- ΟΥΡΑΝΙΟΣ ΝΌΟΣ ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ - .-= Η ΣΟΦΙΑ =-.
ΕνΩΧ 21 Νοεμβρίου 2014
Θεός ἀεὶ παρών!
Ἰησοῦς Χριστός ὁ Ἀμνός καὶ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ Μέγας Ἀρχιερεύς καὶ Φῶς τοῦ Κόσμου.
Εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, πρὶν Ἀβραὰμ γενέσθαι ἐγὼ εἰμί. (Ἰω.8:58).
Μάρτυς Παναγίου Ἰωάννου ο Αμήν, ὁ φυλάττων πᾶσαν προφητείαν, Λόγος Ἐν Ὧ Χριστός, Γνῶσις Δωρεάν καὶ Ἄτη Κυρίου.
Εἶπον ὑμῖν (ΕνΩΧ 18.7.2014):
«Πριν λοιπόν από την είσοδο του Ω στο ελληνικό αλφάβητο, το μακρόν Ο γραφόταν
† είτε όπως και το βραχύ Ο, δηλαδή Ο.
† είτε σαν ΟΥ, κυρίως όταν ήταν άτονο, ιδίωμα που συναντάται ακόμη και σήμερα στην προφορά συνήθως της ελληνικής επαρχίας.
† είτε σαν ΑΥ. Η δίφθογγος ΑΥ, όπως αι περισσότερες δίφθογγοι, δεν είχαν την προφορά που έχουν σήμερα.Με την έλευση του Ω, πολλές λέξεις παρουσίασαν το εξής ενδιαφέρον φαινόμενο: ενώ μέχρι τότε είχαν πάνω από δύο σημασίες, στην συνέχεια μοίρασαν τις δύο σημασίες σε δύο γραφές: στην καινούργια με Ω και στην παλαιά με την δίφθογγο ΑΥ.»
Καὶ διδάσκω τώρα ὑμῖν περὶ λέξεων, τὰς ὁποίας λαλεῖτε ἀπὸ τὴν ἀρχήν τοῦ χρόνου, οὐδὲν γνωρίζοντες περὶ τῆς σημασίας αὐτῶν.
ΝΌΟΣ
Περὶ τοῦ Νοῦ ἤ Νοός εἶπον ὑμῖν (ΕνΩΧ 14.11.2014):
«Ο Νοῦς χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὶς ἰδιότητές του, πρώτη και κυρίαρχη ἡ Σκέψη, καὶ ἐν συνεχείᾳ ἡ Ροή, ἡ Κολύμβηση, ἡ Πλεύση, ἡ Πορεία, ἡ Ἐφόρμηση, ἡ Οἴκηση, ἡ Σώρευση, τὸ Γνέθειν.»
Η αρχική λέξη είναι Νόος, και λόγω των διαφορετικών γραφών του διπλού-μακρού Ο (Ωμέγα), εγράφετο επίσης ως Νῶς ἤ Νοῦς. Ομοίως βεβαίως προεφέρετο και η λέξις Ναῦς (το πλοίο), ένεκα της προγενεστέρας γραφής του Ω ως ΑΥ, και βεβαιότατα λόγω της ταυτοσήμου εννοίας των δύο λέξεων («Όλες οι έννοιες του Νού συνυπάρχουν στην οντότητα της Νηός, του Πλοίου, του Καραβιού»), αι οποίες έννοιες διεμοιράσθησαν στις δύο γραφές, όπως ανεφέρθη παραπάνω.
Η κλίση του ονόματος διαφοροποιήθηκε διασταυρώνοντας την μορφή του, ο Νόος ως δευτερόκλιτο έκανε γενική του Νοῦ, ενώ ο Νοῦς ως τριτόκλιτο απέκτησε γενική του Νοός.
ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ
Οι λεξικογράφοι εν τη ρηχότητί των, θεωρούσι την ετυμολογίαν της λέξεως άγνωστον ή σκοτεινήν (απείρως σκοτεινόν ἐστι μόνον το μέγεθος της αγνοίας των), έχει δε η λέξις αύτη διασωθεί αποκλειστικώς ως τοπωνύμιον περιοχής της Αργολίδος γης, ἔνθα τὸ θέατρον τοῦ Πολυκλείτου καὶ τὸ μέγα Ἀσκληπιεῖον, διαπρεπὴς ναός γνώσεως καὶ πολύφημον νοσοκομεῖον.
Ευρίσκονται όμως στα σύγχρονα λεξικά (Λίδδελλ-Σκοττ) αι εξής λέξεις μετά της αντιστοίχου ερμηνείας:
† Δωρέω ἤ Δωρέομαι, δίδω, παρέχω, χαρίζω δῶρον.
† Ἐπιδωρέομαι, δωροῦμαι προσέτι.
† Ἀποδωρέομαι, δωροῦμαι, δίδω ὡς δῶρον, χαρίζω.
† Ἀντιδωρέομαι, παρέχω τι ὡς δωρεάν ἀντὶ ἐκείνου ὅπερ ἔλαβον. Ὡσαύτως, τινί τι, πρᾶγμά τι εἴς τινα, ὡς ἀνταμοιβήν καλῆς πράξεως.
† Ἀντιδωρεά, ἡ, ἀνταπόδοσις δωρεᾶς, ἀνταμοιβή.
† Ἀντίδωρον, τό, τὸ ὡς ἀντιδωρεά διδόμενον.
Ὁμιλῶν ἁπλῶς ἵνα πάντες νοήσωσι:
• Επειδή δεν νοείται πράξις (Δωροδοσίας ή Δωρεάς) άνευ αντικειμένου (Δώρου).
• Επειδή δεν νοείται αχαρακτήριστον αντικείμενο (Δώρον) από χαρακτηρισμένη πράξη (Δωρεά).
• Επειδή δεν νοείται να χαρακτηρίζεται μόνον το προϊόν της Αντιδωρεάς και να μη χαρακτηρίζονται αντιστοίχως τα προϊόντα των άλλων πράξεων Δωρεάς.
Ευλόγως συμπεραίνομεν ότι όλα τα είδη Δώρων χαρακτηρίζονται από το είδος της Δωροδοσίας/Δωρεάς, οπωσδήποτε λοιπόν προκύπτουν το Απόδωρον και το Επίδωρον.
Η λέξις ΔΩΡΟΝ πολλάκις συναντάται σε σύνθετες μορφές και σε μικτή επιθετική-ουσιαστικοποιημένη χρήση (ως επίθετον και ουσιαστικόν, κυρίως σε κύρια ονόματα), π.χ. Ἰσίδωρος, Διόδωρος, Θεόδωρος. Η χρήσις αυτή καταδεικνύει την ύπαρξιν και κλίσιν ως δευτερόκλιτον επίθετον, δηλαδή ο,η θεόδωρος, το θεόδωρον, ή ο, η αντίδωρος, το αντίδωρον, ή ο,η επίδωρος, το επίδωρον. Όταν χρησιμοποιείται ως κύριον όνομα θηλυκού γένους, παίρνει την μορφήν πρωτοκλίτου (Ισιδώρα, Θεοδώρα).
Το ΑΝΤΙΔΩΡΟ που δίνει η εκκλησία είναι κάτι που δίνεται ως ανταμοιβή καλής πράξεως. Ως καλή πράξις θεωρείται η συμμετοχή του πιστού στην Θεία Λειτουργία· και ως ένα βαθμό, είναι. Δεν μπορεί όμως να συγκριθεί η πράξη αυτή με την ΘΕΙΑ ΘΕΛΗΣΗ και ΕΥΛΟΓΙΑ της Θείας Λειτουργίας· αυτή καθαυτή η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ και η εξ αυτής Ευλογία είναι το ΜΕΓΑ ΔΩΡΟΝ προς τον άνθρωπον.
Ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς· ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα· καὶ ὁ ἄρτος δὲ ὃν ἐγὼ δώσω, ἡ σάρξ μού ἐστιν, ἣν ἐγὼ δώσω ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς. (Ἰω. 6:51)
Ουδέ δύναται να συγκριθεί οιοδήποτε υλικό δώρο με το πνευματικό δώρο που δέχεται ο άνθρωπος από τον Ιησού Χριστό, ούτως ώστε να χαρακτηρισθεί αντίδωρον. Η λέξις «αντίδωρον» εξυπονοεί παραπλήσιαν αξίαν (ἀντιδωρεά ἀντὶ ἐκείνου ὅπερ ἔλαβον) και μια τέτοια συλλογιστική κινδυνεύει να υποκρύπτει (και πιθανότατα υποθάλπει) αλαζονείαν και ύβριν. Διότι με απειροελάχιστες εξαιρέσεις, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΙΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΝ. Αλλά και αν ακόμη ήτο, οφείλει ο άνθρωπος να προσπαθεί για την συνεχή αύξησιν της αγάπης του.
Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔφη αὐτῷ· Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου· αὕτη ἐστὶ πρώτη καὶ μεγάλη ἐντολή. (Ματθ. 22:37-38)
Σωστότερο λοιπόν θα ήταν, ο,τιδήποτε δίδεται ως δώρον προς τον πιστόν κατά ή μετά την Θείαν Λειτουργίαν και πέραν αυτής, να ονομάζεται ΕΠΙΔΩΡΟΝ, όπως το ονόμαζαν οι αρχαίοι Έλληνες.
Στον χώρο της Επιδαύρου ΤΡΙΑ ΜΕΓΑΛΑ ΔΩΡΑ εδέχοντο οι πιστοί: ΘΡΗΣΚΕΙΑ (συμμετοχή στα θεία μυστήρια της εποχής), ΥΓΙΕΙΑ (το Ασκληπιείο Νοσοκομείο), ΠΑΙΔΕΙΑ (ποίηση και θέατρο). Δεν είναι γνωστό αν ως Επίδωρον ελόγιζον την Πόλιν ή κάτι άλλο επί πλέον, ή αν θεωρούσαν ως Επίδωρον ένα από αυτά τα Δώρα· αν ήταν έτσι, πιθανότατα ως επίδωρος θα εξελαμβάνετο η Παιδεία, το θέατρο.
Όπως ανέφερα και παραπάνω, το Ωμέγα προ της αποκαλύψεως του συμβόλου «Ω», εγράφετο κυρίως ως ΑΥ και πολλάκις ως Ο (δίχρονον) ή ΟΥ.
ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ είναι η προ του Ω γραφή της λέξεως ΕΠΙΔΩΡΟΣ, και έχει διατηρήσει την μορφήν (κατάληξη δευτεροκλίτου) επιθέτου προφανέστατα λόγω της αναφοράς της σε κάποιο υπονοούμενον ουσιαστικό θηλυκού γένους (π.χ. ΕΠΙΔΩΡΟΣ ΠΟΛΙΣ, επίδωρος παιδεία, επίδωρος τελετή ή λειτουργία).
Η εκφορά του ΑΥ ως Ω στην λέξη ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ επιβεβαιώνεται και από την προφορά που έχει η λέξη στις λατινογενείς βαρβαρικές γλώσσες. Η περιοχή της Επιδαύρου ήταν γνωστή από τα αρχαία χρόνια σε όλον τον κόσμο και όχι μόνο στους Έλληνες, γεγονός που δίνει σημαντική βαρύτητα στην μαρτυρία που προέρχεται από την προφορά των ξένων (αγγλ: ΕπιdΩ΄ρους).
Καὶ σώσει αὐτοὺς Κύριος ὁ Θεὸς αὐτῶν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, ὡς πρόβατα λαὸν αὐτοῦ, διότι λίθοι ἅγιοι κυλίονται ἐπὶ γῆς αὐτοῦ.(Ζαχαρίας 9:16)
Τρισήλιος ὁ Πατήρ, Δόξα τῷ Υἱῷ, Ἅγιε Ἀθάνατε, Ἐλέησον ἡμᾶς.
