- Μύθοι της αρχαίας Ελλάδας (ΣΠΟΝΔΥΛΩΤΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ) - .-= ΜΥΘΟΣ & ΘΡΗΣΚΕΙΑ =-.
Η Θέμις φρόντιζε για την ηθική τάξη και το δικαιο τόσο ανάμεσα στους ανθρώπους όσο και ανάμεσα στους θεούς.
Ιδιαίτερα επέβλεπε στην διαφύλαξη της φιλοξενίας και στην προστασία των αδυνάτων. Είχε το χάρισμα της μαντικής, και ήταν δικό της το μαντείο των Δελφών, προτού το χαρίσει η ίδια στην αδελφή της, την Φοίβη, γιαγιά του Απόλλωνος, που τελικά έγινε ο κάτοχός του.
Ως προστάτιδα του δικαίου είχε μαζί με τον Δία θέσει τέρμα στον Τρωικό πόλεμο.
Οπως ξέρουμς από την "Θεογονία" του Ισίοδου, η Θέμις ήταν κόρη του Ουρανού και της Γης, επομένως αδελφή της Ρέας και της Μνημοσύνης, του Ωκεανού και του Υπερίωνα και των άλλων Τιτάνων, που μαζί με τον Κρόνο κυβερνούσαν τον κόσμο προτού ο Δίας πάρει στα χέρια του την εξουσία.
Η Θέμις ενώθηκε με τον Δία και γέννησε τις Ωρες, δηλαδή την Ευνομία, την Δίκη και την Ειρήνη, "που νιάζονται για τα έργα των ανθρώπων" και τις Μοίρες, δηλαδη την Κλωθώ, την Λάχεση και τυην Ατροπο, "που δίνουν στους ανθρώπους το καλό και το κακό".
Από τον Αισχύλο μαθαίνουμε ότι η Θέμις ήταν μητέρα και του Προμηθέα, που ο Ισίοδος στην "Θεογονία" τον παρουσιαζει ως γιό του Ιαπετού και της Ωκεανίδας Κλυμένης.
Τα ανωτέρω αποσπάσματα, καθώς και τα (πιθανώς) επόμενα, προέρχονται από την "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ" της ΕΚΔΟΤΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ.
Και δεν κσέρω τυφλό σύστημα... ![]()
Η Ατη, που το όνομά της σημαίνει συμφορά, κατά την "Θεογονία" του Ισίοδου ήταν κόρη της Εριδας και αδελφή της Δυσνομίας.
Από την "Ιλιάδα" μαθαίνουμε πως η Ατη ήταν δυνατή, με πόδια πολύ γερά, για να μπορεί να φτάνει παντού πάνω στην γη και να βλάπτει τους ανθρώπους, ενώ οι Λιτές ( οι Παρακλήσεις), που έτρεχαν ξωπίσω της για να γιατρεύουν τις συμφορές, ήταν κουτσές, αλλήθωρες και ζαρωμένες.
Κατά την συμφιλίωση του Αγαμέμνωνα με τον Αχιλλέα, ο αρχιστράτηγος των Ελλήνων, μιλώντας μπροστά σε όλους τους πολεμιστές, έλεγε πως για το κακό που είχε γίνει, το φταίξιμο δεν ήταν δικό του και πως ο Δίας και η Μοίρα και οι Ερινύες τού είχαν βάλει στο μυαλό την Ατη, αυτή που όλους τους ζημιώνει, που μ' ελαφρό ποδάρι δεν πατά πάνω στο χώμα, μα πάνω στα κεφάλια των ανθρώπων, αυτή που ακόμα και στον Δία έφερε την συμφορά, καθώς θόλωσε το νου του κι έκανε την πρόβλεψή του για την γέννηση του αγαπημένου του Ηρακλή να πιάσει και στην γέννηση του μισητού Ευρυσθέα.
Γι' αυτό και ο Δίας όχι μόνον ορκίστηκε πως ποτέ πιά η Άτη δεν θα ξαναπατούσε στον Ολυμπο, αλλά και με το ίδιο του το χέρι την άρπαξε και την σφεντόνισε στην γη, να βλάπτει μόνο τους ανθρώπους.
Για τις Λιτές πίστευαν πως είναι κόρες του Δία και πως έγνοια τους είχαν να τρέχουν πίσω από την Άτη για να γιατρεύουν τα κακά που εκείνη έφερνε στους ανθρώπους. Έλεγαν πως όποιος τους φερθεί με σεβασμό, έχει απ' αυτές καλό μεγάλο και πως ακούγονται οι προσευχές του, ενώ αν κανείς δεν δεχθεί και σκληρά τις αποπάρει, αυτές πάνε στον πατέρα τους τού ζητούν να στείλει στον απάνθρωπο την Άτη, για να πληρώσει έτσι με ζημιά.
Η Ύβρις είναι η προσωποποίηση της αλαζονικής συμπεριφοράς του ανθρώπου, που ξεπερνα κάθε μέτρο και δεν αναγνωρίζει τόσο άλλες δυνάμεις, έξω από τον ίδιο, συντελούν στην ευτυχία του.
Η Ύβρις, όταν επικρατήσει στο μυαλό ενός ανθρώπου, προκαλει τον ερχομό της Νέμεσης, που με την συμφορά βάζει τα πράγματα στην θέση τους, δηλαδή επιβάλει το μέτρο. Ο Θέογνις έλεγε την Ύβρι θυγατέρα του Κόρου (του Κορεσμού), ενώ αντίθετα ο Πίνδαρος την θεωρούσε μητέρα του Κόρου.
Στην Αθήνα ύστερα από το Κυλώνιο άγος, αφιέρωσαν στην Ύβρι και στην Αναίδεια έναν μικρό ναό.
Η Νέμεσις είχε την φροντίδα να μοιράζει (νέμειν) στον καθένα ότι του ανήκε σύμφωνα με την αξία του και την θέση του, να επιβάλλει δικαιοσύνη και να καθορίζει τις ποινές, να αφαιρεί την ευτυχία απ' όσους την είχαν αποκτήσει χωρίς να το αξίζουν και να προκαλεί την εκδίκηση των θεών για όποιον δεν αναγνώριζε ότι την ευτυχία του την χρωστούσε στην εύνοιά τους.
Η Νέμεση ήταν κόρη της Νύχτας και είχε αδερφές τις Μοίρες, τις Εσπερίδες και την Έριδα.
Κάποτε την είδε ο Δίας και την αγάπησε. Επειδή όμως εκείνη τον απέφυγε, ο θεός κατάφερε να ενωθεί ερωτικά μαζί της αφού μεταμορφώθηκε σε κύκνο και μεταμορφωσε και την αγαπημένη του σε χήνα.
Από την ένωσή τους έκαναν ένα αυγό, και λένε πως από αυτό το αυγό βγήκε η Ελένη, η αφορμή του Τρωικού Πολέμου.
Ο Ισίοδος λέει πως όταν η Νέμεση -- που μαζί με την Αιδώ επιβλέπει την ζωή των ανθρώπων -- θα φύγει οριστικά από την γη και θα επιστρέψει στον Όλυμπο, τότε οι θεοί θα εξαφανίσουν το τωρινό γένος των ανθρώπων, το σιδερένιο, όπως εξαφάνισαν και τα προηγούμενα, δηλαδή το χρυσό, το αργυρό, το χάλκινο και το ηρωικό.
