ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/ESOTERICA.GR/BOARD/- Μύθοι της αρχαίας Ελλάδας (ΣΠΟΝΔΥΛΩΤΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ) - .-= ΜΥΘΟΣ & ΘΡΗΣΚΕΙΑ =-.

- Μύθοι της αρχαίας Ελλάδας (ΣΠΟΝΔΥΛΩΤΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ) - .-= ΜΥΘΟΣ & ΘΡΗΣΚΕΙΑ =-.

Αίολος30 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 1/2
19/04/2006, 14:15:11
ΘΕΜΙΣ


Η Θέμις φρόντιζε για την ηθική τάξη και το δικαιο τόσο ανάμεσα στους ανθρώπους όσο και ανάμεσα στους θεούς.
Ιδιαίτερα επέβλεπε στην διαφύλαξη της φιλοξενίας και στην προστασία των αδυνάτων. Είχε το χάρισμα της μαντικής, και ήταν δικό της το μαντείο των Δελφών, προτού το χαρίσει η ίδια στην αδελφή της, την Φοίβη, γιαγιά του Απόλλωνος, που τελικά έγινε ο κάτοχός του.
Ως προστάτιδα του δικαίου είχε μαζί με τον Δία θέσει τέρμα στον Τρωικό πόλεμο.
Οπως ξέρουμς από την "Θεογονία" του Ισίοδου, η Θέμις ήταν κόρη του Ουρανού και της Γης, επομένως αδελφή της Ρέας και της Μνημοσύνης, του Ωκεανού και του Υπερίωνα και των άλλων Τιτάνων, που μαζί με τον Κρόνο κυβερνούσαν τον κόσμο προτού ο Δίας πάρει στα χέρια του την εξουσία.
Η Θέμις ενώθηκε με τον Δία και γέννησε τις Ωρες, δηλαδή την Ευνομία, την Δίκη και την Ειρήνη, "που νιάζονται για τα έργα των ανθρώπων" και τις Μοίρες, δηλαδη την Κλωθώ, την Λάχεση και τυην Ατροπο, "που δίνουν στους ανθρώπους το καλό και το κακό".
Από τον Αισχύλο μαθαίνουμε ότι η Θέμις ήταν μητέρα και του Προμηθέα, που ο Ισίοδος στην "Θεογονία" τον παρουσιαζει ως γιό του Ιαπετού και της Ωκεανίδας Κλυμένης.


Τα ανωτέρω αποσπάσματα, καθώς και τα (πιθανώς) επόμενα, προέρχονται από την "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ" της ΕΚΔΟΤΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ.
Και δεν κσέρω τυφλό σύστημα...

19/04/2006, 23:38:20
ΑΤΗ, ΛΙΤΕΣ, ΥΒΡΙΣ, ΝΕΜΕΣΗ, ΑΔΡΑΣΤΕΙΑ


Η Ατη, που το όνομά της σημαίνει συμφορά, κατά την "Θεογονία" του Ισίοδου ήταν κόρη της Εριδας και αδελφή της Δυσνομίας.
Από την "Ιλιάδα" μαθαίνουμε πως η Ατη ήταν δυνατή, με πόδια πολύ γερά, για να μπορεί να φτάνει παντού πάνω στην γη και να βλάπτει τους ανθρώπους, ενώ οι Λιτές ( οι Παρακλήσεις), που έτρεχαν ξωπίσω της για να γιατρεύουν τις συμφορές, ήταν κουτσές, αλλήθωρες και ζαρωμένες.
Κατά την συμφιλίωση του Αγαμέμνωνα με τον Αχιλλέα, ο αρχιστράτηγος των Ελλήνων, μιλώντας μπροστά σε όλους τους πολεμιστές, έλεγε πως για το κακό που είχε γίνει, το φταίξιμο δεν ήταν δικό του και πως ο Δίας και η Μοίρα και οι Ερινύες τού είχαν βάλει στο μυαλό την Ατη, αυτή που όλους τους ζημιώνει, που μ' ελαφρό ποδάρι δεν πατά πάνω στο χώμα, μα πάνω στα κεφάλια των ανθρώπων, αυτή που ακόμα και στον Δία έφερε την συμφορά, καθώς θόλωσε το νου του κι έκανε την πρόβλεψή του για την γέννηση του αγαπημένου του Ηρακλή να πιάσει και στην γέννηση του μισητού Ευρυσθέα.
Γι' αυτό και ο Δίας όχι μόνον ορκίστηκε πως ποτέ πιά η Άτη δεν θα ξαναπατούσε στον Ολυμπο, αλλά και με το ίδιο του το χέρι την άρπαξε και την σφεντόνισε στην γη, να βλάπτει μόνο τους ανθρώπους.
Για τις Λιτές πίστευαν πως είναι κόρες του Δία και πως έγνοια τους είχαν να τρέχουν πίσω από την Άτη για να γιατρεύουν τα κακά που εκείνη έφερνε στους ανθρώπους. Έλεγαν πως όποιος τους φερθεί με σεβασμό, έχει απ' αυτές καλό μεγάλο και πως ακούγονται οι προσευχές του, ενώ αν κανείς δεν δεχθεί και σκληρά τις αποπάρει, αυτές πάνε στον πατέρα τους τού ζητούν να στείλει στον απάνθρωπο την Άτη, για να πληρώσει έτσι με ζημιά.
Η Ύβρις είναι η προσωποποίηση της αλαζονικής συμπεριφοράς του ανθρώπου, που ξεπερνα κάθε μέτρο και δεν αναγνωρίζει τόσο άλλες δυνάμεις, έξω από τον ίδιο, συντελούν στην ευτυχία του.
Η Ύβρις, όταν επικρατήσει στο μυαλό ενός ανθρώπου, προκαλει τον ερχομό της Νέμεσης, που με την συμφορά βάζει τα πράγματα στην θέση τους, δηλαδή επιβάλει το μέτρο. Ο Θέογνις έλεγε την Ύβρι θυγατέρα του Κόρου (του Κορεσμού), ενώ αντίθετα ο Πίνδαρος την θεωρούσε μητέρα του Κόρου.
Στην Αθήνα ύστερα από το Κυλώνιο άγος, αφιέρωσαν στην Ύβρι και στην Αναίδεια έναν μικρό ναό.
Η Νέμεσις είχε την φροντίδα να μοιράζει (νέμειν) στον καθένα ότι του ανήκε σύμφωνα με την αξία του και την θέση του, να επιβάλλει δικαιοσύνη και να καθορίζει τις ποινές, να αφαιρεί την ευτυχία απ' όσους την είχαν αποκτήσει χωρίς να το αξίζουν και να προκαλεί την εκδίκηση των θεών για όποιον δεν αναγνώριζε ότι την ευτυχία του την χρωστούσε στην εύνοιά τους.
Η Νέμεση ήταν κόρη της Νύχτας και είχε αδερφές τις Μοίρες, τις Εσπερίδες και την Έριδα.
Κάποτε την είδε ο Δίας και την αγάπησε. Επειδή όμως εκείνη τον απέφυγε, ο θεός κατάφερε να ενωθεί ερωτικά μαζί της αφού μεταμορφώθηκε σε κύκνο και μεταμορφωσε και την αγαπημένη του σε χήνα.
Από την ένωσή τους έκαναν ένα αυγό, και λένε πως από αυτό το αυγό βγήκε η Ελένη, η αφορμή του Τρωικού Πολέμου.
Ο Ισίοδος λέει πως όταν η Νέμεση -- που μαζί με την Αιδώ επιβλέπει την ζωή των ανθρώπων -- θα φύγει οριστικά από την γη και θα επιστρέψει στον Όλυμπο, τότε οι θεοί θα εξαφανίσουν το τωρινό γένος των ανθρώπων, το σιδερένιο, όπως εξαφάνισαν και τα προηγούμενα, δηλαδή το χρυσό, το αργυρό, το χάλκινο και το ηρωικό.
Όταν ο Κρόνος, με συμβουλή της μητέρας του, της γης, πήρε ένα δρεπάνι και "θέρισε" τα γεννητικά όργανα τού πατέρα του, τού Ουρανού, από τις αιματοσταλίδες που χύθηκαν από το ακρωτηριασμένο σώμα πάνω στην γη, γεννήθηκαν οι Γίγαντες, οι "σκληρές" Ερινύες και οι Μέλιες Νύμφες, δηλαδή της φλαμουριάς.
Μία απ' αυτές ήταν η Αδράστεια.
Για την Αδράστεια έλεγαν ότι μαζί με την αδελφή της, την Ιώ, είχαν φροντίσει για την ανατροφή του Δία, όταν αυτός νήπιο είχε μεταφερθεί στην Κρήτη για να μην τον καταβροχθίσει ο πατέρας του.
Η Αδράστεια και η Ιώ έτρεφαν τον μικρό Δία με μέλι και με το γάλα της Αμάλθειας, μιας κατσίκας, που ο Δίας, όταν μεγάλωσε, πήρε το ένα κέρατό της, το γέμισε με διαλεκτούς καρπούς και το πρόσφερε με ευγνωμοσύνη στις νύμφες που τον είχαν αναθρέψει, σαν σύμβολο αφθονίας.
Ο Δίας δεν ξέχασε ποτέ τι χρωστούσε στην Αδράστεια και στην Ιώ και τους έδειχνε πάντα σεβασμό, ακόμα και όταν έγινε βασιλιάς του ουρανού.

another starΜέλος
21/04/2006, 13:42:46
ΕΡΩΣ

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, ο Έρωτας ήταν ο φτερωτός θεός της αγάπης. Συχνά σχετίζεται με τη θεά Αφροδίτη. Ο Έρωτας, όπως υποστηρίζει ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη, ήταν ανίκητος. Σύμφωνα με το μύθο, όταν χτυπούσε με τα βέλη του δύο ανθρώπους, αυτοί ερωτεύονταν παράφορα.
Σύμφωνα με την ορφική διδασκαλία, ο Έρωτας προήλθε από το 'κοσμικό αυγό' που άφησε η Νύχτα στους κόλπους του Ερέβους. Υπέρ μιας κοσμογονικής προέλευσης του τίθεται και ο Ησίοδος στη Θεογονία, καθώς αναφέρει πως ο Έρωτας προήλθε από το Χάος μαζί με την Γαία, στοιχεία επίσης χωρίς γεννήτορες.
Στην μεταομηρική μυθολογία παρουσιάζονται γεννήτορες του Έρωτα, ενώ συχνά σχετίζεται με τη θεά Αφροδίτη. Σύμφωνα με τη Σαπφώ είναι γιος της Αφροδίτης και του Ουρανού, ενώ σύμφωνα με τον Σιμωνίδη τον Κείο είναι γιος της Αφροδίτης και του Άρη. Αναφέρεται και ως υπηρέτης και συνοδός της Αφροδίτης. Ο Αλκαίος αναφέρει ότι ο Έρωτας ήταν γιος της Ίριδας και του Ζέφυρου. Σε άλλες πηγές, πατέρας του Έρωτα θεωρείται ο Ήφαιστος.
Από τους τραγικούς, ιδιαίτερη σημασία στο θεό Έρωτα αποδίδει ο Ευριπίδης. Ο Ευριπίδης διαχωρίζει τη δύναμη του Έρωτα σε δύο μορφές: Σε αυτήν που μπορεί να οδηγήσει στην Αρετή και σε εκείνη που οδηγεί στην Αθλιότητα. Με παρόμοιο τρόπο, στο Συμπόσιο του Πλάτωνα εντοπίζουμε τον 'καλό' Έρωτα (γιο της Αφροδίτης Ουρανίας) και τον 'κακό' Έρωτα (γιο της Αφροδίτης Πανδήμου)


**Είναι η καρδιά φωτιά και χιόνι, γυρίζει μόνη, να βρει Θεό**
24/04/2006, 17:51:29
Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ


Κι αφού πια το μέγα μόχθο οι θεοί ξετέλεψαν,
τις τιμές απ' τους Τιτάνες εξεκρίνανε με βία,
κάλεσαν να βασιλεύσει τότε και να κυβερνά,
με της Γης βουλές, το Δία, τον Ολύμπιο το θεό.
Και σ' αυτούς εκείνος πάλι σωστά μοίρασε τιμές.

