέροντ-ος) ὦ γέρον (ἀντὶ ὦ γέροντ), (τοῦ γάλακτ-ος) τὸ γάλα (ἀντὶ τὸ γάλακτ).
Σημείωσις. ῾Η πρόθεσις ἐκ καὶ τὸ μόριον οὐκ (ἢ οὐχ) προφέρονται μὲ τὴν ἐκάστοτε ἑπομένην λέξιν ὡς μία λέξις καὶ ἐπομένως εἰς αὐτὰ τὸ κ (ἢ τὸ χ) δὲν εἶναι κυρίως τελικόν· (πρβλ. § 31, 3)
. 2) Τὸ σ εὑρισκόμενον μεταξὺ δύο συμφώνων ἀποβάλλεται : (γέγραφσ-θε) γέγραφθε, (ἐσπάρ - σ - θαι) ἐσπάρθαι.

Σημείωσις. Οὕτως ἀπὸ τὴν πρόθεσιν ἐξ (= ἐκς) προῆλθε κατόπιν ὁ ἕτερος τύπος αὐτῆς ἐκ πρὸ συμφώνου : (ἐξ Κορίνθου, ἤτοι ἐκς Κορίνθου) ἐκ Κορίνθου.
3) Τὸ σ, τὸ j καὶ τὸ F (§ 1, Σημ.) εἰς ἀρχαιοτέρους χρόνους, ὅταν εὑρίσκοντο εἰς τὴν ἀρχὴν λέξεως πρὸ φωνήεντος ἢ ἐντὸς λέξεως μεταξὺ δύο φωνηέντων, ἀπεβάλλοντο. Ἀπὸ τὸ σ καὶ τὸ j κατὰ τὴν πρώτην περίπτωσιν προέκυψε κανονικῶς δασὺ πνεῦμα (§ 12, Σημ.)· π.χ. (σέρπω) ἕρπω, (σέπομαι) ἕπομαι, (σίστημι) ἵστημι, (σέχω, ἕχω) καὶ ἔπειτα ἔχω, (jῆπαρ) ἧπαρ, (Fοῖνος) οἷνος - (λέγοι-σο) λέγοι-ο, (τέλεσ-ος, τέλεος) τέλους (πρβλ. τελεσ-φόρος) - (τιμάjω) τιμάω-ῶ, (καλέ-jω) καλέω-ῶ (πνεύω, πνέF-ω) πνέω (πρβλ. πνεῦμα).
Σημείωσις. Τύποι ὡς οἱ κρέασι, γένεσι, ἐτέλεσα κ.τ.ὅ. προῆλθον ἀπὸ τοὺς ἀρχικοὺς τύπους κρέασ-σι γένεσ-σι, ἑτέλεσ-σα δι’ ἀπλοποιήσεως τοῦ (διπλοῦ) σσ εἰς ἕν σ.
4) ᾽Οδοντικὸν εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ σ ἀποβάλλεται : (τάπητ-ς) τάπης, (ἐπίεδ-σα) ἐπίεσα. Οὕτω καὶ (ἐκ τοῦ νὺκτ-ς) νύξ, κ.ἄ.τ. 5) ᾽Οδοντικὸν μὲ ν πρὸ αὐτοῦ (ἤτοι ντ, νδ, νθ), εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ σ, ἀποβάλλεται, ἀλλὰ μὲ ἀντέκτασιν τοῦ προηγουμένου βραχέος φωνήεντος· (ἱμᾰ΄ντ-σι) ἱμᾱσι, (ὀδὸντ-ς) ὀδούς, (λυθὲντ-ς) λυθείς, (σπένδω, σπένδ-σω) σπείσω, (πάσχω, πένθ-σομαι) πείσομαι (= θὰ πάθω)· (βλ. § 32, 6). 6) Τὸ ν εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ σ κανονικῶς ἀποβάλλεται ἢ μὲ ἀντέκτασιν τοῦ προηγουμένου βραχέος φωνήεντος (συνήθως εἰς τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικὴν τῶν ὀνομάτων) ἢ χωρὶς ἀντέκτασιν (συνήθως εἰς τὴν δοτ. πληθυντικὴν τῶν ὀνομάτων) : (τάλᾰν-ς) τάλᾱς, (κτὲν-ς) κτείς· ἀλλὰ (κτεν-σὶ) κτεσί, (γείτον-σι) γείτοσι (ἰδ. καὶ τὸ προη-γούμενον).

