- έπεα πτερόεντα - "Μεταξύ τυρού και αχλαδιού"
Πόλεμος και Ειρήνη
Μετά το «τέλος της ιστορίας»
K. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ
Πίσω από την τελική υλοποίηση της βούλησης για δύναμη και καταστροφή υπάρχει πάντα και κάτι «άλλο» που παραμένει συνήθως σκοτεινό και ανομολόγητο, άρα και δυσδιάκριτο. Ο οποιοσδήποτε συστηματικός και αναλυτικός περί πολέμου και περί ειρήνης λόγος εμφανίζεται λοιπόν ως εξ ορισμού ελλιπής: η έκλυση της «μεγάλης βίας» τείνει πάντα να διαρρηγνύει όλα τα παραδοσιακά νοηματικά και ταξινομητικά κελύφη. Αυτά εξάλλου θα μπορούσε ίσως να είναι τα αναπόφευκτα όρια των «κανόνων της κοινωνιολογικής μεθόδου» του Εμίλ Ντυρκχάιμ που επέμενε στην άποψη ότι το οποιοδήποτε «κοινωνικό» πρέπει να ερμηνεύεται με αποκλειστικά κοινωνικούς όρους. Πίσω από την έλλογη στρατηγική, την αντιπαράθεση μετρήσιμων συμφερόντων, τη σύγκρουση ιδεολογιών, χαντινγκτονικών «πολιτισμών» ή φονταμενταλισμών, τη διαχρονική λειτουργία των εξουσιών και τις επιταγές της συγκυρίας, κρύβονται πάντα άνθρωποι που, είτε ως έλλογα γνωστικοί είτε ως ανισόρροπα παρανοϊκοί, αποφασίζουν ή δεν αποφασίζουν, δρουν ή απέχουν, πολεμούν ή ειρηνεύουν. Και είναι αλήθεια ότι, όπως έλεγε ο Πλάτων, όταν ως «νέα και ανυπεύθυνος» η «θνητής ψυχής φύσις» φέρει την «μεγίστην εν ανθρώποις αρχήν», η «διάνοια» μπορεί να «πληρώνεται» από «μεγίστης νόσου άνοιαν». Σε τέτοιες ακραίες περιστάσεις, και όπως ακριβώς συμβαίνει με το δυσδιάκριτο όριο ανάμεσα στον νόμο και στην ανομία, το ούτως ή άλλως σαθρό σύνορο ανάμεσα στη λογική και στην παραφροσύνη τείνει να διαχέεται.
Κανείς δεν μπορεί να αποφανθεί για το ποιος ήταν «στο βάθος» ο Ναπολέων, ο Χίτλερ ή ο Στάλιν και για το πώς ακριβώς σκέπτονται και γιατί δρουν οι σύγχρονοι πολέμαρχοι. Ισως λοιπόν το ίδιο το ερώτημα να είναι δίχως αντικείμενο. «Αυτό που αποκαλούμε παράλογο μπορούμε μόνο να το προσεγγίσουμε, μπορούμε μόνο να χαράξουμε γύρω του ολοένα πιο κλειστούς κύκλους, μπορούμε ακόμα να το ενσωματώσουμε στους συλλογισμούς μας, μα στο τέλος αυτό θα μας ξεγλιστράει πάντα. Ετσι που ποτέ δεν θα γνωρίσουμε τον παραλογισμό που διαποτίζει τον τρόπο με τον οποίο ενεργούμε». Οποιαδήποτε προσπάθεια αναγωγής του «κακού» στην κατ' ανάγκην «κοινότοπη» ψυχολογική πραγματικότητα του αυτουργού δεν θα μας κάνει να μπορέσουμε να ερμηνεύσουμε «καλύτερα» τους όρους γέννησης της εγκληματικής βίας. Ετσι, ακόμα και αν θεωρούμε αναπόφευκτο να θέσουμε το πρόσθετο ερώτημα για τους υποκειμενικούς προσδιορισμούς των πολέμων και των καταστροφών, το ερώτημα αυτό θα πρέπει να μένει πάντα αναπάντητο. Ισως να ισχύει, κατ' εξοχήν στην περίπτωση αυτή, αυτό που έλεγε ο Βαλερύ για το έγκλημα εν γένει. «Κάθε έγκλημα» γράφει «συναρτάται με το όνειρο. Ενα έγκλημα που θέλει να γίνει γεννάει ό,τι του είναι αναγκαίο: θύματα, περιστάσεις και προσχηματικές ευκαιρίες». Και αυτό ίσως, το τέλειο βαλερικό έγκλημα πρέπει να βρίσκεται πέραν της οποιασδήποτε ανάλυσης.
Περαιτέρω επεξεργασίες γύρω από τα άλυτα αινίγματα του «κακού» και της αναίτιας «βίας» δεν μπορούν λοιπόν να προταθούν παρά μόνον από τους ψυχαναλυτές, τους φιλοσόφους και τους μεγάλους λογοτέχνες και ποιητές που δεν αναζητούν ούτε ενδιαφέρονται για την ιστορική αλήθεια αλλά επιμένουν να εγκύπτουν στους άλυτους ηθικούς και υπαρξιακούς γρίφους που συνοδεύουν τον άνθρωπο από την πρώτη μέρα της πορείας του. Διά στόματος του Στάρετς Ζωσιμά ο Ντοστογέφσκι έδωσε π.χ. τη δική του αθεϊστική απάντηση: «Υπάρχουν μερικοί φρικαλέοι» γράφει «που πήγαν με το μέρος του Σατανά... Είναι οι εθελοντές κολασμένοι. Θέλουνε μοναχοί τους την Κόλαση και μπορούν να τη χορτάσουν. Καταράστηκαν μοναχοί τον εαυτό τους, γιατί καταράστηκαν τον Θεό και τη ζωή. Μα δεν θα χορτάσουν στους αιώνες των αιώνων, γιατί δεν δέχονται να τους συγχωρήσουν και καταριούνται τον Θεό που τους καλεί κοντά του».
