Απέλιπεν ο Θεός Χριστόδουλον

Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος ( 17 Ιανουαρίου 1939 - 28 Ιανουαρίου 2008 ) κατά κόσμον γνωστός Χρήστος Παρασκευαΐδης γεννήθηκε στην Αθήνα. Διετέλεσε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος από το 1998 έως το 2008.
Bίος
Τα νεανικά του χρόνια έζησε στην Ξάνθη. Μαθήτευσε στο Λεόντειο Λύκειο και στο Εθνικό Ωδείο. Το 1962 έλαβε το πτυχίο της Νομικής και το 1967 το πτυχίο της Θεολογικής. Ήταν διδάκτωρ της Θεολογίας, πτυχιούχος της γαλλικής, αγγλικής γλώσσας και γνώστης άλλων δύο επίσης. Υπήρξε εις εκ των τριών συνιδρυτών της αδελφότητας «Παναγία η Χρυσοπηγή», το 1958, στην οδό Στέντορος 4 στο Παγκράτι, σε οίκημα που δώρισε στην αδελφότητα ο βιομήχανος κ. Σταύρος Βιτωριάς. Ο πρώτος πυρήνας της αδελφότητας απαρτιζόταν από 22 άτομα.Επέδειξαν μεγάλη δραστηριότητα στην οργάνωση κατηχητικών κύκλων, επισκέψεων σε νοσοκομεία, ορφανοτροφεία και γηροκομεία. Τρία χρόνια αργότερα, η μοναστική κοινότητα αποφάσισε να μετακομίσει στη μονή Βαρλαάμ στα Μετέωρα, με ηγούμενο τον κ. Καλλίνικο. Εκεί ο τότε Χρήστος Παρασκευαΐδης χειροτονήθηκε διάκονος το 1961, λαμβάνοντας το όνομα Χριστόδουλος. Όταν λίγο αργότερα εκδιώχθηκε η αδελφότητα από τα Μετέωρα συνέβη και η διάσπασή της. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος το 1965. Διετέλεσε επί 9 χρόνια ιεροκήρυκας και πνευματικός προϊστάμενος του Ιερού Ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (Παναγίτσας) στο Παλαιό Φάληρο. Χρημάτισε γραμματέας και αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου επί αρχιεπισκοπίας Ιερωνύμου και Σεραφείμ. Το 1974 εξελέγη Μητροπολίτης Δημητριάδος και Αλμυρού. Συμμετείχε σε πολλές εκκλησιαστικές αποστολές στην Αλλοδαπή. Συνέγραψε πολλά θεολογικά και ηθικοπλαστικά έργα. Αρθρογράφησε στον εκκλησιαστικό τύπο και σε εφημερίδες. Το 1998 εξελέγη από την ιεραρχία Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Διετέλεσε επίσης Πρόεδρος του Δ.Σ της Σιβιτανιδείου Σχολής.
Έργο
Ίδρυμα Διακονίας, μία υπηρεσία με κέντρο πρόληψης για τα ναρκωτικά και λοιπές δραστηριότητες. Το Γραφείο Νεότητας με κατασκηνώσεις, αθλητικές δραστηριότητες, ραδιόφωνο, φοιτητικές συγκεντρώσεις, σχολές βυζαντινής μουσικής κ.α. Από το 2000 λειτουργεί η Αλληλεγγύη, μία μη κυβερνητική οργάνωση της Εκκλησίας της Ελλάδος. Πάμπολες χώρες δέχθηκαν την ποικιλόμορφη αρωγή της όπως π.χ τρόφιμα, ρούχα, φάρμακα, υλικό, βιβλία, κ.α. Επίσης θεσπίστηκε η επιδότηση τρίτου παιδιού στα πλαίσια προγράμματος στήριξης χριστιανικών οικογενειών της Θράκης με τη μορφή μηνιαίου επιδόματος 35.000-40.000 δραχμών ανά παιδί ανά μήνα, με σημαντικά αποτελέσματα προς την κατεύθυνση της αύξησης των γεννήσεων με τον αριθμό των γεννηθέντων ως τρίτων τέκνων...δι' έκαστον των ετών εφαρμογής αυτού, υπερδιπλάσιο των προ της εφαρμογής του Προγράμματος ετών. Το πρόγραμμα αυτό συνάντησε έντονες αντιδράσεις και χαρακτηρίστηκε από κάποιους ως τρόπον τινά ρατσιστικό διότι απέκλειε τις μουσουλμανικές οικογένειες. Επίσης δεν ήσαν και λίγες οι αντιδράσεις για την επιχορήγηση της Αλληλεγγύης με 5.600.000 Ευρώ καθώς επίσης και για τον πλούτο της συλλογής των προσωπικών του αντικειμένων.
1967-1973
Ο τέως Αρχιεπίσκοπος είχε δηλώσει ότι:
Ομολογώ ότι δεν ήξερα πως γίνονταν βασανιστήρια, πως υπήρχε ΕΑΤ-ΕΣΑ. Όλα αυτά ήρθαν στο φως μετά. Στον κύκλο μου δεν είχα ακούσει τέτοια πράγματα, δεν άκουγα ξένους σταθμούς, εκ των υστέρων τα έμαθα. Θα πει κανείς ότι ήμουν βαθιά νυχτωμένος. Μπορεί γιατί εγώ τότε σπούδαζα.Ο Μητροπολίτης Ζακύνθου, ο οποίος φερόταν ως αντιπολιτευόμενος, είχε δηλώσει ότι ο τέως Αρχιεπίσκοπος μάλλον ψεύδεται, γιατί είχε χρηματίσει γραμματέας της Ιεράς Συνόδου. Από τη θέση αυτή ήταν υποχρεωμένος να διαβάζει τις επιστολές του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών προς την Ιερά Σύνοδο, στις οποίες διαμαρτυρόταν για τα βασανιστήρια στην Ελλάδα την περίοδο εκείνη…
Επίσκοπος Δημητριάδος
Κατά τα 24 χρόνια που διετέλεσε Μητροπολίτης Δημητριάδος και Αλμυρού, επετέλεσε σημαντικό έργο στην περιοχή και κατέστη δημοφιλής στο τοπικό ποίμνιο. Ίδρυσε ραδιοφωνικό σταθμό, τον πρώτο για Μητρόπολη πλην Αθηνών, ιδιωτικό σχολείο της Μητρόπολης και ασχολήθηκε αρκετά με τη νεολαία. Αρθρογραφούσε σε πολλά έντυπα, εκφράζοντας ρηξικέλευθες απόψεις προκαλώντας έτσι διάφορες αντιδράσεις. Εξαιτίας ενός άρθρου του το δημοτικό συμβούλιο του Βόλου, με ψήφισμά του στις 28 Ιουνίου 1984 τον κήρυξε ανεπιθύμητο για την πόλη, καθώς θεωρήθηκε ότι είχε ξεφύγει από τα πλαίσια των θρησκευτικών αρμοδιοτήτων του και έβαλλε κατά των Δημοκρατικών Θεσμών.
Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος
Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος εμφανίστηκε να έχει υψηλά ποσοστά δημοτικότητας. Αυτό οφείλεται στο ότι από τις πρώτες ημέρες της θητείας του άσκησε έναν σημαντικό δημόσιο λόγο και είχε αρκετή προβολή από τα Μ.Μ.Ε. Έντονη ήταν η προσπάθειά του να προσελκύσει την νεολαία, χρησιμοποιώντας εκφράσεις όπως σας πάω.. Η χρήση της φράσης αυτής έγινε από ορισμένους αντικείμενο αρνητικών χαρακτηρισμών. Σε τηλεοπτικές του εμφανίσεις είχε αποφύγει να αναφερθεί στις σύγχρονες θέσεις επί της σεξουαλικότητας των νέων υποστηρίζοντας την άποψη πως ο νέος στην Εκκλησία βαθμιαία αλλάζει εμφάνιση και συμπεριφορά. Με δήλωσή του στην τηλεόραση ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος είχε χαρακτηρίσει την ομοφυλοφιλία «κουσούρι». Είχε δεχθεί στην Αθήνα τον αποθανόντα Πάπα. Επεσκέφθη στο Βατικανό τον νυν Ποντίφηκα Ρώμης καθώς επίσης συμμετείχε στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών στην Ελβετία. Το κύρος του επλήγη τελευταία με την υπόθεση Βαβύλη.To μεγάλο πλήθος των θερμών φίλων του αλλά και οι πολλοί άσπονδοι εχθροί του αποδεικνύουν το μέγεθος της προσωπικότητάς του.
Θρησκευτικός Πόλεμος
Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος συνδέθηκε με μία μεγάλη σύγκρουση μεταξύ εκκλησίας και κράτους, που έλαβε χώρα το 2001, όταν η ελληνική κυβέρνηση υπό την πρωθυπουργία του Κωνσταντίνου Σημίτη επιχείρησε, κατόπιν υποδείξεως της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων να αφαιρέσει την αναγραφή του θρησκεύματος από την αστυνομική ταυτότητα των Ελλήνων πολιτών. Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος αντιτάχθηκε σθεναρά. Οργάνωσε δύο τεράστια συλλαλητήρια στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη μαζί με πολλούς μητροπολίτες. Στο δε συλλαλητήριο των Αθηνών παρευρέθη και ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Μόσχας και πάσης Ρωσσίας Αλέξιος. Ο μακαριστός Χριστόδουλος ύψωσε το λάβαρο της Αγίας Λαύρας. Έγινε προσπάθεια συλλογής υπογραφών για τη διενέργεια δημοψηφίσματος για την προαιρετική αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες, η οποία κατέληξε στη συλλογή, κατά τα στοιχεία της Εκκλησίας, 3 εκατομμυρίων υπογραφών. Ο τότε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και νυν πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής υπέγραψε το αίτημα της Εκκλησίας. Ωστόσο, η αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες, ακόμα και σε εθελοντική βάση, όπως ζήτησε τελικά ο Αρχιεπίσκοπος, κρίθηκε αντισυνταγματική από τα ελληνικά δικαστήρια και ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωστής Στεφανόπουλος απέρριψε το αίτημα του Αρχιεπισκόπου, καθώς δεν προβλέπεται από το Σύνταγμα τέτοια διαδικασία για την διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Συχνά, οι δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου ερμηνεύονταν ως πολιτικές τοποθετήσεις και επίδειξη δύναμης, που σκοπό είχαν να πλήξουν την τότε κυβέρνηση. Προκάλεσε δημόσιο σχολιασμό η δήλωσή του περί άγνοιας για τα τραγικά σύμβαντα στη διάρκεια των 1967-1974, όπως και οι φημολογίες για αλλεπάλληλα οικονομικά και γενετήσια σκάνδαλα στους κόλπους της Εκκλησίας. Την παραίτηση του μακαριστού αρχιεπισκόπου είχε ζητήσει ο πρόεδρος του Συνασπισμού, Αλέκος Αλαβάνος, επειδή αποκάλεσε νέους Διοκλητιανούς όσους επιζητούσαν τον χωρισμό κράτους-Εκκλησίας, δηλώνοντας ότι “..χρησιμοποιεί το θρησκευτικό συναίσθημα για να διχάσει τον λαό σε πιστούς και σε άπιστους..”
Πορεία προς τον Γολγοθά
Toν Ιούνιο του 2007 διαγνώστηκε ξαφνικά ότι πάσχει από καρκίνο του παχέος εντέρου. Χειρουργήθηκε με επιτυχία για την αφαίρεση του όγκου. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας όμως διαγνώστηκε και δεύτερος όγκος στο συκώτι, καθώς επίσης και κίρρωση. Τον Αύγουστο μεταφέρθηκε στις ΗΠΑ και τέθηκε σε αναμονή για εύρεση μοσχεύματος. Κατά τη χειρουργική επέμβαση στις 8 Οκτωβρίου δεν κατέστη δυνατή η μεταμόσχευση καθώς διαπιστώθηκαν πολλαπλές μεταστάσεις… Κατά τη διάρκεια της κατ' οίκον νοσηλείας του, τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο επισκέφθηκε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας, ο Πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής, αρκετοί ακόμα πολιτικοί καθώς επίσης και μέλη της Ιεράς Συνόδου. Στα τελευταία στάδια της διαρκώς επιδεινούμενης ασθένειας του αρνήθηκε περαιτέρω ιατρική αγωγή καθώς και την νοσηλεία του σε νοσοκομείο.
Τέλος
Ο θάνατος το τίμημα της αμαρτίας
[μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου -αποσπάσματα]
Ο θάνατος είναι καρπός της αμαρτίας. Εχθρόν τού ανθρώπου τον αποκαλεί ο Απ. Παύλος. Δεν τον έκαμε ο Θεός, ο οποίος έπλασε τον άνθρωπο αθάνατο. Με ψυχή αθάνατη και με σώμα αθάνατο. Ο θάνατος «εισήλθεν εις τον κόσμον» με πρωτοβουλία τού διαβόλου, εξ αιτίας τού φθόνου του για τον άνθρωπο και ήλθε μετά την πρώτη αμαρτία, την «πτώσιν» ως τίμημα της, ως τιμωρία. Ως τιμωρία ο θάνατος πλήττει μόνο το σώμα, που έκτοτε έγινε φθαρτό και θνητό. Πεθαίνει, λέμε ο άνθρωπος, και εννοούμε ότι παύει να ζει, να κινήται, να ομιλεί, να δρα. Το σώμα του το τοποθετούμε μέσα στη γη, το παραδίδουμε στη φθορά. Ύστερα από λίγα χρόνια, τις σάρκες του τις έχουν φάγει τα σκουλήκια, τίποτε δεν μένει, μόνο τα κόκκαλα. Μπροστά στο φρικτό αυτό θέαμα σταματά ο νους τού ανθρώπου. Δεν θέλει να πεθάνει κανείς μας. Όσο κι αν ο θάνατος είναι το πιο βέβαιο γεγονός, όσο κι αν παραδεχόμαστε ότι κάποτε θα πεθάνουμε, όπως πέθαναν όλοι όσοι έζησαν σ αυτό τον κόσμο, εν τούτοις δεν μπορούμε να συμβιβαστούμε και να συμφιλιωθούμε με το γεγονός αυτό. Και είναι και τούτο μια ακόμη απόδειξη τού ότι είμαστε πλασμένοι γιά την αιωνιότητα και την αφθαρσία. Μπορεί η αμαρτία να μας έφερε το θάνατο, άλλα τον έφερε σαν ανεπιθύμητο Επισκέπτη, από τον οποίο ζητούμε να απαλλαγούμε το συντομότερο. Δεν τον ανεχόμαστε και δεν τον Επιθυμούμε. Όνειρο τού ανθρώπου είναι να κατανικήσει το θάνατο, να παρατείνει τη ζωή του στη γη….
____Τι θα συμβεί μετά το θάνατο μας____
Στη ζωή, λοιπόν, αυτή είμαστε προσωρινοί και μέλλουμε να αποδημήσουμε σαν τα πουλιά που έρχονται κάπου γιά να φύγουν στην εποχή τους. Κανείς δεν έμεινε επί της γης αθάνατος. Όσοι γεννηθήκαμε, θα πεθάνουμε κάποτε. Και αξίζει να μάθουμε τι περί θανάτου και περί των μετά θάνατον διδάσκει η Εκκλησία μας, Γιατί μόνο αυτή η διδασκαλία μπορεί να ρίψει κάποιο φως και να φωτίσει κάπως το «φοβερώτερον τού θανάτου μυστήριον».
…Ο θάνατος, λοιπόν, είναι μία κλήση τού Θεού. Μάς καλεί ο Θεός να μεταβούμε κάπου άλλου. Που; Καμμιά φιλοσοφία και κανένας ανθρώπινος στοχασμός δεν μπόρεσε ούτε μπορεί να απαντήσει αυθεντικά στο κρίσιμο αυτό ερώτημα. Ο άνθρωπος μπορεί να περιγράψει το θάνατο, όχι να τον ερμηνεύσει. Δεν γνωρίζει τι τον ακολουθεί, που πηγαίνει ο άνθρωπος, τι κάνει εκεί. Όλα αυτά καμιά Επιστήμη, καμιά σκέψη ανθρώπου δεν μπορεί να τα εξιχνιάσει. Γιατί άπλούστατα δεν υποπίπτουν στις ανθρώπινες δυνατότητες, δεν επιδέχονται παρατήρηση, πείραμα, λογισμό. Είναι της πίστεως θέματα. Μόνο με την πίστη και με την αποκάλυψη της αλήθειας από τον ίδιο τον Θεό μπορούμε κάτι να μάθουμε για τα έσχατά μας. Επομένως όχι η περιγραφή, αλλά η εξήγηση τού φαινομένου τού θανάτου τού ανθρώπου μας ενδιαφέρει και αυτό είναι το πιο σπουδαίο.
Βέβαια ακόμη και στην περιγραφή τού θανάτου ο άνθρωπος υστερεί. Ακόμη συζητούν οι ιατροί για το τι είναι θάνατος και κυρίως για το πότε επέρχεται. Και δεν συμφωνούν στα σημεία αυτά, γατί νεώτερες έρευνες πείθουν ότι ο άνθρωπος δεν πεθαίνει «όταν βγει η ψυχή του» όπως λέμε, ούτε όταν κλείσει τα μάτια του, ούτε ακόμη όταν ο εγκεφαλογράφος παρουσιάζει ευθεία τη γραμμή τού εγκεφαλογραφήματος. Το ζήτημα τού πότε επέρχεται ακριβώς ο θάνατος στασιάζεται σήμερα. Και ασφαλώς κάπου θα καταλήξουν οι αρμόδιοι, όμως από αυτό αντιλαμβανόμεθα πόσο δύσκολο είναι να μας πη η Επιστήμη τι συμβαίνει ύστερα από το θάνατο, όταν τον ίδιο το θάνατο που βλέπει και ψηλαφά δυσκολεύεται να προσδιορίσει με ακρίβεια.
____Η ώρα τού θανάτου____
Η Εκκλησία αποκαλεί τον θάνατον «φοβερότατον μυστήριον». Και πράγματι είναι. Μιλάει ακόμη για «αγώνα της ψυχής» που χωρίζεται από το σώμα. Τα πατερικά βιβλία είναι γεμάτα από ιστορίες που έχουν σχέση με τις τελευταίες στιγμές τού ανθρώπου. …Φαίνεται ότι ο άνθρωπος κατά την ώρα τού θανάτου του βλέπει διάφορα οράματα…Τα ίδια πατερικά βιβλία αποκαλούν τους δαίμονες «τελώνια». Η λέξη προδίδει την ύπαρξη εμποδίων ή έλεγχου για τη μετάβαση της ψυχής στον ουρανό. Και πράγματι γίνεται πόλεμος εκείνη την ώρα για την κατοχή μιας ψυχής. Περί των τελωνίων ομιλεί ο αρχαίος εκκλησιαστικός συγγραφεύς Ωριγένης, και επιμένει στη διαδικασία που γίνεται αυτή την ώρα για την τύχη της ψυχής. «Ταρτάριοι άρχοντες και σκοτειναί παρατάξεις» κατά τον άγιο Διάδοχο Φωτικής κυκλώνουν το νεκρικό κρεβάτι. Ο Δε Κύριλλος Αλεξανδρείας συμπληρώνει: «Η ψυχή χωριζόμενη βλέπει τους φοβερούς και αγρίους και απηνείς και ανηλεείς και εχθίστους δαίμονας ως Αιθίοπας ζοφώδεις περιιπταμένους». Τα τελώνια αυτά είναι, κατά τα πατερικά βιβλία, πέντε: ήτοι της καταλαλιάς, της οράσεως, της ακοής, της οσφρήσεως και της αφής, όσες δηλαδή και οι αισθήσεις μας. Οι αγαθοί άγγελοι που παρίστανται δεν εγκαταλείπουν στην τύχη της την ψυχή. Αγωνίζονται να την κερδίσουν για τον ουρανόν...
Η ώρα τού θανάτου είναι η πιο φρικτή. Όλα αυτά συμβαίνουν αυτήν την ώρα και εμείς δεν παίρνουμε είδηση. Η Εκκλησία μας, όμως, που διδάσκει αυτά μας προτρέπει να ευχόμαστε για την ώρα τού θανάτου μας. Και πρώτα απ’ όλα έχει ειδικές ευχές εις Ψυχορραγούντα. Ο ιερεύς δηλ. προσέρχεται παρά την κλίνην τού αποθνήσκοντος και δέεται να διευκολύνει ο Θεός την έξοδο της ψυχής του και να την πάρει μαζί του. Οι ευχές αυτές είναι χαρακτηριστικές και αποδίδουν όλη την ιερή παράδοση γι' αυτή τη δύσκολη ώρα. Παράλληλα, πως είπαμε, η Εκκλησία μας μας διδάσκει να προσευχόμαστε για την ώρα τού θανάτου μας να μην είναι αιφνίδια και να μη περιέλθουμε στην κυριαρχία των τελωνίων, των δαιμόνων: «Και εν τω καιρώ της εξόδου μου, την αθλίαν μου ψυχήν περιέπουσα και τας σκοτεινάς όψεις των πονηρών δαιμόνων πόρρω αυτής απελαύνουσα» λέμε προς την Παναγίαν μας...
Την Δευτέρα στις 28 Ιανουαρίου του 2008 στις 5:15 το πρωί άφησε τη τελευταία του πνοή σε ηλικία 69 ετών. Απεβίωσε στην οικία του, όπως ο ίδιος είχε ζητήσει. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας η σορός του μεταφέρθηκε στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό της Αθήνας για λαϊκό προσκύνημα. Η ελληνική κυβέρνηση κήρυξε τετραήμερο εθνικό πένθος.

http://www.youtube.com/watch?v=9yR7g4G2asA&feature=related
Εξόδιος ακολουθία
Η εξόδιος ακολουθία του μακαριστού αρχιεπισκόπου έγινε την Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2008, στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό της Αθήνας, χοροστατούντος του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Στην ακολουθία παρευρέθη εκτός της Ιεράς Συνόδου, σύσσωμη η Κυβέρνηση και οι αρχηγοί των πολιτικών κομμάτων, ο Πρόεδρος της Βουλής, οι τ. Πρόεδροι της Δημοκρατίας, ο τ. Βασιλεύς και τ. Βασίλισσα, οι Πατριάρχες Αλεξανδρείας, Ιεροσολύμων, και Ρουμανίας, οι Αρχιεπίσκοποι Κύπρου, Αλβανίας, Αμερικής και Κρήτης, Μητροπολίτες -εκπρόσωποι των Πατριαρχών Αντιοχείας και Μόσχας, 4μελή αντιπροσωπεία του Πατριάρχου των Κοπτών Αιγύπτου και Αιθιοπίας, Καρδινάλιος εκπρόσωπος του Πάπα, ο επίσκοπος Λονδίνου ως εκπρόσωπος της Αγγλικανικής Εκκλησίας, ο Μουφτής Ξάνθης, εκκλησιαστικοί αντιπρόσωποι άλλων θρησκειών καθώς επίσης και μεγάλος αριθμός ξένων διπλωματών ορθοδόξων και μη Χωρών. Έξω δε από το Ναό αλλά και σε όλη την πόλη της Αθήνας λαοθάλασσα είχε συρρεύσει για να απευθύνει το ύστατο χαίρε. Ακολούθησαν επικήδειοι λόγοι. Στη συνέχεια η σορός τοποθετήθηκε επάνω σε κιλλίβαντα πυροβόλου. Η πομπή κατάληξε στο Α Νεκροταφείο Αθηνών όπου ακολούθησε πατριαρχικό τρισάγιο και ο ενταφιασμός.
http://www.youtube.com/watch?v=CCJOmvGohLc&feature=related

Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος ( 17 Ιανουαρίου 1939 - 28 Ιανουαρίου 2008 ) κατά κόσμον γνωστός Χρήστος Παρασκευαΐδης γεννήθηκε στην Αθήνα. Διετέλεσε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος από το 1998 έως το 2008.
Bίος
Τα νεανικά του χρόνια έζησε στην Ξάνθη. Μαθήτευσε στο Λεόντειο Λύκειο και στο Εθνικό Ωδείο. Το 1962 έλαβε το πτυχίο της Νομικής και το 1967 το πτυχίο της Θεολογικής. Ήταν διδάκτωρ της Θεολογίας, πτυχιούχος της γαλλικής, αγγλικής γλώσσας και γνώστης άλλων δύο επίσης. Υπήρξε εις εκ των τριών συνιδρυτών της αδελφότητας «Παναγία η Χρυσοπηγή», το 1958, στην οδό Στέντορος 4 στο Παγκράτι, σε οίκημα που δώρισε στην αδελφότητα ο βιομήχανος κ. Σταύρος Βιτωριάς. Ο πρώτος πυρήνας της αδελφότητας απαρτιζόταν από 22 άτομα.Επέδειξαν μεγάλη δραστηριότητα στην οργάνωση κατηχητικών κύκλων, επισκέψεων σε νοσοκομεία, ορφανοτροφεία και γηροκομεία. Τρία χρόνια αργότερα, η μοναστική κοινότητα αποφάσισε να μετακομίσει στη μονή Βαρλαάμ στα Μετέωρα, με ηγούμενο τον κ. Καλλίνικο. Εκεί ο τότε Χρήστος Παρασκευαΐδης χειροτονήθηκε διάκονος το 1961, λαμβάνοντας το όνομα Χριστόδουλος. Όταν λίγο αργότερα εκδιώχθηκε η αδελφότητα από τα Μετέωρα συνέβη και η διάσπασή της. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος το 1965. Διετέλεσε επί 9 χρόνια ιεροκήρυκας και πνευματικός προϊστάμενος του Ιερού Ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (Παναγίτσας) στο Παλαιό Φάληρο. Χρημάτισε γραμματέας και αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου επί αρχιεπισκοπίας Ιερωνύμου και Σεραφείμ. Το 1974 εξελέγη Μητροπολίτης Δημητριάδος και Αλμυρού. Συμμετείχε σε πολλές εκκλησιαστικές αποστολές στην Αλλοδαπή. Συνέγραψε πολλά θεολογικά και ηθικοπλαστικά έργα. Αρθρογράφησε στον εκκλησιαστικό τύπο και σε εφημερίδες. Το 1998 εξελέγη από την ιεραρχία Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Διετέλεσε επίσης Πρόεδρος του Δ.Σ της Σιβιτανιδείου Σχολής.
Έργο
Ίδρυμα Διακονίας, μία υπηρεσία με κέντρο πρόληψης για τα ναρκωτικά και λοιπές δραστηριότητες. Το Γραφείο Νεότητας με κατασκηνώσεις, αθλητικές δραστηριότητες, ραδιόφωνο, φοιτητικές συγκεντρώσεις, σχολές βυζαντινής μουσικής κ.α. Από το 2000 λειτουργεί η Αλληλεγγύη, μία μη κυβερνητική οργάνωση της Εκκλησίας της Ελλάδος. Πάμπολες χώρες δέχθηκαν την ποικιλόμορφη αρωγή της όπως π.χ τρόφιμα, ρούχα, φάρμακα, υλικό, βιβλία, κ.α. Επίσης θεσπίστηκε η επιδότηση τρίτου παιδιού στα πλαίσια προγράμματος στήριξης χριστιανικών οικογενειών της Θράκης με τη μορφή μηνιαίου επιδόματος 35.000-40.000 δραχμών ανά παιδί ανά μήνα, με σημαντικά αποτελέσματα προς την κατεύθυνση της αύξησης των γεννήσεων με τον αριθμό των γεννηθέντων ως τρίτων τέκνων...δι' έκαστον των ετών εφαρμογής αυτού, υπερδιπλάσιο των προ της εφαρμογής του Προγράμματος ετών. Το πρόγραμμα αυτό συνάντησε έντονες αντιδράσεις και χαρακτηρίστηκε από κάποιους ως τρόπον τινά ρατσιστικό διότι απέκλειε τις μουσουλμανικές οικογένειες. Επίσης δεν ήσαν και λίγες οι αντιδράσεις για την επιχορήγηση της Αλληλεγγύης με 5.600.000 Ευρώ καθώς επίσης και για τον πλούτο της συλλογής των προσωπικών του αντικειμένων.
1967-1973
Ο τέως Αρχιεπίσκοπος είχε δηλώσει ότι:
Ομολογώ ότι δεν ήξερα πως γίνονταν βασανιστήρια, πως υπήρχε ΕΑΤ-ΕΣΑ. Όλα αυτά ήρθαν στο φως μετά. Στον κύκλο μου δεν είχα ακούσει τέτοια πράγματα, δεν άκουγα ξένους σταθμούς, εκ των υστέρων τα έμαθα. Θα πει κανείς ότι ήμουν βαθιά νυχτωμένος. Μπορεί γιατί εγώ τότε σπούδαζα.Ο Μητροπολίτης Ζακύνθου, ο οποίος φερόταν ως αντιπολιτευόμενος, είχε δηλώσει ότι ο τέως Αρχιεπίσκοπος μάλλον ψεύδεται, γιατί είχε χρηματίσει γραμματέας της Ιεράς Συνόδου. Από τη θέση αυτή ήταν υποχρεωμένος να διαβάζει τις επιστολές του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών προς την Ιερά Σύνοδο, στις οποίες διαμαρτυρόταν για τα βασανιστήρια στην Ελλάδα την περίοδο εκείνη…
Επίσκοπος Δημητριάδος
Κατά τα 24 χρόνια που διετέλεσε Μητροπολίτης Δημητριάδος και Αλμυρού, επετέλεσε σημαντικό έργο στην περιοχή και κατέστη δημοφιλής στο τοπικό ποίμνιο. Ίδρυσε ραδιοφωνικό σταθμό, τον πρώτο για Μητρόπολη πλην Αθηνών, ιδιωτικό σχολείο της Μητρόπολης και ασχολήθηκε αρκετά με τη νεολαία. Αρθρογραφούσε σε πολλά έντυπα, εκφράζοντας ρηξικέλευθες απόψεις προκαλώντας έτσι διάφορες αντιδράσεις. Εξαιτίας ενός άρθρου του το δημοτικό συμβούλιο του Βόλου, με ψήφισμά του στις 28 Ιουνίου 1984 τον κήρυξε ανεπιθύμητο για την πόλη, καθώς θεωρήθηκε ότι είχε ξεφύγει από τα πλαίσια των θρησκευτικών αρμοδιοτήτων του και έβαλλε κατά των Δημοκρατικών Θεσμών.
Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος
Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος εμφανίστηκε να έχει υψηλά ποσοστά δημοτικότητας. Αυτό οφείλεται στο ότι από τις πρώτες ημέρες της θητείας του άσκησε έναν σημαντικό δημόσιο λόγο και είχε αρκετή προβολή από τα Μ.Μ.Ε. Έντονη ήταν η προσπάθειά του να προσελκύσει την νεολαία, χρησιμοποιώντας εκφράσεις όπως σας πάω.. Η χρήση της φράσης αυτής έγινε από ορισμένους αντικείμενο αρνητικών χαρακτηρισμών. Σε τηλεοπτικές του εμφανίσεις είχε αποφύγει να αναφερθεί στις σύγχρονες θέσεις επί της σεξουαλικότητας των νέων υποστηρίζοντας την άποψη πως ο νέος στην Εκκλησία βαθμιαία αλλάζει εμφάνιση και συμπεριφορά. Με δήλωσή του στην τηλεόραση ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος είχε χαρακτηρίσει την ομοφυλοφιλία «κουσούρι». Είχε δεχθεί στην Αθήνα τον αποθανόντα Πάπα. Επεσκέφθη στο Βατικανό τον νυν Ποντίφηκα Ρώμης καθώς επίσης συμμετείχε στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών στην Ελβετία. Το κύρος του επλήγη τελευταία με την υπόθεση Βαβύλη.To μεγάλο πλήθος των θερμών φίλων του αλλά και οι πολλοί άσπονδοι εχθροί του αποδεικνύουν το μέγεθος της προσωπικότητάς του.
Θρησκευτικός Πόλεμος
Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος συνδέθηκε με μία μεγάλη σύγκρουση μεταξύ εκκλησίας και κράτους, που έλαβε χώρα το 2001, όταν η ελληνική κυβέρνηση υπό την πρωθυπουργία του Κωνσταντίνου Σημίτη επιχείρησε, κατόπιν υποδείξεως της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων να αφαιρέσει την αναγραφή του θρησκεύματος από την αστυνομική ταυτότητα των Ελλήνων πολιτών. Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος αντιτάχθηκε σθεναρά. Οργάνωσε δύο τεράστια συλλαλητήρια στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη μαζί με πολλούς μητροπολίτες. Στο δε συλλαλητήριο των Αθηνών παρευρέθη και ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Μόσχας και πάσης Ρωσσίας Αλέξιος. Ο μακαριστός Χριστόδουλος ύψωσε το λάβαρο της Αγίας Λαύρας. Έγινε προσπάθεια συλλογής υπογραφών για τη διενέργεια δημοψηφίσματος για την προαιρετική αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες, η οποία κατέληξε στη συλλογή, κατά τα στοιχεία της Εκκλησίας, 3 εκατομμυρίων υπογραφών. Ο τότε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και νυν πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής υπέγραψε το αίτημα της Εκκλησίας. Ωστόσο, η αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες, ακόμα και σε εθελοντική βάση, όπως ζήτησε τελικά ο Αρχιεπίσκοπος, κρίθηκε αντισυνταγματική από τα ελληνικά δικαστήρια και ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωστής Στεφανόπουλος απέρριψε το αίτημα του Αρχιεπισκόπου, καθώς δεν προβλέπεται από το Σύνταγμα τέτοια διαδικασία για την διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Συχνά, οι δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου ερμηνεύονταν ως πολιτικές τοποθετήσεις και επίδειξη δύναμης, που σκοπό είχαν να πλήξουν την τότε κυβέρνηση. Προκάλεσε δημόσιο σχολιασμό η δήλωσή του περί άγνοιας για τα τραγικά σύμβαντα στη διάρκεια των 1967-1974, όπως και οι φημολογίες για αλλεπάλληλα οικονομικά και γενετήσια σκάνδαλα στους κόλπους της Εκκλησίας. Την παραίτηση του μακαριστού αρχιεπισκόπου είχε ζητήσει ο πρόεδρος του Συνασπισμού, Αλέκος Αλαβάνος, επειδή αποκάλεσε νέους Διοκλητιανούς όσους επιζητούσαν τον χωρισμό κράτους-Εκκλησίας, δηλώνοντας ότι “..χρησιμοποιεί το θρησκευτικό συναίσθημα για να διχάσει τον λαό σε πιστούς και σε άπιστους..”
