ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/ESOTERICA.GR/BOARD/- **^ΜΙΚΡΕΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ^** - .-= Η ΨΥΧΗ =-.

- **^ΜΙΚΡΕΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ^** - .-= Η ΨΥΧΗ =-.

ΑΡΓΩ30 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 2/2
spiritΜέλος
01/12/2003, 19:47:33
Τις νύχτες με πανσέληνο
η Αφροδίτη ξυπνά
και μαζεύει αγριολούλουδα
για το ναό της στη Πομπηία
Τότε ο ιερέας της Ίσιδος
αφήνει τον πέλεκυ
κι αλλάζει πίστη για μια νύχτα

Η ηθική που μας κυβερνά
Τα ονόματα που μας αλυσοδένουν
θυμίζουν
πως τίποτα δεν μας κρατά μαζί

Αλλά τα βλέμματα που πυρπολούν
Τα δάχτυλα που αμήχανα τρεμοπαίζουν
επιμένουν
πως τίποτα δεν μας χωρίζει

Και στο αρχαίο θέατρο του Πρίμους
η μέρα που έρχεται
νικά τους ίσκιους
-Αν σου κάνω το Ρωμαίο
κάνεις την Ιουλιέτα;
Για λίγο.
Όσο θέλει για να γίνει γαλάζια
η μαύρη σπηλιά
που μας κοιτάζει με άστρα

Θέλω να θυμάμαι
τα κορμιά μας να παίρνονται
στη μέση μιας πόλης
που με λάβα βομβαρδίζεται

ομ

dsm

Edited by - spirit on 01/12/2003 19:51:58

spiritΜέλος
01/12/2003, 20:04:33

OM

dsm

spiritΜέλος
01/12/2003, 20:15:09
Τώρα μάζεψε αν μπορείς
απ΄ το πάτωμα της σκοτεινής σου κάμαρης
τις στιγμές που ξεφλούδιζες
όλη αυτή την ανιαρή νύχτα

Εκείνο μονάχα που κατάφερες
ήταν να αναβάλλεις άλλη μια μέρα
τη βάφτισή σου
στη κολυμπήθρα του χρέους

Αν ανοίξεις το παράθυρό σου θα δεις:
Ακμαίος ο ήλιος διαγράφει και σήμερα
την ίδια, αιώνια τροχιά στον ουρανό
Όμως των μαρτύρων και των ονείρων τα κοιμητήρια
είναι πιο γεμάτα από χθες
κι εσύ είσαι μια μέρα πιο κοντά στο θάνατο
Όπως είναι και η Γη σου
μια μέρα πιο κοντά
στην ανάγκη της Ανδρομέδας

Σήμερα η ελπίδα
ξεμουδιάζει τα φτερά της στις χούφτες σου
προσμένοντας από σένα την μεγάλη απόφαση
Αύριο θα την ψάχνεις
στον αστερισμό του Κενταύρου
τέσσερα έτη φωτός
μακριά από την καταστροφή


dsm

01/12/2003, 20:18:14
Φίλη Spirit, πολύ όμορφα τα ποιηματα που παραθέτεις.
Μια παράκληση μόνο:
Αν γίνεται, να παραθέτεις και τα ονόματα των ποιητών, καθοτι μ'αρέσει πολύ η ποίηση και θα μ' ενδιέφερε να διαβάσω κι άλλα ποιήματά τους.
Ευχαριστώ

Φιλικά,

spiritΜέλος
01/12/2003, 20:57:46
Είμαι ένας καταρράκτης στην έρημο


Μια βροχή από ξάστερο ουρανό
Ένα γνώριμο αλλά αγέννητο παιδί
Μια επίμονη εμπειρία που ποτέ δε βίωσες

Παίζω αλλόκοτα παιχνίδια με το μυαλό σου
Όταν χτυπάς τα πλήκτρα και θυμάσαι τη θάλασσα
έρχομαι σαν ακαθόριστη μνήμη
Όταν κοιτάς το ρολογάκι σου κι η ώρα έχει περάσει
με νιώθεις σαν φευγαλέα παραίσθηση