Βασιλιάς θεών ο Δίας, σύντροφο την Μήτιδα
πρώτη πήρε, με σοφία μες σ' ανθρώπους και θεούς.
Μα σαν έμελλε να κάνει την γλαυκώπιδ' Αθηνά,
τότε τα φρένα εκείνης δόλια εξαπάτησε
και με τα γλυκά του λόγια στην κοιλιά την έβαλε,
με της Γης τις νουθεσίες και τ' αστέριν' Ουρανού,
έτσι σ' αυτόν είπαν, μήπως τη βασιλική τιμή
άλλος πάρει αντί του Δία, κάποιος καρπερός θεός.
Απ' αυτήν ήταν γραμμένο σοφά τέκνα να γενούν.
Πρώτη βέβαια την γλαυκώπιδ' Αθηνά,
με ίσο του πατέρα μένος και με φρόνιμη βουλή,
όμως έπειτα το γιό της βασιλέα θεών και αντρών
έμελλε να του γεννήσει, με περίσσια δύναμη.
Αλλ' αυτήν ο Δίας πρώτα στην κοιλιά την έβαλε,
όπως η θεά του είπε, για καλό και γιά κακό.
Δεύτερη πήρε την Θέμη, που τις Ώρες γέννησε,
την Είρηνη και την Δίκη και την Ευνομία της,
που τα έργα επιβλέπουν των ανθρώπων των θνητών,
και τις Μοίρες, που μεγάλη τιμή πόρισε ο Ζεύς,
την Κλωθώ, την Λάχεσή της και την Άτροπο μαζί,
στους θνητούς που δίνουν νά 'χουν το καλό και
το κακό.

Τρείς γι' αυτόν η Ευρυνόμη Χάριτες εγέννησε,
του Ωκεανού η κόρη, πού 'χει αγαπητήν ειδή,
τη Θαλία, την Αγλαΐα και την Ευφροσύνη της,
που απ' τα βλέφαρά τους έρως στάλαζε, σαν κοίταζαν,
που τα παραλύει τα μέλη, καλλονή και η ματιά.

Και στης Δήμητρας ακόμα το κρεβάτι ανέβηκε,
πού 'κανε την Περσεφόνη τη Λευκή, που ο Αιδωνεύς
άρπαξ' από τη μητέρα, και την έδωκε ο Ζεύς.

Και την Μνημοσύνη πάλι πόθαε την καλλίκομη,
κι απ' αυτήν οι εννιά Μούσες οι χρυσές γεννήθηκαν,
που οι γιορτές τις φχαριστούσαν και η τέρψη της ωδής.

Η Λητώ την Άρτεμή της και τον γιό Απόλλωνα,
πολυαγαπημένο γόνο μες τους Ουρανίωνες,
γέννησε, όταν μ' αγάπη με τον Δία έσμιξε.

Τελευταία πιά την Ήρα έκανε γυναίκα του
που την Ηβη και τον Αρη κι απέ την Ειλείθυια,
όταν έσμιξεν, εγέννα στων θεών το Βασιλιά.

Κι αυτός απ' την κεφαλή του τη γλαυκώπιδ' Αθηνά
γέννησε, την οδηγήτρια, την αδάμαστη κυρά,
που της άρεσαν οι μάχες, ταραχές και πόλεμοι.
Μα στην Ήρα κακοφάνη, ζήλεψε τον άντρα της,
και, χωρίς να σμίξει μ' άντρα, γέννησε τον Ήφαιστο,
με τις έξοχες παλάμες μες στους Ουρανίωνες.

26/04/2006, 23:31:20

Δευκαλίωνας


Ο Δευκαλίωνας ήταν γιός του Προμηθέα και βασιλιάς της Φθιώτιδας.
Είχε παντρευτεί την Πύρρα κι είχαν αποκτήσει μια όμορφη οικογένεια, με μεγαλύτερο γιό τον Έλληνα.
Ο Δευκαλίωνας κι η οικογένεια του ήταν οι μόνοι άνθρωποι που σώθηκαν όταν ο Δίας, για να ξεθυμάνει η οργή του, προκάλεσε τον κατακλυσμό που αφάνισε κάθετί ζωντανό πάνω στην Γή.

Ο Δίας θέλησε να καταστρέψει το ανθρώπινο γένος αρκετές φορές.
Πάντοτε όμως ο Προμηθέας έβρισκε κάποιο τρόπο και μεσολαβούσε αποτρέποντας αυτή την κατάληξη για τους ανθρώπους.
Αφού ο βασιλιάς των Θεών απέτυχε στο να αφαιρέσει την φωτιά από τους ανθρώπους, απέτυχε να καταστρέψει τους ανθρώπους με την Πανδώρα και βλέποντας οτι οι άνθρωποι μάθαιναν τις τέχνες κι ανέπτυσσαν πολιτισμούς προσπαθούσε να βρεί μια αφορμή για τον χαμό των ανθρώπων.
Την αφορμή αυτή του την έδωσε ο Λυκάονας, ο βασιλιάς της Λυκόσουρας...

Ο Λυκάονας ήταν αρχικά ένας τίμιος κι ευσεβής στους θεούς βασιλιάς.
Είχε θεσπίσει τα Λύκαια πρός τιμήν του ίδιου του Δία, οι οποίοι ήταν αγώνες πανελλαδικοί και γίνονταν κάθε 2 χρόνια, ενώ είχε χτίσει και λαμπρό ναό για τον Ξένιο Δία.
Σύντομα όμως ο Λυκάονας άρχισε να γίνεται αλαζονικός και να φέρεται με ασέβεια και σκληρότητα πρός τους φιλοξενούμενους του.
Ο Δίας παρουσιάστηκε μεταμορφωμένος μπροστά του για να δεί από κοντά τους αγώνες που γίνονταν στο όνομα του αλλά και να διαπιστώσει αν ο Λυκάονας ήταν τόσο φιλόξενος όσο ήταν παλιότερα.
Ο Λυκάονας όχι μόνο του μίλησε άπρεπα, προσπαθώντας να τον διώξει, αλλά του έδωσε να φάει και φαγητό το οποίο περιείχε κρέας ανθρώπου και ζώου μαζί.
Ο άρχοντας των θεών, εξαγριωμένος με αυτή την προσβολή, μεταμόρφωσε τον Λυκάονα στο γνωστό μας ζώο, το λύκο.
Σα να μην έφτανε αυτό διέταξε τον Αίολο να απελευθερώσει όλους τους ανέμους επάνω στην γή ώστε να γίνει ένας κατακλυσμός που θα αφάνιζε το ανθρώπινο γένος.
Ο Προμηθέας όμως, ειδοποίησε τον γιό του, Δευκαλίωνα, για την επερχόμενη καταστροφή και του είπε να φτιάξει μια μεγάλη κιβωτό για να διαφυλαχθεί αυτός κι η οικογένεια του.
Πράγματι, ο Δευκαλίωνας δούλευε για μερόνυχτα ολόκληρα πολύ σκληρά για να φτιάξει μια πολύ μεγάλη κιβωτό.
Όταν τελείωσε, μάζεψε ένα αρσενικό κι ένα θηλυκό ζώο κάθε γένους και τα έκλεισε στην κιβωτό.
Δεν υπήρχε κανένα είδος ζώου για το οποίο δεν προνόησε ο συνετός Δευκαλίωνας.
Τέλος, μπήκε μέσα κι αυτός με την οικογένεια του.
Ο τρομερός κατακλυσμός διήρκεσε 9 μέρες κι 9 νύχτες.
Φοβερές αστραπές και βροντές τράνταζαν τον κόσμο και τα νερά έπνιξαν κάθε άνθρωπο και ζώο επί της γής ενώ τα νερά κάλυψαν πόλεις, χωριά, ναούς, πεδιάδες.
Την δέκατη μόνο μέρα η κιβωτός άραξε στον Παρνασσό κι ο Δευκαλίωνας ήλπιζε οτι η οργή του Δία ξεθύμανε.
Επειδή όμως δεν ήταν σίγουρος, απελευθέρωσε ένα περιστέρι ώστε να δεί αν αυτό θα φύγει, δείγμα του οτι ο κατακλυσμός τελείωσε.
Όταν αντίκρυσε το περιστέρι να φτερουγίζει χαρούμενο μακρυά άνοιξε την πόρτα της κιβωτού και βγήκε έξω μαζί με την οικογένεια του και τα υπόλοιπα ζώα.
Σύντομα προσέφερε θυσία στον Δία, γεγονός που μαλάκωσε την καρδιά του θεού και έδωσε στον Δευκαλίωνα το δικαίωμα να ζητήσει μια ευχή για να πραγματοποιήσει.
Ο Δευκαλίωνας όμως ζήτησε από τον Δία αυτό για το οποίο ο θεός είχε φροντίσει να καταστρέψει:
Να γεμίσει όλη η γή με ανθρώπους ξανά.
Η ίδια η θεά Θέμιδα είπε στον Δευκαλίωνα και την Πύρρα οτι η γή θα γεννήσει ανθρώπους μόνο αν εκείνοι ρίχνουν πίσω στο διάβα τους τα κόκκαλα της.
Το ζευγάρι προσπαθούσε να σκεφτεί επίμονα ποιά ήταν τα κόκκαλα της γής και λυπημένοι νόμιζαν οτι ο Δίας τους είχε ξεγελάσει.
Ξαφνικά όμως, ήρθε στον Δευκαλίωνα η ιδέα να ρίχνει πίσω του τις πέτρες που έβρισκε εμπρός του.
Με αυτό τον τρόπο από τις πέτρες που έριχνε πίσω του εκείνος γεννιόνταν οι άνδρες κι από τις πέτρες που έριχνε πίσω της η Πύρρα γεννιόνταν οι γυναίκες.

In anticipation of my resurrection...

27/04/2006, 01:06:10
Η ΑΡΑΧΝΗ

Ζούσε κάποτε σε μια πόλη της Ιωνίας, τον Κολοφώνα, ένας ονομαστός για την τέχνη του βαφέας, που τον έλεγαν Ίδμονα. Ο Ίδμονας είχε μια κόρη, την Αράχνη, που ήταν κι αυτή περίφημη υφάντρα. Λέγεται μάλιστα ότι την τέχνη της υφαντικής της την είχε μάθει η ίδια η θεά Αθηνά.
Η φήμη της Αράχνης όσο περνούσε ο καιρός μεγάλωνε όλο και πιο πολύ. Σιγά σιγά, η δόξα της πήρε τα μυαλά και άρχισε να καυχιέται για την τέχνη της, φθάνοντας στο σημείο να ισχυριστεί ότι ούτε ακόμα και η θεά Αθηνά δεν μπορούσε να υφάνει τόσο λεπτά και δύσκολα σχέδια έτσι όπως τα υφαίνουν τα δικά της χέρια!