Σημείωσις. Τῆς προθέσεως ἕν τὸ ν εἰς συνθέτους μὲ αὐτὴν λέξεις διατηρεῖται πρὸ τοῦ σ καθὼς καὶ πρὸ τοῦ ζ ἢ τοῦ ρ : ἐνσημαίνω, ἐνσκήπτω, ἐνζεύγνυμι, ἐνράπτω, ἔνρινος (ἀλλὰ καὶ ἔρρινος). Τῆς δὲ προθέσεως σὺν τὸ ν εἰς συνθέτους μὲ αὐτὴν λέξεις, ἐὰν μὲν ἀκολουθῇ ἁπλοῦν σ, ἀφομοιοῦται πρὸς αὐτό : (σύν-σιτος) σύσ-σιτος· ἐὰν δὲ ἀκολουθῇ ζ ἢ σ μὲ ἄλλο σύμφωνον μαζί, ἀποβάλλεται : (σύν-ζυγος) σύζυγος, (συν-σκευάζω) συ-σκευάζω, (συν-στρέφω) συ-στρέφω.
7) Πᾶν σύμφωνον ἐν γένει, ὅταν ὑπάρχη εἰς δύο ἀλλεπαλλήλους συλλαβὰς μιᾶς λέξεως, δύναται νὰ ἀποβάλλεται χάριν ἀνομοιώσεως. Οὕτω προῆλθε τὸ γίνομαι ἐκ τοῦ ἀρχικοῦ γίγνομαι, ἀγήοχα (πρκμ. τοῦ ἄγω) ἐκ τοῦ ἀρχικοῦ ἀγήγοχα. (Πρβλ. πενήντα ἐκ τοῦ πεντή-ντα, ἐκ τοῦ πεντήκοντα). Καὶ ὁλόκληρος συλλαβὴ μιᾶς λέξεως δύναται νὰ ἀποβάλλεται χάριν ἀνομοιώσεως, ὅταν ἡ ἀμέσως ἑπομένη συλλαβὴ τῆς λέξεως ἀρχίζῃ ἀπὸ τὸ ἴδιον ἢ ἀπὸ ὅμοιον κἄπως σύμφωνον : ἀμφορεὺς (ἐκ τοῦ ἀμφιφορεύς), σκίμπους (ἐκ τοῦ σκιμπό-πους). Πρβλ. νῦν : ἀποφοιτήριον (ἀντὶ ἀποφοιτητήριον).
2. Ἀνάπτυξις συμφώνων
§ 34. 1) Τὸ ἀρκτικὸν ρ διπλασιάζεται : α΄) εἰς τὰ ῥήματα τὰ ὁποῖα ἀρχίζουν ἀπὸ ρ, ὅταν ταῦτα λαμβάνουν αὔξησιν ἢ ἀναδιπλασιασ-μὸν ε : ῥέω-ἔρρεον, ῥίπτω - ἔρριπτον - ἔρριφα· β΄) εἰς πᾶσαν λέξιν, ἡ ὁποία ἀρχίζει ἀπὸ ρ, ὅταν ἐν συνθέσει αὐτῆς, 18
εὑρεθῇ πρὸ τοῦ ρ βραχὺ φωνῆεν : ῥητὸς - ἄρρητος - ἀπόρρητος, ῥωστὸς - ἄρρωστος· ἀλλά : εὔρωστος, εὔρυθμος.
2) Μεταξὺ ἐνρίνου καὶ ὑγροῦ (§ 5) ἀνεπτύχθη εἰς μερικὰς λέξεις εἰς βοηθητικὸς φθόγγος, πρὸς διευκόλυνσιν τῆς προφορᾶς. Οὕτω μεταξὺ τοῦ μ καὶ τοῦ ρ ἢ τοῦ μ καὶ τοῦ λ ἀνεπτύχθη ὁ φθόγγος β : μεσημ - β - ρία (ἐκ τοῦ μεσημ - ρία, ἐκ τοῦ μεσημερία), μέμ - β - λωκᾳ (ἐκ τοῦ μέ μλω - κα πρβλ. μολ-ὼν λαβέ). Ὁμοίως μεταξὺ τοῦ ν καὶ τοῦ ρ ἀνεπτύχθη ὁ φθόγγος δ : ὁ ἀνήρ, τοῦ ἀνδρὸς (ἐκ τοῦ ἀν - ρός, ἐκ τοῦ ἀνερός)· (βλ. § 32, 1).