Πορεία προς τον Γολγοθά
Toν Ιούνιο του 2007 διαγνώστηκε ξαφνικά ότι πάσχει από καρκίνο του παχέος εντέρου. Χειρουργήθηκε με επιτυχία για την αφαίρεση του όγκου. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας όμως διαγνώστηκε και δεύτερος όγκος στο συκώτι, καθώς επίσης και κίρρωση. Τον Αύγουστο μεταφέρθηκε στις ΗΠΑ και τέθηκε σε αναμονή για εύρεση μοσχεύματος. Κατά τη χειρουργική επέμβαση στις 8 Οκτωβρίου δεν κατέστη δυνατή η μεταμόσχευση καθώς διαπιστώθηκαν πολλαπλές μεταστάσεις… Κατά τη διάρκεια της κατ' οίκον νοσηλείας του, τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο επισκέφθηκε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας, ο Πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής, αρκετοί ακόμα πολιτικοί καθώς επίσης και μέλη της Ιεράς Συνόδου. Στα τελευταία στάδια της διαρκώς επιδεινούμενης ασθένειας του αρνήθηκε περαιτέρω ιατρική αγωγή καθώς και την νοσηλεία του σε νοσοκομείο.
Τέλος
Ο θάνατος το τίμημα της αμαρτίας
[μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου -αποσπάσματα]
Ο θάνατος είναι καρπός της αμαρτίας. Εχθρόν τού ανθρώπου τον αποκαλεί ο Απ. Παύλος. Δεν τον έκαμε ο Θεός, ο οποίος έπλασε τον άνθρωπο αθάνατο. Με ψυχή αθάνατη και με σώμα αθάνατο. Ο θάνατος «εισήλθεν εις τον κόσμον» με πρωτοβουλία τού διαβόλου, εξ αιτίας τού φθόνου του για τον άνθρωπο και ήλθε μετά την πρώτη αμαρτία, την «πτώσιν» ως τίμημα της, ως τιμωρία. Ως τιμωρία ο θάνατος πλήττει μόνο το σώμα, που έκτοτε έγινε φθαρτό και θνητό. Πεθαίνει, λέμε ο άνθρωπος, και εννοούμε ότι παύει να ζει, να κινήται, να ομιλεί, να δρα. Το σώμα του το τοποθετούμε μέσα στη γη, το παραδίδουμε στη φθορά. Ύστερα από λίγα χρόνια, τις σάρκες του τις έχουν φάγει τα σκουλήκια, τίποτε δεν μένει, μόνο τα κόκκαλα. Μπροστά στο φρικτό αυτό θέαμα σταματά ο νους τού ανθρώπου. Δεν θέλει να πεθάνει κανείς μας. Όσο κι αν ο θάνατος είναι το πιο βέβαιο γεγονός, όσο κι αν παραδεχόμαστε ότι κάποτε θα πεθάνουμε, όπως πέθαναν όλοι όσοι έζησαν σ αυτό τον κόσμο, εν τούτοις δεν μπορούμε να συμβιβαστούμε και να συμφιλιωθούμε με το γεγονός αυτό. Και είναι και τούτο μια ακόμη απόδειξη τού ότι είμαστε πλασμένοι γιά την αιωνιότητα και την αφθαρσία. Μπορεί η αμαρτία να μας έφερε το θάνατο, άλλα τον έφερε σαν ανεπιθύμητο Επισκέπτη, από τον οποίο ζητούμε να απαλλαγούμε το συντομότερο. Δεν τον ανεχόμαστε και δεν τον Επιθυμούμε. Όνειρο τού ανθρώπου είναι να κατανικήσει το θάνατο, να παρατείνει τη ζωή του στη γη….
____Τι θα συμβεί μετά το θάνατο μας____
Στη ζωή, λοιπόν, αυτή είμαστε προσωρινοί και μέλλουμε να αποδημήσουμε σαν τα πουλιά που έρχονται κάπου γιά να φύγουν στην εποχή τους. Κανείς δεν έμεινε επί της γης αθάνατος. Όσοι γεννηθήκαμε, θα πεθάνουμε κάποτε. Και αξίζει να μάθουμε τι περί θανάτου και περί των μετά θάνατον διδάσκει η Εκκλησία μας, Γιατί μόνο αυτή η διδασκαλία μπορεί να ρίψει κάποιο φως και να φωτίσει κάπως το «φοβερώτερον τού θανάτου μυστήριον».
…Ο θάνατος, λοιπόν, είναι μία κλήση τού Θεού. Μάς καλεί ο Θεός να μεταβούμε κάπου άλλου. Που; Καμμιά φιλοσοφία και κανένας ανθρώπινος στοχασμός δεν μπόρεσε ούτε μπορεί να απαντήσει αυθεντικά στο κρίσιμο αυτό ερώτημα. Ο άνθρωπος μπορεί να περιγράψει το θάνατο, όχι να τον ερμηνεύσει. Δεν γνωρίζει τι τον ακολουθεί, που πηγαίνει ο άνθρωπος, τι κάνει εκεί. Όλα αυτά καμιά Επιστήμη, καμιά σκέψη ανθρώπου δεν μπορεί να τα εξιχνιάσει. Γιατί άπλούστατα δεν υποπίπτουν στις ανθρώπινες δυνατότητες, δεν επιδέχονται παρατήρηση, πείραμα, λογισμό. Είναι της πίστεως θέματα. Μόνο με την πίστη και με την αποκάλυψη της αλήθειας από τον ίδιο τον Θεό μπορούμε κάτι να μάθουμε για τα έσχατά μας. Επομένως όχι η περιγραφή, αλλά η εξήγηση τού φαινομένου τού θανάτου τού ανθρώπου μας ενδιαφέρει και αυτό είναι το πιο σπουδαίο.
Βέβαια ακόμη και στην περιγραφή τού θανάτου ο άνθρωπος υστερεί. Ακόμη συζητούν οι ιατροί για το τι είναι θάνατος και κυρίως για το πότε επέρχεται. Και δεν συμφωνούν στα σημεία αυτά, γατί νεώτερες έρευνες πείθουν ότι ο άνθρωπος δεν πεθαίνει «όταν βγει η ψυχή του» όπως λέμε, ούτε όταν κλείσει τα μάτια του, ούτε ακόμη όταν ο εγκεφαλογράφος παρουσιάζει ευθεία τη γραμμή τού εγκεφαλογραφήματος. Το ζήτημα τού πότε επέρχεται ακριβώς ο θάνατος στασιάζεται σήμερα. Και ασφαλώς κάπου θα καταλήξουν οι αρμόδιοι, όμως από αυτό αντιλαμβανόμεθα πόσο δύσκολο είναι να μας πη η Επιστήμη τι συμβαίνει ύστερα από το θάνατο, όταν τον ίδιο το θάνατο που βλέπει και ψηλαφά δυσκολεύεται να προσδιορίσει με ακρίβεια.
____Η ώρα τού θανάτου____
Η Εκκλησία αποκαλεί τον θάνατον «φοβερότατον μυστήριον». Και πράγματι είναι. Μιλάει ακόμη για «αγώνα της ψυχής» που χωρίζεται από το σώμα. Τα πατερικά βιβλία είναι γεμάτα από ιστορίες που έχουν σχέση με τις τελευταίες στιγμές τού ανθρώπου. …Φαίνεται ότι ο άνθρωπος κατά την ώρα τού θανάτου του βλέπει διάφορα οράματα…Τα ίδια πατερικά βιβλία αποκαλούν τους δαίμονες «τελώνια». Η λέξη προδίδει την ύπαρξη εμποδίων ή έλεγχου για τη μετάβαση της ψυχής στον ουρανό. Και πράγματι γίνεται πόλεμος εκείνη την ώρα για την κατοχή μιας ψυχής. Περί των τελωνίων ομιλεί ο αρχαίος εκκλησιαστικός συγγραφεύς Ωριγένης, και επιμένει στη διαδικασία που γίνεται αυτή την ώρα για την τύχη της ψυχής. «Ταρτάριοι άρχοντες και σκοτειναί παρατάξεις» κατά τον άγιο Διάδοχο Φωτικής κυκλώνουν το νεκρικό κρεβάτι. Ο Δε Κύριλλος Αλεξανδρείας συμπληρώνει: «Η ψυχή χωριζόμενη βλέπει τους φοβερούς και αγρίους και απηνείς και ανηλεείς και εχθίστους δαίμονας ως Αιθίοπας ζοφώδεις περιιπταμένους». Τα τελώνια αυτά είναι, κατά τα πατερικά βιβλία, πέντε: ήτοι της καταλαλιάς, της οράσεως, της ακοής, της οσφρήσεως και της αφής, όσες δηλαδή και οι αισθήσεις μας. Οι αγαθοί άγγελοι που παρίστανται δεν εγκαταλείπουν στην τύχη της την ψυχή. Αγωνίζονται να την κερδίσουν για τον ουρανόν...
Η ώρα τού θανάτου είναι η πιο φρικτή. Όλα αυτά συμβαίνουν αυτήν την ώρα και εμείς δεν παίρνουμε είδηση. Η Εκκλησία μας, όμως, που διδάσκει αυτά μας προτρέπει να ευχόμαστε για την ώρα τού θανάτου μας. Και πρώτα απ’ όλα έχει ειδικές ευχές εις Ψυχορραγούντα. Ο ιερεύς δηλ. προσέρχεται παρά την κλίνην τού αποθνήσκοντος και δέεται να διευκολύνει ο Θεός την έξοδο της ψυχής του και να την πάρει μαζί του. Οι ευχές αυτές είναι χαρακτηριστικές και αποδίδουν όλη την ιερή παράδοση γι' αυτή τη δύσκολη ώρα. Παράλληλα, πως είπαμε, η Εκκλησία μας μας διδάσκει να προσευχόμαστε για την ώρα τού θανάτου μας να μην είναι αιφνίδια και να μη περιέλθουμε στην κυριαρχία των τελωνίων, των δαιμόνων: «Και εν τω καιρώ της εξόδου μου, την αθλίαν μου ψυχήν περιέπουσα και τας σκοτεινάς όψεις των πονηρών δαιμόνων πόρρω αυτής απελαύνουσα» λέμε προς την Παναγίαν μας...
Την Δευτέρα στις 28 Ιανουαρίου του 2008 στις 5:15 το πρωί άφησε τη τελευταία του πνοή σε ηλικία 69 ετών. Απεβίωσε στην οικία του, όπως ο ίδιος είχε ζητήσει. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας η σορός του μεταφέρθηκε στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό της Αθήνας για λαϊκό προσκύνημα. Η ελληνική κυβέρνηση κήρυξε τετραήμερο εθνικό πένθος.

http://www.youtube.com/watch?v=9yR7g4G2asA&feature=related
Εξόδιος ακολουθία
Η εξόδιος ακολουθία του μακαριστού αρχιεπισκόπου έγινε την Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2008, στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό της Αθήνας, χοροστατούντος του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Στην ακολουθία παρευρέθη εκτός της Ιεράς Συνόδου, σύσσωμη η Κυβέρνηση και οι αρχηγοί των πολιτικών κομμάτων, ο Πρόεδρος της Βουλής, οι τ. Πρόεδροι της Δημοκρατίας, ο τ. Βασιλεύς και τ. Βασίλισσα, οι Πατριάρχες Αλεξανδρείας, Ιεροσολύμων, και Ρουμανίας, οι Αρχιεπίσκοποι Κύπρου, Αλβανίας, Αμερικής και Κρήτης, Μητροπολίτες -εκπρόσωποι των Πατριαρχών Αντιοχείας και Μόσχας, 4μελή αντιπροσωπεία του Πατριάρχου των Κοπτών Αιγύπτου και Αιθιοπίας, Καρδινάλιος εκπρόσωπος του Πάπα, ο επίσκοπος Λονδίνου ως εκπρόσωπος της Αγγλικανικής Εκκλησίας, ο Μουφτής Ξάνθης, εκκλησιαστικοί αντιπρόσωποι άλλων θρησκειών καθώς επίσης και μεγάλος αριθμός ξένων διπλωματών ορθοδόξων και μη Χωρών. Έξω δε από το Ναό αλλά και σε όλη την πόλη της Αθήνας λαοθάλασσα είχε συρρεύσει για να απευθύνει το ύστατο χαίρε. Ακολούθησαν επικήδειοι λόγοι. Στη συνέχεια η σορός τοποθετήθηκε επάνω σε κιλλίβαντα πυροβόλου. Η πομπή κατάληξε στο Α Νεκροταφείο Αθηνών όπου ακολούθησε πατριαρχικό τρισάγιο και ο ενταφιασμός.
http://www.youtube.com/watch?v=CCJOmvGohLc&feature=related
Μουσάων, αἵ τ’ ἄνδρα πολυφραδέοντα τιθείσι θέσπιον αὐδηέντα.
( Ἡσίοδος, ἀποσπάσματα )
( Ἡσίοδος, ἀποσπάσματα )
Αἰωνία ἡ μνήμη.....
Αἰωνία αὐτοῦ ἡ μνήμη.
Διὸ καὶ ἐπεφθέγγοντο οἱ Πυθαγόρειοι ὡς
μεγίστου ὅρκου ὄντος τῆς τετράδος·
οὐ μὰ τὸν ἁμετέρᾳ κεφαλᾷ παραδόντα τετρακτύν
παγὰν ἀενάου φύσεως ῥίζωμά τ΄ ἔχουσαν.
μεγίστου ὅρκου ὄντος τῆς τετράδος·
οὐ μὰ τὸν ἁμετέρᾳ κεφαλᾷ παραδόντα τετρακτύν
παγὰν ἀενάου φύσεως ῥίζωμά τ΄ ἔχουσαν.
ΙΣΤΟΡΙΑ
Η Συμβολή των Ελλήνων Ιεραρχών της Μακεδονίας
στην Ευόδωση του "Μακεδονικού Αγώνα"
.
Ομιλία του Μητροπολίτου Δημητριάδος κυρού Χριστοδούλου, μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος
Της επισήμου ενάρξεως του 4ετούς Μακεδονικού Αγώνος (1904-1908) είχε προηγηθεί μακρά περίοδος αγωνίας και αγώνων του μακεδονικού Ελληνισμού, που ήταν στόχος των βουλγάρων "Εξαρχικών" και των πάντοτε καιροφυλακτούντων ευρωπαίων μισελλήνων. Παράλληλα, δύο άλλο παράγοντες, ο ρωσικός και ο τουρκικός, έκαστος για ιδικούς του λόγους, προέβαιναν συνεχώς σε ανθελληνικές ενέργειες, επιδιώκοντας ο μεν την προώθηση του πανσλαβιστικού σχεδίου εξόδου στο Αιγαίο, ο δε την διαίρεση των ορθοδόξων πληθυσμών και την αποδυνάμωση του πνευματικού των κέντρου, δηλ. του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Υπό το πρίσμα αυτό θα πρέπει να θεαθεί και το πρωτοφανές γεγονός της ανακηρύξεως της βουλγαρικής Εξαρχίας με σουλτανικό φιρμάνι του Αβδούλ Αζίζ της 10ης Μαρτίου 1870, το άρθρο 10 του οποίου προέβλεπε τη δυνατότητα επεκτάσεως του εξαρχάτου, πέρα από τις περιοχές που αναγνωρίσθηκαν ως εξαρχικές και σε άλλα μέρη, αν το σύνολο ή τα 2/3 τουλάχιστον των κατοίκων των επιθυμούσαν να υπαχθούν στην Εξαρχία. Το άρθρο αυτό, που έχει χαρακτηρισθεί ως "μακιαβελικής συλλήψεως" προετοίμαζε τη διαίρεση μεταξύ των χριστιανικών πληθυσμών και προωθούσε τον οξύ φυλετικό ανταγωνισμό. Ας σημειωθεί ότι το φιρμάνι είχε συντάξει ο ρώσος πρεσβευτής στην Πόλη Στρατηγός Ιγνάτιεφ, γνωστός μισέλλην και θιασώτης του πανσλαβισμού. Η ίδρυση, έστω και με αυτόν τον ανορθόδοξο τρόπο, της βουλγαρικής Εξαρχίας σήμαινε νίκη των ρώσων εναντίον των γάλλων, που είχαν προσπαθήσει, και μέχρις ενός σημείου πετύχει, να προσδέσουν στον βουλγαρικό ίππο -που αφηνιάσας από τα κεντρίσματα του φυλετικού εθνικισμού ζητούσε εκκλησιαστική χειραφέτηση- στο άρμα του Βατικανού δια της Ουνίας και των Λαζαριστών Μοναχών, που προωθούσαν την καθολική επιρροή στα Βαλκάνια. Γι΄ αυτό οι άγγλοι φαίνονταν ικανοποιημένοι από την επιτυχία των ρώσων. Άλλο τόσο ικανοποιημένοι ήσαν και οι τούρκοι, που είχαν πετύχει τη διάσπαση της ενότητας των ορθοδόξων της Βαλκανικής. Η σύσταση της βουλγαρικής Εξαρχίας σηματοδοτεί μια νέα περίοδο στην ιστορία της Μακεδονίας, περίοδο που στιγματίζεται από την αρχικά ήπια και ειρηνική προσπάθεια των βουλγάρων κομιτατζήδων για την εθνολογική αλλοίωση υπέρ των σλαβοφίλων των ελληνικών πληθυσμών της Μακεδονίας και που, μετά την αποτυχία της, μετεβλήθη σε βίαιη, σφοδρή και με απηνείς διώξεις και δολοφονίες Ελλήνων εκστρατεία αφελληνισμού της Μακεδονίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι η βουλγαρική εθνική συνείδηση είχε σχεδόν εξαλειφθεί επί τουρκοκρατίας, διότι δέσποζε τότε η ενότητα όλων των βαλκανικών λαών υπό την κοινή σκέπη της Μητέρας Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, που είχαν αποκτήσει την εθνοθρησκευτική ταυτότητα του Ρωμηού, ως πνευματικά τέκνα της Νέας Ρώμης. Τώρα όμως και ιδίως μετά τον πρώτο αφυπνιστή του βουλγαρικού εθνοφυλετισμού αγιορείτη Μοναχό Παϊσιο Βελιτκόφσκυ (1722-1789), που συνέγραψε το βιβλίο "Ιστορία Σλοβενοβουλγαρική του λαού των Βουλγάρων, των Τσάρων και των Αγίων" -το οποίο τυπώθηκε και διαδόθηκε το 1844, με σκοπό να προσδώσει στους βουλγάρους εθνική συνείδηση- οι ρώσοι εμπνευστές της εκκλησιαστικής Εξαρχίας, αφού αποκόπτουν τους βουλγάρους από τον μαστό της Μητέρας Εκκλησίας, τροφοδοτούν με φανατισμό τη σλαβική δήθεν των βουλγάρων, ενώ κατά τους περισσότερους ιστορικούς οι βούλγαροι είναι λαός τουρκομογγολικής καταγωγής, συγγενείς των Ούννων (Δημ. Μιχαλόπουλου, Οι βούλγαροι είναι ... τούρκοι, στο "Βήμα" 23.8.92). Οι πολιτικές σκοπιμότητες και τα πολιτικά συμφέροντα επισκιάζουν συχνά τις ιστορικές πραγματικότητες. Δημιουργώντας την Εξαρχία οι ρώσοι απέβλεπαν αφ΄ ενός μεν στην εφαρμογή του δόγματος "Κυρίαρχο κράτος - κυρίαρχη Εκκλησία" και άρα υποτελής στην πολιτική εξουσία, αφ΄ ετέρου δε στην κινητοποίηση μιας δυνάμεως πιέσεως εναντίον των Ελλήνων, με όργανο τον σλαβικό εθνικισμό, επενδεδυμένο με εκκλησιαστικό μανδύα για την παραπλάνηση ιδίως των αγροτικών πληθυσμών. Έτσι το σχέδιο υφαρπαγής της Μακεδονίας και συρρίκνωσης του Ελληνισμού -που δεν έπαυσε να ισχύει, με τις ευλογίες πάντοτε των "ασπόνδων" φίλων μας, όπως και τότε, άριστα καταστρωμένο και αοράτως δορυφορούμενο από επιδέξιους χειριστές- έμελλε να θέσει σε κίνδυνο την προαιώνια ελληνικότητα της γης αυτής, που την εποφθαλμιούν και σήμερα οι ίδιοι πανσλαβιστές. Το σχέδιο αυτό, καταλλήλως υποστηριζόμενο, κατά περίπτωση, άλλοτε από τους ρώσους, άλλοτε από τους άγγλους και άλλοτε από άλλους, κατά την επιταγή των πολιτικών των συμφερόντων, άρχισε να εφαρμόζεται με σαφείς προθέσεις αφελληνισμού ολοκλήρων περιοχών, όπως π.χ. της Ανατολικής Ρωμυλίας (1885), της οποίας η από τους βουλγάρους δια των όπλων προσάρτηση έγινε με τις ευλογίες των άγγλων, προθέσεις που δεν άργησαν να υλοποιηθούν με τη χρήση βίας εναντίον των σκληρά αμυνομένων της εθνικής των συνείδησης ελληνικών πληθυσμών. Από το 1889 και ιδίως από το 1893, έτος ιδρύσεως στη Θεσσαλονίκη του βουλγαρικού Κομιτάτου, εφαρμόζεται συστηματικά μία πολιτική διωγμού του ελληνικού στοιχείου, που κορυφώνεται το 1906 με καταστροφή μεγάλων και ανθηρών ελληνικών πόλεων και με το ξερίζωμα των ελληνικών κοινοτήτων της Αγχιάλου, του Πύργου, της Μεσημβρίας, της Φιλιππουπόλεως, της Βάρνης, της Σκλύμνου κλπ. (Κ. Γάλλου, Ο Μακεδονικός Αγώνας στη Δυτική Μακεδονία και ο σοβαρός ρόλος της Εκκλησίας στην ευόδωση του, στο περιοδικό "Παράδοση", Α΄, 2) Οι ωμότητες των βουλγάρων Κομιτατζήδων σε βάρος των Ελλήνων της Μακεδονίας περιγράφονται στην "Κυανή Βίβλο" που εξέδωσε η βρεττανική κυβέρνηση το 1903. Ιδού ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα: "Η δολοφονία είναι το κυριώτερον όπλον των βουλγαρικών κομιτάτων. Προ ουδενός υποχωρούσιν. Οι Έλληνες είναι κυρίως τα θύματά των. Κατά χιλιάδες εφονεύθησαν οι Έλληνες κατά τα τελευταία πέντε ή εξ έτη... αθώων και αόπλων εκβιάσεις, ληστείαι, δολοφονίαι ανδρών και γυναικών, ανελεήμονα βασανιστήρια ιερέων, ιατρών, διδασκάλων κατακρεουργήσεις, ναών εμπρησμοί... καταστροφή χριστιανών Ορθοδόξων... γενική τρομοκρατία, πλήμμυρα αίματος" (Στοιχεία σχετικά εις Σαρ. Καργάκου, Κεφάλαια Μακεδονικής Ιστορίας, στο περιοδικό "Πολιτικά Θέματα", Ιαν. 1992).
Στο μεταξύ στην Αθήνα ιδρύονταν μυστικές εταιρείες, κατά το πρότυπο της Φιλικής, με σκοπό την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τους τούρκους, που είχαν άδοξο τέλος, γιατί περιορίζονταν σε λόγια και μόνο λόγια. Το 1903 ιδρύεται στην Αθήνα από τους Στέφανο Δραγούμη, Δημ. Καλαποθάκη κ.ά. το "Ελληνικό Κομιτάτο", που επιτυγχάνει να κινητοποιήσει την ελληνική κυβέρνηση. Το επίσημο κράτος προηγουμένως, αφού μετά τη σύσταση του Βασιλείου είχε αποκαταστήσει διπλωματικές σχέσεις με την Υψηλή Πύλη, είχε κατορθώσει να συστήσει ελληνικά προξενεία στα κυριότερα μέρη του υπόδουλου Ελληνισμού, που απετέλεσαν κέντρα εθνικής εγρήγορσης, με τους εμπνευσμένους, σε πλείστες περιπτώσεις, ελληνόψυχους προξένους των, όπως ο Θεόδωρος Βαλλιάνος στη Θεσσαλονίκη, ο Πέτρος Λογοθέτης στο Μοναστήρι, ο Ίων Δραγούμης, ο Σταμ. Πεζάς κ.ά. Αυτοί, ζώντες εκ του πλησίον την κατάσταση και διαβλέποντες τα δεινά που επρόκειτο να ακολουθήσουν, σε περίπτωση επιτυχίας των ρωσικών σχεδίων, άρχισαν να πιέζουν την ελληνική κυβέρνηση για ενεργότερη ανάμειξη του εθνικού κέντρου στα πράγματα της Μακεδονίας. Ζητούσαν, μεταξύ άλλων, οικονομικό πόλεμο εναντίον των βουλγαριζόντων, λήψη μέτρων εναντίον των βουλγάρων, αποθάρρυνση των εκκλησιαστικών προσώπων που διέκειντο φιλικά προς τους βουλγάρους, καλλιέργεια ακαταλλάκτου μίσους εναντίον παντός του βουλγαρικού. Όμως το κέντρο, απορροφημένος με τις δικές του πληγές, δεν συνειδητοποίησε εγκαίρως τον κίνδυνο.
Τον κίνδυνο ωστόσο είχε συνειδητοποιήσει το Πατριαρχείο, που αρχικά συνεσκιασμένως, αλλά μετά τη σύσταση της βουλγαρικής Εξαρχίας φανερά και απροκάλυπτα, έλαβε θέση αμύνης απέναντι στις πανσλαβικές βλέψεις και μεθοδείες. Έτσι, με απόφαση της Ενδημούσης Συνόδου του 1872 καταδίκασε τον εθνοφυλετισμό ως αίρεση και τους Εξαρχικούς κήρυξε σχισματικούς. Εφεξής η λέξη "σχισματικός" εννοούσε τον βούλγαρο, η δε λέξη "πατριαρχικός" εννοούσε τον Έλληνα. Κατά την απόφαση του 1872 ο εθνοφυλετισμός ήταν "τι ξένον και όλως αδιανόητον" για την Ορθοδοξία και ως κριτήριο αυτοκεφαλίας διότι εισήγαγε "το κακόν της εκκλησιαστικής κατατομής, συγχύσεως και διαλύσεως μέχρι και αυτών των κατ΄ οίκον Εκκλησιών" και ως αντίθετο στοιχείο της ουσίας της Εκκλησίας, ούσης κοινωνίας πνευματικής προορισμένης να συμπεριλάβει όλα τα έθνη (ΑΘ. Αγγελοπούλου, Μακεδονικό ζήτημα, Η εκκλησιαστική ιστορικοκανονιή άποψη από το 1944 κι εδώ, στην "Εκκλησιαστική Αλήθεια", 16.12.88). Παράλληλα το Πατριαρχείο, επί Πατριάρχου Κωνσταντίνου Ε΄ του Βαλλιάδου, προήγαγε σε Μητροπόλεις όλες τις Επισκοπές της Μακεδονίας και απέστειλε στις μακεδονικές αυτές Μητροπόλεις νέους, φλογερούς πατριώτες και αποφασισμένους ποιμένες ως Μητροπολίτες, που ετέθησαν αμέσως επικεφαλής του πολύμορφου αγώνα για τη διάσωση της Μακεδονίας. Ανάμεσα σ΄ αυτούς σελαγίζουν τα ονόματα του Καστορίας Γερμανού Καραβαγγέλη, του Πελαγονίας Ιωακείμ Φοροπούλου, του Δράμας Χρυσοστόμου Καλαφάτη, του Κορυτσάς Φωτίου Καλπίδου, του Νευροκοπίου Θεοδωρήτου Βατματζίδου, του Γρεβενών Αιμιλιανού Λαζαρίδου, του Θεσσαλονίκης Αλεξάνδρου Ρηγοπούλου, του Σερρών Γρηγορίου, του Μελενίκου Ειρηναίου Παντολέοντος, του Βοδενών Στεφάνου Δανιηλίδου κλπ. Σ΄ αυτούς κυρίως και σε πολλούς άλλους η Μεγάλη Εκκλησία ανέθεσε την αποστολή διασώσεως της Μακεδονίας από την πανσλαβιστική απειλή και αυτοί κυρίως εβάστασαν τον καύσωνα της ημέρας και το ψύχος της νυκτός, της ασελήνου και οργιώδους. Χωρίς αυτούς ο Ελληνισμός θα είχε χαθεί από τη Μακεδονία πολύ πριν το 1903, δηλ. πριν εκδηλωθεί η αντίδραση του ελληνικού βασιλείου και προετοιμασθούν τα πρώτα ένοπλα τμήματά του.
Με δεδομένα τον ανοικτό ανταγωνισμό Πατριαρχείου και Εξαρχίας και την ανάγκη αναχαιτίσεως του πανσλαβισμού, "προβαίνοντος γιγαντιαίοις βήμασι προς βλάβην του Ελληνισμού" κατά την φράση του Θ. Βαλλιάνου, οι Ιεράρχες αυτοί, αποτελούντες τους ευέλπιδες Εκκλησίας και Γένους, ανέλαβαν με ενθουσιασμό και φρόνημα ηρωικό τον αγώνα των και επετέλεσαν θαύματα. Άγοντες οι περισσότεροι ηλικία κάτω των 40 ετών όταν απεστάλησαν, μερικοί δε και κάτω των 35, διαθέτοντες ευφυία οξυδερκή, παράστημα αρρενωπό και επιβλητικό, μόρφωση σπάνια, γλωσσομάθεια, φρόνημα ακμαίο και ακατάβλητο, αγάπη προς το Γένος μέχρι λατρείας, ηρωισμό και γενναιότητα και δεινότητα ρητορική και διπλωματική, εκλαμβάνονταν παρά των Ελλήνων Ορθοδόξων ως Αρχάγγελοι, σταλθέντες στην κατάλληλη στιγμή, ενώ παρά των εξαρχικών εκλαμβάνονταν ως πολέμαρχοι ανίκητοι και απτόητοι. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό, κατά το οποίο οι ακόλουθοι του Μητροπολίτου Καστορίας Γερμανού Καραβαγγέλη συνέλαβαν περιφερόμενο έξω από τη Μητρόπολη, έναν ύποπτο, που ανακρινόμενος ομολόγησε ότι είχε σταλεί από το βουλγαρικό Κομιτάτο να δολοφονήσει τον ιεράρχη, αλλά δεν εκτέλεσε την εντολή όταν είδε τον Γερμανό "ένα λεβέντη -όπως είπε- που έμοιαζε με τον Θεό". Οι Ιεράρχες αυτοί εργάσθηκαν εν πολλοίς, μόνοι. Συχνά όμως τους συνέτρεχε κόσμος ολόκληρος ενόπλων και αόπλων, που στάθηκε αλληλέγγυος μαζί των. Ο κόσμος όμως αυτός δεν βρέθηκε εκεί από μόνος του, οιονεί ως από μηχανής θεός. "Χρειάσθηκε -κατά τον Π. Κανελλόπουλο- πολλή δουλειά, οργανωτική ικανότητα, που πολύ σπάνια δείχνουν οι Έλληνες, ακόμα και στη ελεύθερη πατρίδα τους, συντονισμός ενεργειών σε χώρα που βρισκόταν κάτω από τον ζυγό ενός ισχυρού μακροχρόνιου κατακτητή, της οθωμανικής αυτοκρατορίας". Όμως κέντρα συντονισμού, οργανώσεως, εμπνεύσεως και κατευθύνσεων ήταν οι έδρες των Μητροπόλεων. Εκεί οι ανύστακτοι φρουροί Ιεράρχες, με τα ηγετικά των προσόντα, ανεδείχθησαν αρχηγοί του αγώνα, συμπράττοντες με τους πιο ποικίλους παράγοντες, δηλ. τα ελληνικά προξενεία, τους αξιωματικούς του ελληνικού στρατού, τους ντόπιους λαϊκούς οπλαρχηγούς, τους επιστήμονες, τα σωματεία, τις κοινότητες, τους δασκάλους, τους Ιερείς, τους τραπεζίτες, τον λαό. Με όλους συνεργάσθηκαν χωρίς εγωισμούς και φανφαρονισμούς, χωρίς ιδιοτέλεια, χωρίς καπετανισμούς. Αλλά το όραμα της σωτηρίας της πατρίδος. Αρχικά άοπλοι. Τα όπλα ήλθαν αργότερα. Το άοπλο πνεύμα του Ελληνισμού είχε προηγηθεί του ενόπλου αγώνα με κεντρικό άξονα την Εκκλησία. Έτσι, οι Ιεράρχες ρίχτηκαν στον μεγάλο αγώνα, προς αντιμετώπιση σοβαρών προβλημάτων του υπόδουλου Ελληνισμού.
Το πρώτο και επείγον που είχαν να αντιμετωπίσουν οι νέοι αυτοί Ιεράρχες ήταν η εμψύχωση και η αναπτέρωση του καταπτοημένου ηθικού των ελληνικών πληθυσμών, που δεινοπαθούσαν υπό τα ανηλεή πλήγματα των κομιτατζήδων. Το έργο ήταν δυσχερές και επικίνδυνο. Η ύπαιθρος χώρα κυριαρχούνταν από τις συμμορίες των Βουλγάρων που με φωτιά και τσεκούρι αδρανοποιούσαν κάθε εστία Ελληνισμού. Ολόκληρα χωριά, προ της ασκουμένης βίας και τρομοκρατίας, μεταπηδούσαν στην Εξαρχία, ενώ Ιερείς, δάσκαλοι και πρόκριτοι σφάζονταν καθ΄ ημέραν ανηλεώς. Ιδού πώς περιγράφει στα "Απομνημονεύματα" του ο Γερμανός Καραβαγγέλης την κατάσταση στην περιοχή Καστοριάς, όταν ο ίδιος εγκατεστάθη εκεί (1900): "Οι συμμορίες (των βουλγάρων κομιτατζήδων) συγκαλούσαν τη νύχτα τους χωρικούς μέσα στις εκκλησιές και αφού τους όρκιζαν στο Κομιτάτο, τους αποσπούσαν υπό την απειλή των όπλων αναφορές προς την Εξαρχία και την κυβέρνηση, όπου εδήλωναν ότι αποσκιρτούν στην Εξαρχία. Όσοι από τους χωρικούς κινδύνευαν ως ύποπτοι στους βουλγάρους κατέφευγαν στην Καστοριά, οι δάσκαλοι εγκατέλειπαν τις θέσεις τους, ιδίως μετά τον τραγικό θάνατο του δασκάλου Σετόμου Μαλιγγάνου, που έφερε 30 λογχισμούς και οι Ιερείς, ύστερα από τη δολοφονία των Ιερέων Νερετίου, Στρεμπένου, Προκοπάνας και Μποσδίβιστας, άλλοι κατέφυγαν στην Καστοριά, όπως οι Ιερείς της Ζορμπάνιστας, του Απόσκεπου, της Λαμπάνιτσας, της Ζαγορίτσανης, της Κολλίτσας, της Τεχτόλιτας, και άλλοι έμεναν στα χωριά τους σιωπώντας και περιμένοντας την ημέρα της απελευθερώσεώς τους από την τυραννία του βουλγαρικού κομιτάτου".
