Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ...ΜΠΙΡΑΣ !
H Mπίρα και η ιστορία της
Eπειδή η απόλαυση... είναι και τέχνη, απολαύστε την μπίρα μέσα από τις γραμμές του αφιερώματος στην ιστορία της που ακολουθεί !
Η πασίγνωστη λέξη μπίρα προέρχεται από την ιταλική birra η οποία με την σειρά της κατάγεται από τη λατινική biber (ποτό). Την ελληνική λέξη ζύθος μπορεί κανείς να την συναντήσει σε αρχαίους Έλληνες γεωγράφους, όπως π.χ στον Στράβωνα, σε περιηγητές και άλλους, περιγράφοντας το γνωστό στον αρχαίο κόσμο κριθαρένιο ποτό. Όσο δε για την λέξη ζύθος αυτή προέρχεται από το αρχαίο ρήμα ζέω (βράζω, εξ’ ου και ζέστη).
Είναι γενικά παραδεκτό πως η ιστορία της μπίρας έλκει τις ρίζες της στους λαούς της εγγύς Ανατολής. Μια από τις πρώτες αποδείξεις σχετικά με αυτήν, κατάγεται από την Σουμερία και είναι για μια ανάγλυφη παράσταση του 3000-2800 π.Χ. Αναφορά στη μπίρα υπάρχει στο έπος του Γιλγαμές καθώς και σε ύμνο των Σουμέριων προς την θεά Νινκάσι, ο οποίος θεωρείται και η αρχαιότερη γραπτή συνταγή για την παρασκευή της. Οι Βαβυλώνιοι αργότερα παρασκεύαζαν μπίρα από διάφορα δημητριακά. Στον κώδικα του Χαμουραμπί, ήταν θεσπισμένο το δικαίωμα στην κατανάλωση μπίρας και ήταν αντίστοιχο της κοινωνικής θέσης, π.χ οι διοικητές επαρχιών και αρχιερείς δικαιούνταν το πολύ 5 λίτρα την ημέρα, ενώ οι κυρίες της αυλής γύρω στα 8. Στην αρχαία Αίγυπτο γνώριζαν διάφορα είδη μπίρας και από ότι φαίνεται θεωρείτο βασικό σαν ποτό.

Ήταν μεταξύ άλλων εργατικό αντιμίσθιο, γινόταν σπονδή σε θεούς και χρησίμευε ως φαρμακευτική ουσία. Σύμφωνα δε με την μυθολογία των Ελλήνων ο Λίβυος Διόνυσος του Άμμωνος και της Αμαλθείας ήταν αυτός που δίδαξε στους Αιγυπτίους την τέχνη της ζυθοποιίας. Η μπίρα των αρχαίων ανατολικών λαών παρασκευαζόταν σχεδόν με την ίδια μεθοδολογία όπως και σήμερα, από κριθάρι και σπάνια από διάφορα άλλα δημητριακά. Οι αρχαίοι Έλληνες φαίνεται να ήλθαν σε επαφή με τη μπίρα μέσω των Αιγυπτίων και βάσει με τον Πλίνιο χρησιμοποιούσαν και λυκίσκο.

Στην Αρχαία Ελλάδα ωστόσο πρέπει να τη θεωρούσαν ποτό κατώτερης ποιότητας από τον οίνο, κατάλληλη μόνο για βαρβάρους. Η μπίρα λοιπόν ήταν περισσότερο αρεστή σε άλλα φύλλα όπως για παράδειγμα οι Αρμένιοι και σε βαρβαρικά όπως ήσαν π.χ οι Σκύθες . Οι Ρωμαίοι συνέβαλαν στην διάδοσή της στη Δύση. Την ονόμαζαν Cervisia από το όνομα της θεάς Ceres, που ταυτίζεται με την ελληνίδα θεά Δήμητρα και την θεωρούσαν και αυτοί βαρβαρικό ποτό. Οι Κέλτες ,οι οποίοι την γνώριζαν με το όνομα Κόρμα και οι αρχαίοι γερμανικοί λαοί την ήξεραν από τον 1ο π.Χ. αιώνα, αγνοούσαν όμως τον λυκίσκο. Η εμφάνισή του στη Γερμανία έγινε όχι πριν τον Μεσαίωνα. Η πρώτη μαρτυρία για καλλιεργούμενο λυκίσκο ανάγεται στο 768 μ.Χ στη μονή Φράιζινγκ (Freising) της Βαυαρίας. Μέχρι την βασιλεία του Καρλομάγνου, η μπίρα παρασκευαζόταν κατ’ οίκον και σε πολύ μικρή κλίμακα. Στον Μεσαίωνα, τα μοναστήρια άρχισαν να την παράγουν σε μεγάλες ποσότητες.