Μια απάντηση που προϋποθέτει μιαν άπειρη επιείκεια μπροστά στα μυστήρια της ζωής, του Καλού και του Κακού. Ετσι η Κόλαση και ο Παράδεισος μπορεί να νοούνται ως δύο αντικριστές όψεις του ίδιου ηθικού νομίσματος. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας οπτικής, και εις πείσμα όλων των ορθολογικών παραφρόνων που εξακολουθούν να εξαπολύουν αδιακρίτως και παραπλεύρως βόμβες, «σταυροφορίες» και «ιερούς πολέμους», ο δρόμος του πάνσοφου και φιλεύσπλαχνου Θεού μπορεί να θεωρείται πάντα ανοιχτός. Τουλάχιστον για εκείνους που εξακολουθούν να πιστεύουν στην ατέρμονα πρόοδο του ανθρώπινου πνεύματος, οι λύσεις υπάρχουν για τον μόνο λόγο ότι πρέπει να υπάρξουν. Ως προανάκρουσμα της ουράνιας ή απλώς της έλλογης τάξης, η επί γης ειρήνη είναι πάντα νοητή.
Προσωπικά, μη όντας θεϊστής, είμαι λιγότερο βέβαιος για τα υπερκόσμια ζητήματα, άρα και λιγότερο αισιόδοξος για τα εγκόσμια, τουλάχιστον για τα αμέσως επερχόμενα. Προτιμώ να υπεκφύγω μέσα από μια ταυτολογική απάντηση που εμπνέεται από τις επιφυλακτικές και σιβυλλικές κατασκευές οι οποίες διέπουν όλα τα «μη κείμενα» αλλά και τα περισσότερα «κείμενα» του κόσμου τούτου. Γνωρίζω βέβαια ότι κανέναν δεν πρόκειται να καταστήσει σοφότερο η εύκολη απόφανση ότι η απρόβλεπτη και ανεξέλεγκτη δυναμική της ιστορίας είναι τελικώς η μόνη «αρμόδια» να κρίνει και να τέμνει για όλα τα επίμαχα ζητήματα που μπορεί να της τεθούν. Πολλώ μάλλον που μέσα στην άπειρη, κατά τον Εγελο, πανουργία της εκείνο που πρόκειται ενδεχομένως να γίνει και τελικώς θα γίνει, ή και δεν θα γίνει, ούτε προκύπτει από αδιάψευστες προηγούμενες ενδείξεις ούτε αφήνει για τους επιγόνους εύγλωττα και ανεξίτηλα ίχνη. Ο ίδιος άλλωστε ο γερμανός φιλόσοφος είχε προειδοποιήσει ότι «το μόνο δίδαγμα που μπορεί κανείς να αντλήσει από τη μελέτη της ιστορίας είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει κανένα δίδαγμα από τη μελέτη της ιστορίας».
Θα ήταν ίσως υπερβολικό να υποστηρίξει κανείς ότι ο δάσκαλος της Ιένας μιλούσε έχοντας στον εξ ορισμού διαλεκτικό αλλά και εν πολλοίς προφητικό νου του την κοσμοϊστορική δράση των επίδοξων εκείνων κυριάρχων του μέλλοντος που άγονται να πιστέψουν ότι μπορούν να βγουν από μιαν ιστορία την οποία νομίζουν αφελέστατα ότι ελέγχουν μέσω του υποτιθεμένου τέλους της. Γι' αυτούς εξάλλου, τους αλαζονικά αυθεντικούς ερμηνευτές του τρέχοντος ιστορικού γίγνεσθαι, δεν είναι φυσικά ποτέ δυνατόν να προκύψουν κανενός είδους διδάγματα. Δεν θα μπορέσουν «ποτέ να αλλάξουν γνώμη μέχρι να αναρρώσουν από τις αποφάσεις που έλαβαν... Και αν όμως ακόμα αλλάξουν γνώμη, δεν θα είναι ελεύθεροι. H στιγμή της ελευθερίας τους ήταν χθες». Και γι' αυτόν τον λόγο ίσως, και παρ' όλη την απόλυτη πανοπτική πληροφόρησή τους, τείνουν άθελά τους να λειτουργούν σαν τους απατημένους συζύγους: μαθαίνουν τη δική τους αλήθεια εκ των υστέρων, και πάντα τελευταίοι. Ιδωμεν, λοιπόν. Οπως υπογράμμιζε ο Γκαίτε, τα γεγονότα δεν μπορεί να αποκτήσουν τίτλο πριν από την οριστική τους έκβαση.
Ο κ. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το κείμενο αυτό είναι προδημοσίευση από το βιβλίο του «Πόλεμος και Ειρήνη, ΜΕΤΑ ΤΟ "ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ"», που θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
Το ΒΗΜΑ, 25/03/2006
"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."
--Confucius
τα βρηκα αδελφε!!!
![]()
και για να μην ερθω μ αδεια χερια θα κανω ενα κλοπυ-πεϊστ απο σενα ![]()
lorenzo
Άδειασα την καρδιά μου από το συναίσθημα του μίσους και της μικρότητας, άφησα την ψυχή μου να περιπλανηθεί στα αδιέξοδα μονοπάτια της αθανασίας, άναψα την ιερή δάδα του πολέμου, έκλεισα τα μάτια στις επιθυμίες του κορμιού και στις ηδονές της ψυχής μου.
Επέλεξα τον δρόμο τον σκληρό, τον ανηφορικό, τον κακοτράχηλο και χωρίς σανδάλια άρχισα να τον ανεβαίνω μέχρι που τα πόδια μου μάτωσαν, το μέτωπο μου ίδρωσε και η καρδιά μου διαμαρτυρόταν. Κάθισα στο πιο ψηλό λόφο της μικρότητας μου και ξεδίψασα με το ιερό πιοτό της λύπης.
Ταξίδεψα σε μέρη απόκρημνα που γεμάτα μνήμες και θύμησες ήταν ποτισμένα και δέχτηκα να συνομιλήσω με το παρελθόν που κρυβόταν πίσω από τις πέτρες και τα τείχη του κάθε τόπου. Φίλησα γυναίκες που με πρόδωσαν μονάχα για να γευτώ του Ιούδα το φιλί και απάτησα γυναίκες που μʼ αγάπησαν μονάχα για να νιώσω πως γεννιέται μέσα στον κήπο της αγάπης, ο φθόνος και το μίσος. Ήπια από το πιοτό το δυνατό, το μεθυστικό, μέχρι να αποκοιμηθεί ο νους μου και τραγούδησα ξεχασμένες μπαλάντες μέσα σε άδειες αίθουσες για να νιώσω το συναίσθημα του να γίνεσαι θεατής του εαυτού σου.