Η Αθηνά το έμαθε και ενοχλημένη όπως ήταν εμφανίστηκε μια μέρα μπροστά στην Αράχνη που ύφαινε στον αργαλειό της, παίρνοντας τη μορφή μιας γριάς. Αρχικά κολάκεψε την Αράχνη για την ικανότητά της να υφαίνει όμορφα σχέδια. Η Αράχνη όμως φουσκωμένη από περηφάνια ξεστόμισε ότι ήταν η καλύτερη υφάντρα του κόσμου, ακόμα καλύτερη και από την ίδια τη θεά Αθηνά! Η Αθηνά αμέσως προειδοποίησε την Αράχνη να μην λέει τόσο μεγάλες και αλαζονικές κουβέντες. Η Αράχνη όμως δεν υποχώρησε και έτσι η Αθηνά την προκάλεσε να δοκιμάσουν επιτόπου ποια από τις δύο θα ύφαινε καλύτερα.

Η Αράχνη δέχτηκε με χαρά την πρόκληση της γριάς χωρίς να γνωρίζει φυσικά ότι είναι η θεά Αθηνά. Η Αθηνά ετοίμασε ένα σχέδιο στο οποίο φαίνονταν οι θεοί του Ολύμπου να τιμωρούν έναν άνθρωπο ο οποίος δεν τους σεβόταν και θεωρούσε τον εαυτό του καλύτερό τους. Ήθελε με αυτό το σχέδιο να συμβουλέψει την Αράχνη να δείχνει σεβασμό στην Αθηνά που την είχε μάθει να υφαίνει τόσο καλά, διαφορετικά θα την τιμωρούσε. Αφού λοιπόν η Αθηνά τελείωσε το σχέδιό της το έδειξε στην Αράχνη και ρώτησε την γνώμη της για αυτό. Η Αράχνη απάντησε ότι της άρεσε και αμέσως άρχισε να ετοιμάζει το δικό της σχέδιο.

Κάθισε στον αργαλειό της και άρχισε να υφαίνει τους θεούς του Ολύμπου με όλα τους τα ελαττώματα ,σα να ήθελε να τους ειρωνευτεί. Η Αθηνά εξοργίστηκε πολύ από την ασέβειά της Αράχνης και πήρε αμέσως την πραγματική της μορφή αποκαλώντας την Αράχνη αχάριστη και εγωίστρια που δεν έδωσε σημασία στην προειδοποίησή της. Αποφάσισε λοιπόν να την τιμωρήσει για την αχαριστία της αυτή και το χλευασμό προς τους θεούς του Ολύμπου. Αμέσως άγγιξε την Αράχνη, και αυτή από όμορφη κοπέλα που ήταν, μεταμορφώθηκε στο σιχαμερό έντομο που όλοι γνωρίζουμε.

Ένα έντομο που δεν κάνει τίποτα άλλο από το να υφαίνει όλη τη μέρα. Υφαίνει με υπομονή και τέχνη τον ιστό της, αλλά πότε ο άνεμος, πότε τα ζώα και πότε οι άνθρωποι της τον καταστρέφουν. Κι αρχίζει πάλι και πάλι να υφαίνει με την ίδια υπομονή και τέχνη…


Μη σκοτώνεις τα κουνούπια...άλλοι σου πίνουν το αίμα...

another starΜέλος
29/04/2006, 23:49:18
ΛΗΔΑ
Η μητέρα των Διόσκουρων Πολυδεύκη και Κάστορα καθώς και της ωραίας βασίλισσας της Σπάρτης της Ελένης (εκ του Διός), της Κλυταιμνήστρας της Τιμάνδρας, της Φοίβης και της Φιλονόης εκ του συζύγου της Τυνδάρεω.

Μυθολογούταν τόσο ωραία ώστε διεκδικούσαν την καταγωγή της πλείστες χώρες της αρχαιότητας όπως η Σπάρτη, η Αιτωλία, η Κόρινθος κ.ά.
Ο Ευριπίδης την αποκαλεί «Λήδα Θεστιάδα» ως κόρη του Βασιλιά της Αιτωλίας Θεστία, ο Εύμηλος στα «Κορινθιακά» του μας πληροφορεί ότι ήταν κόρη του Γλαύκου γιού του Σισύφου εκ της Παντειδυίας που γνώρισε και παντρεύτηκε όταν έφθασε στη Λακωνία αναζητώντας τους ίππους του. Την Παντειδυία εγκυμονούσα ήδη (εκ του Γλαύκου) νυμφεύθηκε ο Θέστιος εξ ού και φαίνεται αυτός πατέρας της Λήδας, ενώ πραγματική του κόρη ήταν μόνο η Αλθαία.

Τον γάμο της Λήδας με τον Τυνδάρεω εξηγούν τα συμβάντα κατά τα οποία ο Τυνδάρεω με τον αδελφό του Ικάριο εκδιωχθέντες από τον αδελφό τους Ιπποκόοντα κατέφυγαν στον βασιλιά της Αιτωλίας Θέστιο τον οποίον και βοήθησαν στους αγώνες του κατά των γειτονικών εχθρών του και σε αντάλλαγμα έδωσε εκείνος τη κόρη του Λήδα ως σύζυγο στον Τυνδάρεω. Η συνέχεια του μύθου παρουσιάζει πολλές παραλλαγές. Επικρατέστερη όμως είναι εκείνη κατά την οποία όταν ο Δίας την είδε στον Ταΰγετο ή στη μικρή νησίδα προ των θαλαμών «Πέφνον» την ερωτεύθηκε και ζητώντας τη βοήθεια της θεάς Αφροδίτης η οποία τον μεταμόρφωσε σε Κύκνο λαμβάνοντας η ίδια μορφή αετού καταδιώκοντάς τον. Τους είδε η Λήδα και αισθανόμενη συμπάθεια προς τον κύκνο έσπευσε να τον σώσει παίρνοντάς τον μέσα στην αγκαλιά της. Λίγο αργότερα η Λήδα κατ΄ άλλους γέννησε δύο αυγά από τα οποία εξήλθαν από το ένα οι δίδυμοι και από το άλλο η Ελένη ή κατ΄ άλλους ένα αυγό από το οποίο εξήλθε ο Πολυδεύκης και η Ελένη θεωρώντας τον Κάστορα γιο του Τυνδάρεω.
Αργότερα ο μύθος αυτός της «ωοτοκίας της Λήδας» συνυφάνθηκε με παρόμοιο μύθο της Νέμεσης εκ του οποίου και παράχθηκε η θεοποίηση της Λήδας και η ταύτισή της με την Νέμεση.

Όπως ήταν φυσικό ο μύθος της Λήδας, της εκλεκτής του Δία, ενέπνευσε πολλούς αρχαίους αλλά και νεώτερους καλλιτέχνες που απέδωσαν τη Λύδα με τον κύκνο της κατά κανόνα στη σκηνή της ερωτικής τους περίπτυξης. Πλήθος τέτοιων παραστάσεων απαντώνται σε αγγεία, αλλά και σε γλυπτά όπως η βρεθείσα στην Αθήνα (σήμερα στο Βρετανικό μουσείο) αποκειμένη μαρμάρινη στήλη. Αλλά και το γλυπτό σύμπλεγμα στο Καπιτώλιο όπου ο Δίας ως καταδιωκόμενος κύκνος βρίσκεται στους κόλπους της Λήδας. Ενώ δύο ακόμη γλυπτά στο μουσείο της Φλωρεντίας παριστούν τη Λήδα να θωπεύει τον κύκνο, στο ένα μάλιστα ο χιτώνας της, φέρεται κρεμασμένος από τον ένα ώμο και αφήνεται να πέφτει μέχρι των αστραγάλων μένοντας το κορμί της ημίγυμνο.

Αλλά και στους χρόνους της αναγέννησης και αργότερα ο μύθος συνεχίζει να εμπνέει τους καλλιτέχνες. Όπως «η Λύδα και ο κύκνος» του Λεονάρντο ντα Βίντσι, του Ραφαήλ, του Κορέντζιο, του Βερονέζε, του Τιντορέττο, του Ρούμπενς κ.ά. πολλών Γάλλων της εποχής του Ροκοκό και μεταγενέστερων ακόμη.



**Είναι η καρδιά φωτιά και χιόνι, γυρίζει μόνη, να βρει Θεό**
30/04/2006, 15:45:57
ΑΜΥΜΩΝΗ


Στην ιστορική πόλη του Άργους δύο από τους Ολύμπιους θεούς θέλησαν να έχουν την εξουσία. Ο Ποσειδώνας και η Ήρα(όπως έγινε και στην Αθήνα με την διαμάχη του Ποσειδώνα και της Αθηνάς για την ονομασία της πόλης). Επειδή οι δύο θεοί δεν μπορούσαν να καβγαδίζουν, συμφώνησαν να αφήσουν τον τοπικό θεό, τον Ίναχο να διαλέξει ποιος από τους δύο θα γίνει ο διαλεχτός θεός και προστάτης της πόλης του. Ο Ίναχος τελικά διάλεξε την Ήρα και ο Ποσειδώνας που τον περιφρονούσαν για δεύτερη φορά, αποφάσισε να τιμωρήσει το Άργος στερώντας του το νερό.

Υπήρχαν ελάχιστες πηγές στην περιοχή του Άργους αλλά κι εκείνες στέρευαν νωρίς, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να υποφέρουν πολύ από δίψα, ιδιαίτερα το καλοκαίρι. Κάποτε στο Άργος ήταν βασιλιάς ο Δαναός, ο οποίος λέγεται ότι είχε έρθει από την μακρινή Αίγυπτο μαζί με τις πενήντα κόρες του, τις περίφημες Δαναΐδες, κι έλεγαν πως ήταν γιος της Ιούς. Μια μέρα που έκανε τρομερή ζέστη και στο παλάτι δεν υπήρχε σταγόνα νερό, ο Δαναός είπε στις κόρες του να πάρουν η καθεμιά από ένα σταμνί και να ψάξουν να βρουν κάποια πηγή. Μία από τις κόρες του Δαναού που λεγόταν Αμυμώνη (δηλαδή η «τέλεια»), πήρε το σταμνί και το τόξο της και προχώρησε προς τα νότια του Άργους, στην περιοχή που βρίσκονται σήμερα οι Μύλοι. Έφθασε ως εκεί χωρίς να βρει καμιά πηγή στο δρόμο της. Αποκαμωμένη σε μια στιγμή από την κούραση και τη δίψα, ξάπλωσε στον ίσκιο ενός δέντρου να βρει λίγη δροσιά.

Κάποια στιγμή αργότερα είδε ένα ελάφι να περνάει λίγο πιο πέρα. Η Αμυμώνη άρπαξε το τόξο της να το σκοτώσει αλλά αστόχησε και το χειρότερο ήταν πως το βέλος της τραυμάτισε ελαφρά ένα Σάτυρο που κοιμόταν κάτω από ένα δέντρο. Οι Σάτυροι ήταν ένα είδος δαιμόνων, σύντροφοι του θεού Διονύσου, με πόδια τράγου, ανθρώπινο σώμα και κέρατα στο κεφάλι. Είδε την Αμυμώνη ο Σάτυρος και εξαγριωμένος όρμησε να τη σκοτώσει. Η Αμυμώνη παράτησε το τόξο και άρχισε να τρέχει και να φωνάζει βοήθεια. Αλλά ποιος θα μπορούσε να την ακούσει και να τη βοηθήσει σε εκείνη την έρημη περιοχή;

Κι όμως κάποιος την άκουσε. Ήταν ο θεός Ποσειδώνας που έτυχε να βρίσκεται εκεί κοντά. Τη λυπήθηκε και αποφάσισε να τη βοηθήσει από τη μανία του Σάτυρου. Τίναξε λοιπόν τη φοβερή του τρίαινα και την κάρφωσε πάνω σε ένα βράχο μπροστά στο Σάτυρο. Εκείνος κατάλαβε ότι ο Ποσειδώνας ήρθε να προστατέψει την Αμυμώνη
και το έβαλε στα πόδια για να γλυτώσει. Έτσι σώθηκε η Αμυμώνη και ο Ποσειδώνας που μαγεύτηκε από την ομορφιά της αποφάσισε να την παντρευτεί. Την επόμενη μέρα του γάμου της την οδήγησε στο σημείο εκείνο που είχε καρφωθεί η τρίαινά του πάνω στο βράχο. Της είπε πως ήθελε να της προσφέρει ένα δώρο, όχι όμως μόνο γι’ αυτήν αλλά και για τον πατέρα της και τους κατοίκους της περιοχής του Άργους.

