ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/ΔΗΜΟΘΟΙΝΙΑ/BOARD/Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ κατά τον ΝΙΤΣΕ

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ κατά τον ΝΙΤΣΕ

14 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 1/1
Πέμ 08/05/2008 23:45
Ο Νίτσε στο έργο του «Ecce homo» χαρακτηρίζει τον εαυτό του ως τον πρώτο τραγικό φιλόσοφο, που είναι ακριβώς η αντίθεση και ο αντίποδας ενός πεσσιμιστή φιλόσοφου. Πρώτος αυτός, όπως λέει, έκανε αυτή τη μετουσίωση του διονυσιακού, φιλοσοφική συγκίνηση. Λόγω του περιορισμένου χώρου που έχω στη διάθεσή μου, θα σας παρουσιάσω τελείως επιγραμματικά τις απόψεις του Νίτσε για την τραγωδία και τον αρχαίο ελληνικό κόσμο γενικότερα, όπως αυτές αποτυπώνονται στο έργο του "Η γέννηση της τραγωδίας".
Κατά τον Νίτσε, η προοδευτική ανέλιξη της τέχνης είναι συνδεμένη με τη δυαδικότητα του απολλώνειου και του διονυσιακού πνεύματος. Αυτές οι δύο παρορμήσεις, οι τόσο διαφορετικές, προχωρούν παράλληλα, τις περισσότερες φορές σε ανοιχτές συγκρούσεις ανάμεσα στην απολλώνεια πλαστική τέχνη και τη χωρίς σχήματα τέχνη της μουσικής που ανήκει στο Διόνυσο. Χάρις, όμως, σ’ ένα μεταφυσικό θαύμα της ελληνικής «Βούλησης» ζευγαρώνουν και γεννοβολούν το ταυτόχρονα διονυσιακό και απολλώνειο έργο τέχνης: την αττική τραγωδία.
Αυτά τα δύο ένστιχτα προέρχονται από δύο διαφορετικούς αισθητικούς κόσμους, του ονείρου και της μέθης. Το όνειρο είναι ο προαπαιτούμενος όρος κάθε πλαστικής τέχνης και σημαντικού μέρους της ποίησης. Η εσωτερική μας φύση αντλεί από τις ακτινοβόλες ή σκοτεινές εικόνες του ονείρου μια βαθύτερη ευχαρίστηση, καθώς ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μας η «Θεία Κωμωδία» της ύπαρξης, με την Κόλασή της, όχι σαν θέαμα φαντασμάτων, αλλά σαν βιωμένη πραγματικότητα που επιβεβαιώνει τη φαινομενικότητα του κόσμου μας. Αυτή τη χαρούμενη ανάγκη του ονείρου την παράστησαν οι Έλληνες κατά κάποιο τρόπο με τη μορφή του Απόλλωνα, που τον θεωρούσαν θεό όλων των δυνάμεων που μαγεύουν – και σύγχρονα θεό των προφητειών. Η ανώτερη αλήθεια του ονείρου αποτελεί το συμβολικό ανάλογο του δώρου της προφητείας και των τεχνών γενικά, που καθιστούν δυνατή τη ζωή κι άξια να τη ζει κανένας. Το όνειρο όμως για να μην καταλήξει σε κάτι παθολογικό, δεν θα πρέπει να δρασκελίσει τη λεπτή γραμμή του ύπνου, κι αυτό ανήκει στο πνεύμα του μέτρου που αντικατοπτρίζεται στη γαλήνια μορφή του Απόλλωνα, ο οποίος αποστρέφει το «ακτινοβόλο σαν τον ήλιο» βλέμμα του από τις κτηνώδεις παρορμήσεις. Ο Απόλλωνας συνιστά την υπέροχη θεότητα, που ενσαρκώνει τη θεία και απαστράπτουσα αρχή της ατομικότητας και που το βλέμμα του κι η κάθε του κίνηση μας εκφράζουν όλη την ευτυχία, όλη τη σοφία της «φαινομενικότητας», κι ακόμα όλη την ομορφιά.
Από την άλλη πλευρά, ο Νίτσε, επηρεασμένος από τον δάσκαλό του τον Σοπενχάουερ, υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος, για να διασκεδάσει την τρομερή φρικίαση που τον κυριεύει τη στιγμή που αντιλαμβάνεται τις γνωσιολογικές μορφές των φαινομένων, παραδίδεται στην απολαυστική έκσταση που ξεπηδάει από το βαθύτερο εγώ του, από τα μύχια της ίδιας της φύσης, όταν υφίσταται μιαν ανάλογη κατάρρευση η αρχή της ατομικότητας. Η ουσία του διονυσιασμού μπορεί να γίνει κατανοητή καλύτερα χάρη στην αναλογία του με τη μέθη. Οι διονυσιακές εξάψεις που είναι το αποτέλεσμα, είτε κάποιου ναρκωτικού πιοτού, είτε της ακατανίκητης προσέγγισης της άνοιξης, που αναζωογονεί ολόκληρη τη φύση, οδηγούν το άτομο στην πλήρη λήθη του εαυτού του. Κάτω από τη μαγεία του Διονύσου δεν αποκαθίσταται μονάχα η συναδέλφωση του ανθρώπου με τον άνθρωπο, αλλά και η ίδια η φύση, που μας είχε γίνει ξένη, εχθρική ή υπόδουλη, γιορτάζει τη συμφιλίωσή της με τον άνθρωπο. Ο σκλάβος λευτερώνεται και γκρεμίζονται τώρα όλοι οι άκαμπτοι κι εχθρικοί φραγμοί, που η αναγκαιότητα, η αυθαιρεσία ή η «αναίσχυντη μόδα» ύψωσαν ανάμεσα στους ανθρώπους. Στα πλαίσια τούτου του παγκόσμιου ευαγγελίου της αρμονίας, ο άνθρωπος κοινωνεί στο μυστήριο της αρχέτυπης Ενότητας με τα τραγούδια του και τους χορούς του. Έτσι μια υπερφυσική πραγματικότητα προβάλλει χάρη σ’ αυτόν, νιώθει να ’ναι θεός, βαδίζει σε κατάσταση έκστασης, ξεπερνώντας τον ίδιο τον εαυτό του, όπως εκείνοι οι θεοί που τους είδε να περπατούν στα όνειρά του. Ο άνθρωπος έπαψε πια να ’ναι καλλιτέχνης, έγινε ο ίδιος έργο τέχνης.
Μ’ αυτόν τον τρόπο ο Νίτσε περιγράφει το απολλώνειο πνεύμα και το αντίθετό του το διονυσιακό, σαν καλλιτεχνικές δυνάμεις που αναβλύζουν άμεσα μέσ’ απ’ τη φύση χωρίς τη μεσολάβηση του ανθρώπινου καλλιτέχνη. Συγκρινόμενος, τώρα με τις αισθητικές καταστάσεις της φύσης, κάθε καλλιτέχνης είναι ένας «μιμητής», είτε πρόκειται για τον καλλιτέχνη του απολλώνειου ονείρου, είτε για ’κείνον της διονυσιακής μέθης, ή ακόμα, όπως συμβαίνει με την ελληνική τραγωδία, για τον καλλιτέχνη που ’ναι ταυτόχρονα του ονείρου και της μέθης. Ίσως έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τη σχέση του Έλληνα καλλιτέχνη με τ’ αρχικά του πρότυπα ή, κατά την έκφραση του Αριστοτέλη, «τη μίμηση της φύσης» απ’ αυτόν. Εδώ ας σημειωθεί, η απροσμέτρητη άβυσσος που χωρίζει τους διονυσιακούς Έλληνες από τους διονυσιακούς βαρβάρους. Το χάσμα είναι ανάλογο μ’ αυτό που χωρίζει τον ίδιο τον Διόνυσο από τον τραγόμορφο Σάτυρο. Στα διονυσιακά όργια των Ελλήνων, - σε σύγκριση με τον ξεπεσμό του ανθρώπου σε τίγρη και πίθηκο των βαβυλωνίων – διακρίνουμε τη σημασία γιορτών απολυτρωτικής αναγέννησης του κόσμου και ημερών μεταμόρφωσης, χάρη στη έγκαιρη συμφιλίωση του δελφικού θεού με τον αντίπαλό του. Η συμφιλίωση του Απόλλωνα με τον Διόνυσο είναι η σημαντικότερη στιγμή στην ιστορία της ελληνικής λατρείας. Έτσι, στις διονυσιακές γιορτές η εξολόθρευση της αρχής της ατομικότητας ανυψώθηκε σε καλλιτεχνικό φαινόμενο. Τα τραγούδια και η μιμική των διονυσιακών ονειροπόλων, που σπαράζονταν από αντιτιθέμενες συγκινήσεις ηδονικού πόνου και οδυνηρής χαράς, ήταν για τον ελληνικό ομηρικό κόσμο κάτι το καινούργιο και το ανήκουστο. Ιδιαίτερα η διονυσιακή μουσική του προκαλούσε τον τρόμο και τη φρικίαση. Ο απολλώνειος Έλληνας άκουσε με έκπληξη για πρώτη φορά το συνεχές κύμα της μελωδίας της διονυσιακής μουσικής που δεν έμοιαζε με τον ρυθμικό κυματισμό της απολλώνειας τέχνης που ήταν ήδη γνωστή. Με το διονυσιακό διθύραμβο ο άνθρωπος οδηγείται στον παροξυσμό των συμβολιστικών του δυνατοτήτων, σχίζεται ο πέπλος της Μάγιας, πραγματοποιείται η συνταύτιση του ατόμου με το πνεύμα του είδους, με την ίδια τη φύση. Ο συμβολισμός της φύσης επιτυγχάνεται με έναν ολοκληρωτικό χορό που συγκλονίζει με το ρυθμό του όλα τα μέλη του σώματος. Γι’ αυτό το λόγο αναπτύσσονται οι άλλες συμβολικές δυνάμεις της μουσικής: η ρυθμική, η δυναμική και η αρμονία. Με κατάπληξη τώρα πια ο απολλώνειος Έλληνας σκέπτεται ότι όλ’ αυτά, δεν του ήσαν στο βάθος τόσο ξένα, κι ότι η καθάρια απολλώνεια συνείδησή του κάλυπτε μονάχα, μ’ ένα διάφανο πέπλο, αυτό το διονυσιακό κόσμο.
