- Κανένα Ανέκδοτο να γελάσουμε? Part 1 - "Μεταξύ τυρού και αχλαδιού"
- Ωμέγας Αλέξανδρος!
Ρωτάει το ένα πρόβατο το άλλο:
- Πιστεύεις στην ζωή μετά το Πάσχα;
Ποια τροφή κατεβάζει τη σεξουαλικότητα κατά 95%;
Η γαμήλια τούρτα.
Το ανοίγει και βλέπει ότι μέσα στο κουτί ήταν ένας παπαγάλος.
"Ωραία", σκέφτεται, "ένα πανέμορφο πουλί για συντροφιά είναι ό,τι πρέπει".
- Μιλάς καθόλου; ρωτάει χαμογελαστός τον παπαγάλο.
- Τι λε ρε καραγκιόζη; -του λέει ο παπαγάλος- εγώ αν μιλάω ή εσύ ρε μπούφο που δεν μπορείς να ολοκληρώσεις ένα νόημα, ρε βλήμα, ρε έτσι, ρε αλλιώς.. κλπ ένα υβρεολόγιο απίστευτο, σα ναύτης στο λιμάνι.
Ο Φώτης τα έχασε.
- Σε παρακαλώ, λέει στον παπαγάλο, σταμάτα μας ακούει η γειτονιά.
- Σε πειράζει η γειτονιά, ρε κακομοίρη -φωνάζει ο παπαγάλος- και δεν σε πειράζει που δεν μπορείς να ξεκολλήσεις από τον καναπέ, παράσιτο, καμένε, ρε έτσι, ρε αλλιώς και πάλι ένα ακατάσχετο υβρεολόγιο με όλο και μεγαλύτερη ένταση φωνής.
Ο Φώτης δεν ήξερε τι να κάνει.
Προσπαθούσε να σταματήσει τον παπαγάλο αλλά εκείνος τον έβριζε φωνάζοντας όλο και περισσότερο. Στην απόγνωσή του ανοίγει το πορτάκι και σπρώχνει τον παπαγάλο στην κατάψυξη του ψυγείου.
Ο παπαγάλος και μέσα από την κατάψυξη συνέχιζε να βρίζει.
Ξαφνικά μετά από 3 λεπτά ο παπαγάλος σταμάτησε και απλώθηκε σιωπή.
Ο Φώτης ανακουφίστηκε στην αρχή αλλά αμέσως σκέφτηκε:
"Ρε συ το σκότωσα το πουλί. Εντάξει, βρίζει αλλά όχι και να το σκοτώσω. Μπορώ να το επιστρέψω".
Ανοιξε αμέσως την κατάψυξη. Ο παπαγάλος βγήκε με σοβαρό ύφος και ψιλοτρέμοντας είπε:
"Λυπάμαι για την επιθετική συμπεριφορά μου και ζητώ συγγνώμη γι αυτή.
Ομολογώ ότι παρεκτράπηκα και δηλώνω ότι θα κάνω προσπάθεια να διορθωθώ στο μέλλον".
Ο Φώτης έμεινε άναυδος για μια στιγμή.
Πριν προλάβει να ρωτήσει τι συνέβη ο παπαγάλος ρώτησε:
"Μπορώ να μάθω τι σου είχε κάνει το κοτόπουλο;"

- Μπαμπά, τι είναι πολιτική;
Ο πατέρας, που είναι φανερά ικανοποιημένος που ο γιος του δείχνει σημάδια ωριμότητας, του απαντάει με ένα παράδειγμα:
- Κοίταξε παιδί μου... Μια χώρα είναι σαν μια οικογένεια. Πάρε για παράδειγμα τη δική μας.
Η μαμά, είναι σαν την κυβέρνηση, κανονίζει τα πάντα μέσα στο σπίτι. Εγώ, ο πατέρας, είμαι σαν το μεγάλο κεφάλαιο, στηρίζω την οικονομία του σπιτιού.
Η υπηρέτρια, είναι σαν την εργατική τάξη, κάνει όλες τις εργασίες που πρέπει να γίνουν.
Εσύ, είσαι η κοινή γνώμη που παρατηρεί τα όσα συμβαίνουν γύρω της. Τέλος, το μωρό που έχουμε σπίτι συμβολίζει το μέλλoν της χώρας.
Σκέψου τα όλα αυτά το βράδυ, και αύριο θα συζητήσουμε για τα συμπεράσματα που έβγαλες, εντάξει;
- Εντάξει μπαμπά, απαντάει ο μικρός, και σκεφτικός πηγαίνει στο κρεβάτι του.
Στη διάρκεια της νύχτας και ενώ σκεφτόταν τα σοφά λόγια του πατέρα, ακούει κλάματα από την κούνια του μωρού. Σηκώνεται πάνω, πλησιάζει την κούνια και βλέπει ότι το μωρό έχει λερωθεί...
