Η βασική διαφορά θεολογίας και οντολογίας έγκειται στην μέθοδο προσέγγισης του όντος μέσα από το δόγμα το οποίο δεν επιδέχεται αμφισβήτηση ή μέσα από τον ορθό λόγο της κριτικής οντολογίας.Για τους Έλληνες φιλόσοφους (πλην των στωϊκών οι οποίοι είχαν μεθοδολογία Στοάς),η θρησκεία δηλώνει το θρώσκειν δηλαδή την ενατένιση των όντως όντων και την αναγωγή της οντολογίας σε διαλεκτική επιστήμη μέσω της χρήσεως των επιτακτικών λόγων (επαγωγικών-αναγωγικών συλλογισμών) και των αποφατικών λόγων ("κατάφασις εστί απόφανσιν τινός κατά τινός απόφασις δ'έστιν απόφανσις τινός από τινός" Αριστοτέλης,Όργανον-περί ερμηνειών 17Α 25) ως όργανα καθορισμού κάποιου ορισμού και των ειδητικών του ιδιοτήτων σε κατηγορίες,με τρόπο ακριβή,σαφή,δίχως περιττό και δίχως λιγότερο,με μαθηματική λογική και διαλεκτική επαλήθευση.Να απέχει δηλαδή εξίσου από τα άκρα της δογματικής θρησκείας και του υλιστικού μηδενισμού και να βρίσκεται στο μέσον του αεί ζητούμενου και αεί απορρούμενου ως προς την φιλοσοφική της θεώρηση και να αποτελεί επιστήμη -να ίσταται επί του όντος ή της ιδέας που διερευνά- ως προς την απόδειξη των συλλογισμών της και της διαλεκτικής της χωρίς να παραγνωρίζει τον τομέα της γνωσιολογίας ως προς την εξήγηση του φυσικού κόσμου και χωρίς να διαχωρίζεται από ηθική και πολιτική φιλοσοφία όσον αφορά την στάση των ανθρώπων.
Η οντολογία δεν ταυτίζεται με την θεολογία,καθόσον το όν δεν περιορίζεται στην έννοια θεός,αλλά κατέρχεται στα όντα.Όντως όν εστί κάθε τί το οποίο υπάρχει και η ύπαρξή του διερευνάται πέραν του μεταβλητού.Αν το όν εστί,το μή όν ούκ εστίν.
Η διερεύνηση των όντως όντων έχει ως άξονα λογικής την απόδειξη,το δηλόν εστί.
Η μέθοδος προς το δηλών εστί είναι αφαιρετική ως προς την αφαίρεση των ιδιοτήτων του μή όντος από το κατηγόρημα έτσι ώστε να απομείνει καθαρό μόνον το όν,
είναι τοπική ως προς το πεδίο νοητικής διερεύνησης των όντως όντων πέρα από την κατ'αίσθησην δοξασία ή μεταβολή,και είναι οργανική ως προς την χρήση των οργάνων προς επαλήθευση των επιτακτικών και αποφατικών λόγων.
Ως όν ορίζεται εκτός του αληθινού εκείνο το οποίο έχει ιδιότητα αρχής.Και η αρχή δεν έχει την έννοια της χρονικής αφετηρίας αλλά την έννοια του άρχω,δηλαδή του αιτίου που άρχει του φαινομένου,όπως αρχή του κινούμενου είναι το ακίνητο κινούν το οποίο είναι και αίτιο του κινούμενου.
Ως πρώτη αρχή υποθέτουμε το ήν δηλαδή στο τί ήν είναι του τί εστί του κάθε όντος καθώς εστιάζει στο ένεκα(σκοπό και λόγο) του εστί του κάθε όντος.Κατ'αυτή την έννοια το ήν προηγείται του όντος όχι ως προς το χρόνο,αλλά ως προς την αιτία και την αρχή.Εκτός από αυτό,το ήν δηλώνει την υπόθεση ως αφετηρία κάθε λογισμού,καθώς εις την ιωνική το ήν σήμαινε άν.
Τοπικά,η αρχή δηλώνει το πόσο κοντά είναι κάποιο όν στην ενότητα και στο αίτιο των όντων.Αφαιρετικά το πόσο απέχει μία ουσία από το μή όν και όσο στερείται τις ιδιότητες που εμπίπτουν στο μή όν τόσο προσεγγίζει το όν.Οργανικά το όργανο προσέγγισης που χρησιμοποιούμε για να κατατάξουμε μία ουσία περισσότερο στο όντως όν ή στο μή όν.
Η πρώτη αρχή,το ήν που όπως είπαμε δηλώνει το αίτιο,γίνεται νοητά αντιληπτό ως εν.Το έν πέρα από την θεώρησή του ως μονάδα και ενότητα δηλώνει εκείνο εντός του οποίου βρίσκεται κάθε τί ή εκείνο το οποίο βρίσκεται μέσα σε κάθε τί ώστε τα όντα να μετέχουν στην ιδέα της ενότητας του ενός.
Η δεύτερη ιδιότητά του είναι το είς,το οποίο δηλώνει την μοναδικότητά του (καθώς είς σημαίνει και μοναδικό) ως προς τα πολλά αλλά και την σύνδεσή του με τα υπόλοιπα όντα δηλώνοντας την μέθεξη των όντων εις (μέσα) στο έν μέσω της ενότητος ή την μετοχή του ενός εις τα όντα μέσω της ιδιότητός τους προς την ιδέα του όντος στο βαθμό που είναι όντα.
Η τρίτη ιδιότητά του είναι το εκ,το οποίο δηλώνει το όν εκ του οποίου προέρχονται τα όντα αλλά και σημαίνει την ύπαρξη των όντων έξ από το έν.
Επομένως,το έν του όντος,το είς του όντος και το έκ του όντος και συνεπώς των όντων αποτελούν τις τρείς εκφάνσεις και ιδιότητες του εστί,από το οποίο διακρίνεται το ήν ως προς την αιτία και αρχή.
Το έν διαφέρει από το νοερόν καθόσον η ιδέα διαφέρει από το όν καθ'αυτό.
Το έν καθ'αυτό δηλώνει το εστί του όντος,ενώ το νοερόν δηλώνει ιδιότητα του όντος.
Ανάλογα συμβαίνει και με το είς και το έκ σε σχέση με τον νού και το νοητόν.
Το εστί αποτελεί το μέσο μεταξύ του υπό και του υπέρ.
Υπέρ είναι το ήν (τί ήν είναι) που μόλις αναφέραμε,ενώ υπό είναι όλα τα όντα που υπάρχουν κάτω από αυτό.Το ήν ως ιδιότητα έχει το λώον το οποίο σημαίνει το αγαθόν και το εστί ως ιδιότητα έχει το ίστωρ το οποίο δηλώνει το σοφόν το οποίο έχει ίδια εννοιολογική ρίζα με τα είδη και την ιδέα (FΕΙΔΩ).
Το εστί που είναι το όν καθ'αυτό,διαφέρει από το έχειν που είναι το εοικα του όντος δηλαδή εικών.Μεταξύ των δύο είναι ανάγκη να μετέχει μία ουσία η οποία δηλώνει το μετέχειν.Ό,τι βρίσκεται στο πεδίο της μεταβολής,της γενέσεως-φθοράς,
της κίνησης και του παθητικού βρίσκεται επομένως παρά του όντος.
Ό,τι βρίσκεται στο επίπεδο του νοερού ενεργητικού βρίσκεται μετά του όντος και ό,τι βρίσκεται στο μέσο βρίσκεται αμφί του όντος και του μή όντος.
Κάθετί αισθητό το οποίο μετέχει καθ'αυτό στις ιδιότητες του μή όντος βρίσκεται σε κατάσταση κατά του όντος ενώ η ιδέα ενός όντος η οποία βρίσκεται μέσα στο νοητικό πεδίο των ανθρώπων και μέσω εκείνης αναγνωρίζουμε την ειδητική ουσία ενός όντος βρίσκεται σε κατάσταση αντί του όντος.
Μεταξύ του νοερού που νοεί ενεργητικά και του νοητού που νοείται παθητικά,
βρίσκεται ο νούς ο οποίος έχει ως ιδιότητες το ναίειν-ναίω που σημαίνει το κατοικείν,το νέειν-νέω που δηλώνει το πλέω,το νέομαι που δηλώνει την επιστροφή,το νάω που δηλώνει το ρέω και την ροή,το νήθω-νέθω που δηλώνει την ύφανση και το νήμα,όπως και την έσιν εις νέον ή νοέεσιν που δηλώνει την έφ-εσιν προς το νέο.
Στο επίπεδο κάτω από το οντολογικό που δηλώνει το εστίν των όντων ως προς το αίτιο και την αρχή και κάτω από το επίπεδο του νοερού-νοητικού-νοητού,υπάρχει το αϊδιον,το οποίο έχει ως ιδιότητες το αεί ίδιον,το αόρατον δηλαδή εκείνο που δεν έχει εικόνα αλλά και το αοίδιμον που δηλώνει εκείνο το οποίο έχει ήχο, εφόσον η λέξη άδω δηλώνει την πράξη του τραγουδώ (ωδή,αοιδός κτλ).
ΣΧΕΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΟΝΤΟΣ
ΜΗΔΕΝ:
ΗΝ - ΥΠΕΡ
ΕΝ - ΕΙΝΑΙ:
ΕΝ ΕΙΣ ΕΚ -ΜΕΤΑ
ΝΟΕΡΟΝ ΝΟΥΣ ΝΟΗΤΟΝ -ΕΠΙ
ΜΕΤΕΧΕΙΝ - ΟΥΣΙΑ:
ΝΟΗΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ:
ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΝ ΠΟΙΗΤΙΚΟΝ ΠΑΘΗΤΙΚΟΝ -ΑΜΦΙ
ΑΪΔΙΑ ΟΥΣΙΑ -ΑΝΤΙ
ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ:
ΕΟΙΚΑ ΟΝΤΟΣ ΕΙΚΩΝ ΚΟΣΜΟΣ -ΚΑΤΑ
ΜΗ ΕΙΝΑΙ:
ΜΗ ΟΝ ΧΡΟΝΟΣ ΥΛΗ -ΠΑΡΑ
Η οντολογία δεν ταυτίζεται με την θεολογία,καθόσον το όν δεν περιορίζεται στην έννοια θεός,αλλά κατέρχεται στα όντα.Όντως όν εστί κάθε τί το οποίο υπάρχει και η ύπαρξή του διερευνάται πέραν του μεταβλητού.Αν το όν εστί,το μή όν ούκ εστίν.
Η διερεύνηση των όντως όντων έχει ως άξονα λογικής την απόδειξη,το δηλόν εστί.
Η μέθοδος προς το δηλών εστί είναι αφαιρετική ως προς την αφαίρεση των ιδιοτήτων του μή όντος από το κατηγόρημα έτσι ώστε να απομείνει καθαρό μόνον το όν,
είναι τοπική ως προς το πεδίο νοητικής διερεύνησης των όντως όντων πέρα από την κατ'αίσθησην δοξασία ή μεταβολή,και είναι οργανική ως προς την χρήση των οργάνων προς επαλήθευση των επιτακτικών και αποφατικών λόγων.
Ως όν ορίζεται εκτός του αληθινού εκείνο το οποίο έχει ιδιότητα αρχής.Και η αρχή δεν έχει την έννοια της χρονικής αφετηρίας αλλά την έννοια του άρχω,δηλαδή του αιτίου που άρχει του φαινομένου,όπως αρχή του κινούμενου είναι το ακίνητο κινούν το οποίο είναι και αίτιο του κινούμενου.
Ως πρώτη αρχή υποθέτουμε το ήν δηλαδή στο τί ήν είναι του τί εστί του κάθε όντος καθώς εστιάζει στο ένεκα(σκοπό και λόγο) του εστί του κάθε όντος.Κατ'αυτή την έννοια το ήν προηγείται του όντος όχι ως προς το χρόνο,αλλά ως προς την αιτία και την αρχή.Εκτός από αυτό,το ήν δηλώνει την υπόθεση ως αφετηρία κάθε λογισμού,καθώς εις την ιωνική το ήν σήμαινε άν.
Τοπικά,η αρχή δηλώνει το πόσο κοντά είναι κάποιο όν στην ενότητα και στο αίτιο των όντων.Αφαιρετικά το πόσο απέχει μία ουσία από το μή όν και όσο στερείται τις ιδιότητες που εμπίπτουν στο μή όν τόσο προσεγγίζει το όν.Οργανικά το όργανο προσέγγισης που χρησιμοποιούμε για να κατατάξουμε μία ουσία περισσότερο στο όντως όν ή στο μή όν.
Η πρώτη αρχή,το ήν που όπως είπαμε δηλώνει το αίτιο,γίνεται νοητά αντιληπτό ως εν.Το έν πέρα από την θεώρησή του ως μονάδα και ενότητα δηλώνει εκείνο εντός του οποίου βρίσκεται κάθε τί ή εκείνο το οποίο βρίσκεται μέσα σε κάθε τί ώστε τα όντα να μετέχουν στην ιδέα της ενότητας του ενός.
Η δεύτερη ιδιότητά του είναι το είς,το οποίο δηλώνει την μοναδικότητά του (καθώς είς σημαίνει και μοναδικό) ως προς τα πολλά αλλά και την σύνδεσή του με τα υπόλοιπα όντα δηλώνοντας την μέθεξη των όντων εις (μέσα) στο έν μέσω της ενότητος ή την μετοχή του ενός εις τα όντα μέσω της ιδιότητός τους προς την ιδέα του όντος στο βαθμό που είναι όντα.
Η τρίτη ιδιότητά του είναι το εκ,το οποίο δηλώνει το όν εκ του οποίου προέρχονται τα όντα αλλά και σημαίνει την ύπαρξη των όντων έξ από το έν.
Επομένως,το έν του όντος,το είς του όντος και το έκ του όντος και συνεπώς των όντων αποτελούν τις τρείς εκφάνσεις και ιδιότητες του εστί,από το οποίο διακρίνεται το ήν ως προς την αιτία και αρχή.
Το έν διαφέρει από το νοερόν καθόσον η ιδέα διαφέρει από το όν καθ'αυτό.
Το έν καθ'αυτό δηλώνει το εστί του όντος,ενώ το νοερόν δηλώνει ιδιότητα του όντος.
Ανάλογα συμβαίνει και με το είς και το έκ σε σχέση με τον νού και το νοητόν.
Το εστί αποτελεί το μέσο μεταξύ του υπό και του υπέρ.
Υπέρ είναι το ήν (τί ήν είναι) που μόλις αναφέραμε,ενώ υπό είναι όλα τα όντα που υπάρχουν κάτω από αυτό.Το ήν ως ιδιότητα έχει το λώον το οποίο σημαίνει το αγαθόν και το εστί ως ιδιότητα έχει το ίστωρ το οποίο δηλώνει το σοφόν το οποίο έχει ίδια εννοιολογική ρίζα με τα είδη και την ιδέα (FΕΙΔΩ).
Το εστί που είναι το όν καθ'αυτό,διαφέρει από το έχειν που είναι το εοικα του όντος δηλαδή εικών.Μεταξύ των δύο είναι ανάγκη να μετέχει μία ουσία η οποία δηλώνει το μετέχειν.Ό,τι βρίσκεται στο πεδίο της μεταβολής,της γενέσεως-φθοράς,
της κίνησης και του παθητικού βρίσκεται επομένως παρά του όντος.
Ό,τι βρίσκεται στο επίπεδο του νοερού ενεργητικού βρίσκεται μετά του όντος και ό,τι βρίσκεται στο μέσο βρίσκεται αμφί του όντος και του μή όντος.
Κάθετί αισθητό το οποίο μετέχει καθ'αυτό στις ιδιότητες του μή όντος βρίσκεται σε κατάσταση κατά του όντος ενώ η ιδέα ενός όντος η οποία βρίσκεται μέσα στο νοητικό πεδίο των ανθρώπων και μέσω εκείνης αναγνωρίζουμε την ειδητική ουσία ενός όντος βρίσκεται σε κατάσταση αντί του όντος.
Μεταξύ του νοερού που νοεί ενεργητικά και του νοητού που νοείται παθητικά,
βρίσκεται ο νούς ο οποίος έχει ως ιδιότητες το ναίειν-ναίω που σημαίνει το κατοικείν,το νέειν-νέω που δηλώνει το πλέω,το νέομαι που δηλώνει την επιστροφή,το νάω που δηλώνει το ρέω και την ροή,το νήθω-νέθω που δηλώνει την ύφανση και το νήμα,όπως και την έσιν εις νέον ή νοέεσιν που δηλώνει την έφ-εσιν προς το νέο.
Στο επίπεδο κάτω από το οντολογικό που δηλώνει το εστίν των όντων ως προς το αίτιο και την αρχή και κάτω από το επίπεδο του νοερού-νοητικού-νοητού,υπάρχει το αϊδιον,το οποίο έχει ως ιδιότητες το αεί ίδιον,το αόρατον δηλαδή εκείνο που δεν έχει εικόνα αλλά και το αοίδιμον που δηλώνει εκείνο το οποίο έχει ήχο, εφόσον η λέξη άδω δηλώνει την πράξη του τραγουδώ (ωδή,αοιδός κτλ).
ΣΧΕΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΟΝΤΟΣ
ΜΗΔΕΝ:
ΗΝ - ΥΠΕΡ
ΕΝ - ΕΙΝΑΙ:
ΕΝ ΕΙΣ ΕΚ -ΜΕΤΑ
ΝΟΕΡΟΝ ΝΟΥΣ ΝΟΗΤΟΝ -ΕΠΙ
ΜΕΤΕΧΕΙΝ - ΟΥΣΙΑ:
ΝΟΗΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ:
ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΝ ΠΟΙΗΤΙΚΟΝ ΠΑΘΗΤΙΚΟΝ -ΑΜΦΙ
ΑΪΔΙΑ ΟΥΣΙΑ -ΑΝΤΙ
ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ:
ΕΟΙΚΑ ΟΝΤΟΣ ΕΙΚΩΝ ΚΟΣΜΟΣ -ΚΑΤΑ
ΜΗ ΕΙΝΑΙ:
ΜΗ ΟΝ ΧΡΟΝΟΣ ΥΛΗ -ΠΑΡΑ
Όταν δεν υπάρχει γύρω μας τίποτα αληθινό, πώς να υποψιαστούμε ότι όλα είναι ψεύτικα;
…………γιατί δεν είναι δυνατόν να κατανοήσουμε διαφορετικά το Θείο, παρά αφού τελειοποιηθούμε με το φως που πηγάζει από εκείνους, ούτε να μεταδώσουμε σε άλλους, παρά καθοδηγούμενοι από εκείνους και διατηρώντας την ερμηνεία των θείων ονομάτων απαλλαγμένη από τις πολύμορφες δοξασίες και από την ποικιλία που εκφράζεται με τα λόγια ..................οὔτε γὰρ νοῆσαι τὸ θεῖον ἄλλως δυνατὸν ἢ τῷ παρ᾽ αὐτῶν φωτὶ τελεσθέντας, οὔτε εἰς ἄλλους ἐξενεγκεῖν ἢ παρ᾽ αὐτῶν κυβερνωμένους καὶ τῶν πολυειδῶν δοξασμάτων καὶ τῆς ἐν λόγοις φερομένης ποικιλίας ἐξῃρημένην φυλάττοντας τὴν τῶν θείων ὀνομάτων ἀνέλιξιν.(Βλ Πρόκλος “Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογία” βιβλίο Α’ 1.7.24 – 1.8.4)
Εν, Νους, Ψυχή, Ύλη. Η τετραλογία της Πλατωνικής και Νεοπλατωνικής Φιλοσοφίας. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα ένα-ένα για να έχουμε και μία καθαρή εικόνα.
Εν (το Απόλυτο Ένα), είναι η αρχή και η αιτία των πάντων. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε-αν και θεωρώ κάπως λανθασμένη την ορολογία που θα δώσω- ότι ιδιότητα του Ενός είναι η ενοποίηση εντός του όλων των υπάρξεων με τρόπο μυστικό και άρρητον(απόρρητο). Αυτή η ενότητα-ενοποίηση, χαρακτηρίζεται ως Ενάδα. Εντός της Ενάδος υπάρχουν δυο αντιμαχόμενες αρχές, μια περατή και μία απέραντη ή αλλιώς το Ένα και τα πολλά, η μίξη των οποίων δημιουργεί τα επίπεδα της πραγματικότητος. Το Ένα είναι η τελευταία αρχή του περατού, ενώ η πολλότητα – πολλαπλότητα της καθαρής, άμορφης και χαοτικής ύλης είναι η τελευταία έκφραση του απέραντου. Περί της Ενάδος και των ενάδων μας λέγει ο Πρόκλος τα εξής ………………τρεις αιτίες και ενιαίες μονάδες πέρα από τα σώματα, εννοώ την ψυχή, τον πρωταρχικό Νου και την Ένωση πάνω από το Νου, παράγει από αυτά σαν μονάδες τα αντίστοιχα τους πλήθη(=αριθμούς στο αρχαίο), το ενιαίο δηλαδή, το νοητικό και το ψυχικό(γιατί κάθε μονάδα προηγείται μιας σειράς πλήθους συγγενικού με αυτήν), και συνδέει, όπως ακριβώς τα σώματα με τις ψυχές, έτσι λοιπόν και τις ψυχές με τα νοητικά είδη και αυτά τα τελευταία με τις Ενάδες των όντων, ενώ όλα επιστρέφουν στη μία Ενάδα, η οποία δεν επιδέχεται συμμετοχή…………. τρεῖς ταύτας αἰτίας καὶ μονάδας ἐπέκεινα σωμάτων ἀναφή νασα, ψυχὴν λέγω καὶ νοῦν τὸν πρώτιστον καὶ τὴν ὑπὲρ νοῦν ἕνωσιν, παράγει μὲν ἐκ τούτων ὡς μονάδων τοὺς οἰκείους ἀριθμούς, τὸν μὲν ἑνοειδῆ τὸν δὲ νοερὸν τὸν δὲ ψυχικόν (πᾶσα γὰρ μονὰς ἡγεῖται πλήθους ἑαυτῇ συστοί χου), συνάπτει δὲ ὥσπερ τὰ σώματα ταῖς ψυχαῖς οὕτω δήπου καὶ <τὰς> ψυχὰς μὲν τοῖς νοεροῖς εἴδεσι, ταῦτα δὲ ταῖς ἑνάσι τῶν ὄντων, πάντα δὲ εἰς μίαν ἐπιστρέφει τὴν ἀμέθεκτον ἑνάδα.(Βλ Πρόκλος “Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογία” βιβλίο Α’ 1.14.7 – 1.14.15)
Το Εν στέκεται-βρίσκεται στο κέντρο του κόσμου και διαχέεται όπως ο ήλιος και οι ακτίνες του ………..Αν το εξετάσουμε λογικά, θα δεχτούμε ότι η ενέργεια εκπέμπεται κατά κάποιο τρόπο από το Εν σαν το φως που εκπέμπεται από τον ήλιο και είναι ο Νους και όλη η νοητή φύση, αυτός, στην κορυφή του νοητού κόσμου, βασιλεύει επ’ αυτού και δεν ωθεί το φως που ακτινοβολεί έξω από τον εαυτό του –ή θα δεχτούμε ένα άλλο φως πριν από το φως- αλλά λάμπει αιώνια, παραμένοντας αμετάβλητος πάνω από τον νοητό κόσμο…………Εἰ κατὰ λόγον θησόμεθα, τὴν μὲν ἀπ᾽ αὐτοῦ οἷον ῥυεῖσαν ἐνέργειαν ὡς ἀπὸ ἡλίου φῶς νοῦν θησόμεθα καὶ πᾶσαν τὴν νοητὴν φύσιν, αὐτὸν δὲ ἐπ᾽ ἄκρῳ τῷ νοητῷ ἑστηκότα βασιλεύειν ἐπ᾽ αὐτοῦ οὐκ ἐξώσαντα ἀπ᾽ αὐτοῦ τὸ ἐκφανέν—ἢ ἄλλο φῶς πρὸ φωτὸς ποιήσομεν- ἐπιλάμπειν δὲ ἀεὶ μένοντα ἐπὶ τοῦ νοητοῦ.(Βλ Πλωτίνος “Εννεάς 5η “ 3.12.39 – 3.12.44)
Περί του προαναφερομένου Ηλίου, μας αναφέρει ο Θείος Πλάτων στο έργο του «Πολιτεία» ……………Λοιπόν λέγε πως αυτόν(τον ήλιο δηλαδή) εννοώ μιλώντας για ό,τι γεννά το «αγαθόν», που αυτό το γέννησε σε αναλογία με τον εαυτό του, ώστε, όπως στο νοητό τόπο αυτό σχετίζεται με το νου και με τα αντικείμενα της νόησης, έτσι σχετίζεται ο ήλιος με την όραση και με όσα βλέπουμε. ………… Τοῦτον τοίνυν, ἦν δ᾽ ἐγώ, φάναι με λέγειν τὸν τοῦ ἀγαθοῦ ἔκγονον, ὃν τἀγαθὸν ἐγέννησεν ἀνάλογον ἑαυτῷ, ὅτι περ αὐτὸ ἐν τῷ νοητῷ τόπῳ πρός τε νοῦν καὶ τὰ νοούμενα, τοῦτο τοῦτον ἐν τῷ ὁρατῷ πρός τε ὄψιν καὶ τὰ ὁρώμενα. (Βλ Πλάτων “Πολιτεία” Βιβλίο 6ο 508.b.12 - 508.c.2 )
Και επεξηγώντας ο Σωκράτης τη παραβολή του Σπηλαίου μας αναφέρει …………..Λοιπόν, φίλε Γλαύκωνα, πρέπει ολόκληρη αυτή την εικόνα να τη συνδέσουμε με όσα λέγαμε πρωτύτερα παρομοιάζοντας την περιοχή που μας εμφανίζεται με την όραση με τη διανομή στο δεσμωτήριο και το φως του πυρός που υπάρχει μέσα σ’ αυτό με τη δύναμη του ήλιου˙ κι αν το ανέβασμα προς τα πάνω και τη θέαση των πραγμάτων στον πάνω κόσμο την παραβάλεις με την άνοδο της ψυχής στο νοητό τόπο, δε θα πέσεις έξω από τη δική μου ελπίδα, μια που επιθυμείς να την ακούσεις……………….Ταύτην τοίνυν, ἦν δ᾽ ἐγώ, τὴν εἰκόνα, ὦ φίλε Γλαύκων, προσαπτέον ἅπασαν τοῖς ἔμπροσθεν λεγομένοις, τὴν μὲν δι᾽ ὄψεως φαινομένην ἕδραν τῇ τοῦ δεσμωτηρίου οἰκήσει ἀφομοιοῦντα, τὸ δὲ τοῦ πυρὸς ἐν αὐτῇ φῶς τῇ τοῦ ἡλίου δυνάμει• τὴν δὲ ἄνω ἀνάβασιν καὶ θέαν τῶν ἄνω τὴν εἰς τὸν νοητὸν τόπον τῆς ψυχῆς ἄνοδον τιθεὶς οὐχ ἁμαρτήσῃ τῆς γ᾽ ἐμῆς ἐλπίδος, ἐπειδὴ ταύτης ἐπιθυμεῖς ἀκούειν.(Βλ Πλάτων “Πολιτεία” Βιβλίο 7ο 517.a.8 – 517.b.6)
Το Εν χαρακτηρίζεται από υπερβατικότητα (εξηρημένον κατά Πρόκλο), βρίσκεται δηλαδή πάνω από κάθε βαθμίδα-οντότητα και ουσία, ανεξάρτητο και υπερούσιο, είναι αμέθεκτον( δεν δέχεται τη συμμετοχή κανενός), άληπτον(δεν γίνεται αντιληπτό) άρρητον και άγνωστον. Είναι το Απόλυτο Αγαθό. Λόγω της Απόλυτης Αγαθότητάς του, εμφανίζει μία φυσική ιδιότητα, θα λέγαμε, η οποία είναι γνωστή ως πρόοδο-εκπόρευση ή κάθοδο, τη δημιουργία δηλαδή κατωτέρων υποστάσεων. Η δημιουργία αυτή δεν εντάσσεται μέσα στο χρόνο, ούτε στην αιωνιότητα αλλά είναι προαιώνια. Ο χρόνος κατά την οντολογική φιλοσοφία θα λέγαμε ότι είναι η χωρισμένη σε μέρη εικόνα της αιωνιότητος, κάτι σαν μεριστή αιωνιότητα. Η αιωνιότητα εντάσσεται στη βαθμίδα των νοητών θεών, που θα δούμε και παρακάτω, αμέσως μετά από το Εν και στη κορυφή της βαθμίδος αυτής βρίσκεται το Εν Ον.