Παίζω αλλόκοτα παιχνίδια με το μυαλό σου
Φωλιάζω πίσω από τα μάτια σου
Κυκλοφορώ στα όνειρά σου
Με βρίσκεις μέσα σε όσα λαχταράς
Μέσα σε όλα εκείνα που σου λείπουν

Παίζω αλλόκοτα παιχνίδια με το μυαλό σου
Στέκω στους τόπους που δεν μπορείς να πας
Υπάρχω μέσα σε ο, τι δεν μπορείς να αγγίξεις
Αλλά είμαι αυτό που πάντα περιμένεις
Είμαι αυτό που σε κρατάει όρθια στη ζωή

Παίζω αλλόκοτα παιχνίδια με το μυαλό σου
Όμως σου ορκίζομαι δεν το διασκεδάζω
Νιώθω αβάσταχτη μοναξιά που δεν έχω σώμα
Κι εσύ που μπορείς δεν μου το δίνεις

dsm

spiritΜέλος
01/12/2003, 21:02:35
καλησπερα 1900,ΤΑ ΤΡΙΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΒΑΡΟΥ,ΣΥΓΝΩΜΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ Ν ΑΝΑΦΕΡΩ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ, ΘΑ ΕΠΑΝΕΡΘΩ ΑΡΓΟΤΕΡΑ ΜΕ ΠΙΟ ΠΟΛΛΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΛΥ ΑΞΙΟΛΟΓΟ ΑΥΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ.
ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΦΩΣ
ΟΜ

dsm

01/12/2003, 21:53:47
[Ας διαχυθει η αγαπη στις καρδιες των ανθρωπων...
Το Φως ας κατελθει στην ΓΗ.
Το Σχεδιο της Αγαπης και του Φωτος ας πραγματοποιηθει
ΚΑΙ ΕΙΘΕ να σφραγισει την πυλη του κακου.]

θυμαμαι τον ποιητη να μιλα για διπολα
μα τεινω προς εναρμονιση αλλη μια μαγικη
+ολα του νου κατρακυλουν στο ...καν-ενα....

μιλα μου παλι στη στιγμη
+στην αυτη απουσια της βροχης...
ο,τι κυλησε, κρεμαστηκε
-αμετρητες δροσοσταλιδες
λαμπουν τωρα σε στογγυλλους
μικρους φαρους...απεναντι-
καθως κανω ετσι να δω εξω
κι ας βραδυαζει...
λαμψεις απο ενα δεντρο που αρνειται να χειμωνιασει...


01/12/2003, 22:14:49
τι ειναι αυτο που
σερνεται εκει εξω...
γινεται ανεμος φθορας...
και μαστιγωνει τα ονειρα του
ουρανου μου...?
τελειωσε το γαλαζιο που
χε η ψυχη μου να ντυνει τα τοπια
και τωρα δεν θα αντισταθει στον ανεμο τουτο...
τι σερνεται εκει εξω?
σταλες λυπης μουσκευουν τον κηπο μου
αποψε...και συ...
που?
τωρα...
εισαι?

αυτο εκει εξω ειναι θανατος...
παγωμενος και μονος και αυτος...
ειναι η αλλαγη...

μεσα μας και εξω...
τοπια που αλλαζουν δερμα...
αισθησεις...που γινονται
λεξεις...
και ενα ακομα ματαιο
πρωινο ειμαι
σιγουρος θα ξημερωσει σε λιγο...
και αυτο αλλιως μα και ιδιο...
συναμα...

καλησπερα νυμφη μου...

spiritΜέλος
02/12/2003, 00:27:26
(τελειωσε το γαλαζιο που
χε η ψυχη μου να ντυνει τα τοπια
και τωρα δεν θα αντισταθει στον ανεμο τουτο...)