Πηγαίνει στην κρεβατοκάμαρα να το πει στην μητέρα του, ανοίγει την πόρτα και βλέπει μόνο τη μητέρα του στο κρεβάτι να κοιμάται.
Ο πατέρας άφαντος! Τον πιάνει πανικός!
Από την μισάνοιχτη πόρτα του δωματίου υπηρεσίας, ακούει ύποπτους θορύβους... Πλησιάζει, κοιτάει και βλέπει τον πατέρα του με την υπηρέτρια στα τέσσερα! Κάγκελο ο πιτσιρίκος!!!
"Τι να κάνω;", σκέφτεται, "να ξυπνήσω την μαμά; Θα δει τον μπαμπά με την υπηρέτρια. Να διακόψω τον μπαμπά; Ντρέπομαι, και ποιος θα αλλάξει το μωρό;;; Εγώ δεν ξέρω να το κάνω..."
Αποφασίζει, λοιπόν να κάνει την πάπια και πάει για ύπνο. Το επόμενο μεσημέρι, μετά το φαγητό, λέει ο πατέρας στον γιο:
- Λοιπόν; Σκέφτηκες αυτά που σου είπα εχθές;
- Ναι πατέρα, τα σκέφτηκα.
- Και τι συμπέρασμα έβγαλες;
- Όταν η κυβέρνηση κοιμάται, το μεγάλο κεφάλαιο πηδάει την εργατική τάξη , η κοινή γνώμη αδιαφορεί, και το μέλλον της χώρας είναι βυθισμένο στα σκατά !!

Τότε νιώθει ένα κτύπημα στον ώμο, γυρίζει και βλέπει μια μεγάλη μαύρη αρκούδα η οποία του λέει:
- Χρήστο, έχεις δύο επιλογές, ή σου χιμάω και σε σκοτώνω, ή κάνουμε σεξ.
Ο Χρήστος αποφασίζει ότι προτιμά τη ζωή, οπότε σκύβει μπροστά και δίνεται στη μαύρη αρκούδα.
Επί δύο εβδομάδες πονούσε, αλλά όταν έγινε καλά, ο Χρήστος ορκίστηκε να εκδικηθεί!
Πηγαίνει πάλι στο δάσος, βρίσκει τη μαύρη αρκούδα και τη σκοτώνει. Νιώθει πάλι κάποιος να τον κτυπάει στον ώμο.
Αυτή τη φορά είναι ένα τεράστιο γκρίζλι.
- Έκανες ένα τεράστιο λάθος, Χρήστο, του λέει το γκρίζλι... Διάλεξε τι θες, ή σε ξεσκίζω με νύχια και με δόντια, ή κάνουμε άγριο σεξ.
Για άλλη μια φορά ο Χρήστος σκέφτηκε πως ήταν καλύτερα να υποκύψει. Χρειάστηκε κάμποσες εβδομάδες για να συνέλθει, αλλά εξαγριωμένος πια ο Χρήστος, ξαναγυρίζει στο δάσος, βρίσκει το γκρίζλι και το σκοτώνει.
Αισθάνεται ότι επιτέλους, πήρε εκδίκηση, όταν νιώθει ένα κτύπημα στον ώμο. Γυρίζει και βλέπει μια τεράστια πολική αρκούδα.
- Έλα τωρα Χρήστο, του λέει η αρκούδα, παραδέξου το...Δεν έρχεσαι στο δάσος για το κυνήγι, έτσι;

Εκνευρίζεται, πιάνει αμέσως το σφουγγάρι, σβήνει τη λέξη και γυρίζει απότομα να δει ποιος από τη τάξη έκανε στη σκανταλιά, αλλά που....., όλα τα παιδάκια φαίνονταν να έχουν την αθωότητα γραμμένη στα πρόσωπα τους.
Δεν θέλει να δώσει και μεγαλύτερη έκταση στο πράγμα λόγω και της φύσης της λέξης και συνεχίζει το μάθημα της.
Την άλλη μέρα, ξαναμπαίνει στην τάξη και πάλι στο πίνακα η ίδια λέξη γραμμένη με μεγαλύτερα γράμματα αυτή τη φορά.
Τη σβήνει πάλι και αποσιωπά το θέμα, μια και δεν μπορεί να βρει τον ένοχο.
Την επόμενη μέρα συνεχίζεται το ίδιο βιολί με μεγαλύτερη τη λέξη και στο τέλος της εβδομάδας η λέξη έχει πια καταντήσει να καταλαμβάνει όλο τον πίνακα.
Τη Δευτέρα, μπαίνει στη τάξη περιμένοντας να δει την ίδια λέξη, αλλά φευ... η λέξη δεν υπάρχει και έχει αντικατασταθεί με μια επιγραφή που λέει:
"ΟΣΟ ΤΟ ΤΡΙΒΕΙΣ ΤΟΣΟ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΘΑ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙ"...!!!!