Η πρώτη δημιουργία του Ενός είναι ο Νους, ο οποίος είναι ταυτόχρονα νοητό, νόηση και νοερόν. Εντός του εντάσσεται ο κόσμος των Πλατωνικών Ειδών-Ιδεών. Οι Ιδέες αυτές αποτελούν τα όντως(=αληθινά) όντα, τα νοητά πρότυπα-υποδείγματα με βάση τα οποία διαμορφώνονται τα κατώτερα όντα ως εικόνες-αντανακλάσεις-είδωλα και δίνουν στα υλικά σώματα λόγον(=λογική). Ο Θείος Πλάτων στο έργο του «Θεαίτητος» μας αναφέρει ότι αρχή της φιλοσοφίας είναι το θαυμάζειν (Βλ Πλάτων «Θεαίτητος» 155.d.1 – 155.d.4) Αυτό ακριβώς είναι που οδηγεί στη φιλοσοφία και στην απόλυτη κατανόηση των όντων τη συνείδηση του ανθρώπου. Η διαδικασία αυτή θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι είναι η ενέργεια του φιλοσόφου για την αναζήτηση, εύρεση και είσοδο στην αλήθεια της όντως(=αληθινής) υπάρξεως. Η φιλοσοφία οδηγεί τον άνθρωπο στην ανέλιξη. Αυτό συμβαίνει διότι καθώς το Θείο-Θεός-Αγαθό Έν όντας σοφό, ο φιλόσοφος-άνθρωπος βρίσκεται σε μία μέση κατάσταση γνώσης και άγνοιας, δηλαδή μάχεται για τη μετατροπή της δόξης(=υποκειμενική, λανθασμένη αντίληψη) σε επιστήμη(=αληθής γνώση). Η γνώση της άγνοιας οδηγεί στη φιλοσοφία και σε αυτό μας συνηγορεί και ο μεγάλος Σωκράτης με τη γνωστή ρήση του ἐν οἶδᾳ, ὅτι οὐδέν οἶδα. Αποκλειστικό εν δυνάμει και εν ενεργεία ταυτοχρόνως έργο της φιλοσοφίας είναι η διαλεκτική. Η διαδικασία, δηλαδή, της ψυχής να ταξιδέψει(καθότι ταξιδεύω = τα άξια οδεύω) προς τις ΙΔΕΕΣ. Δεν είναι τυχαίο ότι στο «Φίληβο» ανέφερει ο Πλάτων για τη διαλεκτική ότι είναι θεῶν δόσις(δώρο θεών)… ………Είναι κάποιο δώρο των θεών προς τους ανθρώπους, όπως μου φαίνεται, που ρίχτηκε από τους θεούς διά μέσου κάποιου Προμηθέα μαζί με κάποια εκτυφλωτική φλόγα πυρός˙ και οι παλαιοί, που ήταν καλύτεροι από μας και ζούσαν πλησιέστερα στους θεούς, παρέδωσαν τη φήμη αυτή, ότι δηλαδή όλα όσα θεωρούνται κάθε φορά ότι υπάρχουν αποτελούνται από ένα και πολλά και έχουν σύμφυτα μέσα τους το πεπερασμένο και το απεριόριστο. Πρέπει λοιπόν, αφού αυτά είναι έτσι τακτοποιημένα, να υποθέτουμε ότι υπάρχει μία Ιδέα για το καθένα και να την αναζητούμε - γιατί θα βρούμε ότι ενυπάρχει εκεί - και, αν τη βρούμε, να ψάχνουμε για δύο μετά τη μία, αν βέβαια υπάρχουν δύο, διαφορετικά για τρεις ή για άλλον αριθμό, και το ίδιο κάνουμε πάλι με το καθένα από εκείνα, ωσότου δει κανείς όχι μόνο ότι το κατ’ αρχάς ένα είναι ένα, πολλά και άπειρα, αλλά πόσα είναι ˙ και την Ιδέα του απείρου να μην την εφαρμόζουμε στο πλήθος, προτού κατανοήσουμε όλους τους αριθμητικούς προσδιορισμούς που βρίσκονται ανάμεσα στο άπειρο και το ένα ˙ και τότε πια ας αφήσουμε τη μονάδα του καθενός ήσυχη να φύγει στο άπειρο. Οι θεοί λοιπόν, όπως είπα, αυτή την παράδοση μας άφησαν αν εξετάζουμε, να μαθαίνουμε και να διδάσκουμε ο ένας τον άλλο ˙ οι σημερινοί όμως σοφοί θέτουν το ένα ή τα πολλά όπως τύχει και κάνουν πολλά γρηγορότερα ή συντομότερα απ’ όσο πρέπει, αμέσως ύστερα από το ένα θέτουν το άπειρο, τα ενδιάμεσα όμως τους διαφεύγουν - αυτά που κάνουν τη διάκριση ανάμεσα στον διαλεκτικό και εριστικό τρόπο συζήτησης ………….Θεῶν μὲν εἰς ἀνθρώπους δόσις, ὥς γε καταφαίνεται ἐμοί, ποθὲν ἐκ θεῶν ἐρρίφη διά τινος Προμηθέως ἅμα φανοτάτῳ τινὶ πυρί• καὶ οἱ μὲν παλαιοί, κρείττονες ἡμῶν καὶ ἐγγυτέρω θεῶν οἰκοῦντες, ταύτην φήμην παρέδοσαν, ὡς ἐξ ἑνὸς μὲν καὶ πολλῶν ὄντων τῶν ἀεὶ λεγομένων εἶναι, πέρας δὲ καὶ ἀπειρίαν ἐν αὑτοῖς σύμφυτον ἐχόντων. δεῖν οὖν ἡμᾶς τούτων οὕτω διακεκοσμημένων ἀεὶ μίαν ἰδέαν περὶ παντὸς ἑκάστοτε θεμένους ζητεῖν—εὑρήσειν γὰρ ἐνοῦσαν— ἐὰν οὖν μεταλάβωμεν, μετὰ μίαν δύο, εἴ πως εἰσί, σκοπεῖν, εἰ δὲ μή, τρεῖς ἤ τινα ἄλλον ἀριθμόν, καὶ τῶν ἓν ἐκείνων ἕκαστον πάλιν ὡσαύτως, μέχριπερ ἂν τὸ κατ᾽ ἀρχὰς ἓν μὴ ὅτι ἓν καὶ πολλὰ καὶ ἄπειρά ἐστι μόνον ἴδῃ τις, ἀλλὰ καὶ ὁπόσα• τὴν δὲ τοῦ ἀπείρου ἰδέαν πρὸς τὸ πλῆθος μὴ προσ φέρειν πρὶν ἄν τις τὸν ἀριθμὸν αὐτοῦ πάντα κατίδῃ τὸν μεταξὺ τοῦ ἀπείρου τε καὶ τοῦ ἑνός, τότε δ᾽ ἤδη τὸ ἓν ἕκαστον τῶν πάντων εἰς τὸ ἄπειρον μεθέντα χαίρειν ἐᾶν. οἱ μὲν οὖν θεοί, ὅπερ εἶπον, οὕτως ἡμῖν παρέδοσαν σκοπεῖν καὶ μανθάνειν καὶ διδάσκειν ἀλλήλους• οἱ δὲ νῦν τῶν ἀνθρώπων σοφοὶ ἓν μέν, ὅπως ἂν τύχωσι, καὶ πολλὰ θᾶττον καὶ βραδύτερον ποιοῦσι τοῦ δέοντος, μετὰ δὲ τὸ ἓν ἄπειρα εὐθύς, τὰ δὲ μέσα αὐτοὺς ἐκφεύγει—οἷς διακεχώρισται τό τε διαλεκτικῶς πάλιν καὶ τὸ ἐριστικῶς ἡμᾶς ποιεῖσθαι πρὸς ἀλλήλους τοὺς λόγους.(Βλ Πλάτων «Φίληβος» 16.c.5 – 17.a.5)
Κάθε ουσία-ον είναι ζωντανή, κινούμενη και νοούσα. Ο φιλόσοφος διαμέσου της διαλεκτικής αγγίζει τον φωτεινό χώρο των όντως(=αληθινών) όντων, ο οποίος δεν είναι άλλος από το θείο. Τα όντα κατά την σωκρατική αντίληψη έχουν χωριστεί στα μεταβαλλόμενα διαρκώς, τα οποία είναι αντικείμενο της αισθητηριακής αντιλήψεως-γνώμης/δόξας και στα καθολικά αναλλοίωτα/σταθερά , τα οποία γίνονται αντιληπτά μόνο με το νου, δηλαδή διαμέσου της επιστήμης/νοητής αντιλήψεως. Εξάλλου, και η ίδια η πορεία του ανθρώπου είναι διφυής, μία προς τα αισθητά και μία προς τα νοητά. Η ψυχή-η οποία είναι όπως αναφέραμε παραπάνω το μέσω που οδηγεί τον φιλόσοφο στην δόξα και στην επιστήμη-αντιλαμβάνεται τα μεταβαλλόμενα μέσω των αισθήσεων και τα καθολικά αναλλοίωτα μέσω του νου. Για τα πρώτα δεν δύναται να υπάρξει αληθής γνώση διότι αυτά κινούνται μεταξύ ύπαρξης και μη. Για τα δεύτερα, τα καθολικά δηλαδή, η δυνατότητα για αληθής γνώση είναι απόλυτη.
ΙΔΕΕΣ-ΕΙΔΗ-ΟΝΤΩΣ ΟΝΤΑ είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα στη φιλοσοφία του Σωκράτη. Αυτές οι Ιδέες ενυπάρχουν εκτός του αισθητού κόσμου, και γίνονται αντιληπτές μόνο από την ανθρώπινη διάνοια, η οποία όμως έχει εκπαιδευτεί συμφώνως με τα πρότυπα που περιγράφονται στα έργα «Πολιτεία, Πολιτικός, Φαίδρος, Φαίδων». Σε αυτό το σημείο έρχεται η μνήμη-ανάμνηση. Μία ανάμνηση η οποία αφορά τη ψυχή ,καθότι αυτή είναι το μέσο που καθιστά τον φιλόσοφο ικανό να μετέχει των Ιδεών. Η ψυχή στη αρχαία ελληνική ιδεολατρεία-κοσμοθέαση πριν από το ντύσιμό της (ύφανση) με τον χιτώνα-σώμα έχει πλήρη γνώση των όντως όντων………Επειδή λοιπόν η ψυχή είναι αθάνατη και έχει γεννηθή επανειλημμένως, και έχει ιδεί όλα τα πράγματα και εδώ και εις τον Άδην, δεν υπάρχει τίποτε που να μη το έχη μάθει˙ ώστε δεν πρέπει ν’ απορήσωμεν εάν της είναι δυνατόν να ενθυμηθή και ως προς την αρετήν, και ως προς άλλα πράγματα, αυτά που εγνώριζε και από πριν. Διότι επειδή όλα τα πράγματα συγγενεύουν μεταξύ των, και αφού η ψυχή τα έχει μάθει κάποτε όλα, τίποτε δεν εμποδίζει τον άνθρωπο, μόλις ενθυμηθή το ένα, πράγμα που οι άνθρωποι ονομάζουν μόλις το μάθη, να επανεύρη πάλιν όλα τα άλλα, εάν έχη κανείς θάρρος και δεν κουράζεται με την αναζήτησιν˙ διότι και η αναζήτησις και η εύρεσις είναι όλα μαζί μία ανάμνηση………..Ἅτε οὖν ἡ ψυχὴ ἀθάνατός τε οὖσα καὶ πολλάκις γεγονυῖα, καὶ ἑωρακυῖα καὶ τὰ ἐνθάδε καὶ τὰ ἐν Ἅιδου καὶ πάντα χρήματα, οὐκ ἔστιν ὅτι οὐ μεμάθηκεν• ὥστε οὐδὲν θαυμαστὸν καὶ περὶ ἀρετῆς καὶ περὶ ἄλλων οἷόν τ᾽ εἶναι αὐτὴν ἀναμνη- σθῆναι, ἅ γε καὶ πρότερον ἠπίστατο. ἅτε γὰρ τῆς φύσεως ἁπάσης συγγενοῦς οὔσης, καὶ μεμαθηκυίας τῆς ψυχῆς ἅπαντα, οὐδὲν κωλύει ἓν μόνον ἀναμνησθέντα—ὃ δὴ μάθησιν καλοῦσιν ἄνθρωποι—τἆλλα πάντα αὐτὸν ἀνευρεῖν, ἐάν τις ἀνδρεῖος ᾖ καὶ μὴ ἀποκάμνῃ ζητῶν• τὸ γὰρ ζητεῖν ἄρα καὶ τὸ μανθάνειν ἀνάμνησις ὅλον ἐστίν.(Βλ Πλάτων «Μένων» 81.c.5 – 81.d.5)
Με την ενταφίαση της στο σώμα-σώμα εκ του σήμα=τάφος στο «Κρατύλο» του Πλάτωνος—τα λησμονει, ξεχνάει, δηλαδή, τις ΙΔΕΕΣ. Οι Ιδέες είναι το είναι, η όντως ύπαρξη. Είναι το σταθερό αντικείμενο της επιστήμης, μέσα από τις εναλλαγές των δοξών. Με βάση όλα αυτά διακρίνουμε την αισθητή πραγματικότητα, το γίγνεσθαι-κόσμος γενέσως ως κάτι κατώτερο και την νοητή πραγματικότητα, η οποία είναι και νοερή, το είναι-κόσμος ουσίας, ως κάτι το ανώτερο. ΕΝ->ΙΔΕΕΣ->ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΟΝΤΑ->ΣΚΕΥΑΣΤΑ->ΥΛΗ(ΑΙΣΘΗΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ) είναι η διάκριση των περιοχών των όντων. Η προαναφερομένη κατωτερότητα θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι «μετριάζεται» με τη διαδικασία της μεθέξεως στην ανωτερότητα. Δηλαδή, τα επί μέρους αισθητά λαμβάνουν ύπαρξη από τις Ιδέες, διότι αποτελούν σημασιακό τμήμα της ευρύτερης Ιδέας. Αυτή η διαδικασία της μεθέξεως, εκδηλώνεται μέσω του Έρωτος. Ο Έρως είναι εκείνος που ενώνει τη ψυχή με το ον και τον αισθητό κόσμο με το νοητό. Ως Έρως, εννοούμε τον πόθο για θέαση και πλήρη «κατανόηση» της Ιδέας, την αγωγή προς την Αλήθεια και γι αυτό η φιλοσοφία είναι ο έρωτας προς τις Ιδέες. Ο Έρως, αυτός, προς τη γνώση βρίσκεται εντός της ψυχής. Ο Έρως που συλλαμβάνεται ως κοσμική καταλυτική δύναμη ήτοι ενεργός δύναμη της ενότητας, και ταυτόχρονα θεότητα πρωτότοκος του ΕΝ, είναι ουσιαστικά στοιχείο για την δόμηση της πραγματικότητος, συντονίζει τις μορφές – ψυχές και οδηγεί την πολλαπλότητα σε μία κοσμική ενότητα. Η ψυχή, ως αναφέρθηκε παραπάνω, ενοικεί στον κόσμο των Ιδεών μόνο αφού χωρισθεί από το σώμα και………….. όσοι ασχολούνται ορθά με τη φιλοσοφία δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να πεθάνουν και να παραμείνουν νεκροί………………[…]ὅσοι τυγχάνουσιν ὀρθῶς ἁπτόμενοι φιλοσοφίας[…] οὐδὲν ἄλλο αὐτοὶ ἐπιτηδεύουσιν ἢ ἀποθνῄσκειν τε καὶ τεθνάναι(ΒΛ Πλάτων «Φαίδων» 64.a)
Ὁ Νοητός κόσμος κατέχει ἐντός του τήν ἀπόλυτη σοφία, τήν ἀνώτατη γνώση καί τό μόνο πού ἑδρεύει ὑπεράνω του εἶναι τό Ἄριστο καί Ἀγαθό Ἐν. Ὁ Νοῦς κατοπτρίζεται ἐν αὐτῳ καί κοσμεῖται ἀπό τό γενεσιουργό Ἐν, σάν ἕνας «κάλλιστος λίθος».[…] Ὁ Νοῦς εἶναι «αὐτοεπιστήμη», νόησις νοήσεως καί δίαγει μία ἄκοπη καί κάλλιστη ζωή κατέχοντας στό «εἶναι» τοῦ τήν ὕψιστη σοφία αὐθύπαρκτη. Ἡ γνωστική οὐσία τοῦ εἶναι ἡ ἀληθινή σοφία πού διακρίνει ξεκάθαρα τήν καθολικότητα μέσα ἀπό τήν αἰσθητή ποικιλία. Ἡ δημιουργική του ἐνέργεια εἶναι ἡ ἴδια τοῦ ἡ διανόηση καί ὁ διαμορφωτικός του Λόγος εἶναι ἡ ἀρχέγονη λάμψη πού διαφωτίζει ὅλα τά ὄντα.[…] Ὁ Νοῦς εἶναι ἡ πρωταρχική ζωή καί κάθε ζωή εἶναι νόηση.(Βλ Ι.Σταματέλλος “Πλωτίνου-Περί Αιώνος και Χρόνου” εκδ. Γεωργιάδης σελ 80 – 81) . Η ουσία του Νου συνίσταται στην ενότητα του “Είναι” και του “νοείν”, ενώ Ον είναι το νοηθέν ή το δυνάμενο να νοείται, που προϋποθέτει την ύπαρξη του νοούντος και ενός νοείν. Αλλά το νοηθέν από τον ύψιστο – υπέρτατο νου - Αγαθό, το οποίο είναι η απόλυτη αλήθεια, είναι αδύνατον να υπάρξει έξω από τον Νου αυτόν, καθότι το νοούμενο δεν βρίσκεται έξω του νοούντος. Έτσι η ενέργεια του Νου συνίσταται στο διανοείσθε, όπερ και σημαίνει ότι στον υπέρτατο Νου – Αγαθό το νοείν δεν είναι διάφορο του νοούντος. Είναι ο θείος υπέρτατος Νους – Θεός που είναι ενέργεια. Έτσι το θείο νοείν είναι ενόραση που κατέχει το αντικείμενο της αιώνια. Είναι η ζωή. Ο Νους στρέφεται προς το πρωταρχικό Ένα από το οποίο γεννήθηκε και καθρεπτίζεται σε αυτό. Το πρωταρχικό Ένα είναι η αιτία της υπάρξεως του και της ικανότητας του να νοεί. Ο νους λαμβάνει από αυτό το περιεχόμενο του, αλλά και ότι ενυπάρχει σε αυτό εμφανίζεται στον νου ως πολλότητα η οποία όμως αποτελεί ένα ενιαίο σύστημα. Δηλαδή όπως μας λέγουν οι Νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι η αισθητή πραγματικότητα εστί ιεραρχική απορροή εκ του άφθαρτου και αυθύπαρκτου ΕΝ στο πολλαπλό. Το Νου αυτόν δεν μπορούμε να τον αντιληφθούμε με τον νου που έχουμε εμείς οι άνθρωποι, ο οποίος χαρακτηρίζεται από προτάσεις, σκέπτεται και κατανοεί μία συλλογιστική συγκεκριμένη. Ο Νους, αυτός, είναι τα πάντα και έχει τα πάντα. Και όπως μας γνωστοποιεί ο Πλωτίνος………Ο Νους είναι η πρώτη ενέργεια και η πρώτη Ουσία εκείνου που μένει ακίνητο στον εαυτό του(στο Εν δηλαδή)……….. Καὶ ἔστι πρώτη ἐνέργεια ἐκείνου καὶ πρώτη οὐσία ἐκείνου μένοντος ἐν ἑαυτῷ.(Βλ Πλωτίνος ”Εννεάς 1η ”1.8.2.21 - 1.8.2.22 ) Στο Νου μετέχουν οι Θεοί και ελάχιστοι άνθρωποι όπως μας καθιστά φανερό ο Πλάτων στον «Τίμαιο»(Τίμαιος 51.e.6 – 51.e.7). Ο Νους είναι ο κυβερνήτης της ψυχής όπως μας καθιστά γνωστό ο Πλάτων στο «Φαίδρο»(Βλ “Φαίδρος” 247.c.9 )
Από το Νου προέρχεται-πηγάζει η Κοσμική-Καθολική Ψυχή. Από την Κοσμική Ψυχή αντανακλώνται οι επιμέρους-μεριστές ψυχές που εν-υπάρχουν στα όντα. Για την αντανάκλαση αυτή μας λέγει ο Πλωτίνος……..Η Ψυχή αποτελείται από μία αδιαίρετη ουσία που προέρχεται από ψηλά και από μία ουσία που μοιράζεται στα σώματα(τις μεριστές δηλαδή). Πρέπει να εννοήσουμε το μοιράζεται στα σώματα με τον ακόλουθο τρόπο: ότι διανέμεται σε όλη την έκταση ενός σώματος, ανάλογα με το μέγεθος του όντος, ώστε και για όλο το σύμπαν υπάρχει μία ψυχή. Μπορούμε ακόμη να το εννοήσουμε έτσι: φανταζόμαστε ότι είναι παρούσα στα σώματα επειδή τα φωτίζει˙ δεν παράγει τα ζωντανά όντα, συνθέτοντάς τα από ένα σώμα και από την ίδια˙ μένει ακίνητη και δεν προσφέρει από τον εαυτό παρά μόνο αντανακλάσεις, σαν τις αντανακλάσεις ενός προσώπου σε πολλούς καθρέπτες. Η πρώτη αντανάκλαση είναι η αίσθηση που υπάρχει στο σύνθετο Είναι˙ από την αίσθηση προέρχεται κάθε είδος ψυχής˙ η μία παράγεται από την άλλη και καταλήγουν στη δύναμη γεννήσεως και αυξήσεως και, κατόπιν, στη δύναμη να παράγουν και να επιτελούν κάτι διαφορετικό από τη ψυχή, ενώ η παράγουσα ψυχή είναι στραμμένη προς το παραγόμενο αντικείμενο……………….. ἐκ τῆς ἀμερίστου, φησί, τῆς ἄνωθεν καὶ ἐκ τῆς περὶ τὰ σώματα μεριστῆσ, ἣν δὴ δεῖ νοεῖν οὕτω μεριστὴν περὶ τὰ σώματα, ὅτι δίδωσιν ἑαυτὴν τοῖς σώματος μεγέθεσιν, ὁπόσον ἂν ζῷον ᾖ ἕκαστον, ἐπεὶ καὶ τῷ παντὶ ὅλῳ, οὖσα μία• ἤ, ὅτι φαντάζεται τοῖς σώμασι παρεῖναι ἐλλάμπουσα εἰς αὐτὰ καὶ ζῷα ποιοῦσα οὐκ ἐξ αὐτῆς καὶ σώματος, ἀλλὰ μένουσα μὲν αὐτή, εἴδωλα δὲ αὐτῆς διδοῦσα, ὥσπερ πρό σωπον ἐν πολλοῖς κατόπτροις. Πρῶτον δὲ εἴδωλον αἴσθησις ἡ ἐν τῷ κοινῷ• εἶτα ἀπὸ ταύτης αὖ πᾶν ἄλλο εἶδος λέγε ται ψυχῆς, ἕτερον ἀφ᾽ ἑτέρου ἀεί, καὶ τελευτᾷ μέχρι γεννητικοῦ καὶ αὐξήσεως καὶ ὅλως ποιήσεως ἄλλου καὶ ἀποτελεστικοῦ ἄλλου παρ᾽ αὐτὴν τὴν ποιοῦσαν ἐπεστραμ μένης αὐτῆς τῆς ποιούσης πρὸς τὸ ἀποτελούμενον.(Βλ Πλωτίνος “Εννεάς 1η ” 1.1.8.10 – 1.1.8.23) Η έννοια της ψυχής είναι η δύναμη που κυβερνά τη φύση και ως ορισμός γίνεται ορατή σε εμάς μέσω του «Κρατύλου» του Θείου Πλάτωνος, στο οποίο λέγει…….η δύναμη τούτη που «φύσιν οχεί και έχει»(κινεί και συγκρατεί τη φύση) θα ονομαζόταν «φυσέχη». Επιτρέπεται όμως να λέγεται «ψυχή» για την καλλιέπεια………. Καλῶς ἄρα ἂν τὸ ὄνομα τοῦτο ἔχοι τῇ δυνάμει ταύτῃ ἣ φύσιν ὀχεῖ καὶ ἔχει "φυσέχην" ἐπονομάζειν. ἔξεστι δὲ καὶ "ψυχὴν" κομψευόμενον λέγειν.(Βλ Πλάτων “Κρατύλος” 400.b.1 – 400.b.3) Στο χώρο των μεριστών ψυχών απλά να αναφέρουμε ότι ο Ηρακλειτός ο Εφέσιος διακρίνει δύο είδη ψυχών˙ την αυη(=ξηρή), η οποία είναι σοφότατη και την υγρή, η οποία είναι άλλογη.
Τελευταίο μέρος της τετραλογίας που αναφέραμε στην αρχή είναι αυτό της Ύλης και των αισθητών όντων. Ο κόσμος αυτός, χαρακτηρίζεται από το ΜΗ ΟΝ, η έλλειψη οντότητας και όντως(=αληθινής) ουσίας-υπάρξεως. Είναι τόπος, που συχνά ονομάζεται γένεσις και κυριαρχεί το γίγνεσθαι. Χαρακτηριστηκά του χώρου αυτού είναι η μεταβολή και η κίνηση μέσα στο χρόνο(οπότε επέρχεται και η φθορά. Είναι ο υπο τη σελήνη τόπος στον οποίο έχουμε και την εμφάνιση των τεσσάρων δομικών στοιχείων (πυρ-ύδωρ-αήρ-γη).