Σύμφωνα με τον Νίτσε, ο ολύμπιος κόσμος, αυτό το εκτυφλωτικό δημιούργημα του ελληνικού ονείρου, που παρεμβαίνει ανάμεσα στον κόσμο και στον δημιουργό του, γεννήθηκε κάτω από την επίδραση του απολλώνειου ενστίκτου της ομορφιάς και μέσα από βραδείες, μεταβατικές καταστάσεις. To ομηρικό έπος είναι το ποίημα του ολύμπιου πολιτισμού, που, με τον πιο υπέροχο τρόπο, υμνεί τη νίκη που συνέτριψε τις φρικαλεότητες του πολέμου των Τιτάνων. Το ένστικτο που γέννησε τη γαλήνια ιεραρχία των ολύμπιων θεών, δημιούργησε επίσης την τέχνη, συμπλήρωμα και ολοκλήρωση της ζωής, που προορίζεται να μας πείθει πως αξίζει να συνεχίσουμε να ζούμε. Για ν’ αντέξουν στη ζωή, για να ξεπεράσουν τη δυσπιστία τους απέναντι στις τιτανικές δυνάμεις της φύσης, αυτή τη Μοίρα που αλύπητα βασιλεύει πέρα από κάθε γνώση, αυτό το γύπα του Προμηθέα, το τρομερό πεπρωμένο του Οιδίποδα, την κληρονομική κατάρα των Ατρειδών, χρειάστηκαν οι Έλληνες την καλλιτεχνική τους δημιουργία, το μεσολαβητή κόσμο των Ολυμπίων. Έτσι οι θεοί δικαιολογούν την ανθρώπινη ύπαρξη με το να τη ζουν οι ίδιοι, - τη μόνη δηλαδή ικανοποιητική θεοδικία. Μια ζωή πληθωρική, θριαμβεύτρια ακόμα, όπου έχει θεοποιηθεί ολόκληρη η πραγματικότητα, καλή ή κακή. Το άφατο μεγαλείο του Ομήρου βρίσκεται στ’ ότι είναι συνδεμένος μ’ αυτόν τον απολλώνειο εθνικό πολιτισμό που για να δοξαστεί έπρεπε τα δημιουργήματά του ν’ αντανακλούνται σε κάποια ανώτερη σφαίρα. Αυτή η σφαίρα είναι η σφαίρα της Ομορφιάς, μέσα στην οποία διέκριναν τους ολύμπιους θεούς πλασμένους σύμφωνα με τη δικιά τους μορφή. Μνημείο αυτού του πολιτισμού είναι τα ομηρικά έπη, όπου ο άνθρωπος συνταυτίζεται σε τέτοιο βαθμό με την ύπαρξη, ώστε ακόμη κι ο θρήνος μετατρέπεται σε ύμνο που εγκωμιάζει τη ζωή. Ολόκληρος ο κόσμος του πόνου είναι απαραίτητος, για ν’ αναγκαστεί εξ αιτίας του, το άτομο να δημιουργήσει τον απολυτρωτικό οραματισμό που θα τον βοηθήσει να παραμείνει νηφάλιος στους κλυδωνισμούς της ζωής. Αυτή η ενότητα του ανθρώπου με τη φύση, που ο Σίλλερ την ονόμασε «αφέλεια», δηλαδή η ολοκληρωτική του εγκατάλειψη στην ομορφιά της φαινομενικότητας, δημιούργησε την αρμονία που με τόσο πάθος θαυμάζεται από τη σύγχρονη ανθρωπότητα.
Ο Απόλλωνας, που μας αποκαλύπτεται σαν η θεοποίηση της αρχής της εξατομίκευσης, απαιτεί από τους πιστούς του το μέτρο, και συνακόλουθα την αυτογνωσία. Η υπερβολική έπαρση και η υπερβολή θεωρούνται κατ’ εξοχήν εχθρικοί δαίμονες, που ’χουν έρθει από τη μη απολλώνεια σφαίρα, σαν ιδιότητες συνυφασμένες με την προαπολλώνεια εποχή, δηλαδή την περίοδο των Τιτάνων, και τον εξωαπολλώνειο κόσμο, δηλαδή το βαρβαρικό. Έτσι ο Προμηθέας καταδικάστηκε να τον ξεσχίζουν οι γύπες, εξαιτίας ακριβώς της τιτανικής αγάπης του για τους ανθρώπους, κι ο Οιδίποδας παρασύρθηκε στο στρόβιλο των τερατωδών κακουργημάτων του, εξαιτίας της υπέρτατης σοφίας του, που του επέτρεψε να εξηγήσει το αίνιγμα της Σφίγγας. Έτσι εξηγούσε το παρελθόν ο δελφικός θεός.
«Τιτανική» και «βαρβαρική» χαρακτήριζε επίσης ο απολλώνειος Έλληνας τη συγκίνηση που προκαλούσε ο διονυσιασμός, χωρίς ωστόσο να κατορθώνει ν’ αποκρύψει απ’ τον εαυτό του τη βαθύτατη συγγένεια, που ’νιωθε να τον ενώνει μ’ αυτούς τους κατακεραυνωμένους Τιτάνες και τους ήρωές του. Ακόμα περισσότερο ένιωθε, πως η ύπαρξή του, πλημμυρισμένη από ομορφιά και μέτρο, στηριζόταν πάνω σε μια μυστηριακή βάση πόνου και γνώσης, που του την αποκάλυπτε σε συνέχεια αυτός ο διονυσιασμός. «Και να που ο Απόλλωνας δεν μπορούσε πια να ζήσει χωρίς το Διόνυσο», λέει ο Νίτσε. Το «τιτανικό» και το «βαρβαρικό» γίνονταν, επί τέλους, στον ίδιο βαθμό αναγκαία, με το «απολλώνειο». Στο κόσμο της φαινομενικότητας και του μέτρου όπου αντηχούσε ο άυλος ήχος της άρπας του απολλώνειου καλλιτέχνη, ξαφνικά αντηχούν οι πλάνες μελωδίες των διονυσιακών γιορτών που εκφράζουν όλη την ασυμμετρία της φύσης στη χαρά, στον πόνο και στη γνώση. Οι τέχνες των μουσών ωχριούσαν μπροστά σε μια τέχνη που διαλαλούσε την αλήθεια. Το άτομο, με τα μέτρα του και τα όρια του, καταποντιζόταν στην ολοκληρωτική λήθη που χαρακτηρίζει τις διονυσιακές καταστάσεις και ξεχνούσε τους απολλώνειους νόμους. Όπου κι αν εισχωρούσε ο διονυσιασμός, ο απολλωνισμός παραμεριζόταν και εκμηδενιζόταν, εκτός από το περιχαρακωμένο στρατόπεδο του απολλώνειου πνεύματος, το κράτος των Δωριέων και τη δωρική τέχνη. Ο μεταξύ τους ανταγωνισμός γέννησε αλληλοδιαδεχόμενα δημιουργήματα που κυριάρχησαν πάνω στο ελληνικό πνεύμα. Ο «χάλκινος» αιώνας με τους πολέμους των Τιτάνων δίνει τη σκυτάλη στον ομηρικό κόσμο που γεννήθηκε κάτω από την επίδραση του απολλώνειου ενστίκτου της ομορφιάς, η αίγλη της οποίας καταχωνιάζεται ξανά από τον αφανιστικό διονυσιακό χείμαρρο, αλλά ανυψώνεται στη μεγαλόπρεπη ακινησία της δωρικής τέχνης και του δωρικού πνεύματος. «Και τότε σαν έσχατο τέρμα, προσφέρεται στα βλέμματά μας,» λέει ο Νίτσε, «το υπέροχο και λαμπρό αριστούργημα της αττικής τραγωδίας, ο δραματικός διθύραμβος, κοινή επιδίωξη αυτών των δυο ενστίχτων, που η μυστηριακή τους ένωση, που διαδέχεται ένα μακροχρόνιο ανταγωνισμό, υμνήθηκε με το γεννοβόλημα ενός τέτοιου δημιουργήματος: που ’ναι ταυτόχρονα Αντιγόνη και Κασσάνδρα».
Στη συνέχεια ο Νίτσε προσπαθεί να μας γνωρίσει το διονυσο-απολλώνειο πνεύμα και το έργο τέχνης που δημιούργησε αυτή η μυστηριακή ένωση, διαμελίζοντας την τραγωδία στα «εξ ων συνετέθη», δηλαδή τη μελωδία, το χορό και το διάλογο.
Στο 4ο κεφ. της «Ποιητικής» του, ο Αριστοτέλης παράγει το δράμα στο σύνολό του από τον αυτοσχεδιασμό και θεωρεί αφετηρία της εξέλιξης της τραγωδίας τους πρωτοτραγουδιστές (εξάρχοντες) του διθύραμβου. Σ’ αυτόν το ρόλο του εξάρχοντος πρέπει να αναλογισθούμε τον Αρχίλοχο, που περηφανεύεται ότι ξέρει να τραγουδήσει (εξάρξαι) το ωραίο τραγούδι του Διόνυσου, όταν το κρασί τού πάρει το μυαλό (77 D). Άλλωστε, είναι γνωστή η σχέση της τραγωδίας με τη λυρική ποίηση. Για να προσεγγίσουμε την προσωπικότητα του λυρικού ποιητή, πρέπει να αναφερθούμε στην ένωση, κι ακόμα στην ταυτότητα του λυρικού ποιητή και του μουσικού, που θεωρούνταν πάντα σα φυσική ένωση. Σαν διονυσιακός καλλιτέχνης αρχινά με το να ταυτίζεται πλήρως με την αρχέτυπη Ενότητα, με την οδύνη και την αντίφασή της. Στη συνέχεια αναπλάθει την εικόνα της αρχέτυπης αυτής Ενότητας σε μουσική. Τότε όμως, κάτω από την επίδραση του απολλώνειου ονείρου, αυτή η μουσική αποχτά γι’ αυτόν την ορατή μορφή ενός συμβολικού ονείρου.