Πλησίαζαν τα γενέθλιά του και σκέφτηκε ότι ήταν μια καλή ευκαιρία να πει στη μαμά του τι δώρο ήθελε.
- Μαμά, είπε ο μικρός Δημητράκης, θέλω ένα ποδήλατο για τα γενέθλιά μου.
Ο μικρός Δημητράκης ήταν ένας μεγάλος φασαρτζής. Και στο σχολείο και στο σπίτι όλο μπελάδες δημιουργούσε. Έτσι λοιπόν η μαμά του τον ρώτησε αν πιστεύει ότι δικαιούται το δώρο.
- Φυσικά! είπε ο μικρός.
Η μαμά του, ήθελε να βάλει τον γιο της να σκεφτεί τη συμπεριφορά του όλο τον χρόνο που είχε περάσει. Έτσι, του είπε να πάει στο δωμάτιό του και να σκεφτεί πως φέρθηκε όλους τους μήνες, από τα προηγούμενα γενέθλιά του. "Και μετά", του είπε, " γράψε ένα γράμμα στον Θεούλη και εξήγησε γιατί σου αξίζει το ποδήλατο!"
Έτσι, ο μικρός Δημητράκης πήγε στο δωμάτιό του και άρχισε να γράφει:
- ΓΡΑΜΜΑ ΠΡΩΤΟ -
"Αγαπητέ Θεούλη,
Ήμουν πολύ καλό παιδί φέτος και θα θελα ένα ποδήλατο για τα γενέθλιά μου. Το προτιμώ κόκκινο.
Ο φίλος σου, Δημητράκης"
Ο Δημητράκης όμως, ήξερε ότι αυτά που έγραψε δεν ήταν αλήθεια. Δεν ήταν και τόσο καλό παιδί.
Έτσι, έσκισε το πρώτο γράμμα και ξανάρχισε:
- ΓΡΑΜΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ -
"Αγαπητέ Θεούλη,
Είμαι ο φίλος σου, ο Δημητράκης. Ήμουν καλό παιδί φέτος και θα θελα ένα κόκκινο ποδήλατο για τα γενέθλιά μου.
Σ' ευχαριστώ,
Ο φίλος σου, Δημητράκης"
Ήξερε όμως ότι ούτε αυτό ήταν αλήθεια. Έτσι, έσκισε κι αυτό το γράμμα και άρχισε ξανά:
- ΓΡΑΜΜΑ ΤΡΙΤΟ -
"Αγαπητέ Θεούλη,
Ήμουν εντάξει τη χρονιά που πέρασε. Θα 'θελα ένα ποδήλατο για τα γενέθλιά μου.
Δημητράκης"
Ο Δημητράκης ήξερε ότι ούτε αυτό το γράμμα μπορούσε να το στείλει στο Θεό. Έτσι έγραψε το...
- ΤΕΤΑΡΤΟ ΓΡΑΜΜΑ -
"Θεέ,
Ξέρω ότι δεν ήμουν καλό παιδί φέτος. Λυπάμαι πραγματικά. Θα γίνω καλό παιδί όμως αν μου στείλεις ένα ποδήλατο για τα γενέθλιά μου. Σε παρακαλώ...
Ευχαριστώ.
Δημητράκης"
Ο μικρός ήξερε όμως, ότι ακόμη κι αν έλεγε αλήθεια, αυτό το γράμμα δεν θα του 'φερνε το ποδήλατο... Τώρα πια ανησύχησε. Πήγε στην κουζίνα και είπε στη μαμά του ότι ήθελε να πάει στην εκκλησία. Η μαμά σκέφτηκε ότι το "κόλπο" της είχε πιάσει, μιας και είδε τον μικρό να είναι σκεφτικός και λυπημένος.
- Πήγαινε, αλλά να γυρίσεις γρήγορα.
Ο Δημητράκης πήγε στην εκκλησία της γειτονιάς. Μπήκε μέσα κι έριξε μια ματιά γύρω του να δει αν ήταν κανένας άλλος εκεί. Προχώρησε προς το ιερό και βρήκε μια εικόνα της Παναγίας. Πολύ προσεκτικά την ξεκρέμασε, την έχωσε κάτω από το παλτό του κι έφυγε από την εκκλησία τρέχοντας.
Μπήκε γρήγορα στο σπίτι του, χώθηκε στο δωμάτιό του και πήρε μολύβι και χαρτί...
- ΓΡΑΜΜΑ ΠΕΜΠΤΟ -
"Θεέ,
Έχω στα χέρια μου τη μάνα σου. Αν θέλεις να την ξαναδείς, στείλε μου το ποδήλατο...
(υπογραφή) Ξέρεις ποιος..."

![]()
Edited by - pandi on 18/08/2010 21:00:48
- Ρε Κωστίκα, ήρθε ο Παυλίκας από την Αμερική.
- Σώπα ρε! του λέει ο Κωστίκας.