Το Ένα, ο Νους – Ένα Όν και η Ψυχή αποτελούν την κορυφαία τριάδα του Σύμπαντα Κόσμου, ενώ ο υλικός κόσμος αποτελεί την κατώτατη υπόσταση. Η πρόοδος του Ενός και η δημιουργία των κατώτερων όντων προχωρά σταδιακά, κατά ξεχωριστές βαθμίδες – υποστάσεις. Κάθε βαθμίδα αποτελεί έναν ξεχωριστό διάκοσμο, ήτοι ανώτεροι κόσμοι, ή Κόσμο, ήτοι ορατό Σύμπαν, ενωμένο στην κορυφή του με τον αμέσως προηγούμενο του κόσμο και στο τέλος του με τον αμέσως επόμενο του. Κάθε βαθμίδα, επίσης, αποτελεί εικόνα της αμέσως προηγούμενης της, με μια μεγαλύτερη όμως ποικιλομορφία και πλήθυνση, ως πιο απομακρυσμένη από το Ένα, ενώ δέχεται από την ανώτερη της την λάμψη και τον φωτισμό και μέσω εκείνης από την ύψιστη αρχή των πάντων, το Ένα, που δίνει παντού το φως της αγαθότητας του. Έτσι όλο το Σύμπαν χαρακτηρίζεται από μια αδιάσπαστη ενότητα και συνέχεια, αφού κάθε βαθμίδα εμπεριέχει τις εικόνες – λάμψεις των προηγούμενων βαθμίδων, μετέχει σε αυτές και εμπεριέχεται αιτιωδώς μέσα σε αυτές. Κάθε βαθμίδα, εξάλλου, προσδιορίζεται ως ουσία από την βαθμίδα του εαυτού της, ενώ εμπεριέχει αιτιωδώς τις κατώτερές της. Κάθε ον δηλαδή ενυπάρχει κατ’ αιτίαν στις προηγούμενες του βαθμίδες, και κατά μέθεξιν στις κατώτερές του βαθμίδες. Η παρουσία κάθε θεϊκής μέσα στις ανώτερες και στις κατώτερες της, με διαφορετική κάθε φορά μορφή, οδηγεί στην στωική έννοια της κοσμικής συμπάθειας (ομοιοπάθειας), με την οποία δηλώνεται ότι κάθε τι που συμβαίνει σε μια βαθμίδα προκαλεί αντίδραση “ανταπόκρισης” και στις άλλες. Οι βαθμίδες – υποστάσεις βρίσκονται σε απολύτως αδιασάλευτη ιεραρχική τάξη. Οι ανώτερες βαθμίδες χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη ενότητα, καθολικότητα και δύναμη σε σχέση με τις χαμηλότερες, ενώ οι χαμηλότερες χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη ποικιλομορφία, επιμερισμό και πλήθυνση, καθώς και ύφεση της δυνάμεως σε σχέση με τις ανώτερες βαθμίδες – υποστάσεις. Κάθε βαθμίδα προοδεύει προς τις κατώτερες υποστάσεις, αλλά ταυτόχρονα επιστρέφει προς την προηγούμενη της μέσα στην οποία εμπεριέχεται και βρίσκεται εδραιωμένη, σταθεροποιημένη και τελειοποιημένη, παίρνοντας από εκείνη την σταθερότητα, την τελειότητα και την ενότητα για να διατηρηθεί. Έτσι ολόκληρο το σύμπαν χαρακτηρίζεται τόσο από την καθοδική όσο και από την ανοδική πρόοδο.
Κλείνοντας παραθέτω ένα σχεδιάγραμμα το οποίο βρίσκεται στην εισαγωγή του Πρώτου Βιβλίου της κατά Πλάτωνα Θεολογίας του Πρόκλου των εκδόσεων Κάκτος.
Α. Οι υπερούσιοι θεοί.
1. Το υπέρτατο Ένα.
2. Οι θεϊκές ενάδες.
Β. Οι υπερβατικοί θεοί. Περιοχή του Νου.
3. Οι νοητοί θεοί. Περιοχή Ενός Όντος και Ουσίας. Αυτοί με τη σειρά τους διακρίνονται τριαδικά ως εξής:
i. Πέρας-άπειρο-νοητό Ον
ii. Πέρας-άπειρο-νοητή ζωή
iii. Πέρας-άπειρο-νοητός νους
Η πρώτη τριάδα χαρακτηρίζει ολόκληρη την περιοχή. Στην πρώτη, τη δεύτερη και την τρίτη τριάδα αντιστοιχεί το Ένα Ον, το όλον και το παν ή παντελές πλήθος των υποθέσεων του Πλατωνικού Παρμενίδου.
4. Οι νοητοί-νοητικοί θεοί. Περιοχή της ζωής. Αυτοί διακρίνονται τριαδικά ως εξής:
i. Ον/ουσία-ζωή-νους, με την ουσία να χαρακτηρίζει ολόκληρη την τριάδα. Πρόκειται για τους συναγωγούς θεούς, τον υπερουράνιο τόπο του Πλατωνικού Φαίδρου.
ii. Ον/ουσία-ζωή-νους, με τη ζωή να χαρακτηρίζει ολόκληρη την τριάδα. Πρόκειται για τους συναγωγούς θεούς, την ουράνια περιφορά του Πλατωνικού Φαίδρου.
iii. Ον/ουσία-ζωή-νους, με τον νου να χαρακτηρίζει ολόκληρη την τριάδα. Πρόκειται για τους τελεσιουργούς θεούς, και την υπουράνια αψίδα του Πλατωνικού Φαίδρου.
Η δεύτερη τριάδα και η ζωή χαρακτηρίζει ολόκληρη την περιοχή. Στις τρεις αυτές τριάδες αντιστοιχούν ο τέλειος αριθμός, το όλον και τα μόρια, και το σχήμα κατά τον Πλατωνικό Παρμενίδη.
5. Οι νοητικοί ή νοεροί θεοί. Περιοχή του Νου. Και αυτοί χωρίζονται τριαδικά ως εξής:
i. Πατρική τριάδα. Καθαρός νους (Κρόνος)-νοητική ζωή (Ρέα)-δημιουργικός νους/δημιουργός (Δίας)
ii. Άχραντη τριάδα (Κουρήτες)
iii. Η διακριτική έβδομη θεότητα.
Στις τριάδες αυτές αντιστοιχούν το εν εαυτώ και εν άλλω, το εστάναι και το κινείσθαι, το ταυτόν και το έτερον του Πλατωνικού Παρμενίδου.
Γ. Οι θεοί του κόσμου.
6. Οι υπερκόσμιοι (ηγετικοί ή εξομοιωτικοί ή με τους αρχαίους όρους, ηγεμονικοί ή αφομοιωματικοί) και χωρίζονται σε τέσσερις τριάδες.
i. Δημιουργική τριάδα (Δίας-Ποσειδώνας-Πλούτωνας)
ii. Ζωογόνος τριάδα ή Κόρη (Άρτεμις-Περσεφώνη-Αθηνά)
iii. Επιστρεπτική τριάδα (Απόλλων)
iv. Άχραντη τριάδα (Κορυβάντες)
Σε αυτή τη βαθμίδα εντοπίζεται το όμοιον και το ανόμοιον των υποθέσεων του Πλατωνικού Παρμενίδου.
7. Οι δώδεκα υπερκόσμιοι-εγκόσμιοι θεοί (ανεξάρτητοι ή απόλυτοι). Χωρίζονται και αυτοί σε τέσσερις τριάδες:
i. Δημιουργική τριάδα (Δίας-Ποσειδώνας-Ήφαιστος)
ii. Φρουρητική τριάδα (Εστία-Αθηνά-Άρης)
iii. Ζωογονική τριάδα (Δήμητρα-Ήρα-Άρτεμις)
iv. Αναγωγός τριάδα (Ερμής-Αφροδίτη-Απόλλων)
Σε αυτή τη βαθμίδα αντιστοιχεί το άπτεσθαι και μη άπτεσθαι του Πλατωνικού Παρμενίδου.
8. Οι εγκόσμιοι θεοί (ουράνιοι και υποσελήνιοι)
Εδώ εντοπίζεται το ίσον και το άνισον του Πλατωνικού Παρμενίδου.
9. Οι καθολικές ψυχές.
Οι οποίες αντιστοιχούν στο σύνολο του χρόνου του Πλατωνικού Παρμενίδου.
10. Τα ανώτερα ή κρείττονα γένη. Αυτά είναι οι άγγελοι, δαίμονες και οι ήρωες.
Η βαθμίδα τους ταυτίζεται με τον συλλογισμό για τα μέρη του χρόνου του Πλατωνικού Παρμενίδου.
Εν, Νους, Ψυχή, Ύλη. Η τετραλογία της Πλατωνικής και Νεοπλατωνικής Φιλοσοφίας. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα ένα-ένα για να έχουμε και μία καθαρή εικόνα.
Εν (το Απόλυτο Ένα), είναι η αρχή και η αιτία των πάντων. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε-αν και θεωρώ κάπως λανθασμένη την ορολογία που θα δώσω- ότι ιδιότητα του Ενός είναι η ενοποίηση εντός του όλων των υπάρξεων με τρόπο μυστικό και άρρητον(απόρρητο). Αυτή η ενότητα-ενοποίηση, χαρακτηρίζεται ως Ενάδα. Εντός της Ενάδος υπάρχουν δυο αντιμαχόμενες αρχές, μια περατή και μία απέραντη ή αλλιώς το Ένα και τα πολλά, η μίξη των οποίων δημιουργεί τα επίπεδα της πραγματικότητος. Το Ένα είναι η τελευταία αρχή του περατού, ενώ η πολλότητα – πολλαπλότητα της καθαρής, άμορφης και χαοτικής ύλης είναι η τελευταία έκφραση του απέραντου. Περί της Ενάδος και των ενάδων μας λέγει ο Πρόκλος τα εξής ………………τρεις αιτίες και ενιαίες μονάδες πέρα από τα σώματα, εννοώ την ψυχή, τον πρωταρχικό Νου και την Ένωση πάνω από το Νου, παράγει από αυτά σαν μονάδες τα αντίστοιχα τους πλήθη(=αριθμούς στο αρχαίο), το ενιαίο δηλαδή, το νοητικό και το ψυχικό(γιατί κάθε μονάδα προηγείται μιας σειράς πλήθους συγγενικού με αυτήν), και συνδέει, όπως ακριβώς τα σώματα με τις ψυχές, έτσι λοιπόν και τις ψυχές με τα νοητικά είδη και αυτά τα τελευταία με τις Ενάδες των όντων, ενώ όλα επιστρέφουν στη μία Ενάδα, η οποία δεν επιδέχεται συμμετοχή…………. τρεῖς ταύτας αἰτίας καὶ μονάδας ἐπέκεινα σωμάτων ἀναφή νασα, ψυχὴν λέγω καὶ νοῦν τὸν πρώτιστον καὶ τὴν ὑπὲρ νοῦν ἕνωσιν, παράγει μὲν ἐκ τούτων ὡς μονάδων τοὺς οἰκείους ἀριθμούς, τὸν μὲν ἑνοειδῆ τὸν δὲ νοερὸν τὸν δὲ ψυχικόν (πᾶσα γὰρ μονὰς ἡγεῖται πλήθους ἑαυτῇ συστοί χου), συνάπτει δὲ ὥσπερ τὰ σώματα ταῖς ψυχαῖς οὕτω δήπου καὶ <τὰς> ψυχὰς μὲν τοῖς νοεροῖς εἴδεσι, ταῦτα δὲ ταῖς ἑνάσι τῶν ὄντων, πάντα δὲ εἰς μίαν ἐπιστρέφει τὴν ἀμέθεκτον ἑνάδα.(Βλ Πρόκλος “Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογία” βιβλίο Α’ 1.14.7 – 1.14.15)
Το Εν στέκεται-βρίσκεται στο κέντρο του κόσμου και διαχέεται όπως ο ήλιος και οι ακτίνες του ………..Αν το εξετάσουμε λογικά, θα δεχτούμε ότι η ενέργεια εκπέμπεται κατά κάποιο τρόπο από το Εν σαν το φως που εκπέμπεται από τον ήλιο και είναι ο Νους και όλη η νοητή φύση, αυτός, στην κορυφή του νοητού κόσμου, βασιλεύει επ’ αυτού και δεν ωθεί το φως που ακτινοβολεί έξω από τον εαυτό του –ή θα δεχτούμε ένα άλλο φως πριν από το φως- αλλά λάμπει αιώνια, παραμένοντας αμετάβλητος πάνω από τον νοητό κόσμο…………Εἰ κατὰ λόγον θησόμεθα, τὴν μὲν ἀπ᾽ αὐτοῦ οἷον ῥυεῖσαν ἐνέργειαν ὡς ἀπὸ ἡλίου φῶς νοῦν θησόμεθα καὶ πᾶσαν τὴν νοητὴν φύσιν, αὐτὸν δὲ ἐπ᾽ ἄκρῳ τῷ νοητῷ ἑστηκότα βασιλεύειν ἐπ᾽ αὐτοῦ οὐκ ἐξώσαντα ἀπ᾽ αὐτοῦ τὸ ἐκφανέν—ἢ ἄλλο φῶς πρὸ φωτὸς ποιήσομεν- ἐπιλάμπειν δὲ ἀεὶ μένοντα ἐπὶ τοῦ νοητοῦ.(Βλ Πλωτίνος “Εννεάς 5η “ 3.12.39 – 3.12.44)
Περί του προαναφερομένου Ηλίου, μας αναφέρει ο Θείος Πλάτων στο έργο του «Πολιτεία» ……………Λοιπόν λέγε πως αυτόν(τον ήλιο δηλαδή) εννοώ μιλώντας για ό,τι γεννά το «αγαθόν», που αυτό το γέννησε σε αναλογία με τον εαυτό του, ώστε, όπως στο νοητό τόπο αυτό σχετίζεται με το νου και με τα αντικείμενα της νόησης, έτσι σχετίζεται ο ήλιος με την όραση και με όσα βλέπουμε. ………… Τοῦτον τοίνυν, ἦν δ᾽ ἐγώ, φάναι με λέγειν τὸν τοῦ ἀγαθοῦ ἔκγονον, ὃν τἀγαθὸν ἐγέννησεν ἀνάλογον ἑαυτῷ, ὅτι περ αὐτὸ ἐν τῷ νοητῷ τόπῳ πρός τε νοῦν καὶ τὰ νοούμενα, τοῦτο τοῦτον ἐν τῷ ὁρατῷ πρός τε ὄψιν καὶ τὰ ὁρώμενα. (Βλ Πλάτων “Πολιτεία” Βιβλίο 6ο 508.b.12 - 508.c.2 )
Και επεξηγώντας ο Σωκράτης τη παραβολή του Σπηλαίου μας αναφέρει …………..Λοιπόν, φίλε Γλαύκωνα, πρέπει ολόκληρη αυτή την εικόνα να τη συνδέσουμε με όσα λέγαμε πρωτύτερα παρομοιάζοντας την περιοχή που μας εμφανίζεται με την όραση με τη διανομή στο δεσμωτήριο και το φως του πυρός που υπάρχει μέσα σ’ αυτό με τη δύναμη του ήλιου˙ κι αν το ανέβασμα προς τα πάνω και τη θέαση των πραγμάτων στον πάνω κόσμο την παραβάλεις με την άνοδο της ψυχής στο νοητό τόπο, δε θα πέσεις έξω από τη δική μου ελπίδα, μια που επιθυμείς να την ακούσεις……………….Ταύτην τοίνυν, ἦν δ᾽ ἐγώ, τὴν εἰκόνα, ὦ φίλε Γλαύκων, προσαπτέον ἅπασαν τοῖς ἔμπροσθεν λεγομένοις, τὴν μὲν δι᾽ ὄψεως φαινομένην ἕδραν τῇ τοῦ δεσμωτηρίου οἰκήσει ἀφομοιοῦντα, τὸ δὲ τοῦ πυρὸς ἐν αὐτῇ φῶς τῇ τοῦ ἡλίου δυνάμει• τὴν δὲ ἄνω ἀνάβασιν καὶ θέαν τῶν ἄνω τὴν εἰς τὸν νοητὸν τόπον τῆς ψυχῆς ἄνοδον τιθεὶς οὐχ ἁμαρτήσῃ τῆς γ᾽ ἐμῆς ἐλπίδος, ἐπειδὴ ταύτης ἐπιθυμεῖς ἀκούειν.(Βλ Πλάτων “Πολιτεία” Βιβλίο 7ο 517.a.8 – 517.b.6)
Το Εν χαρακτηρίζεται από υπερβατικότητα (εξηρημένον κατά Πρόκλο), βρίσκεται δηλαδή πάνω από κάθε βαθμίδα-οντότητα και ουσία, ανεξάρτητο και υπερούσιο, είναι αμέθεκτον( δεν δέχεται τη συμμετοχή κανενός), άληπτον(δεν γίνεται αντιληπτό) άρρητον και άγνωστον. Είναι το Απόλυτο Αγαθό. Λόγω της Απόλυτης Αγαθότητάς του, εμφανίζει μία φυσική ιδιότητα, θα λέγαμε, η οποία είναι γνωστή ως πρόοδο-εκπόρευση ή κάθοδο, τη δημιουργία δηλαδή κατωτέρων υποστάσεων. Η δημιουργία αυτή δεν εντάσσεται μέσα στο χρόνο, ούτε στην αιωνιότητα αλλά είναι προαιώνια. Ο χρόνος κατά την οντολογική φιλοσοφία θα λέγαμε ότι είναι η χωρισμένη σε μέρη εικόνα της αιωνιότητος, κάτι σαν μεριστή αιωνιότητα. Η αιωνιότητα εντάσσεται στη βαθμίδα των νοητών θεών, που θα δούμε και παρακάτω, αμέσως μετά από το Εν και στη κορυφή της βαθμίδος αυτής βρίσκεται το Εν Ον.
Η πρώτη δημιουργία του Ενός είναι ο Νους, ο οποίος είναι ταυτόχρονα νοητό, νόηση και νοερόν. Εντός του εντάσσεται ο κόσμος των Πλατωνικών Ειδών-Ιδεών. Οι Ιδέες αυτές αποτελούν τα όντως(=αληθινά) όντα, τα νοητά πρότυπα-υποδείγματα με βάση τα οποία διαμορφώνονται τα κατώτερα όντα ως εικόνες-αντανακλάσεις-είδωλα και δίνουν στα υλικά σώματα λόγον(=λογική). Ο Θείος Πλάτων στο έργο του «Θεαίτητος» μας αναφέρει ότι αρχή της φιλοσοφίας είναι το θαυμάζειν (Βλ Πλάτων «Θεαίτητος» 155.d.1 – 155.d.4) Αυτό ακριβώς είναι που οδηγεί στη φιλοσοφία και στην απόλυτη κατανόηση των όντων τη συνείδηση του ανθρώπου. Η διαδικασία αυτή θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι είναι η ενέργεια του φιλοσόφου για την αναζήτηση, εύρεση και είσοδο στην αλήθεια της όντως(=αληθινής) υπάρξεως. Η φιλοσοφία οδηγεί τον άνθρωπο στην ανέλιξη. Αυτό συμβαίνει διότι καθώς το Θείο-Θεός-Αγαθό Έν όντας σοφό, ο φιλόσοφος-άνθρωπος βρίσκεται σε μία μέση κατάσταση γνώσης και άγνοιας, δηλαδή μάχεται για τη μετατροπή της δόξης(=υποκειμενική, λανθασμένη αντίληψη) σε επιστήμη(=αληθής γνώση). Η γνώση της άγνοιας οδηγεί στη φιλοσοφία και σε αυτό μας συνηγορεί και ο μεγάλος Σωκράτης με τη γνωστή ρήση του ἐν οἶδᾳ, ὅτι οὐδέν οἶδα. Αποκλειστικό εν δυνάμει και εν ενεργεία ταυτοχρόνως έργο της φιλοσοφίας είναι η διαλεκτική. Η διαδικασία, δηλαδή, της ψυχής να ταξιδέψει(καθότι ταξιδεύω = τα άξια οδεύω) προς τις ΙΔΕΕΣ. Δεν είναι τυχαίο ότι στο «Φίληβο» ανέφερει ο Πλάτων για τη διαλεκτική ότι είναι θεῶν δόσις(δώρο θεών)… ………Είναι κάποιο δώρο των θεών προς τους ανθρώπους, όπως μου φαίνεται, που ρίχτηκε από τους θεούς διά μέσου κάποιου Προμηθέα μαζί με κάποια εκτυφλωτική φλόγα πυρός˙ και οι παλαιοί, που ήταν καλύτεροι από μας και ζούσαν πλησιέστερα στους θεούς, παρέδωσαν τη φήμη αυτή, ότι δηλαδή όλα όσα θεωρούνται κάθε φορά ότι υπάρχουν αποτελούνται από ένα και πολλά και έχουν σύμφυτα μέσα τους το πεπερασμένο και το απεριόριστο. Πρέπει λοιπόν, αφού αυτά είναι έτσι τακτοποιημένα, να υποθέτουμε ότι υπάρχει μία Ιδέα για το καθένα και να την αναζητούμε - γιατί θα βρούμε ότι ενυπάρχει εκεί - και, αν τη βρούμε, να ψάχνουμε για δύο μετά τη μία, αν βέβαια υπάρχουν δύο, διαφορετικά για τρεις ή για άλλον αριθμό, και το ίδιο κάνουμε πάλι με το καθένα από εκείνα, ωσότου δει κανείς όχι μόνο ότι το κατ’ αρχάς ένα είναι ένα, πολλά και άπειρα, αλλά πόσα είναι ˙ και την Ιδέα του απείρου να μην την εφαρμόζουμε στο πλήθος, προτού κατανοήσουμε όλους τους αριθμητικούς προσδιορισμούς που βρίσκονται ανάμεσα στο άπειρο και το ένα ˙ και τότε πια ας αφήσουμε τη μονάδα του καθενός ήσυχη να φύγει στο άπειρο. Οι θεοί λοιπόν, όπως είπα, αυτή την παράδοση μας άφησαν αν εξετάζουμε, να μαθαίνουμε και να διδάσκουμε ο ένας τον άλλο ˙ οι σημερινοί όμως σοφοί θέτουν το ένα ή τα πολλά όπως τύχει και κάνουν πολλά γρηγορότερα ή συντομότερα απ’ όσο πρέπει, αμέσως ύστερα από το ένα θέτουν το άπειρο, τα ενδιάμεσα όμως τους διαφεύγουν - αυτά που κάνουν τη διάκριση ανάμεσα στον διαλεκτικό και εριστικό τρόπο συζήτησης ………….Θεῶν μὲν εἰς ἀνθρώπους δόσις, ὥς γε καταφαίνεται ἐμοί, ποθὲν ἐκ θεῶν ἐρρίφη διά τινος Προμηθέως ἅμα φανοτάτῳ τινὶ πυρί• καὶ οἱ μὲν παλαιοί, κρείττονες ἡμῶν καὶ ἐγγυτέρω θεῶν οἰκοῦντες, ταύτην φήμην παρέδοσαν, ὡς ἐξ ἑνὸς μὲν καὶ πολλῶν ὄντων τῶν ἀεὶ λεγομένων εἶναι, πέρας δὲ καὶ ἀπειρίαν ἐν αὑτοῖς σύμφυτον ἐχόντων. δεῖν οὖν ἡμᾶς τούτων οὕτω διακεκοσμημένων ἀεὶ μίαν ἰδέαν περὶ παντὸς ἑκάστοτε θεμένους ζητεῖν—εὑρήσειν γὰρ ἐνοῦσαν— ἐὰν οὖν μεταλάβωμεν, μετὰ μίαν δύο, εἴ πως εἰσί, σκοπεῖν, εἰ δὲ μή, τρεῖς ἤ τινα ἄλλον ἀριθμόν, καὶ τῶν ἓν ἐκείνων ἕκαστον πάλιν ὡσαύτως, μέχριπερ ἂν τὸ κατ᾽ ἀρχὰς ἓν μὴ ὅτι ἓν καὶ πολλὰ καὶ ἄπειρά ἐστι μόνον ἴδῃ τις, ἀλλὰ καὶ ὁπόσα• τὴν δὲ τοῦ ἀπείρου ἰδέαν πρὸς τὸ πλῆθος μὴ προσ φέρειν πρὶν ἄν τις τὸν ἀριθμὸν αὐτοῦ πάντα κατίδῃ τὸν μεταξὺ τοῦ ἀπείρου τε καὶ τοῦ ἑνός, τότε δ᾽ ἤδη τὸ ἓν ἕκαστον τῶν πάντων εἰς τὸ ἄπειρον μεθέντα χαίρειν ἐᾶν. οἱ μὲν οὖν θεοί, ὅπερ εἶπον, οὕτως ἡμῖν παρέδοσαν σκοπεῖν καὶ μανθάνειν καὶ διδάσκειν ἀλλήλους• οἱ δὲ νῦν τῶν ἀνθρώπων σοφοὶ ἓν μέν, ὅπως ἂν τύχωσι, καὶ πολλὰ θᾶττον καὶ βραδύτερον ποιοῦσι τοῦ δέοντος, μετὰ δὲ τὸ ἓν ἄπειρα εὐθύς, τὰ δὲ μέσα αὐτοὺς ἐκφεύγει—οἷς διακεχώρισται τό τε διαλεκτικῶς πάλιν καὶ τὸ ἐριστικῶς ἡμᾶς ποιεῖσθαι πρὸς ἀλλήλους τοὺς λόγους.(Βλ Πλάτων «Φίληβος» 16.c.5 – 17.a.5)
Κάθε ουσία-ον είναι ζωντανή, κινούμενη και νοούσα. Ο φιλόσοφος διαμέσου της διαλεκτικής αγγίζει τον φωτεινό χώρο των όντως(=αληθινών) όντων, ο οποίος δεν είναι άλλος από το θείο. Τα όντα κατά την σωκρατική αντίληψη έχουν χωριστεί στα μεταβαλλόμενα διαρκώς, τα οποία είναι αντικείμενο της αισθητηριακής αντιλήψεως-γνώμης/δόξας και στα καθολικά αναλλοίωτα/σταθερά , τα οποία γίνονται αντιληπτά μόνο με το νου, δηλαδή διαμέσου της επιστήμης/νοητής αντιλήψεως. Εξάλλου, και η ίδια η πορεία του ανθρώπου είναι διφυής, μία προς τα αισθητά και μία προς τα νοητά. Η ψυχή-η οποία είναι όπως αναφέραμε παραπάνω το μέσω που οδηγεί τον φιλόσοφο στην δόξα και στην επιστήμη-αντιλαμβάνεται τα μεταβαλλόμενα μέσω των αισθήσεων και τα καθολικά αναλλοίωτα μέσω του νου. Για τα πρώτα δεν δύναται να υπάρξει αληθής γνώση διότι αυτά κινούνται μεταξύ ύπαρξης και μη. Για τα δεύτερα, τα καθολικά δηλαδή, η δυνατότητα για αληθής γνώση είναι απόλυτη.