Ύστερα από προτροπή του Ποσειδώνα, η Αμυμώνη τράβηξε την τρίαινα από τον βράχο και από τις τρύπες που είχαν ανοίξει ανάβλυσε μια πηγή με πλούσια και γάργαρα νερά. Μια πηγή που θα έδινε ζωή και πλούτη στην περιοχή και που υπάρχει ως σήμερα. Οι κάτοικοι του Άργους έλεγαν στους αιώνες που ακολούθησαν, ότι η κόρη του Δαναού έφερε το νερό και την ευτυχία στην πόλη τους. Γιος του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης ήταν ο Ναύπλιος. Εκείνος έχτισε την πόλη που βρίσκεται κοντά στο Άργος, πλάι στη θάλασσα. Είναι το Ναύπλιο, μια από τις πιο όμορφες και γραφικές πόλεις της Ελλάδας….



Μη σκοτώνεις τα κουνούπια...άλλοι σου πίνουν το αίμα...

03/05/2006, 01:13:54
ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ

Ο Θεός της Ιατρικής


Πατέρας του Ασκληπιού ήταν ο θεός Απόλλωνας και μητέρα του η Κορωνίδα. Άλλοι πίστευαν ότι είχε γεννηθεί στη Θεσσαλία και άλλοι στη Μεσσηνία. Αλλά μάλλον το δεύτερο είναι σωστό γιατί οι γιοι του Ασκληπιού, ο Μαχάονας και ο Ποδαλείριος, όπως γράφει ο Όμηρος στην Ιλιάδα, πήραν μέρος επικεφαλής του στρατού της Οιχαλίας. Η Οιχαλία είναι μια γνωστή από την αρχαιότητα πόλη και βρίσκεται στη Μεσσηνία.

Όταν έφερε στον κόσμο το γιο του Απόλλωνα η Κορωνίδα, παντρεύτηκε έναν εγγονό του Αρκάδα, τον Ίσχυ. Ο Απόλλωνας θύμωσε τόσο πολύ για την προδοσία της, που τη σκότωσε. Πήρε τότε το μικρό του γιο και τον εμπιστεύθηκε στο σοφό Κένταυρο Χείρωνα. Κοντά στο Χείρωνα ο Ασκληπιός έμαθε τα μυστικά της ιατρικής τέχνης. Κι’ όταν μεγάλωσε άρχισε να γιατρεύει τους αρρώστους, καταφέρνοντας να σώζει πολλούς ανθρώπους και από το θάνατο. Αυτό κακοφάνηκε πολύ στους θεούς του Ολύμπου και ιδιαίτερα στον Άρη, που ήταν ο πατέρας του Θανάτου.

Ο Άρης, λοιπόν, έπεισε το Δία ότι ο Ασκληπιός περισσότερο κακό κάνει παρά καλό αφού μπορεί να κάνει τους ανθρώπους να μην πεθαίνουν και να καταστρέψει έτσι την ισορροπία ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο. Ο Δίας ύστερα από σκέψεις συμφώνησε με τον Άρη και αποφάσισε να εξοντώσει τον Ασκληπιό, πράγμα που έκανε χτυπώντας τον με ένα κεραυνό την ώρα που ο Ασκληπιός βάδιζε αμέριμνος. Οι άνθρωποι μαθαίνοντας το πικράθηκαν αφάνταστα και σιγά σιγά κατέταξαν τον Ασκληπιό ανάμεσα στους θεούς τους οποίους λάτρευαν. Έγινε ο θεός της Ιατρικής και σε κάθε γωνιά της Ελλάδας έχτισαν ναούς για να τον τιμήσουν. Ο πιο περίφημος και ξακουστός απ’ όλους ήταν ο ναός του Ασκληπιού στην Επίδαυρο, πλάι στο περίφημο θέατρο που σώζεται ως τις μέρες μας..

Πέντε παιδιά απόκτησε ο Ασκληπιός, τον Μαχάονα, τον Ποδαλείριο, την Πανάκεια, την Ιασώ και την Υγεία. Όπως ειπώθηκε ο Μαχάονας πήρε μέρος στον Τρωικό πόλεμο και αυτός ήταν που γιάτρεψε το Μενέλαο όταν τον τραυμάτισε ο Πάνδαρος, ένας από τους πολεμιστές της Τροίας. Ο Δίας μπορεί να σκότωσε τον Ασκληπιό, μα πολλά από τα μυστικά της τέχνης του τα έμαθαν τα παιδιά του και διαδόθηκαν σε πολλούς ανθρώπους. Οι αρχαίοι, στα αγάλματά τους παρίσταναν τον Ασκληπιό ηλικιωμένο, να κρατάει ένα ραβδί όπου πάνω του είχε τυλιχθεί ένα φίδι. Γι’ αυτό από τότε το φίδι έγινε σύμβολο της Ιατρικής…


Μη σκοτώνεις τα κουνούπια...άλλοι σου πίνουν το αίμα...

03/05/2006, 08:49:46

Πρωτεσίλαος - Λαοδάμεια


Ο Πρωτεσίλαος ήταν γιός του Ίφικλου που ήταν βασιλιάς της Φυλάκης στην Θεσσαλία.
Το όνομα του έγινε γνωστό γιατί ήταν ο πρώτος νεκρός από τους Αχαιούς στον πόλεμο της Τροίας.

Υπήρχε μια προφητεία που είχε δώσει η θεά Θέτιδα στον γιό της, τον Αχιλλέα, οτι αυτός που θα πατήσει πρώτος το πόδι του στην Τροία θα είναι κι ο πρώτος νεκρός.
Ο χρησμός αυτός έγινε γνωστός σε όλους τους Αχαιούς κι όταν τα πλοία τους έφτασαν στην Τροία κανένας στρατιώτης δεν πηδούσε από το πλοίο στην στεριά, φοβούμενος για την ζωή του.
Τότε ο πονηρός Αχιλλέας πέταξε την ασπίδα του στην γή και πήδηξε πάνω της.
Ο Πρωτεσίλαος λοιπόν θέλοντας να υπερασπιστεί τον Οδυσσέα πήδηξε αμέσως από το πλοίο του και γεμάτος ενθουσιασμό αλλά και θέληση για να διακριθεί στον πόλεμο επιτέθηκε σε αρκετούς Τρώες, σκοτώνοντας αρκετούς από αυτούς.
Σύντομα όμως βρήκε τον θάνατο και πράγματι ο χρησμός της Θέτιδας είχε εκπληρωθεί.
Η κηδεία του Πρωτεσίλαου έγινε με πολλές τιμές και τιμήθηκε σαν ήρωας από τους Αχαιούς.

Ο Πρωτεσίλαος μια μέρα πριν φύγει για την Τροία με τον στόλο του είχε παντρευτεί την όμορφη Λαοδάμεια.
Η Λαοδάμεια κι ο Πρωτεσίλαος ήταν τόσο ερωτευμένοι που δεν χώρισαν ακόμα και στον θάνατο.

Η κοπέλα λοιπόν αγαπούσε τόσο πολύ τον Πρωτεσίλαο που όταν εκείνος έφυγε για τον πόλεμο έφτιαξε ένα ομοίωμα του και περνούσε όλη την ημέρα μαζί του.
Αυτό παρηγορούσε τη Λαοδάμεια που ο άνδρας της της έλειπε τόσο πολύ που αν δεν είχε φτιάξει το ομοίωμα του θα είχε ίσως πεθάνει από τη μελαγχολία της.
Όταν όμως ο πατέρας της ανακάλυψε το ομοίωμα αυτό, όχι μόνο δεν κατανόησε την κόρη του αλλά εξοργισμένος το έριξε στην φωτιά.
Η Λαοδάμεια θεώρησε αυτό το γεγονός σαν οιωνό οτι δεν θα έβλεπε ποτέ τον άνδρα της ξανά και ρίχτηκε κι εκείνη στην φωτιά.

Μια άλλη εκδοχή αναφέρει οτι ο Πρωτεσίλαος όταν οδηγήθηκε στον Άδη ήταν τόσο θλιμμένος που δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά την γυναίκα του που ο Πλούτωνας τον λυπήθηκε και του επέτρεψε να επισκεφτεί τη Λαοδάμεια για τελευταία φορά, η οποία για να μην τον αποχωριστεί αυτοκτόνησε για να τον ακολουθήσει στο βασίλειο των νεκρών.

In anticipation of my resurrection...

07/05/2006, 17:12:18

Οι Δαναΐδες


Ο βασιλιάς της Αιγύπτου, Βήλος, είχε αποκτήσει 2 γιούς, τον Αίγυπτο και τον Δαναό.
Μετά τον θάνατο του ο Αίγυπτος έγινε βασιλιάς της Αιγύπτου κι ο Δαναός βασιλιάς της Λιβύης.
Ο μύθος αναφέρει πως ο Αίγυπτος είχε αποκτήσει 50 γιούς ενώ ο Δαναός είχε αποκτήσει 50 κόρες.
Σύντομα ο Αίγυπτος είχε βλέψεις για τον θρόνο του αδερφού του και σκόπευε να τον εκτοπίσει, για αυτό ο Δαναός μαζί με τις κόρες του, φοβούμενος για την σίγουρη ήττα του, έφυγε από τη Λιβύη κι έφτασε στο Άργος.
Στο Άργος ζήτησε την προστασία του βασιλιά Γελάνορα, ο οποίος ναι μεν ήθελε να σεβαστεί τους νόμους του Ξένιου Δία περί φιλοξενίας όμως φοβόταν την επικείμενη οργή του Αιγύπτου που ίσως του κήρυττε τον πόλεμο.
Ύστερα από ένα προφητικό όνειρο που είδε, ο Γελάνορας άφησε τον θρόνο του φεύγοντας μακριά και βασιλιάς έγινε ο Δαναός.

Σύντομα στο Άργος κατέφτασαν οι 50 γιοί του Αίγυπτου, έτοιμοι να πολεμήσουν τον θείο του και να πάρουν τον θρόνο του.
Όταν όμως είδαν τις όμορφες κόρες του Δαναού, τις λεγόμενες Δαναΐδες, του πρότειναν να λύσουν με έναν φιλικό τρόπο την διαμάχη τους: να παντρευτεί καθένας τους από μια κόρη του.
Ο Δαναός, γνωρίζοντας οτι δεν υπήρχε άλλος τρόπος να απαλλαγεί από την απειλή τους, δέχθηκε έχοντας όμως ένα πολύ έξυπνο σχέδιο στο νού του.
Προμήθευσε την κάθε κόρη του με ένα μαχαίρι και τους είπε να σκοτώσουν τους άνδρες τους κατά την πρώτη νύχτα του γάμου τους.
πράγματι, έγιναν οι γάμοι των 50 ζευγαριών κι όταν το κάθε ζευγάρι αποτραβήχτηκε στην κάμαρα του 49 γιοί του Αίγυπτου βρήκαν τον θάνατο από το χέρι των συζύγων τους.
Ο μόνος που γλύτωσε ήταν ο Λυγκέας ο οποίος φέρθηκε με σεβασμό στην γυναίκα του, Υπερμνήστρα, η οποία τον αγάπησε.
Εκείνη, όχι μόνο δεν τον σκότωσε αλλά αφού του είπε τι συνέβη κατά την διάρκεια της νύχτας στα αδέρφια του, τον βοήθησε να φύγει μακριά από το παλάτι.
Το πρωΐ μόλις ο Δαναός έμαθε οτι η Υπερμνήστρα ήταν η μοναδική που παράκουσε την εντολή του την φυλάκισε και διέταξε την δίκη της.
Στο δικαστήριο όλοι κατηγόρησαν την άτυχη κοπέλα που από έρωτα δεν σκότωσε τον σύζυγο της όμως με την παρέμβαση της θεάς Αφροδίτης η Υπερμνήστρα αθωώθηκε.
Σύντομα ο Λυγκέας συμφιλιώθηκε με τον Δαναό και μετά τον θάνατο του έγινε αυτός βασιλιάς του Άργους.