- Και τι έκανε;.
- Σπούδαζε.
- Τι;
- Δεν ξέρω πάω να τον ρωτήσω.
Μια και δυο πάει ο Γιωρίκας και βρίσκει τον Παυλίκα. - Τι έγινε ρε Παυλίκα; Τι έκανες στην Αμερική;
- Σπούδαζα.
- Τι;
- ΓΝΩΣΤΙΚΟΛΟΓΙΑ!
- Τι είναι αυτό;
- Άκου, του λέει. Πρέπει να σου δώσω ένα παράδειγμα. Έχεις ενυδρείο σπίτι σου;
- Ναι.
- Άρα σου αρέσει το νερό.
- Ναι.
- Άρα σου αρέσει η θάλασσα.
- Ναι.
- Άρα σου αρέσει η παραλία.
- Ναι.
- Άρα σου αρέσουν οι γυναίκες που ξαπλώνουν στην παραλία.
- Ναι.
- Άρα ΕΙΣΑΙ ΑΝΤΡΑΣ!
Τρελαίνεται ο Γιωρίκας, τρέχει και βρίσκει τον Κωστίκα.
- Τρομερός επιστήμονας ο Παυλίκας, του λέει.
- Τι σπούδασε ρε; τον ρωτάει.
- ΓΝΩΣΤΙΚΟΛΟΓΙΑ!
- Και τι είναι αυτό;
- Παίρνει το περισπούδαστο ύφος ο Γιωρίκας και λέει:
- Πρέπει να στο πω με ένα παράδειγμα. Έχεις ενυδρείο σπίτι σου;
- Όχι.
- Ε, είσαι πούστης!

- Γιατί πέρσι ήταν Jackpot !!!
+++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++
+++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++
Ο Γιωρίκας είναι ένας εμπορος επίπλων και έφτασε στην Γαλλια για επαγγελματικό ταξίδι.
Εκεί στο ξενοδοχείο που διέμενε γνώρισε μια πολύ όμορφη Γαλλίδα.Όμως το πρόβλημα ήταν ότι αυτός μιλούσε μόνο αγγλικά και η άλλη μόνο γαλλικά ετσι ήταν αδύνατο να συννενοηθούν με τα λόγια.
Έτσι αυτος έβγαλε ένα μπλοκάκι και ένα στυλό και ζωγράφισε ένα ταξί.
Αυτή του χαμογέλασε και πήραν ένα ταξι και πηγαν μια βόλτα σε ένα πάρκο.
Αργότερα ζωγράφισε ένα τραπέζι σε ένα εστιατόριο και ένα ερωτηματικό από δίπλα, αυτή συμφωνησε και έτσι πηγαν και για δειπνο.
Μετα το δείπνο, ζωγράφισε δυο χορευτές και αυτή ενθουσιάστηκε.
Όλο το βράδυ γυρνούσαν στα κλαμπ και όταν ξημερώματα πια γυρίσαν στο ξενοδοχείο, η Γαλλίδα του ζήτησε το μπλοκάκι. Αυτός της το έδωσε και αυτη ζωγράφισε ένα μεγάλο κρεβάτι και ένα ερωτηματικό και του το έδειξε χαμογελώντας με νόημα...
Από τοτε πέρασαν δυο μήνες και ο Γιωρίκας ακομη αναρωτιέται πως έμαθε η Γαλλιδα ότι ήταν έμπορος επίπλων!!

Φθάνοντας, σε μια σπηλιά, αποφασίζουν ποιος θα μπει μέσα...
- Εγώ, φωνάζει ο Πανίκας που θέλει να δείξει ότι και αυτός δεν φοβάται τίποτα.
Τον δένουν με σχοινί, και του λένε:
- Αν συμβεί κάτι τράβηξε τό, και θα σε ανεβάσουμε.
Περνάει μιά ώρα, περνάει δεύτερη, ο Πανίκας τίποτα. Μετά από τρεις ώρες, αποφασίζουν να τον ανεβάσουν. Τον τραβούν επάνω, βλέπουν ο Πανίκας δεν έχει κεφάλι.
- Αμάν, βρε Κωστίκα!!! Είχε κεφάλι, όταν ξεκινήσαμε;
- Δεν θυμάμαι καθόλου, πάμε στην Μαρίκα να μας πει.
Φθάνοντας στο χωριό, πάνε στη Μαρίκα.
- Για πές μας, ο άντρα σου όταν φύγαμε από εδώ, είχε κεφάλι;
- Αν είχε κεφάλι, δεν θα ερχόταν μαζί σας!!!
++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++
++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++
Nέα Γιόρκη ώρα μηδέν ο πρώτος πύργος έχει ήδη πέσει και ο 2ος φλέγεται και είναι έτοιμος να καταρρεύσει, οι Αμερικάνοι έχουν χάσει τους περισσότερους πυροσβέστες από την κατάρρευση του πρώτου πύργου και κάνουν έκκληση για βοήθεια.