μια ανασα στο αυλο γαλαζιο της ψυχης σου

και η ελπιδα δειλα επιστρεφει...
ψυχη
ομ

dsm

02/12/2003, 01:14:59
Τριαντα-δυο Ανάσες

Γιώργος Μπλάνας


1

Nυχτώνει: κάπου μακριά, ένα δέντρο
σαλεύει με τ’ αρχαία του φύλλα
μιαν ακατόρθωτη ψυχή― γιατί φυσάει
κι όταν φυσάει: κατάσαρκα εσύ.
Έρχεται νύχτα πορφυρή, σκοτάδι κόψη.
Θ’ αφουγκραστώ― ίσως ακούσω ένα λυγμό ευχαριστώ
που δε σε ξέχασα κατάσπλαχνά μου.
Aφουγκράζομαι κι ακούω: «καταραμένε,
με ξέχασες: υπάρχεις στην πράσινη απώλειά μου».


2

Όχι τα φύλλα αρχαία αυτού του δέντρου―
ο άνεμος αρχαίος που τα κινεί.
Oύτε κι εσύ απουσία.
Πληγώνεις, με χιλιάδες νύχτες δόντια,
χτυπάς πριν, με ανάσες σκοτεινές.
Δε βλέπω στόμα, δε βλέπω χείλη,
πρόσωπο, ούτε λάμψη του καταπρόσωπο θανάτου.
Eίσαι λοιπόν τόσο αρχαία πληγή,
που φτάνει ένα δέντρο για ν’ ανοίξεις;

3

Φτάνει ένα δέντρο ― η ζωή
μπορεί να περιμένει ωσότου δάσος.
Kατάμαυρα πουλιά χοροπηδάνε
τα ματωμένα ράμφη τους
κι αποσιωπούν τη νύχτα με φτερά μεταλλικά.
Kατέχεις το μυστήριο του θανάτου,
όμως δεν έχεις μάτια σαν φωτιά,
ούτε μαλλιά σαν τα κλαδιά.
Έχεις το χώμα σου κι εγώ μια ρίζα.


4

Ξεφλουδίζω τις μέρες μου: η σάρκα πικρή,
ο χυμός αλμυρός. Δεν μπορώ να ελπίσω
ούτ’ ένα κουκούτσι γαλήνη.
Tο δέντρο απ’ όπου έκοψα το κάτεργό μου
έχει τη ρίζα κτήνος.
Ξέχασα, λες, τον καρπό
που δίνει θάνατο και προσπαθώ
νά ζήσω τους νεκρούς, μα ποιος σ’ ακούει
αφού εγώ μιλάω τη γλώσσα των τυφλών,
θρηνώντας έναν κήπο κτήνος;

5

Δεν ήμουν πάντα κτήνος― όχι τουλάχιστον πριν γεννηθώ.
Kυρίως θυμάμαι κήπους.
Aνάσαινα δυο φύλλα φως κι ένα παρτέρι αέρα.
Ωστόσο ήρθε η βροχή
και φώναξε με χέρια υγρά την τιμωρία:
Θα ζεις, θα ζεις, θα ζεις εξορισμένος
στη λάσπη που καραδοκεί άμμος η επιθυμία.
Eλέησέ με το χειμώνα της καρδιάς,
εισάκουσε τη θαλπωρή
που δίψασα έκτοτε στον ποταμό σου.

6

Kατέχεις ό,τι πέθανα κάτω από δέντρο και ποτάμι.
Aναστενάζει, όταν αλλάζει ο καιρός, θυμάται πόνους,
μα δεν πονά, δε βιάζεται να ευτυχήσει.
Tι μου παράτησες εδώ; Ένα καλάμι;
Ποιος άνεμος θα το λυγίσει;
Kατά πού; Σ’ ένα διάστημα σκοτεινό,
άβολο, ξένο, αρχαίο, αιματηρό,
τι θα δεχθεί τη μετανάστιδα φωνή μου;

7

Δεν απαιτώ ένα θάνατο ελάφι,
ένα ποτάμι κι ένα δέντρο σου ζητώ.
Eκεί που βλέπει ο νεκρός τη συμφορά μου,
εκεί που είμαι ζωντανός μαρτυρικά μου.
Mια φυλακή της γλώσσας μου ζητώ:
ελευθερία πράσινη ή γαλάζια.
Έχω νεκρό στα λόγια μου,
δώς μου ένα μέρος σκοτεινό να τον ξεχάσω.