Σήμερα στο μοναστήρι St. Gallen της Ελβετίας, υπάρχει η αρχαιότερη μονάδα μοναστηριακής ζυθοποιίας. Η μπίρα στο Μεσαίωνα αποτελούσε ένα σημαντικό συμπλήρωμα στην φτωχή τότε διατροφή και ήταν λόγω του ΄΄βρασμού΄΄ της ασφαλέστερη από το νερό. Γνωστές μοναστηριακές μπίρες είναι η Franziskaner, Paulaner κ.α. Στην Ελλάδα η μπίρα έφθασε αργά κατά την εποχή της βασιλείας του Βαυαρού Όθωνος χάρις στον Κάρολο Φιξ. Το 1842 ήταν πολύ σημαντική χρονιά στην ιστορία της μπίρας. Μέχρι τότε οι μπίρες ήταν σκούρες ή αισθητά ερυθρωπές. Τότε, λοιπόν, η τοπική ζυθοποιία του Πίλσεν στην Τσεχία παρασκεύασε την πρώτη ΄΄ξανθιά΄΄ μπίρα. Η καινούργια μπίρα, η μετέπειτα αυθεντική Pilsner Urquell έγινε δημοσίως γνωστή από τον Γιόζεφ Γκρολλ στις 11 Νοεμβρίου του 1842, κατέστη πολύ διάσημη στον γερμανόφωνο χώρο και εξαπλώθηκε τάχιστα. Αυτή η μπίρα άσκησε ιδιαίτερη γοητεία και έλξη λόγω των από διαφανές γυαλί κατασκευασμένων φιαλών. Το 1516, ο βαυαρός δούκας Γουλιέλμος Δ' εξέδωσε τον "Νόμο περί καθαρότητος" (Reinheitsgebot). Βάσει αυτού, στην Γερμανία απαγορευόταν η χρήση οιασδήποτε άλλης πρώτης ύλης πλην του κριθαριού, λυκίσκου και καθαρού νερού. Σε εκείνον τον νόμο απουσίαζε οιαδήποτε αναφορά στην μαγιά, αφού ήταν ακόμη άγνωστη και ίσχυε μέχρι και το 1993. Ορόσημο ήταν επίσης η εμφάνιση στα μέσα του 19ου αιώνα της τεχνητής ψύξης. Η ζυθοποιία βελτιώθηκε αισθητά στα τέλη του ίδιου αιώνα με τους πειραματισμούς του E.C. Hansen με τους ζυμομύκητες. Τότε άρχισε και το εμπόριο εμφιαλωμένης μπίρας.
Οι βασικές πρώτες ύλες για την παρασκευή μπίρας είναι το νερό, το κριθάρι, η ζύμη (μαγιά) και ο λυκίσκος. Άλλα επιπρόσθετα συστατικά είναι επίσης η ζάχαρη και διάφορα δημητριακά. Η σύγχρονη ζυθοποιία περιλαμβάνει τέσσερις βασικές φάσεις.
Βυνοποίηση (malt): Το κριθάρι διαβρέχεται για λίγες ημέρες, μαλακώνει με ζεστό νερό και στη συνέχεια το προσέχουν για λίγες ημέρες μέχρι να βλαστήσει.
Βρασμός: Το παραγόμενο από την πρώτη φάση ζυθογλεύκος, που είναι ο μούστος της μπίρας, εμπλουτίζεται με τον λυκίσκο και κατόπιν βράζεται για λίγες ώρες.
Ζύμωση: Μέσα σε ειδικά δοχεία, ο μούστος εμπλουτίζεται με τη μαγιά της μπίρας και κατόπιν μέσω χημικών αντιδράσεων καταλήγει στην αιθυλική αλκοόλη της μπίρας και το γνωστό μας "ανθρακικό".
Μεταζύμωση: Μετά την ζύμωση αφαιρείται το μεγαλύτερο μέρος της μαγιάς και η μπίρα αποθηκεύεται σε δεξαμενές, όπου η εναπομένουσα ποσότητα της μαγιάς , συνεχίζει να δρα. Υπάρχουν δύο κατηγορίες μπίρας, ανάλογα με το είδος της ζύμης και ειδικότερα τους ζυμομύκητες.
Ale, το είδος αυτό σχετίζεται με την μπίρα που παρασκευάζεται με την βοήθεια του ζυμομύκητα saccharomyces cerevisiae. Αποκαλείται και αφροζύμωτη μπίρα. Υποκατηγορία είναι και οι σταρένιες μπίρες τύπου Weiss. Οι Lager παρασκευάζονται με χρήση του ζυμομύκητα saccharomyces carlsbergensis. Αποκαλούνται βυθοζύμωτες. Η παραγόμενη μπίρα φυλάσσεται σε αποθήκες , όπου ο αντίστοιχος γερμανικός όρος είναι lager. Σε αυτές ανήκει και η Pils, διαφέρει όμως από τις Lager ως προς την περιεκτικότητα σε λυκίσκο. Σαν τρίτη κατηγορία, τέλος, είναι οι μπίρες που παρασκευάζονται με φυσική ζύμωση δίχως την μαγιά.