Η έρευνα έχει αποδείξει ότι ο Αρχίλοχος είναι εκείνος που εισήγαγε το λαϊκό τραγούδι στη φιλολογία και σ’ αυτό χρωστά τη θέση του στο πλευρό του Ομήρου. Σε αντιπαράθεση όμως με την αποκλειστική απολλώνεια εποποιία «τι άλλο είναι το λαϊκό τραγούδι απ’ το αδιάλειπτο ίχνος, απ’ την ένωση του απολλώνειου και του διονυσιακού πνεύματος» αναρωτιέται ο Νίτσε. Οι σύγχρονοι αισθητικοί, λέει, αποκαλούν τον Όμηρο «αντικειμενικό» καλλιτέχνη, ενώ τον Αρχίλοχο «υποκειμενικό». Ο Νίτσε προτιμά έναν άλλον διαχωρισμό: O επικός ποιητής βυθίζεται στην καθαρή θεωρία των εικόνων. Γι’ αυτόν, ακόμα και η εικόνα του μαινόμενου Αχιλλέα δεν είναι παρά μια εικόνα, και ο καθρέφτης αυτής της φαινομενικότητας τον εμποδίζει να ταυτιστεί και συγχωνευτεί με την εικόνα που ’πλασε. Αντίθετα, οι εικόνες του λυρικού ποιητή δεν είναι παρά ο ίδιος ο εαυτός του και κατά κάποιο τρόπο διάφορες προβολές του ίδιου του εαυτού του. Το εγώ του δεν είναι το ίδιο με του ρεαλιστή και εμπειρικού. Είναι το μοναδικό εγώ που πραγματικά υπάρχει και είναι αιώνιο, εκείνο που στηρίζεται στο ίδιο το θεμέλιο των πραγμάτων, εκείνο που με το λυρικό του δαιμόνιο διαπερνά τις διάφορες εικόνες, για να βυθίσει το βλέμμα του στα κατάβαθα των πραγμάτων. Έτσι, καταλήγει ο Νίτσε, δεν υπάρχουν τέχνες υποκειμενικές και αντικειμενικές, διαφωνώντας με τη διάκριση του Σοπενχάουερ, γιατί στο βαθμό που το υποκείμενο είναι καλλιτέχνης, είναι κιόλας απελευθερωμένο από την ατομική του βούληση. Μονάχα στο μέτρο που, κατά την πράξη της καλλιτεχνικής δημιουργίας, το πνεύμα συγχωνεύεται με τον αρχέγονο καλλιτέχνη του σύμπαντος, διαισθάνεται κάτι απ’ αυτό που αποτελεί την αιώνια ουσία της τέχνης. Τότε το πνεύμα γίνεται υποκείμενο και αντικείμενο, ποιητής, ηθοποιός και θεατής μαζί.
«To λαϊκό τραγούδι», λέει ο Νίτσε, «είναι ένας μουσικός καθρέφτης, μια αρχέγονη μελωδία που αναζητά μια παράλληλη εικόνα ονείρου που την εκφράζει το ποίημα». Η μελωδία είναι λοιπόν το πρωταρχικό και καθολικό, αφού γεννοβολά το ποίημα και μάλιστα το γεννοβολά ακατάπαυστα απ’ την αρχή. Στην ποίηση του λαϊκού τραγουδιού βλέπουμε τη γλώσσα, μ’ όλες της τις δυνάμεις, να προσπαθεί να μιμηθεί τη μουσική. Γι αυτό, μαζί με τον Αρχίλοχο, αρχίζει να εμφανίζεται ένας νέος κόσμος της ποίησης, που ριζικά αντιτίθεται στην ομηρική ποίηση. Ο λόγος, η εικόνα, η έννοια αναζητούν έκφραση ανάλογη με τη μουσική και τότε υφίστανται τη βίαιη επίδραση της μουσικής. Έτσι γεννιέται το στροφικό λαϊκό τραγούδι και η λεκτική δυνατότητα διεγείρεται απ’ αυτήν την καινούργια αρχή που συνίσταται στη μίμηση της μουσικής. Ας σημειωθεί όμως ότι η γλώσσα, ως όργανο και σύμβολο των φαινομένων, δεν κατόρθωσε, κι ούτε ποτέ θα το πετύχει, να εξωτερικεύσει τη βαθύτατη εσώτερη ουσία της μουσικής, αφού διατηρεί μαζί της μονάχα μια ολότελα επιφανειακή επαφή.
Πηγή όμως της ελληνικής τραγωδίας είναι ο χορός. Αναμφίβολα η τραγωδία γεννήθηκε από τον τραγικό χορό που αποτελεί το πρωταρχικό δράμα. Ο Νίτσε στην προσπάθειά του να διεισδύσει ως την ψυχή αυτού του τραγικού χορού, ασκεί, καταρχήν, κριτική στην παραδοσιακή άποψη που θεωρεί το χορό ως ιδανικό θεατή ή ως «το λαό» απέναντι στην ηγεμονική τάξη των ηρώων της τραγωδίας. Αυτή η πολιτική ερμηνεία προϋποθέτει ότι οι Αθηναίοι δημοκράτες είχαν φανταστεί να ενσαρκώσουν το αμετάβλητο του ηθικού νόμου στο χορό του λαού, που στο τέλος πάντα δικαιώνεται, παρά τις υπερβασίες των βασιλιάδων. Η ερμηνεία αυτή που προκλήθηκε από μια φράση του Αριστοτέλη, δεν διαδραμάτισε, κατά τον Νίτσε, τον παραμικρό ρόλο στον αρχικό σχηματισμό της τραγωδίας, αφού οι πηγές της τελευταίας είναι καθαρά θρησκευτικές. Μάλιστα ο Νίτσε αποκλείει μια τέτοια ερμηνεία ακόμη και για την κλασική μορφή του χορού στον Αισχύλο ή το Σοφοκλή, αφού οι πολιτείες των αρχαίων κρατών αγνοούσαν στην πράξη «τη συνταγματική αντιπροσώπευση του λαού». Στην συνέχεια αμφισβητεί την άποψη του Α. Σλέγκελ, σύμφωνα με την οποία ο χορός είναι η συνάρτηση και το εκχύλισμα της μάζας των θεατών, δηλαδή ο «ιδανικός θεατής», αφού ο χορός καθ’ εαυτόν χωρίς τη σκηνή, δηλαδή η αρχέγονη μορφή της τραγωδίας κι αυτός ο χορός των ιδανικών θεατών, είναι ασυμβίβαστα. Θεατής χωρίς θέαμα είναι μια παράλογη σύλληψη. O χορός είναι ο ιδεώδης θεατής μόνο στο βαθμό που ’ναι ο μοναδικός οραματιζόμενος, αυτός που διακρίνει τον οραματικό κόσμο της σκηνής. Η αρχιτεκτονική του αρχαίου θεάτρου βοηθούσε προς αυτήν την κατεύθυνση, δηλαδή στο να βυθιστεί ο θεατής σε μια ονειροπόληση, που του επέτρεπε να συνταυτιστεί μ’ έναν από τους χορευτές. Τελικά, ο Νίτσε συντάσσεται με την άποψη του Σίλλερ που συγκρίνει το χορό μ’ ένα ζωντανό τείχος που η τραγωδία ορθώνει γύρω της, για ν’ απομονωθεί απ’ τον πραγματικό κόσμο και να προφυλάξει το ιδανικό της πεδίο και την ποιητική της ελευθερία. Ο χορός αντιστέκεται στις επιθέσεις της πραγματικότητας, γιατί αυτός ο χορός –ο σατυρικός χορός,- αντανακλά την ύπαρξη πιο αληθινά, πιο ολοκληρωμένα, απ’ ότι το κάνει ο πολιτισμένος άνθρωπος, που συνήθως θεωρεί τον εαυτό του σαν τη μοναδική πραγματικότητα. Με την εισαγωγή του χορού εγκαινιάζεται ο ανοιχτός και νόμιμος πόλεμος ενάντια σε κάθε μορφή νατουραλισμού. Ο σάτυρος που συμμετέχει στο διονυσιακό χορό, ζει στα πλαίσια μιας πραγματικότητας, που ’ναι αναγνωρισμένη από τη θρησκεία, κάτω απ’ την κύρωση του μύθου και της λατρείας. Η διονυσιακή σοφία της τραγωδίας επιφέρει το εξής αποτέλεσμα: το κράτος και η κοινωνία, κι ό,τι χωρίζει τον έναν άνθρωπο απ’ τον άλλον, παραμερίζουν μπροστά σ’ ένα παντοδύναμο αίσθημα ενότητας, που μας επαναφέρει στην καρδιά της φύσης. Η μεταφυσική παρηγοριά που μας αφήνει διατηρεί μιαν ακατάβλητη δύναμη και μακαριότητα∙ αυτή η παρηγοριά ενσωματώνεται στο σατυρικό χορό. Με τον ίδιο χορό παρηγοριέται ο Έλληνας που αγαπά βαθύτατα το ρεμβασμό, και που, περισσότερο από κάθε άλλον άνθρωπο, είναι ικανός να συναισθάνεται όλες τις μορφές του πόνου, απ’ τις πιο λεπτές ως τις σκληρότερες. Έχει επίγνωση για όλες τις σκληρότητες της φύσης και διατρέχει τον κίνδυνο να επιθυμήσει τη βουδιστική εκμηδένιση της βούλησης. Η τέχνη τον σώζει, και χάρη στην τέχνη, τον ξανακατακτά η ζωή. Ο σατυρικός χορός του διθύραμβου αποτελεί την απελευθερωτική ενέργεια της ελληνικής τέχνης, καθώς το ληθαργικό στοιχείο της διονυσιακής έκστασης καταργεί τους συνηθισμένους φραγμούς και σύνορα της ύπαρξης.
Ο σάτυρος γεννήθηκε από απ’ τη νοσταλγία της αρχέγονης και φυσικής ζωής. Ήταν ο τύπος του πρωτόγονου ανθρώπου, η έκφραση των υψηλότερων και ισχυρότερων συγκινήσεών του. Ο αληθινός άνθρωπος αποκαλύπτεται στην εικόνα του πωγωνοφόρου σατύρου, που αλαλάζει μπροστά στο θεό του, απαλλαγμένος απ’ την απάτη με την οποία τον καλύπτει ο πολιτισμός. Το αρχέγονο δραματικό φαινόμενο του τραγικού χορού συνίσταται στο ότι βλέπει την αυτομεταμόρφωσή του και ενεργεί στο εξής σα να ζούσε πραγματικά σ’ ένα άλλο πρόσωπο. Το άτομο αρνιέται τον εαυτό του, γιατί βυθίζεται σε μια φύση ξένη απ’ το ίδιο. Ο διθυραμβικός χορός είναι ένας χορός μεταμορφωμένων προσώπων, που χάσαν ολοκληρωτικά την ανάμνηση του αστικού τους παρελθόντος, της κοινωνικής τους θέσης. «Η μαγεία της μεταμόρφωσης αποτελεί την προϋπόθεση κάθε δραματικής τέχνης», λέει ο Νίτσε. Κάτω από την επίδραση αυτής της μαγείας ο διονυσιακός ονειροπόλος μεταμορφώνεται σε σάτυρο, και σαν σάτυρος βλέπει το θεό του, δηλαδή χάρη σ’ αυτή του τη μεταμόρφωση διακρίνει έξω από τον ίδιο μια νέα οπτασία, που αποτελεί την απολλώνεια ολοκλήρωση του εαυτού του. Με τη νέα αυτή οπτασία ολοκληρώνεται το δράμα.