Οι Αρχιερείς δεν δίστασαν να περιφρονήσουν τον κίνδυνο του φόβου της ζωής τους και ανέλαβαν περιοδείες, με πολεμική εξάρτυση οι περισσότεροι, και με συνοδεία ενός ή δύο υπηρετών, δείχνοντας έτσι το αλύγιστο φρόνημα τους και την πεποίθηση τους ότι αυτοί είναι οι δυνατοί και όχι οι βούλγαροι. Ο λαός βλέποντας τις κινήσεις αυτές και ακούγοντας τα πύρινα κηρύγματα των Ποιμεναρχών του αισθανόταν να αναπτερώνονται οι ελπίδες του και να πυργώνονται τα όνειρά του. Το 1900 ο Γερμανός Καραβαγγέλης εκλέγεται Μητροπολίτης Καστοριάς. Φθάνοντας στη Μητρόπολή του και αφού διαπιστώνει την κατάσταση γράφει προς τον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄: "Οι κομιτατζήδες επιδιώκουν να υποχρεώσουν τους χωρικούς να επιλέξουν μεταξύ Εξαρχίας και θανάτου". Η ανάγκη ενθαρρύνσεως των ορθοδόξων Ελλήνων ήταν αδήριτη, διότι χωρίς αναπτερωμένο ηθικό οι Έλληνες αυτοί της μακεδονικής υπαίθρου θα έπεφταν αργά ή γρήγορα θύματα των εκβιασμών του βουλγαρικού κομιτάτου, που αδίστακτο όπως ήταν έφθανε μέχρις εσχάτων. Άλλωστε στο πρόγραμμα του αφελληνισμού εντάσσονταν και οι δολοφονίες επιφανών Ελλήνων, που τολμούσαν να αντισταθούν στα σχέδια του κομιτάτου, ώστε όλος ο άλλος πληθυσμός να καταπτοηθεί και παραδοθεί αμαχητί. Γι΄ αυτό οι ιεράρχες όχι μόνο περιόδευαν, αλλά και με τη στάση τους έδειχναν ότι δεν φοβούνται του κομιτατζήδες. "Ζητώ σταυρόν, μεγάλον σταυρόν, επί του οποίου θα δοκιμάσω την ευχαρίστησιν καθηλούμενος και μη έχων τι έτερον να δώσω προς σωτηρίαν της ημετέρας λατρευτής πατρίδος ει μη το αίμα μου. Ούτως εννοώ το έπ΄ εμοί την ζωήν και την αρχιερωσύνην" έγραφε ο Δράμας Χρυσόστομος -μετέπειτα εθνο-ιερομάρτυρας Σμύρνης- προς τον εν Κωνσταντινουπόλει Έλληνα πρεσβευτή το 1907, όταν επέκειτο η εκ Δράμας μετάθεσή του τη αξιώσει της Υψηλής Πύλης. Είναι χαρακτηριστική του "αέρα" που είχαν έναντι των κομιτατζήδων οι Ιεράρχες, η περιγραφή που κάνει και για τον εαυτό του και την εμφάνιση του ο Καστορίας Γερμανός Καραβαγγέλης: "Εις την Μητρόπολιν μου -γράφει στα Απομνημονεύματα του- πάντοτε είχον δύο θαυμάσια άλογα. Έπειτα, όταν έκανα τέτοια επικίνδυνα ταξίδια ντυνόμουν κάπως διαφορετικά. Έριχνα επάνω μου ένα μαύρο εγγλέζικο αδιάβροχο, φορούσα μπότες ψηλές ως το γόνατο, το αντερί μου το εσήκωνα και έπιανα τις άκρες του μέσα στις τσέπες μου. Και πάνω από το καλυμμαύχι μου έριχνα ένα μαύρο μαντήλι. Στον ώμο κρεμόταν το "μάλιγχερ" και στο στήθος μου σταυρωτά κάτω από το αδιάβροχα διακρίνονταν οι φυσιγγιοθήκες με τα φυσέκια. Στη μέση φορούσα μια πέτσινη ζώνη απ΄ όπου κρέμονταν από τη μια η θήκη του πιστολιού μου, που ήταν μεγάλο και γινόταν εν ανάγκη και τουφέκι, και από την άλλη ένα μαχαίρι στη θήκη του. Έτσι όλοι με πέρναγαν για στρατιωτικό ή αστυνομικό. Συχνά γυμναζόμουν στο σημάδι..." (Αντιγόνης Μπέλλου-Θρεψιάδη, Μορφές Μακεδονομάχων και τα Ποντιακά του Γερμανού Καραβαγγέλη, σελ. 75-76).
Οι Ιεράρχες αυτοί φαίνεται να υπέταξαν στη στρατιωτική τους ιδιότητα εκείνη του ειρηνόφιλου Κληρικού. Χάριν της πατρίδος έζησαν, δίδαξαν και έπραξαν αναμφίβολα με πιστότητα προς την ελληνορθόδοξη παράδοσή μας. Είχε δίκιο ο Ιω. Συκουτρής, που υποστήριζε ότι "Η Εκκλησία πολλάκις τον καθαρώς δευτερογενή γι΄ αυτήν εθνικόν σκοπόν έθεσεν υπεράνω των καθαρώς θρησκευτικών και ιδίου της, ως οργανισμού, συμφέροντος" (Ιω. Συκουτρή, Μελέται και άρθρα 1956, σελ. 97). Αλλά τούτο ήταν επιταγή των καιρών. Όταν π.χ. ο Μητροπολίτης Ιωακείμ Φορόπουλος -ο, κατά τον Κ. Ψάχον, "κράτιστος ποιμήν και πρόμαχος σθεναρότατος των δικαιωμάτων της Εκκλησίας"- μιλώντας στους Έλληνες από της Ωραίας Πύλης του Ιερού Ναού του χωριού Μοριχόβου έλεγε "Δεν σας συμβουλεύω οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος, αλλά σας συμβουλεύω οφθαλμούς αντί οφθαλμού και οδόντας αντί οδόντος", δυνατόν να παρέβαινε εντολή του Χριστού αλλ΄ οι περιστάσεις επέβαλλαν την υπέρβαση της εντολής για τη σωτηρία της πατρίδας. Και όταν το Πατριαρχείο με Εγκυκλίους του το 1901 συνιστούσε στους Ιεράρχες ότι "η πνευματική επισκόπησις και λοιπή διοίκησις αυτών, είπερ ποτέ και άλλοτε δέον ίνα περιβληθή ανάλογον τύπον και χαρακτήρα ήτοι μάλλον σύντομον και συνετόν και συμφωνότερον προς την σοβαρότητα των καιρών και περιστάσεων", εκείνοι, οι φλογεροί ιεράρχες, μετέφραζαν τη ζητουμένη σοβαρότητα και σύνεση στις ενέργειές τους ως έξαψη του εθνικού φρονήματος των υποδούλων και κινδυνευόντων ομοπίστων τους, καμία εντολή ουσιαστικά δεν παρέβαιναν, αφού για την εποχή εκείνη η πρώτη και ύψιστη εντολή ήταν η σωτηρία του κινδυνεύοντος έθνους. Και ενώ το πατριαρχείο πάλιν με άλλη Εγκύκλιο του, τον Ιανουάριο του 1902, ζητούσε από τους Ιεράρχες του σύνεση και μετριοπάθεια, αυτοί αντιθέτως έτρεφαν και προωθούσαν προς όφελος της πατρίδος το μίσος κατά των επίβουλων και την εκδίκηση κατά των αδίστακτων, που μετέρχονταν το παν εναντίον της βουλήσεως ενός ολοκλήρου λαού να μείνει ελεύθερος και ως χριστιανός και ως Έλλην.
Στήριζαν οι Ιεράρχες τους Έλληνες σε κάθε περίσταση και σε κάθε ευκαιρία, που την αξιοποιούσαν έντεχνα και χωρίς αναστολές φόβου. Αντίθετα κάθε χτύπημα εναντίον των Ελλήνων γινόταν εφαλτήριο για νέες εξάρσεις πατριωτισμού, για νέα ισχυρή στήριξη του φρονήματος των διωκομένων. Τέτοιες ευκαιρίες ήσαν αναμφισβήτητα οι κηδείες των ατυχών θυμάτων της βουλγαρικής θηριωδίας. Όταν το 1906 δολοφονήθηκε αγρίως ο Κορυτσάς Φώτιος, ιδού πώς περιγράφει τα της κηδείας του ο Καστορίας Γερμανός: "Δεν πέρασαν τρεις μέρες που είχα φθάσει στην Καστοριά και λαβαίνω τηλεγράφημα ότι σκοτώθηκε ο Φώτιος κοντά σ΄ ένα χωριό δυο ώρες έξω από την Κορυτσά, όπου είχε βγει για περιοδεία. Συγχρόνως λαβαίνω και τηλεγραφική διαταγή του Πατριαρχείου να πάω αμέσως στην Κορυτσά και να κάνω την κηδεία του μακαρίτη. Αμέσως πήγα στην Κορυτσά. Οι βούλγαροι ευτυχώς δεν μπορούσαν να με παρακολουθούν και στις έκτακτες περιοδείες μου, όπως τώρα, αν δεν είχαν γνώση από πρωτύτερα κι έτσι αυτή τη φορά τράβηξα κατ΄ ευθείαν. Εκεί βρήκα τον λαό τρομαγμένο κι έπρεπε να αναπτερώσω το φρόνημα του. Την κηδεία έκανα μαζί με τον Μητροπολίτη Δυρραχίου, έπειτα Ικονίου, Προκόπιο. Εγώ εξεφώνησα τον επικήδειο του αειμνήστου Φωτίου. Ανέβηκα στον άμβωνα και άρχισα με το προφητικό ρητό "Ουκ εκλείψει άρχων εξ Ιούδα και ηγούμενος εκ των μηρών αυτού, έως ου έλθη ω απόκειται και αυτός προσδοκία εθνών". Και συγχρόνως με το χέρι μου έδειχνα την Ελλάδα. Ο λόγος μου ήταν εκ του προχείρου, μα τους εφανάτισε και έκλαιγαν. Τους είπα πως δεν πρέπει να απελπίζωνται, πως στη θέση του σκοτωμένου εμείς θα στείλωμε καλύτερο κι αν τους τον σκοτώσουν κι αυτόν θα στείλουμε άλλον ακόμη καλύτερον. Και επαναλάμβανα: "Ουκ εκλείψει άρχων εξ Ιούδα...". Αυτή, τους είπα ήταν η μοίρα του Ελληνικού Έθνους, να εργάζεται με το αίμα του για την απελευθέρωση του. Αλλά, επανελάμβανα, "ουκ εκλείψει άρχων εξ Ιούδα και ηγούμενος εκ των μηρών αυτού" έως ου έλθη εκείνος που είναι προσδοκία εθνών, Ελλήνων, Αλβανοφώνων, Σλαβοφώνων, Κουτσοβλάχων, που είναι όλοι γνήσια παιδιά της Ελληνικής Φυλής. Ο ενθουσιασμός του πριν τρομαγμένου λαού, που είχε πλημμυρίσει την εκκλησία και τον αυλόγυρο σιωπηλός και κατηφής, ήταν απερίγραπτος. Φωνές, κατάρες, ζητωκραυγές αντηχούσαν τώρα. Τόσο, που άμα τελείωσα τον λόγο μου, ο μουτασεφίρης (νομάρχης) Κορυτσάς, που ήταν τρομερά μισέλλην, ρωτούσε με επιμονή τον μουαβίνη (βοηθό) του τι είπα στον λόγο μου. Ο μουαβίνης ήταν Έλληνας και φίλος μου. Του είπε λοιπόν πως μίλησα πολύ αρχαία ελληνικά και δεν κατάλαβε κι αυτός καλά-καλά τι είπα. Αλλά ότι μίλησα θρησκευτικά και τέτοια πράγματα". Όταν οι λαοί έβλεπαν τον Δεσπότη τους κοντά τους, αποφασισμένο για όλα, αψηφώντας τα πάντα, μιλώντας με παρρησία και θάρρος, στεριώνονταν κι αυτοί στην πίστη στον Χριστό και στην Ελλάδα. Και τα σχέδια του Κομιτάτου κατέρρεαν εμπρός στην αποφασιστικότητα των Ελλήνων Ιεραρχών. Έγραφε για τον θάνατο του Κορυτσάς Φωτίου ο τότε Δράμας και μετέπειτα Σμύρνης, ο γνωστός εθνο-ιερομάρτυρας Χρυσόστομος: "Έκλαυσα, έκλαυσα ως παιδίον μικρόν δια τον οικτρόν θάνατον του αδελφού Φωτίου. Αιωνία η μνήμη του. Τις οίδε και οποίους άλλους αδελφούς και ίσως-ίσως και τον γράφοντα αυτόν αναμένει η αυτή τύχη". Μετά από 16 χρόνια οι λόγοι του αυτοί έβρισκαν την επαλήθευσή τους στον τραγικό του θυσιαστικό θάνατο.
Και τον Παύλο Μελά έθαψε στην Καστοριά ο Γερμανός Καραβαγγέλης, αψηφώντας τους κομιτατζήδες και τους τούρκους. "Περί την δύσιν του ηλίου -διηγείται σε επιστολή του προς τον Ίωνα Δραγούμη, με ημερομηνία 26.11.1904- παρεδόθη μοι υπό των Αρχών, αλλά το μεν ένεκα της παρελθούσης ώρας, το δε θέλων να κερδίσω καιρόν προς προετοιμασίαν ανάλογον του μεγάλου ανδρός, κατέθεσα τον σεπτόν νεκρόν εντός μικράς βυζαντινής εκκλησίας κειμένης απέναντι της Μητροπόλεως, δι΄ όλης δε της νυκτός άγρυπνος διαμείνας εν τω οίκω φίλου επιστηθίου λαβόντος με παρ΄ αυτώ όπως με παρηγορήση, ητοίμασα νέον νεκρικόν κράβατον με επιστέγασμα φέρον το σημείον του σταυρού κι το κλεινόν όνομά του, ητοίμασαν τον ένδοξον τάφον του εν τω περιβόλω του βυζαντινού ναού υπό δύο δενδρύλια απέναντι του παραθύρου μου, τη δε επαύριον Κυριακή όρθρου βαθέος, περιέδεσα τας μαρτυρικάς χείρας του με εν μετάξινον μανδήλιόν μου, κατέθεσα επί του στήθους του εν ευαγγέλιον, ένα σταυρόν και μίαν εικόνα και πριν αρχίση η Λειτουργία ετελέσαμεν την κηδείαν του.
Πνιγμένος εν λυγμοίς ανέγνωσα τας ευχάς εντός του Μητροπολιτικού Ναού και μη υπάρχοντος εν αυτώ νεκροταφείου, μετέφερα ο ίδιος εις τον παρακείμενον περίβολον του βυζαντινού ναού των ταξιαρχών το σεπτόν σκήνος του, τον κατέβρεξα με πύρινα δάκρυα και απελθών έπεσα επί της στρωμνής μου όπως θρηνώ τον αοίδιμον ήρωα". Έτσι έπρατταν οι άξιοι του Γένους μας Ιεράρχες.
Με την ενίσχυση του φρονήματος του λαού συνδυαζόταν και η υποστήριξη της ελληνικής παιδείας, με τη σύσταση και λειτουργία ελληνικών σχολείων. Τη σημασία της παιδείας είχαν κατανοήσει και οι βούλγαροι, οι οποίοι από την αρχή της εκστρατείας των προσπαθούσαν να αποσπάσουν τους Έλληνες από τη σκέπη του Πατριαρχείου και από την επιρροή του, εξαναγκάζοντάς τους να προσέλθουν στην Εξαρχία και να παρακολουθήσουν μαθήματα σε βουλγαρικά σχολεία. Κατά την πρώτη φάση της δράσης του Κομιτάτου οι βούλγαροι απευθυνόμενοι προς τους σλαβόφωνους πληθυσμούς της Μακεδονίας έλεγαν: "Το γεγονός ότι ομιλείτε τη σλαβική γλώσσα σημαίνει ότι δεν είσθε Έλληνες, αλλά Σλάβοι. Πάψτε λοιπόν να επηρεάζεστε από την Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία η οποία δεν έχει να σας προσφέρει τίποτα. Εγκαταλείψτε το Οικουμενικό πατριαρχείο το οποίο έχει δικαίωμα να καθοδηγεί μόνο τους αληθινούς, τους γνήσιους έλληνες. Εσείς δεν είστε πραγματικοί έλληνες. Πάψτε να στέλνετε τα παιδιά σας σε ελληνικά σχολεία. Μη δέχεσθε να ακούτε τα κηρύγματα των ελλήνων ιερέων, οι οποίοι υπάγονται στην Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, η οποία είναι μόνο ελληνική. Φύγετε από την πνευματική καθοδήγηση του Πατριαρχείου κι εμείς θα σας φέρουμε δικούς μας Βούλγαρους Ιερείς και Βούλγαρους Δασκάλους, ενώ τους προικισμένους σας νέους θα τους στείλωμε στη Βουλγαρία για ανώτερες σπουδές μετά τις οποίες ανοίγεται μια λαμπρή σταδιοδρομία".
Από την προκήρυξη αυτή φαίνεται σαφώς ότι οι βούλγαροι θεωρούσαν το στοιχείο της γλώσσας καθοριστικό της εθνικής ταυτότητας ενός λαού. Αλλά η Γλωσσολογία σήμερα αποφαίνεται ότι αυτό είναι θεωρία αντιεπιστημονική και λανθασμένη. Και η ιστορία απέδειξε περίτρανα πως το γλωσσικό δεν αποτελεί ασφαλή βάση για τη θεμελίωση της εθνολογικής καταγωγής ενός λαού, αλλά είναι στοιχείο δευτερεύον που δέον να συνεκτιμάται μαζί με άλλα στοιχεία για τη στερέωση στερέωση της εθνικής ταυτότητας των λαών. Ωστόσο οι σλαβόφωνοι λαοί της Μακεδονίας, εκτός βέβαια των ελληνοφώνων, έδωσαν απάντηση στα βουλγαρικά φληναφήματα, όταν αρνούνταν να εγκαταλείψουν το πατριαρχείο και μόνον όταν ασκείτο επάνω τους η φοβερή δύναμη της βίας εξαναγκάζονταν να υποταχθούν προσκαίρως για να επανέλθουν με την πρώτη ευκαιρία στην αγκάλη της πνευματικής των Μητέρας.
Όπου πάντως υπήρχε φιλοβούλγαρος Μητροπολίτης, όπως π.χ. στην περιοχή του Κιλκίς, εκεί η βουλγαρική προπαγάνδα έκανε θαύματα και αποκτούσε σημαντικά ερείσματα. Στην περιοχή Πολυανής το 1870 είχαν συσταθεί 70 περίπου βουλγαρικά σχολεία και υπήρχε τάση επεκτάσεως του κινήματος και στις γειτονικές περιοχές Μελενίκου, Στρώμνιτσας και Μογλενών (Μακεδονία: 4.000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού, έκδοσις "Εκδοτικής Αθηνών", σελ. 453). Αλλού όμως, όπου οι Ιεράρχες ήσαν Έλληνες με συνείδηση, εκεί τα βουλγαρικά σχέδια ανατρέπονταν. Εκεί, με την πρωτοβουλία της Εκκλησίας, τα ελληνικά σχολεία λειτουργούσαν σωστά, δεδομένης άλλωστε και της αποκλειστικής, για τον υπόδουλο Ελληνισμό, ευθύνης για την παιδεία της ελληνικής Εκκλησίας. Αργότερα, και μάλιστα περί τα τέλη του ιθ΄ αιώνα, η ελληνική κυβέρνηση έθεσε σε ενέργεια σχέδιο υποστηρίξεως της ελληνικής παιδείας στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία, με κεντρικούς πόλους κατεύθυνσης τα ελληνικά προξενεία. Κύριος στόχος της προσπάθειας αυτής ήταν η πύκνωση των ελληνικών σχολείων και η σύσταση νηπιαγωγείων, παρθεναγωγείων και διδασκαλείων, με σκοπό τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον. Η κίνηση αυτή της ελληνικής πατρίδας παρ΄ ολίγον να αποβεί μοιραία για τις σχέσεις της με τις εκκλησιαστικές αρχές, που είδαν στην πρωτοβουλία αυτή μια τάση αφαιρέσεως από την Εκκλησία ενός δικού της πανεθνικού προνομίου, αλλά και τον κίνδυνο πολιτικοποίησης του ζητήματος της παιδείας και επέμβασης των τουρκικών αρχών στα προγράμματα των μαθημάτων και στη δομή της εκπαίδευσης. Μάλιστα ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄ όταν το 1901 ξαναγύρισε στον Θρόνο μνημόνευσε μεταξύ των βασικών αιτιών της οπισθοδρόμησης του Ελληνισμού στη Μακεδονία κατά τη διάρκεια του 1880 και την πολιτική του ελληνικού βασιλείου στην παιδεία. Σε εμπιστευτικό Δε υπόμνημα του προς τον έλληνα επιτετραμμένο στην Πόλη Α. Ποττέ σημείωνε: "Απεσκόπει η πολιτική αύτη εις την αναφανδόν συνεργασίαν των ανά τα επίμαχα μέρη και ακολούθως πανταχού εκκλησιαστικών αρχών μετά των προξένων προεξαρχόντων αυτών επί το επιδεικτικότερον. Η τάσις αφεώρα εις την υπόδειξιν και κατ΄ ακολουθίαν εις απόδειξιν ότι η Εκκλησία διατελεί ή δέον να διατελή υπό την προστασίαν της Ελληνικής Κυβερνήσεως, ότι οι κάτοικοι εκείνων των μερών ώφειλον να εννοήσωσι και να αισθανθώσι ότι δέον εις τας ανάγκας αυτών να προσέρχωνται εις το προξενείον ώστε να εθισθώσιν αποβλέποντες εις την Ελλάδα. Το δόγμα τούτο της ελληνικής πολιτικής... εδημιούργησε σύγχυσιν, ανέτρεψεν αιώνων καθεστώς, εξήγειρε τους απεναντίους ου μόνον εις άμυναν αλλά και επίθεσιν. Η Εκκλησία και οι λειτουργοί αυτής εκλονίσθησαν εις το έργον αυτών προσχωρούντες μετά δειλίας τινος και ενδοιασμού συρόμενοι εις νέαν οδόν. Ταύτα δεν εδήλουν, πολλού γε και δη, έλλειψιν φιλοπατρίας και πόθων προγονικών, αλλά φόβον μη το εγχείρημα αποβή εις κοινήν ολεθρίαν".
Καί τότε μεν ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ παραιτήθηκε του Θρόνου (1884) εξ αιτίας και του ζητήματος αυτού, όμως οι Ιεράρχες στην Μακεδονία συνέχισαν να αγωνίζονται, χωρίς προστριβές κατά το δυνατόν, με τους προξένους μας, ώστε η μεγάλη υπόθεση της παιδείας να μην αποτύχει και η προσπάθεια να μην αναχαιτισθεί. Στα 1885 ο Γραμματεύς της Εξαρχίας Σιόπωφ διεπίστωνε: "Τα μεγάλα και δευτερεύοντα κέντρα είναι εξ ολοκλήρου εξελληνισμένα και υπό την επιρροήν των Ελλήνων και Γραικομάνων. Η ελληνική γλώσσα κατακτά έδαφος. Εις το Μοναστήριον -τα Βιτόλια- όπου προ ετών οι κάτοικοι ήσαν καθαροί βούλγαροι, σήμερον δεν ακούγεται η βουλγαρική γλώσσα, ει μη κατά τας ημέρας της αγοράς, ότε συρρέουν έξωθεν οι χωρικοί. Θα δυνηθούν άραγε να κερδίσουν την Μακεδονίαν οι βούλγαροι αν σήμερον εγίνετο δημοψήφισμα; Είμεθα βέβαιοι ότι το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας θέλει πετάξει εκ των χειρών μας και οι έλληνες θέλουν εξ άπαντος κερδίσει, διότι οι πλείστοι των κατοίκων θα δηλώσουν ότι είναι έλληνες". Οι αυταπόδεικτες αυτές αλήθειες, που καμμιά εξαλλοσύνη των Κομιτατζήδων δεν στάθηκε ικανή να αποτρέψει, τελικά οδήγησε τους βουλγάρους, ιδίως μετά τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, να ξεσπάσουν σε όργιο ληστρικής καταδρομής εναντίον των Ελλήνων, τον δε υψηλότερο φόρο πλήρωσαν όπως πάντα οι Κληρικοί και οι δάσκαλοι. Στη διετία 1898-1899 βρήκαν το θάνατο από διάφορες βουλγαρικές συμμορίες 64 Έλληνες, μεταξύ δε αυτών πολλοί Ιερείς. Οι δολοφονίες συνεχίσθηκαν και στις αρχές του αιώνα μας, ενώ οι Μητροπολίτες παρέμεναν οι πνευματικοί ταγοί που προμάχησαν των δικαίων του πληττομένου Ελληνισμού. Χάρις στην ευψυχία των τα ελληνικά σχολεία λειτουργούσαν κανονικά, αποτρέποντας την άλωση της εθνικής συνειδήσεως. Στον τομέα της Παιδείας η συμβολή των Αθηνών υπήρξε κατά την εποχή αυτή -πριν από το 1904- σημαντική. Αύξησε τις πιστώσεις για τα σχολεία, πήρε μέτρα για την ποιοτική βελτίωση της εκπαίδευσης, ίδρυσε διδασκαλεία. Παραλλήλως ενίσχυσε οικονομικά τις εμπερίστατες Μητροπόλεις. Το πιο σημαντικό δε ήταν η βοήθεια της για επάνοδο στον Οικουμενικό Θρόνο του Ιωακείμ Γ΄, γεγονός που οδήγησε στη μεγαλύτερη δυνατή δραστηριοποίηση των Ιεραρχών του μακεδονικού χώρου. Και ενώ το όργιο των σφαγών των Ελλήνων κορυφωνόταν με την εξέγερση του Ήλιντεν, η Αθήνα περιοριζόταν σε διαμαρτυρίες προς τις Μεγάλες Δυνάμεις εναντίον της βουλγαρικής θηριωδίας, αποφεύγοντας την επιθετική πολιτική που εκ των πραγμάτων αναγκάσθηκε το 1904 να υιοθετήσει. Έτσι ο Γλάδτων έγραφε το 1902: "Ο ελληνικός παράγων εν τη χερσονήσω του Αίμου είναι ανίσχυρος και οικονομικώς και στρατιωτικώς ένεκα της ιδίας αυτού υπαιτιότητος". Και όχι μόνον βέβαια. Αλλά και εξ αιτίας της υποκριτικής στάσεως των Μεγάλων (χριστιανικών) Δυνάμεων που όταν έβλεπαν την πλάστιγγα ν ακλίνει προς την πλευρά των ελληνικών συμφερόντων επενέβαιναν για να της αλλάξουν κατεύθυνση.
Οι Έλληνες Ιεράρχες επίσης οργάνωσαν τα πρώτα στρατιωτικά τμήματα για την απελευθέρωση της Μακεδονίας, όταν τα πράγματα οξύνθησαν και τον λόγο πλέον είχαν τα όπλα. Οι βούλγαροι εξόπλιζαν συνεχώς τα τμήματα των, που καθημερινά πλήθαιναν με νέους προσήλυτους, που έπρεπε ο καθένας να αγοράσει όπλο με δικά του χρήματα. Ο θάνατος του Παύλου Μελά αφύπνισε την Αθήνα και συνέβαλε στη γενίκευση της σταυροφορίας για ένοπλη υποστήριξη της κινδυνεύουσας Μακεδονίας. Οι Ιεράρχες είχαν προ πολλού αντιληφθεί την ανάγκη του ένοπλου αγώνα. Τα Μητροπολιτικά μέγαρα είχαν μεταβληθεί σε αποθήκες οπλισμού. Η μετάβαση του Παύλου Μελά στην Μακεδονία ήταν ουσιαστικά έργο του Καστορίας Γερμανού Καραβαγγέλη, "όπως επίσης έργον ιδικόν του ήτο ο συντονισμός της δράσεως των βαθμιαίως συγκεντρωθέντων εις την περιοχήν της Καστορίας και των Κορεστίων και ετέρων ισχυρών Ελληνικών Ανταρτικών Σωμάτων" (Κ. Βαβούσκου, Η Μητρόπολις Νευροκοπίου 1900-1907, σελ. 254). Το έργο αυτό υποστηρίζουν και οι ελληνόψυχοι πρόξενοι, όπως ο Ίων Δραγούμης, που συνέβαλε στην οργάνωση των ελληνικών δυνάμεων στο Μοναστήρι. Για τον ίδιο σκοπό διακρίθηκαν οι πρόξενοι μας Ευγενιάδης στη Θεσσαλονίκη και Στορνάρης στις Σέρρες. Και αυτά παρά τις επιφυλάξεις των Αθηνών. Ο Έλληνας υπουργός των Εξωτερικών Ρωμανός -εξ αφορμής προτάσεων του έλληνα προξένου στο Μοναστήρι Πεζά για έναρξη ενόπλου αγώνος- είχε δηλώσει: "Ούτε η κυβέρνησις, αλλ΄ ούτε και οι αντιπρόσωποι αυτής πρέπει να περιπλακώσι εις τοιούτου είδους εγχειρήματα, ων το αλυσιτελές κατεδείχθη εν τω παρελθόντι, και τα οποία, λόγω του τελικού σκοπού εις ον αποβλέπουσιν, αποκρούονται υπό της κοινής συνειδήσεως και παντός πεπολιτισμένου Κράτους. Το ελληνικόν Κράτος ούτε δύναται, ούτε και οφείλει να παρακολουθήσει την Βουλγαρίαν εις το είδος τούτο της ενεργείας".
Αλλ΄ εκείνο που αρνήθηκε να πράξει το ελληνικό βασίλειο, το έπραξαν οι Δεσποτάδες και μαζί μ΄ αυτούς μερικοί Έλληνες διπλωμάτες, κινδυνεύοντας να ανακληθούν και να τιμωρηθούν από την κεντρική τους υπηρεσία. Αναμφισβήτητα ο Γερμανός Καραβαγγέλης είναι ο πρώτος Ιεράρχης που οργάνωσε ένοπλα τμήματα στην περιοχή Κορεστίων. Κατόρθωσε να αποσπάσει από τους Εξαρχικούς τον οπλαρχηγό Κώττα από τη Ρούλια και τον Βαγγέλη από το Στρέμπενο. Έστειλε επιστολή στον έλληνα πρωθυπουργό Ζαΐμη ζητώντας ενισχύσεις. Αλλ΄ ενώ η κυβέρνηση εσίγα, το μήνυμα ενστερνίσθησαν μεμονωμένα άτομα, μεταξύ Δε αυτών και ο Παύλος Μελάς. Αργότερα ο γυναικάδελφος του Ίων Δραγούμης θα ιδρύσει στο Μοναστήρι την "Άμυνα" με δίκτυο πληροφοριών και ανακάλυψη ένοπλου αγώνα. Μόλις Δε το 1903 η κυβέρνηση Θεοτόκη θα αποστείλει στρατιωτική αποστολή στη Μακεδονία, ενώ το 1904 θα σταλεί το πρώτο εκστρατευτικό σώμα υπό τον Παύλο Μελά, μετά τον θάνατο του οποίου γενικεύθηκε η σταυροφορία ένοπλης υποστήριξης της Μακεδονίας. Και ο Βοδενών (Εδέσσης) Νικόδημος μετέφερε όπλα κάτω από τη μύτη των τούρκων. Γράφει ο Μαζαράκης γι΄ αυτόν ότι ήταν "ωραίος τρακοντούτης, τύπος μελαψός, φυσιογνωμία αγαλματώδης" και περιγράφει την άφιξη του στα Βοδενά ως εξής: "Ο διάκος του Δεσπότη βαστούσε κάτι μεγάλες λαμπάδες, που ήταν τυλιγμένες λίαν επιδεικτικώς με ρόδινο χαρτί. Οι λαμπάδες ήταν όπλα μάλιγχερ που μετέφερε ο Δεσπότης. Και ενώ ηυλόγει το πλήθος... και οι τούρκοι αστυνομικοί τον δυνώδευσαν εις ένδειξιν τιμής, τα όπλα που θα μας ελευθέρωναν μίαν ημέραν από αυτούς μεταφέροντο τόσο πανηγυρικώς. Κανείς δεν ηδύνατο να υποπτευθή τοιαύτην τόλμην" (Κ. Σαρδελή, Η Εκκλησία και ο Μακεδονικός Αγώνασ, στην "Εκκλησιαστική Αλήθεια", 16.3.86).
Οι Έλληνες Ιεράρχες της Μακεδονίας, πιστοί τηρητές των πατρίων, ανεδείχθησαν προ και κατά τον Μακεδονικό Αγώνα άξιοι του Γένους και της Εκκλησίας. Πριν από την έναρξη του αγώνα αυτοί είχαν προετοιμάσει το έδαφος κυρίως στις ψυχές των υποδούλων, έχοντας διεξάγει έναν άλλο αγώνα, με τη συνεργασία παπάδων και δασκάλων. "Το των ψυχών έδαφος", όπως έγραψε ο πρόξενος Λάμπρος Κορομηλάς, ήταν ο στόχος αυτής της προσπάθειας. Και γι΄ αυτό εργάσθηκαν υπεράνθρωπα νύκτα και ημέρα μηδενός φειδόμενοι κόπου και την ζωή τους καθ΄ εκάστην θυσιάζοντες υπέρ του Γένους. Μετέβησαν στις επάλξεις των επιστρατευθέντες αλλά και εκόντες. Πορεύτηκαν με την απόφαση να πεθάνουν, όπως τόσοι άλλοι πριν απ΄ αυτούς. Πάσχισαν να συναγείρουν τον πολυπράγμονα Ελληνισμό και διατήρησαν το καντήλι του Γένους αναμμένο, παρά τους βορειάδες που φυσούσαν απειλητικοί. Αν σήμερα υπάρχει Μακεδονία πολλά οφείλονται σ΄ αυτούς και στο πνευματικό κέντρο της ρωμηοσύνης, το Πατριαρχείο μας.
Κάποτε ο Ίων Δραγούμης αναφερόμενος στο θάνατο του Παύλου Μελά και απευθυνόμενος στην ελληνική νεολαία έλεγε: "Να ξέρετε πως αν τρέξουμε και σώσουμε τη Μακεδονία, η Μακεδονία θα μας σώσει". Και επεξηγούσε: "Θα μας σώσει από τη βρώμα όπου κυλιόμαστε, θα μας σώσει από τη μετριότητα κι από την ψοφιοσύνη, θα μας λυτρώσει από τον αισχρό τον ύπνο, θα μα ελευθερώσει. Αν τρέξουμε να σώσουμε τη Μακεδονία, εμείς θα σωθούμε".
Η Μακεδονία, προσθέτουμε εμείς, θα μας σώσει και τώρα αν θυμηθούμε τα κλέη των μεγαλόπνοων πατέρων μας κι αν τα σημερινά μας πάθη αφήσουν ποτέ την ομορφιά της ζωής εκείνων να αγκαλιάσει και την δική μας ζωή.
Η Συμβολή των Ελλήνων Ιεραρχών της Μακεδονίας
στην Ευόδωση του "Μακεδονικού Αγώνα"
.