Χρειάζεται σημαντικός μόχθος για την παρασκευή μπίρας, όπως επίσης σημαντικός είναι και ο τρόπος σερβιρίσματος. Όταν μια προσεκτικά παρασκευασμένη μπίρα σερβίρεται στη κατάλληλη θερμοκρασία (συνήθως από 7 C μέχρι 15.5 C) και στο κατάλληλο είδος ποτηριού, το γευστικό αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι εξαίσιο. Τα κατάλληλα συνοδευτικά για κάθε είδος μπίρας σχετίζονται και με προσωπικές απόψεις και προτιμήσεις αλλά δεν παύουν να υπάρχουν και φαγητά που " δένουν" με συγκεκριμένες μπίρες. Οι λόγοι ; Πολλοί. H οξύτητα, η στιλπνότητα της γεύσης καθώς επίσης και το διακριτικό άρωμα. Στην Ελλάδα βέβαια, όταν πίνουμε μπίρα, πίνουμε συνήθως με ένα καθημερινό φαγητό, αλλά στην πραγματικότητα υπάρχουν μπίρες κατάλληλες για κάθε ιδιαίτερη στιγμή. Οι "ειδικοί" της μπίρας, αντίθετα με την αρχαιοελληνική αντίληψη ότι ήταν ποτό βαρβάρων, δεν την θεωρούν καθόλου υποδεέστερη του κρασιού. Πόσο μάλλον όταν λάβει κανείς υπ όψιν την μεγάλη ποικιλομορφία της. Γι αυτόν τον λόγο υπάρχει άλλωστε και η κατάλληλη μπίρα για κάθε ώρα και κάθε διάθεση. Έτσι λοιπόν το γνωστό δίλλημα μπίρα ή Kaiser δεν είναι τόσο απλό. Πριν από το γεύμα είθισται μια τύπου Pilsner ή κάποια ξηρή μπίρα που να λειτουργεί και ως ορεκτικό. Ιδιαίτερα γευστικές είναι και οι γερμανικές "καπνιστές" μπίρες. Με θαλασσινά οστρακοειδή εδέσματα ταιριάζουν μπίρες τύπου stout, ενώ με λευκά κρέατα και ψαρικά ημίξηρες μπίρες. Με χοιρινό ταιριάζουν "ξανθές" μπίρες. Με πικάντικα φαγητά οι lager μπίρες και με ζυμαρικά συνδυάζονται ωραία "σκούρες" lager. Όσο δε για επιδόρπιο ιδανικές θεωρούνται μπίρες που παρασκευάζονται σε διάφορα μοναστήρια.
Η Φέττερ 33 (Vetter 33), μία πολύ δυνατή μπίρα δημιουργήθηκε από τον ζυθοποιό Ρούντολφ Κάσπερ φον Φέττερς ( Vetters ) όταν την Πρωτοχρονιά του 1987 στοιχημάτισε με το προσωπικό του ομώνυμου ζυθεστιατορίου στην Χαϊδελβέργη ότι θα κατασκευάσει την πιο δυνατή μπίρα του κόσμου.

Η Φέττερ 33 με κατά βάρος περιεκτικότητα 33,19 % και ποσοστό αλκοόλ 37,91 % κατέκτησε το ρεκόρ του βιβλίου Γκίνες (Guinnes) το 1994 ως η ισχυρότερη μπίρα στον κόσμο και το διατηρεί μέχρι και σήμερα ! Μπορείτε να την απολαύσετε κοντά στην παλιά δίδυμη γέφυρα της Χαϊδελβέργης ,δίπλα στον γραφικό ποταμό Νέκαρ, στο παραδοσιακό ζυθεστιατόριο. Σερβίρεται σε ποτήρι των 200 περίπου ml, είναι μαύρη (dunkles Bier) και γλυκιά. Σας συνιστούμε να δοκιμάσετε μαζί συκωτόσουπα.
Στην Χαϊδελβέργη επίσης βρίσκεται και το μεγαλύτερο βαρέλι του κόσμου που μπορείτε να το θαυμάσετε στο κάστρο της.

Όσοι δε από εσάς βρεθείτε τον Οκτώβριο στη Γερμανία μην παραλείψετε να πάτε στην μεγαλύτερη γιορτή μπίρας στον κόσμο : Auf Wiedersehen λοιπόν στην Oktoberfest στο Μόναχο! Βέβαια η Γερμανία με κατανάλωση 115,8 λίτρα μπίρας ανά κεφαλή έρχεται δεύτερη μετά την Τσεχία με 160!