Άναψα φωτιές σε καρδιές και τις άφησα εκεί να καίγονται μέσα στους αιώνες και βλαστήμησα για να νιώσω την οργή του Θεού. Κάρφωσα μαχαίρια στο κορμί μου και είδα τα ρυάκια το αίμα να τρέχουν από μέσα μου και να ποτίζουν τη γη που με γέννησε, ως φόρος τιμής στην αιώνια, μελλούμενη, παντοτινή μητέρα. Πέταξα τα ρούχα μου και περιφερόμουν γυμνός στα σοκάκια του κόσμου για να αισθανθώ την γελοιοποίηση, την περιφρόνηση και να αντικρίσω τον αντικαθρεπτισμό της ανωτερότητας στα μάτια των περαστικών που μου πέταγαν βρώμικα νομίσματα για να εξαγοράσουν τη φιλευσπλαχνία τους.
Πίστεψα στο διάβολο για να με μυήσει στα μονοπάτια του κακού μα με πέταξε από το κάστρο του μόλις ανακάλυψε τα άδυτα που μέσα μου κρύβονταν. Χτύπησα και μπήκα ακάλεστος στο καλύβι του Θεού και φιλώντας τον του είπα «Θα σε προδώσω μα θα επιστρέψω». Έσπασα τους δεσμούς μου με κάθε τι πρόσκαιρο και άνοιξα την αγκαλιά μου στην αιωνιότητα ζητώντας την αθανασία. Έγινα μάγος μόνο και μόνο για να προσκυνήσω το ιερό βρέφος και του πήγα δώρα το χρυσό της καλοσύνης, τον καθρέπτη της αυτογνωσίας και το μπαρούτι του πολέμου για τη μεγάλη μάχη που έμελλε να δώσει με Θεό κι ανθρώπους.
Έχτισα παλάτια πάνω σε όλα τα πρόσκαιρα και στηρίχτηκα σε κούφιους κορμούς. Τρύπησα όλα τα αδιέξοδα με την τσιμπίδα της περιέργειας και είδα μέσα από τις μικρές τρυπούλες που δημιούργησα, το ανώφελο του προορισμού και τη μαγεία της διαδρομής. Έκλαψα μέσα σε πηγάδια για να πίνει ο κόσμος το αποτέλεσμα και το συμπέρασμα των σκέψεων μου και προσευχόμουν καθημερινά κοιτάζοντας τον ουρανό, σε ένα Θεό που ζει μέσα μου. Βούτηξα στον πιο βαθύ ωκεανό σε αναζήτηση των πολύτιμων λίθων: του κοχυλιού της μνήμης και του σμαραγδιού της γνώσης. Όμως και τα δυο ήταν σφραγισμένα μέσα στο σεντούκι του χρόνου πίσω από την πύλη του κάστρου της ωρίμανσης.
Κοίταξα τον μεσημεριανό ήλιο κατάματα και είδα την υπερυψωμένη κατάφωτη δύναμη. Κοίταξα την Κρήτη και είδα την επίγεια, καταφανή υπερηφάνεια και λεβεντιά. Κοίταξα την Ελλάδα και είδα ανθρώπους με καντηλάκια να προσπαθούν να αιχμαλωτίσουν ένα φως που χάνεται. Κοίταξα τις χαμένες πατρίδες και είδα λεπτές ματωμένες γραμμές από την γη στον ουρανό πιθανότατα για να κατεβαίνουν οι παλιοί αγωνιστές και να πολεμούν και αυτοί μαζί με τους ζωντανούς για την ελευθερία.
Χρόνια και χρόνια περιπλανήθηκα μέσα στους δαιδαλώδεις, σκοτεινούς και παγωμένους διαδρόμους του ύπνου προσπαθώντας να βρω μέσα στο ασυνείδητο, εκεί που σκέψη, φαντασία, επιθυμίες και αναμνήσεις διασταυρώνονται, το μέλλον της πορείας του κόσμου και της δικής μου μέσα σε αυτόν, σαν ένα άγριο πουλί που όσο κι αν ακολουθεί το κοπάδι πάντα έχει το δικό του μοναδικό πέταγμα. Μα βρήκα μόνο ξεχασμένους πόνους, ανέλπιστες ηδονές και ένα εξιδανικευμένο εαυτό μου να διαγράφει μια επιτυχημένη πορεία στο χρόνο. Και σαν έχει φτάσει στο απόγειο των προσδοκιών του, μια φωνή από τα σωθικά του να του φωνάζει «ντροπή σου, δεν ταπεινώθηκες! Αν δεν ταπεινωθείς μέσα στον κόσμο ετούτο δεν πρόκειται να νιώσεις το πραγματικό νόημα του» και ξυπνούσα καθώς με έπνιγαν τα αίματα του σφαγμένου γεννημένου νικητή που μέσα μου κρυβόταν και περίμενε τον ύπνο για να επιστρέψει από τον παράδεισο όπου τον είχα εξορίσει.
Μα πέρα από τις ντροπιασμένες ηδονές, τις δικαιολογημένες και αδικαιολόγητες λύπες, τις στιγμές τις ντροπιασμένες και τις χαρές καθώς οι δάφνες του νικητή στόλιζαν το κεφάλι μου, προσπάθησα να ανοίξω το παραθύρι του κόσμου τούτου και να δω. Να δω πέρα από αυτά που τα χέρια μου μπορούν να αγγίξουν, τα μάτια μου μπορούν να δουν, τα αυτιά μου μπορούν να ακούσουν και οι μύχιες σκέψεις μου μπορούν να ονειρευτούν. Να σκίσω την επιφάνεια και να δω πίσω από τα φαινόμενα, να κάνω τον κύκλο της γνώσης από την πηγή στον προορισμό και να φύγω με τη βεβαιότητα ότι γνώρισα και έζησα το σύμπαν που γεννήθηκα σε όλο το μεγαλείο του, μέσα από τις λεπτομέρειες και τα φαινόμενα του.