Τώρα όμως καταλαβαίνουμε ότι η σκηνή κι ολόκληρη η δράση δεν είναι, κατ’ αρχήν και στην ουσία τους, παρά ένας οραματισμός, ότι η μοναδική «πραγματικότητα» είναι ακριβώς ο χορός, που αυτοδημιουργεί την οπτασία και εκφράζει αυτήν την οπτασία με τον ολοκληρωτικό συμβολισμό του χορού της μουσικής και του λόγου. Στον οραματισμό του ο χορός αυτός διακρίνει, τον κύριο και αφέντη του, το Διόνυσο, και γι’ αυτό παραμένει ένας χορός υπηρετών. Στην κατάστασή αυτή της πλήρους υποταγής, ο χορός είναι ωστόσο η υψηλότερη έκφραση της φύσης, δηλαδή η διονυσιακή και γι’ αυτό εκφράζεται όπως αυτή μ’ ενθουσιώδεις χρησμούς και σοφά ρητά. Με το να συμπάσχει αποδείχνει επίσης σοφία, και κηρύσσει την αλήθεια που αναβλύζει απ’ την καρδιά του σύμπαντος.
Και καταλήγει ο Νίτσε: «Σύμφωνα με την παράδοση ο Διόνυσος, κύριος δραματικός ήρωας και κέντρο του οραματισμού, δεν είναι παρών, στην πραγματικότητα κατά την αρχαιότερη περίοδο της τραγωδίας, αλλά τον υποθέτουν για παρόντα. Η τραγωδία, δηλαδή, είναι στην αρχή μονάχα «χορός», δεν είναι «δράμα». Αργότερα επιχειρούν να δείξουν ότι ο θεός υπάρχει στην πραγματικότητα και να παραστήσουν κατά τρόπο ορατό στα μάτια όλων, την οπτασιακή μορφή κι όλο το διάκοσμο που τη μεταμορφώνει. Τότε αρχινά το δράμα με την αυστηρή σημασία της λέξης. Ο διθυραμβικός χορός επιφορτίζεται τώρα, με το καθήκον, να διεγείρει τη διονυσιακή συγκίνηση των ακροατών ως το σημείο που, όταν παρουσιάζεται στη σκηνή ο τραγικός ήρωας, δεν βλέπουν σ’ αυτόν τον άνθρωπο με την τερατώδη μάσκα, μα μια οπτασιακή μορφή γεννημένη από την ίδια τους την έκσταση. Τέτοια είναι η κατάσταση του απολλώνειου ονείρου, που στα πλαίσιά της ο καθημερινός κόσμος σκεπάζεται με πέπλο και μέσα από τον οποίο ξεπετιέται, μπροστά στα μάτια μας, σ’ απειράριθμες παραλλαγές, ένας άλλος κόσμος πιο ευδιάκριτος, περισσότερο ακατανόητος, πιο συναρπαστικός από τον πρώτο, κι ωστόσο πιο άυλος. Για τον ίδιο λόγο ξεχωρίζουμε στην τραγωδία μια μόνιμη διφυΐα στο ύφος: η γλώσσα, ο χρωματισμός, η κίνηση, ο δυναμισμός του διαλόγου εμφανίζονται απ’ τη μια στο διονυσιακό λυρισμό του χορού, κι απ’ την άλλη στον κόσμο του απολλώνειου ονείρου της σκηνής, σαν δυο αντιτιθέμενες σφαίρες έκφρασης. Οι απολλώνειες φαινομενικότητες στις οποίες αντικειμενοποιείται ο Διόνυσος δεν είναι πια εκείνες οι δυνάμεις που τις αισθανόμαστε, μα που δεν έχουν συμπυκνωθεί σε εικόνες. Τώρα ο Διόνυσος μιλά στη σκηνή μ’ όλη την ακρίβεια και τη σταθερότητα της επικής μορφής, χωρίς τη μεσολάβηση σκοτεινών δυνάμεων, αλλά σαν επικός ήρωας και σε γλώσσα σχεδόν ομηρική.
Ο διάλογος αποτελεί το απολλώνειο μέρος της ελληνικής τραγωδίας, υποστηρίζει ο Νίτσε. Έτσι η γλώσσα των ηρώων του Σοφοκλή μας ξαφνιάζει με την απολλώνεια ακρίβεια και καθαρότητά της. Ο «Προμηθέας» του Αισχύλου και ο «Οιδίποδας» του Σοφοκλή αποτελούν δύο φωτεινά παραδείγματα τραγικής τέχνης. Η τιτάνια ανάγκη του Προμηθέα να γίνει κατά κάποιο τρόπο ο Άτλας όλων των άλλων ατομικοτήτων, να τις ανεβάζει, καθίζοντάς τις στους ώμους του, αποτελεί το κοινό χαρακτηριστικό στο προμηθεϊκό και διονυσιακό πνεύμα. Απ’ αυτήν την άποψη, ο Προμηθέας του Αισχύλου είναι μια διονυσιακή προσωπίδα, ενώ, με το βαθύ αίσθημα που τον διακρίνει, ο Αισχύλος προδίνει την καταγωγή του απ’ τον Απόλλωνα, το θεό της εξατομίκευσης, των ορίων της δικαιοσύνης, των νουνεχών αναλογιών. Ο Οιδίποδας που λύνει το αίνιγμα της φύσης, αυτής της δισυπόστατης σφίγγας, θα συντρίψει επίσης τους ιερότερους νόμους της φύσης, γιατί θα γίνει ο φονιάς του πατέρα του και ο σύζυγος της μητέρας του. Ο μύθος αυτός μας διδάσκει ότι η σοφία, και ακριβέστερα η διονυσιακή σοφία, αποτελεί παρά φύση τερατωδία, κι ότι εκείνος που με τη σοφία του γκρεμίζει τη φύση στην άβυσσο του μηδενός, αξίζει να συντριβεί από τη φύση. Σύμφωνα με την παράδοση η ελληνική τραγωδία, στην αρχαιότερη μορφή της, είχε γι’ αποκλειστικό θέμα τα βάσανα του Διονύσου. Ο Νίτσε υποστηρίζει με βεβαιότητα, πως, ως τον Ευριπίδη, ο Διόνυσος δεν έπαψε ποτέ να ’ναι ο τραγικός ήρωας, και πως όλα τα περίφημα πρόσωπα της ελληνικής σκηνής, ο Προμηθέας, ο Οιδίποδας κλπ., είναι μονάχα προσωπίδες αυτού του αρχέγονου-ήρωα Διονύσου. Και εκείνο που δίνει σ’ αυτές τις διάσημες μορφές την τυπικά ιδανική αξία τους, είναι ακριβώς η παρουσία μιας θεότητας πίσω απ’ όλες αυτές τις μάσκες. Ο Διόνυσος, το μοναδικό πραγματικό πρόσωπο, απ’ τη στιγμή που μιλά κι ενεργεί, μοιάζει μ’ ένα άτομο που πλανιέται, που αναζητά και που υποφέρει. Κι εκείνος που του προσφέρει αυτή την επική διαύγεια, είναι ο Απόλλωνας, που ερμηνεύει τα όνειρα και αποκαλύπτει στο χορό, με τη βοήθεια αυτής της συμβολικής μορφής, την έννοια της διονυσιακής υπόστασης στην οποία είναι βυθισμένος.
Από την άλλη πλευρά., ο Νίτσε κατακεραυνώνει την τραγική τέχνη του Ευριπίδη ως εξής: «Το δράμα του Ευριπίδη είναι σύγχρονα ψυχρό και φλογερό, στον ίδιο βαθμό ικανό να μας παγώσει και να μας πυρπολήσει. Του είναι αδύνατο ν’ ανυψωθεί ως την απολλώνεια δράση του έπους, ενώ, απ’ την άλλη, επειδή απαλλάχτηκε, στο βαθμό που του ’ταν δυνατό, από κάθε διονυσιακό στοιχείο, έχει ανάγκη για να δράσει, να καταφύγει σ’ άλλα μέσα συγκίνησης, που δεν μπορούν πια να προέρχονται απ’ τις δυο μονάχα παρορμητικές δυνάμεις της τέχνης του, το απολλώνειο πνεύμα και το διονυσιακό ένστιχτο. Τα μέσα αυτά συγκίνησης είναι ψυχρές και παράδοξες σκέψεις, που αντικαθιστούν τους απολλώνειους οραματισμούς, και παράφορα πάθη που αντικαθιστούν τα διονυσιακά θέλγητρα, – είναι, ακόμα περισσότερο, σκέψεις και πάθη που τα ’χουν περιγράψει κατά τρόπο ξεχωριστά ρεαλιστικό και που δεν έχουν τίποτα το κοινό με τις αιθέριες δημιουργίες της τέχνης.
Τέλος, ο Νίτσε διακηρύσσει σε υψηλούς τόνους την πεποίθησή του ότι ο Ευριπίδης σφυρηλάτησε την επιθανάτια αγωνία της τραγωδίας, με την πρόθεσή του να εξαλείψει απ’ την τραγωδία το ισχυρό, πρωτόγονο διονυσιακό της στοιχείο, να την ξανα-αναπλάσει πάνω σε μη-διονυσιακές καλλιτεχνικές, ηθικές και φιλοσοφικές αρχές. «Κι επειδή απαρνήθηκε το Διόνυσο, τον απαρνήθηκε επίσης κι ο Απόλλωνας», λέει χαρακτηριστικά. Ο Διόνυσος είχε διωχτεί από την τραγική σκηνή από μια δαιμονιακή δύναμη που μιλούσε με το στόμα του Ευριπίδη. Η θεότητα που μιλούσε δεν ήταν ούτε ο Διόνυσος, ούτε ο Απόλλωνας, μα ένας ολότελα νέος δαίμονας, που τον έλεγαν Σωκράτη. Τέτοια ήταν η νέα αντινομία: διονυσιακό ένστιχτο και σωκρατικό πνεύμα, κι η αντινομία αυτή οδήγησε την ελληνική τραγωδία στο θάνατο. O Σωκράτης, ως άνθρωπος της συνειδητής γνώσης θεωρείται εχθρός της τραγικής τέχνης. Τελικά η τραγωδία εκμηδενίστηκε αυτοκτονώντας, κατά τρόπο τραγικό, εξαιτίας μιας αδιέξοδης σύγκρουσης.