Δεν θα μπορούσαμε βέβαια να παραλείψουμε μία από τις περισσότερο θρυλικές μπίρες, την … Γκίνες (Guinness). Η Γκίνες είναι μία διάσημη ξηρή (stout) μαύρη μπίρα που προέρχεται από την ζυθοποιία Arthur Guinness's St. James's Gate Brewery στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, το οποίο φημίζεται για το “σκληρό’’ νερό του. Το ξεχωριστό χαρακτηριστικό της είναι η ιδιάζουσα γεύση του καβουρδισμένου κριθαριού της που είναι αζύμωτο. Για πολλά χρόνια μια ποσότητά της παλαίωνε για να προσδίδει μια έντονη γαλακτώδη γεύση, αλλά αυτό παραμένει μέχρι σήμερα ένας ανεπιβεβαίωτος μύθος. Η παχύρευστη κρούστα της οφείλεται στην ανάμιξη της μπίρας με άζωτο. Είναι η μπίρα με τις μεγαλύτερες πωλήσεις στην Ιρλανδία όπου αγγίζει το ύψος των 2 δις Ευρώ ετησίως. Παρασκευάζεται από νερό, κριθάρι, βύνη, λυκίσκο και ζύμη μαγιάς. Παστεριώνεται, φιλτράρεται και περιέχει επίσης άζωτο και διοξείδιο του άνθρακα. Η αυθεντική extra stout περιέχει μόνο διοξείδιο του άνθρακα, προκαλώντας έτσι μια κάπως πιο όξινη γεύση. Αρχικά η ζύμωση γινόταν στο Λέιξλιπ (Leixlip) για να ακολουθήσει το 1759 στην ζυθοποιία Arthur Guinness's St. James's Gate Brewery.

Δέκα χρόνια αργότερα, το 1769 εξήχθη για πρώτη φορά στην Αγγλία . Η πρώτη φορά που εμφανίσθηκε ο όρος stout ανάγεται τo 1677, αρκετά χρόνια πριν την δραστηριοποίηση του Αρθούρου Γκίνες (Arthur Guinness). Πασίγνωστη είναι και η συνεισφορά της Γκίνες στην καταπολέμηση του λιμού στα μέσα του 19ου αιώνα. Πρόσφατες έρευνες υποστηρίζουν ότι η Γκίνες μπορεί να είναι και ωφέλιμη για την καρδιά. Βρεθήκανε ότι αντιοξειδωτικά συστατικά στην Γκίνες, παρόμοια με αυτά σε διάφορα φρούτα και λαχανικά επιβραδύνουν την δράση της βλαβερούς χοληστερόλης στα αρτηριακά τοιχώματα.
Τελειώνοντας, παραφράζοντας το γνωστό λατινικό ρητό Ιn Vino Veritas ( Εν τω Οίνω η Αληθεία ) σας προτρέπoυμε να ψάξετε να βρείτε την δική σας αλήθεια στην μπίρα.
Ιn Cervisia Veritas λοιπόν !

Eπειδή η απόλαυση... είναι και τέχνη, απολαύστε την μπίρα μέσα από τις γραμμές του αφιερώματος στην ιστορία της που ακολουθεί !
Η πασίγνωστη λέξη μπίρα προέρχεται από την ιταλική birra η οποία με την σειρά της κατάγεται από τη λατινική biber (ποτό). Την ελληνική λέξη ζύθος μπορεί κανείς να την συναντήσει σε αρχαίους Έλληνες γεωγράφους, όπως π.χ στον Στράβωνα, σε περιηγητές και άλλους, περιγράφοντας το γνωστό στον αρχαίο κόσμο κριθαρένιο ποτό. Όσο δε για την λέξη ζύθος αυτή προέρχεται από το αρχαίο ρήμα ζέω (βράζω, εξ’ ου και ζέστη).
Είναι γενικά παραδεκτό πως η ιστορία της μπίρας έλκει τις ρίζες της στους λαούς της εγγύς Ανατολής. Μια από τις πρώτες αποδείξεις σχετικά με αυτήν, κατάγεται από την Σουμερία και είναι για μια ανάγλυφη παράσταση του 3000-2800 π.Χ. Αναφορά στη μπίρα υπάρχει στο έπος του Γιλγαμές καθώς και σε ύμνο των Σουμέριων προς την θεά Νινκάσι, ο οποίος θεωρείται και η αρχαιότερη γραπτή συνταγή για την παρασκευή της. Οι Βαβυλώνιοι αργότερα παρασκεύαζαν μπίρα από διάφορα δημητριακά. Στον κώδικα του Χαμουραμπί, ήταν θεσπισμένο το δικαίωμα στην κατανάλωση μπίρας και ήταν αντίστοιχο της κοινωνικής θέσης, π.χ οι διοικητές επαρχιών και αρχιερείς δικαιούνταν το πολύ 5 λίτρα την ημέρα, ενώ οι κυρίες της αυλής γύρω στα 8. Στην αρχαία Αίγυπτο γνώριζαν διάφορα είδη μπίρας και από ότι φαίνεται θεωρείτο βασικό σαν ποτό.
Ήταν μεταξύ άλλων εργατικό αντιμίσθιο, γινόταν σπονδή σε θεούς και χρησίμευε ως φαρμακευτική ουσία. Σύμφωνα δε με την μυθολογία των Ελλήνων ο Λίβυος Διόνυσος του Άμμωνος και της Αμαλθείας ήταν αυτός που δίδαξε στους Αιγυπτίους την τέχνη της ζυθοποιίας. Η μπίρα των αρχαίων ανατολικών λαών παρασκευαζόταν σχεδόν με την ίδια μεθοδολογία όπως και σήμερα, από κριθάρι και σπάνια από διάφορα άλλα δημητριακά. Οι αρχαίοι Έλληνες φαίνεται να ήλθαν σε επαφή με τη μπίρα μέσω των Αιγυπτίων και βάσει με τον Πλίνιο χρησιμοποιούσαν και λυκίσκο.