Και έμαθα τούτο. Δεν υπάρχουν όρια στην ανθρώπινη γνώση και στην ανθρώπινη φαντασία. Πηγάδια άβαθα είναι η ομορφιά και ασχήμια, ο πόλεμος και η ειρήνη και οι ερμηνείες για κάθε πρόσωπο και φαινόμενο είναι πολυγωνικές και πολυπρόσωπες. Ο κάθε ένας στα εργαστήρια του μυαλού του υφαίνει την δική του αλήθεια και αυτή προβάλει και εξωτερικεύει, ρίχνοντας την στη μάχη όπου παλεύουν όλες οι ιδέες, τα πιστεύω και οι γνώμες. Και κανείς δεν σηκώνει το κεφάλι λίγο ψηλότερα για να δει την μεγάλη και μοναδική αλήθεια που τους αγκαλιάζει όλους, γιατί ξέρει πως θα έχει διαφορές από την δική του αλήθεια που έπλασε με τόσο κόπο. Και έτσι η μεγάλη αλήθεια συνεχίζει και θα συνεχίζει να φωνάζει μέσα στους αιώνες αλλά κάθε αυτί θα ακούει μόνο την δική του, αρνούμενο οποιαδήποτε άλλη.
Εδώ η πρώτη μου αναφορά τελειώνει. Ελπίζω να μην πρόβαλα τον εαυτό μου απαλλαγμένο από τα πάθη, τις αμαρτίες και τη σκοτεινή πλευρά που υπάρχει σε κάθε άνθρωπο. Δεν ήταν αυτός ο σκοπός μου. Ο σκοπός μου ήταν να ξεγυμνώσω τον εαυτό μου από όλα αυτά τα στοιχεία που συνθέτουν τον άνθρωπο και να προβάλω μια ένωση υγιέστερη και πιο αρμονική χωρίς να περνάω στα όρια της βλασφημίας. Και να αποδώσω φόρο τιμής στην μεγάλη μου ηρωίδα, την αναζήτηση. Τι από αυτά που γευόμαστε τώρα πρόκειται να διαρκέσει καθώς το κύμα του χρόνου θα σαρώνει την ζωή μας; Μόνο οι στιγμές. Οι ευτυχισμένες, οι γεμάτες πόνο και παράπονο, οι γεμάτες από ιδέες και συναισθήματα. Ας τις ζήσουμε όλες και ας ψάχνουμε μέχρι το τέλος να βρούμε τις εναλλακτικές διαδρομές που οδηγούν σε αυτό που πάντα ψάχναμε, στο αποτέλεσμα των πάντων στη ζωή μας, σε αυτό που βρίσκεται πίσω από την πόρτα της γνώσης, στο ανώτερο επίπεδο της αυτογνωσίας και της αλήθειας. Στο τίποτα.

Έτσι, με τον καιρό γεμίζει το μυαλό σου με φυγές, λές και σου παραχώσαν στον πυρήνα του εγκεφάλου έναν πρόσφυγα να σου ρυθμίζει τους νευρώνες. Να σε οδηγεί κι’ αυτός δεν ξέρει πού. Σε κάποιον τόπο προσφυγιάς. Εκεί στο τόπο της φυγής. Κι’ ετούτη η περίεργη βουβαμάρα των στιγμών. Λές και τα έχεις πεί πιά όλα. Φτάνει ρε εξαντλήθηκα, σου λές, φτάνει δεν έχω άλλο λόγο.
Τα επικαλέστηκα όλα, δεν άφησα τίποτα.
Πεντακόσιες φορές σε δίκασα κι’ όλο η ίδια απαράλλαχτη απόφαση. Κάλεσα μάρτυρες την κάθε μας στιγμή. Το κάθε μας αντικείμενο. Ότι αγγίξαμε, ότι ονειρευτήκαμε, ότι ποθήσαμε οι ανόητοι. Κάθε μικρή και μεγάλη μοιρασιά μας. Όλοι ήρθαν, χαιρέκακα.
Ήταν εκεί όλες οι κουφάλες να συνηγορήσουνε στην ενοχή σου. Κλητεύτηκε και ο χρόνος απρόσμενος κατήγορος. Όπως όλοι. Με τα πρόσωπα ρυτιδιασμένα απ’ τον εγωκεντρισμό, τα φρύδια σμιχτά οι δικαστές απαιτήσεις μου.
Εκεί δεν ήσουν και σε ήθελα, παραπέρα ήσουνα και δεν ήθελα, πιο κεί δεν ήσουν ολόκληρη. Το εγώ μου εισαγγελέας ούρλιαζε απ’ την ψηλή του έδρα και βουβαίνονταν οι μάρτυρες από τρόμο, μην τους πάρει κι’ αυτούς η μπάλα. Μιλήστε έσκουζε, πείτε, κατηγορήστε, δικάστε, εντοπίστε τα λίγα της, κατηγορήστε τα περίσσια της.
Κι’ ένα γύρω να σφυρίζουν τα φτερά των δαιμόνων.
Αυτάρεσκοι βολτάρουν και γιατροπορεύουν ενοχές. Λές και τις χτίζουν οι κουφάλες, ίσα ίσα για να την βγάλει καθαρή ο εισαγγελέας. Αυτό το άθλιο εγώ μου.
Κι’ όλη ετούτη η φριχτή συμμορία, το ξέρεις καλά εσύ, προπάντων δεν βαστά τους ψιθύρους. Ησυχία κραυγάζει το εγώ μου στην αίθουσα.
Μα είναι στιγμές, το ομολογώ, δεν έχω και τρόπο να το κρύψω άλλωστε, είναι στιγμές που κάποιος θα σκύψει στοργικά σχεδόν στ’ αυτί να με ρωτήσει. «Που πήγε ο έρωτας σου ανόητε; Πές τους που πήγε. Πες τους που δαπανήθηκε. Πες τους ρε συ αν το βαστάς. Για πες τους να σε δώ. Που είναι η μαγκιά σου τώρα;»
Κι’ ένα γύρω να σφυρίζουν τα φτερά των δαιμόνων. Μην τον ακούς αυτόν. Το νού σου εδώ, στην κατηγόρια των μαρτύρων.
Αριστούχος στην μαθητεία των απαιτήσεων. Κουμπούρας στην επιστήμη των ερώτων. Με μια κατάργηση του εγώ, σαν βόλτα ποντικού ίσαμε το φαρδύ φτυάρι του νοικοκύρη. Με μια προσφορά σαν βεγγαλικό που εξανεμίζεται ακόμη και στην άνοδο του.
Σαν ναύτης που περνάει τα όνειρα των ταξιδιών του για μπάρκα αληθινά.
Και ένα γύρω να σφυρίζουν τα φτερά των δαιμόνων.
Τι να κάνεις και σύ κουρασμένε μικρέ ανθρωπάκο. Μην τον ακούς αυτόν. Το νού σου εδώ, στην κατηγόρια των μαρτύρων. Τι μπορούσες να κάνεις κι’ εσύ...