3. Μετάθεσις συμφώνων
§ 35. Τὸ ἡμίφωνον j, εἰς τοὺς ἀρχαιοτάτους χρόνους, ἐντὸς λέξεως εὑρισκόμενον, κατόπιν τῶν συλλαβῶν αν, αρ, ορ, ἔπαθεν ἑπένθεσιν, ἤτοι μετετέθη πρὸ τοῦ ν ἢ ρ καὶ ἡνώθη ἔπειτα μὲ τὸ α ἢ ο εἰς δίφθογγον αι ἢ οι (ὑφάν-jω) ὑφαίνω, (τάλαν-jα) τάλαινα, (χαρ-ά, χάρ-jω) χαίρω, (μό-ρα, μόρ-jα) μοῖρα· (πρβλ. χαμαΐλὶ - χαϊμαλί).

4. ῾Ενώσεις ἢ συγχωνεύσεις συμφώνων
§ 36. 1) Οὐρανικὸν (κ, γ, χ) εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ σ ἑνοῦται μὲ αὐτὸ εἰς ξ : (φύλακ-ς) φύλαξ, (λέγ-ω, ἔλεγ-σα) ἔλεξα, (ὄνυχ-ς) ὄνυξ. 2) Χειλικὸν (π, β, φ) εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ σ ἑνοῦται μὲ αὐτὸ εἰς ψ : (τρέπ-ω, τρέπ-σω) τρέψω, (Ἄραβ-ς) Ἄραψ, (γράφ-ω, γράφ-σω) γράψω˙ (βλ. καὶ § 5, Σημ. 2).
3) Τὸ σ εἰς ἀρχαιοτάτους χρόνους, ἐντὸς λέξεως εὑρισκόμενον, κατόπιν ἐνρίνου (μ, ν) ἢ ὑγροῦ (λ, ρ) ἀφωμοιώθη κατὰ πρῶτον πρὸς αὐτό, ἔπειτα δὲ ἔγινεν ἁπλοποίησις τῶν (δύο) ἐνρίνων (μμ, νν) ἢ ὑγρῶν (λλ, ρρ) εἰς ἕν ἔνρινον (μ, ν) ἢ ὑγρὸν (λ, ρ) καὶ ἀντέκτασις τοῦ προηγουμένου βραχέος φωνήεντος, ἤτοι τοῦ ᾰ εἰς η (ἤ ᾱ), τοῦ ε εἰς ει, τοῦ ῐ ἢ ῠ εἰς ῑ ἢ ῡ : (νέμ-ω, ἔνεμ-σα, ἔνεμμα) ἔνειμα, (φαίνω, ἔφαν-σα, ἔφᾰν-να) ἔφηνα, (ἀγγέλλω, ἤγγελ-σα, ἤγγελλα) ἤγγειλα, (φύρω, ἔφῠρ-σα, ἔφὕρ-ρα) ἔφῦ-ρα.
Σημείωσις. Εἰς μερικὰς λέξεις δὲν ἀφωμοιώθη τὸ σ μὲ προηγούμενον ὑγρὸν (λ, ρ) ἢ μετὰ τὴν ἀφομοίωσιν διετηρήθησαν τὰ δύο ὑγρά : ἄλσος, ῞Ερση, χέρσος, (θάρσος) θάρρος, (χερσόνησος) χερρόνησος.

4) Τὸ ἡμίφωνον j εἰς ἀρχαιοτάτους χρόνους ἐντὸς λέξεως: 19
α΄) εὑρισκόμενον κατόπιν τοῦ λ ἀφωμοιώθη πρὸς αὐτό: (ἄγγελ-ος, ἀγγέλ-jω) ἀγγέλλω, (ἔ-βαλ-ον, βάλ-jω) βάλλω· β΄) εὑρισκόμενον κατόπιν τοῦ ν ἢ τοῦ ρ, ὅταν δὲν ὑπῆρχε πρὸ αὐτῶ α ἢ ο, ἀφωμοιώθη κατὰ πρῶτον πρὸς αὐτά, ἔπειτα δὲ ἔγινεν ἁπλοποίησις τῶν (δύο) νν ἢ ρρ εἰς ἓν ν ἢ ρ καὶ ἀντέκτασις τοῦ προηγουμένου ε εἰς ει καὶ τοῦ ῐ ἢ ῠ εἰς ῑ ῆ ῡ : (τέν-jω, τέννω) τείνω, (κλῐ΄ν-jω, κλῐ΄ν-νω) κλῑ΄νω, (ἀμῠ΄ν-jω, ἀμῠ΄ν-νω) ἀμῡ΄νω, (σπέρ-jω, σπέρ-ρω) σπείρω, (οἰκτῐ΄ρ - jω, οἰκτῐ΄ρ-ρω) οἰκτῑ΄ρω, (φῠ΄ρ-jω, φῠ΄ρ-ρω) φῡ΄ρω· γ΄) εὑρισκόμενον κατόπιν τῶν οὐρανικῶν (κ, γ, χ) καὶ σπανιώτερον κατόπιν τῶν ὀδοντικῶν τ καὶ θ, συνεχωνεύθη μὲ αὐτὰ εἰς σσ ἢ ττ : (φυλάκ-jω) φυλάσσω ἢ φυλάττω, (τάγ-jω) τάσσω ἢ τάττω, (τα-ράχjω) ταράσσω ἢ ταράττω - (χαρίετ-jα) χαρίεσσα, πλάτ-jω ἢ πλάθ-jω) πλάσσω.