Στην Αρχαία Ελλάδα ωστόσο πρέπει να τη θεωρούσαν ποτό κατώτερης ποιότητας από τον οίνο, κατάλληλη μόνο για βαρβάρους. Η μπίρα λοιπόν ήταν περισσότερο αρεστή σε άλλα φύλλα όπως για παράδειγμα οι Αρμένιοι και σε βαρβαρικά όπως ήσαν π.χ οι Σκύθες . Οι Ρωμαίοι συνέβαλαν στην διάδοσή της στη Δύση. Την ονόμαζαν Cervisia από το όνομα της θεάς Ceres, που ταυτίζεται με την ελληνίδα θεά Δήμητρα και την θεωρούσαν και αυτοί βαρβαρικό ποτό. Οι Κέλτες ,οι οποίοι την γνώριζαν με το όνομα Κόρμα και οι αρχαίοι γερμανικοί λαοί την ήξεραν από τον 1ο π.Χ. αιώνα, αγνοούσαν όμως τον λυκίσκο. Η εμφάνισή του στη Γερμανία έγινε όχι πριν τον Μεσαίωνα. Η πρώτη μαρτυρία για καλλιεργούμενο λυκίσκο ανάγεται στο 768 μ.Χ στη μονή Φράιζινγκ (Freising) της Βαυαρίας. Μέχρι την βασιλεία του Καρλομάγνου, η μπίρα παρασκευαζόταν κατ’ οίκον και σε πολύ μικρή κλίμακα. Στον Μεσαίωνα, τα μοναστήρια άρχισαν να την παράγουν σε μεγάλες ποσότητες.


Σήμερα στο μοναστήρι St. Gallen της Ελβετίας, υπάρχει η αρχαιότερη μονάδα μοναστηριακής ζυθοποιίας. Η μπίρα στο Μεσαίωνα αποτελούσε ένα σημαντικό συμπλήρωμα στην φτωχή τότε διατροφή και ήταν λόγω του ΄΄βρασμού΄΄ της ασφαλέστερη από το νερό. Γνωστές μοναστηριακές μπίρες είναι η Franziskaner, Paulaner κ.α. Στην Ελλάδα η μπίρα έφθασε αργά κατά την εποχή της βασιλείας του Βαυαρού Όθωνος χάρις στον Κάρολο Φιξ. Το 1842 ήταν πολύ σημαντική χρονιά στην ιστορία της μπίρας. Μέχρι τότε οι μπίρες ήταν σκούρες ή αισθητά ερυθρωπές. Τότε, λοιπόν, η τοπική ζυθοποιία του Πίλσεν στην Τσεχία παρασκεύασε την πρώτη ΄΄ξανθιά΄΄ μπίρα. Η καινούργια μπίρα, η μετέπειτα αυθεντική Pilsner Urquell έγινε δημοσίως γνωστή από τον Γιόζεφ Γκρολλ στις 11 Νοεμβρίου του 1842, κατέστη πολύ διάσημη στον γερμανόφωνο χώρο και εξαπλώθηκε τάχιστα. Αυτή η μπίρα άσκησε ιδιαίτερη γοητεία και έλξη λόγω των από διαφανές γυαλί κατασκευασμένων φιαλών. Το 1516, ο βαυαρός δούκας Γουλιέλμος Δ' εξέδωσε τον "Νόμο περί καθαρότητος" (Reinheitsgebot). Βάσει αυτού, στην Γερμανία απαγορευόταν η χρήση οιασδήποτε άλλης πρώτης ύλης πλην του κριθαριού, λυκίσκου και καθαρού νερού. Σε εκείνον τον νόμο απουσίαζε οιαδήποτε αναφορά στην μαγιά, αφού ήταν ακόμη άγνωστη και ίσχυε μέχρι και το 1993. Ορόσημο ήταν επίσης η εμφάνιση στα μέσα του 19ου αιώνα της τεχνητής ψύξης. Η ζυθοποιία βελτιώθηκε αισθητά στα τέλη του ίδιου αιώνα με τους πειραματισμούς του E.C. Hansen με τους ζυμομύκητες. Τότε άρχισε και το εμπόριο εμφιαλωμένης μπίρας.
Οι βασικές πρώτες ύλες για την παρασκευή μπίρας είναι το νερό, το κριθάρι, η ζύμη (μαγιά) και ο λυκίσκος. Άλλα επιπρόσθετα συστατικά είναι επίσης η ζάχαρη και διάφορα δημητριακά. Η σύγχρονη ζυθοποιία περιλαμβάνει τέσσερις βασικές φάσεις.
Βυνοποίηση (malt): Το κριθάρι διαβρέχεται για λίγες ημέρες, μαλακώνει με ζεστό νερό και στη συνέχεια το προσέχουν για λίγες ημέρες μέχρι να βλαστήσει.
Βρασμός: Το παραγόμενο από την πρώτη φάση ζυθογλεύκος, που είναι ο μούστος της μπίρας, εμπλουτίζεται με τον λυκίσκο και κατόπιν βράζεται για λίγες ώρες.