Όταν ο Κρόνος, με συμβουλή της μητέρας του, της γης, πήρε ένα δρεπάνι και "θέρισε" τα γεννητικά όργανα τού πατέρα του, τού Ουρανού, από τις αιματοσταλίδες που χύθηκαν από το ακρωτηριασμένο σώμα πάνω στην γη, γεννήθηκαν οι Γίγαντες, οι "σκληρές" Ερινύες και οι Μέλιες Νύμφες, δηλαδή της φλαμουριάς.
Μία απ' αυτές ήταν η Αδράστεια.
Για την Αδράστεια έλεγαν ότι μαζί με την αδελφή της, την Ιώ, είχαν φροντίσει για την ανατροφή του Δία, όταν αυτός νήπιο είχε μεταφερθεί στην Κρήτη για να μην τον καταβροχθίσει ο πατέρας του.
Η Αδράστεια και η Ιώ έτρεφαν τον μικρό Δία με μέλι και με το γάλα της Αμάλθειας, μιας κατσίκας, που ο Δίας, όταν μεγάλωσε, πήρε το ένα κέρατό της, το γέμισε με διαλεκτούς καρπούς και το πρόσφερε με ευγνωμοσύνη στις νύμφες που τον είχαν αναθρέψει, σαν σύμβολο αφθονίας.
Ο Δίας δεν ξέχασε ποτέ τι χρωστούσε στην Αδράστεια και στην Ιώ και τους έδειχνε πάντα σεβασμό, ακόμα και όταν έγινε βασιλιάς του ουρανού.
Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, ο Έρωτας ήταν ο φτερωτός θεός της αγάπης. Συχνά σχετίζεται με τη θεά Αφροδίτη. Ο Έρωτας, όπως υποστηρίζει ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη, ήταν ανίκητος. Σύμφωνα με το μύθο, όταν χτυπούσε με τα βέλη του δύο ανθρώπους, αυτοί ερωτεύονταν παράφορα.
Σύμφωνα με την ορφική διδασκαλία, ο Έρωτας προήλθε από το 'κοσμικό αυγό' που άφησε η Νύχτα στους κόλπους του Ερέβους. Υπέρ μιας κοσμογονικής προέλευσης του τίθεται και ο Ησίοδος στη Θεογονία, καθώς αναφέρει πως ο Έρωτας προήλθε από το Χάος μαζί με την Γαία, στοιχεία επίσης χωρίς γεννήτορες.
Στην μεταομηρική μυθολογία παρουσιάζονται γεννήτορες του Έρωτα, ενώ συχνά σχετίζεται με τη θεά Αφροδίτη. Σύμφωνα με τη Σαπφώ είναι γιος της Αφροδίτης και του Ουρανού, ενώ σύμφωνα με τον Σιμωνίδη τον Κείο είναι γιος της Αφροδίτης και του Άρη. Αναφέρεται και ως υπηρέτης και συνοδός της Αφροδίτης. Ο Αλκαίος αναφέρει ότι ο Έρωτας ήταν γιος της Ίριδας και του Ζέφυρου. Σε άλλες πηγές, πατέρας του Έρωτα θεωρείται ο Ήφαιστος.
Από τους τραγικούς, ιδιαίτερη σημασία στο θεό Έρωτα αποδίδει ο Ευριπίδης. Ο Ευριπίδης διαχωρίζει τη δύναμη του Έρωτα σε δύο μορφές: Σε αυτήν που μπορεί να οδηγήσει στην Αρετή και σε εκείνη που οδηγεί στην Αθλιότητα. Με παρόμοιο τρόπο, στο Συμπόσιο του Πλάτωνα εντοπίζουμε τον 'καλό' Έρωτα (γιο της Αφροδίτης Ουρανίας) και τον 'κακό' Έρωτα (γιο της Αφροδίτης Πανδήμου)
Κι αφού πια το μέγα μόχθο οι θεοί ξετέλεψαν,
τις τιμές απ' τους Τιτάνες εξεκρίνανε με βία,
κάλεσαν να βασιλεύσει τότε και να κυβερνά,
με της Γης βουλές, το Δία, τον Ολύμπιο το θεό.
Και σ' αυτούς εκείνος πάλι σωστά μοίρασε τιμές.
Βασιλιάς θεών ο Δίας, σύντροφο την Μήτιδα
πρώτη πήρε, με σοφία μες σ' ανθρώπους και θεούς.
Μα σαν έμελλε να κάνει την γλαυκώπιδ' Αθηνά,
τότε τα φρένα εκείνης δόλια εξαπάτησε
και με τα γλυκά του λόγια στην κοιλιά την έβαλε,
με της Γης τις νουθεσίες και τ' αστέριν' Ουρανού,
έτσι σ' αυτόν είπαν, μήπως τη βασιλική τιμή
άλλος πάρει αντί του Δία, κάποιος καρπερός θεός.
Απ' αυτήν ήταν γραμμένο σοφά τέκνα να γενούν.
Πρώτη βέβαια την γλαυκώπιδ' Αθηνά,
με ίσο του πατέρα μένος και με φρόνιμη βουλή,
όμως έπειτα το γιό της βασιλέα θεών και αντρών
έμελλε να του γεννήσει, με περίσσια δύναμη.
Αλλ' αυτήν ο Δίας πρώτα στην κοιλιά την έβαλε,
όπως η θεά του είπε, για καλό και γιά κακό.
Δεύτερη πήρε την Θέμη, που τις Ώρες γέννησε,
την Είρηνη και την Δίκη και την Ευνομία της,
που τα έργα επιβλέπουν των ανθρώπων των θνητών,
και τις Μοίρες, που μεγάλη τιμή πόρισε ο Ζεύς,
την Κλωθώ, την Λάχεσή της και την Άτροπο μαζί,
στους θνητούς που δίνουν νά 'χουν το καλό και
το κακό.
Τρείς γι' αυτόν η Ευρυνόμη Χάριτες εγέννησε,
του Ωκεανού η κόρη, πού 'χει αγαπητήν ειδή,
τη Θαλία, την Αγλαΐα και την Ευφροσύνη της,
που απ' τα βλέφαρά τους έρως στάλαζε, σαν κοίταζαν,
που τα παραλύει τα μέλη, καλλονή και η ματιά.
Και στης Δήμητρας ακόμα το κρεβάτι ανέβηκε,
πού 'κανε την Περσεφόνη τη Λευκή, που ο Αιδωνεύς
άρπαξ' από τη μητέρα, και την έδωκε ο Ζεύς.
Και την Μνημοσύνη πάλι πόθαε την καλλίκομη,
κι απ' αυτήν οι εννιά Μούσες οι χρυσές γεννήθηκαν,
που οι γιορτές τις φχαριστούσαν και η τέρψη της ωδής.
Η Λητώ την Άρτεμή της και τον γιό Απόλλωνα,
πολυαγαπημένο γόνο μες τους Ουρανίωνες,
γέννησε, όταν μ' αγάπη με τον Δία έσμιξε.
Τελευταία πιά την Ήρα έκανε γυναίκα του
που την Ηβη και τον Αρη κι απέ την Ειλείθυια,
όταν έσμιξεν, εγέννα στων θεών το Βασιλιά.
Κι αυτός απ' την κεφαλή του τη γλαυκώπιδ' Αθηνά
γέννησε, την οδηγήτρια, την αδάμαστη κυρά,
που της άρεσαν οι μάχες, ταραχές και πόλεμοι.
Μα στην Ήρα κακοφάνη, ζήλεψε τον άντρα της,
και, χωρίς να σμίξει μ' άντρα, γέννησε τον Ήφαιστο,
με τις έξοχες παλάμες μες στους Ουρανίωνες.
|