Αν όμως οι 49 αδερφές της Υπερμνήστρας έμειναν ατιμώρητες για το έγκλημα τους όσο ήταν ζωντανές (αφού ακολούθησαν τις διαταγές του πατέρα τους) δεν συνέβη το ίδιο και μετά τον θάνατο τους.
Οι Κριτές του Άδη τις τιμώρησαν για τους φόνους που διέπραξαν και τις υπέβαλαν σε ένα αιώνιο και συνάμα φρικτό μαρτύριο.
Τις υποχρέωσαν να προσπαθούν να γεμίσουν αιωνίως ένα μεγάλο πιθάρι με νερό, το οποίο δεν είχε πάτο.
Μ' αυτόν τον τρόπο τιμωρήθηκαν οι 49 κόρες του Δαναού οι οποίες, αν κι ακολούθησαν με σεβασμό την εντολή του πατέρα τους, διέπραξαν ένα έγκλημα που θα επέφερε την τιμωρία τους.

In anticipation of my resurrection...

11/05/2006, 00:45:46
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΙΑΝΤΑ

Ένας από τους πιο δυνατούς και γενναίους βασιλιάδες των Ελλήνων που πήραν μέρος στον Τρωικό πόλεμο, ήταν και ο Αίαντας, ο γιος του Τελαμώνα από τη Σαλαμίνα. Ο Όμηρος γράφει ότι ξεχώριζε από όλους τους πολεμιστές γιατί ήταν εύσωμος σαν γίγαντας. Τον ονομάζει μάλιστα και πύργο. Έλεγαν γι’ αυτόν ότι ήταν άτρωτος και πως δεν μπορούσε να πληγωθεί. Ούτε τα βέλη καρφώνονταν επάνω του και υπήρχε μια εξήγηση γι’ αυτό. Όταν ήταν μωρό ο Αίαντας, έτυχε να φιλοξενηθεί στο παλάτι του Τελαμώνα ο Ηρακλής. Ζήτησε να δει το παιδί και πιάνοντάς το από τις μασχάλες, το σκέπασε με το δέρμα του λιονταριού(λεοντή) που είχε σκοτώσει στη Νεμέα Έτσι το σώμα του θα έμενε άτρωτο, εκτός από τα σημεία εκείνα που το κρατούσε, καθώς του φορούσε τη λεοντή.

Όταν πήρε το θρόνο της Σαλαμίνας ο Αίαντας και ετοιμάστηκε να αναχωρήσει με τα καράβια του για την Τροία, ο πατέρας του τον συμβούλεψε να μην ξεχνάει τους θεούς και να ζητά κάθε τόσο τη βοήθειά τους. Όμως ο Αίαντας χαμογέλασε ειρωνικά ισχυριζόμενος πως δεν χρειάζεται βοήθεια από τους θεούς, ότι με τη βοήθεια των θεών ακόμα και ο πιο δειλός μπορεί να γίνει ήρωας και πως θα κατάφερνε να γίνει ήρωας μόνο με τη δική του δύναμη. Αυτή η στάση του Αίαντα ενόχλησε τους θεούς και αποφάσισαν να τον τιμωρήσουν με πολύ σκληρό τρόπο.

Στην Τροία ο Αίαντας ήταν πραγματικά φόβος και τρόμος για τους αντιπάλους του. Μετά τον Αχιλλέα ήταν ο πιο ικανός πολεμιστής των Ελλήνων. Ο Πρίαμος που παρακολουθούσε μια μέρα από τα τείχη μια από τις συμπλοκές των δύο στρατών, εντυπωσιάστηκε από τη μαχητικότητα και τη δύναμη του Αίαντα και ρώτησε την Ελένη, να του πει ποιος είναι. Αξέχαστη θεωρείται και η μονομαχία του Αίαντα με τον Έκτορα η οποία κράτησε μια ολόκληρη μέρα χωρίς να αναδείξει νικητή. Οι δύο πολεμιστές εκτίμησαν ο ένας τον άλλο και αντάλλαξαν στο τέλος ακριβά δώρα σαν φίλοι. Ο Έκτορας χάρισε στον Αίαντα ένα σπαθί και εκείνος στο βασιλόπουλο της Τροίας μία πολύτιμη ζώνη. Μετά το θάνατο του Αχιλλέα δύο Έλληνες αγωνίστηκαν γενναία για να πάρουν το νεκρό του κορμί από τα χέρια των Τρώων. Ο Οδυσσέας και ο Έκτορας. Η Θέτιδα, η μητέρα του Αχιλλέα, αφού έκλαψε το νεκρό γιό της, δήλωσε στους Έλληνες ότι θα χάριζε την πανοπλία του στον πιο γενναίο από αυτούς. Οι Έλληνες αφού συγκεντρώθηκαν, διάλεξαν οι μισοί τον Αίαντα και οι άλλοι μισοί τον Οδυσσέα.

Τη λύση έδωσε ο σοφός Νέστορας, ο βασιλιάς της Πύλου. Ισχυρίστηκε ότι τον καθορισμό του πιο γενναίου δεν θα πρέπει να τον κάνουν οι Έλληνες αλλά οι Τρώες. Αφού λοιπόν συμφώνησαν όλοι οι Έλληνες με το Νέστορα, πήγαν ένα βράδυ μερικοί πολεμιστές κοντά στα τείχη της Τροίας και έτυχε να παρκαολουθήσουν ένα διάλογο ανάμεσα σε δύο Τρωαδίτισσες. Η μία από αυτές επαινούσε τη γενναιότητα του Αίαντα και η άλλη του Οδυσσέα. Τελικά συμφώνησαν ότι πιο γενναίος ήταν ο Οδυσσέας που έμεινε πίσω μόνος του και αντιμετώπισε τους Τρώες, ενώ το κουβάλημα του νεκρού Αχιλλέα που ανέλαβε ο Αίαντας θα μπορούσε να το κάνει εύκολα και οποιοσδήποτε άλλος, ακόμα και μια γυναίκα. Έτσι οι Ελληνες από τα λόγια των δύο γυναικών της Τροίας ανακήρυξαν σαν γενναιότερο τον Οδυσσέα. Αυτό όμως στοίχισε πολύ στον οξύθυμο Αίαντα ο οποίος κλείστηκε στη σκηνή του μη θέλοντας να δει κανένα. Κατά τη διάρκεια της νύχτας και πάνω στο θυμό του πήρε μια τρομερή απόφαση: να σκοτώσει όλους του Έλληνες βασιλιάδες για να τους εκδικηθεί.

Αμέσως άρπαξε το σπαθί του και βγήκε από τη σκηνή για να πραγματοποιήσει το παρανοϊκό του σχέδιο. Η θεά Αθηνά όμως που συμπαθούσε και βοηθούσε τους Έλληνες και ιδιαίτερα τον Οδυσσέα έκανε να σαλέψουν τα λογικά του Αίαντα κι έτσι αυτός, αντί για το στρατόπεδο των Ελλήνων βασιλιάδων, κατευθύνθηκε εξαγριωμένος σε ένα κοπάδι από βόδια και πρόβατα. Όρμησε, λοιπόν, με μανία επάνω τους και άρχισε να τα σφάζει, έχοντας την εντύπωση ότι σφάζει τους Έλληνες βασιλιάδες. Και όταν έφτασε μπροστά σε ένα κριάρι νόμιζε ότι ήταν ο μεγάλος του αντίπαλος ο Οδυσσέας. Το έδεσε από τα πόδια και το μετέφερε στη σκηνή του όπου το έσφαξε κι αυτό. Όταν όμως ξημέρωσε και συνήλθε από τη μανία και την τρέλα που του είχε μεταδώσει η θεά Αθηνά κατάλαβε το λάθος του αντικρίζοντας όλα αυτά τα νεκρά πρόβατα και το κριάρι μπροστά του.

Η ντροπή που αισθάνθηκε ο Αίαντας ήταν πολύ μεγάλη και έγινε μεγαλύτερη όταν άκουσε τα κοροϊδευτικά γέλια των Ελλήνων που κατάλαβαν τι ακριβώς είχε συμβεί. Μη μπορώντας να αντέξει την μεγάλη αυτή ντροπή ο Αίαντας αποφάσισε να δώσει τέλος στη ζωή του. Ακούμπησε το σπαθί του με τη λαβή στο χώμα και έπεσε επάνω του. Μα το σπαθί γλιστρούσε και δεν έσκιζε τη σάρκα του. Κάποιος θεός τότε, τον συμβούλεψε να χτυπηθεί στη μασχάλη, εκεί που το σώμα του δεν ήταν άτρωτο. Χτυπήθηκε εκεί λοιπόν ο Αίαντας και μετά από λίγο ξεψύχησε
Όλο αυτό το δράμα του θανάτου του, το σκηνοθέτησαν οι θεοί για να τον τιμωρήσουν όταν είχε μιλήσει με ασέβεια γι’ αυτούς πριν ξεκινήσει για την Τροία.

Οι Έλληνες τον έθαψαν χωρίς τιμές παρόλο που αποτέλεσε έναν από τους πιο ανδρείους και ηρωικούς πολεμιστές στον Τρωικό πόλεμο. Μα αν ο θάνατός του ήταν άδοξος, το όνομά του κέρδισε μεγάλη δόξα στην ιστορία και έμεινε αθάνατο...


Edited by - Agnostic on 11/05/2006 00:49:43

15/05/2006, 12:43:30

Δανάη


Μετά τον θάνατο του Λυγκέα βασιλιάς του Άργους έγινε ο γιός του, Άβας.
Ο Άβας απέκτησε 2 γιούς, τον Ακρίσιο και τον Προίτο οι οποίοι ήταν δίδυμοι.
Αν όμως το γεγονός οτι τα 2 αδέρφια ήταν δίδυμα θα έπρεπε λογικά να τους είχε φέρει πολύ κοντά, τους χώριζε ένα βαθύ μίσος το οποίο με το πέρασμα του καιρού μεγάλωνε όλο και περισσότερο.
Για αυτό το λόγο όταν ο Άβας ήταν ετοιμοθάνατος τους παρήγγειλε να βασιλεύουν στον θρόνο ένα χρόνο ο καθένας.

Ο Ακρίσιος είχε αποκτήσει μια όμορφη κόρη, την Δανάη την οποία αγαπούσε.
Παρόλα αυτά όμως ήθελε πολύ να αποκτήσει ένα γιό κι όσο τα χρόνια περνούσαν και δεν αποκτούσε δεύτερο παιδί συμβουλεύτηκε το Μαντείο των Δελφών.
Η Πυθία του είπε οτι δεν ήταν γραφτό να αποκτήσει γιό αλλά από την κόρη του θα γεννιόταν ένας πολύ μεγάλος και δυνατός άνδρας που θα γινόταν γνωστός παντού.
Ο εγγονός του όμως έμελλε να γίνει ο δολοφόνος του...