ΙΔΕΕΣ-ΕΙΔΗ-ΟΝΤΩΣ ΟΝΤΑ είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα στη φιλοσοφία του Σωκράτη. Αυτές οι Ιδέες ενυπάρχουν εκτός του αισθητού κόσμου, και γίνονται αντιληπτές μόνο από την ανθρώπινη διάνοια, η οποία όμως έχει εκπαιδευτεί συμφώνως με τα πρότυπα που περιγράφονται στα έργα «Πολιτεία, Πολιτικός, Φαίδρος, Φαίδων». Σε αυτό το σημείο έρχεται η μνήμη-ανάμνηση. Μία ανάμνηση η οποία αφορά τη ψυχή ,καθότι αυτή είναι το μέσο που καθιστά τον φιλόσοφο ικανό να μετέχει των Ιδεών. Η ψυχή στη αρχαία ελληνική ιδεολατρεία-κοσμοθέαση πριν από το ντύσιμό της (ύφανση) με τον χιτώνα-σώμα έχει πλήρη γνώση των όντως όντων………Επειδή λοιπόν η ψυχή είναι αθάνατη και έχει γεννηθή επανειλημμένως, και έχει ιδεί όλα τα πράγματα και εδώ και εις τον Άδην, δεν υπάρχει τίποτε που να μη το έχη μάθει˙ ώστε δεν πρέπει ν’ απορήσωμεν εάν της είναι δυνατόν να ενθυμηθή και ως προς την αρετήν, και ως προς άλλα πράγματα, αυτά που εγνώριζε και από πριν. Διότι επειδή όλα τα πράγματα συγγενεύουν μεταξύ των, και αφού η ψυχή τα έχει μάθει κάποτε όλα, τίποτε δεν εμποδίζει τον άνθρωπο, μόλις ενθυμηθή το ένα, πράγμα που οι άνθρωποι ονομάζουν μόλις το μάθη, να επανεύρη πάλιν όλα τα άλλα, εάν έχη κανείς θάρρος και δεν κουράζεται με την αναζήτησιν˙ διότι και η αναζήτησις και η εύρεσις είναι όλα μαζί μία ανάμνηση………..Ἅτε οὖν ἡ ψυχὴ ἀθάνατός τε οὖσα καὶ πολλάκις γεγονυῖα, καὶ ἑωρακυῖα καὶ τὰ ἐνθάδε καὶ τὰ ἐν Ἅιδου καὶ πάντα χρήματα, οὐκ ἔστιν ὅτι οὐ μεμάθηκεν• ὥστε οὐδὲν θαυμαστὸν καὶ περὶ ἀρετῆς καὶ περὶ ἄλλων οἷόν τ᾽ εἶναι αὐτὴν ἀναμνη- σθῆναι, ἅ γε καὶ πρότερον ἠπίστατο. ἅτε γὰρ τῆς φύσεως ἁπάσης συγγενοῦς οὔσης, καὶ μεμαθηκυίας τῆς ψυχῆς ἅπαντα, οὐδὲν κωλύει ἓν μόνον ἀναμνησθέντα—ὃ δὴ μάθησιν καλοῦσιν ἄνθρωποι—τἆλλα πάντα αὐτὸν ἀνευρεῖν, ἐάν τις ἀνδρεῖος ᾖ καὶ μὴ ἀποκάμνῃ ζητῶν• τὸ γὰρ ζητεῖν ἄρα καὶ τὸ μανθάνειν ἀνάμνησις ὅλον ἐστίν.(Βλ Πλάτων «Μένων» 81.c.5 – 81.d.5)
Με την ενταφίαση της στο σώμα-σώμα εκ του σήμα=τάφος στο «Κρατύλο» του Πλάτωνος—τα λησμονει, ξεχνάει, δηλαδή, τις ΙΔΕΕΣ. Οι Ιδέες είναι το είναι, η όντως ύπαρξη. Είναι το σταθερό αντικείμενο της επιστήμης, μέσα από τις εναλλαγές των δοξών. Με βάση όλα αυτά διακρίνουμε την αισθητή πραγματικότητα, το γίγνεσθαι-κόσμος γενέσως ως κάτι κατώτερο και την νοητή πραγματικότητα, η οποία είναι και νοερή, το είναι-κόσμος ουσίας, ως κάτι το ανώτερο. ΕΝ->ΙΔΕΕΣ->ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΟΝΤΑ->ΣΚΕΥΑΣΤΑ->ΥΛΗ(ΑΙΣΘΗΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ) είναι η διάκριση των περιοχών των όντων. Η προαναφερομένη κατωτερότητα θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι «μετριάζεται» με τη διαδικασία της μεθέξεως στην ανωτερότητα. Δηλαδή, τα επί μέρους αισθητά λαμβάνουν ύπαρξη από τις Ιδέες, διότι αποτελούν σημασιακό τμήμα της ευρύτερης Ιδέας. Αυτή η διαδικασία της μεθέξεως, εκδηλώνεται μέσω του Έρωτος. Ο Έρως είναι εκείνος που ενώνει τη ψυχή με το ον και τον αισθητό κόσμο με το νοητό. Ως Έρως, εννοούμε τον πόθο για θέαση και πλήρη «κατανόηση» της Ιδέας, την αγωγή προς την Αλήθεια και γι αυτό η φιλοσοφία είναι ο έρωτας προς τις Ιδέες. Ο Έρως, αυτός, προς τη γνώση βρίσκεται εντός της ψυχής. Ο Έρως που συλλαμβάνεται ως κοσμική καταλυτική δύναμη ήτοι ενεργός δύναμη της ενότητας, και ταυτόχρονα θεότητα πρωτότοκος του ΕΝ, είναι ουσιαστικά στοιχείο για την δόμηση της πραγματικότητος, συντονίζει τις μορφές – ψυχές και οδηγεί την πολλαπλότητα σε μία κοσμική ενότητα. Η ψυχή, ως αναφέρθηκε παραπάνω, ενοικεί στον κόσμο των Ιδεών μόνο αφού χωρισθεί από το σώμα και………….. όσοι ασχολούνται ορθά με τη φιλοσοφία δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να πεθάνουν και να παραμείνουν νεκροί………………[…]ὅσοι τυγχάνουσιν ὀρθῶς ἁπτόμενοι φιλοσοφίας[…] οὐδὲν ἄλλο αὐτοὶ ἐπιτηδεύουσιν ἢ ἀποθνῄσκειν τε καὶ τεθνάναι(ΒΛ Πλάτων «Φαίδων» 64.a)
Ὁ Νοητός κόσμος κατέχει ἐντός του τήν ἀπόλυτη σοφία, τήν ἀνώτατη γνώση καί τό μόνο πού ἑδρεύει ὑπεράνω του εἶναι τό Ἄριστο καί Ἀγαθό Ἐν. Ὁ Νοῦς κατοπτρίζεται ἐν αὐτῳ καί κοσμεῖται ἀπό τό γενεσιουργό Ἐν, σάν ἕνας «κάλλιστος λίθος».[…] Ὁ Νοῦς εἶναι «αὐτοεπιστήμη», νόησις νοήσεως καί δίαγει μία ἄκοπη καί κάλλιστη ζωή κατέχοντας στό «εἶναι» τοῦ τήν ὕψιστη σοφία αὐθύπαρκτη. Ἡ γνωστική οὐσία τοῦ εἶναι ἡ ἀληθινή σοφία πού διακρίνει ξεκάθαρα τήν καθολικότητα μέσα ἀπό τήν αἰσθητή ποικιλία. Ἡ δημιουργική του ἐνέργεια εἶναι ἡ ἴδια τοῦ ἡ διανόηση καί ὁ διαμορφωτικός του Λόγος εἶναι ἡ ἀρχέγονη λάμψη πού διαφωτίζει ὅλα τά ὄντα.[…] Ὁ Νοῦς εἶναι ἡ πρωταρχική ζωή καί κάθε ζωή εἶναι νόηση.(Βλ Ι.Σταματέλλος “Πλωτίνου-Περί Αιώνος και Χρόνου” εκδ. Γεωργιάδης σελ 80 – 81) . Η ουσία του Νου συνίσταται στην ενότητα του “Είναι” και του “νοείν”, ενώ Ον είναι το νοηθέν ή το δυνάμενο να νοείται, που προϋποθέτει την ύπαρξη του νοούντος και ενός νοείν. Αλλά το νοηθέν από τον ύψιστο – υπέρτατο νου - Αγαθό, το οποίο είναι η απόλυτη αλήθεια, είναι αδύνατον να υπάρξει έξω από τον Νου αυτόν, καθότι το νοούμενο δεν βρίσκεται έξω του νοούντος. Έτσι η ενέργεια του Νου συνίσταται στο διανοείσθε, όπερ και σημαίνει ότι στον υπέρτατο Νου – Αγαθό το νοείν δεν είναι διάφορο του νοούντος. Είναι ο θείος υπέρτατος Νους – Θεός που είναι ενέργεια. Έτσι το θείο νοείν είναι ενόραση που κατέχει το αντικείμενο της αιώνια. Είναι η ζωή. Ο Νους στρέφεται προς το πρωταρχικό Ένα από το οποίο γεννήθηκε και καθρεπτίζεται σε αυτό. Το πρωταρχικό Ένα είναι η αιτία της υπάρξεως του και της ικανότητας του να νοεί. Ο νους λαμβάνει από αυτό το περιεχόμενο του, αλλά και ότι ενυπάρχει σε αυτό εμφανίζεται στον νου ως πολλότητα η οποία όμως αποτελεί ένα ενιαίο σύστημα. Δηλαδή όπως μας λέγουν οι Νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι η αισθητή πραγματικότητα εστί ιεραρχική απορροή εκ του άφθαρτου και αυθύπαρκτου ΕΝ στο πολλαπλό. Το Νου αυτόν δεν μπορούμε να τον αντιληφθούμε με τον νου που έχουμε εμείς οι άνθρωποι, ο οποίος χαρακτηρίζεται από προτάσεις, σκέπτεται και κατανοεί μία συλλογιστική συγκεκριμένη. Ο Νους, αυτός, είναι τα πάντα και έχει τα πάντα. Και όπως μας γνωστοποιεί ο Πλωτίνος………Ο Νους είναι η πρώτη ενέργεια και η πρώτη Ουσία εκείνου που μένει ακίνητο στον εαυτό του(στο Εν δηλαδή)……….. Καὶ ἔστι πρώτη ἐνέργεια ἐκείνου καὶ πρώτη οὐσία ἐκείνου μένοντος ἐν ἑαυτῷ.(Βλ Πλωτίνος ”Εννεάς 1η ”1.8.2.21 - 1.8.2.22 ) Στο Νου μετέχουν οι Θεοί και ελάχιστοι άνθρωποι όπως μας καθιστά φανερό ο Πλάτων στον «Τίμαιο»(Τίμαιος 51.e.6 – 51.e.7). Ο Νους είναι ο κυβερνήτης της ψυχής όπως μας καθιστά γνωστό ο Πλάτων στο «Φαίδρο»(Βλ “Φαίδρος” 247.c.9 )
Από το Νου προέρχεται-πηγάζει η Κοσμική-Καθολική Ψυχή. Από την Κοσμική Ψυχή αντανακλώνται οι επιμέρους-μεριστές ψυχές που εν-υπάρχουν στα όντα. Για την αντανάκλαση αυτή μας λέγει ο Πλωτίνος……..Η Ψυχή αποτελείται από μία αδιαίρετη ουσία που προέρχεται από ψηλά και από μία ουσία που μοιράζεται στα σώματα(τις μεριστές δηλαδή). Πρέπει να εννοήσουμε το μοιράζεται στα σώματα με τον ακόλουθο τρόπο: ότι διανέμεται σε όλη την έκταση ενός σώματος, ανάλογα με το μέγεθος του όντος, ώστε και για όλο το σύμπαν υπάρχει μία ψυχή. Μπορούμε ακόμη να το εννοήσουμε έτσι: φανταζόμαστε ότι είναι παρούσα στα σώματα επειδή τα φωτίζει˙ δεν παράγει τα ζωντανά όντα, συνθέτοντάς τα από ένα σώμα και από την ίδια˙ μένει ακίνητη και δεν προσφέρει από τον εαυτό παρά μόνο αντανακλάσεις, σαν τις αντανακλάσεις ενός προσώπου σε πολλούς καθρέπτες. Η πρώτη αντανάκλαση είναι η αίσθηση που υπάρχει στο σύνθετο Είναι˙ από την αίσθηση προέρχεται κάθε είδος ψυχής˙ η μία παράγεται από την άλλη και καταλήγουν στη δύναμη γεννήσεως και αυξήσεως και, κατόπιν, στη δύναμη να παράγουν και να επιτελούν κάτι διαφορετικό από τη ψυχή, ενώ η παράγουσα ψυχή είναι στραμμένη προς το παραγόμενο αντικείμενο……………….. ἐκ τῆς ἀμερίστου, φησί, τῆς ἄνωθεν καὶ ἐκ τῆς περὶ τὰ σώματα μεριστῆσ, ἣν δὴ δεῖ νοεῖν οὕτω μεριστὴν περὶ τὰ σώματα, ὅτι δίδωσιν ἑαυτὴν τοῖς σώματος μεγέθεσιν, ὁπόσον ἂν ζῷον ᾖ ἕκαστον, ἐπεὶ καὶ τῷ παντὶ ὅλῳ, οὖσα μία• ἤ, ὅτι φαντάζεται τοῖς σώμασι παρεῖναι ἐλλάμπουσα εἰς αὐτὰ καὶ ζῷα ποιοῦσα οὐκ ἐξ αὐτῆς καὶ σώματος, ἀλλὰ μένουσα μὲν αὐτή, εἴδωλα δὲ αὐτῆς διδοῦσα, ὥσπερ πρό σωπον ἐν πολλοῖς κατόπτροις. Πρῶτον δὲ εἴδωλον αἴσθησις ἡ ἐν τῷ κοινῷ• εἶτα ἀπὸ ταύτης αὖ πᾶν ἄλλο εἶδος λέγε ται ψυχῆς, ἕτερον ἀφ᾽ ἑτέρου ἀεί, καὶ τελευτᾷ μέχρι γεννητικοῦ καὶ αὐξήσεως καὶ ὅλως ποιήσεως ἄλλου καὶ ἀποτελεστικοῦ ἄλλου παρ᾽ αὐτὴν τὴν ποιοῦσαν ἐπεστραμ μένης αὐτῆς τῆς ποιούσης πρὸς τὸ ἀποτελούμενον.(Βλ Πλωτίνος “Εννεάς 1η ” 1.1.8.10 – 1.1.8.23) Η έννοια της ψυχής είναι η δύναμη που κυβερνά τη φύση και ως ορισμός γίνεται ορατή σε εμάς μέσω του «Κρατύλου» του Θείου Πλάτωνος, στο οποίο λέγει…….η δύναμη τούτη που «φύσιν οχεί και έχει»(κινεί και συγκρατεί τη φύση) θα ονομαζόταν «φυσέχη». Επιτρέπεται όμως να λέγεται «ψυχή» για την καλλιέπεια………. Καλῶς ἄρα ἂν τὸ ὄνομα τοῦτο ἔχοι τῇ δυνάμει ταύτῃ ἣ φύσιν ὀχεῖ καὶ ἔχει "φυσέχην" ἐπονομάζειν. ἔξεστι δὲ καὶ "ψυχὴν" κομψευόμενον λέγειν.(Βλ Πλάτων “Κρατύλος” 400.b.1 – 400.b.3) Στο χώρο των μεριστών ψυχών απλά να αναφέρουμε ότι ο Ηρακλειτός ο Εφέσιος διακρίνει δύο είδη ψυχών˙ την αυη(=ξηρή), η οποία είναι σοφότατη και την υγρή, η οποία είναι άλλογη.
Τελευταίο μέρος της τετραλογίας που αναφέραμε στην αρχή είναι αυτό της Ύλης και των αισθητών όντων. Ο κόσμος αυτός, χαρακτηρίζεται από το ΜΗ ΟΝ, η έλλειψη οντότητας και όντως(=αληθινής) ουσίας-υπάρξεως. Είναι τόπος, που συχνά ονομάζεται γένεσις και κυριαρχεί το γίγνεσθαι. Χαρακτηριστηκά του χώρου αυτού είναι η μεταβολή και η κίνηση μέσα στο χρόνο(οπότε επέρχεται και η φθορά. Είναι ο υπο τη σελήνη τόπος στον οποίο έχουμε και την εμφάνιση των τεσσάρων δομικών στοιχείων (πυρ-ύδωρ-αήρ-γη).
Το Ένα, ο Νους – Ένα Όν και η Ψυχή αποτελούν την κορυφαία τριάδα του Σύμπαντα Κόσμου, ενώ ο υλικός κόσμος αποτελεί την κατώτατη υπόσταση. Η πρόοδος του Ενός και η δημιουργία των κατώτερων όντων προχωρά σταδιακά, κατά ξεχωριστές βαθμίδες – υποστάσεις. Κάθε βαθμίδα αποτελεί έναν ξεχωριστό διάκοσμο, ήτοι ανώτεροι κόσμοι, ή Κόσμο, ήτοι ορατό Σύμπαν, ενωμένο στην κορυφή του με τον αμέσως προηγούμενο του κόσμο και στο τέλος του με τον αμέσως επόμενο του. Κάθε βαθμίδα, επίσης, αποτελεί εικόνα της αμέσως προηγούμενης της, με μια μεγαλύτερη όμως ποικιλομορφία και πλήθυνση, ως πιο απομακρυσμένη από το Ένα, ενώ δέχεται από την ανώτερη της την λάμψη και τον φωτισμό και μέσω εκείνης από την ύψιστη αρχή των πάντων, το Ένα, που δίνει παντού το φως της αγαθότητας του. Έτσι όλο το Σύμπαν χαρακτηρίζεται από μια αδιάσπαστη ενότητα και συνέχεια, αφού κάθε βαθμίδα εμπεριέχει τις εικόνες – λάμψεις των προηγούμενων βαθμίδων, μετέχει σε αυτές και εμπεριέχεται αιτιωδώς μέσα σε αυτές. Κάθε βαθμίδα, εξάλλου, προσδιορίζεται ως ουσία από την βαθμίδα του εαυτού της, ενώ εμπεριέχει αιτιωδώς τις κατώτερές της. Κάθε ον δηλαδή ενυπάρχει κατ’ αιτίαν στις προηγούμενες του βαθμίδες, και κατά μέθεξιν στις κατώτερές του βαθμίδες. Η παρουσία κάθε θεϊκής μέσα στις ανώτερες και στις κατώτερες της, με διαφορετική κάθε φορά μορφή, οδηγεί στην στωική έννοια της κοσμικής συμπάθειας (ομοιοπάθειας), με την οποία δηλώνεται ότι κάθε τι που συμβαίνει σε μια βαθμίδα προκαλεί αντίδραση “ανταπόκρισης” και στις άλλες. Οι βαθμίδες – υποστάσεις βρίσκονται σε απολύτως αδιασάλευτη ιεραρχική τάξη. Οι ανώτερες βαθμίδες χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη ενότητα, καθολικότητα και δύναμη σε σχέση με τις χαμηλότερες, ενώ οι χαμηλότερες χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη ποικιλομορφία, επιμερισμό και πλήθυνση, καθώς και ύφεση της δυνάμεως σε σχέση με τις ανώτερες βαθμίδες – υποστάσεις. Κάθε βαθμίδα προοδεύει προς τις κατώτερες υποστάσεις, αλλά ταυτόχρονα επιστρέφει προς την προηγούμενη της μέσα στην οποία εμπεριέχεται και βρίσκεται εδραιωμένη, σταθεροποιημένη και τελειοποιημένη, παίρνοντας από εκείνη την σταθερότητα, την τελειότητα και την ενότητα για να διατηρηθεί. Έτσι ολόκληρο το σύμπαν χαρακτηρίζεται τόσο από την καθοδική όσο και από την ανοδική πρόοδο.
Κλείνοντας παραθέτω ένα σχεδιάγραμμα το οποίο βρίσκεται στην εισαγωγή του Πρώτου Βιβλίου της κατά Πλάτωνα Θεολογίας του Πρόκλου των εκδόσεων Κάκτος.
Α. Οι υπερούσιοι θεοί.
1. Το υπέρτατο Ένα.
2. Οι θεϊκές ενάδες.
Β. Οι υπερβατικοί θεοί. Περιοχή του Νου.
3. Οι νοητοί θεοί. Περιοχή Ενός Όντος και Ουσίας. Αυτοί με τη σειρά τους διακρίνονται τριαδικά ως εξής:
i. Πέρας-άπειρο-νοητό Ον
ii. Πέρας-άπειρο-νοητή ζωή
iii. Πέρας-άπειρο-νοητός νους
Η πρώτη τριάδα χαρακτηρίζει ολόκληρη την περιοχή. Στην πρώτη, τη δεύτερη και την τρίτη τριάδα αντιστοιχεί το Ένα Ον, το όλον και το παν ή παντελές πλήθος των υποθέσεων του Πλατωνικού Παρμενίδου.
4. Οι νοητοί-νοητικοί θεοί. Περιοχή της ζωής. Αυτοί διακρίνονται τριαδικά ως εξής:
i. Ον/ουσία-ζωή-νους, με την ουσία να χαρακτηρίζει ολόκληρη την τριάδα. Πρόκειται για τους συναγωγούς θεούς, τον υπερουράνιο τόπο του Πλατωνικού Φαίδρου.
ii. Ον/ουσία-ζωή-νους, με τη ζωή να χαρακτηρίζει ολόκληρη την τριάδα. Πρόκειται για τους συναγωγούς θεούς, την ουράνια περιφορά του Πλατωνικού Φαίδρου.
iii. Ον/ουσία-ζωή-νους, με τον νου να χαρακτηρίζει ολόκληρη την τριάδα. Πρόκειται για τους τελεσιουργούς θεούς, και την υπουράνια αψίδα του Πλατωνικού Φαίδρου.
Η δεύτερη τριάδα και η ζωή χαρακτηρίζει ολόκληρη την περιοχή. Στις τρεις αυτές τριάδες αντιστοιχούν ο τέλειος αριθμός, το όλον και τα μόρια, και το σχήμα κατά τον Πλατωνικό Παρμενίδη.
5. Οι νοητικοί ή νοεροί θεοί. Περιοχή του Νου. Και αυτοί χωρίζονται τριαδικά ως εξής:
i. Πατρική τριάδα. Καθαρός νους (Κρόνος)-νοητική ζωή (Ρέα)-δημιουργικός νους/δημιουργός (Δίας)
ii. Άχραντη τριάδα (Κουρήτες)
iii. Η διακριτική έβδομη θεότητα.
Στις τριάδες αυτές αντιστοιχούν το εν εαυτώ και εν άλλω, το εστάναι και το κινείσθαι, το ταυτόν και το έτερον του Πλατωνικού Παρμενίδου.
Γ. Οι θεοί του κόσμου.
6. Οι υπερκόσμιοι (ηγετικοί ή εξομοιωτικοί ή με τους αρχαίους όρους, ηγεμονικοί ή αφομοιωματικοί) και χωρίζονται σε τέσσερις τριάδες.
i. Δημιουργική τριάδα (Δίας-Ποσειδώνας-Πλούτωνας)
ii. Ζωογόνος τριάδα ή Κόρη (Άρτεμις-Περσεφώνη-Αθηνά)
iii. Επιστρεπτική τριάδα (Απόλλων)
iv. Άχραντη τριάδα (Κορυβάντες)
Σε αυτή τη βαθμίδα εντοπίζεται το όμοιον και το ανόμοιον των υποθέσεων του Πλατωνικού Παρμενίδου.
7. Οι δώδεκα υπερκόσμιοι-εγκόσμιοι θεοί (ανεξάρτητοι ή απόλυτοι). Χωρίζονται και αυτοί σε τέσσερις τριάδες:
i. Δημιουργική τριάδα (Δίας-Ποσειδώνας-Ήφαιστος)
ii. Φρουρητική τριάδα (Εστία-Αθηνά-Άρης)
iii. Ζωογονική τριάδα (Δήμητρα-Ήρα-Άρτεμις)
iv. Αναγωγός τριάδα (Ερμής-Αφροδίτη-Απόλλων)
Σε αυτή τη βαθμίδα αντιστοιχεί το άπτεσθαι και μη άπτεσθαι του Πλατωνικού Παρμενίδου.
8. Οι εγκόσμιοι θεοί (ουράνιοι και υποσελήνιοι)
Εδώ εντοπίζεται το ίσον και το άνισον του Πλατωνικού Παρμενίδου.
9. Οι καθολικές ψυχές.
Οι οποίες αντιστοιχούν στο σύνολο του χρόνου του Πλατωνικού Παρμενίδου.
10. Τα ανώτερα ή κρείττονα γένη. Αυτά είναι οι άγγελοι, δαίμονες και οι ήρωες.
Η βαθμίδα τους ταυτίζεται με τον συλλογισμό για τα μέρη του χρόνου του Πλατωνικού Παρμενίδου.
Πολύ όμορφη και τεκμηριωμένη η εργασία του φίλου Παναγιώτη.Από την πλευρά μου θα ήθελα να συμπληρώσω κάποια πράγματα.
Ολόκληρη η νεοπλατωνική θεολογία στηρίζεται στην πίστη στο Υπέρτατο Έν ή Πατέρα Δημιουργό.Όπως αναφέρθηκε,το Έν για τους νεοπλατωνικούς (αν και δεν είναι απόλυτα δόκιμος ο όρος "νεοπλατωνικοί") είναι άρρητον,άγνωστον,άληπτον προς τα κατώτερα γένη και σαν ιδιότητες έχει το ότι είναι υπερούσιο,υπερβατικό,αμέθεκτον και αγαθόν και ενοποιεί τα πάντα μέσα του σε Ενάδες με τρόπο απόρρητο (βλ.εισαγωγές στα υπομνήματα του Πρόκλου πάνω στους Πλατωνικούς διαλόγους).Αυτό όμως έρχεται σε αντίφαση,διότι αφενός εφόσον το υπέρτατο Έν είναι άγνωστο,άρρητον και άληπτον τότε δεν έχουμε την δυνατότητα να υποστηρίξουμε εμείς ως κατώτερα όντα ότι υπάρχει με σιγουριά και δεν μπορούμε να ισχυριστούμε τίποτα γι'αυτό,αλλά ούτε και μπορούμε να του αποδώσουμε ιδιότητες και να το αναλύσουμε σε Ενάδες αφού δεν μπορούμε να το γνωρίσουμε.Αν πάλι δεν είναι άρρητον,άληπτον και άγνωστον αλλά μόνον υπερβατικό και υπερούσιο,τότε είναι λογικό ότι μπορούμε να το υποθέσουμε μέσω της αναγωγής της διάνοιάς μας στα νοητά και να το προσεγγίσουμε μερικώς με κάποια λογική επαγωγή ή αποφατική λογική των αρχών και αιτίων των όντων σε αυτό.Αν πάλι είναι είναι αμέθεκτο,αυτό σημαίνει ότι τίποτα δεν μπορεί να έρθει σε επαφή μαζί του -ούτε ο ίδιος ο νους ή κάποιο άλλο ανώτερο του νού νοερό ή νοητικό όν- διότι αν γινόταν αυτό,τότε το υπέρτατο Έν θα ήταν μερικώς μεθεκτόν κι όχι αμέθεκτον.Από την άλλη αν το Έν είναι είς δηλαδή μοναδικό,τότε ποιός ο τρόπος που συνδέεται το πάν μαζί του και απορρέει από αυτό αφού είναι αμέθεκτο;Κι αν πάλι το Έν είναι το μόνο απόλυτα αληθινό τότε τα πολλά θα πρέπει να είναι το μή όν,ακόμη και τα νοητά τα οποία φαίνεται να έχουν ως αιτία ύπαρξης και αρχής το Έν.Είναι σαφές ότι δεν είναι δυνατόν να ισχύουν ταυτόχρονα όλα τα παραπάνω μαζί.