Σημείωσις. Εἰς μερικὰς λέξεις τὸ j μὲ τὸ πρὸ αὐτοῦ γ συνεχωνεύθη εἰς ζ: (οἰμωγ-ή, οἰμώγ-jω) οἰμώζω. δ΄) εὑρισκόμενον κατόπιν τοῦ ὀδοντικοῦ δ συνεχωνεύθη μὲ αὐτὸ εἰς ζ: (παίδ-jω) παίζω, (ἐρίδ-jω) ἐρίζω· ε΄) εὑρισκόμενον κατόπιν ὀδοντικοῦ μὲ ν πρὸ αὐτοῦ (ἤτοι κατόπιν τοῦ ντ, νδ ἢ νθ) συνεχωνεύθη πρῶτον μὲ τὸ ὀδοντικὸν εἰς σ καὶ ἔπειτα ἔγινε ἀποβολὴ τοῦ ν, μὲ ἀντέκτασιν τοῦ προηγουμένου βραχέος φωνήεντος: (πάντ-jα, πᾰ΄ν-σα) πᾶσα, (λυθέντ-jα, λυθέν-σα) λυθεῖσα, (ἑκόντ-jα, ἑκόν-σα) ἑκοῦσα· (πρβλ. § 33, 5).

5. Τροπαὶ συμφώνων
§ 37. ᾽Εντὸς μιᾶς λέξεως : 1) οὐρανικὸν ἢ χειλικὸν εὑρισκόμενον πρὸ ὀδοντικοῦ, ἐὰν εἶναι ἑτερόπνουν (συμπνευματίζεται, ἤτοι) γίνεται ὁμόπνουν μὲ τὸ ἑπόμενον ὀδοντικὸν (§ 4, 2): ταγ-ὸς (ταγ-τὸς) τακ-τός, (ἐτάγ-θην) ἐτάχ-θην, κρύφα (κρυφ-τὸς) κρυπ-τός, (κρύφ-δην) κρύβ-δην. Οὕτω καὶ ἑπ-τὰ (ἀλλά: ἕβ-δομος), ὀκ-τὼ (ἀλλὰ: ὄγ-δοος). Τὰ δυνατὰ δηλαδὴ συμπλέγματα οὐρανικῶν ἢ χειλικῶν μὲ ὀδοντικὰ εἰς τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν εἶναι κτ, γδ, χθ - πτ, βδ, φθ.
Σημείωσις. Τῆς προθέσεως ἐκ τὸ κ δὲν συμπνευματίζεται : ἐκδέρω, ἐκθέω, ἐκφέρω, ἐκχέω κτλ. 20
2) Οὐρανικὸν κ ἤ χ εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ μ γίνεται γ: διώκ-ω (διωκμὸς) διωγ-μός, βρέχ-ομαι (βεβρεχ-μένος) βεβρεγ-μένος.
Σημείωσις. Εἰς μερικὰς μεμονωμένας λέξεις διατηροῦνται τὰ συμπλέγματα κχ, χμ: ἀκμή, αἰχμή.
3) Χειλικὸν εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ μ (ἀφομοιοῦται μὲ αὐτό, ἤτοι) γίνεται καὶ αὐτὸ μ: κόπ-ος (κόπ-μα) κόμ-μα, τρίβ-ω (τρῖβ-μα) τρῖμ-μα, γράφ-ω (γράφ-μα) γράμ-μα.
4) ᾽Οδοντικὸν εὑρισκόμενον πρὸ ὀδοντικοῦ ἢ πρὸ τοῦ μ τρέπεται εἰς σ: ψεύδ-ομαι (ἐψεύδ-θην) ἐψεύσ-θην, ᾄδ-ω (ᾀδ-μα) ᾆσ-μα, πιθ-ανὸς (πιθ -τὸς) πισ-τός.