ΖΑΝΕΚΑ ΣΤΕΡΓΙΑΝΗ
Το ομολογουμένως το λόγω ζην ισοδυναμεί με το ομολογουμένως τη φύσει ζην
Σάβ 10/05/2008 15:23
Στεργιανή καλώς ήρθες στη Δημοθοίνια! Συγχαρητήρια για το κόπο σου και για το χρόνο που σπάτάλησες ώστε να μας παρουσιάσεις μία πολύ καλή και δομημένη "περίληψη" των απόψεων του Νίτσε για την ελληνική φιλοσοφία γενικότερα αλλά για ποιόν λόγο να "πάω" στο Νίτσε όταν υπάρχουν Τιτάνες της ελληνικής σκέψεως όπως ο Πλωτίνος;


Καλή συνέχεια στη σελίδα και πάλι συγχαρητήρια για τον κόπο σου!
Σάβ 10/05/2008 22:44
Παναγιώτη Χαίρε!

Απλώς, "πανταχόθεν, μεν, τα βέλτιστα συλλέγειν"....
Κυρ 11/05/2008 00:31
Παναγιώτη, δεχόμενη την πρόκλησή σου, σε παραπέμπω στο άρθρο μου για τον Πλωτίνο που θα δημοσιευτεί μάλλον αύριο στη "Δημοθοίνια". Σ' ευχαριστώ για το καλωσόρισμα, με μια όμως επισήμανση: H φιλοσοφία γυρνά και ξαναγυρνά σε ερωτήματα που παραμένουν "ανοικτά" από τη φύση τους και προσπαθεί να τα φωτίσει κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Το ομολογουμένως το λόγω ζην ισοδυναμεί με το ομολογουμένως τη φύσει ζην
Τρί 13/05/2008 02:19
Στεργιανή!

Ἔστω καὶ πολύ καθυστερημένα σέ καλωσορίζω καὶ ἐγώ εἰς τὴν ΔΗΜΟΘΟΙΝΙΑ ΜΑΣ [Δημόσια Πνευματική Συνουσία] καὶ σοῦ σφύγω θερμά, πολύ θερμά τὸ χέρι.
Συγγνώμη διὰ τὴν καθυστέρησιν ἐκφράσεως καὶ διατυπώσεως τοῦ ἐπιβεβλημένου καλωσορίσματος.

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΦΙΛΟΤΗΤΑ
Τρί 13/05/2008 19:32
Κύριε Φουράκη,

Σας ευχαριστώ για τη θερμή υποδοχή. Θαυμάζω τις διαδρομές της σκέψης σας που ακολουθούν τη μεταφυσική φορά του δρόμου της ψυχής οδηγώντας στην αποκάλυψη ανεξιχνίαστων μυστηρίων της ύπαρξης και στη σύλληψη της πραγματικότητας, της οποίας η υφή είναι το γνωσιολογικό ζητούμενο όλων των φιλοσοφικών σχολών.
Σας χαιρετώ με το παρακάτω απόσπασμα του Ηράκλειτου που αποτυπώνει συγχρόνως και τη Σωκρατική γνωσιολογία:

ξυνόν εστι πάσι το φρονέειν
Το ομολογουμένως το λόγω ζην ισοδυναμεί με το ομολογουμένως τη φύσει ζην
Τρί 13/05/2008 23:53
ΖΑΝΕΚΑ ΣΤΕΡΓΙΑΝΗ ἔγραψε:H φιλοσοφία γυρνά και ξαναγυρνά σε ερωτήματα που παραμένουν "ανοικτά" από τη φύση τους και προσπαθεί να τα φωτίσει κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο.



Για μένα δεν υπάρχει κάτι αναπάντητο στην Ελληνική Οντολογική Κοσμοθέαση.Η παρακαταθήκη των Αναξίμαδρου-Ηράκλειτου-Παρμενίδου-Σωκράτους(μέσω Πλάτωνος)-Αριστοτέλους-Πλουτάρχου-Πλωτίνου-Πορφυρίου-Ιαμβλίχου-Πρόκλου και φυσικά των μυθολόγων είναι απλά η Αλήθεια. Δεν γυρνάει πουθενά η φιλοσοφία των Ελλήνων διότι πολύ απλά.............. όσοι ασχολούνται ορθά με τη φιλοσοφία δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να πεθάνουν και να παραμείνουν νεκροί………………[…]ὅσοι τυγχάνουσιν ὀρθῶς ἁπτόμενοι φιλοσοφίας[…] οὐδὲν ἄλλο αὐτοὶ ἐπιτηδεύουσιν ἢ ἀποθνῄσκειν τε καὶ τεθνάναι(ΒΛ Πλάτων «Φαίδων» 64.a)

Τονίζω ότι αυτό αφορά τη δική μου θέαση. Μη φανεί ως κάτι εριστικό ή ειρωνικό. :)
Τετ 14/05/2008 02:21
ΓΟΥΛΕΤΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ἔγραψε:
ΖΑΝΕΚΑ ΣΤΕΡΓΙΑΝΗ ἔγραψε:H φιλοσοφία γυρνά και ξαναγυρνά σε ερωτήματα που παραμένουν "ανοικτά" από τη φύση τους και προσπαθεί να τα φωτίσει κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο.