In anticipation of my resurrection...
Ζούσε κάποτε σε μια πόλη της Ιωνίας, τον Κολοφώνα, ένας ονομαστός για την τέχνη του βαφέας, που τον έλεγαν Ίδμονα. Ο Ίδμονας είχε μια κόρη, την Αράχνη, που ήταν κι αυτή περίφημη υφάντρα. Λέγεται μάλιστα ότι την τέχνη της υφαντικής της την είχε μάθει η ίδια η θεά Αθηνά.
Η φήμη της Αράχνης όσο περνούσε ο καιρός μεγάλωνε όλο και πιο πολύ. Σιγά σιγά, η δόξα της πήρε τα μυαλά και άρχισε να καυχιέται για την τέχνη της, φθάνοντας στο σημείο να ισχυριστεί ότι ούτε ακόμα και η θεά Αθηνά δεν μπορούσε να υφάνει τόσο λεπτά και δύσκολα σχέδια έτσι όπως τα υφαίνουν τα δικά της χέρια!
Η Αθηνά το έμαθε και ενοχλημένη όπως ήταν εμφανίστηκε μια μέρα μπροστά στην Αράχνη που ύφαινε στον αργαλειό της, παίρνοντας τη μορφή μιας γριάς. Αρχικά κολάκεψε την Αράχνη για την ικανότητά της να υφαίνει όμορφα σχέδια. Η Αράχνη όμως φουσκωμένη από περηφάνια ξεστόμισε ότι ήταν η καλύτερη υφάντρα του κόσμου, ακόμα καλύτερη και από την ίδια τη θεά Αθηνά! Η Αθηνά αμέσως προειδοποίησε την Αράχνη να μην λέει τόσο μεγάλες και αλαζονικές κουβέντες. Η Αράχνη όμως δεν υποχώρησε και έτσι η Αθηνά την προκάλεσε να δοκιμάσουν επιτόπου ποια από τις δύο θα ύφαινε καλύτερα.
Η Αράχνη δέχτηκε με χαρά την πρόκληση της γριάς χωρίς να γνωρίζει φυσικά ότι είναι η θεά Αθηνά. Η Αθηνά ετοίμασε ένα σχέδιο στο οποίο φαίνονταν οι θεοί του Ολύμπου να τιμωρούν έναν άνθρωπο ο οποίος δεν τους σεβόταν και θεωρούσε τον εαυτό του καλύτερό τους. Ήθελε με αυτό το σχέδιο να συμβουλέψει την Αράχνη να δείχνει σεβασμό στην Αθηνά που την είχε μάθει να υφαίνει τόσο καλά, διαφορετικά θα την τιμωρούσε. Αφού λοιπόν η Αθηνά τελείωσε το σχέδιό της το έδειξε στην Αράχνη και ρώτησε την γνώμη της για αυτό. Η Αράχνη απάντησε ότι της άρεσε και αμέσως άρχισε να ετοιμάζει το δικό της σχέδιο.
Κάθισε στον αργαλειό της και άρχισε να υφαίνει τους θεούς του Ολύμπου με όλα τους τα ελαττώματα ,σα να ήθελε να τους ειρωνευτεί. Η Αθηνά εξοργίστηκε πολύ από την ασέβειά της Αράχνης και πήρε αμέσως την πραγματική της μορφή αποκαλώντας την Αράχνη αχάριστη και εγωίστρια που δεν έδωσε σημασία στην προειδοποίησή της. Αποφάσισε λοιπόν να την τιμωρήσει για την αχαριστία της αυτή και το χλευασμό προς τους θεούς του Ολύμπου. Αμέσως άγγιξε την Αράχνη, και αυτή από όμορφη κοπέλα που ήταν, μεταμορφώθηκε στο σιχαμερό έντομο που όλοι γνωρίζουμε.
Ένα έντομο που δεν κάνει τίποτα άλλο από το να υφαίνει όλη τη μέρα. Υφαίνει με υπομονή και τέχνη τον ιστό της, αλλά πότε ο άνεμος, πότε τα ζώα και πότε οι άνθρωποι της τον καταστρέφουν. Κι αρχίζει πάλι και πάλι να υφαίνει με την ίδια υπομονή και τέχνη…