Ομιλία του Μητροπολίτου Δημητριάδος κυρού Χριστοδούλου, μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος
Της επισήμου ενάρξεως του 4ετούς Μακεδονικού Αγώνος (1904-1908) είχε προηγηθεί μακρά περίοδος αγωνίας και αγώνων του μακεδονικού Ελληνισμού, που ήταν στόχος των βουλγάρων "Εξαρχικών" και των πάντοτε καιροφυλακτούντων ευρωπαίων μισελλήνων. Παράλληλα, δύο άλλο παράγοντες, ο ρωσικός και ο τουρκικός, έκαστος για ιδικούς του λόγους, προέβαιναν συνεχώς σε ανθελληνικές ενέργειες, επιδιώκοντας ο μεν την προώθηση του πανσλαβιστικού σχεδίου εξόδου στο Αιγαίο, ο δε την διαίρεση των ορθοδόξων πληθυσμών και την αποδυνάμωση του πνευματικού των κέντρου, δηλ. του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Υπό το πρίσμα αυτό θα πρέπει να θεαθεί και το πρωτοφανές γεγονός της ανακηρύξεως της βουλγαρικής Εξαρχίας με σουλτανικό φιρμάνι του Αβδούλ Αζίζ της 10ης Μαρτίου 1870, το άρθρο 10 του οποίου προέβλεπε τη δυνατότητα επεκτάσεως του εξαρχάτου, πέρα από τις περιοχές που αναγνωρίσθηκαν ως εξαρχικές και σε άλλα μέρη, αν το σύνολο ή τα 2/3 τουλάχιστον των κατοίκων των επιθυμούσαν να υπαχθούν στην Εξαρχία. Το άρθρο αυτό, που έχει χαρακτηρισθεί ως "μακιαβελικής συλλήψεως" προετοίμαζε τη διαίρεση μεταξύ των χριστιανικών πληθυσμών και προωθούσε τον οξύ φυλετικό ανταγωνισμό. Ας σημειωθεί ότι το φιρμάνι είχε συντάξει ο ρώσος πρεσβευτής στην Πόλη Στρατηγός Ιγνάτιεφ, γνωστός μισέλλην και θιασώτης του πανσλαβισμού. Η ίδρυση, έστω και με αυτόν τον ανορθόδοξο τρόπο, της βουλγαρικής Εξαρχίας σήμαινε νίκη των ρώσων εναντίον των γάλλων, που είχαν προσπαθήσει, και μέχρις ενός σημείου πετύχει, να προσδέσουν στον βουλγαρικό ίππο -που αφηνιάσας από τα κεντρίσματα του φυλετικού εθνικισμού ζητούσε εκκλησιαστική χειραφέτηση- στο άρμα του Βατικανού δια της Ουνίας και των Λαζαριστών Μοναχών, που προωθούσαν την καθολική επιρροή στα Βαλκάνια. Γι΄ αυτό οι άγγλοι φαίνονταν ικανοποιημένοι από την επιτυχία των ρώσων. Άλλο τόσο ικανοποιημένοι ήσαν και οι τούρκοι, που είχαν πετύχει τη διάσπαση της ενότητας των ορθοδόξων της Βαλκανικής. Η σύσταση της βουλγαρικής Εξαρχίας σηματοδοτεί μια νέα περίοδο στην ιστορία της Μακεδονίας, περίοδο που στιγματίζεται από την αρχικά ήπια και ειρηνική προσπάθεια των βουλγάρων κομιτατζήδων για την εθνολογική αλλοίωση υπέρ των σλαβοφίλων των ελληνικών πληθυσμών της Μακεδονίας και που, μετά την αποτυχία της, μετεβλήθη σε βίαιη, σφοδρή και με απηνείς διώξεις και δολοφονίες Ελλήνων εκστρατεία αφελληνισμού της Μακεδονίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι η βουλγαρική εθνική συνείδηση είχε σχεδόν εξαλειφθεί επί τουρκοκρατίας, διότι δέσποζε τότε η ενότητα όλων των βαλκανικών λαών υπό την κοινή σκέπη της Μητέρας Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, που είχαν αποκτήσει την εθνοθρησκευτική ταυτότητα του Ρωμηού, ως πνευματικά τέκνα της Νέας Ρώμης. Τώρα όμως και ιδίως μετά τον πρώτο αφυπνιστή του βουλγαρικού εθνοφυλετισμού αγιορείτη Μοναχό Παϊσιο Βελιτκόφσκυ (1722-1789), που συνέγραψε το βιβλίο "Ιστορία Σλοβενοβουλγαρική του λαού των Βουλγάρων, των Τσάρων και των Αγίων" -το οποίο τυπώθηκε και διαδόθηκε το 1844, με σκοπό να προσδώσει στους βουλγάρους εθνική συνείδηση- οι ρώσοι εμπνευστές της εκκλησιαστικής Εξαρχίας, αφού αποκόπτουν τους βουλγάρους από τον μαστό της Μητέρας Εκκλησίας, τροφοδοτούν με φανατισμό τη σλαβική δήθεν των βουλγάρων, ενώ κατά τους περισσότερους ιστορικούς οι βούλγαροι είναι λαός τουρκομογγολικής καταγωγής, συγγενείς των Ούννων (Δημ. Μιχαλόπουλου, Οι βούλγαροι είναι ... τούρκοι, στο "Βήμα" 23.8.92). Οι πολιτικές σκοπιμότητες και τα πολιτικά συμφέροντα επισκιάζουν συχνά τις ιστορικές πραγματικότητες. Δημιουργώντας την Εξαρχία οι ρώσοι απέβλεπαν αφ΄ ενός μεν στην εφαρμογή του δόγματος "Κυρίαρχο κράτος - κυρίαρχη Εκκλησία" και άρα υποτελής στην πολιτική εξουσία, αφ΄ ετέρου δε στην κινητοποίηση μιας δυνάμεως πιέσεως εναντίον των Ελλήνων, με όργανο τον σλαβικό εθνικισμό, επενδεδυμένο με εκκλησιαστικό μανδύα για την παραπλάνηση ιδίως των αγροτικών πληθυσμών. Έτσι το σχέδιο υφαρπαγής της Μακεδονίας και συρρίκνωσης του Ελληνισμού -που δεν έπαυσε να ισχύει, με τις ευλογίες πάντοτε των "ασπόνδων" φίλων μας, όπως και τότε, άριστα καταστρωμένο και αοράτως δορυφορούμενο από επιδέξιους χειριστές- έμελλε να θέσει σε κίνδυνο την προαιώνια ελληνικότητα της γης αυτής, που την εποφθαλμιούν και σήμερα οι ίδιοι πανσλαβιστές. Το σχέδιο αυτό, καταλλήλως υποστηριζόμενο, κατά περίπτωση, άλλοτε από τους ρώσους, άλλοτε από τους άγγλους και άλλοτε από άλλους, κατά την επιταγή των πολιτικών των συμφερόντων, άρχισε να εφαρμόζεται με σαφείς προθέσεις αφελληνισμού ολοκλήρων περιοχών, όπως π.χ. της Ανατολικής Ρωμυλίας (1885), της οποίας η από τους βουλγάρους δια των όπλων προσάρτηση έγινε με τις ευλογίες των άγγλων, προθέσεις που δεν άργησαν να υλοποιηθούν με τη χρήση βίας εναντίον των σκληρά αμυνομένων της εθνικής των συνείδησης ελληνικών πληθυσμών. Από το 1889 και ιδίως από το 1893, έτος ιδρύσεως στη Θεσσαλονίκη του βουλγαρικού Κομιτάτου, εφαρμόζεται συστηματικά μία πολιτική διωγμού του ελληνικού στοιχείου, που κορυφώνεται το 1906 με καταστροφή μεγάλων και ανθηρών ελληνικών πόλεων και με το ξερίζωμα των ελληνικών κοινοτήτων της Αγχιάλου, του Πύργου, της Μεσημβρίας, της Φιλιππουπόλεως, της Βάρνης, της Σκλύμνου κλπ. (Κ. Γάλλου, Ο Μακεδονικός Αγώνας στη Δυτική Μακεδονία και ο σοβαρός ρόλος της Εκκλησίας στην ευόδωση του, στο περιοδικό "Παράδοση", Α΄, 2) Οι ωμότητες των βουλγάρων Κομιτατζήδων σε βάρος των Ελλήνων της Μακεδονίας περιγράφονται στην "Κυανή Βίβλο" που εξέδωσε η βρεττανική κυβέρνηση το 1903. Ιδού ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα: "Η δολοφονία είναι το κυριώτερον όπλον των βουλγαρικών κομιτάτων. Προ ουδενός υποχωρούσιν. Οι Έλληνες είναι κυρίως τα θύματά των. Κατά χιλιάδες εφονεύθησαν οι Έλληνες κατά τα τελευταία πέντε ή εξ έτη... αθώων και αόπλων εκβιάσεις, ληστείαι, δολοφονίαι ανδρών και γυναικών, ανελεήμονα βασανιστήρια ιερέων, ιατρών, διδασκάλων κατακρεουργήσεις, ναών εμπρησμοί... καταστροφή χριστιανών Ορθοδόξων... γενική τρομοκρατία, πλήμμυρα αίματος" (Στοιχεία σχετικά εις Σαρ. Καργάκου, Κεφάλαια Μακεδονικής Ιστορίας, στο περιοδικό "Πολιτικά Θέματα", Ιαν. 1992).
Στο μεταξύ στην Αθήνα ιδρύονταν μυστικές εταιρείες, κατά το πρότυπο της Φιλικής, με σκοπό την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τους τούρκους, που είχαν άδοξο τέλος, γιατί περιορίζονταν σε λόγια και μόνο λόγια. Το 1903 ιδρύεται στην Αθήνα από τους Στέφανο Δραγούμη, Δημ. Καλαποθάκη κ.ά. το "Ελληνικό Κομιτάτο", που επιτυγχάνει να κινητοποιήσει την ελληνική κυβέρνηση. Το επίσημο κράτος προηγουμένως, αφού μετά τη σύσταση του Βασιλείου είχε αποκαταστήσει διπλωματικές σχέσεις με την Υψηλή Πύλη, είχε κατορθώσει να συστήσει ελληνικά προξενεία στα κυριότερα μέρη του υπόδουλου Ελληνισμού, που απετέλεσαν κέντρα εθνικής εγρήγορσης, με τους εμπνευσμένους, σε πλείστες περιπτώσεις, ελληνόψυχους προξένους των, όπως ο Θεόδωρος Βαλλιάνος στη Θεσσαλονίκη, ο Πέτρος Λογοθέτης στο Μοναστήρι, ο Ίων Δραγούμης, ο Σταμ. Πεζάς κ.ά. Αυτοί, ζώντες εκ του πλησίον την κατάσταση και διαβλέποντες τα δεινά που επρόκειτο να ακολουθήσουν, σε περίπτωση επιτυχίας των ρωσικών σχεδίων, άρχισαν να πιέζουν την ελληνική κυβέρνηση για ενεργότερη ανάμειξη του εθνικού κέντρου στα πράγματα της Μακεδονίας. Ζητούσαν, μεταξύ άλλων, οικονομικό πόλεμο εναντίον των βουλγαριζόντων, λήψη μέτρων εναντίον των βουλγάρων, αποθάρρυνση των εκκλησιαστικών προσώπων που διέκειντο φιλικά προς τους βουλγάρους, καλλιέργεια ακαταλλάκτου μίσους εναντίον παντός του βουλγαρικού. Όμως το κέντρο, απορροφημένος με τις δικές του πληγές, δεν συνειδητοποίησε εγκαίρως τον κίνδυνο.
Τον κίνδυνο ωστόσο είχε συνειδητοποιήσει το Πατριαρχείο, που αρχικά συνεσκιασμένως, αλλά μετά τη σύσταση της βουλγαρικής Εξαρχίας φανερά και απροκάλυπτα, έλαβε θέση αμύνης απέναντι στις πανσλαβικές βλέψεις και μεθοδείες. Έτσι, με απόφαση της Ενδημούσης Συνόδου του 1872 καταδίκασε τον εθνοφυλετισμό ως αίρεση και τους Εξαρχικούς κήρυξε σχισματικούς. Εφεξής η λέξη "σχισματικός" εννοούσε τον βούλγαρο, η δε λέξη "πατριαρχικός" εννοούσε τον Έλληνα. Κατά την απόφαση του 1872 ο εθνοφυλετισμός ήταν "τι ξένον και όλως αδιανόητον" για την Ορθοδοξία και ως κριτήριο αυτοκεφαλίας διότι εισήγαγε "το κακόν της εκκλησιαστικής κατατομής, συγχύσεως και διαλύσεως μέχρι και αυτών των κατ΄ οίκον Εκκλησιών" και ως αντίθετο στοιχείο της ουσίας της Εκκλησίας, ούσης κοινωνίας πνευματικής προορισμένης να συμπεριλάβει όλα τα έθνη (ΑΘ. Αγγελοπούλου, Μακεδονικό ζήτημα, Η εκκλησιαστική ιστορικοκανονιή άποψη από το 1944 κι εδώ, στην "Εκκλησιαστική Αλήθεια", 16.12.88). Παράλληλα το Πατριαρχείο, επί Πατριάρχου Κωνσταντίνου Ε΄ του Βαλλιάδου, προήγαγε σε Μητροπόλεις όλες τις Επισκοπές της Μακεδονίας και απέστειλε στις μακεδονικές αυτές Μητροπόλεις νέους, φλογερούς πατριώτες και αποφασισμένους ποιμένες ως Μητροπολίτες, που ετέθησαν αμέσως επικεφαλής του πολύμορφου αγώνα για τη διάσωση της Μακεδονίας. Ανάμεσα σ΄ αυτούς σελαγίζουν τα ονόματα του Καστορίας Γερμανού Καραβαγγέλη, του Πελαγονίας Ιωακείμ Φοροπούλου, του Δράμας Χρυσοστόμου Καλαφάτη, του Κορυτσάς Φωτίου Καλπίδου, του Νευροκοπίου Θεοδωρήτου Βατματζίδου, του Γρεβενών Αιμιλιανού Λαζαρίδου, του Θεσσαλονίκης Αλεξάνδρου Ρηγοπούλου, του Σερρών Γρηγορίου, του Μελενίκου Ειρηναίου Παντολέοντος, του Βοδενών Στεφάνου Δανιηλίδου κλπ. Σ΄ αυτούς κυρίως και σε πολλούς άλλους η Μεγάλη Εκκλησία ανέθεσε την αποστολή διασώσεως της Μακεδονίας από την πανσλαβιστική απειλή και αυτοί κυρίως εβάστασαν τον καύσωνα της ημέρας και το ψύχος της νυκτός, της ασελήνου και οργιώδους. Χωρίς αυτούς ο Ελληνισμός θα είχε χαθεί από τη Μακεδονία πολύ πριν το 1903, δηλ. πριν εκδηλωθεί η αντίδραση του ελληνικού βασιλείου και προετοιμασθούν τα πρώτα ένοπλα τμήματά του.
Με δεδομένα τον ανοικτό ανταγωνισμό Πατριαρχείου και Εξαρχίας και την ανάγκη αναχαιτίσεως του πανσλαβισμού, "προβαίνοντος γιγαντιαίοις βήμασι προς βλάβην του Ελληνισμού" κατά την φράση του Θ. Βαλλιάνου, οι Ιεράρχες αυτοί, αποτελούντες τους ευέλπιδες Εκκλησίας και Γένους, ανέλαβαν με ενθουσιασμό και φρόνημα ηρωικό τον αγώνα των και επετέλεσαν θαύματα. Άγοντες οι περισσότεροι ηλικία κάτω των 40 ετών όταν απεστάλησαν, μερικοί δε και κάτω των 35, διαθέτοντες ευφυία οξυδερκή, παράστημα αρρενωπό και επιβλητικό, μόρφωση σπάνια, γλωσσομάθεια, φρόνημα ακμαίο και ακατάβλητο, αγάπη προς το Γένος μέχρι λατρείας, ηρωισμό και γενναιότητα και δεινότητα ρητορική και διπλωματική, εκλαμβάνονταν παρά των Ελλήνων Ορθοδόξων ως Αρχάγγελοι, σταλθέντες στην κατάλληλη στιγμή, ενώ παρά των εξαρχικών εκλαμβάνονταν ως πολέμαρχοι ανίκητοι και απτόητοι. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό, κατά το οποίο οι ακόλουθοι του Μητροπολίτου Καστορίας Γερμανού Καραβαγγέλη συνέλαβαν περιφερόμενο έξω από τη Μητρόπολη, έναν ύποπτο, που ανακρινόμενος ομολόγησε ότι είχε σταλεί από το βουλγαρικό Κομιτάτο να δολοφονήσει τον ιεράρχη, αλλά δεν εκτέλεσε την εντολή όταν είδε τον Γερμανό "ένα λεβέντη -όπως είπε- που έμοιαζε με τον Θεό". Οι Ιεράρχες αυτοί εργάσθηκαν εν πολλοίς, μόνοι. Συχνά όμως τους συνέτρεχε κόσμος ολόκληρος ενόπλων και αόπλων, που στάθηκε αλληλέγγυος μαζί των. Ο κόσμος όμως αυτός δεν βρέθηκε εκεί από μόνος του, οιονεί ως από μηχανής θεός. "Χρειάσθηκε -κατά τον Π. Κανελλόπουλο- πολλή δουλειά, οργανωτική ικανότητα, που πολύ σπάνια δείχνουν οι Έλληνες, ακόμα και στη ελεύθερη πατρίδα τους, συντονισμός ενεργειών σε χώρα που βρισκόταν κάτω από τον ζυγό ενός ισχυρού μακροχρόνιου κατακτητή, της οθωμανικής αυτοκρατορίας". Όμως κέντρα συντονισμού, οργανώσεως, εμπνεύσεως και κατευθύνσεων ήταν οι έδρες των Μητροπόλεων. Εκεί οι ανύστακτοι φρουροί Ιεράρχες, με τα ηγετικά των προσόντα, ανεδείχθησαν αρχηγοί του αγώνα, συμπράττοντες με τους πιο ποικίλους παράγοντες, δηλ. τα ελληνικά προξενεία, τους αξιωματικούς του ελληνικού στρατού, τους ντόπιους λαϊκούς οπλαρχηγούς, τους επιστήμονες, τα σωματεία, τις κοινότητες, τους δασκάλους, τους Ιερείς, τους τραπεζίτες, τον λαό. Με όλους συνεργάσθηκαν χωρίς εγωισμούς και φανφαρονισμούς, χωρίς ιδιοτέλεια, χωρίς καπετανισμούς. Αλλά το όραμα της σωτηρίας της πατρίδος. Αρχικά άοπλοι. Τα όπλα ήλθαν αργότερα. Το άοπλο πνεύμα του Ελληνισμού είχε προηγηθεί του ενόπλου αγώνα με κεντρικό άξονα την Εκκλησία. Έτσι, οι Ιεράρχες ρίχτηκαν στον μεγάλο αγώνα, προς αντιμετώπιση σοβαρών προβλημάτων του υπόδουλου Ελληνισμού.
Το πρώτο και επείγον που είχαν να αντιμετωπίσουν οι νέοι αυτοί Ιεράρχες ήταν η εμψύχωση και η αναπτέρωση του καταπτοημένου ηθικού των ελληνικών πληθυσμών, που δεινοπαθούσαν υπό τα ανηλεή πλήγματα των κομιτατζήδων. Το έργο ήταν δυσχερές και επικίνδυνο. Η ύπαιθρος χώρα κυριαρχούνταν από τις συμμορίες των Βουλγάρων που με φωτιά και τσεκούρι αδρανοποιούσαν κάθε εστία Ελληνισμού. Ολόκληρα χωριά, προ της ασκουμένης βίας και τρομοκρατίας, μεταπηδούσαν στην Εξαρχία, ενώ Ιερείς, δάσκαλοι και πρόκριτοι σφάζονταν καθ΄ ημέραν ανηλεώς. Ιδού πώς περιγράφει στα "Απομνημονεύματα" του ο Γερμανός Καραβαγγέλης την κατάσταση στην περιοχή Καστοριάς, όταν ο ίδιος εγκατεστάθη εκεί (1900): "Οι συμμορίες (των βουλγάρων κομιτατζήδων) συγκαλούσαν τη νύχτα τους χωρικούς μέσα στις εκκλησιές και αφού τους όρκιζαν στο Κομιτάτο, τους αποσπούσαν υπό την απειλή των όπλων αναφορές προς την Εξαρχία και την κυβέρνηση, όπου εδήλωναν ότι αποσκιρτούν στην Εξαρχία. Όσοι από τους χωρικούς κινδύνευαν ως ύποπτοι στους βουλγάρους κατέφευγαν στην Καστοριά, οι δάσκαλοι εγκατέλειπαν τις θέσεις τους, ιδίως μετά τον τραγικό θάνατο του δασκάλου Σετόμου Μαλιγγάνου, που έφερε 30 λογχισμούς και οι Ιερείς, ύστερα από τη δολοφονία των Ιερέων Νερετίου, Στρεμπένου, Προκοπάνας και Μποσδίβιστας, άλλοι κατέφυγαν στην Καστοριά, όπως οι Ιερείς της Ζορμπάνιστας, του Απόσκεπου, της Λαμπάνιτσας, της Ζαγορίτσανης, της Κολλίτσας, της Τεχτόλιτας, και άλλοι έμεναν στα χωριά τους σιωπώντας και περιμένοντας την ημέρα της απελευθερώσεώς τους από την τυραννία του βουλγαρικού κομιτάτου".
Οι Αρχιερείς δεν δίστασαν να περιφρονήσουν τον κίνδυνο του φόβου της ζωής τους και ανέλαβαν περιοδείες, με πολεμική εξάρτυση οι περισσότεροι, και με συνοδεία ενός ή δύο υπηρετών, δείχνοντας έτσι το αλύγιστο φρόνημα τους και την πεποίθηση τους ότι αυτοί είναι οι δυνατοί και όχι οι βούλγαροι. Ο λαός βλέποντας τις κινήσεις αυτές και ακούγοντας τα πύρινα κηρύγματα των Ποιμεναρχών του αισθανόταν να αναπτερώνονται οι ελπίδες του και να πυργώνονται τα όνειρά του. Το 1900 ο Γερμανός Καραβαγγέλης εκλέγεται Μητροπολίτης Καστοριάς. Φθάνοντας στη Μητρόπολή του και αφού διαπιστώνει την κατάσταση γράφει προς τον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄: "Οι κομιτατζήδες επιδιώκουν να υποχρεώσουν τους χωρικούς να επιλέξουν μεταξύ Εξαρχίας και θανάτου". Η ανάγκη ενθαρρύνσεως των ορθοδόξων Ελλήνων ήταν αδήριτη, διότι χωρίς αναπτερωμένο ηθικό οι Έλληνες αυτοί της μακεδονικής υπαίθρου θα έπεφταν αργά ή γρήγορα θύματα των εκβιασμών του βουλγαρικού κομιτάτου, που αδίστακτο όπως ήταν έφθανε μέχρις εσχάτων. Άλλωστε στο πρόγραμμα του αφελληνισμού εντάσσονταν και οι δολοφονίες επιφανών Ελλήνων, που τολμούσαν να αντισταθούν στα σχέδια του κομιτάτου, ώστε όλος ο άλλος πληθυσμός να καταπτοηθεί και παραδοθεί αμαχητί. Γι΄ αυτό οι ιεράρχες όχι μόνο περιόδευαν, αλλά και με τη στάση τους έδειχναν ότι δεν φοβούνται του κομιτατζήδες. "Ζητώ σταυρόν, μεγάλον σταυρόν, επί του οποίου θα δοκιμάσω την ευχαρίστησιν καθηλούμενος και μη έχων τι έτερον να δώσω προς σωτηρίαν της ημετέρας λατρευτής πατρίδος ει μη το αίμα μου. Ούτως εννοώ το έπ΄ εμοί την ζωήν και την αρχιερωσύνην" έγραφε ο Δράμας Χρυσόστομος -μετέπειτα εθνο-ιερομάρτυρας Σμύρνης- προς τον εν Κωνσταντινουπόλει Έλληνα πρεσβευτή το 1907, όταν επέκειτο η εκ Δράμας μετάθεσή του τη αξιώσει της Υψηλής Πύλης. Είναι χαρακτηριστική του "αέρα" που είχαν έναντι των κομιτατζήδων οι Ιεράρχες, η περιγραφή που κάνει και για τον εαυτό του και την εμφάνιση του ο Καστορίας Γερμανός Καραβαγγέλης: "Εις την Μητρόπολιν μου -γράφει στα Απομνημονεύματα του- πάντοτε είχον δύο θαυμάσια άλογα. Έπειτα, όταν έκανα τέτοια επικίνδυνα ταξίδια ντυνόμουν κάπως διαφορετικά. Έριχνα επάνω μου ένα μαύρο εγγλέζικο αδιάβροχο, φορούσα μπότες ψηλές ως το γόνατο, το αντερί μου το εσήκωνα και έπιανα τις άκρες του μέσα στις τσέπες μου. Και πάνω από το καλυμμαύχι μου έριχνα ένα μαύρο μαντήλι. Στον ώμο κρεμόταν το "μάλιγχερ" και στο στήθος μου σταυρωτά κάτω από το αδιάβροχα διακρίνονταν οι φυσιγγιοθήκες με τα φυσέκια. Στη μέση φορούσα μια πέτσινη ζώνη απ΄ όπου κρέμονταν από τη μια η θήκη του πιστολιού μου, που ήταν μεγάλο και γινόταν εν ανάγκη και τουφέκι, και από την άλλη ένα μαχαίρι στη θήκη του. Έτσι όλοι με πέρναγαν για στρατιωτικό ή αστυνομικό. Συχνά γυμναζόμουν στο σημάδι..." (Αντιγόνης Μπέλλου-Θρεψιάδη, Μορφές Μακεδονομάχων και τα Ποντιακά του Γερμανού Καραβαγγέλη, σελ. 75-76).
Οι Ιεράρχες αυτοί φαίνεται να υπέταξαν στη στρατιωτική τους ιδιότητα εκείνη του ειρηνόφιλου Κληρικού. Χάριν της πατρίδος έζησαν, δίδαξαν και έπραξαν αναμφίβολα με πιστότητα προς την ελληνορθόδοξη παράδοσή μας. Είχε δίκιο ο Ιω. Συκουτρής, που υποστήριζε ότι "Η Εκκλησία πολλάκις τον καθαρώς δευτερογενή γι΄ αυτήν εθνικόν σκοπόν έθεσεν υπεράνω των καθαρώς θρησκευτικών και ιδίου της, ως οργανισμού, συμφέροντος" (Ιω. Συκουτρή, Μελέται και άρθρα 1956, σελ. 97). Αλλά τούτο ήταν επιταγή των καιρών. Όταν π.χ. ο Μητροπολίτης Ιωακείμ Φορόπουλος -ο, κατά τον Κ. Ψάχον, "κράτιστος ποιμήν και πρόμαχος σθεναρότατος των δικαιωμάτων της Εκκλησίας"- μιλώντας στους Έλληνες από της Ωραίας Πύλης του Ιερού Ναού του χωριού Μοριχόβου έλεγε "Δεν σας συμβουλεύω οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος, αλλά σας συμβουλεύω οφθαλμούς αντί οφθαλμού και οδόντας αντί οδόντος", δυνατόν να παρέβαινε εντολή του Χριστού αλλ΄ οι περιστάσεις επέβαλλαν την υπέρβαση της εντολής για τη σωτηρία της πατρίδας. Και όταν το Πατριαρχείο με Εγκυκλίους του το 1901 συνιστούσε στους Ιεράρχες ότι "η πνευματική επισκόπησις και λοιπή διοίκησις αυτών, είπερ ποτέ και άλλοτε δέον ίνα περιβληθή ανάλογον τύπον και χαρακτήρα ήτοι μάλλον σύντομον και συνετόν και συμφωνότερον προς την σοβαρότητα των καιρών και περιστάσεων", εκείνοι, οι φλογεροί ιεράρχες, μετέφραζαν τη ζητουμένη σοβαρότητα και σύνεση στις ενέργειές τους ως έξαψη του εθνικού φρονήματος των υποδούλων και κινδυνευόντων ομοπίστων τους, καμία εντολή ουσιαστικά δεν παρέβαιναν, αφού για την εποχή εκείνη η πρώτη και ύψιστη εντολή ήταν η σωτηρία του κινδυνεύοντος έθνους. Και ενώ το πατριαρχείο πάλιν με άλλη Εγκύκλιο του, τον Ιανουάριο του 1902, ζητούσε από τους Ιεράρχες του σύνεση και μετριοπάθεια, αυτοί αντιθέτως έτρεφαν και προωθούσαν προς όφελος της πατρίδος το μίσος κατά των επίβουλων και την εκδίκηση κατά των αδίστακτων, που μετέρχονταν το παν εναντίον της βουλήσεως ενός ολοκλήρου λαού να μείνει ελεύθερος και ως χριστιανός και ως Έλλην.
Στήριζαν οι Ιεράρχες τους Έλληνες σε κάθε περίσταση και σε κάθε ευκαιρία, που την αξιοποιούσαν έντεχνα και χωρίς αναστολές φόβου. Αντίθετα κάθε χτύπημα εναντίον των Ελλήνων γινόταν εφαλτήριο για νέες εξάρσεις πατριωτισμού, για νέα ισχυρή στήριξη του φρονήματος των διωκομένων. Τέτοιες ευκαιρίες ήσαν αναμφισβήτητα οι κηδείες των ατυχών θυμάτων της βουλγαρικής θηριωδίας. Όταν το 1906 δολοφονήθηκε αγρίως ο Κορυτσάς Φώτιος, ιδού πώς περιγράφει τα της κηδείας του ο Καστορίας Γερμανός: "Δεν πέρασαν τρεις μέρες που είχα φθάσει στην Καστοριά και λαβαίνω τηλεγράφημα ότι σκοτώθηκε ο Φώτιος κοντά σ΄ ένα χωριό δυο ώρες έξω από την Κορυτσά, όπου είχε βγει για περιοδεία. Συγχρόνως λαβαίνω και τηλεγραφική διαταγή του Πατριαρχείου να πάω αμέσως στην Κορυτσά και να κάνω την κηδεία του μακαρίτη. Αμέσως πήγα στην Κορυτσά. Οι βούλγαροι ευτυχώς δεν μπορούσαν να με παρακολουθούν και στις έκτακτες περιοδείες μου, όπως τώρα, αν δεν είχαν γνώση από πρωτύτερα κι έτσι αυτή τη φορά τράβηξα κατ΄ ευθείαν. Εκεί βρήκα τον λαό τρομαγμένο κι έπρεπε να αναπτερώσω το φρόνημα του. Την κηδεία έκανα μαζί με τον Μητροπολίτη Δυρραχίου, έπειτα Ικονίου, Προκόπιο. Εγώ εξεφώνησα τον επικήδειο του αειμνήστου Φωτίου. Ανέβηκα στον άμβωνα και άρχισα με το προφητικό ρητό "Ουκ εκλείψει άρχων εξ Ιούδα και ηγούμενος εκ των μηρών αυτού, έως ου έλθη ω απόκειται και αυτός προσδοκία εθνών". Και συγχρόνως με το χέρι μου έδειχνα την Ελλάδα. Ο λόγος μου ήταν εκ του προχείρου, μα τους εφανάτισε και έκλαιγαν. Τους είπα πως δεν πρέπει να απελπίζωνται, πως στη θέση του σκοτωμένου εμείς θα στείλωμε καλύτερο κι αν τους τον σκοτώσουν κι αυτόν θα στείλουμε άλλον ακόμη καλύτερον. Και επαναλάμβανα: "Ουκ εκλείψει άρχων εξ Ιούδα...". Αυτή, τους είπα ήταν η μοίρα του Ελληνικού Έθνους, να εργάζεται με το αίμα του για την απελευθέρωση του. Αλλά, επανελάμβανα, "ουκ εκλείψει άρχων εξ Ιούδα και ηγούμενος εκ των μηρών αυτού" έως ου έλθη εκείνος που είναι προσδοκία εθνών, Ελλήνων, Αλβανοφώνων, Σλαβοφώνων, Κουτσοβλάχων, που είναι όλοι γνήσια παιδιά της Ελληνικής Φυλής. Ο ενθουσιασμός του πριν τρομαγμένου λαού, που είχε πλημμυρίσει την εκκλησία και τον αυλόγυρο σιωπηλός και κατηφής, ήταν απερίγραπτος. Φωνές, κατάρες, ζητωκραυγές αντηχούσαν τώρα. Τόσο, που άμα τελείωσα τον λόγο μου, ο μουτασεφίρης (νομάρχης) Κορυτσάς, που ήταν τρομερά μισέλλην, ρωτούσε με επιμονή τον μουαβίνη (βοηθό) του τι είπα στον λόγο μου. Ο μουαβίνης ήταν Έλληνας και φίλος μου. Του είπε λοιπόν πως μίλησα πολύ αρχαία ελληνικά και δεν κατάλαβε κι αυτός καλά-καλά τι είπα. Αλλά ότι μίλησα θρησκευτικά και τέτοια πράγματα". Όταν οι λαοί έβλεπαν τον Δεσπότη τους κοντά τους, αποφασισμένο για όλα, αψηφώντας τα πάντα, μιλώντας με παρρησία και θάρρος, στεριώνονταν κι αυτοί στην πίστη στον Χριστό και στην Ελλάδα. Και τα σχέδια του Κομιτάτου κατέρρεαν εμπρός στην αποφασιστικότητα των Ελλήνων Ιεραρχών. Έγραφε για τον θάνατο του Κορυτσάς Φωτίου ο τότε Δράμας και μετέπειτα Σμύρνης, ο γνωστός εθνο-ιερομάρτυρας Χρυσόστομος: "Έκλαυσα, έκλαυσα ως παιδίον μικρόν δια τον οικτρόν θάνατον του αδελφού Φωτίου. Αιωνία η μνήμη του. Τις οίδε και οποίους άλλους αδελφούς και ίσως-ίσως και τον γράφοντα αυτόν αναμένει η αυτή τύχη". Μετά από 16 χρόνια οι λόγοι του αυτοί έβρισκαν την επαλήθευσή τους στον τραγικό του θυσιαστικό θάνατο.
Και τον Παύλο Μελά έθαψε στην Καστοριά ο Γερμανός Καραβαγγέλης, αψηφώντας τους κομιτατζήδες και τους τούρκους. "Περί την δύσιν του ηλίου -διηγείται σε επιστολή του προς τον Ίωνα Δραγούμη, με ημερομηνία 26.11.1904- παρεδόθη μοι υπό των Αρχών, αλλά το μεν ένεκα της παρελθούσης ώρας, το δε θέλων να κερδίσω καιρόν προς προετοιμασίαν ανάλογον του μεγάλου ανδρός, κατέθεσα τον σεπτόν νεκρόν εντός μικράς βυζαντινής εκκλησίας κειμένης απέναντι της Μητροπόλεως, δι΄ όλης δε της νυκτός άγρυπνος διαμείνας εν τω οίκω φίλου επιστηθίου λαβόντος με παρ΄ αυτώ όπως με παρηγορήση, ητοίμασα νέον νεκρικόν κράβατον με επιστέγασμα φέρον το σημείον του σταυρού κι το κλεινόν όνομά του, ητοίμασαν τον ένδοξον τάφον του εν τω περιβόλω του βυζαντινού ναού υπό δύο δενδρύλια απέναντι του παραθύρου μου, τη δε επαύριον Κυριακή όρθρου βαθέος, περιέδεσα τας μαρτυρικάς χείρας του με εν μετάξινον μανδήλιόν μου, κατέθεσα επί του στήθους του εν ευαγγέλιον, ένα σταυρόν και μίαν εικόνα και πριν αρχίση η Λειτουργία ετελέσαμεν την κηδείαν του.