Για μένα δεν υπάρχει κάτι αναπάντητο στην Ελληνική Οντολογική Κοσμοθέαση.Η παρακαταθήκη των Αναξίμαδρου-Ηράκλειτου-Παρμενίδου-Σωκράτους(μέσω Πλάτωνος)-Αριστοτέλους-Πλουτάρχου-Πλωτίνου-Πορφυρίου-Ιαμβλίχου-Πρόκλου και φυσικά των μυθολόγων είναι απλά η Αλήθεια. Δεν γυρνάει πουθενά η φιλοσοφία των Ελλήνων διότι πολύ απλά.............. όσοι ασχολούνται ορθά με τη φιλοσοφία δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να πεθάνουν και να παραμείνουν νεκροί………………[…]ὅσοι τυγχάνουσιν ὀρθῶς ἁπτόμενοι φιλοσοφίας[…] οὐδὲν ἄλλο αὐτοὶ ἐπιτηδεύουσιν ἢ ἀποθνῄσκειν τε καὶ τεθνάναι(ΒΛ Πλάτων «Φαίδων» 64.a)

Τονίζω ότι αυτό αφορά τη δική μου θέαση. Μη φανεί ως κάτι εριστικό ή ειρωνικό. :)


Συμφωνώ ως προς τη σειρά διαδοχής και φιλοσοφικής επικάλυψης σε ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης της ιστορίας της φιλοσοφίας. Που βρίσκεται όμως η Οντολογική Αλήθεια; στην άποψη των μυθολόγων ότι δηλαδή οι άνθρωποι είμαστε απόγονοι (φυσικοί ή όχι) του Δευκαλίωνος και της Πύρρας ή στην άποψη του Αναξίμανδρου ότι το ανθρώπινο είδος προήλθε από τα ψάρια; στην Πλατωνική κοσμοθεωρία ότι η πραγματικότητα βρίσκεται στην περιοχή των ιδεών κι όχι στον αισθητό κόσμο που απλώς αποτελεί αντανάκλασή του ή στην Αριστοτελική λογική αντίληψη ότι η πραγματικότητα εντοπίζεται στον αισθητό κόσμο θεωρώντας συγχρόνως ότι οι "ιδέες" του Πλάτωνος δεν είναι "όντως όντα" αλλά καθολικές έννοιες ("καθόλου") που προκύπτουν μέσω νοητικής αφαίρεσης; Ο Ήράκλειτος δεν είναι μόνο πρόδρομος του Πλάτωνος, αλλά και των σοφιστών και των στωϊκών φιλοσόφων που εισήγαγαν εκ διαμέτρου αντίθετες ή εκφυλισμένες απόψεις της Σωκρατικής γνωσιολογίας και ηθικής. Ο Παρμενίδης δεν είναι μόνο πρόδρομος του Πλάτωνος αλλά και του Αϊνστάιν. Ο Πλούταρχος υποστήριξε ότι δεν υπάρχει ουσιαστική διάσταση μεταξύ των διδασκαλιών του Πλάτωνος και του Αριστοτέλη. Η ιστορία όμως τον διέψευσε. Όλοι γνωρίζουμε ότι η Ευρωπαϊκή ιστορία οικοδομήθηκε πάνω στην Αριστοτελική επιστημολογία και λογική με τα γνωστά αποτελέσματα, και όλοι αναρωτιόμαστε πως θα ήταν ο κόσμος μας σήμερα αν είχε επικρατήσει η πλατωνική ιδεαλιστική (κατ΄άλλους ρεαλιστική) κοσμοθέαση. Όσο για τον Πλωτίνο κανείς δεν αμφιβάλλει για τις πλατωνικές του καταβολές, όμως δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι στις "Εννεάδες" του επηρεάστηκε και από την χριστιανική ιδεολογία και ηθική. Τέλος, πιστεύω όπως και οι ρομαντικοί του γερμανικού ιδεαλισμού ότι ο μύθος είναι το ένδυμα μιας ιστορικής αλήθειας. Πόσοι όμως έχουν την ικανότητα να τον αποκρυπτογραφήσουν αφαιρώντας το μανδύα που τον περιβάλλει; Άλλωστε, η διαπίστωση ότι όλες οι επιστήμες γεννήθηκαν στην Ελλάδα δεν σημαίνει ότι δεν εξελίχθηκαν στην πορεία του χρόνου με εκπληκτικά αποτελέσματα. Το ίδιο και η φιλοσοφία. (Αναλογικός Αριστοτελικός συλλογισμός, αν και κάπως επισφαλής). Δεν μπορεί να παραμείνει στάσιμη γιατί θα πεθάνει σε κατάσταση αχρηστίας και αδράνειας.
Σύμφωνα με τη Σωκρατική γνωσιολογία, της οποίας άλλωστε είμαι οπαδός, δεν μπορεί παρά να υπάρχει μόνο μία Αλήθεια.

Στους πλατωνικούς διαλόγους στο τέλος το κεντρικό φιλοσοφικό ερώτημα δεν παίρνει ποτέ οριστική απάντηση, γίνονται μόνο απόπειρες προσέγγισής του, με την υπόσχεση ότι οι συνομιλητές θα συνεχίσουν κάποια άλλη φορά τη διερεύνηση του ζητήματος.

Όσοι ασχολήθηκαν ορθά με τη φιλοσοφία έχουν πεθάνει και παραμένουν νεκροί. Μένουμε εμείς να ασχοληθούμε μαζί της, που όμως είμαστε ζωντανοί. Μήπως δεν ασχολούμαστε ορθά με τη φιλοσοφία; (Αριστοτελικός παραγωγικός συλλογισμός με μια δόση αστεϊσμού και όχι ειρωνείας).

ξυνόν εστι πάσι το φρονέειν(Ηράκλειτος)
Το ομολογουμένως το λόγω ζην ισοδυναμεί με το ομολογουμένως τη φύσει ζην
Τετ 14/05/2008 16:14
Το αν ο Πλωτίνος έχει επιρροές από το Χριστιανισμό ή ο Χριστιανισμός από το Νεοπλατωνισμό είναι μία μεγάλη κουβέντα, αν και οποιοσδήποτε κάνει μία συγκρητική μελέτη μπορεί εύκολα να αντιληφθεί ποιος επιρρεάστηκε από ποιόν. Αν οι ευρωπαίοι διάβαζαν Αριστοτέλη και κατανοούσαν αλλότρια πράγματα δεν φταίει ο Αριστοτέλης (ενημερωτικά να αναφέρω ότι η σύγχρονη επιστημή της κοσμολογίας "επαληθεύει" τον Πλατωνισμό). Αριστοτελισμός-Πλατωνισμός-Νεοπλατωνισμός, έννοιες που δόθηκαν από διαφόρους μελετητές-ξένοι κατά κύριο λόγο- και όχι από τους ίδιους τους αρχαίους. Προσωπικά, προτιμώ Λιαντίνη από μελετητές της φιλοσοφίας. Ελπίζω να επανέλθω στο όλο θέμα, αν μου επιτραπεί από το χρόνο.
Ευχαριστώ για τη κουβέντα μας, έλειπε καιρό κάτι τέτοιο.
Σάβ 17/05/2008 05:34
Στεριανή,καλωσορίσατε!
Κατ'αρχήν τα θερμά μου συγχαρητήρια για την πολύ όμορφη και ουσιαστική δημοσίευσή σας.

Μιας και το θέμα είναι για τον Νίτσε,απλά παραπέμπω στην "Γένεση της Φιλοσοφίας".Παραθέτω ενδεικτικά ένα απόσπασμα:

"Μ'ένα μεγάλο λαό μεγαλοφυή,συμβαίνει ό,τι και με τον άνθρωπο τον μεγαλοφυή.Και οι παραμικρότερες εκδηλώσεις της ζωής έχουν το σημάδι της μεγαλοφυίας...
Οι Έλληνες είναι όπως και η μεγαλοφυία:Απλοί.Simplex.
Γι'αυτό είναι διδάσκαλοι Αθάνατοι.Οι Θεσμοί τους,τα δημιουργήματά τους,φέρνουν τη σφραγίδα της απλότητας,τόσο,που συχνά μένει κανείς εκστατικός και εκστασιασμένος βλέποντας ως τί σημείο είναι μοναδικοί σ'αυτή τους την απλότητα.Και παραδόξως είναι εξίσου βαθείς όσο και απλοί.Μολοντούτο σπάνια μας αποκαλύπτουν τα βάθη της σοφίας και της γνώσης τους.Ανάμεσα στον Δυτικό άνθρωπο της γνώσης και τον Αριστοτέλη και τα ήθη και την τέχνη των Ελλήνων υπάρχει Άβυσσος Τεράστια,έτσι που ο καθένας μας φαίνεται ρηχός και άτονος συγκρινόμενος με το απρόσμετρο μεγαλείο του ελληνικού ενστίκτου.Είναι μια από τις μεγαλύτερες αρετές των Ελλήνων να μη θέλουν να μεταπλάσσουν σε διανόημα ό,τι καλύτερο κλείνουν μέσα τους.
Με άλλα λόγια είναι αφελείς.Μια λέξη που συνοψίζει την απλότητα με το βάθος.Έχουνε μέσα τους κάτι από το έργο της Τέχνης.Ο Κόσμος μπορεί να είναι όσο θέλει σκοτεινός,όμως ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΠΑΡΕΜΒΑΛΟΥΜΕ ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΓΙΑ ΝΑ ΦΩΤΙΣΤΕΙ ΑΜΕΣΩΣ ΑΠΛΕΤΑ...
Θα προσπαθήσουμε να διδαχτούμε από τους Έλληνες και θα διδάξουμε με οδηγό τα παραδείγματά τους.Αυτό θα είναι το Έργο Μας.
Ο Έλλην δεν είναι ούτε αισιόδοξος ούτε απαισιόδοξος,στην βαθύτατή του Ουσία είναι ανδρικός.Βλέπει τα τρομερά πράγματα όπως είναι και δεν τα κρύβει από τον Εαυτό του.
Ο Άνθρωπος είναι κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί.Και τούτο είναι ζήτημα ύφους και ήθους.Οι Έλληνες είναι αξιοθαύμαστοι χωρίς Σπουδή.Οι Πρόγονοί μας:Ο Πυθαγόρας,ο Ηράκλειτος,ο Εμπεδοκλής...
Δεν γνώρισα ποτέ κανέναν που να εμπνέει τόσο σεβασμό όσο οι Έλληνες Φιλόσοφοι.Όλα τα φιλοσοφικά συστήματα είναι ξεπερασμένα.Οι Έλληνες ακτινοβολούν μια λάμψη δυνατότερη παρά ποτέ!
Όσο προχωρά η Επιστήμη γινόμαστε από μέρα σε μέρα περισσότερο Έλληνες.πρώτα φυσικά,στις αντιλήψεις και τις κλίσεις μας,σαν να μην είμαστε τίποτα άλλο από Ελληνίζοντα Φαντάσματα.Κι ας ελπίσουμε πως μια μέρα θα γίνουμε και κατά τη Φύση Έλληνες.Αυτό είναι και αυτό ήταν πάντα που ελπίζω από τον Άνθρωπο.
Ο ΕΛΛΗΝ ΕΙΝΑΙ ΩΣ ΤΗΝ ΩΡΑ ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ ΕΦΕΡΕ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΜΑΚΡΥΤΕΡΑ..."