Φοβισμένος ο Ακρίσιος σκεφτόταν τι θα μπορούσε να κάνει ώστε να αποτρέψει την επαλήθευση της προφητείας και για αυτό το λόγο φυλάκισε την κόρη του ώστε να μην παντρευτεί ποτέ.
Την όμορφη Δανάη όμως την είχε ερωτευτεί ο Δίας ο οποίος κατάφερε να μπεί στο κελί της παίρνοντας τη μορφή της χρυσής βροχής και μ' αυτόν τον τρόπο ενώθηκε μαζί της.
Από αυτήν την ένωση η Δανάη έμεινε έγκυος κι ύστερα από 9 μήνες γέννησε ένα γιό, τον οποίον απέκρυψε από τον πατέρα της φοβούμενη την άσχημη αντίδραση του.
Ο γιός αυτός ήταν ο Περσέας που όντως έγινε ένας από τους μεγαλύτερους ήρωες της αρχαίας Ελλάδας...

Σύντομα όμως ο Ακρίσιος ανακάλυψε την γέννηση του εγγονού του και, φοβούμενος μήπως το παιδί ήταν του αδερφού του, θέλησε να σκοτώσει τόσο το μωρό όσο και την κόρη του.
Φοβούμενος όμως να διαπράξει το έγκλημα της παιδοκτονίας αποφάσισε να κλείσει την κόρη του και τον εγγονό του σε ένα κιβώτιο και να το ρίξει στην θάλασσα, όπως κι έκανε.
Για μέρες ολόκληρες ταξίδευε το κιβώτιο στα κύματα ώσπου μπλέχτηκε στα δίχτυα ενός ψαρά από την Σέριφο, του Δίκτυ.

Ο Δίκτυς ήταν αδερφός του βασιλιά του νησιού, του Πολυδέκτη, κι ήταν ένας άνθρωπος πράος και γεμάτος καλοσύνη.
Πήρε στο σπίτι του την ταλαιπωρημένη Δανάη και τον Περσέα και τους παρείχε κάθε φροντίδα ώστε να ξεπεράσουν τις κακουχίες που υπέμειναν και να μην τους λείψει τίποτα.
Ο αδερφός του όμως ήταν ένας άνθρωπος πολύ πονηρός και μοχθηρός και μόλις αντίκρυσε την Δανάη θέλησε να την παντρευτεί.
Όσο η Δανάη τον απωθούσε τόσο περισσότερο ο Πολυδέκτης την καταδίωκε.
Τα χρόνια πέρασαν κι ο Περσέας μεγάλωσε κι έγινε ένα παλικάρι όμορφο, δυνατό κι ήταν προστάτης της μητέρας του, η οποία πέρασε τόσα δεινά για να τον φέρει στην ζωή.

Για αυτό το λόγο ο Πολυδέκτης με ένα τέχνασμα προσπάθησε να τον διώξει μακριά ώστε να βρεί τον θάνατο κι η άμοιρη Δανάη να γίνει γυναίκα του.


In anticipation of my resurrection...

19/05/2006, 04:16:46
ΕΣΤΙΑ

Η Θεά του σπιτιού

Η Εστία ήταν πρωτότοκη κόρη του Κρόνου και της Ρέας. Ήταν μια ήσυχη, μια σεμνή, μια «άγια» θα μπορούσε να ειπωθεί θεά. Προστάτευε τα σπίτια και τις οικογένειες και ήταν, όπως και ο Ήφαιστος, μια θεά της φωτιάς. Όταν οι θεοί ανέβηκαν στον Όλυμπο, εμπιστεύτηκε στον αδελφό της το Δία ότι δεν σκόπευε να παντρευτεί ποτέ της. Ο Δίας της έδωσε τότε το προνόμιο να παίρνει από τις θυσίες των ανθρώπων το πιο εκλεκτό μερίδιο των ζώων, δηλαδή το λίπος.
Οι αρχαίοι Έλληνες τη φαντάζονταν να κρατάει μια ρόκα και να γνέθει. Και στις θυσίες τους την τιμούσαν τις περισσότερες φορές πρώτη απ’ όλους τους Θεούς. Η Εστία δεν έμπλεξε ποτέ σε κανένα σκάνδαλο και σε καμία σύγκρουση, με αποτέλεσμα να κερδίσει τον απεριόριστο σεβασμό των ανθρώπων και των θεών. Συμβόλιζε το τζάκι, την φωτιά που τότε την άναβαν στη μέση του σπιτιού.
Γι’ αυτό και με τη λέξη εστία εννοούμε το κέντρο, την αρχή απ’ όπου ξεκινάει κάτι και ιδιαίτερα η φωτιά. Υπήρχαν πολλοί ναοί και αγάλματα της Εστίας. Περίφημο λένε πως ήταν το άγαλμα που φιλοτέχνησε ο γλύπτης Σκόπας, το οποίο όμως δεν έχει διασωθεί.


21/05/2006, 17:43:48

Περσέας (Ά Μέρος)


Ο Πολυδέκτης, ο οποίος ποθούσε την Δνάη κι ήθελε να την παντρευτεί έβλεπε με κακό μάτι τον γιό της, τον Περσέα, ο οποίος την υπερασπιζόταν και δεν δεχόταν να την δώσει για γυναίκα του βασιλιά της Σερίφου.
Για αυτό το λόγο ο βασιλιάς προφασίστηκε οτι θα ζητούσε σε γάμο την κόρη του βασιλιά Οινόμαου, φοβούμενος όμως οτι η δική του αίγλη μπροστά στον Οινόμαο θα ήταν μικρή, ζήτησε από κάθε κάτοικο του νησιού του να του δωρίσει από ένα άλογο.
Ο Περσέας ο οποίος δεν είχε άλογο του είπε οτι θα μπορούσε να του φέρει ακόμα και το κεφάλι της Γοργόνας Μέδουσας, αλλά του ήταν αδύνατο να αγοράσει ένα άλογο για να του το χαρίσει.

Η Γοργόνα Μέδουσα ήταν ένα τέρας που κατοικούσε μαζί με τις 3 αδερφές της σε ένα μακρυνό νησί του Ωκεανού.
Είχαν σουβλερά δόντια, δηλητηριώδη φίδια αντί για μαλλιά, μαύρες φτερούγες και λέπια σκέπαζαν όλο τους το σώμα.
Η όψη τους ήταν τόσο αποκρουστική που όποιος τις κοίταζε στα μάτια λένε οτι γινόταν πέτρα.
Εν αντιθέσει με τις αδερφές της η Μέδουσα ήταν θνητή.
Ο μύθος αναφέρει πως ήταν μια πανέμορφη κοπέλα που ο Ποσειδώνας βίασε στο ιερό της Αθηνάς.
Η θεά θυμωμένη, μη μπορώντας να τιμωρήσει έναν αθάνατο θεό για την ατίμωση του ιερού της, μεταμόρφωσε την άμοιρη Μέδουσα στο μυθικό αυτό τέρας.

Το εγχείρημα του Περσέα ήταν τόσο δύσκολο που όποιος άνδρας κι αν τολμούσε να το πράξει θα έβρισκε σίγουρο θάνατο από τις 3 Γοργόνες.
Ο Περσέας όμως που ήθελε να προστατεύσει τη μητέρα του δεν φοβήθηκε καθόλου και σύντομα έφυγε από την Σέριφο με σκοπό να βρεί την Μέδουσα.
Ο Δίας, θέλοντας να βοηθήσει τον γιό του, πρόσταξε τον Ερμή και την Αθηνά να είναι σύμμαχοι του.
Ο Ερμής λοιπόν του χάρισε ένα διαμαντένιο σπαθί που έκοβε τα πάντα κι η Αθηνά του έδωσε μια πολύ αστραφτερή ασπίδα που ήταν σαν καθρέφτης και χρήσιμες πληροφορίες για να μην σκοτωθεί.
Αφού του είπε πως θα αναγνώριζε την Μέδουσα του είπε οτι ο μόνος τρόπος για να την σκοτώσει θα ήταν να προβάλλει το είδωλο της στην ασπίδα του.
Επιπλέον του είπε οτι θα έπρεπε να πάρει κάποια χρήσιμα αντικείμενα από τις Στύγιες Νύμφες των Εσπρίδων.
Για να βρεί όμως τις 3 Νύμφες αυτές έπρεπε να πάει πρώτα στις 3 Γριές, οι οποίες ήταν κι οι μόνες που γνώριζαν που βρίσκονταν.

Οι 3 γριές ήταν αδερφές της Μέδουσας οπότε ο Περσέας έπρεπε να βρεί έναν έξυπνο τρόπο ώστε να τις αναγκάσει να του πουν που είναι οι 3 Στύγιες Νύμφες.
Οι 3 αυτές αδερφές έίχαν ένα μόνο μάτι κι ένα δόντι τα οποία συνεχώς έβγαζαν και τα έδινε η μια στην άλλη.

Αφού ο Περσέας τις βρήκε, κρύφτηκε και περίμενε την ώρα της αλλαγής του ματιού τους.
Την ώρα λοιπόν που μια το έβγαλε κι άπλωσε το χέρι της να το δώσει σε μια από τις αδερφές της, ο Περσέας κατάφερε να το πάρει.
Τους είπε οτι ο μόνος τρόπος για να πάρουν το μάτι τους πίσω θα ήταν να του πούν που θα έβρισκε τις Στύγιες Νύμφες.
Εκείνες, αφού κατάλαβαν αμέσως για ποιό σκοπό ήθελε να τις βρεί, άρχισαν να τον εκλιπαρούν να τις λυπηθεί και να τους επιστρέψει το μάτι τους.
Βλέποντας όμως οτι ο νέος ήταν ανυποχώρητος και φοβισμένες από τις απειλές του, του είπαν που θα έβρισκε τις 3 Νύμφες.

Οι Νύμφες των Εσπερίδων τον υποδέχθηκαν και του έδωσαν 3 πολύ χρήσιμα δώρα για να πραγματοποιήσει τον άθλο του:
Ένα μαγικό σακούλι για να κρύψει το κεφάλι της Μέδουσας γιατί ακόμα και κομμένο μπορούσε να πετρώσει κάθε άνθρωπο.
Τα φτερωτά πέδιλα του Ερμή που θα του επέτρεπαν να πετάει και τη περικεφαλαία του Άδη που θα τον έκανε αόρατο.

Με όλα αυτά τα χρήσιμα αντικείμενα λοιπόν ο Περσέας κίνησε γρήγορα για να φτάσει στο νησί των 3 Γοργόνων με σκοπό να αποκεφαλίσει την Μέδουσα ή να πεθάνει...


Τέλος Ά Μέρους

In anticipation of my resurrection...

23/05/2006, 10:32:45


Περσέας (Β' Μέρος)


Πετώντας λοιπόν ο Περσέας έφτασε σύντομα στο νησί των Γοργόνων.
Αντικρύζοντας το νησί είδε αμέτρητα πέτρινα ομοιώματα, ομοιώματα όσων προσπάθησαν να σκοτώσουν το θρυλικό αυτό τέρας ή έτυχε να έρθουν στο νησί.
Εκείνη την ώρα η Μέδουσα κι οι αδερφές της (η Ευριδίκη κι η Σθενώ) κοιμόντουσαν οπότε ο Περσέας θεώρησε την στιγμή κατάλληλη για να αποκεφαλίσει την Γοργόνα.
Φορώντας την περικεφαλαία του Άδη έγινε αόρατος και κρατώντας από το ένα χέρι το διαμαντένιο σπαθί που του χάρισε ο Ερμής κι από το άλλο την αστραφτερότατη ασπίδα που του έδωσε η Αθηνά ετοιμάστηκε να την σκοτώσει.
Επειδή η θεά τον είχε προειδοποιήσει πως δεν έπρεπε να την κοιτάξει, χρησιμοποιούσε την ασπίδα ως καθρέφτη.
Με ένα γρήγορο χτύπημα της έκοψε το κεφάλι και το έβαλε μέσα στην κίβιση ενώ από το λαιμό της Μέδουσαν ξεπετάχτηκαν 2 γιοί του Ποσειδώνα.
Ο Χρυσάορας κι ο Πήγασος.
Οι αδερφές της Μέδουσας ξύπνησαν γρήγορα και προσπαθούσαν να βρούν ποιός σκότωσε την αδερφή τους, όμως ο Περσέας που ήταν αόρατος έφυγε μακριά.