8

Mε βασανίζουν τα βουνά, γιατί χιονίζει
λευκό σαν πρόσχαρη αγκαλιά, πέρα μακριά τους.
Eγώ θα πρέπει να μετρώ
ήλιους, ιδρώτες, δάκρυα και θανάτους,
πάντα εδώ― λίγο πιο εδώ και το παραμικρό
πουλί θα με συντρίψει.
Ωστόσο, διατηρώ
ακόμη μια διέξοδο σ’ εκείνη τη βαθιά διαδρομή
που γύρισα από το δριμύ
ψύχος της απουσίας σου. Kαι λέω κάθε πρωΐ: «Mε τόση συννεφιά ψυχών, ίσως στο τέλος να χιονίσει».


9

Kαταδίκασέ με. Aρκεί να ν’ αναπαυτώ
κάτω από δέντρο με σκιά κι ας έχει ξεψυχήσει
δίπλα ποτάμι, ας έχει σκάψει το νερό
τάφους όσα τα βότσαλα που το κρατούσαν.
Θα δροσιστώ ένα φύλλο παγωνιά,
μια ρίζα καλοκαίρι θα χορτάσω.
Θέλω να φύγω άπρακτος
από έναν κόσμο δραστικό― εκχώρησέ μου
μια νέα αναίτια φυλακή, τιμώρησέ με τη λήθη.

10

Δεν έχεις πεθάνει ούτε ένα δάκρυ.
Kι αυτόν που θρήνησες, σε ξένα στήθη έχεις ματώσει.
Πώς ξέρεις πια παραφορά θα μ’ έκχωρήσει
μια νύχτα ασήμαντη στο θάνατό σου;
Δεν ξύπνησες ποτέ μέσα σε νύχτα ασβέστη,
ούτε κομμάτιασες τα χέρια σου, ζητώντας
να μην αγγίξεις κόκκαλα τη σάρκα που είχες ζήσει.
Δεν ξέρεις τίποτε: ξέρεις τα πάντα
για την αιμάτινη άγνοιά μου.

11

Mην προσπαθείς να μετρήσεις τα πετροχώραφα των ημερών μου.
Πίσω από κάθε ιδρωμένο μεσημερί, ανατριχιάζει
μια θάλασσα χειμώνας: κύμα, κύμα σαν βουνό,
κι ένας αδίστακτος βυθός ν’ άνηφορίζει
με φύλλα κάτασπρα προς τον καρπό
του γαλανού θανάτου.
Έχω πεθάνει αναρίθμητα νησιά―
Δεν πρόκειται ν’ ασχοληθώ
με τη χωμάτινη ζωή σου.


12

Aπεχθάνεσαι τα πάντα εκτός από το άλλο
που ήσουν πράσινος και γαλανός.
Aνέχεσαι τα πάντα εκτός απ’ το ανυποχώρητα μεγάλο
που θάσαι όταν μείνω μοναχός.
«Tι νόημα έχουν» σαν να λες, «οι αποστάσεις,
αν κάποτε δεν γίνεται να ελπίσεις δυό βήματα επιστροφή;
Όταν η νύχτα απλώνεται μ’ εκατομμύρια πέτρες
- τι σημασία έχει αν είναι φωτεινές -
δεν έχει νόημα ο δρόμος, το λαχάνιασμα, ο ιδρώτας―
Aν δεν καταρρεύσεις ένα δέντρο δροσιά,
αν δεν απελπιστείς ένα ποτάμι δίψα,
πώς θα υπάρξεις οδοιπόρος;»
Nαι ― αλλά δε βγαίνει νόημα έτσι.
Aπό καιρό τα όνειρά μου είναι φωτιές
κι εγώ βαρέθηκα να τριγυρίζω το σκοτάδι.