(Φ.ΝΙΤΣΕ "Η Γέννηση της Φιλοσοφίας,κεφ. ΠΕΡΙ ΕΛΛΗΝΩΝ
ΙΧVII)



Θα ήθελα επίσης να σχολιάσω την περίφημη αντιπαράθεση πλατωνισμού-αριστοτελισμού μέσα από τα ίδια τα λόγια του Αριστοτέλη προς την Πλατωνική θεωρία:

«Περί των μαθηματικών ότι είναι ΟΝΤΑ και ότι ΕΣΤΙ το ΑΠΟΔΕΙΞΑΜΕΝ.Εξηγήσαμε επίσης τι είδους ύπαρξη έχουν και εξηγήσαμε κατά ποια έννοια μπορεί να πεί κανείς ότι είναι πρότερα». (Μετά τα Φυσικά» 1078Β5)

«Τα αισθητά υπάρχουν σε ακατάπαυστο ροή ώστε δεν μπορεί να υπάρξει επιστήμη και βαθύτερη νόηση κάποιου όντος οπότε θα πρέπει να στηρίζεται στην φρόνηση, καθώς θα πρέπει να υπάρχουν άλλες φύσεις μόνιμες εκτός αισθητών από εκείνες που βρίσκονται σε ροή,καθώς επιστήμη των όντων που βρίσκονται σε ροή δεν δύναται να υπάρξει»(Μετά τα Φυσικά 1078Β 15)


Το "καθόλου ορίζεσθαι" αποτελεί την ουσία της σωκρατικής διαλεκτικής (βλ. Μετά τα Φυσικά) ως προσπάθεια προσδιορισμού των νοητών ειδών μέσω της χρήσεως των επακτικών-επαγωγικών λόγων και του αντικειμενικότερου ορισμού τους.Αυτό που προσδιορίζει στα Φυσικά ο Αριστοτέλης από το "καθ'ημάς στο καθ'αυτά".
Άλλωστε δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι και στον Πλωτίνο συναντούμε ορισμούς της περιπατικής σχολής αλλά και νεώτεροι νεοπλατωνικοί όπως ο Πρόκλος χρησιμοποιούν τις αριστοτελικές θεωρίες ως θέσεις.Ούτε είναι τυχαίο ότι στα περισσότερα έργα του ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί τα ζεύγη των πυθαγορείων και των ελεατών (πχ λευκό-μελανό,άρτιο-περιττό κτλ).Προσωπικά δεν βρίσκω καμία διαφορά πλήν ότι ο Πλάτων στρέφεται στα νοητά όντα καθ'αυτά ενώ ο Αριστοτέλης κατέρχεται από τα νοητά όντα στις ουσίες τους σχετικά με το πώς συνδέονται με το γίγνεσθαι.Αντίστροφα έπραξε ο Παρμενίδης προς τον Αναξίμανδρο όπως δεν εξετάζει το έν και το άπειρον σε σχέση με τον κόσμο αλλά εξετάζει το έν όν στην υπερβατικότητά του.

Τέλος,όλες αυτές οι διαφορετικές προσεγγίσεις ελεατών-ιώνων φυσικών-ακαδημαϊκών-περιπατικών γύρω από τις ίδιες έννοιες (Είναι-Γίγνεσθαι-Μη Είναι-Μηδέν-Όν-Εν-Μη Όν-Ουσία) είναι ακριβώς για τον λόγο που παραθέσατε:
Για να μην
παραμείνει στάσιμη γιατί θα πεθάνει σε κατάσταση αχρηστίας και αδράνειας.


"Συναναστρεφόμενοι με τον λόγο που τα κυβερνάει όλα μ'εκείνον έχουν διαφορές και όσα συναντούν κάθε μέρα τους φαίνονται ξένα" Ηράκλειτος απόσπασμα 72.


Φιλικά.
:)
Όταν δεν υπάρχει γύρω μας τίποτα αληθινό, πώς να υποψιαστούμε ότι όλα είναι ψεύτικα;
Δευ 19/05/2008 19:06
Μιας και το θέμα είναι η τραγωδία, ας δούμε μία κάπως "αλλιώτικη" εκδοχή της λέξεως αυτής και του νοήματός της.............Όσον αφορά τις ρίζες της τραγωδίας, όλες οι προσπάθειες της αναζήτησής τους καταλήγουν μπροστά σ' ένα τελευταίο δίλημμα. Από τη μία υπάρχει η φράση του Ερατοσθένη: "Τότε οι κάτοικοι του δήμου Ικαρίας χόρεψαν για πρώτη φορά γύρω από τον τράγο". Οπότε η τραγωδία θα ήταν χορός και το τραγούδι γύρω από τον τράγο. Από την άλλη έχουμε τον Αριστοτέλη, σύμφωνα με τον οποίο η τραγωδία ήταν χορός και το τραγούδι των τράγων. Μία ασαφής και πανάρχαιη αντιδικία επαναλαμβάνεται από γενιά σε γενιά απ' αυτό το δίλημμα που δεν θα 'πρεπε να υπάρχει. "Όποιος θέλει ναμασκαρευτεί σε σάτυρο (σε τράγο) πρέπει να σκωτώσει πρώτα έναν τράγο και να πάρει το δέρμα του". Άρα ο Ερατοσθένης και ο Αριστοτέλης λένε το ίδιο πράγμα, μόνο που ο Αριστοτέλης σβήνει το πρώτο αποφασιστικό στάδιο της διαδικασίας: το σκότωμα του τράγου. Άρα στον Ερατοσθένη χρωστάμε, μαζί με την πρώτη μέτρηση - με ελάχιστη απόκλιση - της περιφέρειας του πλανήτη μας, τον υψίστης νηφαλιότητας ορισμό της διαδικασίας απο την οποία θα γεννηθεί η τραγωδία. Διακρίνουμε τρία στάδια: ο Ίκαρος σκοτώνει τον τράγο, ο Ικαρος γδέρνει τον τράγο και φουσκώνει ένα μέρος του δέρματός του μέχρι να γίνει ασκί, ο Ίκαρος και οι φίλοι του χορεύουν γύρω από τον τράγο, ποδοπατούν το ασκί, φορούν κομμάτια από το δέρμα του τράγου. Οπότε ο χορός γύρω από τον τράγο είναι επίσης και ο χορός των τράγων. Μοιάζει με κάποια μακριά διαδικασία, μπερδεμένη και σκοτεινή, που σμικρύνεται ξαφνικά μπροστά στα μάτια μας σε λίγα στοιχεία, φθαρμένα αλλά ικανά να απελευθερώσουν μια τεράτια δύναμη.(Βλ Ρομπέρτο Καλάσο "Οι Γάμοι του Κάδμου και της Αρμονίας" σελ 47 - 48 εκδ. Καστανιώτη)
Τρί 20/05/2008 23:31
Περί της προελεύσεως της τραγωδίας,της εξελικτικής της ιστορίας,των μερών της και των ειδών της αναλύονται όλα τα επαρκή στοιχεία γύρω από το θέμα στο έργο "περί ποιητικής" του Αριστοτέλη.Διακρίνει πχ την αναγνωριστική από την μιμητική και εξηγεί για ποιό λόγο η κάθε μία από αυτές δηλώνει διαφορετικά πράγματα.
Όταν δεν υπάρχει γύρω μας τίποτα αληθινό, πώς να υποψιαστούμε ότι όλα είναι ψεύτικα;
Παρ 23/05/2008 01:22
Ανάμεσα στον Δυτικό άνθρωπο της γνώσης και τον Αριστοτέλη και τα ήθη και την τέχνη των Ελλήνων υπάρχει Άβυσσος Τεράστια,έτσι που ο καθένας μας φαίνεται ρηχός και άτονος συγκρινόμενος με το απρόσμετρο μεγαλείο του ελληνικού ενστίκτου.Είναι μια από τις μεγαλύτερες αρετές των Ελλήνων να μη θέλουν να μεταπλάσσουν σε διανόημα ό,τι καλύτερο κλείνουν μέσα τους.
Με άλλα λόγια είναι αφελείς.Μια λέξη που συνοψίζει την απλότητα με το βάθος.Έχουνε μέσα τους κάτι από το έργο της Τέχνης.Ο Κόσμος μπορεί να είναι όσο θέλει σκοτεινός,όμως ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΠΑΡΕΜΒΑΛΟΥΜΕ ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΓΙΑ ΝΑ ΦΩΤΙΣΤΕΙ ΑΜΕΣΩΣ ΑΠΛΕΤΑ...