Θεωρίες ερώτων, δανεικές προσευχές, θυμιατίσματα ανευλόγητα, προίκες που μείναν ορφανές. Αγκαλιές σαν γυρτά κούτσουρα.
Και ένα γύρω να σφυρίζουν τα φτερά των δαιμόνων. Τουλάχιστον είπες την αλήθεια. Δεν υποκρίθηκες, δεν έπαιξες παιχνίδι ταπεινό.
Δεν τα κατάφερα και τούτη τη φορά.
Σε αθωώνει ετούτο. Μην ανησυχείς. Σε αθωώνει.
Κοίταξε γύρω σου, για δές μυριάδες υποκλίσεις σε όποιον χρήσιμο έρωτα είναι απλωμένος στα παγκάρια των εμπόρων. Κοίταξε γύρω σου... για δές συναλλαγή. Δές τις τιμές της ηδονής, της τρυφερότητας, της ευζωίας, της βολής, της καλοπέρασης και του συμβισμασμού. Δές τις τιμές, είναι η καλύτερη εποχή τους.
Μην ανησυχείς, σε αθωώνει αυτό. Μην σκάς δεν είναι οι άνθρωποι που προδίδουνε τους όρκους, είναι οι όρκοι που τους πέσανε βαρείς. Πως το ‘χες πεί. Είναι οι άνθρωποι «εν σαρκί περιπολούντες θεοί». Ξαναπέστο. «Εν σαρκί». Θεοί με σάρκα που εκείνη ορίζει τη ζωή. Γι’ αυτό μου λέω. Μην ανησυχείς. Σε αθωώνει αυτό. Με αθωώνει.
Και ένα γύρω να σφυρίζουν τα φτερά των δαιμόνων. Κι’ ο θάνατος; Μην τα ρωτάς αυτά. Μην σκάς. Τι κι’ αν δεν νίκησες και τούτη τη φορά. Μην εμπιστεύεσαι εκείνων των Ρωμιών τις θεωρίες. Δεν βγαίνει ο έρωτας ποτέ του νικητής αντίκρυ του θανάτου. «Ως εαν η αυτή φύσις των ανθρώπων ει». Μην σκάς, μπορείς αν θές να ξαναδοκιμάσεις. Δεν χάνεις τίποτα πάρεξ την λιγοστή π’ απόμεινε ψυχή σου. Πουλάν στην αγορά, μην σκάς γιομάτα είναι τώρα τα παζάρια.
Γι’ αυτό σου λέω πρόσφυγα οδηγέ.
Πάρε μακρυά τις συμβουλές και των σχολειών τις θλιβερές παιδαγωγίες. Των πρώτων μου ερώτων διώξε τις παρηγοριές, τα παραμύθια που έφτιαξα για να μπορώ ματαίως να επαναλαμβάνομαι βάλε φωτιά και κάψτα δια παντός. Κλείσε τα αυτιά μου στων δαιμόνων τα βολέματα. Άλλος είναι ο ένοχος εδώ και οι ένορκοι βαθειά γνωρίζουν την αλήθεια. Μα δεν θα πούνε λέξη, δεν θα βγάλουνε μιλιά. Τον ίδιο έρωτα σπουδάσανε κι’ αυτοί, στα ίδια σχολειά εκπαιδευτήκαν.
Κι’ αυτοί εξόριστοι απ’ τον έρωτα σπουδάζουν όση πληρότητα απλόχερα μόνο εκείνος ξέρει να χαρίζει. Εγκαταλελειμένοι ή εγκαταλείψαντες. Αφημένοι στην συγκατάβαση ή ασυμβίβαστοι.
Περιχαρακωμένοι όλοι στο ανέραστο εγώ μας. Κάθε μέρα μας και ένα σκαλοπάτι στο ψηλό βάθρο που στήνεται για να γιοράσει ο Θάνατος την νίκη του ενάντια στον Έρωτα. Κάθε μας νύχτα ένα μεγάλο πλατύσκαλο.
Γι’ αυτό σου λέω πρόσφυγα οδηγέ μου, τάξε με πρόσφυγα και μένα. Ο έρωτας μου αποδείχτηκε ανέραστος κι’ ετούτη τη φορά.
Έρωτας - Θάνατος : σημειώσατε 2...πάει χάθηκε και τούτο το στοίχημα...Πές μου αληθινά ποτέ ξανακληρώνομαι; Να σου πω...μη με βάλεις ρε ετούτη τη φορά στην κληρωτίδα...άσε με στην απόξω να προσφεύγω...άσε με....
"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."
--Confucius
"Να λείψει ο φόβος και η ψευτιά απ’ολα οσα γράψω
κέντημα ψεύτικο και φτηνό δεν θέλω εγω να φτιάξω"
Είναι αργά και αναρωτιέμαι τι να έγινε η πεταλούδα, εκείνη με το γκρίζο χρώμα που ήταν παχιά και νευρική και μεγέθους
τρομακτικού. Μάλλον το φως την έφερε αν και αχνό την προσέλκυσε και άρχισε αυτή να χτυπιέται στους τοίχους και στο ταβάνι
πάνω σπαστικά κουνούσε την χοντρή κοιλιά της. Μια και δυό φορές ευχήθηκα να βρει το δρόμο της προς τ’ ανοιχτό παράθυρο
να χαθεί στο σκοτάδι, να ελευθερωθεί. Λίγο όμως το φως έξω απ΄ την κάμαρα δεν της αρκούσε και επίμονη σαν δαιμονισμένη
συνέχισε θόρυβο να κάνει σα να΄ θελε να σπάσει τα φτερά της ή ίσως να φτύσει τα παιδιά της.
Ώσπου πολλά τα χτυπήματα δεν άντεξε τους άσπρους τοίχους ή ίσως τον πόνο της γέννας της δεν άντεξε.
Κι αν ήρθε εδώ για να πεθάνει και αιώνια να φυλακιστεί γιατί δεν άκουσε την ευχή μου μήτε τα χέρια που της έδειχναν τον δρόμο;
Κι αν ήρθε εδώ για να γεννήσει ποιός θα τα θρέψει τα παιδιά της;
Κι αν ήρθε τύχη να μου φέρει γιατί να αυτοκτονήσει; Θα είναι που τα ζωντανά πεθαίνουν κατα τύχη τάχα...
giokou.
"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."