Πνιγμένος εν λυγμοίς ανέγνωσα τας ευχάς εντός του Μητροπολιτικού Ναού και μη υπάρχοντος εν αυτώ νεκροταφείου, μετέφερα ο ίδιος εις τον παρακείμενον περίβολον του βυζαντινού ναού των ταξιαρχών το σεπτόν σκήνος του, τον κατέβρεξα με πύρινα δάκρυα και απελθών έπεσα επί της στρωμνής μου όπως θρηνώ τον αοίδιμον ήρωα". Έτσι έπρατταν οι άξιοι του Γένους μας Ιεράρχες.
Με την ενίσχυση του φρονήματος του λαού συνδυαζόταν και η υποστήριξη της ελληνικής παιδείας, με τη σύσταση και λειτουργία ελληνικών σχολείων. Τη σημασία της παιδείας είχαν κατανοήσει και οι βούλγαροι, οι οποίοι από την αρχή της εκστρατείας των προσπαθούσαν να αποσπάσουν τους Έλληνες από τη σκέπη του Πατριαρχείου και από την επιρροή του, εξαναγκάζοντάς τους να προσέλθουν στην Εξαρχία και να παρακολουθήσουν μαθήματα σε βουλγαρικά σχολεία. Κατά την πρώτη φάση της δράσης του Κομιτάτου οι βούλγαροι απευθυνόμενοι προς τους σλαβόφωνους πληθυσμούς της Μακεδονίας έλεγαν: "Το γεγονός ότι ομιλείτε τη σλαβική γλώσσα σημαίνει ότι δεν είσθε Έλληνες, αλλά Σλάβοι. Πάψτε λοιπόν να επηρεάζεστε από την Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία η οποία δεν έχει να σας προσφέρει τίποτα. Εγκαταλείψτε το Οικουμενικό πατριαρχείο το οποίο έχει δικαίωμα να καθοδηγεί μόνο τους αληθινούς, τους γνήσιους έλληνες. Εσείς δεν είστε πραγματικοί έλληνες. Πάψτε να στέλνετε τα παιδιά σας σε ελληνικά σχολεία. Μη δέχεσθε να ακούτε τα κηρύγματα των ελλήνων ιερέων, οι οποίοι υπάγονται στην Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, η οποία είναι μόνο ελληνική. Φύγετε από την πνευματική καθοδήγηση του Πατριαρχείου κι εμείς θα σας φέρουμε δικούς μας Βούλγαρους Ιερείς και Βούλγαρους Δασκάλους, ενώ τους προικισμένους σας νέους θα τους στείλωμε στη Βουλγαρία για ανώτερες σπουδές μετά τις οποίες ανοίγεται μια λαμπρή σταδιοδρομία".
Από την προκήρυξη αυτή φαίνεται σαφώς ότι οι βούλγαροι θεωρούσαν το στοιχείο της γλώσσας καθοριστικό της εθνικής ταυτότητας ενός λαού. Αλλά η Γλωσσολογία σήμερα αποφαίνεται ότι αυτό είναι θεωρία αντιεπιστημονική και λανθασμένη. Και η ιστορία απέδειξε περίτρανα πως το γλωσσικό δεν αποτελεί ασφαλή βάση για τη θεμελίωση της εθνολογικής καταγωγής ενός λαού, αλλά είναι στοιχείο δευτερεύον που δέον να συνεκτιμάται μαζί με άλλα στοιχεία για τη στερέωση στερέωση της εθνικής ταυτότητας των λαών. Ωστόσο οι σλαβόφωνοι λαοί της Μακεδονίας, εκτός βέβαια των ελληνοφώνων, έδωσαν απάντηση στα βουλγαρικά φληναφήματα, όταν αρνούνταν να εγκαταλείψουν το πατριαρχείο και μόνον όταν ασκείτο επάνω τους η φοβερή δύναμη της βίας εξαναγκάζονταν να υποταχθούν προσκαίρως για να επανέλθουν με την πρώτη ευκαιρία στην αγκάλη της πνευματικής των Μητέρας.
Όπου πάντως υπήρχε φιλοβούλγαρος Μητροπολίτης, όπως π.χ. στην περιοχή του Κιλκίς, εκεί η βουλγαρική προπαγάνδα έκανε θαύματα και αποκτούσε σημαντικά ερείσματα. Στην περιοχή Πολυανής το 1870 είχαν συσταθεί 70 περίπου βουλγαρικά σχολεία και υπήρχε τάση επεκτάσεως του κινήματος και στις γειτονικές περιοχές Μελενίκου, Στρώμνιτσας και Μογλενών (Μακεδονία: 4.000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού, έκδοσις "Εκδοτικής Αθηνών", σελ. 453). Αλλού όμως, όπου οι Ιεράρχες ήσαν Έλληνες με συνείδηση, εκεί τα βουλγαρικά σχέδια ανατρέπονταν. Εκεί, με την πρωτοβουλία της Εκκλησίας, τα ελληνικά σχολεία λειτουργούσαν σωστά, δεδομένης άλλωστε και της αποκλειστικής, για τον υπόδουλο Ελληνισμό, ευθύνης για την παιδεία της ελληνικής Εκκλησίας. Αργότερα, και μάλιστα περί τα τέλη του ιθ΄ αιώνα, η ελληνική κυβέρνηση έθεσε σε ενέργεια σχέδιο υποστηρίξεως της ελληνικής παιδείας στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία, με κεντρικούς πόλους κατεύθυνσης τα ελληνικά προξενεία. Κύριος στόχος της προσπάθειας αυτής ήταν η πύκνωση των ελληνικών σχολείων και η σύσταση νηπιαγωγείων, παρθεναγωγείων και διδασκαλείων, με σκοπό τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον. Η κίνηση αυτή της ελληνικής πατρίδας παρ΄ ολίγον να αποβεί μοιραία για τις σχέσεις της με τις εκκλησιαστικές αρχές, που είδαν στην πρωτοβουλία αυτή μια τάση αφαιρέσεως από την Εκκλησία ενός δικού της πανεθνικού προνομίου, αλλά και τον κίνδυνο πολιτικοποίησης του ζητήματος της παιδείας και επέμβασης των τουρκικών αρχών στα προγράμματα των μαθημάτων και στη δομή της εκπαίδευσης. Μάλιστα ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄ όταν το 1901 ξαναγύρισε στον Θρόνο μνημόνευσε μεταξύ των βασικών αιτιών της οπισθοδρόμησης του Ελληνισμού στη Μακεδονία κατά τη διάρκεια του 1880 και την πολιτική του ελληνικού βασιλείου στην παιδεία. Σε εμπιστευτικό Δε υπόμνημα του προς τον έλληνα επιτετραμμένο στην Πόλη Α. Ποττέ σημείωνε: "Απεσκόπει η πολιτική αύτη εις την αναφανδόν συνεργασίαν των ανά τα επίμαχα μέρη και ακολούθως πανταχού εκκλησιαστικών αρχών μετά των προξένων προεξαρχόντων αυτών επί το επιδεικτικότερον. Η τάσις αφεώρα εις την υπόδειξιν και κατ΄ ακολουθίαν εις απόδειξιν ότι η Εκκλησία διατελεί ή δέον να διατελή υπό την προστασίαν της Ελληνικής Κυβερνήσεως, ότι οι κάτοικοι εκείνων των μερών ώφειλον να εννοήσωσι και να αισθανθώσι ότι δέον εις τας ανάγκας αυτών να προσέρχωνται εις το προξενείον ώστε να εθισθώσιν αποβλέποντες εις την Ελλάδα. Το δόγμα τούτο της ελληνικής πολιτικής... εδημιούργησε σύγχυσιν, ανέτρεψεν αιώνων καθεστώς, εξήγειρε τους απεναντίους ου μόνον εις άμυναν αλλά και επίθεσιν. Η Εκκλησία και οι λειτουργοί αυτής εκλονίσθησαν εις το έργον αυτών προσχωρούντες μετά δειλίας τινος και ενδοιασμού συρόμενοι εις νέαν οδόν. Ταύτα δεν εδήλουν, πολλού γε και δη, έλλειψιν φιλοπατρίας και πόθων προγονικών, αλλά φόβον μη το εγχείρημα αποβή εις κοινήν ολεθρίαν".
Καί τότε μεν ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ παραιτήθηκε του Θρόνου (1884) εξ αιτίας και του ζητήματος αυτού, όμως οι Ιεράρχες στην Μακεδονία συνέχισαν να αγωνίζονται, χωρίς προστριβές κατά το δυνατόν, με τους προξένους μας, ώστε η μεγάλη υπόθεση της παιδείας να μην αποτύχει και η προσπάθεια να μην αναχαιτισθεί. Στα 1885 ο Γραμματεύς της Εξαρχίας Σιόπωφ διεπίστωνε: "Τα μεγάλα και δευτερεύοντα κέντρα είναι εξ ολοκλήρου εξελληνισμένα και υπό την επιρροήν των Ελλήνων και Γραικομάνων. Η ελληνική γλώσσα κατακτά έδαφος. Εις το Μοναστήριον -τα Βιτόλια- όπου προ ετών οι κάτοικοι ήσαν καθαροί βούλγαροι, σήμερον δεν ακούγεται η βουλγαρική γλώσσα, ει μη κατά τας ημέρας της αγοράς, ότε συρρέουν έξωθεν οι χωρικοί. Θα δυνηθούν άραγε να κερδίσουν την Μακεδονίαν οι βούλγαροι αν σήμερον εγίνετο δημοψήφισμα; Είμεθα βέβαιοι ότι το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας θέλει πετάξει εκ των χειρών μας και οι έλληνες θέλουν εξ άπαντος κερδίσει, διότι οι πλείστοι των κατοίκων θα δηλώσουν ότι είναι έλληνες". Οι αυταπόδεικτες αυτές αλήθειες, που καμμιά εξαλλοσύνη των Κομιτατζήδων δεν στάθηκε ικανή να αποτρέψει, τελικά οδήγησε τους βουλγάρους, ιδίως μετά τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, να ξεσπάσουν σε όργιο ληστρικής καταδρομής εναντίον των Ελλήνων, τον δε υψηλότερο φόρο πλήρωσαν όπως πάντα οι Κληρικοί και οι δάσκαλοι. Στη διετία 1898-1899 βρήκαν το θάνατο από διάφορες βουλγαρικές συμμορίες 64 Έλληνες, μεταξύ δε αυτών πολλοί Ιερείς. Οι δολοφονίες συνεχίσθηκαν και στις αρχές του αιώνα μας, ενώ οι Μητροπολίτες παρέμεναν οι πνευματικοί ταγοί που προμάχησαν των δικαίων του πληττομένου Ελληνισμού. Χάρις στην ευψυχία των τα ελληνικά σχολεία λειτουργούσαν κανονικά, αποτρέποντας την άλωση της εθνικής συνειδήσεως. Στον τομέα της Παιδείας η συμβολή των Αθηνών υπήρξε κατά την εποχή αυτή -πριν από το 1904- σημαντική. Αύξησε τις πιστώσεις για τα σχολεία, πήρε μέτρα για την ποιοτική βελτίωση της εκπαίδευσης, ίδρυσε διδασκαλεία. Παραλλήλως ενίσχυσε οικονομικά τις εμπερίστατες Μητροπόλεις. Το πιο σημαντικό δε ήταν η βοήθεια της για επάνοδο στον Οικουμενικό Θρόνο του Ιωακείμ Γ΄, γεγονός που οδήγησε στη μεγαλύτερη δυνατή δραστηριοποίηση των Ιεραρχών του μακεδονικού χώρου. Και ενώ το όργιο των σφαγών των Ελλήνων κορυφωνόταν με την εξέγερση του Ήλιντεν, η Αθήνα περιοριζόταν σε διαμαρτυρίες προς τις Μεγάλες Δυνάμεις εναντίον της βουλγαρικής θηριωδίας, αποφεύγοντας την επιθετική πολιτική που εκ των πραγμάτων αναγκάσθηκε το 1904 να υιοθετήσει. Έτσι ο Γλάδτων έγραφε το 1902: "Ο ελληνικός παράγων εν τη χερσονήσω του Αίμου είναι ανίσχυρος και οικονομικώς και στρατιωτικώς ένεκα της ιδίας αυτού υπαιτιότητος". Και όχι μόνον βέβαια. Αλλά και εξ αιτίας της υποκριτικής στάσεως των Μεγάλων (χριστιανικών) Δυνάμεων που όταν έβλεπαν την πλάστιγγα ν ακλίνει προς την πλευρά των ελληνικών συμφερόντων επενέβαιναν για να της αλλάξουν κατεύθυνση.
Οι Έλληνες Ιεράρχες επίσης οργάνωσαν τα πρώτα στρατιωτικά τμήματα για την απελευθέρωση της Μακεδονίας, όταν τα πράγματα οξύνθησαν και τον λόγο πλέον είχαν τα όπλα. Οι βούλγαροι εξόπλιζαν συνεχώς τα τμήματα των, που καθημερινά πλήθαιναν με νέους προσήλυτους, που έπρεπε ο καθένας να αγοράσει όπλο με δικά του χρήματα. Ο θάνατος του Παύλου Μελά αφύπνισε την Αθήνα και συνέβαλε στη γενίκευση της σταυροφορίας για ένοπλη υποστήριξη της κινδυνεύουσας Μακεδονίας. Οι Ιεράρχες είχαν προ πολλού αντιληφθεί την ανάγκη του ένοπλου αγώνα. Τα Μητροπολιτικά μέγαρα είχαν μεταβληθεί σε αποθήκες οπλισμού. Η μετάβαση του Παύλου Μελά στην Μακεδονία ήταν ουσιαστικά έργο του Καστορίας Γερμανού Καραβαγγέλη, "όπως επίσης έργον ιδικόν του ήτο ο συντονισμός της δράσεως των βαθμιαίως συγκεντρωθέντων εις την περιοχήν της Καστορίας και των Κορεστίων και ετέρων ισχυρών Ελληνικών Ανταρτικών Σωμάτων" (Κ. Βαβούσκου, Η Μητρόπολις Νευροκοπίου 1900-1907, σελ. 254). Το έργο αυτό υποστηρίζουν και οι ελληνόψυχοι πρόξενοι, όπως ο Ίων Δραγούμης, που συνέβαλε στην οργάνωση των ελληνικών δυνάμεων στο Μοναστήρι. Για τον ίδιο σκοπό διακρίθηκαν οι πρόξενοι μας Ευγενιάδης στη Θεσσαλονίκη και Στορνάρης στις Σέρρες. Και αυτά παρά τις επιφυλάξεις των Αθηνών. Ο Έλληνας υπουργός των Εξωτερικών Ρωμανός -εξ αφορμής προτάσεων του έλληνα προξένου στο Μοναστήρι Πεζά για έναρξη ενόπλου αγώνος- είχε δηλώσει: "Ούτε η κυβέρνησις, αλλ΄ ούτε και οι αντιπρόσωποι αυτής πρέπει να περιπλακώσι εις τοιούτου είδους εγχειρήματα, ων το αλυσιτελές κατεδείχθη εν τω παρελθόντι, και τα οποία, λόγω του τελικού σκοπού εις ον αποβλέπουσιν, αποκρούονται υπό της κοινής συνειδήσεως και παντός πεπολιτισμένου Κράτους. Το ελληνικόν Κράτος ούτε δύναται, ούτε και οφείλει να παρακολουθήσει την Βουλγαρίαν εις το είδος τούτο της ενεργείας".
Αλλ΄ εκείνο που αρνήθηκε να πράξει το ελληνικό βασίλειο, το έπραξαν οι Δεσποτάδες και μαζί μ΄ αυτούς μερικοί Έλληνες διπλωμάτες, κινδυνεύοντας να ανακληθούν και να τιμωρηθούν από την κεντρική τους υπηρεσία. Αναμφισβήτητα ο Γερμανός Καραβαγγέλης είναι ο πρώτος Ιεράρχης που οργάνωσε ένοπλα τμήματα στην περιοχή Κορεστίων. Κατόρθωσε να αποσπάσει από τους Εξαρχικούς τον οπλαρχηγό Κώττα από τη Ρούλια και τον Βαγγέλη από το Στρέμπενο. Έστειλε επιστολή στον έλληνα πρωθυπουργό Ζαΐμη ζητώντας ενισχύσεις. Αλλ΄ ενώ η κυβέρνηση εσίγα, το μήνυμα ενστερνίσθησαν μεμονωμένα άτομα, μεταξύ Δε αυτών και ο Παύλος Μελάς. Αργότερα ο γυναικάδελφος του Ίων Δραγούμης θα ιδρύσει στο Μοναστήρι την "Άμυνα" με δίκτυο πληροφοριών και ανακάλυψη ένοπλου αγώνα. Μόλις Δε το 1903 η κυβέρνηση Θεοτόκη θα αποστείλει στρατιωτική αποστολή στη Μακεδονία, ενώ το 1904 θα σταλεί το πρώτο εκστρατευτικό σώμα υπό τον Παύλο Μελά, μετά τον θάνατο του οποίου γενικεύθηκε η σταυροφορία ένοπλης υποστήριξης της Μακεδονίας. Και ο Βοδενών (Εδέσσης) Νικόδημος μετέφερε όπλα κάτω από τη μύτη των τούρκων. Γράφει ο Μαζαράκης γι΄ αυτόν ότι ήταν "ωραίος τρακοντούτης, τύπος μελαψός, φυσιογνωμία αγαλματώδης" και περιγράφει την άφιξη του στα Βοδενά ως εξής: "Ο διάκος του Δεσπότη βαστούσε κάτι μεγάλες λαμπάδες, που ήταν τυλιγμένες λίαν επιδεικτικώς με ρόδινο χαρτί. Οι λαμπάδες ήταν όπλα μάλιγχερ που μετέφερε ο Δεσπότης. Και ενώ ηυλόγει το πλήθος... και οι τούρκοι αστυνομικοί τον δυνώδευσαν εις ένδειξιν τιμής, τα όπλα που θα μας ελευθέρωναν μίαν ημέραν από αυτούς μεταφέροντο τόσο πανηγυρικώς. Κανείς δεν ηδύνατο να υποπτευθή τοιαύτην τόλμην" (Κ. Σαρδελή, Η Εκκλησία και ο Μακεδονικός Αγώνασ, στην "Εκκλησιαστική Αλήθεια", 16.3.86).
Οι Έλληνες Ιεράρχες της Μακεδονίας, πιστοί τηρητές των πατρίων, ανεδείχθησαν προ και κατά τον Μακεδονικό Αγώνα άξιοι του Γένους και της Εκκλησίας. Πριν από την έναρξη του αγώνα αυτοί είχαν προετοιμάσει το έδαφος κυρίως στις ψυχές των υποδούλων, έχοντας διεξάγει έναν άλλο αγώνα, με τη συνεργασία παπάδων και δασκάλων. "Το των ψυχών έδαφος", όπως έγραψε ο πρόξενος Λάμπρος Κορομηλάς, ήταν ο στόχος αυτής της προσπάθειας. Και γι΄ αυτό εργάσθηκαν υπεράνθρωπα νύκτα και ημέρα μηδενός φειδόμενοι κόπου και την ζωή τους καθ΄ εκάστην θυσιάζοντες υπέρ του Γένους. Μετέβησαν στις επάλξεις των επιστρατευθέντες αλλά και εκόντες. Πορεύτηκαν με την απόφαση να πεθάνουν, όπως τόσοι άλλοι πριν απ΄ αυτούς. Πάσχισαν να συναγείρουν τον πολυπράγμονα Ελληνισμό και διατήρησαν το καντήλι του Γένους αναμμένο, παρά τους βορειάδες που φυσούσαν απειλητικοί. Αν σήμερα υπάρχει Μακεδονία πολλά οφείλονται σ΄ αυτούς και στο πνευματικό κέντρο της ρωμηοσύνης, το Πατριαρχείο μας.
Κάποτε ο Ίων Δραγούμης αναφερόμενος στο θάνατο του Παύλου Μελά και απευθυνόμενος στην ελληνική νεολαία έλεγε: "Να ξέρετε πως αν τρέξουμε και σώσουμε τη Μακεδονία, η Μακεδονία θα μας σώσει". Και επεξηγούσε: "Θα μας σώσει από τη βρώμα όπου κυλιόμαστε, θα μας σώσει από τη μετριότητα κι από την ψοφιοσύνη, θα μας λυτρώσει από τον αισχρό τον ύπνο, θα μα ελευθερώσει. Αν τρέξουμε να σώσουμε τη Μακεδονία, εμείς θα σωθούμε".
Η Μακεδονία, προσθέτουμε εμείς, θα μας σώσει και τώρα αν θυμηθούμε τα κλέη των μεγαλόπνοων πατέρων μας κι αν τα σημερινά μας πάθη αφήσουν ποτέ την ομορφιά της ζωής εκείνων να αγκαλιάσει και την δική μας ζωή.
Το Μακεδονικό πριν από τον Μακεδονικό Αγώνα
18/10/2004
Ομιλία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών εις Ημερίδα της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος με την ευκαιρία των 100 χρόνων από τον ηρωικό θάνατο του Παύλου Μελά
Εύλογα η Εκκλησία της Ελλάδος συμμετέχει ενεργότατα στις ενδεδειγμένες εκδηλώσεις μνήμης, τιμής και ευγνωμοσύνης προς τους Μακεδονομάχους όλων των περιόδων. Ομολογουμένως η διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα δεν εξαντλείται στην τετραετία 1904 – 1908. Η εκκίνηση του ταυτίζεται με τις αρχές του Ανατολικού Ζητήματος.¹ Η δε Ορθοδοξία τον είχε τέλεια συλλάβει σε χρόνους σκοτεινούς.
Η δε Ορθοδοξία τον είχε τέλεια συλλάβει σε χρόνους σκοτεινούς. Συγκεκριμένα ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος Πηγάς ο Α΄διακήρυσσε στεντόρεια στους υποδούλους ομογενείς του: «Εσείς είσθε το γένος εκείνο το περιφρονημένον των ρωμαίων, το οποίον εκυρίευσεν όλην την οικουμένην με την δύναμιν των αρμάτων. Η πρώτη μοναρχία των Περσών μετετέθη εις Αιγυπτίους, από τους Αιγυπτίους εις Μακεδόνας, οι οποίοι ήσαν Έλληνες, το γνήσιον γένος σας. Από εκείνους δε εις τους Ρωμαίους, από τους οποίους εσείς και κρατάτε και λέγεσθε. Εσείς είσθε εκείνοι, των οποίων οι πατέρες εφώτισαν την οικουμένην, την ορθοδοξίαν της Χριστού πίστεως. Τα λείψανα είσθε εσείς της βασιλείας των Ρωμαίων, εσείς τα λείψανα της ορθοδοξίας».²
Προφητικά προϊδεάζει πράγματι τους πιστούς ο επιφανής Μελέτιος Πηγάς για την Ορθοδοξία και την Ελληνικότητα της Μακεδονίας, την οποία επί αιώνες καταπατούσαν αλλογενείς και αλλόθρησκοι, συνάμα δε αδιάλειπτα εποφθαλμιούσαν τσάροι³ και αυτοκράτορες, Μεγάλες λεγόμενες Δυνάμεις, καθώς και νεοφανείς διεκδικητές, Ρουμάνοι και Βούλγαροι. Το δε περιεργότερο είναι ότι αξιώσεις προβάλλουν και στερούμενοι εθνικής συνειδήσεως⁴ και στοιχειώδους κρατικής υποστάσεως, όπως «οι αυστροκίνητοι και ιταλοκίνητοι πλεονάζοντες εκ των Αλβανών μουσουλμάνοι, ως και οι μειοψηφούντες περί την Σκόδραν Αλβανοί Χριστιανοί της Δυτικής Εκκλησίας».⁵
Στο τελευταίο η διεύρυνση συμπεριλαμβάνει και τους Βλαχοφώνους, αν και αισθητότατα διακρίνονται για την ελληνική συνείδηση, το υψηλότερο επίπεδο ζωής, τις εκπληκτικές επιδόσεις στο εμπόριο, στις τέχνες, στα γράμματα, στις επιστήμες και θεωρούνται ως οι πρώτοι χριστιανοί της Ευρώπης, της Μακεδονίας, από τους χρόνους του Αποστόλου Παύλου, όπως Γάλλος πανεπιστημιακός καθηγητής,¹⁰ μάλιστα καθολικός, διατείνεται. Εν τούτοις το τάγμα των Λαζαριστών στη Θεσσαλονίκη, αν και θρησκευτική γαλλική αποστολή, πάντοτε αναφανδόν στην υπηρεσία της πολιτικής της Γαλλίας στο Μοναστήρι επί ηγουμενίας του αββά Faverial αναπτύσσει διαδοχικά διασυνδέσεις με τους εκπροσώπους της παντοδύναμης Αυστροουγγαρίας και όργανα της κρατικά αρτιπαγούς Ρουμανίας, η οποία εξελίχθηκε επικινδυνωδέστερη για τον Ελληνισμό, μολονότι του οφείλει την εθνωνυμία¹¹ και τη γλώσσα.¹²
Έχοντας αδιανόητη δυνατότητα διαθέσεως δελεασττικών κονδυλίων για φιλοδωρήματα και χρησιμοποιώντας αδίστακτα πληρωμένα όργανα, η Ρουμανία ενωρίτατα επέτυχε να «διαφθείρη εις άκρον τον αρχιερέα Γεννάδιον [μητροπολίτην Γρεβενων], δι’αμοιβής 5000 φλωρίων και ούτω απέστειλεν αυτόν εις περιοδείαν κατά την επαρχίαν του προς υποστήριξιν του Ρουμανισμού, όπερ και εγένετο. Κατόπιν πάλιν εις αμοιβήν των κόπων του αρχιερέως και των υπηρεσιών προς τον Ρουμανισμόν, τω απεστάλη και αδαμαντοκόλλητος ταμβακοθήκη, ήν κατέσχε το Πατριαρχείον, ως και την αλληλογραφίαν του. Είτα δε μεγάλης αξίας Σταυρόν του στήθους, τον οποίον ο Αρχιερεύς εκείνος μεγαλαυχών δια τας εθνικάς προδοσίας του εφόρει καθ’άπασας τας επισήμους εορτάς, και τον οποίον μετά τον θάνατον του απέστειλον εις τα Πατριαρχεία. Συνεννοηθείς μετά του ρηθέντος Αρχιερέως κατά το αυτό έτος 1870 ο Απ. Μαργαρίτης [το παμμέγιστο και πανούργο όργανο της ρουμανικής προπαγάνδας], ίνα εισαγάγη και εις τα εν Γρεβενοίς ελληνικά σχολεία ως υποχρεωτικήν την Ρουμανικήν γλώσσαν, συνεφωνήθη ως διδάσκαλος της Γαλλικής, Ελληνικής και Ρουμανικής, καθήμενος και τρεφόμενος εν τη Μητροπόλει, τον οποίον οι τότε διδάσκαλοι δεν παρεδέχθησαν και απέβαλον της σχολής,…». Την πληροφορία ανευρίσκει στα Αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδος η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ελευθερία Ι. Νικολαίδου και την καταχωρίζει στον Α΄τόμο της σχετικά πρόσφατης συγγραφής της, την οποία επιγράφει Η ρουμανική προπαγάνδα στο βιλαέτι Ιωαννίνων και στα βλαχόφωνα χωριά της Πίνδου ( μέσα 19ου αι. – 1900 ).¹³
Άλλος μητροπολίτης, ο από Δεβρών και Βελισσού Άνθιμος «αποσκίρτησε φανερά από τον ελληνισμό και την ορθοδοξία και έγινε τυφλό όργανο της Ρουμανικής ανθελληνικής προπαγάνδας. Έγινε αρχιερέας των Ρουμάνων και ανέλαβε τη Ρουμανική Εξαρχία στην Κωνσταντινούπολη με μισθό 40 χρυσά εικοσόφραγκα το μήνα. Οι Ρουμάνοι του πρόσφεραν όλες τις ανέσεις (του παραχώρησαν ακόμα και πολυτελέστατη οικία), αλλά γνωρίζοντας τον άστατο χαρακτήρα του, έβαλαν φρουρούς να τον παρακολουθούν μη τυχον ξαναρχίσει συνεννοήσεις και επαφές με το Ελληνορθόδοξο στοιχείο. Για να δικαιολογήσουν την παρουσία των φρουρών προφασίστηκαν ότι το κάνουν για την ασφάλεια του. Η παρακολούθηση όμως ήταν τόσο οφθαλμοφανής και προκλητική, ώστε έκανε τον Άνθιμο να αγανακτήσει και να καταληφθεί από τύψεις και από αισθήματα ενοχής και μεταμέλειας. Πικρά μετανοιωμένος πήγε στο Πατριαρχείο και ζήτησε γονατιστός συγχώρηση από τον Πατριάρχη. Ο Πατριάρχης του έδωσε άφεση αμαρτιών και του πρόσφερε αρκετή οικονομική ενίσχυση για να μπορεί να ζήσει με αξιοπρέπεια. Οι τύψεις όμως τον κατέτρωγαν και το Σεπτέμβριο του 1904 πέθανε περιφρονημένος από κάθε πλευρά».¹⁴
Κατά την καθηγήτρια Νικολαίδου, «Υποψήφιος έξαρχος των Κουτσοβλάχων ήταν κι ο μητροπολίτης Δυρραχίου Βησσαρίων (1867 – 1899 ), με πολύ ισχυρότερη επιρροή στους κύκλους των Πατριαρχείων και την τουρκική κυβέρνηση, απ’ότι ο Άνθιμος..».¹⁵ Σε προγενέστερο σύγγραμά της, επιγραφόμενο «Ξένες προπαγάνδες και εθνική αλβανική κίνηση στις μητοπολιτικές επαρχίες Δυρραχίου και Βελεγράδων κατά τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα» καταχωρίζει και μαρτυρίες: « Ο Πρόξενος Μοναστηρίου, από την πολύωρη συνομιλία που είχε με το Βησσαρίωνα κατά τη μετάβαση του τελευταίου στο Μοναστήρι το 1896, είχε πειστή απόλυτα ότι αφεύκτως προσεφέρθη να υπηρετήση την Ρουμανικήν προπαγάνδαν και ότι κακά βούλευεται ευμενώς διακείμενος προς τους Ρουμάνους αναμενόταν η επίσημη προσχώρηση του Βησσαρίωνα στη Ρουμανική προπαγάνδα και η ανακήρυξή του με τη συνδρομή των Τούρκων σε έξαρχο των ανά την Μακεδονίαν Ήπειρον και την Αλβανίαν ρουμουνιζόντων, με πρόθεση να διορίσει παντού επιτρόπους..».¹⁶
Αν και ο Δυρραχίου διέψευδε και δήθεν αγανακτούσε για όσα διέπραξε ο Άνθιμος, η φιλορουμανίζουσα στάση του και οι συνεννοήσεις του με τη ρουμανική προπαγάνδα διαπιστώθηκαν και από τους μητροπολίτες Μοναστηρίου, Καστοριάς και Κορυτσάς, ώστε να μετριάζονται οι επιφυλάξεις για υπερβάλλοντα ζήλο των διπλωματών, των προξένων, κατά των οποίων άλλως τε αντίστοιχες αποκαλύψεις, συνήθως για χρηματισμό ή παράβλεψη γενικά των εθνικών δικαίων, υποτονθορύζονταν επίσης.