Ζύμωση: Μέσα σε ειδικά δοχεία, ο μούστος εμπλουτίζεται με τη μαγιά της μπίρας και κατόπιν μέσω χημικών αντιδράσεων καταλήγει στην αιθυλική αλκοόλη της μπίρας και το γνωστό μας "ανθρακικό".
Μεταζύμωση: Μετά την ζύμωση αφαιρείται το μεγαλύτερο μέρος της μαγιάς και η μπίρα αποθηκεύεται σε δεξαμενές, όπου η εναπομένουσα ποσότητα της μαγιάς , συνεχίζει να δρα. Υπάρχουν δύο κατηγορίες μπίρας, ανάλογα με το είδος της ζύμης και ειδικότερα τους ζυμομύκητες.
Ale, το είδος αυτό σχετίζεται με την μπίρα που παρασκευάζεται με την βοήθεια του ζυμομύκητα saccharomyces cerevisiae. Αποκαλείται και αφροζύμωτη μπίρα. Υποκατηγορία είναι και οι σταρένιες μπίρες τύπου Weiss. Οι Lager παρασκευάζονται με χρήση του ζυμομύκητα saccharomyces carlsbergensis. Αποκαλούνται βυθοζύμωτες. Η παραγόμενη μπίρα φυλάσσεται σε αποθήκες , όπου ο αντίστοιχος γερμανικός όρος είναι lager. Σε αυτές ανήκει και η Pils, διαφέρει όμως από τις Lager ως προς την περιεκτικότητα σε λυκίσκο. Σαν τρίτη κατηγορία, τέλος, είναι οι μπίρες που παρασκευάζονται με φυσική ζύμωση δίχως την μαγιά.
Χρειάζεται σημαντικός μόχθος για την παρασκευή μπίρας, όπως επίσης σημαντικός είναι και ο τρόπος σερβιρίσματος. Όταν μια προσεκτικά παρασκευασμένη μπίρα σερβίρεται στη κατάλληλη θερμοκρασία (συνήθως από 7 C μέχρι 15.5 C) και στο κατάλληλο είδος ποτηριού, το γευστικό αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι εξαίσιο. Τα κατάλληλα συνοδευτικά για κάθε είδος μπίρας σχετίζονται και με προσωπικές απόψεις και προτιμήσεις αλλά δεν παύουν να υπάρχουν και φαγητά που " δένουν" με συγκεκριμένες μπίρες. Οι λόγοι ; Πολλοί. H οξύτητα, η στιλπνότητα της γεύσης καθώς επίσης και το διακριτικό άρωμα. Στην Ελλάδα βέβαια, όταν πίνουμε μπίρα, πίνουμε συνήθως με ένα καθημερινό φαγητό, αλλά στην πραγματικότητα υπάρχουν μπίρες κατάλληλες για κάθε ιδιαίτερη στιγμή. Οι "ειδικοί" της μπίρας, αντίθετα με την αρχαιοελληνική αντίληψη ότι ήταν ποτό βαρβάρων, δεν την θεωρούν καθόλου υποδεέστερη του κρασιού. Πόσο μάλλον όταν λάβει κανείς υπ όψιν την μεγάλη ποικιλομορφία της. Γι αυτόν τον λόγο υπάρχει άλλωστε και η κατάλληλη μπίρα για κάθε ώρα και κάθε διάθεση. Έτσι λοιπόν το γνωστό δίλλημα μπίρα ή Kaiser δεν είναι τόσο απλό. Πριν από το γεύμα είθισται μια τύπου Pilsner ή κάποια ξηρή μπίρα που να λειτουργεί και ως ορεκτικό. Ιδιαίτερα γευστικές είναι και οι γερμανικές "καπνιστές" μπίρες. Με θαλασσινά οστρακοειδή εδέσματα ταιριάζουν μπίρες τύπου stout, ενώ με λευκά κρέατα και ψαρικά ημίξηρες μπίρες. Με χοιρινό ταιριάζουν "ξανθές" μπίρες. Με πικάντικα φαγητά οι lager μπίρες και με ζυμαρικά συνδυάζονται ωραία "σκούρες" lager. Όσο δε για επιδόρπιο ιδανικές θεωρούνται μπίρες που παρασκευάζονται σε διάφορα μοναστήρια.
Η Φέττερ 33 (Vetter 33), μία πολύ δυνατή μπίρα δημιουργήθηκε από τον ζυθοποιό Ρούντολφ Κάσπερ φον Φέττερς ( Vetters ) όταν την Πρωτοχρονιά του 1987 στοιχημάτισε με το προσωπικό του ομώνυμου ζυθεστιατορίου στην Χαϊδελβέργη ότι θα κατασκευάσει την πιο δυνατή μπίρα του κόσμου.