Σημείωσις. Εἰς μερικὰς μεμονωμένας λέξεις διατηρεῖται τὸ ὀδοντικὸν πρὸ ἄλλου ὀδοντικοῦ ἢ πρὸ τοῦ μ: Ἀτθίς, Πιτθεύς, Κάδμος, πυθμήν, ἀτμός. ῾Ομοίως διατηρεῖται τὸ ττ, τὸ ὁποῖον προῆλθεν ἀπὸ κj ἢ γj ἢ χj (βλ. κατωτέρω).
5) Τὸ τ τῆς συλλαβῆς τι εὑρισκόμενον κατόπιν φωνήεντος ἢ τοῦ ν εἰς πολλὰς λέξεις ἔχει τραπῆ εἰς σ: πλοῦτ-ος (πλούτ-ιος) πλούσ-ιος, ἀθάνατος (ἀθανατ-ία) ἀθανασία, ἑκόντ-ες (ἑκόντ-ιος, ὲκόνσ-ιος) ἑκούσιος· (βλ. § 32, 6 καὶ 33, 5). (Ἀλλά: αἰτία, σκότιος, ἐναντίος κτλ.).
6) Τὸ ἔνρινον ν εὑρισκόμενον α΄) πρὸ οὐρανικοῦ ἢ πρὸ τοῦ ξ τρέπεται εἰς ἔνρινον γ: (ἐν-κύπτω) ἐγκύπτω, (συν-γράφω) συγγράφω, (συν-χέω) συγχέω, (ἐν-ξύω) ἐγξύω· β΄) πρὸ χειλικοῦ ἢ πρὸ τοῦ ψ τρέπεται εἰς μ: (ἐν-πνέω) ἐμπνέω, (συν -βάλλω) συμβάλλω, (ἐν-φύομαι) ἐμφύομαι, (ἔν-ψυχος) ἔμψυχος· γ΄) πρὸ τοῦ μ ἢ πρὸ τῶν ὑγρῶν λ, ρ ἀφομοιοῦται πρὸς αὐτά : ἐν-μένω) ἐμμένω, (συν-λέγω) συλλέγω, (συν-ράπτω) συρράπτω.
Σημείωσις. Εἰς τὸν παθητικὸν παρακείμενον μερικῶν ἐνρινολήκτων ῥημάτων καὶ εἰς λέξεις συγγενεῖς ἐτυμολογικῶς μὲ αὐτόν, ἀπὸ τὸ σύμπλεγνα νμ προέρχοται σμ ἀντὶ τοῦ μμ: μιαίνομαι (μεμίαν-μαι) μεμίασμαι, μίασμαὑφαίνομαι (ὕφαν-μαι) ὕφασμαι, ὕφασμα.
7) ῞Οταν συμβῇ δύο ἀλλεπάλληλοι συλλαβαὶ τῆς λέξεως νὰ ἀρχίζουν ἀπὸ ἄφωνον δασύ, τότε γίνεται ἀνομοίωσις, ἤτοι τῆς πρώτης συλλαβῆς τὸ δασὺ τρέπεται εἰς τὸ ἀντίστοιχόν του ψιλὸν (§ 5, 2): χορεύω - 21
κεχόρευκα (ἐκ τοῦ χε-χόρευκα), φύω - πέφυκα (ἐκ τοῦ φέ-φυ-κα), θύω - τέθυκα (ἐκ τοῦ θέ-θυκα), ἐτέθην (ἐκ τοῦ ἐθέ-θην), θρέμμα (ἐκ τοῦ θρέφ-μα)˙ τρέφω (ἐκ τοῦ θρέφ-ω), καὶ τροφὴ (ἐκ τοῦ θροφ-ή) ἡ θρίξ, ταῖς θριξί, ἀλλὰ τριχ-ός, τρίχ-ες κτλ.
Σημείωσις. Πολλάκις παραμένει τὸ δασὺ εἱς δύο ἀλλεπαλήλους συλλαβάς μιᾶς λέξεως συμφώνως πρὸς ἄλλους συγγενεῖς τύπους αὐτῆς: ὠρθώθην (ὅπως ὀρθώσω, ὤρθωσα κλπ.), ἐθέλχθην (ὅπως θέλξω, ἔθελξα κλπ.), φάθι (ὅπως φάτω, φατὲ κλπ.).
Εἰς δὲ τὸ β΄ ἑνικὸν πρόσωπον τῆς προστακτικῆς τοῦ παθητικοῦ ἀορίστου α΄ τρέπεται οὐχὶ τῆς πρώτης, ἀλλὰ τῆς δευτέρας συλλαβῆς τὸ δασὺ εἰς ψιλόν: ἐλύθην, λύθητι (ἐκ τοῦ λύθηθι). 22