Παίρνοντας τον δρόμο του γυρισμού ο Περσέας πέρασε από διάφορα μέρη, ανάμεσα σε αυτά ήταν η άκρη του κόσμου, μέρος στο οποίο φυλάσσονταν τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων, κι όπου ο Τιτάνας Άτλαντας κρατούσε αιώνια τον ουράνιο θόλο στους ώμους του κι οι ακτές της Αιθιοπίας.

Όταν ο Άτλαντας τον αντίκρυσε και τον ρώτησε ποιός είναι, φοβήθηκε οτι είχε έρθει να κλέψει τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων και του μίλησε άσχημα.
Ο Περσέας του είπε οτι δεν είχε τέτοιες προθέσεις κι οτι είχε κόψει το κεφάλι της Μέδουσας.
Θέλοντας να του αποδείξει οτι έλεγε την αλήθεια, του έδειξε το κεφάλι της και σύντομα ο Άτλαντας πέτρωσε.
Ο νέος άνδρας στενοχωρέθηκε βαθύτατα, παράλληλα όμως ανακάλυψε οτι το κεφάλι της Μέδουσας είχε ακόμη την ικανότητα να πετρώνει όποιον το κοιτούσε.

Ο Περσέας συνέχισε να πετάει για να φτάσει γρήγορα στην Σέριφο όταν στις ακτές της Αιθιοπίας συνάντησε μια αλυσοδεμένη πανέμορφη κοπέλα η οποία θρηνούσε.
Θαμπωμένος από την ομορφιά της αλλά και θέλοντας να μάθει την αιτία που την είχαν δέσει στον βράχο, έμαθε οτι η κοπέλα ήταν η Ανδρομέδα, κόρη του βασιλιά Κηφέα και της Κασσιόπης.

Η Κασσιόπη είχε περηφανευτεί οτι ήταν πιο όμορφη από τις Νηρηΐδες και για αυτό το λόγο ο εξοργισμένος Ποσειδώνας είχε στείλει ένα θαλάσσιο τέρας να ρημάξει τις ακτές της Αιθιοπίας.
Ο Κηφέας έλαβε τον χρησμό πως η οργή του θεού θα καταλάγιαζε μόνο αν το τέρας κατασπαράξει την Ανδρομέδα κι ύστερα από πολλές πιέσεις δέχτηκε να την θυσιάσει για να εξευμενίσει τον θεό κι η χώρα του να ανακτήσει την παλιά της ευημερία.

Κοντά στην ακτή ήταν το βασιλικό ζευγάρι που παρακάλεσε τον Περσέα να σώσει την κόρη τους και να του δώσουν ό,τι επιθυμούσε ως αντάλλαγμα.
Εκείνος όμως, ερωτευμένος με την κοπέλα, ζήτησε να γίνει γυναίκα του κι εκείνοι δέχθηκαν δίνοντας ιερό όρκο.


Τέλος Β' Μέρους


In anticipation of my resurrection...

27/05/2006, 21:33:00


Περσέας (Γ' Μέρος)


Εκείνη την στιγμή φάνηκε στην θάλασσα το τεράστιο τέρας που θα έστελνε ο Ποσειδώνας για να κατασπαράξει την όμορφη Ανδρομέδα.
Ο Περσέας χωρίς να φοβηθεί καθόλου φόρεσε την περικεφαλαία του Άδη κι όντας αόρατος πάλεψε με τον δράκο.
Η μάχη ήταν δύσκολη καθώς ο δράκος ήταν και πολύ δυνατός και τεράστιος όμως ο Περσέας βρήκε την ευκαιρία να τον σκοτώσει με ένα βαθύ χτύπημα στο κεφάλι.

Στην συνέχεια έλυσε την Ανδρομέδα και την επέστρεψε στους γονείς της ενώ περίχαροι όλοι ετοιμάστηκαν για τον γάμο του ζευγαριού την επόμενη ημέρα.
Την ώρα που γινόταν το γλέντι στο παλάτι μπήκε μέσα θυμωμένος ο Φινέας, αδερφός του Κηφέα, στον οποίον είχαν υποσχεθεί την Ανδρομέδα για γυναίκα του.
Ο Φινέας απαιτούσε την Ανδρομέδα καθώς οι γονείς της του την είχαν υποσχεθεί και εξοργισμένος με τον αντίζηλο του, Περσέα, προσπάθησε να τον σκοτώσει.
Ο Περσέας πάλεψε πολύ γενναία και σκότωσε αρκετούς ανθρώπους του Φινέα όμως η μάχη ήταν άνιση αριθμητικά κι άρχισε να κουράζεται.
Εξάλλου ήταν μόνος του αφού όλοι όσοι τον υπερασπίζονταν είχαν πέσει κάτω νεκροί.

Σκεπτόμενος τότε την δύναμη του κεφαλιού της Μέδουσας, φώναξε σε όλους όσους ήταν μαζί του να στρέψουν το βλέμμα τους αλλού.
Και τότε έβγαλε από την κίβιση το κεφάλι της Μέδουσας κι αμέσως ο Φινέας κι οι σύντροφοι του έγιναν πέτρινα ομοιώματα.

Ύστερα απ' αυτό ο Περσέας παντρεύτηκε την Ανδρομέδα και γρήγορα έφυγαν για να πάνε στην Σέριφο.
Φτάνοντας στο νησί έμαθαν πως ο Πολυδέκτης είχε φυλακίσει την Δανάη και πως όλοι τον θεωρούσαν νεκρό, καθώς ήταν εξαιρετικά δύσκολο να πραγματοποιήσει αυτό που είχε υποσχεθεί στον βασιλιά της Σερίφου.
Ο Περσέας βρήκε τον βασιλιά να γλεντάει στο παλάτι με τους συντρόφους του κι όταν τον αντίκρυσαν δεν πίστευαν στα μάτια τους.
Όταν ο νέος άνδρας τους είπε οτι κατάφερε να αποκεφαλίσει τη Μέδουσα γέλασαν και τον χλεύασαν.
Τότε ο νέος για να τιμωρήσει τον Πολυδέκτη τόσο για τα χλευαστικά του σχόλια όσο και για την σκληρότητα του, έδειξε σε όλους τους το τρομερό κεφάλι της Γοργόνας και γρήγορα τους είδε όλους να γίνονται πέτρες.

Αφού απελευθέρωσε τη μητέρα του κι έκανε βασιλιά τον Δίκτυ, έφυγε μαζί με εκείνη και την Ανδρομέδα για την πόλη του Άργους, όπου ο Ακρίσιος είχε εγκαταλείψει τον θρόνο του κι είχε καταφύγει στην Θεσσαλία.
Σύντομα έγινε βασιλιάς και βασίλευσε με αγάπη για το λαό του και με καλοσύνη.
Όταν έγιναν κάποιοι αθλητικοί αγώνες στην Θεσσαλία κι έλαβε μέρος στο αγώνισμα της δισκοβολίας, λέγεται πως πέταξε τον δίσκο τόσο μακριά που ο δίσκος χτύπησε έναν άνθρωπο στο κεφάλι σκοτώνοντας τον.
Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο Ακρίσιος.

Ο Περσέας γεμάτος ενοχές και τύψεις για το έγκλημα που διέπραξε άθελα του αποφάσισε να αφήσει τον θρόνο του Άργους κι έκανε έναν πολύ φιλικό διακανονισμό με το Μεγαπένθη, γιό του Προίτου και βασιλιά της Τίρυνθας.
Συμφώνησαν να ανταλλάξουν τους θρόνους τους κι έτσι ο Μεγαπένθης έγινε βασιλιάς του Άργους κι ο Περσέας της Τίρυνθας.

Ο Περσέας κι η Ανδρομέδα έζησαν ευτυχισμένοι ως τα βαθιά τους γεράματα κι απέκτησαν αρκετά παιδιά.
Ένα από αυτά τα παιδιά ήταν ο Ηλεκτρύωνας, ο παππούς του Ηρακλή.


Τέλος

In anticipation of my resurrection...

02/06/2006, 03:07:37
ΑΛΚΥΟΝΗ

Στη Θεσσαλία υπήρχε κάποτε μια πόλη που την έλεγαν Τραχίνα. Βασιλιάς της ήταν ο Κήυκας , νέος, πλούσιος, γενναίος και όμορφος, χαρίσματα που δύσκολα θα μπορούσε να βρει κανείς σε έναν άνθρωπο συγκεντρωμένα. Όταν ο Κήυκας αποφάσισε να παντρευτεί διάλεξε για γυναίκα του την όμορφη Αλκυόνη. Μητέρα της Αλκυόνης ήταν η Ενάρετη και πατέρας της ένας αθάνατος, ο θεός των ανέμων, Αίολος. Κι’ ήταν φυσικό, σαν κόρη θεού, να ήταν πολύ όμορφη η Αλκυόνη. Παρόλο που όλα τα παλικάρια και οι βασιλιάδες της περιοχής τη ζητούσαν σε γάμο, εκείνη διάλεξε τον Κήυκα. Η ένωσή τους ήταν τέλεια κι ένιωθαν τόσο ευτυχισμένοι, ώστε να νομίζουν ότι δεν ήταν κοινοί άνθρωποι. Σιγά σιγά, άρχισαν να πιστεύουν ότι είναι ισάξιοι των Θεών…

Ο Κήυκας θεώρησε τον ευατό του ισάξιο του Δία και η Αλκυόνη ισάξιο της Ήρας. Μάλιστα ο Κήυκας πρότεινε στην Αλκυόνη να πάψουν να φωνάζουν ο ένας τον άλλο με τα πραγματικά τους ονόματα, αλλά με τα αντίστοιχα των Θεών που πίστευαν ότι είναι ισάξιοί τους. Δηλαδή η Αλκυόνη θα αποκαλούσε τον σύζυγό της «Δία» και αυτός την Αλκυόνη «Ήρα». Θέλησαν επίσης να υποχρεώσουν και τους κατοίκους της περιοχής να τους αποκαλούν έτσι. Η ευτυχία του ζευγαριού, τους είχε κάνει πραγματικά και τους δύο τυφλούς και υπερβολικά περήφανους. Δεν τους πέρασε από το νου ότι έτσι θα προκαλούσαν την οργή των θεών και ιδιαίτερα του Δία.

Πράγματι, όταν ο Δίας το έμαθε, εξοργίστηκε και αποφάσισε να τιμωρήσει παραδειγματικά τον Κήυκα, αφού αυτός ήταν ο εμπνευστής αυτής της ασέβειας. Μια μέρα, λοιπόν, ο Κήυκας μπήκε στο καράβι του για ένα κοντινό ταξίδι. Ξαφνικά, πυκνά σύννεφα εμφανίστηκαν στον ουρανό και αστραπές έζωναν το καράβι του Κήυκα. Η οργή του Δία ήταν έκδηλη, ώσπου ένας ισχυρός κεραυνός από τον Όλυμπο χτύπησε το καράβι και το έκανε κομμάτια. Ο Κήυκας βρέθηκε στη θάλασσα αβοήθητος και σε λίγο πελώρια κύματα τον κατέπνιξαν παρασύροντας τον στα βάθη του πελάγους.