Μη σκοτώνεις τα κουνούπια...άλλοι σου πίνουν το αίμα...
Η μητέρα των Διόσκουρων Πολυδεύκη και Κάστορα καθώς και της ωραίας βασίλισσας της Σπάρτης της Ελένης (εκ του Διός), της Κλυταιμνήστρας της Τιμάνδρας, της Φοίβης και της Φιλονόης εκ του συζύγου της Τυνδάρεω.
Μυθολογούταν τόσο ωραία ώστε διεκδικούσαν την καταγωγή της πλείστες χώρες της αρχαιότητας όπως η Σπάρτη, η Αιτωλία, η Κόρινθος κ.ά.
Ο Ευριπίδης την αποκαλεί «Λήδα Θεστιάδα» ως κόρη του Βασιλιά της Αιτωλίας Θεστία, ο Εύμηλος στα «Κορινθιακά» του μας πληροφορεί ότι ήταν κόρη του Γλαύκου γιού του Σισύφου εκ της Παντειδυίας που γνώρισε και παντρεύτηκε όταν έφθασε στη Λακωνία αναζητώντας τους ίππους του. Την Παντειδυία εγκυμονούσα ήδη (εκ του Γλαύκου) νυμφεύθηκε ο Θέστιος εξ ού και φαίνεται αυτός πατέρας της Λήδας, ενώ πραγματική του κόρη ήταν μόνο η Αλθαία.
Τον γάμο της Λήδας με τον Τυνδάρεω εξηγούν τα συμβάντα κατά τα οποία ο Τυνδάρεω με τον αδελφό του Ικάριο εκδιωχθέντες από τον αδελφό τους Ιπποκόοντα κατέφυγαν στον βασιλιά της Αιτωλίας Θέστιο τον οποίον και βοήθησαν στους αγώνες του κατά των γειτονικών εχθρών του και σε αντάλλαγμα έδωσε εκείνος τη κόρη του Λήδα ως σύζυγο στον Τυνδάρεω. Η συνέχεια του μύθου παρουσιάζει πολλές παραλλαγές. Επικρατέστερη όμως είναι εκείνη κατά την οποία όταν ο Δίας την είδε στον Ταΰγετο ή στη μικρή νησίδα προ των θαλαμών «Πέφνον» την ερωτεύθηκε και ζητώντας τη βοήθεια της θεάς Αφροδίτης η οποία τον μεταμόρφωσε σε Κύκνο λαμβάνοντας η ίδια μορφή αετού καταδιώκοντάς τον. Τους είδε η Λήδα και αισθανόμενη συμπάθεια προς τον κύκνο έσπευσε να τον σώσει παίρνοντάς τον μέσα στην αγκαλιά της. Λίγο αργότερα η Λήδα κατ΄ άλλους γέννησε δύο αυγά από τα οποία εξήλθαν από το ένα οι δίδυμοι και από το άλλο η Ελένη ή κατ΄ άλλους ένα αυγό από το οποίο εξήλθε ο Πολυδεύκης και η Ελένη θεωρώντας τον Κάστορα γιο του Τυνδάρεω.
Αργότερα ο μύθος αυτός της «ωοτοκίας της Λήδας» συνυφάνθηκε με παρόμοιο μύθο της Νέμεσης εκ του οποίου και παράχθηκε η θεοποίηση της Λήδας και η ταύτισή της με την Νέμεση.
Όπως ήταν φυσικό ο μύθος της Λήδας, της εκλεκτής του Δία, ενέπνευσε πολλούς αρχαίους αλλά και νεώτερους καλλιτέχνες που απέδωσαν τη Λύδα με τον κύκνο της κατά κανόνα στη σκηνή της ερωτικής τους περίπτυξης. Πλήθος τέτοιων παραστάσεων απαντώνται σε αγγεία, αλλά και σε γλυπτά όπως η βρεθείσα στην Αθήνα (σήμερα στο Βρετανικό μουσείο) αποκειμένη μαρμάρινη στήλη. Αλλά και το γλυπτό σύμπλεγμα στο Καπιτώλιο όπου ο Δίας ως καταδιωκόμενος κύκνος βρίσκεται στους κόλπους της Λήδας. Ενώ δύο ακόμη γλυπτά στο μουσείο της Φλωρεντίας παριστούν τη Λήδα να θωπεύει τον κύκνο, στο ένα μάλιστα ο χιτώνας της, φέρεται κρεμασμένος από τον ένα ώμο και αφήνεται να πέφτει μέχρι των αστραγάλων μένοντας το κορμί της ημίγυμνο.
Αλλά και στους χρόνους της αναγέννησης και αργότερα ο μύθος συνεχίζει να εμπνέει τους καλλιτέχνες. Όπως «η Λύδα και ο κύκνος» του Λεονάρντο ντα Βίντσι, του Ραφαήλ, του Κορέντζιο, του Βερονέζε, του Τιντορέττο, του Ρούμπενς κ.ά. πολλών Γάλλων της εποχής του Ροκοκό και μεταγενέστερων ακόμη.