Ο πρόεδρος Μπους καλεί στο πορτοκαλί τηλέφωνο τον Σημίτη να του στείλει επειγόντως την καλύτερη ΕΜΑΚ του κόσμου, στέλνει λοιπόν ένα αεροπλάνο με ταχύτητα πάνω από 5 ΜΑΧ και σε λίγα λεπτά η Ελληνική ΕΜΑΚ που αποτελείται από τον Kωστίκα και τον Γιωρίκα φτάνει κάτω από τον πύργο.
Στον 113ο όροφο είναι ένα νηπιαγωγείο που κινδυνεύει. Αφού παίρνουν το τελικό ΟΚ ο Γιωρίκας και ο Κωστίκας αναλαμβάνουν δράση. Ο Γιωρίκας τοποθετεί ειδικές βεντούζες στα χέρια - πόδια και αρχίζει την αναρρίχηση, ο Κωστίκας παρακολουθεί με κιάλια από κάτω.
Σε χρόνο dt ο Γιωρίκας σαν τον Spiderman έχει ανέβει στον 113ο όροφο, σπάει το τζάμι και μπαίνει στο χώρο του νηπιαγωγείου, αρπάζει το πρώτο αγοράκι και το πετάει από το παράθυρο, ο Κωστίκας το βλέπει με τα κιάλια να πέφτει στο κενό, ο κόσμος παρακολουθεί με αγωνία, τελευταία στιγμή πριν πέσει στο έδαφος ο Κωστίκας αφήνει τα κιάλια και με αστραπιαία κίνηση το αρπάζει και το αφήνει στο έδαφος.
Ο κόσμος ενθουσιασμένος γύρω του χειροκροτά. Eπάνω ο Γιωρίκας αρπάζει ξανά και ξανά τα παιδάκια τα πετάει από το παράθυρο και επαναλαμβάνεται επιτυχώς η διαδικασία.
Σε μια στιγμή ο Γιωρίκας Έχει μπροστά του ένα μαύρο παιδάκι το πετάει κι αυτό από το παράθυρο, ο Κωστίκας από κάτω το παρακολουθεί με τα κιάλια, αλλά δεν κάνει καμία κίνηση να το σώσει, αφήνοντας το να σκάσει στο έδαφος. Aκούγεται ένα επιφώνημα απογοήτευσης από τον κόσμο που παρακολουθεί-δεν αντέδρασε εγκαίρως σκέφτονται- ο Γιωρίκας συναντά επάνω και δεύτερο μαυράκι, το πετάει από το παράθυρο, ο Γιωρίκας το βλέπει με τα κιάλια αλλά πάλι δεν αντιδρά και το αφήνει να σκάσει κάτω.
Aνοίγει τότε τον ασύρματο ο Γιωρίκας και λέει στον Kωστίκα επάνω:
- "Δεν έχουμε πολύ χρόνο, μην μου ρίχνεις τα καμένα!"

Σου γράφω λίγες γραμμές, για να δεις ότι ζω.
Συγχώρεσε με που δακτυλογραφώ την επιστολή, αλλά, όπως ξέρεις, δεν ξέρω ούτε να διαβάζω ούτε να γράφω. Επίσης δακτυλογραφώ αργά, γιατί κι εσύ διαβάζεις αργά.
Δεν θα βρεις το σπίτι, όταν επιστρέψεις, γιατί μετακομίσαμε. Δεν ξέρω να σου πω την νέα μας διεύθυνση, γιατί οι προηγούμενοι ένοικοι πήραν μαζί τους το οδόσημο και τον αριθμό, ώστε να μην αλλάξουν την διεύθυνσή τους.
Ο πατέρας σου έχει μια νέα μοναχική δουλειά και από κάτω του βρίσκονται 500 άτομα. Κόβει το γκαζόν στο νεκροταφείο.
Την προηγούμενη βδομάδα έβρεξε μόνο 2 φορές. Την πρώτη έβρεχε για 3 μέρες και την δεύτερη έβρεχε για 4 μέρες.
Θυμάσαι τον φίλο σου τον Κωστίκα; Ε, πάει πέθανε. Πέθανε ο πατέρας του και ζήτησε να θαφτεί στην θάλασσα. Ο Κωστίκας πνίγηκε ενώ έσκαβε τον τάφο του.
Στο ψυγείο έβαλα ένα άδειο κουτί γάλα για να πίνεις τον καφέ σου μέτριο χωρίς γάλα, όπως σου αρέσει.
Η αγαπημένη σου μητέρα
ΥΓ Θα σου έστελνα και μερικά χρήματα, αλλά ήδη έκλεισα τον φάκελο.
++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++
++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++
Ο Σαντάμ Χουσεΐν καθόταν στο γραφείο του κι ετοίμαζε την επόμενη επιστολή του προς τον αμερικανικό λαό όταν χτύπησε το τηλέφωνο.