Ως προς τον χώρο της Β Α Βαλκανικής η επιστημονική συγκομιδή των ημερών μας διαθέτει ήδη αδιάσειστες αποδείξεις διαρκούς και δυναμικής παρουσίας Ελλήνων.²⁵ Πόσοι δε και ποίοι ήσαν αρχικά οι Βούλγαροι, αποκαλύπτει από το βήμα της Ακαδημίας Αθηνών ενώπιον του πρέσβεως της Βουλγαρίας στην ελληνική πρωτεύουσα N. Todorov ο ακαδημαικός Διονύσιος Α. Ζακυθηνός, αναπτύσσοντας το θέμα « Οι Βούλγαροι από του εξελληνισμού εις τον εκσλαβισμόν». Κυρίως τονίζει: « Η θεωρία, η δεχομένη ότι οι Βούλγαροι ήσαν γηγενείς και κατώκουν από αιώνων εις την χερσόνησον του Αίμου, στερείται επιστημονικής βάσεως… Ο έπηλυς Βουλγαρικός λαός έφερεν εις την πενιχράν αποσκευήν του περιωρισμένον αριθμόν Πρωτοβουλγαρικών λέξεων Τουρκικής προελεύσεως…, τας οποίας εχάραξε δια γραμμάτων του Ελληνικού αλφαβήτου. Επί διακόσια και πεντήκοντα έτη το Βουλγαρικό κράτος εχρησιμοποίει την Ελληνικήν, εφθέγγετο ελληνιστί. Εφθέγγετο ελληνιστί και όταν ήθελε να πολεμήσει τους Έλληνας. Ότε δε βραδύτερον ενεκολπώθη μίαν άλλην γλώσσαν, αυτή η γλώσα δεν ήτο η ιδική του…Εκτός ευαρίθμων επιγραφών, αι οποίαι εγράφησαν βουλγαριστί δι’Ελληνικών γραμμάτων, τα λοιπά ευρήματα έχουν γραφή εις δημώδη Ελληνικήν γλώσσαν…».²⁶ Αυτά πολύ ενωρίτερα, το 1966, κατά το πρώτο διεθνές συνέδριο σπουδών Ν Α Ευρώπης, είχε ανακοινώσει στην πρωτεύουσα της Βουλγαρίας ενώπιον ειδικών επιστημόνων πολλών χωρών. Αναφερόμενος ο Ζακυνθηνός στις πρωτοβουλγαρικές επιγραφές και σε σπάνια επιγραφικά κείμενα, γραμμένα στην πρωτοβουλγαρική γλώσσα με γραφή ελληνική, διακήρυξε: «έχουν γραφή από Έλληνες, Έλληνες αυτόχθονες, πρόσφυγες ή αιχμαλώτους, Έλληνες εντοπίους…»²⁷
Όμως η Βουλγαρία της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου 1878, δημιούργημα των εργαστηρίων της τσαρικής επεκτατικής πολιτικής, επιλέχθηκε για την ανατροπή της έως τότε εθνολογικής και δημογραφικής καταστάσεως της περιοχής, σαφέστερα δε για την παραλλαγή προγενεστέρων και ιδίως πολιτισμικά ανωτέρων πληθυσμών. Σε μία ημέρα αναδύθηκε ως χώρα, της οποίας οι κάτοικοι αριθμούσαν 4.500.000, ενώ Βούλγαροι ήσαν μόλις 600.000.²⁸ Οι υπόλοιποι, πολυαριθμότεροι, αποτελούσαν κράμα εξισλαμισμένων, ΄΄Τούρκων΄΄, Ελλήνων κ.α. Σχετικά με τους ΄΄Τούρκους΄΄, ο Ελβετός ανθρωπολόγος και εθνολόγος Eugene Pittard²⁹ διευκρινίζει ότι, υπ’αυτήν τη λέξη, βρίσκονται εντόπιοι βαλκανικοί πληθισμοί εξισλαμισμένοι από ποικίλα αίτια. Τα ίδια σχεδόν υποστηρίζουν και οι σύγχρονοί μας τουρκολόγοι B. J. Slot³⁰ και N. Beldiceanu.³¹
Για την επίτευξη του εκβουλγαρισμού καταρτίζονται ποικίλα, καατά περιπτώσεις, και πολλαπλά προγράμματα ΄΄διαφωτίσεως΄΄. Μάλιστα επιστρατεύονται – με το αζημίωτο – και ξένοι ειδικοί, όπως ο G. Weigand, ο οποίος και στην ώριμη ηλικία, όταν πλέον και ο ίδιος δεν δεχόταν τη γλώσσα ως μοναδικό κριτήριο εθνότητας, συνέχιζε την άσκηση προπαγάνδας. Το ειδικό δημοσίευμά του, κατά τον ακαδημαικό και καθηγητή της Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Γεώργιο Χατζιδάκι, «είναι προπαγανδιστικόν και παντάπασιν ανάξιον πίστεως», ο δε συγγραφέας του «κατάλληλον όργανον της Βουλγαρικής προπαγάνδας», ενώ ο Νοτάρης τον χαρακτηρίζει σκληρότερα: «τυφλό όργανο του Βουλγαρικού σωβινισμού».³²
Εξ ίσου ΄΄επιστημονικές΄΄ υπηρεσίες παράλληλα προσφέρει ο Weigand και στη Ρουμανία, όπου οι χρηματοδοτήσεις του από ρουμανικές κυβερνήσεις καταντούν κοινό μυστικό, αφού δημοσιεύονται και στις ρουμανικές εγκυκλοπαίδειες.³³ Δεν παραμελεί και τις επικοινωνίες του με τους Λαζαριστές. Μικρή περικοπή από σύγγραμμά του πείθει αρκετά: «Συζητώντας με τον ηλικιωμένο ιερέα [τον αββά Faverial], που μένει εδώ και πολλά χρόνια στο Μοναστήρι και που νοιάζεται πάρα πολύ για την υποστήριξη του ρουμανικού σχολείου, πέρασε πολύ γρήγορα ο χρόνος. Με ιδιαίτερη εμπάθεια μιλούσε για τους ΄΄mauditsGrecs΄΄ (καταραμένους Έλληνες), που οι Λαζαριστές είναι οι αδιόρθωτοι αντίπαλοί τους, όσο και να ξετρελλαίνεται ο γαλλικός λαός για την Ελλάδα».³⁴ Πάντως καθιστά ολοφάνερο τον αχαλίνωτο θρησκευτικό φανατισμό του καθολικού κληρικού, Γάλλου, αντιπαραβάλλοντάς τον με τον έντονο φιλελληνισμό του γαλλικού λαού.
Οι Λαζαριστές δεν είχαν μείνει αδρανείς και στην απόπειρα επεκτάσεως της Ουνίας³⁵ στη Θεσσαλονίκη. Έσπευσαν στη Δύση για τη διενέργεια εράνων, που θα εκάλυπταν τα έξοδα ανεγέρσεως ουνιτικού ναού, του οποίου η άδεια οικοδομής εκδόθηκε με τη μεγαλύτερη δυνατή σπουδή. Αλλά η διαδικασία ολοκληρώσεως σταμάτησε. Διότι είχε προσκρούσει στην απουσία του αναγκαίου αριθμού νεοφωτίστων, οι οποίοι έπρεπε να ανέρχονται τουλάχιστον στους είκοσι πέντε. Η αποτυχία οπωσδήποτε υποδηλώνει και την αξιοθαύμαστη διαίσθηση του ορθοδόξου πληρώματος της Μακεδονίας στα τεκταινόμενα, ώστε να μη επηρεάζεται αποθαρρυντικά και από καταπτώσεις ιεραρχών, οι οποίες μόνον ως αξιολύπητες εξαιρέσεις σημειώνονται. Ασφαλώς υπερτερούν όσοι ίστανται στο ύψος της ιερωσύνης. Αυτοί συνέβαλαν αποφασιστικά στην απελευθέρωση της Θεσσαλίας και της ενώσεώς της με τη Μητέρα Ελλάδα του Δομοκού, παρά τις παντοίες δολοπλοκίες της προπαγάνδας. Η φωτισμένη παρουσία του Δωροθέου Σχολαρίου υπήρξε σωστική. Μετά μια πολύχρονη και επώδυνη εμπειρία από τους αγώνες του στη βόρεια Θράκη, «αναδείχθηκε ένας από τους κυριότερους εμψυχωτές της εκπαιδευτικής κίνησης στη Θεσσαλία κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, προσφέροντας μάλιστα σχεδόν όλη την περιουσία του για την ανέγερση σχολείων. Με την πεποίθηση ότι μόνον η μόρφωση κάνει τον άνθρωπο αντάξιο του υψηλού προορισμού, όπου τον έχει τάξει ο Θεός, επεξέτεινε την ανάγκη της εκπαίδευσης και στα κορίτσια και ιδιαίτερα στον κλήρο... Μεγάλη επίσης σημασία έδινε στην εκπαίδευση των βλαχόφωνων Ελλήνων, για τους οποίους φρόντισε να ιδρυθούν σχολεία σε χωριά του Ασπροποτάμου και ιδίως στα Τρίκαλα, όπου ασκούνταν έντονη ρουμανική προπαγάνδα στους πολυάριθμους Βλάχους που παραχείμαζαν εκεί».³⁶
Το 1898 ένας άσημος και ταπεινότατος ιερέας ενός άγνωστου έως τότε χωριού σε πατριωτική συνεργασία με τους τοπικούς άρχοντες και το σύνολο των ενοριτών αναπτερώνει το φρόνημα των απανταχού Ελλήνων, καταπτοημένων εξ αιτίας του Ατυχούς Πολέμου του 1897, και καταυγάζει την Οικουμένη με το Ολοκαύτωμα της Κουτσούφλιανης, παραμεθόριας Θεσσαλίας-Μακεδονίας. Ενωμένοι και αποφασισμένοι απορρίπτουν δελεαστικές προτάσεις γι’ αποδοχή επανεντάξεώς της στην τουρκική επικράτεια, αποκρούουν νικηφόρα τις εναντίον τους επιδρομές του τακτικού τουρκικού στρατού, τελικά δε δεν απομένει παρά να παραδώσουν στους εκπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων αποκαΐδια και στάχτες του χωριού τους.
Ο ακαδημαϊκός Ζαχαρίας Παπαντωνίου εντυπωσιασμένος βαθύτατα αναφωνεί σε δημοσίευμά του, επιγραφόμενο Κάτι Μεγάλο: «... και αν ήμην ο απαισιοδοξότερος των απαισιοδόξων δια τον δυστυχή αυτόν τόπον, μετά τας φλόγας της Κουτσούφλιανης θα εγινόμην ο αισιοδοξότερος». Θαυμάζει αυτόν τον πατριωτισμό, που εκδηλώνεται «εν μέσω Ελλήνων [του Εθνικού Κέντρου], εκ των οποίων πολλοί έκρυβον τα υπάρχοντά των εις τον πόλεμον [του 1897], δια να μη τους πάρη τίποτε ο νόμος της εισφοράς, Ελλήνων εκατομμυριούχων, οι οποίοι έσφιγγον σαν τον Ιουδαίον του Σαίξπηρ την σακκούλαν των, δια να μη αγοράσουν κανένα φυσέκι και καμμίαν γαλέτταν δια τους μαχομένους στρατιώτας, Ελλήνων, οι οποίοι αντί του όπλου εκράτησαν το καλαμάκι της γρανίτας και εβάρυναν τα τραπέζια των ζαχαροπλαστείων, όταν η άλλη νεότης εφόρει μαρτυρικούς στεφάνους εις το στρατόπεδον...»³.
Επειδή καταγγέλλονται ως αδιάφοροι οι Αθηναίοι του ελληνικού βασιλείου του Δομοκού, επιβάλλεται κάποια ερμηνεία. Κατά τον ακαδημαϊκό Αντ. Δ. Κεραμόπουλο, «το ψήφισμα του 1844, όπερ έβλεπεν Ελλάδα μέχρι της Όθρυος μόνον, ει και απεδοκιμάσθη υπό των εκλεκτών της πατρίδος, ήπλωσεν όμως τας ρίζας του βαθείας και ενάρκωσε δια των δηλητηρίων του την προσοχήν του έθνους έπειτα»³. Το 1895 ο από Θεσσαλονίκης Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ ο Μεγαλοπρεπής, καταγόμενος από τη Μακεδονία, «κατηγορούσε τις ελληνικές κυβερνήσεις ότι δεν κατενόησαν ότι η πολιτική του σουλτάνου τείνει στην αφομοίωση πάντων των Χριστιανών της αυτοκρατορίας του, ...., ότι το δράμα για την Ελλάδα είναι ότι οι Έλληνες πολιτικοί δεν τολμούν να έχουν «γνώμη σαφή φοβούμενοι τους ανεύθυνους λογιωτάτους και την απώλειαν της δημοτικότητας αυτών... και ακόμη ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν εσκέφθησαν ποτέ για το Μακεδονικό, «δεν εχάραξαν μιαν πολιτικήν, δεν συνέστησαν μιαν υπηρεσίαν για να το παρακολουθεί και δεν συνεννοήθηκαν με το Πατριαρχείο «όπως ίδωμεν τι αιτούμεν, πού βαδίζομεν και πώς δρώμεν, ούτε εν τη διεθνεί πολιτική της Ευρώπης έχομεν τινά επιστάμενον τι αιτούμενον και υποσχόμενον ημίν βοήθειαν εις τούτο», σύμφωνα με όσα ερανίσθηκε προ δεκαετίας ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Αθανάσιος Ε. Καραθανάσης.³
Περίπου επίκαιρη και προσεκτική παρουσίαση των συνεπειών της ελληνικής ασυνεννοησίας και συνακόλουθης απροετοιμασίας έχει συντάξει ο ενεργός Μακεδονομάχος Almaz [Αλέξανδρος Μαζαράκης-Αινιάν], του οποίου υπενθυμίζουμε καίρια περικοπή: «Δυστυχώς... δεν υπήρξε και απέναντι του νέου τούτου εχθρού [της ρουμανικής προπαγάνδας, όπως και της βουλγαρικής] προσήκουσα πάντοτε η πολιτεία των ιθυνόντων το έθνος και την εκκλησίαν και των εν Μακεδονία αντιπροσώπων αυτών. Δεν ειργάσθησαν κυρίως όπως διαφωτίσωσιν επαρκώς τους ελληνοβλαχικούς πληθυσμούς...»⁴⁰.
Εν τούτοις ο πολύς λαός κατά κανόνα στάθηκε εκπληκτικά και αξιέπαινα ακλόνητος, αψηφώντας κάθε είδους δοκιμασίες και την επί γης ταλαίπωρη ζωή του, έως ότου κρίθηκε από τους ιθύνοντες την Εκκλησία και το Έθνος επιτακτική η ενδεδειγμένη αντίδραση: «Περί το 1900 σημειώθηκε στροφή του Πατριαρχείου ως προς την αντιμετώπιση της εκτεταμένης βουλγαρικής διείσδυσης. Η αμυντική τακτική μεταβλήθηκε σε ανακτητική. Κορυφώθηκε κατά τη διάρκεια της δεύτερης πατριαρχείας του Ιωακείμ Γ΄, γνώστη της βουλγαρικής πολιτικής ήδη από την εποχή που ήταν μητροπολίτης στη Βάρνα και κατόπιν στη Θεσσαλονίκη. Από το 1900 άρχισαν να μετατίθενται διάφοροι αρχιερείς από τις μακεδονικές μητροπόλεις «δια την κατά καιρόν της Εκκλησίας χρείαν». Τους διαδέχθηκαν προικισμένοι και νέοι κατά κανόνα στην ηλικία ιεράρχες. Κατά την ένοπλη αποκορύφωση του Μακεδονικού Αγώνα εθναρχούσαν ο Αλέξανδρος Ρηγόπουλος στη Θεσσαλονίκη, ο Γερμανός Καραβαγγέλης στην Καστοριά, ο Ιωακείμ Φορόπουλος στο Μοναστήρι, ο Χρυσόστομος Καλαφάτης (ο εθνομάρτυς Σμύρνης) στη Δράμα, ο Φώτιος Καλπίδης (επίσης εθνομάρτυς) στην Κορυτσά, ο Αιμιλιανός Λαζαρίδης (επίσης εθνομάρτυς) στην επισκοπή Πέτρας, ο Ειρηναίος στη Χαλκιδική, ο Θεοδώρητος στο Νευροκόπι, ο Κωνσταντίνος στις Σέρρες, ο Στέφανος Δανιηλίδης στην Έδεσσα, ο Γρηγόριος (εθνομάρτυς Κυδωνιών) στη Στρώμνιτσα, ο Ειρηναίος στο Μελένικο, ο Παρθένιος στη Δοϊράνη»⁴¹. Χάρις στην εθνική και ποιμαντική δραστηριότητα των νέων αυτών Ιεραρχών, ο λαός συγκρατήθηκε στους κόλπους της Εκκλησίας, αισθάνθηκε ασφάλεια στην επιδίωξή των στόχων του, ενώ παράλληλα οργανώθηκαν και λειτούργησαν ελληνικά σχολεία που με τους εμπνευσμένους εκπαιδευτικούς καλλιέργησαν στις ψυχές των παιδιών τα ιδανικά της Πίστεως και της Πατρίδος και τέλος οργανώθηκαν αντάρτικα ένοπλα τμήματα ώστε όταν με τον θάνατο του Παύλου Μελά κυρίως εδόθη το σύνθημα του Αγώνα, το έθνος βρέθηκε έτοιμο για να τον διεξαγάγει με επιτυχία. Τιμή και δόξα αρμόζει σε όλους, αρχιερείς, ιερείς και πιστούς, μικρούς και μεγάλους, πού αγωνίσθηκαν για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Ωστόσο χρειάζεται επαγρύπνηση κατά των προπαγανδών, που συνεχίζουν να παραπληροφορούν απλούς ανθρώπους και ηγέτες χωρών. Καιρός για πραγμάτωση της προτάσεως του Ιωακείμ Γ΄, για να έχωμεν και στη διεθνή πολιτική της Ευρώπης «τινά επιστάμενον». Διότι εκεί και τό Μακεδονικό προβάλλεται ακόμη παραπλανητικά.⁴²
Θα μπορούσα να σταματήσω εδώ το λόγο μου, με τις ευχαριστίες τις δικές μου και της Εκκλησίας της Ελλάδος, για να ακούσω και τον ενδιαφέροντα λόγο των εισηγητών μας. Θα ήθελα όμως, με την ευκαιρία αυτή και συμπληρωματικά προς τις εισηγήσεις, να αναφέρω τέσσερις μόνο σκέψεις μου.
Πρώτον, ότι η αντικειμενική διαπίστωση όλων είναι πως ο αγώνας για τη Μακεδονία γινόταν μεταξύ των Ελλήνων και των Βουλγάρων, στη σκιά των τούρκων κατακτητών, που συνήθως έπαιρναν το μέρος των Βουλγάρων και ποτέ των Ελλήνων εναντίον οποιουδήποτε άλλου. Όπως ποτέ δεν είχε αναφερθεί στις στατιστικές έρευνες των τουρκικών, των γαλλικών ή των αγγλικών άλλη εθνότητα, όπως λ.χ. «Σλαβομακεδονική», πλην των γνωστών. Πολλοί Έλληνες της Μακεδονίας κατά τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα ήσαν αλλόγλωσσοι ή δίγλωσσοι, αλλά διακρίνονταν από τους βουλγάρους, τους σέρβους ή τους τούρκους συντοπίτες τους. Η Εκκλησία και η Παιδεία βοήθησαν στην έκφραση της εθνικής και θρησκευτικής τους ταυτότητας, αλλά και αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει, αν δεν είχαν συνείδηση του ποιών απόγονοι είναι και ποιο είναι το Έθνος τους. Θα μου επιτρέψετε να σας πω από μια σχετική αληθινή ιστορία ένα διάλογο, όπως τον κατέγραψε η αξιόλογη συγγραφέας Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη στο εξαιρετικό βιβλίο της «Καπετάν Κώττας».
Μάλωναν μιαν ημέρα ένας Βούλγαρος κι ένας Έλληνας, υπηρέτες και οι δυο ενός πασά. Άκουσε ο πασάς τις φωνές στην αυλή και τους κάλεσε. «Τι πάθατε από το πρωί και τρωγόσαστε;» τους ρώτησε. «Να, αφέντη», έπιασε να εξηγεί ο Βούλγαρος, «έχουμε ένα νόμισμα με το κεφάλι ενού βασιλιά απάνω. «Δικός μου είναι βασιλιάς, ο Μεγαλέξαντρος», λέει ο Γραικός, «δικιά μου και η χώρα του». «Δικός μου ο βασιλιάς, δικιά μου η χώρα του», λέω ελόγου μου. Και γίνηκε ο σαματάς που άκουσες». «Να δω κι εγώ», λέει ο πασάς και κοιτάζει καλά την κεφαλή και τα γραφούμενα. «Τι γλώσσα είναι τούτα δω τα γράμματα;» ρωτάει. «Ελληνικά!» του λέει ο Έλληνας. Γελάει ο πασάς. Γυρνάει στο Βούλγαρο: «Δικός του ο βασιλιάς, δικιά του η χώρα!» λέει. «Γιατί έχεις δει μωρέ ποτέ τούρκο σουλτάνο να γράφει στις λίρες του απάνω φράγκικα;»…
Δεν υπήρξαν ποτέ «Μακεδόνες» ως εθνότης. Είναι το μεγάλο ψέμα του τιτοϊκού καθεστώτος, που η προπαγάνδα και ο προκληθείς αλυτρωτισμός του ακόμη ταλαιπωρεί τους γείτονες κι εμάς, όλους τους Έλληνες, αλλά, θα έλεγα, ακόμη και τον διεθνή παράγοντα, αφού το όνομα της γειτονικής χώρας στους Διεθνείς Οργανισμούς παραμένει, δεκαπέντε περίπου χρόνια μετά τη δημιουργία της, μετέωρο και ως «Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας». Υπάρχει η Μακεδονία ως περιοχή, στην οποία έζησαν κατά καιρούς Έλληνες και διάφορες άλλες εθνότητες και σήμερα στο ελληνικό μέρος της ζουν μόνον Έλληνες.
Το δεύτερο που θα ήθελα να πω στην αγάπη σας είναι ότι στη Μακεδονία δεν έχουμε μία μονόπλευρη προσφορά. Δηλαδή, δεν εργάσθηκαν και δεν βοήθησαν μόνο στην Ελευθερία και στην Ανάπτυξή της οι Έλληνες από όλες της γωνιές της Οικουμένης. Υπήρξε, και κυρίως σήμερα υπάρχει, και το ανταποδοτικό. Ήσαν και είναι και οι Μακεδόνες, που βοήθησαν και βοηθούν όλοι την Ελλάδα. Έτσι επαληθεύονται οι λόγοι του Ίωνα Δραγούμη προς τους Έλληνες, τους οποίους, με το βιβλίο του «Μαρτύρων και ηρώων αίμα», καλούσε στις αρχές του 20ου αιώνα να τρέξουν για να σώσουν τη Μακεδονία: «Να ξέρετε», τους έλεγε και μας λέγει, «πως, αν τρέξουμε να σώσουμε τη Μακεδονία, η Μακεδονία θα μας σώσει. Θα μας σώσει από τη βρώμα, όπου κυλιόμαστε, θα μας σώσει από τη μετριότητα και από την ψοφιοσύνη, θα μας λυτρώσει από τον αισχρό τον ύπνο, θα μας ελευθερώσει. Αν τρέξουμε να σώσουμε τη Μακεδονία, εμείς θα σωθούμε!» Πόσο επίκαιροι παραμένουν οι λόγοι του και σήμερα, κυρίως όσον αφορά στη μετριότητα και την ψοφιοσύνη…
Το τρίτο που θα ήθελα να σημειώσω είναι πως η Μακεδονία μας, μετά την 24ετή παρουσία μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έχει εξελιχθεί σε χώρο και κέντρο συνεννόησης και συνεργασίας των χωρών της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης και είναι η πνευματική, πολιτισμική, κοινωνική, εμπορική και οικονομική πύλη προς την ενδοχώρα της Ευρώπης. Η Μακεδονία κατοικείται σήμερα από Έλληνες της Μικράς Ασίας, του Πόντου, της πρώην ΕΣΣΔ, αλλά και της Κρήτης, της Πελοποννήσου, της Ηπείρου και της Θράκης. Όλοι μαζί συγκροτούν ένα εξαιρετικό δυναμικό, που συμβάλλει στην περαιτέρω ανάπτυξη της χώρας και στην αξιόλογη παρουσία της στο μέλλον της Ενωμένης Ευρώπης.
Και το τέταρτο και τελευταίο που θα ήθελα να σας αναφέρω είναι πως και με τον Μακεδονικό Αγώνα, όπως και το 1821, όπως και το 1940, όπως με την Κρήτη και την Κύπρο, οι Έλληνες, όταν πιστεύουμε κάτι βαθιά, το επιτυγχάνουμε μόνοι μας και χωρίς τη βοήθεια οποιουδήποτε εξωτερικού παράγοντα, έστω κι όταν ο αντίπαλος είναι ισχυρότερος και έχει και την υποστήριξη ή την ανοχή των δυνατών του κόσμου τούτου. Όχι ότι δεν παίζει και ο διεθνής παράγων σπουδαίο ρόλο και πολλές φορές καθοριστικό στις εξελίξεις. Αλλά, αν δεν πήγαιναν στη Μακεδονία ο Μελάς και οι άλλοι Έλληνες αξιωματικοί να θυσιαστούν, αν δεν υπήρχαν οι Κρήτες και οι Μανιάτες εθελοντές να πολεμήσουν, αν δεν εργάζονταν υπεράνθρωπα ο Ίων Δραγούμης και οι άλλοι φωτισμένοι διπλωμάτες κι αν δεν ξεσήκωναν τον κόσμο οι δημοσιογράφοι, όπως ο Καλαποθάκης του «Εμπρός», οι διανοούμενοι και οι ποιητές, όπως ο Παλαμάς, και οι ευπατρίδες με τους Συλλόγους τους, όπως ο Νεοκλής Καζάζης, δεν θα είχε ελευθερωθεί η Μακεδονία. Ήταν η μικρά ζύμη, η οποία όμως επέτυχε το αγαθό αποτέλεσμα.
Και σήμερα λίγοι σχετικά είμαστε όλοι οι Έλληνες, όσοι θέλουμε μια λαμπρή και ένδοξη Ελλάδα, πρωτοπόρα στην πορεία της Ενωμένης Ευρώπης προς τα πεπρωμένα της, λίγοι είμαστε όλοι όσοι πιστεύουμε στην Κληρονομιά μας ως πηγή ζωής και δημιουργίας, λίγοι φαινόμαστε ότι διατηρούμε την Πίστη και την Παράδοση που παραλάβαμε από τους προγόνους μας και θέλουμε αλώβητες να παραδώσουμε τις Αξίες τους στους επόμενους από εμάς. Αλλά, αν έχουμε την Πίστη και τον ένθεο και πατριωτικό ζήλο του Παύλου Μελά και των άλλων ηρώων του Μακεδονικού Αγώνα, είμαι βέβαιος ότι θα αποδειχθούμε "πολλώ κάρρονες" των προηγούμενων Ελλήνων και θα θέσουμε τις βάσεις για ακόμη λαμπρότερη πορεία του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας κατά τον 21ο αιώνα. Διότι το αληθές είναι ότι η 4000ετής μας Παράδοση μάς έχει διδάξει να αγαπάμε μέχρι αυτοθυσίας την Πατρίδα και τη Θρησκεία μας, αλλά ταυτόχρονα να αγαπάμε και τον οποιονδήποτε πλησίον μας, ανεξάρτητα από φυλή η θρησκεία. Γι' αυτό, κι επειδή είμαστε Έλληνες και Ορθόδοξοι, είμαστε και άνθρωποι της Ευρώπης και της Οικουμένης.
Μέχρι τώρα η Ελλάδα έπρεπε να ξεπεράσει τα τραύματα της 400χρονης σκλαβιάς σε αλλογενή, αλλόθρησκο και άλλου πολιτισμού κατακτητή, να μαζέψει τα καταπιεσμένα και διωκόμενα παιδιά της, να μπορέσει να σταθεί στα πόδια της και να δείξει ότι δεν είναι πλέον η Ελλάδα της "Μελούνας" και η "Ψωροκώσταινα". Τώρα, και κυρίως μετά την επιτυχή και άψογη από κάθε πλευρά και με την συμμετοχή όλου του Ελληνικού Λαού, θα έλεγα, διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων, αποδείξαμε ότι είμαστε μια Ελλάδα της Παράδοσης αλλά και της Εξέλιξης, του Πνεύματος αλλά και της Τεχνολογίας, της Πίστης αλλά και της Τάξης. Δείξαμε ότι είμαστε σε πολλά σημεία ―κοινωνικά, ηθικά, πολιτισμικά, πνευματικά, αλλά και οικονομικά και επιχειρηματικά― μπροστά από πολλές χώρες της Ευρώπης. Τώρα λοιπόν είναι η ευκαιρία να προχωρήσουμε χωρίς συμπλέγματα στο μέλλον. Και το λέγω αυτό, επειδή ορισμένοι θεωρούν ότι είμαστε πίσω από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, επειδή δεν έχουμε την τόσο προηγμένη τεχνολογία τους, ή την πρέπουσα εξυπηρέτηση ως πολίτες από το Κράτος, ή επειδή το κατά κεφαλήν ακαθάριστο εισόδημά μας δεν είναι στο ύψος εκείνων. Για μάς αυτά τα στοιχεία δεν σημαίνουν ότι ως λαός είμαστε χειρότεροί τους, γιατί για μας δεν είναι τόσο ουσιώδη. Τι να κάνουμε τα χρήματα, την τεχνολογία, την κοινωνική πειθαρχία για την κρατική εξυπηρέτηση, όταν η κοινωνία, για να φτάσει εκεί, κατήντησε απάνθρωπη, ατομιστική, αδιάφορη; Εμείς οφείλουμε να διδάξουμε ότι «και ταύτα δει ποιείν και κείνα μη αφιέναι». Η ισόρροπη ανάπτυξη του πνευματικού και του τεχνολογικού πολιτισμού πρέπει να είναι ο σκοπός μας και όχι η αλλοίωση των συνειδήσεων και των ψυχών μας εν ονόματι της οικονομικής μας ανάπτυξης. Σας ευχαριστώ.
Υποσημειώσεις
1. Πβ. Γ. Λιάκουρης, Μακεδονικός Αγώνας, 1904-1908. Εκατό χρόνια από την έναρξη της ένοπλης φάσεως Γ.Ε.Σ. 7ο Ε.Γ./5 [Αθήνα 2004] 7. Βλ. Και Renè Grousset, L’ Empire du Levant Histoire de la question d’ Orient. Paris 1948.
2. Α.Ε. Καραθανάσης, Η πορεία του Γένους κατά την τουρκοκρατία και η ενότητα του Ελληνισμού. (Φορείς, Ιδεολογία, Θεσμοί). Ξενία Ιακώβω αρχιεπισκόπω Βορείου και Νοτίου Αμερικής επί τη 25ετηρίδι της αρχιεπισκοπείας αυτού. Θεσσαλονίκη 1985, 562, όπου παραπομπή 9: Γ. Βαλέτας, Μελέτιος Πηγάς. Χρυσοπηγή. Αθήνα 1958, 398. Επίσης Α.Ε. Καραθανάσης, Η τρίσημη ενότητα του Ελληνισμού, Αρχαιότητα-Βυζάντιο-Νέος Ελληνισμός. Θεσσαλονίκη 1991, 85. Τήν ελληνικότητα της Μακεδονίας επισημαίνουν πολύ ενωρίτερα και ξένοι κληρικοί. Β. Ludolf von Südheim, De ltinere Terral Sanctae Liber Stutgaard 1851, 16- 23. Αυτήν απέδειξαν και σύγχρονοί μας ειδικοί επιστήμονες, όπως οι Jean N. Kallèris, Les anciens Macèdoniens. Etude linguistique et historique. Collection de l’ institute Francais d’ Athènes, I, 1954, II, 1976, και La question de l’ origine des Macèdoniens, Cahiers d’ Histoire Mondiale,4, 1958, 93 κ.ε.Cicerone Poghirc, Relatiile limbii vechimacedonene cu greaca veche, Bucuresti 1960, και περιληπτική απόδοση των πορισμάτων της διατριβής του για την αρχαία μακεδονική διάλεκτο: Philologica et Linguistica, Bochum 1983, 37- 47.
3. O τσάρος Αλέξανδρος ο Β΄Νικολάεβιτς (1818-1881) μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο (1856) στρέφεται προς τα Βαλκάνια και ιδίως προς τους σλαβοφώνους πληθυσμούς της Μακεδονίας και Θράκης, από τους οποίους αποσπά νέους και μεταφέρει στη Ρωσία για «σπουδές» παραδίδοντάς τους στον Παγαλίν, διδάσκαλό του, διαβόητο διαφωτιστή και κορυφαίο της πανσλαβιστικής ιδέας, «ήγουν της δι’ ειρηνικών εθνολογικών και φιλολογικών αγώνων προσαρτήσεως όλων των από Βιστούλα έως Αδρίου και Αγαίου Σλαύων», όπως μας πληροφορεί ο Γραμματεύς του εν Αθήναις Συλλόγου προς διάδοσιν των ελληνικών γραμμάτων Γεώργιος Ι. Ζολώτας, Σύμμεικτα, Αθήναι, 1983, 540.
4. Βλ. Basri-bey, Ancien Deputè au Parlement ottoman, Prèsident du second Gouvernement national albanais et Chef du Pouvoir Exècutif ad interim (1915-1916), Internè dans les garnisons austro-hongroises (1916-1918), L’Orient dèbalcanisè et l’Albanie. Origine des dernières Guerres et Paix future, s.l.n.d.,5.
5. Ζολώτας, ε.α. Βλ. και Αχ. Γ. Λαζάρου, Γεώργιος Ι. Ζολώτας καί επισημάνσεις εθνικών θεμάτων στον βορειοελλαδικό χώρο, Παρνασσός, ΛΕ΄, 1993 452-463.
6. Για σύντομη ενημέρωση βλ. στην Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, 37, 1996, 195, ομώνυμο λήμμα του καθ. Βλ. Φειδά. Για τους Λαζαριστές της Μακεδονίας βλ. Α. Droulez, Histoire de la Mission Lazariste de Macèdoine, Isanbul 1945. Ο ίδιος επίσης, Histoire de Mission Lazariste de Thessalonique, Istanbul 1946.
7. Κ. Απ. Βακαλόπουλος, Νεότερη ιστορία της Μακεδονίας (1830-1912). Θεσσαλονίκη 1986, 71.
8. Α.Droulez, Histoire de la Mission Lazariste de Monastir,Istanbul 1943.
9. Κ.Α. Βαβούσκος, Η συμβολή του Ελληνισμού της Πελαγονίας εις την ιστορίαν της νεωτέρας Ελλάδος, Θεσσαλονίκη 1959, καί στη γερμανική γλώσσα, Θεσσαλονίκη 1963, Ο άγνωστος Ελληνισμός των Βαλκανίων.Εταιρεία των Φίλων του Πολεμικού Μουσείου. [Αθήνα 1996], 45-111. Γ. Τσότσος, Ο Ελληνισμός της Πελαγονίας, Νέμεσις, 3,2000.
10. Frèderic Taillez, Rusaliile, les Rosalies et la rose, Cahiers Sextil Puscariu, 1,1952,317.
11. Bλ. Raoul V. Bossy, Recunoasterea oficială a numelui “Romania”, Fiinta Românească,4,1966,101- 115. Eugen Stănescu, “Roumanie”:Histoire d’ un mot. Dèveloppement de la conscience d’unitè territoriale chez les Roumains aux XVIIe-XIXe siècles,Balkan Studies,10,1969,76 κε Δ.Α. Ζακυνθηνός, Μεταβυζαντινά και Νέα Ελληνικά, Αθήναι 1976, 475. Μαρία Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, Οι Βαλκανικοί λαοί,Ιωάννινα 1978, 173.
12. G.Giunglea, Coresi face cea dintii apropiere intre “roman” si “rumân” Biserica Ortodoxă Română, 5-6, 1935, 226 κε. Αχ. Γ. Λαζάρου, Προσφορά του Ελληνισμού στη Ρουμανία, Εθνικά Θέματα καί κρατική ακηδία. Εκδόσεις Πελασγός. Αθήναι 2002, 75-105.
13. Ιωάννινα 1995,89-90.
14. Γρ. Παν. Βέλκος, Η επιστολή Δομενίκου καί Ελλασσώνος . Έκδοση Ιεράς Μητρόπολης Ελασσόνας. Ελασσόνα 1980, 202.
15. Νικολαϊδου, Η ρουμανική προπαγάνδα.., 354.
16. Εκδόσεις ΙΜΙΑΧ. Ιωάννινα 1978, 165
17. Αυτ., 118.
18. «Dyrrachium (Epidamne) et Apollonie (32), sont situèes á l’extrême Sud de l’illyrie, au Nord du canal d’Otrante: elles ont un role de relais commercial sur la voia d’ Adria et de Spina, au debouche de la voie terrestre de Thessalonique á l’ Adriatique, marquee par la dècouverte du cratère corinthien de Trebenischte au Nord du lac Ochrida, face á l’Apulie». Πβ. F. Benoit, Recherches sur l’ hellènisation du Midi de la Caule, Aix-En-Provence 1965,38- 39.