Στην ιστορική πόλη του Άργους δύο από τους Ολύμπιους θεούς θέλησαν να έχουν την εξουσία. Ο Ποσειδώνας και η Ήρα(όπως έγινε και στην Αθήνα με την διαμάχη του Ποσειδώνα και της Αθηνάς για την ονομασία της πόλης). Επειδή οι δύο θεοί δεν μπορούσαν να καβγαδίζουν, συμφώνησαν να αφήσουν τον τοπικό θεό, τον Ίναχο να διαλέξει ποιος από τους δύο θα γίνει ο διαλεχτός θεός και προστάτης της πόλης του. Ο Ίναχος τελικά διάλεξε την Ήρα και ο Ποσειδώνας που τον περιφρονούσαν για δεύτερη φορά, αποφάσισε να τιμωρήσει το Άργος στερώντας του το νερό.
Υπήρχαν ελάχιστες πηγές στην περιοχή του Άργους αλλά κι εκείνες στέρευαν νωρίς, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να υποφέρουν πολύ από δίψα, ιδιαίτερα το καλοκαίρι. Κάποτε στο Άργος ήταν βασιλιάς ο Δαναός, ο οποίος λέγεται ότι είχε έρθει από την μακρινή Αίγυπτο μαζί με τις πενήντα κόρες του, τις περίφημες Δαναΐδες, κι έλεγαν πως ήταν γιος της Ιούς. Μια μέρα που έκανε τρομερή ζέστη και στο παλάτι δεν υπήρχε σταγόνα νερό, ο Δαναός είπε στις κόρες του να πάρουν η καθεμιά από ένα σταμνί και να ψάξουν να βρουν κάποια πηγή. Μία από τις κόρες του Δαναού που λεγόταν Αμυμώνη (δηλαδή η «τέλεια»), πήρε το σταμνί και το τόξο της και προχώρησε προς τα νότια του Άργους, στην περιοχή που βρίσκονται σήμερα οι Μύλοι. Έφθασε ως εκεί χωρίς να βρει καμιά πηγή στο δρόμο της. Αποκαμωμένη σε μια στιγμή από την κούραση και τη δίψα, ξάπλωσε στον ίσκιο ενός δέντρου να βρει λίγη δροσιά.
Κάποια στιγμή αργότερα είδε ένα ελάφι να περνάει λίγο πιο πέρα. Η Αμυμώνη άρπαξε το τόξο της να το σκοτώσει αλλά αστόχησε και το χειρότερο ήταν πως το βέλος της τραυμάτισε ελαφρά ένα Σάτυρο που κοιμόταν κάτω από ένα δέντρο. Οι Σάτυροι ήταν ένα είδος δαιμόνων, σύντροφοι του θεού Διονύσου, με πόδια τράγου, ανθρώπινο σώμα και κέρατα στο κεφάλι. Είδε την Αμυμώνη ο Σάτυρος και εξαγριωμένος όρμησε να τη σκοτώσει. Η Αμυμώνη παράτησε το τόξο και άρχισε να τρέχει και να φωνάζει βοήθεια. Αλλά ποιος θα μπορούσε να την ακούσει και να τη βοηθήσει σε εκείνη την έρημη περιοχή;
Κι όμως κάποιος την άκουσε. Ήταν ο θεός Ποσειδώνας που έτυχε να βρίσκεται εκεί κοντά. Τη λυπήθηκε και αποφάσισε να τη βοηθήσει από τη μανία του Σάτυρου. Τίναξε λοιπόν τη φοβερή του τρίαινα και την κάρφωσε πάνω σε ένα βράχο μπροστά στο Σάτυρο. Εκείνος κατάλαβε ότι ο Ποσειδώνας ήρθε να προστατέψει την Αμυμώνη
και το έβαλε στα πόδια για να γλυτώσει. Έτσι σώθηκε η Αμυμώνη και ο Ποσειδώνας που μαγεύτηκε από την ομορφιά της αποφάσισε να την παντρευτεί. Την επόμενη μέρα του γάμου της την οδήγησε στο σημείο εκείνο που είχε καρφωθεί η τρίαινά του πάνω στο βράχο. Της είπε πως ήθελε να της προσφέρει ένα δώρο, όχι όμως μόνο γι’ αυτήν αλλά και για τον πατέρα της και τους κατοίκους της περιοχής του Άργους.
Ύστερα από προτροπή του Ποσειδώνα, η Αμυμώνη τράβηξε την τρίαινα από τον βράχο και από τις τρύπες που είχαν ανοίξει ανάβλυσε μια πηγή με πλούσια και γάργαρα νερά. Μια πηγή που θα έδινε ζωή και πλούτη στην περιοχή και που υπάρχει ως σήμερα. Οι κάτοικοι του Άργους έλεγαν στους αιώνες που ακολούθησαν, ότι η κόρη του Δαναού έφερε το νερό και την ευτυχία στην πόλη τους. Γιος του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης ήταν ο Ναύπλιος. Εκείνος έχτισε την πόλη που βρίσκεται κοντά στο Άργος, πλάι στη θάλασσα. Είναι το Ναύπλιο, μια από τις πιο όμορφες και γραφικές πόλεις της Ελλάδας….