Να ξεκαθαρίσουμε επίσης ότι από τον Αριστοτέλη και πρίν -με αφετηρία τον Παρμενίδη-,
ως Έν νοείται το έν όν το οποίο είναι το νοερό και νοητικό μέρος του νού,στο οποίο αντιστοιχεί η υπερβατική αιτιότητα των πάντων ή αλλιώς η τελική επαγωγή των αρχών και των αιτίων κάθε όντος και όλων των όντων μαζί σε κάποιο αρχικό αίτιο,δηλαδή στο τί ήν είναι του ένεκα του νού.Αυτό το τί ήν είναι του Αριστοτέλη,είναι ο ίδιος ο θεός ως αϊδιον και άριστον όν,το οποίο είναι νοητικό όν (δύναμη και αρχή),νόηση (νοητική ενέργεια και αίτιο) και νοητό (νοητική ουσία και αιτιατό).Η διαφορά επομένως είναι ότι οι νεοπλατωνικοί θεωρούν το Έν ξεχωριστό και αποκομμένο από τις ιδιότητές του,ενώ οι περισσότεροι από τους προηγούμενους φιλόσοφους θεωρούσαν το Έν και τις ιδιότητές του συγχωνευμένες σε ένα όν.Αυτό συνεπάγεται όμως ότι το Πλατωνικό Αγαθόν δύναται και να γίνει μερικώς γνωστό και να μετέχεται μερικώς.Απόδειξη,η οντολογία και ψυχογονία του Τίμαιου όπου παρουσιάζει και περιγράφει τον τρόπο δημιουργίας του κόσμου και των ψυχών από τον Πατέρα-Νού
αλλά και παρουσιάζει τον θεό ως αδημιούργητο,χωρίς να αναφέρει κάποιο άλλο έν πριν από αυτόν μέσα από τον οποίο να εκπορεύτηκε.Άλλωστε μας κάνει λόγο για το αεί γιγνόμενο και για εκείνο το οποίο πάντοτε υπάρχει.Αλλά ποιός ο λόγος να θεωρήσουμε ένα άλλο έν πάνω από το έν όν; Διότι το νοητικό έν και οντολογικό αίτιο αποτελεί την κορυφή της ύπαρξης και την υπερβατική αρχή της οντολογικής ιεραρχείας μέσω της οποίας συνδέονται τα όντα με τα αμέσως προηγούμενά τους από την πολλαπλότητα στην ενότητα και ενοποιούνται και ιεραρχούνται μέσω των Ενεάδων βάση το πόσο κοντά βρίσκονται στην περιοχή του νοερού ενός.Αλλά αν υποθέσουμε ότι πάνω και πρίν από το έν όν υπάρχει ένα άλλο υπέρτατο έν,τότε πώς θα μπορέσουμε να το υποστηρίξουμε αυτό λέγοντες ταυτόχρονα ότι το άλλο υπέρτατο έν είναι αμέθεκτο;Και πώς θα είμαστε σίγουροι ότι η Μονάδα είναι εξαρτημένη από το υπέρτατο έν ενώ το έν αυτό καθ'αυτό είναι εξηρημένον;
Και από την άλλη,εφόσον το υπέρτατο έν είναι αμέθεκτο,άγνωστο,άρρητο,άληπτο κτλ
τότε με ποιά γνώση θα μπορούσαμε όχι μόνον να του αποδώσουμε χαρακτηριστικά αλλά και να υποστηρίξουμε με βεβαιότητα ότι αυτό όντως είναι έσχατο ως πρώτο;
Θέλω να πώ ότι εφόσον το υπέρτατο έν δεν επιδέχεται ούτε μετοχή αλλά ούτε και μπορεί να γίνει γνωστό ή ακόμη και να νοηθεί,τότε θα πρέπει να αποδεχτούμε ότι δεν γνωρίζουμε τίποτα γι'αυτό.Και εφόσον δεν γνωρίζουμε τίποτα γι'αυτό τότε είναι επίσης πιθανό -εφόσον δεν γνωρίζουμε καλά καλά το ίδιο- να υπάρχει ένα άλλο πιο υπέρτατο έν πριν από αυτό και έν άλλο πρίν από εκείνο κ.ο.κ. οδηγώντας μας στην ιδέα της άπειρης ενότητας δίχως προσδιορίσιμη αρχή.Αν όμως πρέπει να υπάρχει μια λογική αρχή τότε αυτή η αρχή ή ενδέχεται να βρίσκεται σε πολύ ανώτερο επίπεδο από το έν όν ή θα πρέπει η αρχή αυτή να είναι το καθ'αυτό έν όν ή ακόμη αν υπάρχει το υπέρτατο έν ως λογικά πρώτο και το έν όν ως νοερά αποδεικτέο θα μπορούσαν μεταξύ νοητικού και άρρητου να υπάρχουν κι άλλες νοερές διαβαθμίσεις.Αλλά αν ισχύει κάτι τέτοιο,τότε και το άρρητο ενδέχεται να αποτελεί σημείο αναφοράς άλλων ακόμη πιο υπέρτατων και άρρητων διαβαθμίσεων,αφού εφόσον το έν όν υπόκειται σε αρχή άληπτη,η αρχή αυτή μπορεί να στηρίζεται σε άλλη αρχή ακόμη πιο άληπτη καθ'ημάς οδηγώντας μας πάλι στην ιδέα του απείρου.Άρα θα πρέπει το υπέρτατο έν να είναι μερικώς μεθεκτό -ώστε να συνδέεται χωρίς αντίφαση με τα όντα- και μερικώς γνωστό -ανάλογο της εξέλιξης και εμβάθυνσης της διάνοιας σε αυτό- και το νοητικό/νοερό έν όν να αποτελεί πρωτογενή έκφραση αυτού και ιδιότητα μέσω της οποίας συνδέεται το έν με τα πολλά σε ένα σύστημα νοητικού-νοήσεως-νοητών όπου η αναγκαστικά άριστη και νοερή μοναδικότητα του να ενοποιεί τα όντα σε ενεάδες μέσω αρχών και αιτίων ώστε να υπάρχει σύνδεση σε ενότητα διατηρώντας κοντά του όσα μετέχουν στην ιδιότητα της ενότητας και συνδέονται με αυτό ως προς την καθαρότητά τους αφού αν διέφεραν έστω και λίγο τότε αυτόματα θα διέφεραν από αυτό.
Αυτό το υπέρτατο έν όπως είπαμε θα πρέπει να είναι αρχικώς νοερόν όν και αιτιογενώς νοητό όν.Άρα, νοητικό έν όν,νόηση και νοητό θα πρέπει να αποτελούν τις τρεις βασικές εκφάνσεις του υπέρτατου ενός το οποίο Είναι και εφόσον υπάρχει πέραν των εννοιών του χώρου και του χρόνου τα οποία βρίσκονται κάτω από αυτό ως απόρροιές του,δεν υπάρχει σε αυτό η έννοια της αρχής καθιστώντας το αδημιούργητο και αγέννητο.
Κάτω από το νοερό,στην περιοχή του νού δημιουργείται η ουσία η οποία είναι απόρροια του όντος μέσω της ενεργεία νοητικής ενέργειας η οποία βάση των νοητών προτύπων που βρίσκονται ακόμη πιο κάτω στην περιοχή του νοητού,δημιουργούν την ουσία των όντων η οποία καθώς κατέρχεται ακόμη πιο κάτω δημιουργεί μέσω της κινήσεως το ολόγραμμα του γίγνεσθαι ως όλον που διαιρείται σε μέρη μέσω της χρήσης των οργάνων του χρόνου -που είναι τα άστρα κατά τον Τίμαιο- στα οποία κατέρχεται η καθολική ψυχή που από τα όργανα του χρόνου διαιρείται σε μεριστές ψυχές οι οποίες μεταβαίνουν από το Είναι στο Μη Είναι.
Έτσι,το όν (όλο το σύστημα μαζί) είναι και δυνάμει και εντελεχεία και έν και πολλά.
<<Τα ζητήματα που αφορούν τον νού έχουν απορίες.Φαίνεται να είναι των φαινομένων θειότατο έχει δυσκολία να πούμε σε τί κατάσταση βρίσκεται.Διότι αν νοεί μηδέν σαν να βρίσκεται σε ύπνο τότε ποιά η μεγαλειότητά του;Αν νοεί,η νόησή του θα έχει κυριότητα από κάτι άλλο αφού η ουσία του δεν θα ήταν νόηση αλλά δύναμη,άρα δεν μπορεί να είναι άριστη ουσία,διότι του νοείν το τίμιο σε αυτό υπάρχει.Ακόμη,είτε νούς είτε ουσία είτε νόησις τί νοεί;Εαυτόν ή έτερον;Και τί αν έτερον τί;Ή εαυτόν αεί ή άλλο;Έχει διαφορά να μην νοεί ουδέν ή καλό ή τυχαίο;Είναι φανερό ότι είναι θείο να νοεί χωρίς μεταβολή η οποία να εκτοπίζει την νοητική εποπτεία διότι η μεταβολή θα ήταν προς το χειρότερο.Αν αυτός δεν είναι νούς αλλά δύναμη τότε η νόηση θα είναι της νοήσεως νόηση.
Φαίνεται ότι η επιστήμη,η αίσθηση,η γνώμη και η διάνοια να έχουν ως αντικείμενό τους άλλο και παρέργω.Είναι άλλο το νοείν και άλλο το νοήσθαι κατά πρότερο ποιό;Διότι διαφέρει το είναι της νοήσεως από το είναι του νοούμενου.Ή είναι η επιστήμη το αυτό με το αντικείμενο της;Στην ποιητική χωρίζεται η ύλη από την ουσία και το τί ήν είναι.Στην θεωρητική επιστήμη όμως το νοούμενον και ο νούς είναι τω αυτώ.Στα άυλα νούς και νοούμενον είναι ταυτόσημα καθώς συγχωνεύονται .Το νοούμενο είναι σύνθετο.Μεταβάλει τα μέρη του όλου ή μήπως δεν είναι αδιαίρετο πάν άυλο;Ο νούς μέσα στο όλον αγγίζει το άριστον αλλά στέκει έξω από τον εαυτό το,ανάλογα και η νόηση βρίσκεται έτσι στον αιώνα τον άπαντα>> (Αριστοτέλης,Μετά τα Φυσικά 1074Β 15)
Σχετικά με τις ψυχές,οι περισσότεροι φιλόσοφοι δέχονται ότι είναι αθάνατες.Ο Πλούταρχος όμως αναφέρει ότι κι οι ψυχές πεθαίνουν στην σελήνη όπως ακριβώς τα σώματα στην χθόνα.<<Τούτων όπως αναφέρθει η σελήνη είναι στοιχείο διότι δυαλίονται σε αυτήν όπως ακριβώς στη γή τα σώματα των νεκρών>> (Πλούταρχος,Περί του εμφαινομένου προσώπου τω κύκλω της σελήνης 945)
<<Όσο για τον θάνατο που πεθαίνουμε ο ένας κάνει τον άνθρωπο δύο αντί τριών και ο άλλος αντί για δύο ένα>> (Πλούταρχος,περί του εμφαινομένου προσώπου τω κύκλω της σελήνης 943Β)
Επομένως,μόνον η νοητική ουσία είναι αθάνατη η οποία οδηγείται από την πολλαπλότητα του γίγνεσθαι μέσω της αφαίρεσης μερών προς την ενότητα του νού,όπου και αποκαθίσταται.Ως ουσία εννοούμε την απόρροια του όντος,η οποία εφόσον προέρχεται από κάτι όντως όν επιστρέφει τελικώς σε αυτό στην αρχική του κατάσταση.Η νοητική αυτή ουσία ενώνει μέσω του λόγου το λογιστικό μέρος της ψυχής που αντιστοιχεί στην διάνοια με τον ηγεμονικό νού,ενώ όλα τα υπόλοιπα μέρη της ψυχής πεθαίνουν και αποσυντίθονται.
Αυτό που απομένει επομένως άφθαρτο δεν είναι η ψυχή που όπως μας πληροφορεί ο Σωκράτης στον "Κρατύλο" Καλῶς ἄρα ἂν τὸ ὄνομα τοῦτο ἔχοι τῇ δυνάμει ταύτῃ ἣ φύσιν ὀχεῖ καὶ ἔχει "φυσέχην" ἐπονομάζειν. ἔξεστι δὲ καὶ "ψυχὴν" κομψευόμενον λέγειν.(Βλ Πλάτων “Κρατύλος” 400.b.1 – 400.b.3 αλλά ο νούς ο οποίος μέσω της ψυχής συγκρατεί το σώμα και του παρέχει ζωή αλλά προσφέρει στην ψυχή θρεπτική πνευματική τροφή.Επομένως η ουσία ως απόρροια του όντος μετέχει μέσω της ψυχής στο γίγνεσθαι και μέσα σε αυτό λειτουργεί νοητικά ή αισθητά.Ανάμεσα στα δύο παρεμβάλει η φαντασία η οποία προβάλει εικόνες από το νοητό και το αισθητικό όπως συμβαίνει με τα όνειρα.Η αίσθηση αν και υπόκειται στο χρόνο,στην μεταβολή,στην κίνηση,
το πάθος,τη φθορά κτλ είναι σαφής αν και πλασματική,ενώ η διάνοια δύναται να περάσει μέσα από τη φαντασία και να κατευθυνθεί προς τα νοητά,αν καταφέρει και ξεπεράσει την φαντασία η οποία την δεσμεύει και την συγκρατεί και εφόσον έχει αποδεσμευτεί από την αίσθηση.
Οι Ιδέες,τα Όντως Όντα και τα Νοητά Είδη διαφέρουν μερικώς σε πολύ λεπτές διαχωριστικές γραμμές.Δηλαδή η ιδέα αποτελεί την ιδιότητα κάποιου όντως όντος,
το όντως όν καθ'αυτό ως νοητό όν αποτελεί το πρότυπο το οποίο βάση της ιδέας αποτυπώνεται στην ύλη και το νοητό είδος αποτελεί την ανάδυση του είδους μέσα από την μορφή ενός αισθητού όντος,από το οποίο όσο υποχωρεί το γένος της ύλης τόσο αναδύεται το είδος στο οποίο ανήκει όπου βάση των ιδιοτήτων που έχει κοινά με κάποιο άλλο είδος ή είδη δημιουργεί μια κατηγορία.Το να διακρίνουμε ένα όν και να προσδιορίσουμε το είδος του και την ιδέα του που προβάλει μέσα από αυτό είναι μια διαδικασία που όπως μας πληροφορεί ο Σωκράτης γίνεται μέσω της ορθότητος των ονομάτων,των επαγωγικών συλλογισμών που χρησιμοποιεί η διαλλεκτική και της χρήσης καθολικών ορισμών για κάθε είδος.
Κλείνοτας,έχω κάποιες απορροίες προς τον Παναγιώτη.
Τί είναι ή Άχραντη τριάδα (Κουρήτες) στο Β μέρος του σχεδιαγράμματος στο 5 ii.
Στο Γ' μέρος στο 7 γιατί η Εστία και ο Άρης κατατάσσονται στην Φρουρητική τριάδα κι όχι πχ η Εστία στην Ζωογονική (αφού έχει άμεση σχέση με την ουσία κατά τον Κρατύλο)
και ο Άρης πχ στην Δημιουργική αφού και κατά τον Εμπεδοκλή η φιλότις και το νείκος αποτελούν θεμελιώδεις αρχές κινήσεως αλλά και κατά τον Ηράκλειτο η έριδα αποτελεί αιτία των πάντων μαζί με την χρησμοσύνη εφόσον τα πάντα κατ'έριδα γίνονται και ο πόλεμος πατήρ πάντων εστί πού άλλους τους ανέδειξε σε θεούς και άλλους σε θνητούς;
Ολόκληρη η νεοπλατωνική θεολογία στηρίζεται στην πίστη στο Υπέρτατο Έν ή Πατέρα Δημιουργό.Όπως αναφέρθηκε,το Έν για τους νεοπλατωνικούς (αν και δεν είναι απόλυτα δόκιμος ο όρος "νεοπλατωνικοί") είναι άρρητον,άγνωστον,άληπτον προς τα κατώτερα γένη και σαν ιδιότητες έχει το ότι είναι υπερούσιο,υπερβατικό,αμέθεκτον και αγαθόν και ενοποιεί τα πάντα μέσα του σε Ενάδες με τρόπο απόρρητο (βλ.εισαγωγές στα υπομνήματα του Πρόκλου πάνω στους Πλατωνικούς διαλόγους).Αυτό όμως έρχεται σε αντίφαση,διότι αφενός εφόσον το υπέρτατο Έν είναι άγνωστο,άρρητον και άληπτον τότε δεν έχουμε την δυνατότητα να υποστηρίξουμε εμείς ως κατώτερα όντα ότι υπάρχει με σιγουριά και δεν μπορούμε να ισχυριστούμε τίποτα γι'αυτό,αλλά ούτε και μπορούμε να του αποδώσουμε ιδιότητες και να το αναλύσουμε σε Ενάδες αφού δεν μπορούμε να το γνωρίσουμε.Αν πάλι δεν είναι άρρητον,άληπτον και άγνωστον αλλά μόνον υπερβατικό και υπερούσιο,τότε είναι λογικό ότι μπορούμε να το υποθέσουμε μέσω της αναγωγής της διάνοιάς μας στα νοητά και να το προσεγγίσουμε μερικώς με κάποια λογική επαγωγή ή αποφατική λογική των αρχών και αιτίων των όντων σε αυτό.Αν πάλι είναι είναι αμέθεκτο,αυτό σημαίνει ότι τίποτα δεν μπορεί να έρθει σε επαφή μαζί του -ούτε ο ίδιος ο νους ή κάποιο άλλο ανώτερο του νού νοερό ή νοητικό όν- διότι αν γινόταν αυτό,τότε το υπέρτατο Έν θα ήταν μερικώς μεθεκτόν κι όχι αμέθεκτον.Από την άλλη αν το Έν είναι είς δηλαδή μοναδικό,τότε ποιός ο τρόπος που συνδέεται το πάν μαζί του και απορρέει από αυτό αφού είναι αμέθεκτο;Κι αν πάλι το Έν είναι το μόνο απόλυτα αληθινό τότε τα πολλά θα πρέπει να είναι το μή όν,ακόμη και τα νοητά τα οποία φαίνεται να έχουν ως αιτία ύπαρξης και αρχής το Έν.Είναι σαφές ότι δεν είναι δυνατόν να ισχύουν ταυτόχρονα όλα τα παραπάνω μαζί.
Να ξεκαθαρίσουμε επίσης ότι από τον Αριστοτέλη και πρίν -με αφετηρία τον Παρμενίδη-,
ως Έν νοείται το έν όν το οποίο είναι το νοερό και νοητικό μέρος του νού,στο οποίο αντιστοιχεί η υπερβατική αιτιότητα των πάντων ή αλλιώς η τελική επαγωγή των αρχών και των αιτίων κάθε όντος και όλων των όντων μαζί σε κάποιο αρχικό αίτιο,δηλαδή στο τί ήν είναι του ένεκα του νού.Αυτό το τί ήν είναι του Αριστοτέλη,είναι ο ίδιος ο θεός ως αϊδιον και άριστον όν,το οποίο είναι νοητικό όν (δύναμη και αρχή),νόηση (νοητική ενέργεια και αίτιο) και νοητό (νοητική ουσία και αιτιατό).Η διαφορά επομένως είναι ότι οι νεοπλατωνικοί θεωρούν το Έν ξεχωριστό και αποκομμένο από τις ιδιότητές του,ενώ οι περισσότεροι από τους προηγούμενους φιλόσοφους θεωρούσαν το Έν και τις ιδιότητές του συγχωνευμένες σε ένα όν.Αυτό συνεπάγεται όμως ότι το Πλατωνικό Αγαθόν δύναται και να γίνει μερικώς γνωστό και να μετέχεται μερικώς.Απόδειξη,η οντολογία και ψυχογονία του Τίμαιου όπου παρουσιάζει και περιγράφει τον τρόπο δημιουργίας του κόσμου και των ψυχών από τον Πατέρα-Νού
αλλά και παρουσιάζει τον θεό ως αδημιούργητο,χωρίς να αναφέρει κάποιο άλλο έν πριν από αυτόν μέσα από τον οποίο να εκπορεύτηκε.Άλλωστε μας κάνει λόγο για το αεί γιγνόμενο και για εκείνο το οποίο πάντοτε υπάρχει.Αλλά ποιός ο λόγος να θεωρήσουμε ένα άλλο έν πάνω από το έν όν; Διότι το νοητικό έν και οντολογικό αίτιο αποτελεί την κορυφή της ύπαρξης και την υπερβατική αρχή της οντολογικής ιεραρχείας μέσω της οποίας συνδέονται τα όντα με τα αμέσως προηγούμενά τους από την πολλαπλότητα στην ενότητα και ενοποιούνται και ιεραρχούνται μέσω των Ενεάδων βάση το πόσο κοντά βρίσκονται στην περιοχή του νοερού ενός.Αλλά αν υποθέσουμε ότι πάνω και πρίν από το έν όν υπάρχει ένα άλλο υπέρτατο έν,τότε πώς θα μπορέσουμε να το υποστηρίξουμε αυτό λέγοντες ταυτόχρονα ότι το άλλο υπέρτατο έν είναι αμέθεκτο;Και πώς θα είμαστε σίγουροι ότι η Μονάδα είναι εξαρτημένη από το υπέρτατο έν ενώ το έν αυτό καθ'αυτό είναι εξηρημένον;
Και από την άλλη,εφόσον το υπέρτατο έν είναι αμέθεκτο,άγνωστο,άρρητο,άληπτο κτλ
τότε με ποιά γνώση θα μπορούσαμε όχι μόνον να του αποδώσουμε χαρακτηριστικά αλλά και να υποστηρίξουμε με βεβαιότητα ότι αυτό όντως είναι έσχατο ως πρώτο;
Θέλω να πώ ότι εφόσον το υπέρτατο έν δεν επιδέχεται ούτε μετοχή αλλά ούτε και μπορεί να γίνει γνωστό ή ακόμη και να νοηθεί,τότε θα πρέπει να αποδεχτούμε ότι δεν γνωρίζουμε τίποτα γι'αυτό.Και εφόσον δεν γνωρίζουμε τίποτα γι'αυτό τότε είναι επίσης πιθανό -εφόσον δεν γνωρίζουμε καλά καλά το ίδιο- να υπάρχει ένα άλλο πιο υπέρτατο έν πριν από αυτό και έν άλλο πρίν από εκείνο κ.ο.κ. οδηγώντας μας στην ιδέα της άπειρης ενότητας δίχως προσδιορίσιμη αρχή.Αν όμως πρέπει να υπάρχει μια λογική αρχή τότε αυτή η αρχή ή ενδέχεται να βρίσκεται σε πολύ ανώτερο επίπεδο από το έν όν ή θα πρέπει η αρχή αυτή να είναι το καθ'αυτό έν όν ή ακόμη αν υπάρχει το υπέρτατο έν ως λογικά πρώτο και το έν όν ως νοερά αποδεικτέο θα μπορούσαν μεταξύ νοητικού και άρρητου να υπάρχουν κι άλλες νοερές διαβαθμίσεις.Αλλά αν ισχύει κάτι τέτοιο,τότε και το άρρητο ενδέχεται να αποτελεί σημείο αναφοράς άλλων ακόμη πιο υπέρτατων και άρρητων διαβαθμίσεων,αφού εφόσον το έν όν υπόκειται σε αρχή άληπτη,η αρχή αυτή μπορεί να στηρίζεται σε άλλη αρχή ακόμη πιο άληπτη καθ'ημάς οδηγώντας μας πάλι στην ιδέα του απείρου.Άρα θα πρέπει το υπέρτατο έν να είναι μερικώς μεθεκτό -ώστε να συνδέεται χωρίς αντίφαση με τα όντα- και μερικώς γνωστό -ανάλογο της εξέλιξης και εμβάθυνσης της διάνοιας σε αυτό- και το νοητικό/νοερό έν όν να αποτελεί πρωτογενή έκφραση αυτού και ιδιότητα μέσω της οποίας συνδέεται το έν με τα πολλά σε ένα σύστημα νοητικού-νοήσεως-νοητών όπου η αναγκαστικά άριστη και νοερή μοναδικότητα του να ενοποιεί τα όντα σε ενεάδες μέσω αρχών και αιτίων ώστε να υπάρχει σύνδεση σε ενότητα διατηρώντας κοντά του όσα μετέχουν στην ιδιότητα της ενότητας και συνδέονται με αυτό ως προς την καθαρότητά τους αφού αν διέφεραν έστω και λίγο τότε αυτόματα θα διέφεραν από αυτό.
Αυτό το υπέρτατο έν όπως είπαμε θα πρέπει να είναι αρχικώς νοερόν όν και αιτιογενώς νοητό όν.Άρα, νοητικό έν όν,νόηση και νοητό θα πρέπει να αποτελούν τις τρεις βασικές εκφάνσεις του υπέρτατου ενός το οποίο Είναι και εφόσον υπάρχει πέραν των εννοιών του χώρου και του χρόνου τα οποία βρίσκονται κάτω από αυτό ως απόρροιές του,δεν υπάρχει σε αυτό η έννοια της αρχής καθιστώντας το αδημιούργητο και αγέννητο.
Κάτω από το νοερό,στην περιοχή του νού δημιουργείται η ουσία η οποία είναι απόρροια του όντος μέσω της ενεργεία νοητικής ενέργειας η οποία βάση των νοητών προτύπων που βρίσκονται ακόμη πιο κάτω στην περιοχή του νοητού,δημιουργούν την ουσία των όντων η οποία καθώς κατέρχεται ακόμη πιο κάτω δημιουργεί μέσω της κινήσεως το ολόγραμμα του γίγνεσθαι ως όλον που διαιρείται σε μέρη μέσω της χρήσης των οργάνων του χρόνου -που είναι τα άστρα κατά τον Τίμαιο- στα οποία κατέρχεται η καθολική ψυχή που από τα όργανα του χρόνου διαιρείται σε μεριστές ψυχές οι οποίες μεταβαίνουν από το Είναι στο Μη Είναι.