19. Στράβων, VII, 323: «Ταύτην δη την οδόν [Εγνατίαν] εκ των περί την Επίδαμνον και την Απολλωνίαν τόπων ιούσιν εν δεξιά μεν εστι τα Ηπειρωτικά έθνη κλυζόμενα τω Σικελικώ πελάγει μέχρι του Αμβρακικού κόλπου, εν αριστερά δε τα όρη τα των Ιλλυριών..».Πβ. και όσα γράφει ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Φώτιος Πέτσας, Μακεδονία καί Μακεδόνες-Ήπειρος και Ηπειρώτες, Ήπειρος,1,1979,53: «Οπωσδήποτε η αρχαία Εγνατία ξεκινούσε από την Επίδαμνο (Δυρράχιο) και την Απολλωνία (βορείως της Αυλώνος και των εκβολών του Αώου), οι δύο κλάδοι ενώνονταν στο ποταμό Γενούσο (Σκούμπη), η ενιαία πλέον Εγνατία περνούσε πάνω από τις λίμνες Αχρίδα και Πρέσπες, από την Ηράκλεια (Μοναστήρι) κι έτσι κατέβαινε στον κάμπο της Λυγκηστίδας (Φλωρίνης). Λοιπόν όχι μόνον αυτό πού ονομάζομε τώρα Βόρειο Ήπειρο, αλλά και οι εκβολές του Αώου (πάνω από την Αυλώνα) και οι κοιλάδες του Άψου και ως την κοιλάδα του Γενούσου, δηλαδή ως την Εγνατία οδό, ήταν τόπος με τα Ηπειρωτικά Έθνη, όπως μας το λέει ο Στράβων, ο οποίος, σημειωτέον, γράφει στα χρόνια του Χριστού περίπου, δηλαδή με ρωμαιοκρατία, συνεπώς και να ήθελε να ... χαρισθή στους Έλληνες δεν θα μπορούσε!».
20. Πβ. Vl. Popovic, L’Albanie pendant la basse Antiquitè, Les illyriens et les Albanais, Beograd 1988, 254: “Selon l’ historien grea [Procope de Cèsarèe],les Epirotes ètaient ètablis jusqu’ á Epidamnos, ή νυν Δυρράχιον καλείται (Β V III,11,8)». Σχέσεις Ιλλυριών και Αλβανών (Σκυπιτάρων) αποκλείει ο κατ’ εξοχήν ειδικός Ιλλυρολόγος, ακαδημαϊκός και καθηγητής του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου, Ι.Ι. Russu, Bibliographia illyrica, Revue Roumaine d’Histoire, XIX,4,1980,757: “…les Albanais (Shkipetari) n’ ont rien d’ hèritè de l’ anthroponymie et meme de la toponymie des anciens illyriens: ils n’ ont rien de commun avec ceux-ci…” .Μια δε επιγραφή της Σκόδρας (Σκουτάρεως-Χρυσουπόλεως), χαρακτηρισμένη επί πενήντα περίπου χρόνια ως μοναδική «ιλλυρική», την απέδειξε ελληνική καί μάλιστα χριστιανική η Ljuba Ognenova, Nouvelle interpretation de l’ inscription “illyrienne” d’Albanie, Bulletin de Correspondance Hellènique, 83,1959,798-799.Bλ. και Αχ. Γ. Λαζάρου, Ιλλυριολογία και Βορειοηπειρωτικός Ελληνισμός. Αθήνα 1988.
21. Πβ. Α.Canini,La Questione dell’Epiro. Roma 1879,8: “Quella supremazia dell’elemento Greco non è dovuta alla forza: essa è un naturale portato della superioritá di razza e di civieltá, superioritá che esisteva anche nei tempi più tristi per la nazione ellenica”. Επίσης βλ. Α.Canini, Lettere al giornale “L’ Adriatico” sulla questione balcanica con una appendice sull’ Epiro e sull’ Albania” Edizione. Venezia 1886. H σύγχρονη ιταλική επιστήμη διαφωτίζει διαχρονικά: βλ. Lorenzo Braccesi, Grecitá adriatica. Bologna 1971. (β΄ εκδ. 1977). Την Αδριατική σε πρόσφατη συμπληρωματική συγγραφή με τη συνεργασία της Benedetta Rossignoli αποκαλεί ελληνικό κόλπο ο L. Braccesi, Hellinikos Kolpos. Supplemento a Grecitá adriatica. Roma 2001.
22. Βλ. Π.Π. Παναγιώτου, Εις συνδετικός κρίκος μεταξύ ελληνορωμαϊκής και μεσαιωνικής ιατρικής: Ο επίσκοπος Σεβίλλης Ισίδωρος (Isodorus Hispalensis, 560-636 μ.Χ.) Αντίδωρον Πνευματικόν, Τιμητικός τόμος Γερασίμου Κονιδάρη,Αθήναι 1981,43.
23. Isidori Hispalensis episcopi, Etymologiarum sive originum libri XX rec.W.A.Lindsay, Oxonii 1911,ανατ. 1962, ΧΙV 4,7. Πβ. Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία Α΄ 324-610 Αθήναι 1975,321-322. Αχ. Γ. Λαζάρου, Ο Ιωάννης Λυδός (6ος αι. μ.Χ.) και ο Ισίδωρος Σεβίλλης (7ος αι.) ως εθνολογικές πηγές και διεπιστημονικές διαπιστώσεις ειδικών 20ου αι., Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, ΝΑ΄, 2001-2002, 333-347,339.
24. Γιάννης Αργ. Τόζης, Ο ελληνικός κόσμος κατά τον ΙΔ΄ αιώνα όπως τον είδε ένας Ισπανός περιηγητής, Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού, 22, 1957,145 σημ.1.
25. Βλ. διεθνή βιβλιογραφία Πλάτων, 49,1997,166-187. Ελένη Μπελιά, Ελληνικά σχολεία της Θράκης και της Ανατολικής Ρωμυλίας κατά το διάστημα 1878-1885,Διεθνές Ιστορικό Συμπόσιο «Η τελευταία φάση της Ανατολικής Κρίσεως και ο Ελληνισμός (1878-1881)». Πρακτικά. Αθήναι 1983,529-543. Τ. Χατζηαναστασίου, Από την αρχαιότητα ως το Βυζάντιο καί την οθωμανική κατάκτηση, ΙΜΧΑ, Οι Έλληνες της Βουλγαρίας, Θεσσαλονίκη 1999, 49 κε.
26. Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών (ΠΑΑ), 56,1981 [1982], 231-233.
27. Association Internationale d’ Etudes du Sud-Est Europèen, 1er Congrès International des Etudes Balkaniques et Sud-Est Europèennes, Sofia, 26.VIII-1.IX.1966, Rapport pour la séance plenière, Sofia 1966,20.
28. Πβ. Γιάννης Σωτ. Νοτάρης, Το Μακεδονικό Ζήτημα όπως το είδε ο «Γιάννης» Κορδάτος.Εκδόσεις «Δωδώνη». Αθήνα-Γιάννινα 1985, 123 σημ.21.
29. Βλ. Revue Interantionale des Etudes Balkaniques, 1-2,1935,533.
30. B.J.Slot, Achipelagus turbatus. Les Cyclades entre colonisation latine et ottomane c. 1500- 1718 I. Printed in Belgium 1982,3.
31. Bλ. Byzantion, 53,1983,131.
32. Νοτάρης, ε.α., 118 σημ.4 και 131 σημ. 83.
33. Enciclopedia română. Publicată din insărcinarea si sub auspiciile Asociatiunii pentru literature română si cultura poporului roman de dr C. Diaconovich, Sibia 1898-1904, III, 1246. Minerva. Enciclopedie română, Cluj 1930, 963. Lucian Predescu, Enciclopedia cugetarea. Material românesc. Oameni si infapturi, Bucuresti 1940, 916. Πβ. Μιχ. Ν. Ρωμανός, «Απόψεις καί θέσεις για το όνομα, την καταγωγή και τη γλώσσα των Κουτσοβλάχων», Μνήμη. Τόμος εις μνήμην Γεωργίου Κουρμούλη. Αθήνα 1988, 504.
34. Gustav Weigand, Οι Αρωμούνοι (Βλάχοι). Α΄Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη α.ε. Θεσσαλονίκη 2001, 283.
35. Γ. Τουσίμης, Ομιλούν τα αρχεία του Βατικανού. Πληροφορίες για την Ουνία Γενιτσών, Φίλιππος, 22, 1999, 24-29. Χ. Κ. Παπαστάθης, Ένα υπόμνημα για την ουνιτική κίνηση στη Μακεδονία και η ίδρυση ναού στη Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονικέων Πόλις,3,2000, 143. Μιχ. Γ. Τρίτος, Το τάγμα των Λαζαριστών και η ρουμανική προπαγάνδα. Θεσσαλονίκη 2004.
36. Έφη Αλλαμανή, Η Θεσσαλία στα τελευταία πενήντα χρόνια της τουρκικής κυριαρχίας (1832-1882), Πρακτικά Διεθνούς Ιστορικού Συμποσίου «Η τελευταία φάση της ανατολικής κρίσεως και ο Ελληνισμός (1878—1881). Αθήναι 1983,95. Βλ. και Δωρόθεος Σχολάριος Έργα και Ημέραι, Αθήναι 1877, 193: «Εκ δε της Θεσσαλίας ουδέν πρέπει τις όπως αναμένη καλόν, εάν δέν εκπαιδευθή ο κλήρος και το γυναικείον φύλον».
37. Βλ. εφημ. Σκρίπ, 17.5.1898, Ηπειρωτικό Ημερολόγιο ΙΘ΄, 1998, 7-48, 27, και Αχ. Γ. Λαζάρου, Βλάχοι και κρατικές παραλείψεις. Εκδόσεις Πελασγός. Αθήναι 2002, 219.
38. Αντ. Δ. Κεραμόπουλλος, Οι βόρειοι Έλληνες κατά το Εικοσιένα, ΠΑΑ, 13,1938,248.
39. Α.Ε. Καραθανάσης, Ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄. Η Αθήνα και το Φανάρι. Περίοδος Εθνικών Περιπετειών,Δημήτρια ΚΖ΄. Επιστημονικό Συμπόσιο Χριστιανική Μακεδονία. Ο από Θεσσαλονίκης Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ ο Μεγαλοπρεπής. Δήμος Θεσσαλονίκης. Κέντρο Ιστορίας Δήμου Θεσσαλονίκης. Αυτοτελείς εκδόσεις αριθ. 16. Θεσσαλονίκη 1994,164.
40. Πβ. Almaz Αι ιστορικαί περιπέτειαι της Μακεδονίας, Αθήνησι 1912, 160, καθώς καί 98-99.
41. Χ. Κ. Παπαστάθης. Η Εκκλησία και ο Μακεδονικός Αγώνας. Ο Μακεδονικός Αγώνας. Συμπόσιο. Θεσσαλονίκη-Φλώρινα-Καστοριά-Έδεσσα. 28 Οκτωβρίου-2 Νοεμβρίου 1984. ΙΜΧΑ. Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα. Θεσσαλονίκη 1987,70.
42. Βλ. L’ Europe et ses populations, Χάγη 1978.
18/10/2004
Ομιλία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών εις Ημερίδα της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος με την ευκαιρία των 100 χρόνων από τον ηρωικό θάνατο του Παύλου Μελά
Εύλογα η Εκκλησία της Ελλάδος συμμετέχει ενεργότατα στις ενδεδειγμένες εκδηλώσεις μνήμης, τιμής και ευγνωμοσύνης προς τους Μακεδονομάχους όλων των περιόδων. Ομολογουμένως η διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα δεν εξαντλείται στην τετραετία 1904 – 1908. Η εκκίνηση του ταυτίζεται με τις αρχές του Ανατολικού Ζητήματος.¹ Η δε Ορθοδοξία τον είχε τέλεια συλλάβει σε χρόνους σκοτεινούς.
Η δε Ορθοδοξία τον είχε τέλεια συλλάβει σε χρόνους σκοτεινούς. Συγκεκριμένα ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος Πηγάς ο Α΄διακήρυσσε στεντόρεια στους υποδούλους ομογενείς του: «Εσείς είσθε το γένος εκείνο το περιφρονημένον των ρωμαίων, το οποίον εκυρίευσεν όλην την οικουμένην με την δύναμιν των αρμάτων. Η πρώτη μοναρχία των Περσών μετετέθη εις Αιγυπτίους, από τους Αιγυπτίους εις Μακεδόνας, οι οποίοι ήσαν Έλληνες, το γνήσιον γένος σας. Από εκείνους δε εις τους Ρωμαίους, από τους οποίους εσείς και κρατάτε και λέγεσθε. Εσείς είσθε εκείνοι, των οποίων οι πατέρες εφώτισαν την οικουμένην, την ορθοδοξίαν της Χριστού πίστεως. Τα λείψανα είσθε εσείς της βασιλείας των Ρωμαίων, εσείς τα λείψανα της ορθοδοξίας».²
Προφητικά προϊδεάζει πράγματι τους πιστούς ο επιφανής Μελέτιος Πηγάς για την Ορθοδοξία και την Ελληνικότητα της Μακεδονίας, την οποία επί αιώνες καταπατούσαν αλλογενείς και αλλόθρησκοι, συνάμα δε αδιάλειπτα εποφθαλμιούσαν τσάροι³ και αυτοκράτορες, Μεγάλες λεγόμενες Δυνάμεις, καθώς και νεοφανείς διεκδικητές, Ρουμάνοι και Βούλγαροι. Το δε περιεργότερο είναι ότι αξιώσεις προβάλλουν και στερούμενοι εθνικής συνειδήσεως⁴ και στοιχειώδους κρατικής υποστάσεως, όπως «οι αυστροκίνητοι και ιταλοκίνητοι πλεονάζοντες εκ των Αλβανών μουσουλμάνοι, ως και οι μειοψηφούντες περί την Σκόδραν Αλβανοί Χριστιανοί της Δυτικής Εκκλησίας».⁵
Στο τελευταίο η διεύρυνση συμπεριλαμβάνει και τους Βλαχοφώνους, αν και αισθητότατα διακρίνονται για την ελληνική συνείδηση, το υψηλότερο επίπεδο ζωής, τις εκπληκτικές επιδόσεις στο εμπόριο, στις τέχνες, στα γράμματα, στις επιστήμες και θεωρούνται ως οι πρώτοι χριστιανοί της Ευρώπης, της Μακεδονίας, από τους χρόνους του Αποστόλου Παύλου, όπως Γάλλος πανεπιστημιακός καθηγητής,¹⁰ μάλιστα καθολικός, διατείνεται. Εν τούτοις το τάγμα των Λαζαριστών στη Θεσσαλονίκη, αν και θρησκευτική γαλλική αποστολή, πάντοτε αναφανδόν στην υπηρεσία της πολιτικής της Γαλλίας στο Μοναστήρι επί ηγουμενίας του αββά Faverial αναπτύσσει διαδοχικά διασυνδέσεις με τους εκπροσώπους της παντοδύναμης Αυστροουγγαρίας και όργανα της κρατικά αρτιπαγούς Ρουμανίας, η οποία εξελίχθηκε επικινδυνωδέστερη για τον Ελληνισμό, μολονότι του οφείλει την εθνωνυμία¹¹ και τη γλώσσα.¹²
Έχοντας αδιανόητη δυνατότητα διαθέσεως δελεασττικών κονδυλίων για φιλοδωρήματα και χρησιμοποιώντας αδίστακτα πληρωμένα όργανα, η Ρουμανία ενωρίτατα επέτυχε να «διαφθείρη εις άκρον τον αρχιερέα Γεννάδιον [μητροπολίτην Γρεβενων], δι’αμοιβής 5000 φλωρίων και ούτω απέστειλεν αυτόν εις περιοδείαν κατά την επαρχίαν του προς υποστήριξιν του Ρουμανισμού, όπερ και εγένετο. Κατόπιν πάλιν εις αμοιβήν των κόπων του αρχιερέως και των υπηρεσιών προς τον Ρουμανισμόν, τω απεστάλη και αδαμαντοκόλλητος ταμβακοθήκη, ήν κατέσχε το Πατριαρχείον, ως και την αλληλογραφίαν του. Είτα δε μεγάλης αξίας Σταυρόν του στήθους, τον οποίον ο Αρχιερεύς εκείνος μεγαλαυχών δια τας εθνικάς προδοσίας του εφόρει καθ’άπασας τας επισήμους εορτάς, και τον οποίον μετά τον θάνατον του απέστειλον εις τα Πατριαρχεία. Συνεννοηθείς μετά του ρηθέντος Αρχιερέως κατά το αυτό έτος 1870 ο Απ. Μαργαρίτης [το παμμέγιστο και πανούργο όργανο της ρουμανικής προπαγάνδας], ίνα εισαγάγη και εις τα εν Γρεβενοίς ελληνικά σχολεία ως υποχρεωτικήν την Ρουμανικήν γλώσσαν, συνεφωνήθη ως διδάσκαλος της Γαλλικής, Ελληνικής και Ρουμανικής, καθήμενος και τρεφόμενος εν τη Μητροπόλει, τον οποίον οι τότε διδάσκαλοι δεν παρεδέχθησαν και απέβαλον της σχολής,…». Την πληροφορία ανευρίσκει στα Αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδος η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ελευθερία Ι. Νικολαίδου και την καταχωρίζει στον Α΄τόμο της σχετικά πρόσφατης συγγραφής της, την οποία επιγράφει Η ρουμανική προπαγάνδα στο βιλαέτι Ιωαννίνων και στα βλαχόφωνα χωριά της Πίνδου ( μέσα 19ου αι. – 1900 ).¹³
Άλλος μητροπολίτης, ο από Δεβρών και Βελισσού Άνθιμος «αποσκίρτησε φανερά από τον ελληνισμό και την ορθοδοξία και έγινε τυφλό όργανο της Ρουμανικής ανθελληνικής προπαγάνδας. Έγινε αρχιερέας των Ρουμάνων και ανέλαβε τη Ρουμανική Εξαρχία στην Κωνσταντινούπολη με μισθό 40 χρυσά εικοσόφραγκα το μήνα. Οι Ρουμάνοι του πρόσφεραν όλες τις ανέσεις (του παραχώρησαν ακόμα και πολυτελέστατη οικία), αλλά γνωρίζοντας τον άστατο χαρακτήρα του, έβαλαν φρουρούς να τον παρακολουθούν μη τυχον ξαναρχίσει συνεννοήσεις και επαφές με το Ελληνορθόδοξο στοιχείο. Για να δικαιολογήσουν την παρουσία των φρουρών προφασίστηκαν ότι το κάνουν για την ασφάλεια του. Η παρακολούθηση όμως ήταν τόσο οφθαλμοφανής και προκλητική, ώστε έκανε τον Άνθιμο να αγανακτήσει και να καταληφθεί από τύψεις και από αισθήματα ενοχής και μεταμέλειας. Πικρά μετανοιωμένος πήγε στο Πατριαρχείο και ζήτησε γονατιστός συγχώρηση από τον Πατριάρχη. Ο Πατριάρχης του έδωσε άφεση αμαρτιών και του πρόσφερε αρκετή οικονομική ενίσχυση για να μπορεί να ζήσει με αξιοπρέπεια. Οι τύψεις όμως τον κατέτρωγαν και το Σεπτέμβριο του 1904 πέθανε περιφρονημένος από κάθε πλευρά».¹⁴
Κατά την καθηγήτρια Νικολαίδου, «Υποψήφιος έξαρχος των Κουτσοβλάχων ήταν κι ο μητροπολίτης Δυρραχίου Βησσαρίων (1867 – 1899 ), με πολύ ισχυρότερη επιρροή στους κύκλους των Πατριαρχείων και την τουρκική κυβέρνηση, απ’ότι ο Άνθιμος..».¹⁵ Σε προγενέστερο σύγγραμά της, επιγραφόμενο «Ξένες προπαγάνδες και εθνική αλβανική κίνηση στις μητοπολιτικές επαρχίες Δυρραχίου και Βελεγράδων κατά τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα» καταχωρίζει και μαρτυρίες: « Ο Πρόξενος Μοναστηρίου, από την πολύωρη συνομιλία που είχε με το Βησσαρίωνα κατά τη μετάβαση του τελευταίου στο Μοναστήρι το 1896, είχε πειστή απόλυτα ότι αφεύκτως προσεφέρθη να υπηρετήση την Ρουμανικήν προπαγάνδαν και ότι κακά βούλευεται ευμενώς διακείμενος προς τους Ρουμάνους αναμενόταν η επίσημη προσχώρηση του Βησσαρίωνα στη Ρουμανική προπαγάνδα και η ανακήρυξή του με τη συνδρομή των Τούρκων σε έξαρχο των ανά την Μακεδονίαν Ήπειρον και την Αλβανίαν ρουμουνιζόντων, με πρόθεση να διορίσει παντού επιτρόπους..».¹⁶
Αν και ο Δυρραχίου διέψευδε και δήθεν αγανακτούσε για όσα διέπραξε ο Άνθιμος, η φιλορουμανίζουσα στάση του και οι συνεννοήσεις του με τη ρουμανική προπαγάνδα διαπιστώθηκαν και από τους μητροπολίτες Μοναστηρίου, Καστοριάς και Κορυτσάς, ώστε να μετριάζονται οι επιφυλάξεις για υπερβάλλοντα ζήλο των διπλωματών, των προξένων, κατά των οποίων άλλως τε αντίστοιχες αποκαλύψεις, συνήθως για χρηματισμό ή παράβλεψη γενικά των εθνικών δικαίων, υποτονθορύζονταν επίσης.
Ως προς τον χώρο της Β Α Βαλκανικής η επιστημονική συγκομιδή των ημερών μας διαθέτει ήδη αδιάσειστες αποδείξεις διαρκούς και δυναμικής παρουσίας Ελλήνων.²⁵ Πόσοι δε και ποίοι ήσαν αρχικά οι Βούλγαροι, αποκαλύπτει από το βήμα της Ακαδημίας Αθηνών ενώπιον του πρέσβεως της Βουλγαρίας στην ελληνική πρωτεύουσα N. Todorov ο ακαδημαικός Διονύσιος Α. Ζακυθηνός, αναπτύσσοντας το θέμα « Οι Βούλγαροι από του εξελληνισμού εις τον εκσλαβισμόν». Κυρίως τονίζει: « Η θεωρία, η δεχομένη ότι οι Βούλγαροι ήσαν γηγενείς και κατώκουν από αιώνων εις την χερσόνησον του Αίμου, στερείται επιστημονικής βάσεως… Ο έπηλυς Βουλγαρικός λαός έφερεν εις την πενιχράν αποσκευήν του περιωρισμένον αριθμόν Πρωτοβουλγαρικών λέξεων Τουρκικής προελεύσεως…, τας οποίας εχάραξε δια γραμμάτων του Ελληνικού αλφαβήτου. Επί διακόσια και πεντήκοντα έτη το Βουλγαρικό κράτος εχρησιμοποίει την Ελληνικήν, εφθέγγετο ελληνιστί. Εφθέγγετο ελληνιστί και όταν ήθελε να πολεμήσει τους Έλληνας. Ότε δε βραδύτερον ενεκολπώθη μίαν άλλην γλώσσαν, αυτή η γλώσα δεν ήτο η ιδική του…Εκτός ευαρίθμων επιγραφών, αι οποίαι εγράφησαν βουλγαριστί δι’Ελληνικών γραμμάτων, τα λοιπά ευρήματα έχουν γραφή εις δημώδη Ελληνικήν γλώσσαν…».²⁶ Αυτά πολύ ενωρίτερα, το 1966, κατά το πρώτο διεθνές συνέδριο σπουδών Ν Α Ευρώπης, είχε ανακοινώσει στην πρωτεύουσα της Βουλγαρίας ενώπιον ειδικών επιστημόνων πολλών χωρών. Αναφερόμενος ο Ζακυνθηνός στις πρωτοβουλγαρικές επιγραφές και σε σπάνια επιγραφικά κείμενα, γραμμένα στην πρωτοβουλγαρική γλώσσα με γραφή ελληνική, διακήρυξε: «έχουν γραφή από Έλληνες, Έλληνες αυτόχθονες, πρόσφυγες ή αιχμαλώτους, Έλληνες εντοπίους…»²⁷
Όμως η Βουλγαρία της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου 1878, δημιούργημα των εργαστηρίων της τσαρικής επεκτατικής πολιτικής, επιλέχθηκε για την ανατροπή της έως τότε εθνολογικής και δημογραφικής καταστάσεως της περιοχής, σαφέστερα δε για την παραλλαγή προγενεστέρων και ιδίως πολιτισμικά ανωτέρων πληθυσμών. Σε μία ημέρα αναδύθηκε ως χώρα, της οποίας οι κάτοικοι αριθμούσαν 4.500.000, ενώ Βούλγαροι ήσαν μόλις 600.000.²⁸ Οι υπόλοιποι, πολυαριθμότεροι, αποτελούσαν κράμα εξισλαμισμένων, ΄΄Τούρκων΄΄, Ελλήνων κ.α. Σχετικά με τους ΄΄Τούρκους΄΄, ο Ελβετός ανθρωπολόγος και εθνολόγος Eugene Pittard²⁹ διευκρινίζει ότι, υπ’αυτήν τη λέξη, βρίσκονται εντόπιοι βαλκανικοί πληθισμοί εξισλαμισμένοι από ποικίλα αίτια. Τα ίδια σχεδόν υποστηρίζουν και οι σύγχρονοί μας τουρκολόγοι B. J. Slot³⁰ και N. Beldiceanu.³¹
Για την επίτευξη του εκβουλγαρισμού καταρτίζονται ποικίλα, καατά περιπτώσεις, και πολλαπλά προγράμματα ΄΄διαφωτίσεως΄΄. Μάλιστα επιστρατεύονται – με το αζημίωτο – και ξένοι ειδικοί, όπως ο G. Weigand, ο οποίος και στην ώριμη ηλικία, όταν πλέον και ο ίδιος δεν δεχόταν τη γλώσσα ως μοναδικό κριτήριο εθνότητας, συνέχιζε την άσκηση προπαγάνδας. Το ειδικό δημοσίευμά του, κατά τον ακαδημαικό και καθηγητή της Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Γεώργιο Χατζιδάκι, «είναι προπαγανδιστικόν και παντάπασιν ανάξιον πίστεως», ο δε συγγραφέας του «κατάλληλον όργανον της Βουλγαρικής προπαγάνδας», ενώ ο Νοτάρης τον χαρακτηρίζει σκληρότερα: «τυφλό όργανο του Βουλγαρικού σωβινισμού».³²
Εξ ίσου ΄΄επιστημονικές΄΄ υπηρεσίες παράλληλα προσφέρει ο Weigand και στη Ρουμανία, όπου οι χρηματοδοτήσεις του από ρουμανικές κυβερνήσεις καταντούν κοινό μυστικό, αφού δημοσιεύονται και στις ρουμανικές εγκυκλοπαίδειες.³³ Δεν παραμελεί και τις επικοινωνίες του με τους Λαζαριστές. Μικρή περικοπή από σύγγραμμά του πείθει αρκετά: «Συζητώντας με τον ηλικιωμένο ιερέα [τον αββά Faverial], που μένει εδώ και πολλά χρόνια στο Μοναστήρι και που νοιάζεται πάρα πολύ για την υποστήριξη του ρουμανικού σχολείου, πέρασε πολύ γρήγορα ο χρόνος. Με ιδιαίτερη εμπάθεια μιλούσε για τους ΄΄mauditsGrecs΄΄ (καταραμένους Έλληνες), που οι Λαζαριστές είναι οι αδιόρθωτοι αντίπαλοί τους, όσο και να ξετρελλαίνεται ο γαλλικός λαός για την Ελλάδα».³⁴ Πάντως καθιστά ολοφάνερο τον αχαλίνωτο θρησκευτικό φανατισμό του καθολικού κληρικού, Γάλλου, αντιπαραβάλλοντάς τον με τον έντονο φιλελληνισμό του γαλλικού λαού.
Οι Λαζαριστές δεν είχαν μείνει αδρανείς και στην απόπειρα επεκτάσεως της Ουνίας³⁵ στη Θεσσαλονίκη. Έσπευσαν στη Δύση για τη διενέργεια εράνων, που θα εκάλυπταν τα έξοδα ανεγέρσεως ουνιτικού ναού, του οποίου η άδεια οικοδομής εκδόθηκε με τη μεγαλύτερη δυνατή σπουδή. Αλλά η διαδικασία ολοκληρώσεως σταμάτησε. Διότι είχε προσκρούσει στην απουσία του αναγκαίου αριθμού νεοφωτίστων, οι οποίοι έπρεπε να ανέρχονται τουλάχιστον στους είκοσι πέντε. Η αποτυχία οπωσδήποτε υποδηλώνει και την αξιοθαύμαστη διαίσθηση του ορθοδόξου πληρώματος της Μακεδονίας στα τεκταινόμενα, ώστε να μη επηρεάζεται αποθαρρυντικά και από καταπτώσεις ιεραρχών, οι οποίες μόνον ως αξιολύπητες εξαιρέσεις σημειώνονται. Ασφαλώς υπερτερούν όσοι ίστανται στο ύψος της ιερωσύνης. Αυτοί συνέβαλαν αποφασιστικά στην απελευθέρωση της Θεσσαλίας και της ενώσεώς της με τη Μητέρα Ελλάδα του Δομοκού, παρά τις παντοίες δολοπλοκίες της προπαγάνδας. Η φωτισμένη παρουσία του Δωροθέου Σχολαρίου υπήρξε σωστική. Μετά μια πολύχρονη και επώδυνη εμπειρία από τους αγώνες του στη βόρεια Θράκη, «αναδείχθηκε ένας από τους κυριότερους εμψυχωτές της εκπαιδευτικής κίνησης στη Θεσσαλία κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, προσφέροντας μάλιστα σχεδόν όλη την περιουσία του για την ανέγερση σχολείων. Με την πεποίθηση ότι μόνον η μόρφωση κάνει τον άνθρωπο αντάξιο του υψηλού προορισμού, όπου τον έχει τάξει ο Θεός, επεξέτεινε την ανάγκη της εκπαίδευσης και στα κορίτσια και ιδιαίτερα στον κλήρο... Μεγάλη επίσης σημασία έδινε στην εκπαίδευση των βλαχόφωνων Ελλήνων, για τους οποίους φρόντισε να ιδρυθούν σχολεία σε χωριά του Ασπροποτάμου και ιδίως στα Τρίκαλα, όπου ασκούνταν έντονη ρουμανική προπαγάνδα στους πολυάριθμους Βλάχους που παραχείμαζαν εκεί».³⁶
Το 1898 ένας άσημος και ταπεινότατος ιερέας ενός άγνωστου έως τότε χωριού σε πατριωτική συνεργασία με τους τοπικούς άρχοντες και το σύνολο των ενοριτών αναπτερώνει το φρόνημα των απανταχού Ελλήνων, καταπτοημένων εξ αιτίας του Ατυχούς Πολέμου του 1897, και καταυγάζει την Οικουμένη με το Ολοκαύτωμα της Κουτσούφλιανης, παραμεθόριας Θεσσαλίας-Μακεδονίας. Ενωμένοι και αποφασισμένοι απορρίπτουν δελεαστικές προτάσεις γι’ αποδοχή επανεντάξεώς της στην τουρκική επικράτεια, αποκρούουν νικηφόρα τις εναντίον τους επιδρομές του τακτικού τουρκικού στρατού, τελικά δε δεν απομένει παρά να παραδώσουν στους εκπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων αποκαΐδια και στάχτες του χωριού τους.
Ο ακαδημαϊκός Ζαχαρίας Παπαντωνίου εντυπωσιασμένος βαθύτατα αναφωνεί σε δημοσίευμά του, επιγραφόμενο Κάτι Μεγάλο: «... και αν ήμην ο απαισιοδοξότερος των απαισιοδόξων δια τον δυστυχή αυτόν τόπον, μετά τας φλόγας της Κουτσούφλιανης θα εγινόμην ο αισιοδοξότερος». Θαυμάζει αυτόν τον πατριωτισμό, που εκδηλώνεται «εν μέσω Ελλήνων [του Εθνικού Κέντρου], εκ των οποίων πολλοί έκρυβον τα υπάρχοντά των εις τον πόλεμον [του 1897], δια να μη τους πάρη τίποτε ο νόμος της εισφοράς, Ελλήνων εκατομμυριούχων, οι οποίοι έσφιγγον σαν τον Ιουδαίον του Σαίξπηρ την σακκούλαν των, δια να μη αγοράσουν κανένα φυσέκι και καμμίαν γαλέτταν δια τους μαχομένους στρατιώτας, Ελλήνων, οι οποίοι αντί του όπλου εκράτησαν το καλαμάκι της γρανίτας και εβάρυναν τα τραπέζια των ζαχαροπλαστείων, όταν η άλλη νεότης εφόρει μαρτυρικούς στεφάνους εις το στρατόπεδον...»³.
Επειδή καταγγέλλονται ως αδιάφοροι οι Αθηναίοι του ελληνικού βασιλείου του Δομοκού, επιβάλλεται κάποια ερμηνεία. Κατά τον ακαδημαϊκό Αντ. Δ. Κεραμόπουλο, «το ψήφισμα του 1844, όπερ έβλεπεν Ελλάδα μέχρι της Όθρυος μόνον, ει και απεδοκιμάσθη υπό των εκλεκτών της πατρίδος, ήπλωσεν όμως τας ρίζας του βαθείας και ενάρκωσε δια των δηλητηρίων του την προσοχήν του έθνους έπειτα»³. Το 1895 ο από Θεσσαλονίκης Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ ο Μεγαλοπρεπής, καταγόμενος από τη Μακεδονία, «κατηγορούσε τις ελληνικές κυβερνήσεις ότι δεν κατενόησαν ότι η πολιτική του σουλτάνου τείνει στην αφομοίωση πάντων των Χριστιανών της αυτοκρατορίας του, ...., ότι το δράμα για την Ελλάδα είναι ότι οι Έλληνες πολιτικοί δεν τολμούν να έχουν «γνώμη σαφή φοβούμενοι τους ανεύθυνους λογιωτάτους και την απώλειαν της δημοτικότητας αυτών... και ακόμη ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν εσκέφθησαν ποτέ για το Μακεδονικό, «δεν εχάραξαν μιαν πολιτικήν, δεν συνέστησαν μιαν υπηρεσίαν για να το παρακολουθεί και δεν συνεννοήθηκαν με το Πατριαρχείο «όπως ίδωμεν τι αιτούμεν, πού βαδίζομεν και πώς δρώμεν, ούτε εν τη διεθνεί πολιτική της Ευρώπης έχομεν τινά επιστάμενον τι αιτούμενον και υποσχόμενον ημίν βοήθειαν εις τούτο», σύμφωνα με όσα ερανίσθηκε προ δεκαετίας ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Αθανάσιος Ε. Καραθανάσης.³
Περίπου επίκαιρη και προσεκτική παρουσίαση των συνεπειών της ελληνικής ασυνεννοησίας και συνακόλουθης απροετοιμασίας έχει συντάξει ο ενεργός Μακεδονομάχος Almaz [Αλέξανδρος Μαζαράκης-Αινιάν], του οποίου υπενθυμίζουμε καίρια περικοπή: «Δυστυχώς... δεν υπήρξε και απέναντι του νέου τούτου εχθρού [της ρουμανικής προπαγάνδας, όπως και της βουλγαρικής] προσήκουσα πάντοτε η πολιτεία των ιθυνόντων το έθνος και την εκκλησίαν και των εν Μακεδονία αντιπροσώπων αυτών. Δεν ειργάσθησαν κυρίως όπως διαφωτίσωσιν επαρκώς τους ελληνοβλαχικούς πληθυσμούς...»⁴⁰.