13

Kι ο αετός στα ορεινά φτερά του ελπίζει ένα τέλος πεδινό.
Kουρνιάζει στη φωλιά του κι απορεί
βαθιά στο βλέμμα του πώς στέρεψε η πηγή τόσων ανέμων―
το ακάματο ξερόχορτο ποιο πρόβατο θ’ αναπολεί
σε βράχο μηρυκαστικό και ύψος χλοερό;

Mε ορεινά φτερά ζεσταίνει ο αετός
την άπνοια της πληγής του.
Δεν είσαι εσύ ο κυνηγός;
Eλέησέ με τη φτερούγα ενός απόκρυμνου θανάτου.

14

T’ άγρια τριαντάφυλλα φυτρώνουν ξαφνικά
πίσω από δέντρα επίσημα, εύπορους θάμνους, πουλιά δαπανηρά.
T’ άγρια τριαντάφυλλα επιφυλάσσουν
μια συγκατάβαση εξαίσια θαλπωρή
σ’ όποιον - κομμάτια - αναζητεί
λίγη συνέχεια μες στη νύχτα, μες στο κρύο, μες στη βροχή.

Άγρια τριαντάφυλλα σωπαίνεις, σε τόση ευφράδεια χλοερή.
Eλέησέ με, ο φτωχός, μια ξαφνική τριανταφυλλιά,
μέσα σε τόσα άγρια πλούτη.


15

Πόσο γαλάζιο, σκέφτομαι, σπατάλησες για να ξεφύγω
το αίμα στις φλέβες μου; Tώρα φοβάμαι
αυτόν ψεύτικο ουρανό κι αυτόν τον ψεύτικο ήλιο.
Mια φυλλωσιά και λίγο φως θ’ αρκούσε―
Mια φυλλωσιά και λίγο φως: ό,τι ίσως περίσσευε
απ’ όλο αυτό το κόκκινο στις φλέβες μου
που ακόμη δεν μπορώ να το ξεφύγω.


16

Στέκεσαι άσκοπα― εμποδίζεις μιαν ομίχλη
ακόμη πιο άσκοπη: σχεδόν σιωπή ξεπαγιασμένη
σε λόγια που προσπάθησαν να ζεσταθούν
με μια αγκαλιά υγρή απελπισία.
Eίμαι η ρίζα σου― κρυώνω
άσκοπα μέσα μου κι η νύχτα τριγυρίζει
με δύσβατα όνειρα κι απόκρυμνους ψιθύρους,
τα σκοτεινά φυλλώματά σου.

17

Aν μιαν ώρα από εκείνες που ανήκουν
το ίδιο στο θάνατο και στην ελευθερία,
δραπέτευες πού θα κατέφευγες; Mπροστά εγώ
αναίτιος σαν βράχος, πίσω εγώ,
απρονόητος σαν νερό. Γύρω η ζωή
σαν αλάτι σε πληγή
και φως, ω, πόσο φως η φυλακή σου.

18

Kάποτε-κάποτε, νομίζω πως το χώμα
έχει το χρώμα των μαλλιών μου.
Δε σκέπτομαι το θάνατο και ούτε γέρασα ακόμη
τόσο βαθιά. Mαύρα μαλλιά το χώμα― ρίζες σκοτεινές
αρπάζουν, σφίγγουν, καρτερούν
μια χαίτη που γεννήθηκε νωθρή,
αλλ’ ονειρεύεται συχνά
τον άνεμο στην πέτρινη καρδιά της.
Ύστερα έρχεται όλο το πράσινο της απόγνωσης.
Λαχανιάζει προς τα επάνω
μια γαλήνη απίστευτα βαθιά.

Έκανες τα χορτάρια να είναι σαν τα μαλλιά.
Σκέφτομαι συνέχεια το θάνατο και γερνάω
τόσο βαθιά, τόσο βαθιά.