Έτσι,το όν (όλο το σύστημα μαζί) είναι και δυνάμει και εντελεχεία και έν και πολλά.
<<Τα ζητήματα που αφορούν τον νού έχουν απορίες.Φαίνεται να είναι των φαινομένων θειότατο έχει δυσκολία να πούμε σε τί κατάσταση βρίσκεται.Διότι αν νοεί μηδέν σαν να βρίσκεται σε ύπνο τότε ποιά η μεγαλειότητά του;Αν νοεί,η νόησή του θα έχει κυριότητα από κάτι άλλο αφού η ουσία του δεν θα ήταν νόηση αλλά δύναμη,άρα δεν μπορεί να είναι άριστη ουσία,διότι του νοείν το τίμιο σε αυτό υπάρχει.Ακόμη,είτε νούς είτε ουσία είτε νόησις τί νοεί;Εαυτόν ή έτερον;Και τί αν έτερον τί;Ή εαυτόν αεί ή άλλο;Έχει διαφορά να μην νοεί ουδέν ή καλό ή τυχαίο;Είναι φανερό ότι είναι θείο να νοεί χωρίς μεταβολή η οποία να εκτοπίζει την νοητική εποπτεία διότι η μεταβολή θα ήταν προς το χειρότερο.Αν αυτός δεν είναι νούς αλλά δύναμη τότε η νόηση θα είναι της νοήσεως νόηση.
Φαίνεται ότι η επιστήμη,η αίσθηση,η γνώμη και η διάνοια να έχουν ως αντικείμενό τους άλλο και παρέργω.Είναι άλλο το νοείν και άλλο το νοήσθαι κατά πρότερο ποιό;Διότι διαφέρει το είναι της νοήσεως από το είναι του νοούμενου.Ή είναι η επιστήμη το αυτό με το αντικείμενο της;Στην ποιητική χωρίζεται η ύλη από την ουσία και το τί ήν είναι.Στην θεωρητική επιστήμη όμως το νοούμενον και ο νούς είναι τω αυτώ.Στα άυλα νούς και νοούμενον είναι ταυτόσημα καθώς συγχωνεύονται .Το νοούμενο είναι σύνθετο.Μεταβάλει τα μέρη του όλου ή μήπως δεν είναι αδιαίρετο πάν άυλο;Ο νούς μέσα στο όλον αγγίζει το άριστον αλλά στέκει έξω από τον εαυτό το,ανάλογα και η νόηση βρίσκεται έτσι στον αιώνα τον άπαντα>> (Αριστοτέλης,Μετά τα Φυσικά 1074Β 15)
Σχετικά με τις ψυχές,οι περισσότεροι φιλόσοφοι δέχονται ότι είναι αθάνατες.Ο Πλούταρχος όμως αναφέρει ότι κι οι ψυχές πεθαίνουν στην σελήνη όπως ακριβώς τα σώματα στην χθόνα.<<Τούτων όπως αναφέρθει η σελήνη είναι στοιχείο διότι δυαλίονται σε αυτήν όπως ακριβώς στη γή τα σώματα των νεκρών>> (Πλούταρχος,Περί του εμφαινομένου προσώπου τω κύκλω της σελήνης 945)
<<Όσο για τον θάνατο που πεθαίνουμε ο ένας κάνει τον άνθρωπο δύο αντί τριών και ο άλλος αντί για δύο ένα>> (Πλούταρχος,περί του εμφαινομένου προσώπου τω κύκλω της σελήνης 943Β)
Επομένως,μόνον η νοητική ουσία είναι αθάνατη η οποία οδηγείται από την πολλαπλότητα του γίγνεσθαι μέσω της αφαίρεσης μερών προς την ενότητα του νού,όπου και αποκαθίσταται.Ως ουσία εννοούμε την απόρροια του όντος,η οποία εφόσον προέρχεται από κάτι όντως όν επιστρέφει τελικώς σε αυτό στην αρχική του κατάσταση.Η νοητική αυτή ουσία ενώνει μέσω του λόγου το λογιστικό μέρος της ψυχής που αντιστοιχεί στην διάνοια με τον ηγεμονικό νού,ενώ όλα τα υπόλοιπα μέρη της ψυχής πεθαίνουν και αποσυντίθονται.
Αυτό που απομένει επομένως άφθαρτο δεν είναι η ψυχή που όπως μας πληροφορεί ο Σωκράτης στον "Κρατύλο" Καλῶς ἄρα ἂν τὸ ὄνομα τοῦτο ἔχοι τῇ δυνάμει ταύτῃ ἣ φύσιν ὀχεῖ καὶ ἔχει "φυσέχην" ἐπονομάζειν. ἔξεστι δὲ καὶ "ψυχὴν" κομψευόμενον λέγειν.(Βλ Πλάτων “Κρατύλος” 400.b.1 – 400.b.3 αλλά ο νούς ο οποίος μέσω της ψυχής συγκρατεί το σώμα και του παρέχει ζωή αλλά προσφέρει στην ψυχή θρεπτική πνευματική τροφή.Επομένως η ουσία ως απόρροια του όντος μετέχει μέσω της ψυχής στο γίγνεσθαι και μέσα σε αυτό λειτουργεί νοητικά ή αισθητά.Ανάμεσα στα δύο παρεμβάλει η φαντασία η οποία προβάλει εικόνες από το νοητό και το αισθητικό όπως συμβαίνει με τα όνειρα.Η αίσθηση αν και υπόκειται στο χρόνο,στην μεταβολή,στην κίνηση,
το πάθος,τη φθορά κτλ είναι σαφής αν και πλασματική,ενώ η διάνοια δύναται να περάσει μέσα από τη φαντασία και να κατευθυνθεί προς τα νοητά,αν καταφέρει και ξεπεράσει την φαντασία η οποία την δεσμεύει και την συγκρατεί και εφόσον έχει αποδεσμευτεί από την αίσθηση.
Οι Ιδέες,τα Όντως Όντα και τα Νοητά Είδη διαφέρουν μερικώς σε πολύ λεπτές διαχωριστικές γραμμές.Δηλαδή η ιδέα αποτελεί την ιδιότητα κάποιου όντως όντος,
το όντως όν καθ'αυτό ως νοητό όν αποτελεί το πρότυπο το οποίο βάση της ιδέας αποτυπώνεται στην ύλη και το νοητό είδος αποτελεί την ανάδυση του είδους μέσα από την μορφή ενός αισθητού όντος,από το οποίο όσο υποχωρεί το γένος της ύλης τόσο αναδύεται το είδος στο οποίο ανήκει όπου βάση των ιδιοτήτων που έχει κοινά με κάποιο άλλο είδος ή είδη δημιουργεί μια κατηγορία.Το να διακρίνουμε ένα όν και να προσδιορίσουμε το είδος του και την ιδέα του που προβάλει μέσα από αυτό είναι μια διαδικασία που όπως μας πληροφορεί ο Σωκράτης γίνεται μέσω της ορθότητος των ονομάτων,των επαγωγικών συλλογισμών που χρησιμοποιεί η διαλλεκτική και της χρήσης καθολικών ορισμών για κάθε είδος.
Κλείνοτας,έχω κάποιες απορροίες προς τον Παναγιώτη.
Τί είναι ή Άχραντη τριάδα (Κουρήτες) στο Β μέρος του σχεδιαγράμματος στο 5 ii.
Στο Γ' μέρος στο 7 γιατί η Εστία και ο Άρης κατατάσσονται στην Φρουρητική τριάδα κι όχι πχ η Εστία στην Ζωογονική (αφού έχει άμεση σχέση με την ουσία κατά τον Κρατύλο)
και ο Άρης πχ στην Δημιουργική αφού και κατά τον Εμπεδοκλή η φιλότις και το νείκος αποτελούν θεμελιώδεις αρχές κινήσεως αλλά και κατά τον Ηράκλειτο η έριδα αποτελεί αιτία των πάντων μαζί με την χρησμοσύνη εφόσον τα πάντα κατ'έριδα γίνονται και ο πόλεμος πατήρ πάντων εστί πού άλλους τους ανέδειξε σε θεούς και άλλους σε θνητούς;
Όταν δεν υπάρχει γύρω μας τίποτα αληθινό, πώς να υποψιαστούμε ότι όλα είναι ψεύτικα;
Βρε, βρε, βρε.... Καλώς το παιδί!
Μάριε, με ξαφνιάζεις για δύο λόγους.
1ον: Γνωρίζεις καλά ότι ουσιαστική απάντηση, μέσω κατεβατών ή μη, στο διαδίκτυο δεν γίνεται να υπάρξει. Δηλαδή, ο καθένας μπορεί να ισχυριστεί ότι θέλει αφού ενδεχωμένος να μην έχει μελετήσει τις εκάστοτε πηγές που παραθέτει ο κάθε γραφών του οποιουδήποτε θέματος.
2ον: Με τις "παρατηρήσεις" σου με μπερδεύεις δίοτι δείχνεις ή ότι δεν έχεις διαβάσει Πρόκλο-Πλωτίνο-Αριστοτέλη-Πλάτωνα, πράγμα που γνωρίζω από πρώτο χέρι ότι δεν ισχύει ή ότι προσπαθείς να δημιουργήσεις την Εστία για μία συζήτηση. Θεωρώ ότι το τελευταίο είναι αυτό που θες να πετύχεις.
Λες:
Και είχα γράψει:
Όσο για το θέμα των ερωτήσεων, μπορώ να σε παραπέμψω στο Ε' και ΣΤ' βίβλιο της κατά Πλάτωνος Θεολογίας και στο Υπόμνημα εις τον Κρατύλον Πλάτωνος του Πρόκλου.
Και ερωτώ με τη σειρά μου, θες να παραθέτουμε αποσπάσματα εδώ ή στο θέμα σου Περί Θεών; Να υπάρχει και "κίνηση", δηλαδή.
Μάριε, με ξαφνιάζεις για δύο λόγους.
1ον: Γνωρίζεις καλά ότι ουσιαστική απάντηση, μέσω κατεβατών ή μη, στο διαδίκτυο δεν γίνεται να υπάρξει. Δηλαδή, ο καθένας μπορεί να ισχυριστεί ότι θέλει αφού ενδεχωμένος να μην έχει μελετήσει τις εκάστοτε πηγές που παραθέτει ο κάθε γραφών του οποιουδήποτε θέματος.
2ον: Με τις "παρατηρήσεις" σου με μπερδεύεις δίοτι δείχνεις ή ότι δεν έχεις διαβάσει Πρόκλο-Πλωτίνο-Αριστοτέλη-Πλάτωνα, πράγμα που γνωρίζω από πρώτο χέρι ότι δεν ισχύει ή ότι προσπαθείς να δημιουργήσεις την Εστία για μία συζήτηση. Θεωρώ ότι το τελευταίο είναι αυτό που θες να πετύχεις.
Λες:
.Αυτό όμως έρχεται σε αντίφαση,διότι αφενός εφόσον το υπέρτατο Έν είναι άγνωστο,άρρητον και άληπτον τότε δεν έχουμε την δυνατότητα να υποστηρίξουμε εμείς ως κατώτερα όντα ότι υπάρχει με σιγουριά και δεν μπορούμε να ισχυριστούμε τίποτα γι'αυτό,αλλά ούτε και μπορούμε να του αποδώσουμε ιδιότητες και να το αναλύσουμε σε Ενάδες αφού δεν μπορούμε να το γνωρίσουμε.Αν πάλι δεν είναι άρρητον,άληπτον και άγνωστον αλλά μόνον υπερβατικό και υπερούσιο,τότε είναι λογικό ότι μπορούμε να το υποθέσουμε μέσω της αναγωγής της διάνοιάς μας στα νοητά και να το προσεγγίσουμε μερικώς με κάποια λογική επαγωγή ή αποφατική λογική των αρχών και αιτίων των όντων σε αυτό.Αν πάλι είναι είναι αμέθεκτο,αυτό σημαίνει ότι τίποτα δεν μπορεί να έρθει σε επαφή μαζί του -ούτε ο ίδιος ο νους ή κάποιο άλλο ανώτερο του νού νοερό ή νοητικό όν- διότι αν γινόταν αυτό,τότε το υπέρτατο Έν θα ήταν μερικώς μεθεκτόν κι όχι αμέθεκτον.Από την άλλη αν το Έν είναι είς δηλαδή μοναδικό,τότε ποιός ο τρόπος που συνδέεται το πάν μαζί του και απορρέει από αυτό αφού είναι αμέθεκτο;Κι αν πάλι το Έν είναι το μόνο απόλυτα αληθινό τότε τα πολλά θα πρέπει να είναι το μή όν,ακόμη και τα νοητά τα οποία φαίνεται να έχουν ως αιτία ύπαρξης και αρχής το Έν.Είναι σαφές ότι δεν είναι δυνατόν να ισχύουν ταυτόχρονα όλα τα παραπάνω μαζί.
Και είχα γράψει:
Λόγω της Απόλυτης Αγαθότητάς του, εμφανίζει μία φυσική ιδιότητα, θα λέγαμε, η οποία είναι γνωστή ως πρόοδο-εκπόρευση ή κάθοδο, τη δημιουργία δηλαδή κατωτέρων υποστάσεων. Η δημιουργία αυτή δεν εντάσσεται μέσα στο χρόνο, ούτε στην αιωνιότητα αλλά είναι προαιώνια.
Όσο για το θέμα των ερωτήσεων, μπορώ να σε παραπέμψω στο Ε' και ΣΤ' βίβλιο της κατά Πλάτωνος Θεολογίας και στο Υπόμνημα εις τον Κρατύλον Πλάτωνος του Πρόκλου.
Και ερωτώ με τη σειρά μου, θες να παραθέτουμε αποσπάσματα εδώ ή στο θέμα σου Περί Θεών; Να υπάρχει και "κίνηση", δηλαδή.
Χαίρε Παναγιώτη!
1)Συμφωνώ με το πρώτο που αναφέρεις.Αλλά όσον αφορά την πλευρά μου δεν έχω δυνατότητα να παραθέτω συνεχώς πηγές δεδομένου ότι δεν γράφω από τον προσωπικό μου υπολογιστή.Αυτό αποτελεί και μια πρόκληση για μένα.
2)Θα χαιρόμουν πραγματικά να μπορούσε να δημιουργηθεί μια Εστία φιλοσοφίας στο διαδύκτιο,όσο είναι αυτό δυνατόν.Με τις παρατηρήσεις μου,έχω σαν σκοπό αυτό,όχι μόνον να παραθέτουμε πηγές αυτούσιες,αλλά να προσπαθήσουμε να δομήσουμε ένα φιλοσοφικό σύστημα (ή περισσότερα,όσο περισσότερα τόσο το καλύτερο) εμπνευσμένα από τις αρχαίες πηγές τα οποία να παραπέμπουν σε αυτές-και να τις αποδεικνύουν,αλλά το ζητούμενο για μένα είναι να ζωντανέψει η φιλοσοφία στις μέρες μας και μέσα από τους διαλόγους μας να αποτελέσει κίνητρο αναζήτησης για όλους.Και νομίζω ότι έχει ήδη αρχίσει να δημιουργείται η Εστία αυτή.Αλλά επειδή δεν μου αρέσει να ταυτίζονται απόλυτα οι απόψεις μας και να μένουμε στατικοί προσπαθώ να δημιουργώ αντίλογο,όσο είναι αυτό δυνατόν.
Με το απόσπασμα που αναφέρεις στο προηγούμενο μήνυμα προσπαθώ να δηλώσω σε γενικές γραμμές το εξής -όσο είναι δυνατό αυτό βασιζόμενος πάνω στην ακαδημαϊκή και περιπατική κοσμοθεώρηση αλλά προσπαθώντας να μην ταυτίζομαι απόλυτα και ταυτόχρονα δίχως να μπώ στον κίνδυνο να μην αποδώσω κάποια από αυτές τις θέσεις με ακρίβεια αλλά από την άλλη προσπαθώντας να εκφράσω και την δική μου οπτική μέσα από αυτές:
Υποστήριξα εν ολίγης -για τους λόγους που παραθέτω στο δεύτερο μήνυμά μου και μέσα από την συλλογιστική πορεία που ακολουθεί αυτό- ότι το έν όν είναι το νοερό/νοητικό και ότι πέρα από αυτό δεν υπάρχει κάποιο άλλο έν δεδομένου ότι η επαγωγική ακολουθία θα μπορούσε να είναι άπειρη αφού το έν αυτό θα είχε ιδιότητες άρρητου και αμέθεκτου.
Δηλαδή,με αρχή το δεδομένο της ύπαρξης υπερκόσμιου νου ο οποίος είναι έν και διαχωρίζεται νοητά ως αυτός νοητικός-ενεργητικός και από την άλλη το νοητό ολόγραμμά του βάση του οποίου δημιουργείται ο αισθητός κόσμος-παθητική μορφή με μέσω την νόηση η οποία είναι ποιητική.Επομένως το έν όν αποτελεί την κορυφή στην ιεραρχεία των όντων και ταυτίζεται με τη νοητική αρχή και αίτιο των όντων.Αυτό το αίτιο και αρχή είναι αεί όν και δεν προήλθε από κάπου.Άρα έξω από το έν όν δεν δύναται να υπάρξει άλλο έν λογικά.
Πάντα κατά την γνώμη μου,χωρίς να σημαίνει ότι είναι απόλυτη και σωστή.
Σχετικά με τις παραθέσεις,νομίζω ότι αν είναι γενικού οντολογικού περιεχομένου μπορούμε να τις θέσουμε εδώ,αν είναι ειδικού σχετικά με την ουσία και τις ιδιότητες και ονόματα των θεών θα μπορούσαμε να τις παραθέσουμε στο περί θεών.
1)Συμφωνώ με το πρώτο που αναφέρεις.Αλλά όσον αφορά την πλευρά μου δεν έχω δυνατότητα να παραθέτω συνεχώς πηγές δεδομένου ότι δεν γράφω από τον προσωπικό μου υπολογιστή.Αυτό αποτελεί και μια πρόκληση για μένα.
2)Θα χαιρόμουν πραγματικά να μπορούσε να δημιουργηθεί μια Εστία φιλοσοφίας στο διαδύκτιο,όσο είναι αυτό δυνατόν.Με τις παρατηρήσεις μου,έχω σαν σκοπό αυτό,όχι μόνον να παραθέτουμε πηγές αυτούσιες,αλλά να προσπαθήσουμε να δομήσουμε ένα φιλοσοφικό σύστημα (ή περισσότερα,όσο περισσότερα τόσο το καλύτερο) εμπνευσμένα από τις αρχαίες πηγές τα οποία να παραπέμπουν σε αυτές-και να τις αποδεικνύουν,αλλά το ζητούμενο για μένα είναι να ζωντανέψει η φιλοσοφία στις μέρες μας και μέσα από τους διαλόγους μας να αποτελέσει κίνητρο αναζήτησης για όλους.Και νομίζω ότι έχει ήδη αρχίσει να δημιουργείται η Εστία αυτή.Αλλά επειδή δεν μου αρέσει να ταυτίζονται απόλυτα οι απόψεις μας και να μένουμε στατικοί προσπαθώ να δημιουργώ αντίλογο,όσο είναι αυτό δυνατόν.
Με το απόσπασμα που αναφέρεις στο προηγούμενο μήνυμα προσπαθώ να δηλώσω σε γενικές γραμμές το εξής -όσο είναι δυνατό αυτό βασιζόμενος πάνω στην ακαδημαϊκή και περιπατική κοσμοθεώρηση αλλά προσπαθώντας να μην ταυτίζομαι απόλυτα και ταυτόχρονα δίχως να μπώ στον κίνδυνο να μην αποδώσω κάποια από αυτές τις θέσεις με ακρίβεια αλλά από την άλλη προσπαθώντας να εκφράσω και την δική μου οπτική μέσα από αυτές:
Υποστήριξα εν ολίγης -για τους λόγους που παραθέτω στο δεύτερο μήνυμά μου και μέσα από την συλλογιστική πορεία που ακολουθεί αυτό- ότι το έν όν είναι το νοερό/νοητικό και ότι πέρα από αυτό δεν υπάρχει κάποιο άλλο έν δεδομένου ότι η επαγωγική ακολουθία θα μπορούσε να είναι άπειρη αφού το έν αυτό θα είχε ιδιότητες άρρητου και αμέθεκτου.
Δηλαδή,με αρχή το δεδομένο της ύπαρξης υπερκόσμιου νου ο οποίος είναι έν και διαχωρίζεται νοητά ως αυτός νοητικός-ενεργητικός και από την άλλη το νοητό ολόγραμμά του βάση του οποίου δημιουργείται ο αισθητός κόσμος-παθητική μορφή με μέσω την νόηση η οποία είναι ποιητική.Επομένως το έν όν αποτελεί την κορυφή στην ιεραρχεία των όντων και ταυτίζεται με τη νοητική αρχή και αίτιο των όντων.Αυτό το αίτιο και αρχή είναι αεί όν και δεν προήλθε από κάπου.Άρα έξω από το έν όν δεν δύναται να υπάρξει άλλο έν λογικά.
Πάντα κατά την γνώμη μου,χωρίς να σημαίνει ότι είναι απόλυτη και σωστή.
Σχετικά με τις παραθέσεις,νομίζω ότι αν είναι γενικού οντολογικού περιεχομένου μπορούμε να τις θέσουμε εδώ,αν είναι ειδικού σχετικά με την ουσία και τις ιδιότητες και ονόματα των θεών θα μπορούσαμε να τις παραθέσουμε στο περί θεών.
Όταν δεν υπάρχει γύρω μας τίποτα αληθινό, πώς να υποψιαστούμε ότι όλα είναι ψεύτικα;
Ξέρεις ποιό ειναι το αστείο στην όλη υπόθεση, ε; Ότι όλα αυτά τα έχουμε συζητήσει πολλάκις ιδαιτέρως.
Τώρα στο θέμα μας, λες:
Δεν είναι όμως τόσο απλό το θέμα. Φαντάσου ότι στο οντολογικό συστήμα το Εν Ον και ο Νους υπάρχουν ταυτόχρονα το ένα μέσα στο άλλο. Δύσκολο να το εννοήσει κανείς αφού προσπαθούμε τα εκεί να τα κατεβάσουμε εδώ και όπως λέει και ο Δανέζης "πλάνη αισθήσεων". Απαντήσεις ουσιαστικές και τεκμηριωμένες δίνει ο Πρόκλος στο έργο του "Στοιχείωσις Θεολογική" στο οποίο πρώτο μέρος του πραγματεύεται τα εξής:
ένα-πολλά, αίτιο-αιτιατό, ακίνητο-αυτοκινούμενο-ετεροκινούμενο, αμέθεκτον-μεθεκτόν, υποβάθμιση-συνέχεια, πρόοδος-επιστροφή, αυθυπόστατο-ετεροκαθοριζόμενο, αιωνιότητα-χρόνος, ουσία-εικόνα, όλον-μέρος, ενεργητική δύναμη-παθητική δύναμη ή δυνατότητα, πέρας-άπειρο, ον-ζώο-γνώση.
Και στο δεύτερο: θεοί/ενάδες, νόες και ψυχές.
Παρακάτω παραθέτω 2 πίνακες που βρισκονται στο "Στοιχείωσις Θεολογική" στη σελίδα 154 και 155 από τις εκδόσεις Κάκτος.
Τώρα στο θέμα μας, λες:
Δηλαδή,με αρχή το δεδομένο της ύπαρξης υπερκόσμιου νου ο οποίος είναι έν και διαχωρίζεται νοητά ως αυτός νοητικός-ενεργητικός και από την άλλη το νοητό ολόγραμμά του βάση του οποίου δημιουργείται ο αισθητός κόσμος-παθητική μορφή με μέσω την νόηση η οποία είναι ποιητική.Επομένως το έν όν αποτελεί την κορυφή στην ιεραρχεία των όντων και ταυτίζεται με τη νοητική αρχή και αίτιο των όντων.Αυτό το αίτιο και αρχή είναι αεί όν και δεν προήλθε από κάπου.Άρα έξω από το έν όν δεν δύναται να υπάρξει άλλο έν λογικά.
Δεν είναι όμως τόσο απλό το θέμα. Φαντάσου ότι στο οντολογικό συστήμα το Εν Ον και ο Νους υπάρχουν ταυτόχρονα το ένα μέσα στο άλλο. Δύσκολο να το εννοήσει κανείς αφού προσπαθούμε τα εκεί να τα κατεβάσουμε εδώ και όπως λέει και ο Δανέζης "πλάνη αισθήσεων". Απαντήσεις ουσιαστικές και τεκμηριωμένες δίνει ο Πρόκλος στο έργο του "Στοιχείωσις Θεολογική" στο οποίο πρώτο μέρος του πραγματεύεται τα εξής:
ένα-πολλά, αίτιο-αιτιατό, ακίνητο-αυτοκινούμενο-ετεροκινούμενο, αμέθεκτον-μεθεκτόν, υποβάθμιση-συνέχεια, πρόοδος-επιστροφή, αυθυπόστατο-ετεροκαθοριζόμενο, αιωνιότητα-χρόνος, ουσία-εικόνα, όλον-μέρος, ενεργητική δύναμη-παθητική δύναμη ή δυνατότητα, πέρας-άπειρο, ον-ζώο-γνώση.
Και στο δεύτερο: θεοί/ενάδες, νόες και ψυχές.
Παρακάτω παραθέτω 2 πίνακες που βρισκονται στο "Στοιχείωσις Θεολογική" στη σελίδα 154 και 155 από τις εκδόσεις Κάκτος.
Προς τις αρχικές σου απορίες, θα παραθέσω μερικές από τις προτάσεις που βρίσκονται στο "Στοιχείωσις Θεολογική" χωρίς όμως τις αναλύσεις του γιατί τώρα βαριέμαι να γράφω πολλά...
Μας λέγει λοιπόν ο Πρόκλος:
1) Κάθε πλήθος μετέχει με κάποιο τρόπο στο Ένα..................Πᾶν πλῆθος μετέχει πῃ τοῦ ἑνός.
2) Κάθε που μετέχει στο Ένα είναι και ένα και μη ένα.................Πᾶν τὸ μετέχον τοῦ ἑνὸς καὶ ἕν ἐστι καὶ οὐχ ἕν.
3) Κάθετι που γίνεται ένα, γίνεται ένα μετέχοντας στο Ένα....................Πᾶν τὸ γινόμενον ἓν μεθέξει τοῦ ἑνὸς γίνεται ἕν.
4) Κάθετι ενωμένο είναι διαφορετικό από το καθαυτό Ένα......................Πᾶν τὸ ἡνωμένον ἕτερόν ἐστι τοῦ αὐτοενός
5) Κάθε πλήθος είναι κατώτερο του Ενός......................Πᾶν πλῆθος δεύτερόν ἐστι τοῦ ἑνός.
