- Η θεωρία του Φιλόλαου - .-= ΤΑ ΑΣΤΡΑ =-.
Η θεωρία αυτή συνοψίζεται στα εξής σημεία: Ο κόσμος είναι σφαιρικός και πεπερασμένος. Στο κέντρο του κόσμου δεν βρίσκεται η γη αλλά το κεντρικό πυρ (εστία). Γύρω από το κεντρικό πυρ περιφέρονται, διαγράφοντας κυκλικές τροχιές, η γη και οι υπόλοιποι αστέρες, τόσο οι πλανήτες όσο και οι απλανείς, οι οποίοι είναι σφαιρικού σχήματος. Αξιοσημείωτο είναι ότι στα ουράνια σώματα περιλαμβάνεται και μια αντι-γη (αντίχθων) η οποία κινούνταν επίσης κυκλικά γύρω από το κεντρικό πυρ, πλησιέστερα σε αυτό απ’ ότι η γη, μη απομακρυνόμενη από αυτή, είναι, όμως, πάντοτε αόρατη σε μας γιατί ζούμε στο ημισφαίριο που βλέπει αντίθετα από την κατεύθυνση της αντίχθονος.
Σύμφωνα λοιπόν με το σχήμα αυτό στο κέντρο του κόσμου ήταν το κεντρικό πυρ, μετά ερχόταν η αντίχθων, κατόπιν η γη, μετά η σελήνη, στη συνέχεια οι πέντε πλανήτες (Ερμής, Αφροδίτη, Άρης, Δίας, Κρόνος) και τέλος η εξωτερική σφαίρα του σύμπαντος η οποία έφερε τους απλανείς.
Σχετικά με το σύστημα των Πυθαγορείων εγείρεται το ερώτημα ποιος λόγος επέβαλε την ύπαρξη της αντίχθονος; Ο Αριστοτέλης υποθέτει ότι η μόνη αιτία για την ύπαρξή της ήταν να ανεβάσει τον συνολικό αριθμό των ουρανίων τροχιών σε δέκα, που ήταν ο ιερός αριθμός των Πυθαγορείων: δηλαδή, απλανείς, πέντε πλανήτες, ήλιος, σελήνη, γη, αντίχθων. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, το αξίωμα της ύπαρξης της αόρατης σε μας αντίχθονος διατυπώθηκε για να εξηγήσει το συχνά παρατηρούμενο φαινόμενο των σεληνιακών εκλείψεων.
Λαμβανομένου υπόψη ότι η τροχιά της αντίχθονος είναι εσωτερική ενώ η τροχιά της σελήνης είναι εξωτερική ως προς τη γήινη τροχιά, και ότι η αντίχθων δεν απομακρύνεται από τη γη, η εκδοχή αυτή δεν ευσταθεί, εκτός αν θεωρήσουμε ότι οι Πυθαγόρειοι υπέθεταν ότι η σελήνη δεν αντανακλά το φως του ήλιου αλλά το φως που εξέπεμπε το κεντρικό πυρ.
Όπως γίνεται αντιληπτό, το σύστημα του κόσμου σύμφωνα με τη θεωρία των Πυθαγορείων του τέλους του 5ου π.Χ. αι. δεν είναι ούτε γεωκεντρικό ούτε ηλιοκεντρικό. Η γη ήταν απλώς ένα ακόμη ουράνιο σώμα, σαν όλα τα άλλα, που κινούνταν κυκλικά γύρω από την εστία, η οποία βρισκόταν στο κέντρο του σύμπαντος.
Η θεωρία των Πυθαγορείων συνιστά μεγάλη καινοτομία σε σύγκριση με τις προηγούμενες θεωρίες του 6ου αιώνα. Και αυτό γιατί:
1. Δίνει έμφαση στις κυκλικές κινήσεις των ουρανίων σωμάτων γύρω από ένα κέντρο.
2. Απομακρύνει τη γη από το κέντρο του κόσμου και τη θέτει σε κίνηση.
3. Αποδίδει σφαιρικό σχήμα στη γη και σε όλα τα ουράνια σώματα.
4. Διακρίνει τους πλανήτες από τους απλανείς αστέρες.
5. Αποδίδει στους πλανήτες τροχιές που βρίσκονται στο εσωτερικό της σφαίρας των απλανών.
Παρά τα πολλά μειονεκτήματά του, το πυθαγόρειο σχήμα έχει μερικά χαρακτηριστικά τα οποία μόνιμα επηρέαζαν την ελληνική αστρονομική σκέψη. Έδινε έμφαση στις κυκλικές κινήσεις των ουρανίων σωμάτων γύρω από ένα κοινό κεντρικό σημείο.