Η Φέττερ 33 με κατά βάρος περιεκτικότητα 33,19 % και ποσοστό αλκοόλ 37,91 % κατέκτησε το ρεκόρ του βιβλίου Γκίνες (Guinnes) το 1994 ως η ισχυρότερη μπίρα στον κόσμο και το διατηρεί μέχρι και σήμερα ! Μπορείτε να την απολαύσετε κοντά στην παλιά δίδυμη γέφυρα της Χαϊδελβέργης ,δίπλα στον γραφικό ποταμό Νέκαρ, στο παραδοσιακό ζυθεστιατόριο. Σερβίρεται σε ποτήρι των 200 περίπου ml, είναι μαύρη (dunkles Bier) και γλυκιά. Σας συνιστούμε να δοκιμάσετε μαζί συκωτόσουπα.
Στην Χαϊδελβέργη επίσης βρίσκεται και το μεγαλύτερο βαρέλι του κόσμου που μπορείτε να το θαυμάσετε στο κάστρο της.

Όσοι δε από εσάς βρεθείτε τον Οκτώβριο στη Γερμανία μην παραλείψετε να πάτε στην μεγαλύτερη γιορτή μπίρας στον κόσμο : Auf Wiedersehen λοιπόν στην Oktoberfest στο Μόναχο! Βέβαια η Γερμανία με κατανάλωση 115,8 λίτρα μπίρας ανά κεφαλή έρχεται δεύτερη μετά την Τσεχία με 160!
Δεν θα μπορούσαμε βέβαια να παραλείψουμε μία από τις περισσότερο θρυλικές μπίρες, την … Γκίνες (Guinness). Η Γκίνες είναι μία διάσημη ξηρή (stout) μαύρη μπίρα που προέρχεται από την ζυθοποιία Arthur Guinness's St. James's Gate Brewery στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, το οποίο φημίζεται για το “σκληρό’’ νερό του. Το ξεχωριστό χαρακτηριστικό της είναι η ιδιάζουσα γεύση του καβουρδισμένου κριθαριού της που είναι αζύμωτο. Για πολλά χρόνια μια ποσότητά της παλαίωνε για να προσδίδει μια έντονη γαλακτώδη γεύση, αλλά αυτό παραμένει μέχρι σήμερα ένας ανεπιβεβαίωτος μύθος. Η παχύρευστη κρούστα της οφείλεται στην ανάμιξη της μπίρας με άζωτο. Είναι η μπίρα με τις μεγαλύτερες πωλήσεις στην Ιρλανδία όπου αγγίζει το ύψος των 2 δις Ευρώ ετησίως. Παρασκευάζεται από νερό, κριθάρι, βύνη, λυκίσκο και ζύμη μαγιάς. Παστεριώνεται, φιλτράρεται και περιέχει επίσης άζωτο και διοξείδιο του άνθρακα. Η αυθεντική extra stout περιέχει μόνο διοξείδιο του άνθρακα, προκαλώντας έτσι μια κάπως πιο όξινη γεύση. Αρχικά η ζύμωση γινόταν στο Λέιξλιπ (Leixlip) για να ακολουθήσει το 1759 στην ζυθοποιία Arthur Guinness's St. James's Gate Brewery.

Δέκα χρόνια αργότερα, το 1769 εξήχθη για πρώτη φορά στην Αγγλία . Η πρώτη φορά που εμφανίσθηκε ο όρος stout ανάγεται τo 1677, αρκετά χρόνια πριν την δραστηριοποίηση του Αρθούρου Γκίνες (Arthur Guinness). Πασίγνωστη είναι και η συνεισφορά της Γκίνες στην καταπολέμηση του λιμού στα μέσα του 19ου αιώνα. Πρόσφατες έρευνες υποστηρίζουν ότι η Γκίνες μπορεί να είναι και ωφέλιμη για την καρδιά. Βρεθήκανε ότι αντιοξειδωτικά συστατικά στην Γκίνες, παρόμοια με αυτά σε διάφορα φρούτα και λαχανικά επιβραδύνουν την δράση της βλαβερούς χοληστερόλης στα αρτηριακά τοιχώματα.
Τελειώνοντας, παραφράζοντας το γνωστό λατινικό ρητό Ιn Vino Veritas ( Εν τω Οίνω η Αληθεία ) σας προτρέπoυμε να ψάξετε να βρείτε την δική σας αλήθεια στην μπίρα.
Ιn Cervisia Veritas λοιπόν !

Μουσάων, αἵ τ’ ἄνδρα πολυφραδέοντα τιθείσι θέσπιον αὐδηέντα.
( Ἡσίοδος, ἀποσπάσματα )
( Ἡσίοδος, ἀποσπάσματα )
Φίλτατε Κύριε ΚΑΛΑΒΑΝΟ,
Κατ' αρχάς, θερμά συγχαρητήρια και το θαυμάσιο πόνημά σας περι της Μπίαρς και της Ιστορίας της.
Επι τη ευκαιρεία, θα ήθελα να σας πληροφορήσω,με τοπαρόν σημείωμα, ότι τυγχάνει να είμαι μέλος σε ένα Ιστό που πραγματεύεται την τεχνη της μαγειρικής, (Συνταγές της παρέας), η οποία ειναι το αντικείμενο που με θέλγει. (αν και δεν ειμαι μάγειρος).