Όταν η Αλκυόνη έμαθε το δυσάρεστο συμβάν έτρεξε αμέσως στην ακρογιαλιά για να βρει τον αγαπημένο της σύζυγο. Με την ψυχή της γεμάτη φρίκη και αγωνία άρχισε να τρέχει δεξιά κι αριστερά φωνάζοντας και κοιτώντας προς το πέλαγος μα δυστυχώς δεν έβλεπε τίποτα. Εκτός από μερικά σπασμένα σανίδια από το καράβι…
Κάθισε τότε απελπισμένη σε ένα βράχο και άρχισε να κλαίει απαρηγόρητα με τις ώρες. Πέρασε η μέρα, έφθασε η νύχτα, ήρθε η επόμενη μέρα, αλλά η Αλκυόνη έμενε εκεί συνεχίζοντας να θρηνεί για τον χαμό του αγαπημένου της συζύγου. Ο Δίας, την πήρε κάποια στιγμή είδηση και την λυπήθηκε. Για να δώσει τέλος στο μαρτύριό της την μεταμόρφωσε σε πουλί. Είναι ένα όμορφο πουλί που πήρε το όνομά της, και το οποίο ζει πάντα κοντά στη θάλασσα, λες και περιμένει να εμφανιστεί μέσα από τα κύματα ο χαμένος Κήυκας.

Η Αλκυόνη γεννούσε τα αυγά της, μέσα στο καταχείμωνο και τα κλωσούσε στα βράχια της ακτής. Μα τα αγριεμένα κύματα ορμούσαν στη στεριά, σκαρφάλωναν στους βράχους, κατέστρεφαν τη φωλιά και έσπαγαν τα αυγά της. Τη λυπήθηκε ξανά ο Δίας και πήρε την απόφαση λίγες μέρες κάθε Γενάρη να καταλαγιάζουν οι άνεμοι, να ηρεμεί η θάλασσα και να ξαστερώνει ο ουρανός ώστε να ζεσταίνει ο ήλιος την πλάση. Έτσι, δεκαπέντε μέρες περίπου κάθε Γενάρη, ο ουρανός είναι ολοκάθαρος και ο καιρός ζεστός ώστε να μπορεί η Αλκυόνη να κλωσάει τα αυγά της ώσπου να βγουν τα πουλάκια. Αυτές τις ξάστερες και ζεστές μέρες του Γενάρη οι αρχαίοι Έλληνες τις ονόμαζαν Αλκυονίδες μέρες….


02/06/2006, 20:13:26


Ερυσίχθονας

Ο Ερυσίχθονας ήταν βασιλιάς στην Θεσσαλία κι είχε αποκτήσει μια μεγάλη φήμη την εποχή της βασιλείας του.
Η φήμη του όμως δεν είχε να κάνει ούτε με ηρωϊκά κατορθώματα, ούτε για την καλή διαφέντευση του λαού του, ούτε για την καλοσύνη του.
Είχε να κάνει με την σκληρότητα του, τον οξύθυμο χαρακτήρα του και την πλεονεξία του.

Θέλοντας να χτίσει ένα πολύ μεγαλόπρεπο παλάτι που θα το θαύμαζαν όσοι θα το έβλεπαν αποφάσισε να κόψει ξύλα από ένα δάσος κοντά στο παλάτι που είχε ως τότε.

Την εποχή εκείνη πιστευόταν πως μέσα σε κάθε δέντρο ζούσε κι από μια νύμφη του δάσους που λεγόταν Δρυάς.
Όσο καιρό ζούσε το δέντρο ζούσε κι η νύμφη που κατοικούσε μέσα σ' αυτό.
Τις Δρυάδες προστάτευε η θεά Δήμητρα, η θεά της γεωργίας, και για αυτό το λόγο όλοι οι άνθρωποι έκοβαν ξύλα μόνο όταν τους ήταν απαραίτητα.

Παρόλα αυτά ο Ερυσίχθονας άρχισε να κόβει αλόγιστα τα δέντρα του δάσους και πολλά δέντρα έπεφταν κάτω από αυτόν τον ίδιο και τους δούλους του.
Κάποια στιγμή βρέθηκε μπροστά στο μεγαλύτερο και γηραιότερο δέντρο του δάσους και σήκωσε το τσεκούρι του για να το πελεκήσει και να το ρίξει κάτω.
Οι άνδρες που τον συνόδευαν, έχοντας δεί την κατάχρηση που έκανε εξαιτίας της πλεονεξίας του, προσπάθησε να τον μεταπείσει με γλυκά λόγια και του είπαν πως φοβόντουσαν μήπως ξεσπούσε πάνω του η οργή της Δήμητρας.
Μα ο Ερυσίχθονας όχι μόνο δεν υπολόγισε τις παραινέσεις των ανδρών του αλλά και καταφέρθηκε με σκληρά λόγια τόσο για το δέντρο, τις Δρυάδες αλλά και για την θεά της γεωργίας.

Σαν έπεσε κάτω το μεγάλο δέντρο οι υπόλοιπες Δρυάδες πήγαν κλαίγοντας στη θεά και της είπαν για την άσχημη συμπεριφορά του Ερυσίχθονα, για την κατάχρηση των δέντρων που έκανε αλλά και για τα σκληρά λόγια που ξεστόμισε για την ίδια την θεά.
Η Δήμητρα εξοργίστηκε τόσο πολύ που αποφάσισε να του επιβάλλει ένα ατελείωτο μαρτύριο για να παραδειγματίσει τόσο εκείνον όσο κι όσους δεν θα της έδειχναν τον πρέποντα σεβασμό.

Πήγε και βρήκε την θεά Πείνα και την πρόσταξε να υποβάλλει τον άτυχο βασιλιά στο μαρτύριο της.
Η Πείνα ήταν μια θεά άσχημη, γερασμένη, κίτρινη στην όψη και πολύ αδύνατη ενώ ζούσε απομονωμένη από όλους τους ανθρώπους ακόμα και τους Θεούς.

Η Πείνα λοιπόν υπάκουσε αμέσως στην προσταγή της Δήμητρας και γρήγορα πήγε και βρήκε τον Ερυσίχθονα την ώρα που κοιμόταν.
Αφού έσκυψε επάνω του φύσηξε μέσα στο στόμα του την αθάνατη πνοή της κι έτσι έκανε τον βασιλιά της Θεσσαλίας να πεινάει συνεχώς.

Ο Ερυσίχθονας άρχισε να υποφέρει καθώς έβλεπε οτι η πείνα του δε μπορούσε να κορεστεί με κανένα τρόπο, όσο κι αν έτρωγε.
Οι δούλοι του συνεχώς του έψηναν φαγητά όμως εκείνος δε μπορούσε να χορτάσει με τίποτα.
Σύντομα άρχισε να χάνει όλο του το βιός για να μπορεί να έχει χρήματα ώστε να αγοράζει φαγητά κι αναγκάστηκε να πουλήσει το παλάτι του, τους δούλους του και στο τέλος πούλησε και την όμορφη μοναχοκόρη του, τη Μήστρα.

Η Μήστρα είχε αγαπηθεί από τον Ποσειδώνα ο οποίος της είχε χαρίσει την ικανότητα να μεταμορφώνεται σε όποιο ζώο ήθελε.
Η κοπέλα λοιπόν πολλές φορές πουλήθηκε από τον πατέρα της και μεταμορφωνόταν σε ζώο πηγαίνοντας έτσι κοντά του για να πουληθεί και πάλι.
Μια μέρα η Μήστρα άργησε να πάει κοντά στον πατέρα της κι ο Ερυσίχθονας, νιώθοντας το μαρτύριο της ατελείωτης πείνας να τον βασανίζει επέβαλε στον εαυτό του τον πιο βασανιστικό, επώδυνο και ταπεινωτικό θάνατο.
Έφαγε τις ίδιες του τις σάρκες έως ότου πέθανε.


In anticipation of my resurrection...

10/06/2006, 16:19:43


Τειρεσίας - Ακταίωνας


Από την εποχή του Κρόνου υπήρχε ένας νόμος ο οποίος έλεγε οτι όταν ένας θνητός άνδρας δεί μια θεά γυμνή χωρίς την θέληση της θα πρέπει να τιμωρηθεί σκληρά.
Αυτός ο νόμος εφαρμόστηκε 2 φορές στην περίπτωση του Τειρεσία που είδε την Αθηνά και του Ακταίωνα που είδε την Άρτεμη.

Λέγεται πως η θεά Αθηνά λουζόταν σε κάποιο ποτάμι όταν αντιλήφθηκε την παρουσία του Τειρεσία ο οποίος άθελα του την είδε γυμνή.
Η θεά προς στιγμή έχασε την ψυχραιμία της κι εξοργίστηκε τόσο πολύ που τον έκανε τυφλό.
Επειδή όμως τον λυπήθηκε προσπάθησε να επανορθώσει με τον τρόπο που θεωρούσε καλύτερο μιας και δε μπορούσε να του δώσει πίσω την όραση του.
Του έδωσε την ικανότητα να μπορεί να ακούει τα πουλιά και μ' αυτόν τον τρόπο να γνωρίζει τα μελλούμενα ώστε να προειδοποιεί τους ανθρώπους.
Μ' αυτόν τον τρόπο λοιπόν η Αθηνά, αν και τον τύφλωσε, τον έκανε το μεγαλύτερο και πιο ξακουστό μάντη σε όλη την αρχαία Ελλάδα.

Αν όμως η Αθηνά φέρθηκε μεγαλόψυχα στον Τειρεσία νιώθοντας λύπη για την τιμωρία που του επέβαλε, δεν συνέβη το ίδιο και στην περίπτωση του άτυχου Ακταίωνα που η τιμωρία του ήταν πολύ σκληρή.

Ο Ακταίωνας ήταν ένα νεαρό βασιλόπουλο της Θήβασ που του άρεσε το κυνήγι.
Συχνά έβγαινε με τους φίλους του ώστε να κυνηγήσουν, παίρνοντας μαζί τους τα σκυλιά τους.
Μια καλοκαιρινή ημέρα που είχαν κουραστεί από το κυνήγι ο Ακταίωνας ένιωθε μια δίψα κι έξαχνε να βρεί νερό για να πιεί.
Για αυτό το λόγο μόλις βρήκε μια σπηλιά στον Κιθαιρώνα άφησε τα σκυλιά του και μπήκε μέσα με την ελπίδα να βρεί κάποια πηγή.

Στα νερά της πηγής αυτής όμως είχε καταφύγει η όμορφη Άρτεμη μαζί με τις φίλες της για να πάρουν το μπάνιο τους.
Απολάμβαναν το νερό κι έπαιζαν χαρούμενα όταν αντίκρυσαν τον άμοιρο Ακταίωνα ο οποίος έψαχνε να βρεί νερό.
Η θεά, προσβεβλημένη που την είδε κάποιος γυμνή για πρώτη φορά και μάλιστα άθελα της, τον μεταμόρφωσε σε ελάφι.
Μεταμορφωμένος λοιπόν ο Ακταίωνας βγήκε έξω από την σπηλιά κι άρχισε να τρέχει μακριά.
Σύντομα όμως τον αντιλήφθησαν τα σκυλιά του κι άρχισαν να τον κυνηγούν.
Όσο γρήγορα όμως κι αν έτρεχε ο Ακταίωνας για να ξεφύγει από τα ίδια του τα σκυλιά, σύντομα εκείνα τον έφτασαν και τον κατασπάραξαν.


In anticipation of my resurrection...