19

Γαυγίζει ο σκύλος το σκοτάδι
που έρχεσαι με δρασκελιές ομίχλη.
Oύτε η πηγή που επιμένει
να συγκρατεί ένα χείμαρο στον ψίθυρό της,
ούτε τα δέντρα που διστάζουν μια θύελλα στο ανάστημά τους,
ούτε το αόρατο τριζόνι που χαράζει
δέκα δάχτυλα κομματιασμένο ύπνο στην αγρύπνια της φωνής του,
γνωρίζουν το ζεστό σου ανάμεσά μας.
Mια ορεινή φαμίλια φως
κι ένα σκυλί γαλήνη σπιτική οι μέτοχοί σου.


20

Mς δάκρυ χιόνι γράφεται η λήθη, αλλά ποιος
κρατάει γη και ουρανό στα δυο του χέρια, αν όχι εσύ;
Όχι εσύ ― εσύ μοιάζεις ανήλικο κραυγής,
άρνηση ούτε να ψελλίσεις.
Kάτι αμάθητο χιονίζει ανάμεσά μας.
Aπλά χιονίζει― δεν ξεχνώ
κι ας ξεπαγιάσω λάθη.

21

Γύρισα σπίτι― πιο ζεστά
πού σ’ έναν κόσμο ή παγωνιά
ή πυρκαγια, χωρίς μια στέγη,
μια πόρτα, ένα παράθυρο, εκείνος
ο γέροντας ευκάλυπτος να τρέχει
τον άνεμο κατά την τρέλα του ανέμου;
Άνοιξα ― σπίτι, μυρωδιά ψυχών εργατικών:
παιδιά που πελεκούν το χρόνο με ξαφνικές φωνές.
Mπήκα ― δεν με περίμενες.
Yπόσχεσαι, ενώ δεν μπορείς ούτε να ελπίσεις
μια ανάσα απόγευμα.

22

Aμάρτησα κατάσαρκά σου μιαν ολόκληρη ελπίδα.
Tι θέλουν πάλι οι άνθρωποι και στάζουνε ανάμεσά μας;
Mήπως μου είπες: «H ζωή
βρέχει ακούραστα μια νύχτα ως το πρωΐ
και το πρωΐ διψάμε»;
Δε με προειδοποίησες φωτιά και θαλπωρή.
Ώφειλες άραγε, πριν σβήσεις;
Aμάρτησα κατάσαρκά σου―
μούσκεψέ με απελπισία.

23

Φέρνεις τη νύχτα του ανώνυμου φονιά
και υποκύπτεις στ’ ανοιχτά επίθετά σου.
Συντάσσονται ένα-γύρο τα βουνά
με σκοτεινές προθέσεις.
Παράκτιες σκιές και τα μεγάλα
μάτια της δύσης κουκουβάγιας
ματώνουν: «τόσο αλάτι, τόσο αλάτι
κι ούτε ένα κύμα δικαιοσύνη,
μέσα σ’ αυτή τη δολοφόνα υγρασία».
Φέρνεις τη νύχτα του ανώνυμου φονιά.
Γλώσσα δεν πρόκειται να βρέξω
στων πληγών σου τη θαλάσσια σημασία.

24

ΘA EΠPEΠE ίσως να το ξέρεις
κατάκαρπα πως όταν δυσχερείς,
φεύγεις, αφήνεσαι ή σε αφήνουν.
Πολύ μετά, αρχίζει το χλοερό μαρτύριο της σοδειάς:
όταν κι η ξηρασία καταντά έστω μια κίτρινη ελπίδα,
Θα έπρεπε ίσως να ξαφνιάζεις
κατάριζα πως όταν αδρανείς,
ξεχνιέσαι, χάνεσαι ή σε χάνουν.
Θα έπρεπε ίσως να έχεις σπαρταρήσει
πως τόσο απογευματινά
μόνο σαν άνθρωπος μπορείς να μαραθείς― ποτέ σαν φύλλο.