--Confucius
quote:
amalia:ΧΧΧ*, το λιγότερο που θα μπορούσα να πω είναι,
πως η τάση κάποιου να βγάζει εύκολα και χωρίς βάσιμη στήριξη συμπεράσματα, δεν είναι γνώρισμα σοφίας.
Πολύ περισσότερο, το να θεωρεί εαυτόν ως αντιπρόσωπο πάνω από 13.000 ανθρώπων (αναφέρομαι στο σύνολο των μελών του ESOTERICA), χωρίς καν να τους έχει ρωτήσει, είναι τουλάχιστον μία αστεία δήλωση.
Πες τα Αμαλία-μου!
((¶ντε γιατί σαν να ξέφυγαν μερικοί-μερικοί εδώ μέσα...))
«I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand.»
((*Σ.τ.Σ-τέως: Η λογοκρισία δική μου. Όπου ΧXX βάλτε ό,τι σας κάνει κέφι. // Γεια σου γραφιά!
))
"Looking at small advantages prevents great affairs from being accomplished."
- Confucius (551-479 BC)
"By three methods we may learn wisdom: First, by reflection, which is noblest; Second, by imitation, which is easiest; and third by experience, which is the bitterest."
- Confucius (551-479 BC)
"I do not want a friend Who smiles when I smile Who weeps when I weep For my shadow in the pool Can do better than that."
- Confucius (551-479 BC)
![]()
![]()
"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."
--Confucius
Αγιότητα
"Ημερολόγιο ήσυχο στον τοίχο, μια ημερομηνία κι οι άγιοι σιωπηλοί, χλωμοί κι αναμάρτητοι, σημειωμένοι μόνο με το μικρό τους όνομα, όπως τους φώναζε η μητέρα τους.
Κύριε, κανείς δεν ήθελε να μεγαλώσει"
Αιχμαλωσία
"Παρ' όλο που σε όλη μου τη ζωή βιαζόμουν, η νύχτα μ' έβρισκε πάντα απροετοίμαστο ή μάζευα τα φύλλα του φθινοπώρου, έχουν μια μυστηριώδη τύχη που μας ξεπερνά και γενικά τ' ανθρωπιστικά αισθήματα δε σ' ανεβάζουν ψηλά, το πολύ να φτάσεις ως τη λαιμητόμο ή ως το παράθυρο μιας γυναίκας με κόκκινα μαλλιά, και λέω κόκκινα γιατί αγαπώ το μέλλον, όπως και τα φαρμακεία τη νύχτα μοιάζουν με φανταστικές εξόδους κι οι ποιητές ονειρεύονται ρωμαϊκές γιορτές ή αρνούνται να πεθάνουν, κατά τα άλλα συνήθως καίγομαι, έτσι ξεχειμωνιάζω καλύτερα, ή στα σπίτια που μ' έδιωχναν άφηνα πάντα πίσω απ' την πόρτα ένα τσεκούρι.
Αλλά οι καλύτερες στιγμές μου είναι τα βράδια, όταν ανοίγω το παράθυρο κι αφήνω ελεύθερα τα ωραία ωδικά πουλιά που εγκυμνάζω τις ατέλειωτες ώρες τις αιχμαλωσίας"
Ανώμαλα πάθη
"Κάποτε θα θυμηθώ κάτι τόσο ωραίο, θα 'ναι φθινόπωρο σ' εκείνη τη μικρή πάροδο με τα υαλοπωλεία, εκεί που, όταν ξεπέσαμε, ο πατέρας πουλούσε ονειροκρίτες-από τότε δεν ξαναβγήκα απ' τ' όνειρο κι όμως κρύωνα, αλλά μπορούσα τουλάχιστο να παραδοθώ στ' ανώμαλα πάθη μου: τη μελαγχολία ή το συνωστισμό-γιατί, ας είμαστε ειλικρινείς, εγώ κανέναν ποτέ δεν αγάπησα κι αυτό το τρυφερό βλέμμα μου ήταν για εντελώς ιδιωτική χρήση σαν την αθανασία των ποιητών"
Ξημέρωμα
"Ο πατέρας φορούσε συνήθως έναν κατιφέ στο πέτο, κι η μητέρα
μια ρόμπα με ζωγραφιστά αρχαία ειδύλλια
κι όταν παίζαμε στην αυλή πατούσαμε μόνο στις άσπρες πλάκες:
έτσι δε βγήκαμε ποτέ απ' τ' όνειρο
η μικρή Άρκτος ερωτοτροπούσε με τον Σεπτέμβριο
ω παιδικότητα: αιωνιότητα αμετάφραστη
κι ο Θεός που απ' τις δακρυσμένες προσευχές των παιδιών που
φοβούνται τη νύχτα
φτιάχνει τις πρώτες γαλάζιες γραμμές της μέρας που στέλνουν
την ελπίδα στους ναυαγούς"
ΚΑΠΕΤΑΝ ΤΕΛΛΟΣ (ΑΓΡΑΣ)
"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."
--Confucius
Πίνακας αγνώστου ζωγράφου
"Κι έζησα πάντα με τον εαυτό μου, σαν δυο ακροβάτες που
μισούνται θανάσιμα
που όλη τη μέρα βρίζονται και ραδιουργούν κι ετοιμάζει το
θάνατο ο ένας του άλλου,
μα όταν έρθει η ώρα κι ανάψουν τα φώτα και το θέατρο
ξεχειλίσει απ' την πελώρια αναμονή
ορθοί κι οι δυο πάνω στο απέραντο, μοιραίο σκοινί
να, που βρίσκονται κιόλας πάνω απ' το μίσος και τον κίνδυνο
και το θαυμασμό
και τον χρόνο-αδερφωμένοι ξαφνικά
μες στην παμμέγιστη αρετή της Τέχνης"
Χοιροστάσιο
"Είχαν αλλάξει οι καιροί, τώρα δε σκότωναν, σ' έδειχναν μόνο με το δάχτυλο, κι αυτό αρκούσε. Ύστερα, κάνοντας έναν κύκλο που όλο στένευε, σε πλησιάζανε σιγά-σιγά, εσύ υποχωρούσες, στριμωχνόσουνα στον τοίχο, ώσπου, απελπισμένος, άνοιγες μόνος σου μια τρύπα να χωθείς.
Κι όταν ο κύκλος διαλυόταν, στη θέση του στεκόταν ένας άλλος, καθόλα αξιαγάπητος κύριος"
"Αφού κατά λάθος
ο κόσμος
είναι μια ποίηση"
ΚΑΠΕΤΑΝ ΤΑΣΟΣ (ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ)
"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."