6) Κάθε πλήθος αποτελείται είτε από ενωμένα είτα από ενάδες.........................Πᾶν πλῆθος ἢ ἐξ ἡνωμένων ἐστὶν ἢ ἐξ ἑνάδων
Αυτά έτσι απλά προς κουβέντα. Ελπίζω να βοήθησα κάπως ή ορθότερα ο Πρόκλος να βοήθησε.
Μας λέγει λοιπόν ο Πρόκλος:
1) Κάθε πλήθος μετέχει με κάποιο τρόπο στο Ένα..................Πᾶν πλῆθος μετέχει πῃ τοῦ ἑνός.
2) Κάθε που μετέχει στο Ένα είναι και ένα και μη ένα.................Πᾶν τὸ μετέχον τοῦ ἑνὸς καὶ ἕν ἐστι καὶ οὐχ ἕν.
3) Κάθετι που γίνεται ένα, γίνεται ένα μετέχοντας στο Ένα....................Πᾶν τὸ γινόμενον ἓν μεθέξει τοῦ ἑνὸς γίνεται ἕν.
4) Κάθετι ενωμένο είναι διαφορετικό από το καθαυτό Ένα......................Πᾶν τὸ ἡνωμένον ἕτερόν ἐστι τοῦ αὐτοενός
5) Κάθε πλήθος είναι κατώτερο του Ενός......................Πᾶν πλῆθος δεύτερόν ἐστι τοῦ ἑνός.
6) Κάθε πλήθος αποτελείται είτε από ενωμένα είτα από ενάδες.........................Πᾶν πλῆθος ἢ ἐξ ἡνωμένων ἐστὶν ἢ ἐξ ἑνάδων
Αυτά έτσι απλά προς κουβέντα. Ελπίζω να βοήθησα κάπως ή ορθότερα ο Πρόκλος να βοήθησε.
Αν, λοιπόν, θεωρήσουμε ότι η φύση διέπεται από σκοπιμότητα, τότε το θεϊκό πνεύμα εμφανίζεται ως λόγος, ο οποίος με τις μορφές του γεννά το περιεχόμενο και συνάμα πραγματώνει σ’ αυτό τη δική του ζωική τάξη ως νοητική εποπτεία ή ως ενορατική διάνοια .
Μπορούμε να αναγνωρίσουμε, δύο ειδών εποπτείες στον άνθρωπο: την αισθητικότητα (η ικανότητα να προσλαμβάνουμε τις παραστάσεις μέσω των αισθήσεων) και τη διάνοια (η ικανότητα να αποκτούμε γνώση ενός αντικειμένου μέσω του νου). Και οι δύο δυνάμεις ή ικανότητες δεν μπορούν ν’ ανταλλάσσουν αμοιβαία το λειτουργικό τους ρόλο. Ο νους δεν έχει την ικανότητα να εποπτεύσει κάτι και οι αισθήσεις δεν έχουν τη δυνατότητα να νοήσουν κάτι. Μόνο από την ένωσή τους μπορεί να εκπηγάσει η γνώση. Μόνο έτσι θα μπορούσαμε να φανταστούμε ένα ανώτατο πνευματικό ον. Μια τέτοια γνωστική ικανότητα θα μπορούσε να ονομαστεί νοητική εποπτεία ή ενορατική διάνοια: Θα ήταν η ενότητα των δυο γνωστικών δυνάμεων, της αισθητικότητας και της διάνοιας, οι οποίες εμφανίζονται χωριστά στον άνθρωπο.
Μπορούμε να αναγνωρίσουμε, δύο ειδών εποπτείες στον άνθρωπο: την αισθητικότητα (η ικανότητα να προσλαμβάνουμε τις παραστάσεις μέσω των αισθήσεων) και τη διάνοια (η ικανότητα να αποκτούμε γνώση ενός αντικειμένου μέσω του νου). Και οι δύο δυνάμεις ή ικανότητες δεν μπορούν ν’ ανταλλάσσουν αμοιβαία το λειτουργικό τους ρόλο. Ο νους δεν έχει την ικανότητα να εποπτεύσει κάτι και οι αισθήσεις δεν έχουν τη δυνατότητα να νοήσουν κάτι. Μόνο από την ένωσή τους μπορεί να εκπηγάσει η γνώση. Μόνο έτσι θα μπορούσαμε να φανταστούμε ένα ανώτατο πνευματικό ον. Μια τέτοια γνωστική ικανότητα θα μπορούσε να ονομαστεί νοητική εποπτεία ή ενορατική διάνοια: Θα ήταν η ενότητα των δυο γνωστικών δυνάμεων, της αισθητικότητας και της διάνοιας, οι οποίες εμφανίζονται χωριστά στον άνθρωπο.
Το ομολογουμένως το λόγω ζην ισοδυναμεί με το ομολογουμένως τη φύσει ζην
Παναγιώτη,είναι σαφές ότι εφόσον συζητάμε για νοητικές έννοιες δεν μπορούμε να τις προσεγγίσουμε με την αισθητική οπτική.Πώς άλλωστε να προσεγγίσουμε αισθητικά το άπειρο και τον νού;
Σύμφωνα με τον Πρόκλο <<Στο βαθμό που τα πάντα είναι έκγονα του ενός και έχουν αναχθεί στο έν αίτιο των πάντων διότι το κάθετί μετέχοντας στο έν έχει θεοποιηθεί ανάλογα με την βαθμίδα του,ακόμη κι αν λέγεις για τα έσχατα των όντων.Αν ο θεός ταυτίζεται με το έν επειδή δεν υπάρχει κάτι ανώτερο από το θεό και το έν,η ενοποίηση και η θεοποίησή τους ταυτίζονται>> Πρόκλος,εις Πλάτωνος Παρμενίδην 641 5-10
Άρα,ο θεός είναι το έν σύν τα έκγονα πολλά σε επίπεδο ενότητας εφόσον <<είναι ανάγκη αν τα όντα είναι πολλά να είναι διαφορετικά μεταξύ τους στο βαθμό που είναι πολλά και ίδια στο βαθμό που είναι όντα>>(Πρόκλος "Είς Πλάτωνος Παρμενίδην" 709 20),αφού <<οι ενάδες προέρχονται από το έν και από τις ενάδες προέρχονται τα πλήθη και τα πρώτα και τα εφεξής και τα απομακρυσμένα του ενός αποκτούν πλήθος σε σχέση με τα προηγούμενα τους και κάθε πλήθος έχει διττή ενάδα,μία συντεταγμένη και μία εξηρημένη (υπερβατική)>>(Πρόκλος,
είς Πλάτωνος Παρμενίδην 707Ε) .Το εξής στην περιπατική φιλοσοφία δηλώνει:
<<Εξής είναι ότι είναι μετά την αρχή του όντος κατά την θέση (συντεταγμένο δλδ) ή κατά το είδος (εξηρημένον δλδ) και δεν χωρίζεται από εκείνο το οποίο είναι εφεξής επακόλουθο (δλδ την ενάδα)>> Αριστοτέλης,Μετά τα Φυσικά 1068 Β32.Επίσης,<<φανερό ότι μεταξύ των όσων είπαμε το εφεξής έρχεται πρώτο διότι το εφεξής δεν έχει επαφή,η επαφή όμως είναι ένα εφεξής.Εάν κάτι είναι συνεχές έχει επαφή όμως δεν φτιάχνει αναγκαστικά συνεχές>> Αριστοτέλης,Μετά τα Φυσικά 1069 10).Εν ολίγοις μια ανώτερη ενάδα αν και έχει μερική επαφή στο συνεχές δεν είναι καθ'αυτή επαφή με το κατώτερο πλήθος αλλά συνδέεται με αυτό καθόσον εκείνο μετέχει σε αυτήν μέσω της ενότητος χωρίς να εφάπτεται κάπου.Το πλήθος συνδέεται με την ενάδα μέσω του συνεχούς της οντογένεσης αλλά δημιουργώντας συνάψεις αλλά οι καθ'αυτές ενάδες δεν υπόκεινται απαραίτητα στο συνεχές της οντογένεσης ως συνάψεις αλλά ως εξής μέρη.Δηλαδή όλα τα όντα προέρχονται εκ του ενός όντος μέσω μια οντολογικής βαθμίδος από την ενότητα προς την πολλαπλότητα και συνδέονται όχι άμεσα εφαπτόμενα αλλά μέσω σχέσεων αιτίου-αιτιατού ως προς την σχέση ενότητας-πολλαπλότητας.Αναγκαστικά καταλήγουμε σε μία πρώτη αρχή ή στο ένεκα του πρώτου κινούντος (κι όχι στο πρώτο κινούν καθ'αυτό).Το να θέταμε όμως μία αρχή στην αρχή δηλαδή ένα έν ον πάνω από το έν όν θα οδηγούσε τον συλλογισμό μας στο άτοπο της εις άπειρον αναγωγής.Εκτός αυτού η διαφορά του ενός όντος από ως νοησιαρχεία εκ του παντός όλου νοούμενο ως αριθμητικό έν δηλώνει εντελώς διαφορετικές καταστάσεις με μοναδικό κοινό την ενότητα και την σχέση αιτίου (ενός όντος) - αιτιατού (ενός όλου),
εφόσον το έν όν δηλώνει την μοναδικότητα της νοησιαρχείας του πρώτου όντος ως καθ'αυτή ενότητα,ενώ το όλον εν δηλώνει την αριθμητική ενότητα του παντός.
Επομένως,εφόσον το πάν -νοητά και αισθητά- είναι έν καθόσον μετέχει στην ενότητα του ενός όντος και εφόσον η πολλαπλότητα τους έγκειται στο φαινόμενο της μερικότητας της συμβεβηκότητος ή περιοδικής μορφογένεσης τους με τελικό προορισμό την φθορά,την διάσπαση και την επιστροφή τους στην ενότητα,εκείνο που υπάρχει πάνω από την ενότητα των όντων είναι η καθ'αυτή ενότητα του ενός όντος ως ταυτουσία του,καθώς αυτό βρίσκεται στην καθαρότερη και μοναδικότερη κατάστασή του.Κατ'αυτό το τρόπο ,το έν όν αποτελεί το πρότυπο της ενότητας των όντων με αποτέλεσμα τα πολλά να μετέχουν στην ιδέα του μέσω των ενδιάμεσων εφεξής συνδέσμων τους,δηλαδή των νοητών και νοητικών ενάδων,οι οποίες δηλώνουν διαφορετικές ιδιότητες του ενός όντος καθώς κατερχόμαστε από την ενότητα στην πολλαπλότητα.Άρα το έν όν ως αίτιο νοησιαρχίας και αρχή ενότητος έχει ως ιδιότητα το να είναι νοερόν και να δρά νοητικά (νόηση) νοώντας τα νοητά που αποτελούν τα αμετάβλητα πρότυπα των μεταβαλλόμενων αισθητών που υπάρχουν σε διαρκή μεταβολή και ροή στο γίγνεσθαι,έτσι ώστε ο νούς να νοεί τον εαυτό του και το έν να είναι και πολλά δίχως αντίφαση ως δυνάμει και εντελεχεία όν.
<<Αρχή είναι η νόησις.Νούς υπό του νοητού κινείται.Νοητή είναι η ετέρα συστοιχεία καθ'αυτή>>.(Αριστοτέλης "Μετά τα Φυσικά" 1072Α 30)
<Απορούν πώς δύναται το έν να είναι και πολλά χωρίς αντίφαση.Διότι το έν υπάρχει και δυνάμει και εντελεχεία>> (Αριστοτέλης "Φυσικά" 186Α)..
Επισημαίνοντας αναφέρουμε ότι <<όσοι θέτουν μαθηματικό ορισμό ως πρώτη αρχή και θέτουν την μία ουσία μετά την άλλη και για κάθε ουσία άλλες αρχές,επιφέρουν στην ουσία του παντός διακοπές σαν να διασπούν μία τραγωδία σε ανεξάρτητα επεισόδια,διότι η ύπαρξη ή η ανυπαρξία της μίας δεν επιδρά κατ'ανάγκην άμεση στην ύπαρξη ή την ανυπαρξία της άλλης και έτσι πολλαπλασιάζουν τις αρχές διασπώντας την ενότητα.Αλλά τα όντα δεν άρχονται κακώς.Δεν είναι αγαθόν η πολυαρχεία.Ας είναι ένας ο αρχηγός>> Αριστοτέλης,Μετά τα Φυσικά 1076Α.
Άρα οι ενάδες δεν άρχουν του πλήθους αλλά αποτελούν εφεξής συνάψεις μέσω των οποίων όλα τα όντα άρχονται εκ του ενός όντος στο βαθμό που διαχέεται ο λόγος του ενός σε αυτά μετέχοντας στην ενότητα μέσω της εκγονής που έχουν από αυτό και μέσω της αδιαίρετης ενότητος τους ως προς την ουσία του παντός.Η ουσία του παντός είναι η νοητική ουσία που μέρος της μεταβάλλεται σε αϊδια και φθαρτή μέσω της πυκνώσεως και της μανώσεως σε μορφές και επανέρχεται στην νοητή ενότητα του όντος μετά την μάνωσή της εφόσον η ουσία δηλώνει απόρροια όντος και αφού μετέχει στην αεί κινούμενη ύλη ζωοποιόντας την και εμψυχώνοντάς την και ανάλογα μετέχει στην νοητή ύπαρξη μέσω των προτύπων της οποίας αποτυπώνει τα είδη πάνω στις μορφές κατ'αναλογία των νοητών ειδών.Μεταξύ νοερού και νοητού υπάρχει η νόηση η οποία δηλώνει νοητική ενέργεια και αρχή κινήσεως αφού κατά τον Πλάτωνα <<νόησις είναι του νέου έσις (έφεσις προς το νέο) και το να είναι συνεχώς νέα τα όντα σημαίνει ότι γιγνόμενα αεί είναι.Αυτός ο ονοματοθέτης έδωσε το όνομα νεόεσις δηλώνοντας ότι αυτό επιθυμεί η ψυχή μας>> Πλάτων,Κρατύλος 411Ε.
Έτσι το εν όν είναι ακίνητον και παραμένει στο "κέντρο" <<αληθινό είναι το ον το οποίο είναι έν αγέννητον,αδιαίρετον,αμετάβλητον,ακίνητον και αιώνιον,ενώ το μή όν είναι το αιώνιο γίγνεσθαι>> (βλ. αποσπάσματα προσωκρατικών εκδ. Κάκτος,Παρμενίδης, ενώ ο κόσμος είναι αεί κινούμενος ως πολλαπλότητα γύρω από αυτό.Μεταξύ του είναι και του γίγνεσθαι βρίσκεται σε κυκλική φορά ροής η νοητική ουσία η οποία δίνει είδος στις μορφές της φθαρτής/αισθητής ουσίας και σε ευθεία κίνηση βρίσκεται η αϊδια ουσία η οποία μετέχει σε αυτές τις μορφές.
<<στη φύση προτιμάται το βέλτιστο και καλύτερο είναι το Είναι από το Μή Είναι.Δεν είναι όμως παντού παρόν το Είναι επειδή τα πολλά απέχουν της αρχής.Ο θεός συμπλήρωσε κατ'αυτό το τρόπο το πάν κάνοντας την γένεση συνεχή διαδικασία.Έτσι το Είναι έχει συνοχή εντελεχεία καθώς η συνεχής γένεση της γενέσεως του γίγνεσθαι είναι η μεγαλύτερη δυνατή προσέγγιση στην ουσία.Η αυτή κυκλική φορά είναι συνεχής.Ο αήρ γίνεται από το ύδωρ και το πύρ από τον αέρα και το ύδωρ από το πύρ ως προς την κυκλική φορά.Η άλλη φορά που μιμείται την κυκλική συνεχή είναι ευθεία>>.(Περί γενέσεως και φθοράς 336 Β25-337Α 5)
Τέλος,θα πρέπει να διακρίνουμε το όν το οποίο μπορεί να είναι ο,τιδήποτε μέσα στον κόσμο υλικό ή άυλο,αισθητό ή ιδεατό και καθώς υπόκειται σε διαρκή γένεση και φθορά δλδ μεταβολή δεν έχει ποτέ απόλυτη ύπαρξη,από το όντως όν το οποίο είναι αμετάβλητο πέρα από τη γένεση και τη φθορά ως ιδέα ενώ οι ιδιότητες του όντως όντος που μετέχουν στο κάθε όν του προσδίδουν μέσα από το γένος του είδος εντάσοντάς το σε κατηγορίες νοητών ειδών.
Όν για παράδειγμα είναι ο ήλιος,ο κόσμος,ο ίππος και ο άνθρωπος.
Ζώον-δλδ όν που φέρει ζωή είναι ο ίππος και ο άνθρωπος εκ των ανωτέρω.
Όντως όν είναι η ιδέα του ήλιου ως όλον και ως επιμέρει νοητά είδη κ.ο.κ.
Ουσία είναι η απόρροια του όντος.
Το μή όν λαμβάνεται με δύο σημασίες.Για μερικούς φιλόσοφους (πχ Παρμενίδης) αποτελεί την κατά την "πλάνη των αισθήσεων" αντίληψη ενός φαινομενικού όντος,ενώ για κάποιους άλλους (πχ Δημόκριτος) αποτελεί την κατ'ουδενί τρόπο ύπαρξη κάποιου φανταστικού όντος.Στην πρώτη περίπτωση μη ον είναι ο άνθρωπος ως σώμα που διαρκώς μεταβάλλεται,ενώ στην δεύτερη περίπτωση είναι κάτι το οποίο δεν δύναται να υπάρξει ούτε μεταβλητά ούτε αμετάβλητα,ούτε αισθητά ούτε νοητά,όπως πχ ένας άνθρωπος με 9 χέρια,18 πόδια,4 κεφάλια,με χρώμα πορτοκαλί και 20 μάτια (ακραίο παράδειγμα) διότι τότε θα ήταν άλλο γένος και είδος κι όχι άνθρωπος.
Αγαπητή Στεριανή,αυτό που αναφέρεις νομίζω ότι έχει σχέση με την σύλληψη της ουσίας των αισθητών μέσω των αισθήσεων και των νοητών μέσω της διάνοιας και σχετίζεται με τις λειτουργίες των δύο ημισφαιρίων του εγκεφάλου αν κατάλαβα καλά.Αν δεν κάνω λάθος το δεξί ημισφαίριο σχετίζεται με τον Διόνυσο,την ζωή,τον έρωτα,την φύση,την ορμή,τις αισθήσεις κτλ ενώ το αριστερό ημισφαίριο σχετίζεται με το "άλλο του μισό",τον Άϊδη,το θάνατο,τον λόγο,τα νοητά και γενικά με την κάτω (μη αισθητή) πραγματικότητα του κόσμου.
Σύμφωνα με τον Πρόκλο <<Στο βαθμό που τα πάντα είναι έκγονα του ενός και έχουν αναχθεί στο έν αίτιο των πάντων διότι το κάθετί μετέχοντας στο έν έχει θεοποιηθεί ανάλογα με την βαθμίδα του,ακόμη κι αν λέγεις για τα έσχατα των όντων.Αν ο θεός ταυτίζεται με το έν επειδή δεν υπάρχει κάτι ανώτερο από το θεό και το έν,η ενοποίηση και η θεοποίησή τους ταυτίζονται>> Πρόκλος,εις Πλάτωνος Παρμενίδην 641 5-10
Άρα,ο θεός είναι το έν σύν τα έκγονα πολλά σε επίπεδο ενότητας εφόσον <<είναι ανάγκη αν τα όντα είναι πολλά να είναι διαφορετικά μεταξύ τους στο βαθμό που είναι πολλά και ίδια στο βαθμό που είναι όντα>>(Πρόκλος "Είς Πλάτωνος Παρμενίδην" 709 20),αφού <<οι ενάδες προέρχονται από το έν και από τις ενάδες προέρχονται τα πλήθη και τα πρώτα και τα εφεξής και τα απομακρυσμένα του ενός αποκτούν πλήθος σε σχέση με τα προηγούμενα τους και κάθε πλήθος έχει διττή ενάδα,μία συντεταγμένη και μία εξηρημένη (υπερβατική)>>(Πρόκλος,
είς Πλάτωνος Παρμενίδην 707Ε) .Το εξής στην περιπατική φιλοσοφία δηλώνει:
<<Εξής είναι ότι είναι μετά την αρχή του όντος κατά την θέση (συντεταγμένο δλδ) ή κατά το είδος (εξηρημένον δλδ) και δεν χωρίζεται από εκείνο το οποίο είναι εφεξής επακόλουθο (δλδ την ενάδα)>> Αριστοτέλης,Μετά τα Φυσικά 1068 Β32.Επίσης,<<φανερό ότι μεταξύ των όσων είπαμε το εφεξής έρχεται πρώτο διότι το εφεξής δεν έχει επαφή,η επαφή όμως είναι ένα εφεξής.Εάν κάτι είναι συνεχές έχει επαφή όμως δεν φτιάχνει αναγκαστικά συνεχές>> Αριστοτέλης,Μετά τα Φυσικά 1069 10).Εν ολίγοις μια ανώτερη ενάδα αν και έχει μερική επαφή στο συνεχές δεν είναι καθ'αυτή επαφή με το κατώτερο πλήθος αλλά συνδέεται με αυτό καθόσον εκείνο μετέχει σε αυτήν μέσω της ενότητος χωρίς να εφάπτεται κάπου.Το πλήθος συνδέεται με την ενάδα μέσω του συνεχούς της οντογένεσης αλλά δημιουργώντας συνάψεις αλλά οι καθ'αυτές ενάδες δεν υπόκεινται απαραίτητα στο συνεχές της οντογένεσης ως συνάψεις αλλά ως εξής μέρη.Δηλαδή όλα τα όντα προέρχονται εκ του ενός όντος μέσω μια οντολογικής βαθμίδος από την ενότητα προς την πολλαπλότητα και συνδέονται όχι άμεσα εφαπτόμενα αλλά μέσω σχέσεων αιτίου-αιτιατού ως προς την σχέση ενότητας-πολλαπλότητας.Αναγκαστικά καταλήγουμε σε μία πρώτη αρχή ή στο ένεκα του πρώτου κινούντος (κι όχι στο πρώτο κινούν καθ'αυτό).Το να θέταμε όμως μία αρχή στην αρχή δηλαδή ένα έν ον πάνω από το έν όν θα οδηγούσε τον συλλογισμό μας στο άτοπο της εις άπειρον αναγωγής.Εκτός αυτού η διαφορά του ενός όντος από ως νοησιαρχεία εκ του παντός όλου νοούμενο ως αριθμητικό έν δηλώνει εντελώς διαφορετικές καταστάσεις με μοναδικό κοινό την ενότητα και την σχέση αιτίου (ενός όντος) - αιτιατού (ενός όλου),
εφόσον το έν όν δηλώνει την μοναδικότητα της νοησιαρχείας του πρώτου όντος ως καθ'αυτή ενότητα,ενώ το όλον εν δηλώνει την αριθμητική ενότητα του παντός.
Επομένως,εφόσον το πάν -νοητά και αισθητά- είναι έν καθόσον μετέχει στην ενότητα του ενός όντος και εφόσον η πολλαπλότητα τους έγκειται στο φαινόμενο της μερικότητας της συμβεβηκότητος ή περιοδικής μορφογένεσης τους με τελικό προορισμό την φθορά,την διάσπαση και την επιστροφή τους στην ενότητα,εκείνο που υπάρχει πάνω από την ενότητα των όντων είναι η καθ'αυτή ενότητα του ενός όντος ως ταυτουσία του,καθώς αυτό βρίσκεται στην καθαρότερη και μοναδικότερη κατάστασή του.Κατ'αυτό το τρόπο ,το έν όν αποτελεί το πρότυπο της ενότητας των όντων με αποτέλεσμα τα πολλά να μετέχουν στην ιδέα του μέσω των ενδιάμεσων εφεξής συνδέσμων τους,δηλαδή των νοητών και νοητικών ενάδων,οι οποίες δηλώνουν διαφορετικές ιδιότητες του ενός όντος καθώς κατερχόμαστε από την ενότητα στην πολλαπλότητα.Άρα το έν όν ως αίτιο νοησιαρχίας και αρχή ενότητος έχει ως ιδιότητα το να είναι νοερόν και να δρά νοητικά (νόηση) νοώντας τα νοητά που αποτελούν τα αμετάβλητα πρότυπα των μεταβαλλόμενων αισθητών που υπάρχουν σε διαρκή μεταβολή και ροή στο γίγνεσθαι,έτσι ώστε ο νούς να νοεί τον εαυτό του και το έν να είναι και πολλά δίχως αντίφαση ως δυνάμει και εντελεχεία όν.
<<Αρχή είναι η νόησις.Νούς υπό του νοητού κινείται.Νοητή είναι η ετέρα συστοιχεία καθ'αυτή>>.(Αριστοτέλης "Μετά τα Φυσικά" 1072Α 30)
<Απορούν πώς δύναται το έν να είναι και πολλά χωρίς αντίφαση.Διότι το έν υπάρχει και δυνάμει και εντελεχεία>> (Αριστοτέλης "Φυσικά" 186Α)..
Επισημαίνοντας αναφέρουμε ότι <<όσοι θέτουν μαθηματικό ορισμό ως πρώτη αρχή και θέτουν την μία ουσία μετά την άλλη και για κάθε ουσία άλλες αρχές,επιφέρουν στην ουσία του παντός διακοπές σαν να διασπούν μία τραγωδία σε ανεξάρτητα επεισόδια,διότι η ύπαρξη ή η ανυπαρξία της μίας δεν επιδρά κατ'ανάγκην άμεση στην ύπαρξη ή την ανυπαρξία της άλλης και έτσι πολλαπλασιάζουν τις αρχές διασπώντας την ενότητα.Αλλά τα όντα δεν άρχονται κακώς.Δεν είναι αγαθόν η πολυαρχεία.Ας είναι ένας ο αρχηγός>> Αριστοτέλης,Μετά τα Φυσικά 1076Α.
Άρα οι ενάδες δεν άρχουν του πλήθους αλλά αποτελούν εφεξής συνάψεις μέσω των οποίων όλα τα όντα άρχονται εκ του ενός όντος στο βαθμό που διαχέεται ο λόγος του ενός σε αυτά μετέχοντας στην ενότητα μέσω της εκγονής που έχουν από αυτό και μέσω της αδιαίρετης ενότητος τους ως προς την ουσία του παντός.Η ουσία του παντός είναι η νοητική ουσία που μέρος της μεταβάλλεται σε αϊδια και φθαρτή μέσω της πυκνώσεως και της μανώσεως σε μορφές και επανέρχεται στην νοητή ενότητα του όντος μετά την μάνωσή της εφόσον η ουσία δηλώνει απόρροια όντος και αφού μετέχει στην αεί κινούμενη ύλη ζωοποιόντας την και εμψυχώνοντάς την και ανάλογα μετέχει στην νοητή ύπαρξη μέσω των προτύπων της οποίας αποτυπώνει τα είδη πάνω στις μορφές κατ'αναλογία των νοητών ειδών.Μεταξύ νοερού και νοητού υπάρχει η νόηση η οποία δηλώνει νοητική ενέργεια και αρχή κινήσεως αφού κατά τον Πλάτωνα <<νόησις είναι του νέου έσις (έφεσις προς το νέο) και το να είναι συνεχώς νέα τα όντα σημαίνει ότι γιγνόμενα αεί είναι.Αυτός ο ονοματοθέτης έδωσε το όνομα νεόεσις δηλώνοντας ότι αυτό επιθυμεί η ψυχή μας>> Πλάτων,Κρατύλος 411Ε.