Μη σκοτώνεις τα κουνούπια...άλλοι σου πίνουν το αίμα...


Πατέρας του Ασκληπιού ήταν ο θεός Απόλλωνας και μητέρα του η Κορωνίδα. Άλλοι πίστευαν ότι είχε γεννηθεί στη Θεσσαλία και άλλοι στη Μεσσηνία. Αλλά μάλλον το δεύτερο είναι σωστό γιατί οι γιοι του Ασκληπιού, ο Μαχάονας και ο Ποδαλείριος, όπως γράφει ο Όμηρος στην Ιλιάδα, πήραν μέρος επικεφαλής του στρατού της Οιχαλίας. Η Οιχαλία είναι μια γνωστή από την αρχαιότητα πόλη και βρίσκεται στη Μεσσηνία.
Όταν έφερε στον κόσμο το γιο του Απόλλωνα η Κορωνίδα, παντρεύτηκε έναν εγγονό του Αρκάδα, τον Ίσχυ. Ο Απόλλωνας θύμωσε τόσο πολύ για την προδοσία της, που τη σκότωσε. Πήρε τότε το μικρό του γιο και τον εμπιστεύθηκε στο σοφό Κένταυρο Χείρωνα. Κοντά στο Χείρωνα ο Ασκληπιός έμαθε τα μυστικά της ιατρικής τέχνης. Κι’ όταν μεγάλωσε άρχισε να γιατρεύει τους αρρώστους, καταφέρνοντας να σώζει πολλούς ανθρώπους και από το θάνατο. Αυτό κακοφάνηκε πολύ στους θεούς του Ολύμπου και ιδιαίτερα στον Άρη, που ήταν ο πατέρας του Θανάτου.
Ο Άρης, λοιπόν, έπεισε το Δία ότι ο Ασκληπιός περισσότερο κακό κάνει παρά καλό αφού μπορεί να κάνει τους ανθρώπους να μην πεθαίνουν και να καταστρέψει έτσι την ισορροπία ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο. Ο Δίας ύστερα από σκέψεις συμφώνησε με τον Άρη και αποφάσισε να εξοντώσει τον Ασκληπιό, πράγμα που έκανε χτυπώντας τον με ένα κεραυνό την ώρα που ο Ασκληπιός βάδιζε αμέριμνος. Οι άνθρωποι μαθαίνοντας το πικράθηκαν αφάνταστα και σιγά σιγά κατέταξαν τον Ασκληπιό ανάμεσα στους θεούς τους οποίους λάτρευαν. Έγινε ο θεός της Ιατρικής και σε κάθε γωνιά της Ελλάδας έχτισαν ναούς για να τον τιμήσουν. Ο πιο περίφημος και ξακουστός απ’ όλους ήταν ο ναός του Ασκληπιού στην Επίδαυρο, πλάι στο περίφημο θέατρο που σώζεται ως τις μέρες μας..
Πέντε παιδιά απόκτησε ο Ασκληπιός, τον Μαχάονα, τον Ποδαλείριο, την Πανάκεια, την Ιασώ και την Υγεία. Όπως ειπώθηκε ο Μαχάονας πήρε μέρος στον Τρωικό πόλεμο και αυτός ήταν που γιάτρεψε το Μενέλαο όταν τον τραυμάτισε ο Πάνδαρος, ένας από τους πολεμιστές της Τροίας. Ο Δίας μπορεί να σκότωσε τον Ασκληπιό, μα πολλά από τα μυστικά της τέχνης του τα έμαθαν τα παιδιά του και διαδόθηκαν σε πολλούς ανθρώπους. Οι αρχαίοι, στα αγάλματά τους παρίσταναν τον Ασκληπιό ηλικιωμένο, να κρατάει ένα ραβδί όπου πάνω του είχε τυλιχθεί ένα φίδι. Γι’ αυτό από τότε το φίδι έγινε σύμβολο της Ιατρικής…