Αυτή η έννοια προϋπήρχε ήδη στις ιδέες του Εμπεδοκλή, αλλά το φιλολάειο σύστημα πήγαινε παραπέρα υποθέτοντας πράγματι ένα φανταστικό κέντρο περιστροφής και αυτό επρόκειτο να γίνει αργότερα μια έννοια κλειδί στην ανάπτυξη της θεωρίας των επικύκλων και της θεωρίας των εκκέντρων τροχιών. Έκανε διάκριση μεταξύ των πλανητών και των άλλων ουρανίων σωμάτων και δεν υπάρχουν αρκετές ενδείξεις ότι αυτή η διάκριση (που παραδοσιακά, αλλά απίθανα, αποδιδόταν στον ίδιο τον Πυθαγόρα) έγινε από κάποιον πρώιμο προσωκρατικό εκτός του Αναξαγόρα.
Πάνω από όλα έκανε τους ανθρώπους να συνηθίσουν να θεωρούν τη σφαίρα σαν κάτι που θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει το τυπικό αστρονομικό σχήμα, όχι μόνο για το σύμπαν ως ένα όλον (αυτό είχε γίνει αποδεκτό από τον Παρμενίδη και εξής), αλλά ιδιαίτερα σαν το σχήμα της ίδιας της γης.
Μετά τον 5ο π.Χ. αι. κανένας Έλληνας συγγραφέας με κάποια υπόληψη (με εξαίρεση τους ατομιστές, Λεύκιππο και Δημόκριτο, που υποστήριζαν κάπως αντιδραστικές απόψεις στην αστρονομία) δε θεωρούσε τη γη ως κάτι άλλο εκτός από σφαίρα.
Kοινό γνώρισμα των θεωριών των Προσωκρατικών είναι ότι δεν βασίζονταν στα εμπειρικά δεδομένα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι αρχαίοι Έλληνες της περιόδου εκείνης παραμελούσαν να κάνουν παρατηρήσεις. Eίχαν τουλάχιστον δύο πρακτικούς λόγους για να παρατηρούν τις κινήσεις των ουρανίων σωμάτων και να καταγράφουν τα ουράνια φαινόμενα:
1. Κατ’ αρχάς, οι ετήσιες αγροτικές εργασίες ρυθμίζονταν με βάση την ανατολή και τη δύση ορισμένων αστερισμών. Αυτό είναι εμφανές λ.χ. σε πολλά αποσπάσματα από το έπος Έργα και Ημέραι του Ησίοδου (7ος π.Χ. αιώνας).
2. Ένα άλλο κίνητρο, για την παρατήρηση των ουρανίων φαινομένων ήταν η σύνταξη του ημερολογίου. Ένα καθαρά σεληνιακό ημερολόγιο στο οποίο το έτος αποτελείται από 12 συνοδικούς μήνες (μέσης διάρκειας 29,53 ημερών), 6 εκ των οποίων είναι πλήρεις (30 ημερών) και 6 ελλιπείς (29 ημερών), παύει γρήγορα να συμβαδίζει με την κίνηση του ήλιου, εμφανίζοντας μια υστέρηση 11 περίπου ημερών ως προς το τροπικό ηλιακό έτος των 365ημ6ωρ = 365,25 ημερών.
Η υιοθέτηση ενός σεληνιακού ημερολογίου θα είχε ως αποτέλεσμα να εμφανίζεται αναντιστοιχία των μηνών προς τις εποχές του τροπικού έτους, αναντιστοιχία η οποία γίνεται αντιληπτή από το γεγονός λ.χ. ότι η ημέρα της πρωτοχρονιάς θα διατρέχει βαθμιαία όλους τους μήνες του έτους εκτελώντας έναν πλήρη κύκλο σε 1.461 πολιτικά έτη (των 365 ημερών).
Το πρόβλημα λοιπόν ήταν να σχεδιαστεί ένα σεληνοηλιακό ημερολόγιο το οποίο να εξασφαλίζει, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης χρονικής περιόδου, τέτοια αντιστοιχία προς τις δύο περιόδους των 29,53 και των 365,25 ημερών ώστε οι εποχές να μην μετακυλίονται εντός του έτους.
Για την επίλυση αυτού του προβλήματος έγιναν πολλές προσπάθειες, οι οποίες τελικά καρποφόρησαν με την υιοθέτηση του λεγόμενου «κύκλου του Μέτωνα», που εισηγήθηκε ο Αθηναίος αστρονόμος Μέτων (η ακμή του τοποθετείται στο 430 π.Χ.). Ο «κύκλος του Μέτωνος» είναι μια περίοδος 19 ετών η οποία ορίζεται από τη σχέση
6940 ημέρες = 19 τροπικά έτη = 235 μέσοι συνοδικοί μήνες
οι 110 από τους οποίους ήταν ελλιπείς (των 29 ημερών) και οι 125 πλήρεις (των 30 ημερών). Οι μήνες αυτοί κατανέμονταν εντός του κύκλου των 19 ετών κατά τρόπο ώστε τα 12 έτη να αποτελούνται από 12 μήνες το καθένα και τα 7 έτη από 13 μήνες. Με τον κύκλο του Μέτωνος επιτυγχάνεται σε ικανοποιητικό βαθμό η αντιστοιχία των εποχών προς τους μήνες.
theo_