- Εμπρός;
- Κύριε Χουσεΐν, εσείς; ακούστηκε στην άλλη άκρη της γραμμής μια φωνή με περίεργη προφορά. Εγώ είμαι ο Γιωρίκας και σας παίρνω να σας πω ότι σας κηρύσσουμε τον πόλεμο!
- Και πολύ καλά κάνεις που τηλεφώνησες να μου το πεις, απαντά ο Σαντάμ. Για πες μου, Γιωρίκα, πόσο μεγάλος είναι ο στρατός σου;
- Αυτή τη στιγμή, λέει ο Γιωρίκας καθώς κάνει τη σούμα στο μυαλό του, εγώ, ο ξάδερφός μου ο Κωστίκας, ο κουμπάρος μου, ο γείτονάς μου ο Αλεξίκας και η ομάδα του ταβλιού από το καφενείο - οκτώ, συνολικά.
Ο Σαντάμ αναστενάζει.
- Οφείλω, Γιωρίκα, να σου πω ότι έχω ένα εκατομμύριο ετοιμοπόλεμους άνδρες που με μια κουβέντα μου είναι διατεθειμένοι να δώσουν τη ζωή τους.
- Αλήθεια; Θα σας ξαναπάρω, λέει ο Γιωρίκας και κλείνει.
Δεν πέρασαν 24 ώρες και ο Γιωρίκας ξανατηλεφωνά.
- Κύριε Χουσεΐν, λέει, η κήρυξη πολέμου εξακολουθεί να ισχύει. Τώρα μαζέψαμε και κάποιον εξοπλισμό...
- Τι εξοπλισμό μαζέψατε, Γιωρίκα; τον ρωτάει ο Σαντάμ.
- Δύο αλωνιστικές, μια μπουλντόζα και το τρακτέρ του μπατζανάκη μου.
Για άλλη μια φορά, ο Σαντάμ δεν αντέχει να μην αναστενάξει.
- Γιωρίκα, θα πρέπει να σου πω ότι έχω 16.000 τανκς, 14.000 τεθωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού, και από χτες που μιλήσαμε ο στρατός μου αυξήθηκε στο 1,5 εκατομμύριο.
- Διάβολε, λέει ο Γιωρίκας, τι να πω τώρα; Θα σας ξαναπάρω.
Και κλείνει το τηλέφωνο αλλά δυο μέρες αργότερα, να τον πάλι.
- Κύριε Χουσεΐν, παραμένει η κήρυξη πολέμου. Αυτή τη φορά αποκτήσαμε εναέριες δυνάμεις. Έχουμε τώρα και το ψεκαστικό του κοινοτάρχη, του βάλαμε και καραμπίνες επάνω. Α, ναι, μαζί μας είναι τώρα και η ποδοσφαιρική ομάδα του χωριού.
Εντυπωσιασμένος από την κλιμάκωση, ο Χουσεΐν μένει σκεπτικός για δευτερόλεπτα, βγάζει άλλον ένα στεναγμό και λέει:
- Γιωρίκα, δεν μπορώ να σου κρύψω ότι έχω 10.000 βομβαρδιστικά, 20.000 Μιγκ, και οι βάσεις μας προστατεύονται από βλήματα εδάφους-αέρος. Και κάτι άλλο: από προχθές που μιλήσαμε, ο στρατός μου αυξήθηκε στα δύο εκατομμύρια.
- Βρε ..., βρίζει ο Γιωρίκας. Θα ξαναπάρω, λέει και κλείνει το τηλέφωνο.
Δεν πέρασε πολλή ώρα και ξαναπαίρνει τηλέφωνο.
- Κύριε Χουσεΐν, δυστυχώς πρέπει να σας ανακοινώσω ότι αποσύραμε την κήρυξη πολέμου.
- Τι λες, Γιωρίκα, πολύ με στεναχωρείς. Γιατί, βρε παιδί μου; Τι έγινε κι αλλάξατε γνώμη;
- Να σας πω, απαντά ο Γιωρίκας, κάτσαμε και το κουβεντιάσαμε και είδαμε ότι δεν μπορούμε να θρέψουμε δύο εκατομμύρια αιχμάλωτους.

Η μηχανή που γνωρίζει τα πάντα για εσάς.
Πήγε κοντά και έβαλε ένα νόμισμα. H μηχανή τότε είπε:
- "Είσαι ο Γιωρίκας Παναΐδης και παρόλο που κοντεύεις τα 55 είσαι δεν έχεις πηδήξει ποτέ γυναίκα!"
Ο Γιωρίκας, αν και ενθουσιασμένος, ενοχλήθηκε από αυτή τη δήλωση και ξαναπροσπάθησε, αυτή τη φορά φορώντας ένα καπέλο, μαύρα γυαλιά και καμπαρντίνα. Πήγε ξανα στο μηχάνημα:
"Είσαι ο Γιωρίκας Παναΐδης και παρόλο που κοντεύεις τα 55 είσαι δεν έχεις πηδήξει ποτέ γυναίκα!"