--Confucius
Edited by - lorenzo on 15/06/2006 09:58:54
"Έπειτα από πολλούς δισταγμούς αναβολές κι αρνήσεις, τελικά το πήρα απόφαση. Έτσι, μπήκαμε σ' αυτόν τον επόμενο κύκλο. Με μια συνεπέστερη τώρα διακόσμησή της η κόλαση συνεχίζεται. Στα ενδιάμεσα π.χ. οποιασδήποτε γραφής, κάποτε στο κρίσιμο σημείο, υποχρεωμένος πάντοτε να ζήσω με σένα (χωρίς εμένα). Χάθηκε η περισυλλογή, εξαφανίστηκαν φυσικά κι όλα τ' απόρρητα κείμενα"
"Η Άλφα μου μιλάει με πείσμα για την Έψιλον. Επιμένει κι επιμένοντας ρωτάει. Γιατί τούτο; Γιατί εκείνο; Μα πώς; Μα εσύ; Η Άλφα δεν μπορεί να καταλάβει μήτε την επιθυμία μου, μήτε την αδιαφορία μου για την Έψιλον. Στο βάθος μια σκοτεινή ροπή μαζί μ' ένα αλαφρό ανατρίχιασμα σιχασιάς. Υπάρχει στην κορφή του κορμιού ένα κεφάλι, ένα όμορφο πρόσωπο, έκφραση ζώου που σκέφτεται. Υπάρχει μια έκφρασή της στον καθρέφτη με δυο πρόσωπα που αλληλοκοιτάζονται. Ψεύτη!, λέει η Άλφα τονίζοντας με έμφαση το ψι. Παιγνιδίσματα του εγωισμού της, γυναικεία φιλαρέσκεια, μονοπώλιο και κατοχή των πάντων"
"Υπάρχει λοιπόν ο χρόνος. Συνύπαρξη, συνύφανση παρελθόντος και παρόντος, μπορούμε να ειπούμε ταύτιση, όχι παράλληλη πορεία. Έτσι που να μην ξέρεις, η φωνή που ακούς, πότε είναι παρούσα και πότε παρελθούσα, επιβίωση, ανάμνηση φωνής...
Μια σκηνή στο παρελθόν διαδέχεται μια σκηνή του παρόντος, χωρίς κανένα φανερό σημάδι. Τα λόγια που ακούς τώρα έχουν ειπωθεί σήμερα; ή τ' άκουσες εδώ και πολύν καιρό;"
"Στη γλώσσα της ποίησης σημασία έχει όχι μόνο αυτό που βλέπεις (διαβάζεις) γραμμένο αλλά και το άλλο που δεν βλέπεις γραμμένο. Αυτό που κάποτε ακούγεται σα δεύτερος ήχος στα ενδιάμεσα των συλλαβών και των λέξεων-δεν είναι η σιωπή, μη βιάζεσαι-είναι ο ήχος που αφήνουν οι λέξεις όταν οι συλλαβές κι οι λέξεις τρίβονται-τα κόκαλά τους τρίβονται-η μια με την άλλη. Καμιά φορά ακούς λέξεις ολάκερες πίσω από το πρώτο ηχητικό (ή εννοιολογικό) επίπεδο, που συμπληρώνουν ή αντιμάχονται τις πρώτες. Καμιά φορά-σπάνια-πίσω από ένα ποίημα ή στα ενδιάμεσά του ακούς καθαρά κάτι σαν ένα δεύτερο ποίημα-η αίσθηση είναι παράξενη, ταράζεσαι τότε. Κι αυτό φυσικά δεν είναι ο αντίλαλος του πρώτου ποιήματος. Είναι ένα άλλο ποίημα, με μια δική του συναρμογή συλλαβών και λέξεων, διαφορετικό απ' το πρώτο"
"Η αλήθεια είναι πως μας λείπουν πολλές λέξεις. Κανείς δε φτιάχνει καινούργιες. Υπάρχουν κενά, εκεί μέσα ρίχνοντας όλοι άχυρα-έννοιες, σκουπίδια-εικόνες. Μιλάμε πολύ, γράφουμε πολύ, οι αγωγοί αποχετεύσεως κάτω από τη γλώσσα έχουνε βουλώσει"
"Κάθε φορά που εσύ έρχεσαι "έτσι", γίνεσαι "έτσι", εγώ αμύνομαι και για να γλιτώσω από σένα σε εξαφανίζω, τοποθετώ στη θέση σου ένα άλλο πρόσωπο άσχετο, ή μια φαντασίωση, μια παρόρμηση πολύ κρυφή, αλλάζω χώρο και χρόνο, αναπόφευχτη μετακόμιση, λοιπόν γλιτώνω από σένα, αφαιρώντας και αφαιρούμενος-περίπλοκες καταστάσεις"
"Τι είναι εκείνο που με αφοπλίζει, με παραδίνει ανυπεράσπιστο κάθε φορά, σε κάθε επιδρομή, σε κάθε λεηλασία του κυρίαρχου κι απέραντου χρόνου; Πού είναι τα τείχη που έστησα κατά καιρούς ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν; Μπορώ κι απόψε πάλι να κάνω ανώδυνα τις πραχτικές μου τοποθετήσεις; Μπορώ κάθε φορά να ξεκαθαρίζω με τον εαυτό μου τους ατελείωτους, κάποτε μισοσβησμένους, λογαριασμούς μου;
Ύστερα, το δικό μου παρελθόν είναι μια σκοτεινή περιοχή, επικίνδυνη για σένα (που σ' αρέσει να ψάχνεις) σου έχω πει πολλές φορές μην τη σκαλίζεις, δε θα μπορούσα να σου εξηγήσω. Άλλωστε κι αυτό το ποίημα που σου ανήκει, με όσα ξέρεις, με όσα έχεις διαβάσει ή έχεις ακούσει, μπορεί να σου προκαλέσει απορίες και πόνους καθώς θα φαίνονται ανάμεσα στους στίχους επίπεδα άγνωστα σε σένα, απροσδόκητες εναλλαγές, ακατανόητες ταυτίσεις. Αλλά πώς αλλιώς θα μπορούσα να εργαστώ, παρά σκαλίζοντας και σκάβοντας συνέχεια αυτό το γήινο, αντιφατικό, κάποτε αδιαπέραστο υλικό που με συνθέτει;"
"Σας έλεγα ο χρόνος είναι μόνο παρελθόν, το παρόν δεν υπάρχει, δεν προλαβαίνει να υπάρξει. Εκείνο που μόλις έγινε, μόλις ειπώθηκε είναι κιόλας ανάμνηση. Και σεις υπάρχετε σαν παρελθόν μέσω της μνήμης. Αυτό που λέτε "η ζωή μας" είναι ένας συρφετός εικόνες που τις συνάζετε σαν ένα θίασο εκ του προχείρου, όποτε είναι ανάγκη, όποτε θέλετε να δώσετε μια παράσταση με σκηνοθέτη τη μνήμη, που δεν έχει στο μεταξύ καμιά υποχρέωση να παρουσιάζει επί σκηνής μια πειθαρχημένη σειρά πραγμάτων, μια συρραφή γεγονότων όπως ακριβώς έχουνε συμβεί. Ο χώρος πάλι δεν είναι αναγκαστικά εξαρτημένος απ' το χρόνο. Μπορείτε να κάνετε μετατοπίσεις. Έτσι καθώς ωριμάζει κανείς, βλέπει τα πράγματα διαφορετικά. Ο χρόνος, η μνήμη, ο χώρος, έχουν αλλάξει σχέσεις (και διαστάσεις), τίποτα δεν είναι σταθερό"
"Συλλογισμοί πάνω στο ρόλο-και τη μοναδικότητα-του τυχαίου. Οι απίστευτες επιτυχίες του τυχαίου. Το χέρι σου δεν οδηγεί-οδηγείται. Κι από τι οδηγείται η κίνηση, η χειρονομία; Τι βαθύτερο, μέσα σου, οργανώνει τελικά το τυχαίο;"
............![]()
Νυχτολόγιο
"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."