Εν τούτοις ο πολύς λαός κατά κανόνα στάθηκε εκπληκτικά και αξιέπαινα ακλόνητος, αψηφώντας κάθε είδους δοκιμασίες και την επί γης ταλαίπωρη ζωή του, έως ότου κρίθηκε από τους ιθύνοντες την Εκκλησία και το Έθνος επιτακτική η ενδεδειγμένη αντίδραση: «Περί το 1900 σημειώθηκε στροφή του Πατριαρχείου ως προς την αντιμετώπιση της εκτεταμένης βουλγαρικής διείσδυσης. Η αμυντική τακτική μεταβλήθηκε σε ανακτητική. Κορυφώθηκε κατά τη διάρκεια της δεύτερης πατριαρχείας του Ιωακείμ Γ΄, γνώστη της βουλγαρικής πολιτικής ήδη από την εποχή που ήταν μητροπολίτης στη Βάρνα και κατόπιν στη Θεσσαλονίκη. Από το 1900 άρχισαν να μετατίθενται διάφοροι αρχιερείς από τις μακεδονικές μητροπόλεις «δια την κατά καιρόν της Εκκλησίας χρείαν». Τους διαδέχθηκαν προικισμένοι και νέοι κατά κανόνα στην ηλικία ιεράρχες. Κατά την ένοπλη αποκορύφωση του Μακεδονικού Αγώνα εθναρχούσαν ο Αλέξανδρος Ρηγόπουλος στη Θεσσαλονίκη, ο Γερμανός Καραβαγγέλης στην Καστοριά, ο Ιωακείμ Φορόπουλος στο Μοναστήρι, ο Χρυσόστομος Καλαφάτης (ο εθνομάρτυς Σμύρνης) στη Δράμα, ο Φώτιος Καλπίδης (επίσης εθνομάρτυς) στην Κορυτσά, ο Αιμιλιανός Λαζαρίδης (επίσης εθνομάρτυς) στην επισκοπή Πέτρας, ο Ειρηναίος στη Χαλκιδική, ο Θεοδώρητος στο Νευροκόπι, ο Κωνσταντίνος στις Σέρρες, ο Στέφανος Δανιηλίδης στην Έδεσσα, ο Γρηγόριος (εθνομάρτυς Κυδωνιών) στη Στρώμνιτσα, ο Ειρηναίος στο Μελένικο, ο Παρθένιος στη Δοϊράνη»⁴¹. Χάρις στην εθνική και ποιμαντική δραστηριότητα των νέων αυτών Ιεραρχών, ο λαός συγκρατήθηκε στους κόλπους της Εκκλησίας, αισθάνθηκε ασφάλεια στην επιδίωξή των στόχων του, ενώ παράλληλα οργανώθηκαν και λειτούργησαν ελληνικά σχολεία που με τους εμπνευσμένους εκπαιδευτικούς καλλιέργησαν στις ψυχές των παιδιών τα ιδανικά της Πίστεως και της Πατρίδος και τέλος οργανώθηκαν αντάρτικα ένοπλα τμήματα ώστε όταν με τον θάνατο του Παύλου Μελά κυρίως εδόθη το σύνθημα του Αγώνα, το έθνος βρέθηκε έτοιμο για να τον διεξαγάγει με επιτυχία. Τιμή και δόξα αρμόζει σε όλους, αρχιερείς, ιερείς και πιστούς, μικρούς και μεγάλους, πού αγωνίσθηκαν για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Ωστόσο χρειάζεται επαγρύπνηση κατά των προπαγανδών, που συνεχίζουν να παραπληροφορούν απλούς ανθρώπους και ηγέτες χωρών. Καιρός για πραγμάτωση της προτάσεως του Ιωακείμ Γ΄, για να έχωμεν και στη διεθνή πολιτική της Ευρώπης «τινά επιστάμενον». Διότι εκεί και τό Μακεδονικό προβάλλεται ακόμη παραπλανητικά.⁴²
Θα μπορούσα να σταματήσω εδώ το λόγο μου, με τις ευχαριστίες τις δικές μου και της Εκκλησίας της Ελλάδος, για να ακούσω και τον ενδιαφέροντα λόγο των εισηγητών μας. Θα ήθελα όμως, με την ευκαιρία αυτή και συμπληρωματικά προς τις εισηγήσεις, να αναφέρω τέσσερις μόνο σκέψεις μου.
Πρώτον, ότι η αντικειμενική διαπίστωση όλων είναι πως ο αγώνας για τη Μακεδονία γινόταν μεταξύ των Ελλήνων και των Βουλγάρων, στη σκιά των τούρκων κατακτητών, που συνήθως έπαιρναν το μέρος των Βουλγάρων και ποτέ των Ελλήνων εναντίον οποιουδήποτε άλλου. Όπως ποτέ δεν είχε αναφερθεί στις στατιστικές έρευνες των τουρκικών, των γαλλικών ή των αγγλικών άλλη εθνότητα, όπως λ.χ. «Σλαβομακεδονική», πλην των γνωστών. Πολλοί Έλληνες της Μακεδονίας κατά τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα ήσαν αλλόγλωσσοι ή δίγλωσσοι, αλλά διακρίνονταν από τους βουλγάρους, τους σέρβους ή τους τούρκους συντοπίτες τους. Η Εκκλησία και η Παιδεία βοήθησαν στην έκφραση της εθνικής και θρησκευτικής τους ταυτότητας, αλλά και αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει, αν δεν είχαν συνείδηση του ποιών απόγονοι είναι και ποιο είναι το Έθνος τους. Θα μου επιτρέψετε να σας πω από μια σχετική αληθινή ιστορία ένα διάλογο, όπως τον κατέγραψε η αξιόλογη συγγραφέας Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη στο εξαιρετικό βιβλίο της «Καπετάν Κώττας».
Μάλωναν μιαν ημέρα ένας Βούλγαρος κι ένας Έλληνας, υπηρέτες και οι δυο ενός πασά. Άκουσε ο πασάς τις φωνές στην αυλή και τους κάλεσε. «Τι πάθατε από το πρωί και τρωγόσαστε;» τους ρώτησε. «Να, αφέντη», έπιασε να εξηγεί ο Βούλγαρος, «έχουμε ένα νόμισμα με το κεφάλι ενού βασιλιά απάνω. «Δικός μου είναι βασιλιάς, ο Μεγαλέξαντρος», λέει ο Γραικός, «δικιά μου και η χώρα του». «Δικός μου ο βασιλιάς, δικιά μου η χώρα του», λέω ελόγου μου. Και γίνηκε ο σαματάς που άκουσες». «Να δω κι εγώ», λέει ο πασάς και κοιτάζει καλά την κεφαλή και τα γραφούμενα. «Τι γλώσσα είναι τούτα δω τα γράμματα;» ρωτάει. «Ελληνικά!» του λέει ο Έλληνας. Γελάει ο πασάς. Γυρνάει στο Βούλγαρο: «Δικός του ο βασιλιάς, δικιά του η χώρα!» λέει. «Γιατί έχεις δει μωρέ ποτέ τούρκο σουλτάνο να γράφει στις λίρες του απάνω φράγκικα;»…
Δεν υπήρξαν ποτέ «Μακεδόνες» ως εθνότης. Είναι το μεγάλο ψέμα του τιτοϊκού καθεστώτος, που η προπαγάνδα και ο προκληθείς αλυτρωτισμός του ακόμη ταλαιπωρεί τους γείτονες κι εμάς, όλους τους Έλληνες, αλλά, θα έλεγα, ακόμη και τον διεθνή παράγοντα, αφού το όνομα της γειτονικής χώρας στους Διεθνείς Οργανισμούς παραμένει, δεκαπέντε περίπου χρόνια μετά τη δημιουργία της, μετέωρο και ως «Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας». Υπάρχει η Μακεδονία ως περιοχή, στην οποία έζησαν κατά καιρούς Έλληνες και διάφορες άλλες εθνότητες και σήμερα στο ελληνικό μέρος της ζουν μόνον Έλληνες.
Το δεύτερο που θα ήθελα να πω στην αγάπη σας είναι ότι στη Μακεδονία δεν έχουμε μία μονόπλευρη προσφορά. Δηλαδή, δεν εργάσθηκαν και δεν βοήθησαν μόνο στην Ελευθερία και στην Ανάπτυξή της οι Έλληνες από όλες της γωνιές της Οικουμένης. Υπήρξε, και κυρίως σήμερα υπάρχει, και το ανταποδοτικό. Ήσαν και είναι και οι Μακεδόνες, που βοήθησαν και βοηθούν όλοι την Ελλάδα. Έτσι επαληθεύονται οι λόγοι του Ίωνα Δραγούμη προς τους Έλληνες, τους οποίους, με το βιβλίο του «Μαρτύρων και ηρώων αίμα», καλούσε στις αρχές του 20ου αιώνα να τρέξουν για να σώσουν τη Μακεδονία: «Να ξέρετε», τους έλεγε και μας λέγει, «πως, αν τρέξουμε να σώσουμε τη Μακεδονία, η Μακεδονία θα μας σώσει. Θα μας σώσει από τη βρώμα, όπου κυλιόμαστε, θα μας σώσει από τη μετριότητα και από την ψοφιοσύνη, θα μας λυτρώσει από τον αισχρό τον ύπνο, θα μας ελευθερώσει. Αν τρέξουμε να σώσουμε τη Μακεδονία, εμείς θα σωθούμε!» Πόσο επίκαιροι παραμένουν οι λόγοι του και σήμερα, κυρίως όσον αφορά στη μετριότητα και την ψοφιοσύνη…
Το τρίτο που θα ήθελα να σημειώσω είναι πως η Μακεδονία μας, μετά την 24ετή παρουσία μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έχει εξελιχθεί σε χώρο και κέντρο συνεννόησης και συνεργασίας των χωρών της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης και είναι η πνευματική, πολιτισμική, κοινωνική, εμπορική και οικονομική πύλη προς την ενδοχώρα της Ευρώπης. Η Μακεδονία κατοικείται σήμερα από Έλληνες της Μικράς Ασίας, του Πόντου, της πρώην ΕΣΣΔ, αλλά και της Κρήτης, της Πελοποννήσου, της Ηπείρου και της Θράκης. Όλοι μαζί συγκροτούν ένα εξαιρετικό δυναμικό, που συμβάλλει στην περαιτέρω ανάπτυξη της χώρας και στην αξιόλογη παρουσία της στο μέλλον της Ενωμένης Ευρώπης.
Και το τέταρτο και τελευταίο που θα ήθελα να σας αναφέρω είναι πως και με τον Μακεδονικό Αγώνα, όπως και το 1821, όπως και το 1940, όπως με την Κρήτη και την Κύπρο, οι Έλληνες, όταν πιστεύουμε κάτι βαθιά, το επιτυγχάνουμε μόνοι μας και χωρίς τη βοήθεια οποιουδήποτε εξωτερικού παράγοντα, έστω κι όταν ο αντίπαλος είναι ισχυρότερος και έχει και την υποστήριξη ή την ανοχή των δυνατών του κόσμου τούτου. Όχι ότι δεν παίζει και ο διεθνής παράγων σπουδαίο ρόλο και πολλές φορές καθοριστικό στις εξελίξεις. Αλλά, αν δεν πήγαιναν στη Μακεδονία ο Μελάς και οι άλλοι Έλληνες αξιωματικοί να θυσιαστούν, αν δεν υπήρχαν οι Κρήτες και οι Μανιάτες εθελοντές να πολεμήσουν, αν δεν εργάζονταν υπεράνθρωπα ο Ίων Δραγούμης και οι άλλοι φωτισμένοι διπλωμάτες κι αν δεν ξεσήκωναν τον κόσμο οι δημοσιογράφοι, όπως ο Καλαποθάκης του «Εμπρός», οι διανοούμενοι και οι ποιητές, όπως ο Παλαμάς, και οι ευπατρίδες με τους Συλλόγους τους, όπως ο Νεοκλής Καζάζης, δεν θα είχε ελευθερωθεί η Μακεδονία. Ήταν η μικρά ζύμη, η οποία όμως επέτυχε το αγαθό αποτέλεσμα.
Και σήμερα λίγοι σχετικά είμαστε όλοι οι Έλληνες, όσοι θέλουμε μια λαμπρή και ένδοξη Ελλάδα, πρωτοπόρα στην πορεία της Ενωμένης Ευρώπης προς τα πεπρωμένα της, λίγοι είμαστε όλοι όσοι πιστεύουμε στην Κληρονομιά μας ως πηγή ζωής και δημιουργίας, λίγοι φαινόμαστε ότι διατηρούμε την Πίστη και την Παράδοση που παραλάβαμε από τους προγόνους μας και θέλουμε αλώβητες να παραδώσουμε τις Αξίες τους στους επόμενους από εμάς. Αλλά, αν έχουμε την Πίστη και τον ένθεο και πατριωτικό ζήλο του Παύλου Μελά και των άλλων ηρώων του Μακεδονικού Αγώνα, είμαι βέβαιος ότι θα αποδειχθούμε "πολλώ κάρρονες" των προηγούμενων Ελλήνων και θα θέσουμε τις βάσεις για ακόμη λαμπρότερη πορεία του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας κατά τον 21ο αιώνα. Διότι το αληθές είναι ότι η 4000ετής μας Παράδοση μάς έχει διδάξει να αγαπάμε μέχρι αυτοθυσίας την Πατρίδα και τη Θρησκεία μας, αλλά ταυτόχρονα να αγαπάμε και τον οποιονδήποτε πλησίον μας, ανεξάρτητα από φυλή η θρησκεία. Γι' αυτό, κι επειδή είμαστε Έλληνες και Ορθόδοξοι, είμαστε και άνθρωποι της Ευρώπης και της Οικουμένης.
Μέχρι τώρα η Ελλάδα έπρεπε να ξεπεράσει τα τραύματα της 400χρονης σκλαβιάς σε αλλογενή, αλλόθρησκο και άλλου πολιτισμού κατακτητή, να μαζέψει τα καταπιεσμένα και διωκόμενα παιδιά της, να μπορέσει να σταθεί στα πόδια της και να δείξει ότι δεν είναι πλέον η Ελλάδα της "Μελούνας" και η "Ψωροκώσταινα". Τώρα, και κυρίως μετά την επιτυχή και άψογη από κάθε πλευρά και με την συμμετοχή όλου του Ελληνικού Λαού, θα έλεγα, διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων, αποδείξαμε ότι είμαστε μια Ελλάδα της Παράδοσης αλλά και της Εξέλιξης, του Πνεύματος αλλά και της Τεχνολογίας, της Πίστης αλλά και της Τάξης. Δείξαμε ότι είμαστε σε πολλά σημεία ―κοινωνικά, ηθικά, πολιτισμικά, πνευματικά, αλλά και οικονομικά και επιχειρηματικά― μπροστά από πολλές χώρες της Ευρώπης. Τώρα λοιπόν είναι η ευκαιρία να προχωρήσουμε χωρίς συμπλέγματα στο μέλλον. Και το λέγω αυτό, επειδή ορισμένοι θεωρούν ότι είμαστε πίσω από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, επειδή δεν έχουμε την τόσο προηγμένη τεχνολογία τους, ή την πρέπουσα εξυπηρέτηση ως πολίτες από το Κράτος, ή επειδή το κατά κεφαλήν ακαθάριστο εισόδημά μας δεν είναι στο ύψος εκείνων. Για μάς αυτά τα στοιχεία δεν σημαίνουν ότι ως λαός είμαστε χειρότεροί τους, γιατί για μας δεν είναι τόσο ουσιώδη. Τι να κάνουμε τα χρήματα, την τεχνολογία, την κοινωνική πειθαρχία για την κρατική εξυπηρέτηση, όταν η κοινωνία, για να φτάσει εκεί, κατήντησε απάνθρωπη, ατομιστική, αδιάφορη; Εμείς οφείλουμε να διδάξουμε ότι «και ταύτα δει ποιείν και κείνα μη αφιέναι». Η ισόρροπη ανάπτυξη του πνευματικού και του τεχνολογικού πολιτισμού πρέπει να είναι ο σκοπός μας και όχι η αλλοίωση των συνειδήσεων και των ψυχών μας εν ονόματι της οικονομικής μας ανάπτυξης. Σας ευχαριστώ.
Υποσημειώσεις
1. Πβ. Γ. Λιάκουρης, Μακεδονικός Αγώνας, 1904-1908. Εκατό χρόνια από την έναρξη της ένοπλης φάσεως Γ.Ε.Σ. 7ο Ε.Γ./5 [Αθήνα 2004] 7. Βλ. Και Renè Grousset, L’ Empire du Levant Histoire de la question d’ Orient. Paris 1948.
2. Α.Ε. Καραθανάσης, Η πορεία του Γένους κατά την τουρκοκρατία και η ενότητα του Ελληνισμού. (Φορείς, Ιδεολογία, Θεσμοί). Ξενία Ιακώβω αρχιεπισκόπω Βορείου και Νοτίου Αμερικής επί τη 25ετηρίδι της αρχιεπισκοπείας αυτού. Θεσσαλονίκη 1985, 562, όπου παραπομπή 9: Γ. Βαλέτας, Μελέτιος Πηγάς. Χρυσοπηγή. Αθήνα 1958, 398. Επίσης Α.Ε. Καραθανάσης, Η τρίσημη ενότητα του Ελληνισμού, Αρχαιότητα-Βυζάντιο-Νέος Ελληνισμός. Θεσσαλονίκη 1991, 85. Τήν ελληνικότητα της Μακεδονίας επισημαίνουν πολύ ενωρίτερα και ξένοι κληρικοί. Β. Ludolf von Südheim, De ltinere Terral Sanctae Liber Stutgaard 1851, 16- 23. Αυτήν απέδειξαν και σύγχρονοί μας ειδικοί επιστήμονες, όπως οι Jean N. Kallèris, Les anciens Macèdoniens. Etude linguistique et historique. Collection de l’ institute Francais d’ Athènes, I, 1954, II, 1976, και La question de l’ origine des Macèdoniens, Cahiers d’ Histoire Mondiale,4, 1958, 93 κ.ε.Cicerone Poghirc, Relatiile limbii vechimacedonene cu greaca veche, Bucuresti 1960, και περιληπτική απόδοση των πορισμάτων της διατριβής του για την αρχαία μακεδονική διάλεκτο: Philologica et Linguistica, Bochum 1983, 37- 47.
3. O τσάρος Αλέξανδρος ο Β΄Νικολάεβιτς (1818-1881) μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο (1856) στρέφεται προς τα Βαλκάνια και ιδίως προς τους σλαβοφώνους πληθυσμούς της Μακεδονίας και Θράκης, από τους οποίους αποσπά νέους και μεταφέρει στη Ρωσία για «σπουδές» παραδίδοντάς τους στον Παγαλίν, διδάσκαλό του, διαβόητο διαφωτιστή και κορυφαίο της πανσλαβιστικής ιδέας, «ήγουν της δι’ ειρηνικών εθνολογικών και φιλολογικών αγώνων προσαρτήσεως όλων των από Βιστούλα έως Αδρίου και Αγαίου Σλαύων», όπως μας πληροφορεί ο Γραμματεύς του εν Αθήναις Συλλόγου προς διάδοσιν των ελληνικών γραμμάτων Γεώργιος Ι. Ζολώτας, Σύμμεικτα, Αθήναι, 1983, 540.
4. Βλ. Basri-bey, Ancien Deputè au Parlement ottoman, Prèsident du second Gouvernement national albanais et Chef du Pouvoir Exècutif ad interim (1915-1916), Internè dans les garnisons austro-hongroises (1916-1918), L’Orient dèbalcanisè et l’Albanie. Origine des dernières Guerres et Paix future, s.l.n.d.,5.
5. Ζολώτας, ε.α. Βλ. και Αχ. Γ. Λαζάρου, Γεώργιος Ι. Ζολώτας καί επισημάνσεις εθνικών θεμάτων στον βορειοελλαδικό χώρο, Παρνασσός, ΛΕ΄, 1993 452-463.
6. Για σύντομη ενημέρωση βλ. στην Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, 37, 1996, 195, ομώνυμο λήμμα του καθ. Βλ. Φειδά. Για τους Λαζαριστές της Μακεδονίας βλ. Α. Droulez, Histoire de la Mission Lazariste de Macèdoine, Isanbul 1945. Ο ίδιος επίσης, Histoire de Mission Lazariste de Thessalonique, Istanbul 1946.
7. Κ. Απ. Βακαλόπουλος, Νεότερη ιστορία της Μακεδονίας (1830-1912). Θεσσαλονίκη 1986, 71.
8. Α.Droulez, Histoire de la Mission Lazariste de Monastir,Istanbul 1943.
9. Κ.Α. Βαβούσκος, Η συμβολή του Ελληνισμού της Πελαγονίας εις την ιστορίαν της νεωτέρας Ελλάδος, Θεσσαλονίκη 1959, καί στη γερμανική γλώσσα, Θεσσαλονίκη 1963, Ο άγνωστος Ελληνισμός των Βαλκανίων.Εταιρεία των Φίλων του Πολεμικού Μουσείου. [Αθήνα 1996], 45-111. Γ. Τσότσος, Ο Ελληνισμός της Πελαγονίας, Νέμεσις, 3,2000.
10. Frèderic Taillez, Rusaliile, les Rosalies et la rose, Cahiers Sextil Puscariu, 1,1952,317.
11. Bλ. Raoul V. Bossy, Recunoasterea oficială a numelui “Romania”, Fiinta Românească,4,1966,101- 115. Eugen Stănescu, “Roumanie”:Histoire d’ un mot. Dèveloppement de la conscience d’unitè territoriale chez les Roumains aux XVIIe-XIXe siècles,Balkan Studies,10,1969,76 κε Δ.Α. Ζακυνθηνός, Μεταβυζαντινά και Νέα Ελληνικά, Αθήναι 1976, 475. Μαρία Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, Οι Βαλκανικοί λαοί,Ιωάννινα 1978, 173.
12. G.Giunglea, Coresi face cea dintii apropiere intre “roman” si “rumân” Biserica Ortodoxă Română, 5-6, 1935, 226 κε. Αχ. Γ. Λαζάρου, Προσφορά του Ελληνισμού στη Ρουμανία, Εθνικά Θέματα καί κρατική ακηδία. Εκδόσεις Πελασγός. Αθήναι 2002, 75-105.
13. Ιωάννινα 1995,89-90.
14. Γρ. Παν. Βέλκος, Η επιστολή Δομενίκου καί Ελλασσώνος . Έκδοση Ιεράς Μητρόπολης Ελασσόνας. Ελασσόνα 1980, 202.
15. Νικολαϊδου, Η ρουμανική προπαγάνδα.., 354.
16. Εκδόσεις ΙΜΙΑΧ. Ιωάννινα 1978, 165
17. Αυτ., 118.
18. «Dyrrachium (Epidamne) et Apollonie (32), sont situèes á l’extrême Sud de l’illyrie, au Nord du canal d’Otrante: elles ont un role de relais commercial sur la voia d’ Adria et de Spina, au debouche de la voie terrestre de Thessalonique á l’ Adriatique, marquee par la dècouverte du cratère corinthien de Trebenischte au Nord du lac Ochrida, face á l’Apulie». Πβ. F. Benoit, Recherches sur l’ hellènisation du Midi de la Caule, Aix-En-Provence 1965,38- 39.
19. Στράβων, VII, 323: «Ταύτην δη την οδόν [Εγνατίαν] εκ των περί την Επίδαμνον και την Απολλωνίαν τόπων ιούσιν εν δεξιά μεν εστι τα Ηπειρωτικά έθνη κλυζόμενα τω Σικελικώ πελάγει μέχρι του Αμβρακικού κόλπου, εν αριστερά δε τα όρη τα των Ιλλυριών..».Πβ. και όσα γράφει ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Φώτιος Πέτσας, Μακεδονία καί Μακεδόνες-Ήπειρος και Ηπειρώτες, Ήπειρος,1,1979,53: «Οπωσδήποτε η αρχαία Εγνατία ξεκινούσε από την Επίδαμνο (Δυρράχιο) και την Απολλωνία (βορείως της Αυλώνος και των εκβολών του Αώου), οι δύο κλάδοι ενώνονταν στο ποταμό Γενούσο (Σκούμπη), η ενιαία πλέον Εγνατία περνούσε πάνω από τις λίμνες Αχρίδα και Πρέσπες, από την Ηράκλεια (Μοναστήρι) κι έτσι κατέβαινε στον κάμπο της Λυγκηστίδας (Φλωρίνης). Λοιπόν όχι μόνον αυτό πού ονομάζομε τώρα Βόρειο Ήπειρο, αλλά και οι εκβολές του Αώου (πάνω από την Αυλώνα) και οι κοιλάδες του Άψου και ως την κοιλάδα του Γενούσου, δηλαδή ως την Εγνατία οδό, ήταν τόπος με τα Ηπειρωτικά Έθνη, όπως μας το λέει ο Στράβων, ο οποίος, σημειωτέον, γράφει στα χρόνια του Χριστού περίπου, δηλαδή με ρωμαιοκρατία, συνεπώς και να ήθελε να ... χαρισθή στους Έλληνες δεν θα μπορούσε!».
20. Πβ. Vl. Popovic, L’Albanie pendant la basse Antiquitè, Les illyriens et les Albanais, Beograd 1988, 254: “Selon l’ historien grea [Procope de Cèsarèe],les Epirotes ètaient ètablis jusqu’ á Epidamnos, ή νυν Δυρράχιον καλείται (Β V III,11,8)». Σχέσεις Ιλλυριών και Αλβανών (Σκυπιτάρων) αποκλείει ο κατ’ εξοχήν ειδικός Ιλλυρολόγος, ακαδημαϊκός και καθηγητής του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου, Ι.Ι. Russu, Bibliographia illyrica, Revue Roumaine d’Histoire, XIX,4,1980,757: “…les Albanais (Shkipetari) n’ ont rien d’ hèritè de l’ anthroponymie et meme de la toponymie des anciens illyriens: ils n’ ont rien de commun avec ceux-ci…” .Μια δε επιγραφή της Σκόδρας (Σκουτάρεως-Χρυσουπόλεως), χαρακτηρισμένη επί πενήντα περίπου χρόνια ως μοναδική «ιλλυρική», την απέδειξε ελληνική καί μάλιστα χριστιανική η Ljuba Ognenova, Nouvelle interpretation de l’ inscription “illyrienne” d’Albanie, Bulletin de Correspondance Hellènique, 83,1959,798-799.Bλ. και Αχ. Γ. Λαζάρου, Ιλλυριολογία και Βορειοηπειρωτικός Ελληνισμός. Αθήνα 1988.
21. Πβ. Α.Canini,La Questione dell’Epiro. Roma 1879,8: “Quella supremazia dell’elemento Greco non è dovuta alla forza: essa è un naturale portato della superioritá di razza e di civieltá, superioritá che esisteva anche nei tempi più tristi per la nazione ellenica”. Επίσης βλ. Α.Canini, Lettere al giornale “L’ Adriatico” sulla questione balcanica con una appendice sull’ Epiro e sull’ Albania” Edizione. Venezia 1886. H σύγχρονη ιταλική επιστήμη διαφωτίζει διαχρονικά: βλ. Lorenzo Braccesi, Grecitá adriatica. Bologna 1971. (β΄ εκδ. 1977). Την Αδριατική σε πρόσφατη συμπληρωματική συγγραφή με τη συνεργασία της Benedetta Rossignoli αποκαλεί ελληνικό κόλπο ο L. Braccesi, Hellinikos Kolpos. Supplemento a Grecitá adriatica. Roma 2001.
22. Βλ. Π.Π. Παναγιώτου, Εις συνδετικός κρίκος μεταξύ ελληνορωμαϊκής και μεσαιωνικής ιατρικής: Ο επίσκοπος Σεβίλλης Ισίδωρος (Isodorus Hispalensis, 560-636 μ.Χ.) Αντίδωρον Πνευματικόν, Τιμητικός τόμος Γερασίμου Κονιδάρη,Αθήναι 1981,43.
23. Isidori Hispalensis episcopi, Etymologiarum sive originum libri XX rec.W.A.Lindsay, Oxonii 1911,ανατ. 1962, ΧΙV 4,7. Πβ. Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία Α΄ 324-610 Αθήναι 1975,321-322. Αχ. Γ. Λαζάρου, Ο Ιωάννης Λυδός (6ος αι. μ.Χ.) και ο Ισίδωρος Σεβίλλης (7ος αι.) ως εθνολογικές πηγές και διεπιστημονικές διαπιστώσεις ειδικών 20ου αι., Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, ΝΑ΄, 2001-2002, 333-347,339.
24. Γιάννης Αργ. Τόζης, Ο ελληνικός κόσμος κατά τον ΙΔ΄ αιώνα όπως τον είδε ένας Ισπανός περιηγητής, Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού, 22, 1957,145 σημ.1.
25. Βλ. διεθνή βιβλιογραφία Πλάτων, 49,1997,166-187. Ελένη Μπελιά, Ελληνικά σχολεία της Θράκης και της Ανατολικής Ρωμυλίας κατά το διάστημα 1878-1885,Διεθνές Ιστορικό Συμπόσιο «Η τελευταία φάση της Ανατολικής Κρίσεως και ο Ελληνισμός (1878-1881)». Πρακτικά. Αθήναι 1983,529-543. Τ. Χατζηαναστασίου, Από την αρχαιότητα ως το Βυζάντιο καί την οθωμανική κατάκτηση, ΙΜΧΑ, Οι Έλληνες της Βουλγαρίας, Θεσσαλονίκη 1999, 49 κε.
26. Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών (ΠΑΑ), 56,1981 [1982], 231-233.
27. Association Internationale d’ Etudes du Sud-Est Europèen, 1er Congrès International des Etudes Balkaniques et Sud-Est Europèennes, Sofia, 26.VIII-1.IX.1966, Rapport pour la séance plenière, Sofia 1966,20.
28. Πβ. Γιάννης Σωτ. Νοτάρης, Το Μακεδονικό Ζήτημα όπως το είδε ο «Γιάννης» Κορδάτος.Εκδόσεις «Δωδώνη». Αθήνα-Γιάννινα 1985, 123 σημ.21.
29. Βλ. Revue Interantionale des Etudes Balkaniques, 1-2,1935,533.
30. B.J.Slot, Achipelagus turbatus. Les Cyclades entre colonisation latine et ottomane c. 1500- 1718 I. Printed in Belgium 1982,3.
31. Bλ. Byzantion, 53,1983,131.
32. Νοτάρης, ε.α., 118 σημ.4 και 131 σημ. 83.
33. Enciclopedia română. Publicată din insărcinarea si sub auspiciile Asociatiunii pentru literature română si cultura poporului roman de dr C. Diaconovich, Sibia 1898-1904, III, 1246. Minerva. Enciclopedie română, Cluj 1930, 963. Lucian Predescu, Enciclopedia cugetarea. Material românesc. Oameni si infapturi, Bucuresti 1940, 916. Πβ. Μιχ. Ν. Ρωμανός, «Απόψεις καί θέσεις για το όνομα, την καταγωγή και τη γλώσσα των Κουτσοβλάχων», Μνήμη. Τόμος εις μνήμην Γεωργίου Κουρμούλη. Αθήνα 1988, 504.
34. Gustav Weigand, Οι Αρωμούνοι (Βλάχοι). Α΄Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη α.ε. Θεσσαλονίκη 2001, 283.
35. Γ. Τουσίμης, Ομιλούν τα αρχεία του Βατικανού. Πληροφορίες για την Ουνία Γενιτσών, Φίλιππος, 22, 1999, 24-29. Χ. Κ. Παπαστάθης, Ένα υπόμνημα για την ουνιτική κίνηση στη Μακεδονία και η ίδρυση ναού στη Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονικέων Πόλις,3,2000, 143. Μιχ. Γ. Τρίτος, Το τάγμα των Λαζαριστών και η ρουμανική προπαγάνδα. Θεσσαλονίκη 2004.
36. Έφη Αλλαμανή, Η Θεσσαλία στα τελευταία πενήντα χρόνια της τουρκικής κυριαρχίας (1832-1882), Πρακτικά Διεθνούς Ιστορικού Συμποσίου «Η τελευταία φάση της ανατολικής κρίσεως και ο Ελληνισμός (1878—1881). Αθήναι 1983,95. Βλ. και Δωρόθεος Σχολάριος Έργα και Ημέραι, Αθήναι 1877, 193: «Εκ δε της Θεσσαλίας ουδέν πρέπει τις όπως αναμένη καλόν, εάν δέν εκπαιδευθή ο κλήρος και το γυναικείον φύλον».
37. Βλ. εφημ. Σκρίπ, 17.5.1898, Ηπειρωτικό Ημερολόγιο ΙΘ΄, 1998, 7-48, 27, και Αχ. Γ. Λαζάρου, Βλάχοι και κρατικές παραλείψεις. Εκδόσεις Πελασγός. Αθήναι 2002, 219.
38. Αντ. Δ. Κεραμόπουλλος, Οι βόρειοι Έλληνες κατά το Εικοσιένα, ΠΑΑ, 13,1938,248.
39. Α.Ε. Καραθανάσης, Ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄. Η Αθήνα και το Φανάρι. Περίοδος Εθνικών Περιπετειών,Δημήτρια ΚΖ΄. Επιστημονικό Συμπόσιο Χριστιανική Μακεδονία. Ο από Θεσσαλονίκης Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ ο Μεγαλοπρεπής. Δήμος Θεσσαλονίκης. Κέντρο Ιστορίας Δήμου Θεσσαλονίκης. Αυτοτελείς εκδόσεις αριθ. 16. Θεσσαλονίκη 1994,164.
40. Πβ. Almaz Αι ιστορικαί περιπέτειαι της Μακεδονίας, Αθήνησι 1912, 160, καθώς καί 98-99.
41. Χ. Κ. Παπαστάθης. Η Εκκλησία και ο Μακεδονικός Αγώνας. Ο Μακεδονικός Αγώνας. Συμπόσιο. Θεσσαλονίκη-Φλώρινα-Καστοριά-Έδεσσα. 28 Οκτωβρίου-2 Νοεμβρίου 1984. ΙΜΧΑ. Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα. Θεσσαλονίκη 1987,70.
42. Βλ. L’ Europe et ses populations, Χάγη 1978.
Aπολείπειν ο Θεός Αντώνιον
Σαν έξαφνα ώρα μεσάνυχτ’ ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρειαν που χάνεις.
Κ. Π. Καβάφης

http://www.kavafis.gr/lections/readings/b28.mp3
Σαν έξαφνα ώρα μεσάνυχτ’ ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρειαν που χάνεις.
Κ. Π. Καβάφης

http://www.kavafis.gr/lections/readings/b28.mp3
Μουσάων, αἵ τ’ ἄνδρα πολυφραδέοντα τιθείσι θέσπιον αὐδηέντα.
( Ἡσίοδος, ἀποσπάσματα )
( Ἡσίοδος, ἀποσπάσματα )