Αυτή τη φορά ο Γιωρίκας θύμωσε.
- Θα σε ξεγελάσω εγώ παλιομηχάνημα.
Μεταμφιέστηκε σε ινδιάνο, με φτερά, έβγαλε το πουκάμισό του βάφτηκε με μαύρη μπογιά. Άρχισε να χορεύει το χόρο της φωτιάς, να βγάζει αλαλαγμούς. Έβαλε άλλο ένα νόμισμα και το μηχάνημα τότε είπε:
- "Ό,τι και να κάνεις θα είσαι πάντα ο Γιωρίκας Παναΐδης που παρόλο που κοντεύεις τα 55 και δεν έχεις πηδήξει ποτέ γυναίκα, από τις μαλακίες σου, έχασες το τρένο."

Καλέ μου γιε,
Σου γράφω σιγά γιατί ξέρω πως δε μπορείς να διαβάσεις γρήγορα.
Δε μένουμε εκεί που μέναμε παλιά. Ο μπαμπάς σου διάβασε στην εφημερίδα ότι τα περισσότερα ατυχήματα γίνονται μέσα σε 20 χιλιόμετρα από το σπίτι και έτσι μετακομίσαμε.
Δε μπορώ να σου στείλω τη διεύθυνση γιατί η τελευταία οικογένεια που έμενε εδώ πήρε μαζί της τα νούμερα για να μην αλλάξουν διεύθυνση.
Το καινούριο σπίτι έχει και πλυντήριο. Την πρώτη μέρα έριξα τέσσερα πουκάμισα τράβηξα το χερούλι και δεν τα ξαναείδαμε από τότε. Έβρεξε δυο φορές την τελευταία εβδομάδα εδώ. Τρεις μέρες την πρώτη και τέσσερις τη δεύτερη.
Το παλτό που ήθελες να σου στείλω, η θεια σου είπε ότι θα είναι βαρύ για το ταχυδρομείο με όλα αυτά τα κουμπιά, και έτσι τα κόψαμε και τα βάλαμε στην τσέπη για να τα βρεις.
Η οικογένεια είναι καλά. Ο πατέρας σου έχει μια υπεύθυνη δουλειά. Να φανταστείς 500 άτομα είναι από κάτω του. Κόβει το γρασίδι στο νεκροταφείο.
Η αδελφή σου έκανε παιδί σήμερα το πρωί. Δεν έμαθα αν είναι αγόρι ή κορίτσι και έτσι δεν ξέρω αν είσαι θείος ή θεία. Πήραμε τις προάλλες ένα λογαριασμό από το νεκροταφείο. Έλεγε ότι αν δε πληρώσουμε τη τελευταία δόση για το τάφο της γιαγιάς θα μας την επιστρέψουν.
Τα δυσάρεστα τώρα. Τρεις φίλοι σου πέσανε με το φορτηγάκι από τη γέφυρα. Ο Βασίλης οδηγούσε ο Γιώργος και ο Γιάννης ήταν πίσω στο ανοιχτό. Ο Βασίλης σώθηκε κατέβασε το παράθυρο και κολύμπησε στην ακτή αλλά οι άλλοι δυο πνίγηκαν. Δεν μπορούσαν να κατεβάσουν την πορτούλα για να φύγουν.
Ο θείος σου έπεσε σε ένα βαρέλι με ουίσκι. Μερικοί προσπάθησαν να τον βγάλουν αλλά τους έδιωξε όλους και πνίγηκε.
Όχι πολλά νέα αυτή τη φορά. Τίποτα σημαντικό δεν έγινε. Να μας γράφεις πιο συχνά.
Με αγάπη
Η μαμά σου.
ΥΓ. Θα σου έστελνα λεφτά αλλά ο φάκελος ήταν ήδη κλειστός.

Βρίσκουν ένα και χτυπάνε το κουδούνι.
- Γεια σας. Σε τί μπορώ να σας βοηθήσω;
- Για το διαμέρισμα ενδιαφερόμαστε. Αλλά θέλαμα να μάθουμε και κάποιες λεπτομέρειες για την περιοχή.
- Βεβαίως...
- Ωραία. Από ότι βλέπουμε έχει ωραία θέα.
- Ναι, έχει την ακρόπολη. Επίσης έχει και το τρένο, εδώ σε 10 μέτρα.
- Κάνει πολύ θόρυβο;
- Πώς, πως, κάνει κάτι μικροθορύβους μιας και είναι παλιό. Αλλά μην φοβάστε. Την πρώτη μέρα θα σας φανεί κάπως, αλλά την δεύτερη θα είναι σαν να μην υπάρχει.
Πετάγεται η ξανθιά:
- Αχ, ωραία αγάπη μου, να το πάρουμε!