Προς επίρρωσιν της παραπάνω άποψης παραθέτω τα εξής:

Ο Schiller στα δοκίμιά του για την Αφελή και συναισθηματική ποίηση ισχυρίζεται ότι εδώ έγκειται και η αντίθεση αρχαίου και σύγχρονου ποιητή. Κατά τον Schiller οι ιστορικές εποχές και τα λογοτεχνικά είδη διακρίνονται με βάση τη διαφορετική σχέση του πνεύματος με το βασίλειο της φύσης και το βασίλειο της ελευθερίας. Ο αρχαίος ποιητής παρουσιάζει τις αισθήσεις του ανθρώπου σε αρμονική σύνθεση με την πνευματική του ουσία, και γι’ αυτό είναι απλοϊκός, απεναντίας, ο σύγχρονος ποιητής προβάλλει την αντίφαση ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο, όταν με οποιοδήποτε τρόπο αφήνει να φανεί η ασυμμετρία ανάμεσα στην πραγματικότητα και το ανθρώπινο ιδεώδες, και γι’ αυτό είναι
συναισθηματικός. Για τον πρώτο η αρμονία φύσης και λόγου είναι δεδομένη, για το δεύτερο ιδανικό.
Το ομολογουμένως το λόγω ζην ισοδυναμεί με το ομολογουμένως τη φύσει ζην
Τρί 27/05/2008 23:16
..............Η τραγωδία περί ής ηρώτησας υποκείμενα μεν έχεια δη και μιμείται πάθη και πράξεις οποία τα εκάτερα.Οις δε μιμείται μύθος,διάνοια,λέξις,μέτρον,ρυθμός, μέλος και έτι προς τούτοις αι όψεις,αι σκηναί,οι τόποι,αι κινήσεις.Τούτων δε τα μεν ο σκηνοποιός τα δε ο χορηγός,τα δε ο υποκριτής αποδίδωσι.Μέρη δε τραγωδίας πάροδος,
επεισόδιον,έξοδος,χορικόν,από σκηνής.Χορικού δε πάροδος στάσιμον,εμμέλεια,κομμός,
έξοδος.Τα δε πάθη μάλλον μιμείται ή τας πράξεις.Το γαρ πρωταγωνιστούν εν πάσι τοις τραγικοίς δράμασι το πάθος εστί.Μιμείται δε η τραγωδία και το καλούμενον ήθος,και μάλιστα εν τοις στασίμοις άσμασιν εν οις και αι αποφάσεις ηθικαί ή γνωμολογίαι και επιτιμήσεις.Μιμείται δε και των αψύχων πολλά.Η δε πράξις δυσμιμητοτέρα του πάθους.Ού τας τυχούσας δε πράξεις η τραγωδία μιμείται αλλά όσα ηρωϊκών και πρακτικών ηθών εισίν οικεία και μεγαλοψύχων και μάλιστα εάν τελευτώσι εις πάθη.Πολλαί μεν γαρ είσι πράξεις καλαί μεν κκαι σπουδαίαι,ατράγωδοι δε.Των δε τραγωδιών το μεν εστί δέσις το δε λύσις.Γίνεται από των χρόνων μεταβολή τα πολλά ούκ άνευ δαιμονίου τινός.Εστί δε και το εκκύκλημα καλούμενον αίτιμα δραμματικόν του φαίνεσθαι τα εν τη οικήσει πραττόμενα.Έχει δε το δράμα και άγγελον και εξάγγελον και σκοπόν,διαμεμηχάνηται δε και τινα εν τη σκηνή εφ ων οι τε θεοί και των ηρώων τινές φαίνονται.Γίνεται δε και εις χορός εν ταις τραγωδίαις και δύο.Το δε τοιούτον καλείται διχωρία.
Διαιρείται δε η τραγική ποίησις εις τε τον χορικόν τρόπον και τον από σκηνής,εκάτερον
δε αυτών εις ωδήν και λέξιν.Της δε λέξεως το μέν εστί μέτρον,οίον ιαμβικόν ,τροχαϊκόν,
το δε περίοδος οίον αναπαιστική,ιαμβική.Του δε μέτρου το μεν πρόλογος,το δε επεισόδιον,
το δε έξοδος,το δε ωδής η χορική εις πέντε μέρη διαιρείται,το δε κομμός το δέ έξοδος.
Εστί δε ο κομμός θρήνος κεκινημένος και επιτεταγμένος.
Η δε παλαιά τραγική μελοποιία γένει μεν τω εναρμονίω εχρήσατο αμιγεί και μικτώ γένει της αρμονίας και διατόνων,χρώματι δε ουδείς φαίνεται κεχρημένος των τραγικών άχρις Ευριπίδου.Μαλακόν γαρ το ήθος του γένους τούτου.Των δε τόνων πλείστον μεν η παλαιά κέχρηται τω τε Δωρίω και τω Μιξολυδίω,τω μεν ως σεμνότητος οικείω το δε Μιξολυδίω ως συνεργώ προς τους οίκτους.Κέχρηται δε και ταις ανειμέναις τότε καλουμέναις αρμονίαις τη τε Ιαστί και ανειμένη Λυδιστί.Του δε Φρυγίου διθυραμβικώτερον.Ο δε Υποφρύγιος και ο Υποδώριος σπάνιοι παρ'αυτην είσιν.Πρώτος Αγάθων τον Υποδώριον τόνον εις τραγωδίαν εισήνεγκεν και τον Υποφρύγιον.Ο μεν μην Λύδιος τω κιθαρωδικώ τρόπω οικειότερος εστί.
Συστήμασι δε οι μεν παλαιοί μικροίς έχρωντο,Ευριπίδης πρώτος πολυχορδία εχρήσατο.
Εκαλείτο υπό των μουσικών παλαιών ανάτρητος ο τρόπος ούτος της μεγαλοποιίας.
Και καθόλον ειπείν Ευριπίδης πολυειδέστερος εστί των προ αυτού και πολυχρούστερος και εχρήσατο και τοις προσήκουσι ρυθμοίς και βάκχειους απλοίς τε και διπλοίς και τω απ ελάττονος ιωνικώ και επ ολίγον προκελευσματικώ.
Δει την λέξιν εν τραγωδία μη υποπεπτωκέται τω μέλει και τω ρυθμώ,αλλά επικρατείν και επιδέξιον είναι.Το λίαν δε ενδινεύεσθαι ανάρμοστον τραγωδία και τω ταύτης αξιώματι.
Εστί δε εν τοις τραγικοίς μέλεσι στροφή και περίοδος και το αντίστροφον.Και των μελών τα μεν εστι μακρά τα δε αντίστροφα.Των αντιστρόφων δεν τα μεν μονόστροφα τα δε επωδικά καλείται.Εστί δε εν τοις δράμασι προωδικόν και μεσωδικόν.Κοινώς πάντων των αντιστρόφων μελών τα μεν εστιν απλά τα δε μεταβολικά.Γίνεται δε η μεταβολή ή εκ μονοστρόφου εις μονόστροφον ή εξ επωδικού εις επωδικόν ή εκ μονοστρόφου εις επωδικόν ή ανάπαλιν.
Περί δε μέτρου τραγικού απλούς πάντων εστίν ο λόγος.Σχεδόν γαρ δύο μέτροις οι γε δη πολλοί εν τραγωδία κέχρηνται τω ιαμβικώ και τω τροχαϊκώ τετραμέτρω.Το δε αναπαιστικόν τετράμετρον παρά Φρυνίχω μόνον τω παλαιώ τετύχηκε χρήσεως.
Εστί δε και έτερα τινά συνταττόμενα τοις τραγικοίς μέλεσί τε και μέτροις οίον μεσαύλιον,
επίφθεγμα,αναβόημα,ανάπαιστον,έρρυθμον.Εστί δε τα μεσαύλια κρουμάτια βραχέα μεταξύ των μελών ταττόμενα.Των δε επιφθεγμάτων πλείω μεν εστιν η χρήσις εν τοις σατυρικοίς δράμασιν.Εστί δε και εν τοις τραγικοίς.Το δε αναβόημα εστι μεν των αδομένων σχεδόν τι,
μεταξύ δε εστίν ωδής και καταλογής.Εστί δε ότε οι τραγικοί επίσκηνα συντιθέασιν ανάπαιστα και χορικά από σκηνής.Και γαρ αγγέλων όλα πρόσωπα εκπληρούσι δι αυτών και εν ταις παρόδοις προτάττουσιν αυτά των μελών.
Η δε κορωνίς μέρους εστί σημείον όταν οι υποκριταί εξέλθοντες της σκηνής μόνον τον χορόν καταλείπωσι και επεισέλθωσι πάλιν οπόταν και τον τόπον εστίν αλλάξαι και τόπον και χορόν και όλον τον μύθον αρχή δ επεισοδίου ή τελευτή.Και αυτών των μελών τα μεν από σκηνής έγκειται τα δε τω χορώ υπόκειται.
Των δε υποκριτών ουδείς ουδέποτε εν τραγωδία ωρχήσατο αλλά ήν ίδιος του χορού ή τοιύτη ενέργεια.Επειθ ότι το μεν είδος της τραγικής ορχήσεως η προσαγορευομένη εμμέλεια ώσπερ της μεν σατυρικής η σίκιννις,της δε κωμικής ο κόρδαξ.Το δε της ορχήσεως είδος σεμνόν ην και μεγαλοπρεπές και μεγάλας έχον τας μεταξύ των κινήσεων ηρεμίας.
Μετά πλείστης δε σπουδής τας περιόδους προς αυλόν ήδον οι τραγικοί χοροί και προηύλουν αυταίς οι κράτιστοι αυληταί,ο μεν την χρωματικήν περίοδον,ο δε την εναρμόνιον.Και κιθάρα δε εν ταις τραγωδίαις εχρήσατο και Ευριπίδης και Σοφοκλής,
Σοφοκλής δε και λύρα εν τω Θαμυρά.
Μιχαήλ Ψελλός,Περί Τραγωδίας 415 1-12,πραγματεία πάνω στο "περί ποιητικής" του Αριστοτέλη.
Όταν δεν υπάρχει γύρω μας τίποτα αληθινό, πώς να υποψιαστούμε ότι όλα είναι ψεύτικα;