Μη σκοτώνεις τα κουνούπια...άλλοι σου πίνουν το αίμα...
|

In anticipation of my resurrection...
|

In anticipation of my resurrection...

Ένας από τους πιο δυνατούς και γενναίους βασιλιάδες των Ελλήνων που πήραν μέρος στον Τρωικό πόλεμο, ήταν και ο Αίαντας, ο γιος του Τελαμώνα από τη Σαλαμίνα. Ο Όμηρος γράφει ότι ξεχώριζε από όλους τους πολεμιστές γιατί ήταν εύσωμος σαν γίγαντας. Τον ονομάζει μάλιστα και πύργο. Έλεγαν γι’ αυτόν ότι ήταν άτρωτος και πως δεν μπορούσε να πληγωθεί. Ούτε τα βέλη καρφώνονταν επάνω του και υπήρχε μια εξήγηση γι’ αυτό. Όταν ήταν μωρό ο Αίαντας, έτυχε να φιλοξενηθεί στο παλάτι του Τελαμώνα ο Ηρακλής. Ζήτησε να δει το παιδί και πιάνοντάς το από τις μασχάλες, το σκέπασε με το δέρμα του λιονταριού(λεοντή) που είχε σκοτώσει στη Νεμέα Έτσι το σώμα του θα έμενε άτρωτο, εκτός από τα σημεία εκείνα που το κρατούσε, καθώς του φορούσε τη λεοντή.
Όταν πήρε το θρόνο της Σαλαμίνας ο Αίαντας και ετοιμάστηκε να αναχωρήσει με τα καράβια του για την Τροία, ο πατέρας του τον συμβούλεψε να μην ξεχνάει τους θεούς και να ζητά κάθε τόσο τη βοήθειά τους. Όμως ο Αίαντας χαμογέλασε ειρωνικά ισχυριζόμενος πως δεν χρειάζεται βοήθεια από τους θεούς, ότι με τη βοήθεια των θεών ακόμα και ο πιο δειλός μπορεί να γίνει ήρωας και πως θα κατάφερνε να γίνει ήρωας μόνο με τη δική του δύναμη. Αυτή η στάση του Αίαντα ενόχλησε τους θεούς και αποφάσισαν να τον τιμωρήσουν με πολύ σκληρό τρόπο.
Στην Τροία ο Αίαντας ήταν πραγματικά φόβος και τρόμος για τους αντιπάλους του. Μετά τον Αχιλλέα ήταν ο πιο ικανός πολεμιστής των Ελλήνων. Ο Πρίαμος που παρακολουθούσε μια μέρα από τα τείχη μια από τις συμπλοκές των δύο στρατών, εντυπωσιάστηκε από τη μαχητικότητα και τη δύναμη του Αίαντα και ρώτησε την Ελένη, να του πει ποιος είναι. Αξέχαστη θεωρείται και η μονομαχία του Αίαντα με τον Έκτορα η οποία κράτησε μια ολόκληρη μέρα χωρίς να αναδείξει νικητή. Οι δύο πολεμιστές εκτίμησαν ο ένας τον άλλο και αντάλλαξαν στο τέλος ακριβά δώρα σαν φίλοι. Ο Έκτορας χάρισε στον Αίαντα ένα σπαθί και εκείνος στο βασιλόπουλο της Τροίας μία πολύτιμη ζώνη. Μετά το θάνατο του Αχιλλέα δύο Έλληνες αγωνίστηκαν γενναία για να πάρουν το νεκρό του κορμί από τα χέρια των Τρώων. Ο Οδυσσέας και ο Έκτορας. Η Θέτιδα, η μητέρα του Αχιλλέα, αφού έκλαψε το νεκρό γιό της, δήλωσε στους Έλληνες ότι θα χάριζε την πανοπλία του στον πιο γενναίο από αυτούς. Οι Έλληνες αφού συγκεντρώθηκαν, διάλεξαν οι μισοί τον Αίαντα και οι άλλοι μισοί τον Οδυσσέα.
Τη λύση έδωσε ο σοφός Νέστορας, ο βασιλιάς της Πύλου. Ισχυρίστηκε ότι τον καθορισμό του πιο γενναίου δεν θα πρέπει να τον κάνουν οι Έλληνες αλλά οι Τρώες. Αφού λοιπόν συμφώνησαν όλοι οι Έλληνες με το Νέστορα, πήγαν ένα βράδυ μερικοί πολεμιστές κοντά στα τείχη της Τροίας και έτυχε να παρκαολουθήσουν ένα διάλογο ανάμεσα σε δύο Τρωαδίτισσες. Η μία από αυτές επαινούσε τη γενναιότητα του Αίαντα και η άλλη του Οδυσσέα. Τελικά συμφώνησαν ότι πιο γενναίος ήταν ο Οδυσσέας που έμεινε πίσω μόνος του και αντιμετώπισε τους Τρώες, ενώ το κουβάλημα του νεκρού Αχιλλέα που ανέλαβε ο Αίαντας θα μπορούσε να το κάνει εύκολα και οποιοσδήποτε άλλος, ακόμα και μια γυναίκα. Έτσι οι Ελληνες από τα λόγια των δύο γυναικών της Τροίας ανακήρυξαν σαν γενναιότερο τον Οδυσσέα. Αυτό όμως στοίχισε πολύ στον οξύθυμο Αίαντα ο οποίος κλείστηκε στη σκηνή του μη θέλοντας να δει κανένα. Κατά τη διάρκεια της νύχτας και πάνω στο θυμό του πήρε μια τρομερή απόφαση: να σκοτώσει όλους του Έλληνες βασιλιάδες για να τους εκδικηθεί.
Αμέσως άρπαξε το σπαθί του και βγήκε από τη σκηνή για να πραγματοποιήσει το παρανοϊκό του σχέδιο. Η θεά Αθηνά όμως που συμπαθούσε και βοηθούσε τους Έλληνες και ιδιαίτερα τον Οδυσσέα έκανε να σαλέψουν τα λογικά του Αίαντα κι έτσι αυτός, αντί για το στρατόπεδο των Ελλήνων βασιλιάδων, κατευθύνθηκε εξαγριωμένος σε ένα κοπάδι από βόδια και πρόβατα. Όρμησε, λοιπόν, με μανία επάνω τους και άρχισε να τα σφάζει, έχοντας την εντύπωση ότι σφάζει τους Έλληνες βασιλιάδες. Και όταν έφτασε μπροστά σε ένα κριάρι νόμιζε ότι ήταν ο μεγάλος του αντίπαλος ο Οδυσσέας. Το έδεσε από τα πόδια και το μετέφερε στη σκηνή του όπου το έσφαξε κι αυτό. Όταν όμως ξημέρωσε και συνήλθε από τη μανία και την τρέλα που του είχε μεταδώσει η θεά Αθηνά κατάλαβε το λάθος του αντικρίζοντας όλα αυτά τα νεκρά πρόβατα και το κριάρι μπροστά του.
Η ντροπή που αισθάνθηκε ο Αίαντας ήταν πολύ μεγάλη και έγινε μεγαλύτερη όταν άκουσε τα κοροϊδευτικά γέλια των Ελλήνων που κατάλαβαν τι ακριβώς είχε συμβεί. Μη μπορώντας να αντέξει την μεγάλη αυτή ντροπή ο Αίαντας αποφάσισε να δώσει τέλος στη ζωή του. Ακούμπησε το σπαθί του με τη λαβή στο χώμα και έπεσε επάνω του. Μα το σπαθί γλιστρούσε και δεν έσκιζε τη σάρκα του. Κάποιος θεός τότε, τον συμβούλεψε να χτυπηθεί στη μασχάλη, εκεί που το σώμα του δεν ήταν άτρωτο. Χτυπήθηκε εκεί λοιπόν ο Αίαντας και μετά από λίγο ξεψύχησε
Όλο αυτό το δράμα του θανάτου του, το σκηνοθέτησαν οι θεοί για να τον τιμωρήσουν όταν είχε μιλήσει με ασέβεια γι’ αυτούς πριν ξεκινήσει για την Τροία.
Οι Έλληνες τον έθαψαν χωρίς τιμές παρόλο που αποτέλεσε έναν από τους πιο ανδρείους και ηρωικούς πολεμιστές στον Τρωικό πόλεμο. Μα αν ο θάνατός του ήταν άδοξος, το όνομά του κέρδισε μεγάλη δόξα στην ιστορία και έμεινε αθάνατο...
Edited by - Agnostic on 11/05/2006 00:49:43
|

In anticipation of my resurrection...