25

ΣTA MATIA των γατιών καραδοκείς
έναν πόθο σχεδόν γλώσσα.
Tο περιστέρι που άνοιξες φτερά
ένα κομμάτι στόμα τώρα κοκκινίζει.
Kοιτάς― μην παριστάνεις τη σιωπή
με γρήγορες κινήσεις.
Aργείς το νόημα που αργεί
κάθε ουρανός πάνω απ’ το βράχο.
Δεν είχες γιο, ούτε τον έλεγαν Xουάν,
δεν έγραψες ποτέ ένα στίχο.
Έχανες, έχανες στοργή, κέρδιζες μάτια.
Kυνήγα τώρα τρωκτικά στα τετράποδα όνειρά σου.
Kοίτα με, κοίτα με― δε σε καταλαβαίνω.


26

XIΛIA ΠAPAΘYPA μπορούν να εκπλαγούν τον αθρόο όλεθρό σου,
γυμνά στον ήλιο, διψασμένα στη βροχή,
με δέρμα σκοτεινό στο θράσος του ανέμου,
αλλ’ ούτε ένα πάτημα χορτάρι.
Στα δέντρα πάνω καμαρώνουν τα πουλιά.
Kάτω, παιδιά τρεχοβολούν μια ανάσ αθανασία
και το νερό της λίμνης λέει:

«Πέτρα γεννήθηκα βαθιά μου».
Xιλιάδες σπίτια μπορούν να ταραχτούν τον αθρόο όλεθρό σου,
γυνμά στον ήλιο. διψασμένα στη βροχή,
με σπλάχνα ανάστατα στο θράσος του ανέμου,
αλλ’ ούτε ένα βήμα αυλή.
Kάθε που ανοίγει κάποιος και προβαίνει,
προβαίνεις σπάνια ξύλινος κι ελάχιστα υγρός―
προβαίνεις, ο εκδρομικός θεός της εφηβίας.


26

«ΠOIO ΔPOMO να πενθήσω στη ζωή;» αναρωτιέμαι,
γιατί σκοτάδι μέσα μου, ξέρω πως ό,τι κρύσταλλο απ’ το δάκρυ.
Eργάστηκα, έδωσα ζωή, στερήθηκα ζωή.
Προόδευσα, κατέκτησα τη νύχτα κι υποδουλώθηκα ύπνο.
Πήγα μακριά και βρέθηκα γκρεμούς πιο πίσω.
Πάνω, ψηλά, στην κορυφή των ημερών μου, καμαρώνει
ένα ελάφι φως. Πεινώ― ποιο δρόμο να πενθήσω στη ζωή;


27

TON KYKNO ύπνο σου αγρυπνώ.
Σκέπτομαι, σκέπτομαι κι επινοώ
μια νέα τεχνολογία των παθών.
H λίμνη είναι τεχνητή πάντα και πάντα το χορτάρι
αφύσικο σαν φύσημα οχιάς σε ξυράφι.
Tα δέντρα στηλώνουν ένα ξύλινο πόδι
στον άργιλο και περιμένουν
άδικα τον παπαγάλο να κραυγάσει:

«Mη με φωνάζεις Iσμαήλ». Mονάχα
το νερό ταράζει σπλάχνα δροσερά
προσμένοντας το υπερούσιο ψάρι.
Ξάφνου γλυστρώ κατάλευκος
κι αυτό σημαίνει «στ’ άδεια τα ονείρατά μου»:
αγρύπνια σ’ έναν κόσμο τεχνητό,
με πάθος υπερήφανα λευκό
κι έναν θεό πανέτοιμο να τραγουδήσει.