Ώς εκ τούτου θέλω να σας ζητήσω την άδεια όπως αναδημοσιεύσω το τόσο ενδιαφέρον πόνημά σας στον ανωτέρω Ιστό λόγω της συνάφειας του αντικσιμένου.
Ευχαριστώ
Κυριάκος Ε. Φουράκης
Ναυπηγός - Μηχανολόγος, (M. Sc)
Κατ' αρχάς, θερμά συγχαρητήρια και το θαυμάσιο πόνημά σας περι της Μπίαρς και της Ιστορίας της.
Επι τη ευκαιρεία, θα ήθελα να σας πληροφορήσω,με τοπαρόν σημείωμα, ότι τυγχάνει να είμαι μέλος σε ένα Ιστό που πραγματεύεται την τεχνη της μαγειρικής, (Συνταγές της παρέας), η οποία ειναι το αντικείμενο που με θέλγει. (αν και δεν ειμαι μάγειρος).
Ώς εκ τούτου θέλω να σας ζητήσω την άδεια όπως αναδημοσιεύσω το τόσο ενδιαφέρον πόνημά σας στον ανωτέρω Ιστό λόγω της συνάφειας του αντικσιμένου.
Ευχαριστώ
Κυριάκος Ε. Φουράκης
Ναυπηγός - Μηχανολόγος, (M. Sc)
«Ν’ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους να ζητάς συντρόφους»
Eλ. Βενιζέλος
Eλ. Βενιζέλος
Φίλτατε κύριε Κυριάκο Ε. Φουράκη,
κατ'αρχάς καλώς ήλθατε στην Δημοθοινία. Να σας ευχαριστήσω και εγώ για τα κολακευτικά σας σχόλια για την δημοσίευση μου. Έχετε το ελεύθερον από εμένα να αναδημοσιεύσετε το ανωτέρω άρθρο μου.Δεν έχω καμία αντίρρηση, εφόσον αναφέρεται ο παρών ιστότοπος και ο συντάκτης του [εν προκειμένω εγώ]. Η μόνη μου ένσταση είναι ότι προκειμένου να συλλέξω την πληθώρα των πληροφοριών που παραθέτω στο άρθρο για την μπίρα μεταξύ των άλλων[βιβλία, περιοδικά αλλά και προσωπική εμπειρία] κατέφυγα και εγώ σε κάποιους ιστοτόπους, τους οποίους μπορεί ναι μεν να μην τους αναφέρω ως πηγή αλλά δεν τους αντέγραψα.Απλά μόνο τους έλαβα υπόψιν στην φάση συγκέντρωσης των πληροφοριών.Επειδή δεν γνωρίζω τα των πνευματικών δικαιωμάτων στον χώρο του διαδικτύου θα σας συμβούλευα προτού κάμετε ότι θέλετε να συμβουλευθείτε τον συνονόματο διαχειριστή της Δημοθοινίας.
Φιλικά
κατ'αρχάς καλώς ήλθατε στην Δημοθοινία. Να σας ευχαριστήσω και εγώ για τα κολακευτικά σας σχόλια για την δημοσίευση μου. Έχετε το ελεύθερον από εμένα να αναδημοσιεύσετε το ανωτέρω άρθρο μου.Δεν έχω καμία αντίρρηση, εφόσον αναφέρεται ο παρών ιστότοπος και ο συντάκτης του [εν προκειμένω εγώ]. Η μόνη μου ένσταση είναι ότι προκειμένου να συλλέξω την πληθώρα των πληροφοριών που παραθέτω στο άρθρο για την μπίρα μεταξύ των άλλων[βιβλία, περιοδικά αλλά και προσωπική εμπειρία] κατέφυγα και εγώ σε κάποιους ιστοτόπους, τους οποίους μπορεί ναι μεν να μην τους αναφέρω ως πηγή αλλά δεν τους αντέγραψα.Απλά μόνο τους έλαβα υπόψιν στην φάση συγκέντρωσης των πληροφοριών.Επειδή δεν γνωρίζω τα των πνευματικών δικαιωμάτων στον χώρο του διαδικτύου θα σας συμβούλευα προτού κάμετε ότι θέλετε να συμβουλευθείτε τον συνονόματο διαχειριστή της Δημοθοινίας.
Φιλικά
Μουσάων, αἵ τ’ ἄνδρα πολυφραδέοντα τιθείσι θέσπιον αὐδηέντα.
( Ἡσίοδος, ἀποσπάσματα )
( Ἡσίοδος, ἀποσπάσματα )
Φίλτατε Κύριε Καλαβάνο,
Σας ευχαριστώ πολύ και εκτιμώ την άμεση απάντησή σας
Φιλικώτατα
Κυριάκος Ε. Φουράκης
Σας ευχαριστώ πολύ και εκτιμώ την άμεση απάντησή σας
Φιλικώτατα
Κυριάκος Ε. Φουράκης
«Ν’ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους να ζητάς συντρόφους»
Eλ. Βενιζέλος
Eλ. Βενιζέλος