- Τί λες, μωρουλίνι μου... Καλά για την θέα που έχει, αλλά τον θόρυβο πού τον βάζεις;
- Ε, εντάξει μωρέ... Αφού λέει ότι την δεύτερη μέρα θα είναι σαν να μην υπάρχει. Την πρώτη μέρα πάμε σε ένα ξενοδοχείο...

- "Περπατώ και σε γράφω στα [...]"
++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++
++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++
Ηταν ο σύζυγος στην δουλειά και ξαφνικά τον παίρνει τηλέφωνο η ξανθιά του σύζυγος κλαίγοντας:
- Έλα αγάπη μου, τι συμβαίνει;
- Ασε Κώστα μου, εδώ και πέντε ώρες παιδεύομαι με ένα παζλ που έχει πάνω ένα κόκορα, και δεν μπορώ να το κάνω!!!
- Ας το, μωρό μου, μέχρι να έρθω σπίτι και θα το κάνουμε μαζί. Εντάξει;
- Εντάξει!
Μετά από πέντε ώρες επιστρέφει ο σύζυγος από την δουλειά.
- Αγάπη μου γύρισα! Που είσαι; Και που είναι αυτό το παζλ που σε δυσκόλεψε;
- Στην κουζίνα είμαι, και εγώ και το παζλ!
- Που είναι τώρα αυτό το παζλ;;; Ααααα!!! Μάλιστα. Μην ανησυχείς αγάπη μου, θα βάλουμε τα κορν-φλέικς πίσω στο κουτί τους, και δεν θα το πούμε σε κανέναν!

- Πάω στοίχημα 500 ευρώ ότι θα πέσει ο πρωταγωνιστής από την γέφυρα! λέει η μελαχρινή.
- Εντάξει, μέσα! απαντάει η ξανθιά.
Μετά από λίγο, ο πρωταγωνιστής πηδάει από την γέφυρα και η ξανθιά πάει να δώσει τα λεφτά στην μελαχρινή.
- Όχι, μωρέ! Αστο, λέει η μελαχρινή. Το είχα ξαναδεί αυτό το έργο.
- Κι εγώ, λέει η ξανθιά. Απλά δεν μπορούσα να πιστέψω ότι θα έπεφτε και δεύτερη φορά...
++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++
++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++
Πάει μια ξανθιά νταλικέρισσα να περάσει την νταλίκα από ένα τούνελ, αλλά η νταλίκα είναι ψηλή και δεν χωράει.
Ανεβαίνει η ξανθιά στην οροφή της νταλίκας με ένα σφυρί, και την κοπανάει για να χαμηλώσει.
Την βλέπει ένας άλλος οδηγός και την ρωτάει:
- Κοπελιά, γιατί δεν ξεφουσκώνεις λίγο τα λάστιχα για να περάσει;
- Βρε χαζέ, τί λές; Από κάτω χωράει, από πάνω δεν χωράει!

- Μπορεί κάποια να μου πει ποια χώρα είναι αυτή;
Απόλυτη σιγή στην αίθουσα.
- Ελάτε κορίτσια, θα σας βοηθήσω, είναι μια μεγάλη κομουνιστική χώρα της Ασίας. Έχει δισεκατομμύρια κατοίκους.
Απόλυτη σιγή. Η καθηγήτρια τα παίρνει στο κρανίο.
- Είναι η Κίνα κοπέλες μου! Η Κίνα!
Προσπαθεί να ηρεμήσει και κάνει μια άλλη δοκιμή.
Δείχνει την Αμερική στον χάρτη.
- Ποια είναι αυτή η χώρα;
Και γίνεται ένα θαύμα. Η Πόπη σηκώνει δειλά το δάχτυλο.
- Μπράβο Πόπη, πες μας ποια χώρα είναι!
- Η Αμερική; λέει η Πόπη.
- Μπράβο Πόπη το βρήκες! Είναι η Αμερική. Μπορείτε τώρα να μου πείτε ποιος ανακάλυψε την Αμερική;
Και όλη η τάξη λέει με ενθουσιασμό:
- Η Πόπη!!!
++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++
++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++
Ήταν μια ξανθιά σε έναν ουρανοξύστη και κοίταζε κάτω.
Βλέπει έναν άνθρωπο καθισμένο σε ένα παγκάκι και φυσικά τον βλέπει μικρό λόγω της απόστασης.
Κατεβαίνει μερικούς ορόφους, ο άνθρωπος φαίνεται πιο μεγάλος.
Κατεβαίνει και άλλο, τον βλέπει ακόμα μεγαλύτερο.
Κατεβαίνει κι άλλο, βγαίνει από τον ουρανοξύστη και πάει και τον αγκαλιάζει.
Αυτός την ρωτά έκπληκτος:
- Συγνώμη, με ξέρετε;
- Πώς, από τόσο δα μικρούλη!