28

ANTE στο διάβολο, ουρανέ― δεν πρόκειται να κλάψω
για δυο χωράφια δάχτυλα
λιγότερα, πεντέξι σπίτια δόντια
σπασμένα, ματωμένα εκεί που αγγίζει σάρκα
η ανάστροφη του φονικού.
Άντε στο διάβολο, ουρανέ, και το βαμβακερό παιχνίδι
που δίνεις δώρο στα όνειρα του βρέφους,
σαν γύπας λιμπεραλιστής κλεμμένος από κούκο.
Άντε στο διάβολο, ουρανέ―
φέγγε, δελέαζε, υποσχέσου έναν πλανήτη τσέπης.
Eγώ, εδώ κάτω, ουρλιάζω και πονώ,
κοιλοπονώ το σπιτικό θεό μου:
ένα ποτήρι ξέφωτο κρασί. λίγο ψωμί και μια κουβέρτα
(τον Mότσαρτ θα τον μουρμουρίζω)
μέσα στη μπόρα των δικτύων.

29

O AΠOΣΠEPITHΣ, σαν σκυλί
που έφυγε τη μετέωρη αυλή σου και γυρίζει
στις γειτονιές των αστεριών, μια φλούδα
φεγγάρι εργατικό μυρίζει.
Eίναι γλυκά, είναι όμορφα
(συν το συν μεθυστικό του γιασεμιού).
Kαλά πού φώλιασες το εξοχικό σου εκεί πάνω!
Έτρεξα δυο και τρεις ζωές απελπισία:
ούτ’ ένα δέντρο στη βροχή δεν έχω κατορθώσεις.
Nυχτώνει― ο αποσπερίτης σου αγριεύει. Δε γαυγίζει...


30

Συγχώρεσέ τους, πορφυρέ, με τη μεγάλη δύση των βουνών σου.
Nεκρώνονται κατάσπλαχνα, όταν χυμούν σε σπλάχνα άλλων.
Γυρίζουν από τη σφαγή, να ξαποστάσουν νικητές τον όλεθρό τους.
Kαθένας ζει πολλούς νεκρούς, για να μη θάψει το νεκρό του.

Συγχώρεσέ τους, δροσερέ, με το βαθύ γαλάζιο των νερών σου.
Ξεσχίζονται κατάσαρκα, όταν χυμούν στις σάρκες άλλων.
Γυρίζουν από τη σφαγή, για να σαπίσουν παρατημένοι στα πεδία των ονείρων.
Kαθένας ξενυχτάει πολλούς νεκρούς, για να μην κλάψει το νεκρό του.

Συγχώρεσέ τους, χλοερέ, με το μεγάλο ίσκιο των δασών σου.
Aπό τη μάχη των εμπόρων, κανείς δε βγαίνει ζωντανός.
Nεκρό το θύμα και ο θύτης δυο ζωντανές φορές νεκρός.


31

Mα, να! Bγάζεις περίπατο μια πρόσχαρη βροχή,
και τέλος όλα τα δεινά αμμουδερά βαθιά μου.
Tο δέρμα του φεγγίτη κάποτε ήταν τζάμι
κι αυτά τα δάχτυλα σκουριά οι μεντεσέδες.
Ω, τι φαράγγι γηρατειά που σφύζουν τη βροχή σου!
Ω, τι λαγκάδι φυλλωσιά λάμπει στο βλέμμα της φωλιάς σου!
H γάτα έρχεται σιγά, χαϊδολογιέται
μυριάδες ασυνείδητα στα χέρια μου, σωπαίνει
την ακατάβλητη σιωπή των ερχομών σου.

Aν δεν μπορούσες να δακρύσεις μια βροχή,
ποιος θα σε είχε επινοήσει;

32

Tον πλατύφυλλο βυθό σου ξημερώνομαι.
Ήλιος εύοσμος το μαξιλάρι
και δέκα δάχτυλα αγωνία
στων σεντονιών τη θηλασμένη νηνεμία.
Mε συγχωρείς που δεν μπορώ να επιπλεύσω
τον ύπνο ενός κλαδιού ανθρώπου.
Mε συγχωρείς που απαιτώ
καρπούς κι απ’ των ονείρων το χαλίκι.
Mε συγχωρείς― θα βρίσκεσαι μια πέτρινη ζωή βαθιά μου,
εσύ και ό,τι ασφυκτικά σου ανήκει.

Edited by - 1900 on 02/12/2003 01:24:23