Η Εστία ήταν πρωτότοκη κόρη του Κρόνου και της Ρέας. Ήταν μια ήσυχη, μια σεμνή, μια «άγια» θα μπορούσε να ειπωθεί θεά. Προστάτευε τα σπίτια και τις οικογένειες και ήταν, όπως και ο Ήφαιστος, μια θεά της φωτιάς. Όταν οι θεοί ανέβηκαν στον Όλυμπο, εμπιστεύτηκε στον αδελφό της το Δία ότι δεν σκόπευε να παντρευτεί ποτέ της. Ο Δίας της έδωσε τότε το προνόμιο να παίρνει από τις θυσίες των ανθρώπων το πιο εκλεκτό μερίδιο των ζώων, δηλαδή το λίπος.
Οι αρχαίοι Έλληνες τη φαντάζονταν να κρατάει μια ρόκα και να γνέθει. Και στις θυσίες τους την τιμούσαν τις περισσότερες φορές πρώτη απ’ όλους τους Θεούς. Η Εστία δεν έμπλεξε ποτέ σε κανένα σκάνδαλο και σε καμία σύγκρουση, με αποτέλεσμα να κερδίσει τον απεριόριστο σεβασμό των ανθρώπων και των θεών. Συμβόλιζε το τζάκι, την φωτιά που τότε την άναβαν στη μέση του σπιτιού.
Γι’ αυτό και με τη λέξη εστία εννοούμε το κέντρο, την αρχή απ’ όπου ξεκινάει κάτι και ιδιαίτερα η φωτιά. Υπήρχαν πολλοί ναοί και αγάλματα της Εστίας. Περίφημο λένε πως ήταν το άγαλμα που φιλοτέχνησε ο γλύπτης Σκόπας, το οποίο όμως δεν έχει διασωθεί.
|

In anticipation of my resurrection...
|

In anticipation of my resurrection...
|

In anticipation of my resurrection...

Ο Κήυκας θεώρησε τον ευατό του ισάξιο του Δία και η Αλκυόνη ισάξιο της Ήρας. Μάλιστα ο Κήυκας πρότεινε στην Αλκυόνη να πάψουν να φωνάζουν ο ένας τον άλλο με τα πραγματικά τους ονόματα, αλλά με τα αντίστοιχα των Θεών που πίστευαν ότι είναι ισάξιοί τους. Δηλαδή η Αλκυόνη θα αποκαλούσε τον σύζυγό της «Δία» και αυτός την Αλκυόνη «Ήρα». Θέλησαν επίσης να υποχρεώσουν και τους κατοίκους της περιοχής να τους αποκαλούν έτσι. Η ευτυχία του ζευγαριού, τους είχε κάνει πραγματικά και τους δύο τυφλούς και υπερβολικά περήφανους. Δεν τους πέρασε από το νου ότι έτσι θα προκαλούσαν την οργή των θεών και ιδιαίτερα του Δία.
Πράγματι, όταν ο Δίας το έμαθε, εξοργίστηκε και αποφάσισε να τιμωρήσει παραδειγματικά τον Κήυκα, αφού αυτός ήταν ο εμπνευστής αυτής της ασέβειας. Μια μέρα, λοιπόν, ο Κήυκας μπήκε στο καράβι του για ένα κοντινό ταξίδι. Ξαφνικά, πυκνά σύννεφα εμφανίστηκαν στον ουρανό και αστραπές έζωναν το καράβι του Κήυκα. Η οργή του Δία ήταν έκδηλη, ώσπου ένας ισχυρός κεραυνός από τον Όλυμπο χτύπησε το καράβι και το έκανε κομμάτια. Ο Κήυκας βρέθηκε στη θάλασσα αβοήθητος και σε λίγο πελώρια κύματα τον κατέπνιξαν παρασύροντας τον στα βάθη του πελάγους.
Όταν η Αλκυόνη έμαθε το δυσάρεστο συμβάν έτρεξε αμέσως στην ακρογιαλιά για να βρει τον αγαπημένο της σύζυγο. Με την ψυχή της γεμάτη φρίκη και αγωνία άρχισε να τρέχει δεξιά κι αριστερά φωνάζοντας και κοιτώντας προς το πέλαγος μα δυστυχώς δεν έβλεπε τίποτα. Εκτός από μερικά σπασμένα σανίδια από το καράβι…
Κάθισε τότε απελπισμένη σε ένα βράχο και άρχισε να κλαίει απαρηγόρητα με τις ώρες. Πέρασε η μέρα, έφθασε η νύχτα, ήρθε η επόμενη μέρα, αλλά η Αλκυόνη έμενε εκεί συνεχίζοντας να θρηνεί για τον χαμό του αγαπημένου της συζύγου. Ο Δίας, την πήρε κάποια στιγμή είδηση και την λυπήθηκε. Για να δώσει τέλος στο μαρτύριό της την μεταμόρφωσε σε πουλί. Είναι ένα όμορφο πουλί που πήρε το όνομά της, και το οποίο ζει πάντα κοντά στη θάλασσα, λες και περιμένει να εμφανιστεί μέσα από τα κύματα ο χαμένος Κήυκας.
Η Αλκυόνη γεννούσε τα αυγά της, μέσα στο καταχείμωνο και τα κλωσούσε στα βράχια της ακτής. Μα τα αγριεμένα κύματα ορμούσαν στη στεριά, σκαρφάλωναν στους βράχους, κατέστρεφαν τη φωλιά και έσπαγαν τα αυγά της. Τη λυπήθηκε ξανά ο Δίας και πήρε την απόφαση λίγες μέρες κάθε Γενάρη να καταλαγιάζουν οι άνεμοι, να ηρεμεί η θάλασσα και να ξαστερώνει ο ουρανός ώστε να ζεσταίνει ο ήλιος την πλάση. Έτσι, δεκαπέντε μέρες περίπου κάθε Γενάρη, ο ουρανός είναι ολοκάθαρος και ο καιρός ζεστός ώστε να μπορεί η Αλκυόνη να κλωσάει τα αυγά της ώσπου να βγουν τα πουλάκια. Αυτές τις ξάστερες και ζεστές μέρες του Γενάρη οι αρχαίοι Έλληνες τις ονόμαζαν Αλκυονίδες μέρες….

|

In anticipation of my resurrection...
|

In anticipation of my resurrection...