--Confucius
Edited by - lorenzo on 15/06/2006 10:41:28
quote:
Το χέρι σου δεν οδηγεί-οδηγείται. Κι από τι οδηγείται η κίνηση, η χειρονομία; Τι βαθύτερο, μέσα σου, οργανώνει τελικά το τυχαίο;"
Και να ήταν μόνο το χέρι μας που οδηγείται...
Αποκλείεται να οδηγούμε μόνοι μας το ''τυχαίο'', έστω και αν βολεύει να μας ''οργανώνουν''?
Ποιός θα έχει μετά την ευθύνη?![]()
"Κι ένα άστρο που σου κρύβεται μη τύχει κι είσαι ο ιδιοκτήτης του"
"Μωβ ανθύλλια όλα στραμμένα
δυτικά της λύπης. Στο ένα πόδι
ξεκινήσαμε όλοι μας
αλλά για δυο περπατηξιές. Μια του απάτητου όρθρου
Και μια του δίχως τέλους δειλινού της Οίας. Οπού σημαίνει
Μέσα μας συμπυκνωμένα ημερονύχτια δρουν τα πιο πολλά
εν αγνοία μας"
"Κάνε άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά"
"ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ μου έδωσαν ελληνική
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου"
"ΤΙΣ ΗΜΕΡΕΣ ΜΟΥ άθροισα και δε σε βρήκα
πουθενά, ποτέ, να μου κρατείς το χέρι
στη βοή των γκρεμών και στων άστρων τον κυκεώνα μου!
Πήραν άλλοι τη Γνώση και άλλοι την Ισχύ
το σκοτάδι με κόπο χαράζοντας
και μικρές προσωπίδες, τη χαρά και τη θλίψη,
στη φθαρμένη την όψη αρμόζοντας.
Μόνος, όχι εγώ, προσωπίδες δεν άρμοσα,
τη χαρά και τη θλίψη πίσω μου έριξα,
γενναιόδωρα πίσω μου έριξα
την Ισχύ και τη Γνώση.
Τις ημέρες μου άθροισα κι έμεινα μόνος"
"ΜΟΝΟΣ κυβέρνησα*τη θλίψη μου
Μόνος αποίκησα*τον εγκαταλειμμένο Μάιο
Μόνος εκόλπωσα*τις ευωδιές
Επάνω στον αγρό*με τις αλκυονίδες
Τάισα τα λουλούδια κίτρινο*βουκόλισα τους λόφους
Επυροβόλησα την ερημιά*με κόκκινο!
Είπα: δε θα 'ναι η μαχαιριά*βαθύτερη από την κραυγή
Και είπα: δε θα 'ναι το Άδικο*τιμιότερο απ' το αίμα!
Το χέρι των σεισμών*το χέρι των λιμών
Το χέρι των εχτρών*το χέρι των δικών
Μου εφρένιασαν εχάλασαν*ερήμασαν αφάνησαν
Μία και δύο*και τρεις φορές
Προδόθηκα κι απόμεινα*στον κάμπο μόνος
Πάρθηκα και πατήθηκα*σαν κάστρο μόνος
Το μήνυμα που σήκωνα*τ' άντεξα μόνος!"
"Τόσο χώμα στις ρίζες μου έριξες, που κι η σκέψη μου χλόισε!
Τόσο φως μες στο αίμα, που κι η αγάπη μου πήρε
το κράτος και το νόημα τ' ουρανού.
Καθαρός είμαι απ' άκρη σ' άκρη
και στα χέρια του Θανάτου άχρηστο σκεύος
και στα νύχια των αγροίκων, λεία κακή.
Γιοι των ανθρώπων, να φοβούμαι τι;
Πάρετέ μου τα σπλάχνα, τραγούδησα!
Πάρετέ μου τη θάλασσα με τους άσπρους βοριάδες,
το πλατύ το παράθυρο γεμάτο λεμονιές,
τα πολλά κελαηδίσματα, και το κορίτσι το ένα
που και μόνον αν άγγιξα η χαρά του μου άρκεσε
πάρετέ μου, τραγούδησα!
Πάρετέ μου τα όνειρα, πώς να διαβάσετε;
Πάρετέ μου τη σκέψη, πού να την πείτε;
Καθαρός είμαι απ' άκρη σ' άκρη.
Με το στόμα φιλώντας εχάρηκα το παρθένο κορμί.
Με το στόμα φυσώντας χρωμάτισα τη δορά του πελάγους.
Τις ιδέες μου όλες ενησιώτισα.
Στη συνείδησή μου έσταξα λεμόνι"
(ΕΛΥΤΗΣ)
"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."
--Confucius