Έτσι το εν όν είναι ακίνητον και παραμένει στο "κέντρο" <<αληθινό είναι το ον το οποίο είναι έν αγέννητον,αδιαίρετον,αμετάβλητον,ακίνητον και αιώνιον,ενώ το μή όν είναι το αιώνιο γίγνεσθαι>> (βλ. αποσπάσματα προσωκρατικών εκδ. Κάκτος,Παρμενίδης, ενώ ο κόσμος είναι αεί κινούμενος ως πολλαπλότητα γύρω από αυτό.Μεταξύ του είναι και του γίγνεσθαι βρίσκεται σε κυκλική φορά ροής η νοητική ουσία η οποία δίνει είδος στις μορφές της φθαρτής/αισθητής ουσίας και σε ευθεία κίνηση βρίσκεται η αϊδια ουσία η οποία μετέχει σε αυτές τις μορφές.
<<στη φύση προτιμάται το βέλτιστο και καλύτερο είναι το Είναι από το Μή Είναι.Δεν είναι όμως παντού παρόν το Είναι επειδή τα πολλά απέχουν της αρχής.Ο θεός συμπλήρωσε κατ'αυτό το τρόπο το πάν κάνοντας την γένεση συνεχή διαδικασία.Έτσι το Είναι έχει συνοχή εντελεχεία καθώς η συνεχής γένεση της γενέσεως του γίγνεσθαι είναι η μεγαλύτερη δυνατή προσέγγιση στην ουσία.Η αυτή κυκλική φορά είναι συνεχής.Ο αήρ γίνεται από το ύδωρ και το πύρ από τον αέρα και το ύδωρ από το πύρ ως προς την κυκλική φορά.Η άλλη φορά που μιμείται την κυκλική συνεχή είναι ευθεία>>.(Περί γενέσεως και φθοράς 336 Β25-337Α 5)
Τέλος,θα πρέπει να διακρίνουμε το όν το οποίο μπορεί να είναι ο,τιδήποτε μέσα στον κόσμο υλικό ή άυλο,αισθητό ή ιδεατό και καθώς υπόκειται σε διαρκή γένεση και φθορά δλδ μεταβολή δεν έχει ποτέ απόλυτη ύπαρξη,από το όντως όν το οποίο είναι αμετάβλητο πέρα από τη γένεση και τη φθορά ως ιδέα ενώ οι ιδιότητες του όντως όντος που μετέχουν στο κάθε όν του προσδίδουν μέσα από το γένος του είδος εντάσοντάς το σε κατηγορίες νοητών ειδών.
Όν για παράδειγμα είναι ο ήλιος,ο κόσμος,ο ίππος και ο άνθρωπος.
Ζώον-δλδ όν που φέρει ζωή είναι ο ίππος και ο άνθρωπος εκ των ανωτέρω.
Όντως όν είναι η ιδέα του ήλιου ως όλον και ως επιμέρει νοητά είδη κ.ο.κ.
Ουσία είναι η απόρροια του όντος.
Το μή όν λαμβάνεται με δύο σημασίες.Για μερικούς φιλόσοφους (πχ Παρμενίδης) αποτελεί την κατά την "πλάνη των αισθήσεων" αντίληψη ενός φαινομενικού όντος,ενώ για κάποιους άλλους (πχ Δημόκριτος) αποτελεί την κατ'ουδενί τρόπο ύπαρξη κάποιου φανταστικού όντος.Στην πρώτη περίπτωση μη ον είναι ο άνθρωπος ως σώμα που διαρκώς μεταβάλλεται,ενώ στην δεύτερη περίπτωση είναι κάτι το οποίο δεν δύναται να υπάρξει ούτε μεταβλητά ούτε αμετάβλητα,ούτε αισθητά ούτε νοητά,όπως πχ ένας άνθρωπος με 9 χέρια,18 πόδια,4 κεφάλια,με χρώμα πορτοκαλί και 20 μάτια (ακραίο παράδειγμα) διότι τότε θα ήταν άλλο γένος και είδος κι όχι άνθρωπος.
Αν, λοιπόν, θεωρήσουμε ότι η φύση διέπεται από σκοπιμότητα, τότε το θεϊκό πνεύμα εμφανίζεται ως λόγος, ο οποίος με τις μορφές του γεννά το περιεχόμενο και συνάμα πραγματώνει σ’ αυτό τη δική του ζωική τάξη ως νοητική εποπτεία ή ως ενορατική διάνοια .
Αγαπητή Στεριανή,αυτό που αναφέρεις νομίζω ότι έχει σχέση με την σύλληψη της ουσίας των αισθητών μέσω των αισθήσεων και των νοητών μέσω της διάνοιας και σχετίζεται με τις λειτουργίες των δύο ημισφαιρίων του εγκεφάλου αν κατάλαβα καλά.Αν δεν κάνω λάθος το δεξί ημισφαίριο σχετίζεται με τον Διόνυσο,την ζωή,τον έρωτα,την φύση,την ορμή,τις αισθήσεις κτλ ενώ το αριστερό ημισφαίριο σχετίζεται με το "άλλο του μισό",τον Άϊδη,το θάνατο,τον λόγο,τα νοητά και γενικά με την κάτω (μη αισθητή) πραγματικότητα του κόσμου.
Όταν δεν υπάρχει γύρω μας τίποτα αληθινό, πώς να υποψιαστούμε ότι όλα είναι ψεύτικα;
ΖΑΝΕΚΑ ΣΤΕΡΓΙΑΝΗ ἔγραψε:Αν, λοιπόν, θεωρήσουμε ότι η φύση διέπεται από σκοπιμότητα, τότε το θεϊκό πνεύμα εμφανίζεται ως λόγος, ο οποίος με τις μορφές του γεννά το περιεχόμενο και συνάμα πραγματώνει σ’ αυτό τη δική του ζωική τάξη ως νοητική εποπτεία ή ως ενορατική διάνοια .
Μπορούμε να αναγνωρίσουμε, δύο ειδών εποπτείες στον άνθρωπο: την αισθητικότητα (η ικανότητα να προσλαμβάνουμε τις παραστάσεις μέσω των αισθήσεων) και τη διάνοια (η ικανότητα να αποκτούμε γνώση ενός αντικειμένου μέσω του νου). Και οι δύο δυνάμεις ή ικανότητες δεν μπορούν ν’ ανταλλάσσουν αμοιβαία το λειτουργικό τους ρόλο. Ο νους δεν έχει την ικανότητα να εποπτεύσει κάτι και οι αισθήσεις δεν έχουν τη δυνατότητα να νοήσουν κάτι. Μόνο από την ένωσή τους μπορεί να εκπηγάσει η γνώση. Μόνο έτσι θα μπορούσαμε να φανταστούμε ένα ανώτατο πνευματικό ον. Μια τέτοια γνωστική ικανότητα θα μπορούσε να ονομαστεί νοητική εποπτεία ή ενορατική διάνοια: Θα ήταν η ενότητα των δυο γνωστικών δυνάμεων, της αισθητικότητας και της διάνοιας, οι οποίες εμφανίζονται χωριστά στον άνθρωπο.
Αν θέλετε,ας δούμε επιγραμματικά μέσα από την ιστορία της φιλοσοφίας το πώς εξελίχθηκαν η νοητική εποπτεία και η αισθητική εμπειρία καθώς και πώς διαχωρίστηκαν.
Πρώτοι οι προσωκρατικοί θεώρησαν ότι η αλήθεια μπορεί να γίνει γνωστή.Και αλήθεια για τους Έλληνες εσήμαινε το όντως ον,το αληθινό δηλαδή.Γι'αυτό και διατύπωσαν ως αρχές των όντων τα στοιχεία ή το άπειρο,το έν,τον νου κτλ.Ως στοιχεία προφανώς δεν εννοούσαν τη θάλασσα και το νερό,τον νοτιά ή τον βόρρειο αέρα,τις πέτρες και την φωτιά,αλλά κάτι άλλο βαθύτερο το οποίο το έντυσαν με το σύμβολο των ιδιοτήτων των στοιχείων.Γι'αυτό και για τους μεταγενέστερους μετασωκρατικούς,οι προσωκρατικοί είχαν μεγάλη αξία και η φιλοσοφία τους ουδέποτε αντιμετωπίστηκε απλοϊκά όπως στα χρόνια του μεσαίωνα και μετά.Αλλά ακόμη και σήμερα οι προσωκρατικοί παραμένουν σταθερά οι γεννήτορες της επιστήμης και της φιλοσοφίας για τον παγκόσμιο πολιτισμό.Επομένως η φιλοσοφία τους δεν περιορίζεται στα στοιχεία,αλλά θα πρέπει να δούμε πίσω από το ύδωρ ή τον αέρα τις ιδιότητες που διαφαίνονται.
Τον λόγο αυτής της συγκάλυψης της φιλοσοφίας των προσωκρατικών μας τον μαρτυρεί ο Εμπεδοκλής όταν μιλάει για τα ανδράποδα και ο Ηράκλειτος όταν μας λέει για τον χύδην όχλο.Γι'αυτό το λόγο ,σε μια πολιτεία που δεν είχε στεριώσει ακόμη η φιλοσοφία και δεν είχε ολοκληρωθέι η μετάβαση από τον μύθο στον λόγο -από την επική,λυρική,τραγική ποίηση στην επιστήμη και την φιλοσοφία-,η φιλοσοφία των προσωκρατικών ούτε λέγει,ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει με τρόπο ανάλογο του Δελφικού άνακτα κατά το απόσπασμα 93 του Ηρακλείτου.
Γενικά για τους προσωκρατικούς υπάρχουν δύο οπτικές αλλά μία αλήθεια.Οι οπτικές έχουν να κάνουν με την γνωσιολογία και την μελέτη και παρατήρηση του φυσικού κόσμου,ενώ
η οντολογία έχει να κάνει με τις αρχές των όντων και τον λόγο κάτω από τα φαινόμενα του φυσικού κόσμου.Αυτοί οι δύο κλάδοι δεν έρχονταν σε αντίφαση μεταξύ τους,αλλά αρμονικά ο ένας στήριζε και βοηθούσε τον άλλον.
Πρώτος ο Θαλής -όχι ως φιλόσοφος αλλά σοφός- διατύπωσε ότι η αρχή των όντων είναι το ύδωρ.Κατω από αυτό το αξίωμα θα πρέπει να νοήσουμε την αληθινή σημασία των λεγομένων του και να μην περιοριστούμε στην απλοϊκή εξήγηση ότι όλος ο κόσμος γεννήθηκε μέσα από μια μεγάλη θάλασσα.Το ύδωρ στον Θαλή εμπνέεται από τον Ωκεανό -γεννήτορα των θεών και των πάντων- στην Ομηρική αντίληψη.Ωστόσο το ύδωρ είναι το στοιχείο της ρευστότητας,της αλλαγής,του διαρκούς γίγνεσθαι και κάτω από το στοιχείο αυτής της διαρκούς μεταβλητότητας βρίσκεται κάποιο θεμελιώδες υπόβαθρο κοινό σε όλη τη φύση.Ο κόσμος λοιπόν για τον Θαλή αποτελούσε μια ρευστότητα,ένα διαρκές γίγνεσθαι
και η γένεση των όντων γίνεται μέσα από αυτό και σε αυτό επομένως επιστρέφουν.
Όλα μεταβάλονται μέσα στο γίγνεσθαι της ρευστότητας,εκτός από ένα: τον ίδιο τον νόμο της μεταβολής.Πέρα από αυτό,το ύδωρ ως στοιχείο υγρό συμφωνεί με το αξίωμα της σημερινής επιστήμης ότι ο θεμελιώδης λίθος όλων των στοιχείων της ύλης και όλου του ατομικού κόσμου είναι το άτομο του υδρογόνου (ένα πρωτόνιο και ένα ηλεκτρόνιο) που αποτελεί την απλούστερη μορφή ατομικής ένωσης στην φύση,από την οποία και πάνω στην οποία δομείται ο κόσμος.
Ο Αναξίμανδρος διατύπωσε ότι η αρχή των όντων δεν είναι το ύδωρ (γίγνεσθαι ή δομικό θεμελιώδης στοιχείο πάνω στο οποίο δομείται και γύρω από το οποίο κινείται το γίγνεσθαι) αλλά το άπειρον κάτι πέρα από τα στοιχεία και πέρα από το γίγνεσθαι,κάτι για το οποίο δεν έχουμε πείρα-εμπειρία αλλά μπορούμε να το συλλάβουμε μόνον μέσω του λογισμού ως δυνάμει αρχή και απείρως οντογενεί.
Περί της αναλυτικής παρουσίασης της φιλοσοφίας του Αναξίμανδου βλ:
http://www.fourakis-kea.com/forum/viewtopic.php?f=18&t=3123
http://www.fourakis-kea.com/forum/viewtopic.php?f=52&t=3111
Ο Αναξιμένης διατύπωσε ότι αρχή των όντων είναι ο αήρ δηλαδή εκείνη η ουσία η οποία είναι άυλη και από την πύκνωση και την μάνωση (αραίωση) της οποίας δημιουργείται ο κόσμος.Η ουσία αυτή εκτός από άυλη είναι και διαρκώς ρευστή όπως ο αέρας,ο οποίος δεν γίνεται άμεσα αντιληπτός μέσω των αισθήσεων αλλά υπάρχει πέρα από αυτές.Αυτή η ουσία αποτελεί αυτό που αναζητούν οι φυσικοί επιστήμονες σήμερα ως θεμελιώδης ενέργεια η οποία μεταβάλλεται ποιοτικά κι όχι ποσοτικά καθώς η ποσότητά της παραμένει σταθερή βάση της αρχής της ενέργειας και της αρχής της διατήρησης της ορμής.Η ενέργεια αυτή πυκνώνεται και μετασχηματίζεται σε μάζα (την οποία οι αισθήσεις αντιλαμβάνονται σαν ύλη) και αποπυκνώνεται μετασχηματιζόμενη στο αρχικό επίπεδο της ενέργειας.
Ο Ηράκλειτος έθεσε ως κοσμογονική αρχή το πύρ.
"Τον κόσμο αυτόν,δεν τον εποίησε κανείς θεός ούτε άνθρωπος,αλλ' ήταν είναι και θα είναι πύρ αείζωον,απτόμενο με μέτρο και αποσβυνήμενο με μέτρο". απόσπ. 30.Το πύρ για τον Ηράκλειτο είναι ο λόγος.Μέσα στο πάν υπάρχει ένας λόγος που διαπερνάει όλα τα όντα και όλο τον κόσμο.Η ψυχή αποτελεί μέρος αυτού του λόγου που διαχωρίζεται από αυτόν μέσω των αισθήσεων και επιστρέφει σε αυτόν.
"Συνδέσεις όλα κι όχι όλα το Έν γεννιέται απ'όλα κι απ'το Έν όλα." απόσπ. 10
"Το πάν είναι διαιρετό και αδιέραιτο,γεννητό και αγέννητο,
θνητό και αθάνατο,λόγος και αιών,πατέρας και υιός,θεός και δίκη.Αλλά αφού ακούσετε το λόγο κι όχι εμένα είναι σοφό να ομολογήσετε πώς τα πάντα είναι Έν" 50.
"Αν και ο λόγος είναι αιώνιος οι άνθρωποι είναι ανίκανοι να τον καταλάβουν και πριν τον ακούσουν κι αφού τον ακούσουν για πρώτη φορά.Γιατί ενώ τα πάντα συντελούνται σύμφωνα με το λόγο αυτοί μοιάζουν άπειροι όταν αποκτήσουν εμπειρία λέξεων οπότε διακρίνω το κάθε τί σύμφωνα με την σύστασή του και το εκθέτω όπως έχει.Αλλά από τους ανθρώπους διαφεύγουν όσα πράττουν όσο είναι ξύπνιοι ακριβώς όπως πράττουν και λησμονούν όταν κοιμούνται" 1.
"Τα πάντα ανταλλάσσονται με το πύρ και με τα πάντα το πύρ, όπως τα εμπορεύματα με το χρυσάφι, και το χρυσάφι με τα εμπορεύματα. απόσπ. 90"
Για τον Ηράκλειτο,ο κάθε άνθρωπος μετέχει στον κοινό λόγο μέσω του νού
ο κάθε άνθρωπος σε διαφορετικό βαθμό και βάθος,ανάλογα με το πόσο έχει ερευνήσει τα πέρατα της ψυχής και τον βαθύ λόγο που περιέχει.Ωστόσο,τον λόγο αυτό τον ανακαλύπτει ο κάθε άνθρωπος όσο συνδέεται με αυτόν και για τον Ηράκλειτο,ο λόγος αυτός όπως είπαμε προηγουμένος δεν λέγεται,ούτε κρύπτεται αλλά σημαίνεται.Μεταξύ της κατάφασης και της άρνησης μέσω του ορθού λόγου υπάρχει η σήμανση του λόγου.
"Ο Άναξ ου το μαντείον εστί το εν Δελφοίς ούτε λέγει ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει" 93
Το γίγνεσθαι μοιάζει με έναν ποταμό του οποίου τα ύδατα συνεχώς ρέουν ενώ ο ποταμός παραμένει ο ίδιος."Στα ίδια ποτάμια και μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε, και είμαστε και δεν είμαστε". απόσπ. 49
"Το ίδιο πράγμα υπάρχει σε μας, το ζωντανό και το πεθαμένο, το ξύπνιο (έξυπνο) και το κοιμισμένο, το νέο και το γερασμένο· γιατί αυτά μεταβάλλονται σ' εκείνα και, αντίθετα, εκείνα μεταβάλλονται σ' αυτά". απόσπ. 88
Ωστόσο καταλήγει ότι "Διόνυσος και Άϊδης εν και ωυτό" απόσ. 15
"Αθάνατοι θνητοί,θνητοί αθάνατοι" αποσπ. 62
http://www.fourakis-kea.com/forum/viewtopic.php?f=18&t=2438
Ο Κρατύλος αν και Ηρακλείτειος διαφορροποιείται από τον Ηράκλειτο στο βαθμό που υποστηρίζει "δεν μπορούμε να μπούμε δυο φορές στο ίδιο ποτάμι, κατά τον Ηράκλειτο, ούτε ν' αγγίξουμε δυο φορές μια ουσία θνητή" απ. 91
διότι γι'αυτόν δεν μπορούμε να μπούμε στον ποταμό ούτε καν μία φορά.
Για τον Παρμενίδη υπάρχει το έν όν ενώ τα πολλά είναι το μή όν.Η ύλη και η αίσθηση για το Παρμενίδη εμπίπτουν στο μη όν.
<<Για τον Παρμενίδη τα όντα είναι δύο,το όν και το μή όν και αντιστοιχούν στο πύρ και στη γή>> (Αριστοτέλης "Περί γενέσεως και φθοράς" 318Β 7).Ωστόσο υπάρχει μια σχέση μεταξύ των δύο καταστάσεων του όντος.
Το μηδέν του όντος και το εν του μή όντος ώστε το ένα να συμπληρώνει το άλλο σαν κατάσταση αλλά όντως όν είναι μόνον το έν όν.
<<αληθινό είναι το ον το οποίο είναι έν αγέννητον,αδιαίρετον,αμετάβλητον,ακίνητον και αιώνιον,ενώ το μή όν είναι το αιώνιο γίγνεσθαι>> (βλ. αποσπάσματα προσωκρατικών εκδ. Κάκτος,Παρμενίδης
Ο Ζήνων ο Ελεάτης και ο Μέλισσος συμπληρώνουν την θεωρία του Παρμενίδη,αναιρώντας την ύπαρξη των πολλών και ενδυναμώνοντας την ύπαρξη του ενός.Αρνούνται τα πολλά και δέχονται το έν.
Για τον Πυθαγόρα και τους πυθαγόρειους Φιλόλαο,Αρχύτα,Τίμαιο αρχή των όντων είναι ο θεός-δημιουργός ο οποίος ως πρότυπο δημιουργίας του κόσμου χρησιμοποίησε τους αριθμούς οι οποίοι είναι τα τελειότερα όντα.Μάλιστα,για τον Φιλόλαο υπάρχει το κεντρικό πύρ το οποίο αναπαριστά κατά τρόπο ενδεικτικό την σχέση ενός και πολλών.
Για τους πυθαγόρειους,η ψυχή εισέρχεται διαρκώς στα ποτάμια μέχρι να αποκαθαρθεί και να επιστρέψει στην αρχή της καθαρότητα αφού ολοκληρώσει τον κύκλο της.
Για τον Εμπεδοκλή τα στοιχεία και οι καταστάσεις που αυτά συμβολίζουν όπως και τα ριζώματά τους μέσα στον κόσμο συνθέτουν τον κόσμο κατά το πρότυπο και εντός του Σφαίρου και τα οποίο υπόκεινται σε δύο δυνάμεις:Την Φιλότητα και το Νείκος.<<Το ΕΝ είναι σφαιροειδές αιώνιο και ακίνητο,η αναγκαιότητα,που δημιουργεί την ύλη από τα αρχέτυπα 4 στοιχεία,και μορφές της αναγκαιότητας η Φιλότις και το Νείκος.Το μείγμα των στοιχείων είναι ο κόσμος.Ο Σφαίρος είναι μορφή του Ενός μέσα στο οποίο διαλύονται και συντίθονται όλα.Οι ψυχές είναι θεϊκές>> (Αέτιος Ι 7 28).
Σχετικά με το ζήτημα της αλήθειας υποστήριξε ότι
<<Το θείο δεν μπορούμε να το φέρουμε για να το δουν οι άνθρωποι,και να το ψιλαφήσουν,μονάχα με το νού μπορούν να φτάσουν στην πειθώ>> (απόσπασμ. 133) όπως και ότι Κριτήριο των πραγμάτων δεν είναι οι αισθήσεις αλλά ο ορθός λόγος που είναι θεικός και ανθρώπινος (Σέκτος Εμπειρίκος VII 122-124).
http://www.fourakis-kea.com/forum/viewtopic.php?f=18&t=2438
Για τον Δημόκριτο και τον Λεύκιππο τα άτομα τα μικρότερα και θεμελιώδη μέρη του κόσμου τα οποία δεν μπορούν να τεμνηθούν περαιτέρω
είναι το όν και το κενό είναι το μή όν.Τα άτομα δημιουργούν δίνες οι οποίες μέσω των στροβιλισμών τους συνθέτουν τον κόσμο.
Τα άτομα λοιπόν καθ'αυτό τον τρόπο πληρούν τον τόπο και διασπώνται αφήνοντας πίσω κενό.
Για τον Πρωταγόρα και τους σοφιστές Πρόδικο,Γλαύκωνα,Θρασύμαχο πίστευαν στην υποκειμενικότητα της γνώσης.
Το "μέτρο πάντων χρημάτων άνθρωπος του Πρωταγόρα δηλώνει την υποκειμενικότητα της αλήθειας για τον κάθε άνθρωπο και το ότι κάθε γνώμη είναι ορθή.Επιπλέον ο Γοργίας υποστήριξε ότι "δεν υπάρχει αλήθεια,αλλά και να υπήρχε δεν θα μπορούσε κάποιος να την γνωρίσει,αλλά ακόμη κι αν μπορούσε να την γνωρίσει δεν θα μπορούσε να την μεταδώσει στους άλλους".
Η πλήρη στέρηση ικανότητας του ανθρώπου να γνωρίσει την αλήθεια απέκοψε από την νοητική εποπτεία τους σοφιστές και τους δυτικούς σχολαστικούς αργότερα που βασίστηκαν πάνω στις θεωρίες τους και περιόρισε την ανθρώπινη γνώση στο σίγουρο θεμέλιο του εμπειρισμού.Έτσι ο Επίκουρος συνδύασε την ατομική θεωρία ως προς την γνώση του κόσμου και την σοφιστική θεωρία ως προς την αδυναμία της γνώσης και την αρχή του υποκειμενισμού.Ωστόσο αυτά τα δύο έρχονται σε αντίφαση.
Για τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα και για τους ακαδημαϊκούς-νεοπλατωνικούς εν συνεχεία υπάρχει η αλήθεια και βρίσκεται πέρα από την πλάνη των αισθήσεων.Οι αισθήσεις είναι υποκειμενικές διότι είναι περιορισμένες σε αριθμό και ικανότητα και ο κάθε άνθρωπος μέσα από αυτές αντιλαμβάνεται διαφορετικά τον αισθητό κόσμο ο οποίος επίσης πάντα μεταβάλλεται.
Απέναντι στην αισθητή πραγματικότητα υπάρχει η νοητή αλήθεια βάση των νοητών ειδών της οποίας δημιουργούνται τα αισθητά.Εντούτοις μέσα στην ψυχή υπάρχουν οι αναμνήσεις των ιδεών πριν εκείνη έρθει στον ένσαρκο βίο (σώμα=σήμα ψυχής) και όταν ο άνθρωπος γνωρίζει κάτι ουσιαστικά ξαναθυμάται.
Η εμπειρία των αισθήσεων δεν είναι έγκυρη.Για παράδειγμα η εικόνα ή το είδωλο του τραπεζιού που βλέπουμε απέναντί μας υπάρχει μέσα μας είτε έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά είτε τα έχουμε κλειστά.Ακόμη κι αν καταστραφεί το τραπέζι η εικόνα του θα συνεχίσει να υπάρχει μέσα μας.
Ο Σωκράτης χρησιμοποίησε την διαλεκτική με την σημασία του λόγου όπως παρουσιάστηκε στην οντολογία του Ηράκλειτου και την διαφορά όχι της ατομικής μετοχής στον κοινό λόγο αλλά την από κοινού μετοχή μέσω της διαλεκτικής.
Η διαλεκτική αποτελεί την μέθοδο όχι μόνον του αληθεύειν αλλά και του αλήθειαν κοινωνείν.Οι επαγωγικοί συλλογισμοί (επακτικοί λόγοι) αποτελούσαν την μέθοδο συλλογισμού και μετάβασης από την ουσία του κάθε όντος στην αρχή του προσδιορίζοντας το όντως όν.Μέσω της μαιετικής και της απόφανσης ή κατάφασης,ο Σωκράτης απεφάνθη ότι υπάρχει ένας ορισμός για κάθε όν και μία αλήθεια γι'αυτό.
Όταν δεν υπάρχει γύρω μας τίποτα αληθινό, πώς να υποψιαστούμε ότι όλα είναι ψεύτικα;
Αρκετά στοιχεία για την ελληνική οντολογία και φιλοσοφία θα βρούμε και εδώ
http://fourakis-kea.com/forum/viewtopic.php?f=10&t=145
http://fourakis-kea.com/forum/viewtopic.php?f=10&t=145