Λίθοι Ἅγιοι κυλίονται ἐπὶ τῆς Ἐπιδαυρείου γῆς. Ἀμὴν, Ναὶ, Ἀμήν.
ΟΥΡΑΝΟΣ
Εἶπον ὑμῖν (ΕνΩΧ 18.7.2014): «Η λέξη «Ὤρα» με την νέα γραφή κράτησε την έννοια της φροντίδας, μέριμνας, προσοχής (θυρωρός ο φύλαξ της θύρας, κηπουρός ο φροντιστής του κήπου, αρκτούρος ο διαφυλάττων την άρκτο, ολιγωρία η απροσεξία), ενώ η ίδια λέξη με την παλαιά γραφή (Αὔρα) κράτησε την έννοια της δροσερής και υγράς πνοής, της φροντίδας δηλαδή του Θεού προς τον άνθρωπο. (Δεν πρέπει ποτέ
να λησμονούμε τον πρώτο στίχο του Αγίου Ευαγγελίου μας, ότι ο Έλλην Λόγος στην αρχή ανεφέρετο κατ’
ευθείαν στον Θεό).»
Ὡσαύτως εἶπον ὑμῖν (ΕνΩΧ 14.11.2014): «Ας γνωρίζετε ότι στις περισσότερες των περιπτώσεων, ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ Ν ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΟΝ ΝΟΥΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΛΕΥΣΙΝ.»
Η λέξις ΟΥΡΑΝΟΣ είναι μια λέξη από τις πρώτες που δημιουργήθηκαν στο Ελληνικό λεξιλόγιο και τούτο διότι είναι από τα πρώτα πράγματα που παρατηρεί ένα έλλογο ον. Δια τούτο και ως θεοποιημένες έννοιες, ο Ουρανός και η Γή είναι το πρώτο ζευγάρι θεών στην Ελληνική Μυθολογία, ακόμη και πριν από τον Κρόνο (Χρόνο) και την Ρέα (Ροή). Δεδομένου ότι η θρησκεία μιας εποχής γίνεται η μυθολογία της επομένης, οφείλουμε να αντιληφθούμε ότι αφ’ ενός ο Ουρανός υπήρξε πολύ δυναμική έννοια για τον ανθρώπινο νου ευθύς μετά την συνειδητοποίησή του ως άνθρωπος (homo sapiens), αφ’ ετέρου η λέξη «Ουρανός» αποτελεί μιαν από τις πρώτες του Ελληνικού λεξιλογίου. Δεδομένου μάλιστα ότι δεν είναι απλή λέξη αλλά σύνθετη, αποτελεί ένα ακόμη ευχάριστο παράδειγμα παρομοίων λέξεων (ως η λέξις «Άνθρωπος», ΕνΩΧ 27.6.2014).
Το γράμμα Ν στην αρχή της καταληκτικής συλλαβής υποδηλώνει ΤΟΝ ΝΟΥΝ, ΤΗΝ ΠΛΕΥΣΙΝ.
Το αρχικόν «ΟΥΡΑ» είναι η λέξις ὬΡΑ, η φροντίς, η μέριμνα, η προσοχή.
Τούτο σημαίνει ότι σωστότερα θα γραφόταν ΩΡΑΝΟΣ ή ΑΥΡΑΝΟΣ, δεδομένης της παλαιοτέρας γραφής του Ωμέγα.
Δηλαδή, νοηματικά, σημαίνει το ΣΥΝΟΛΟΝ ή ΟΝ (Ο) όθεν ΠΛΕΕΙ ή ΝΟΕΙΤΑΙ (Ν) η ΦΡΟΝΤΙΔΑ (του ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ: ΩΡΑ ή ΑΥΡΑ). Και διατί λέγομεν «του Δημιουργού»; Πρώτον ότι ΕΡΧΕΤΑΙ και ΕΥΡΙΣΚΕΤΑΙ ΑΝΩΘΕΝ, δεύτερον λόγω του πρώτου στίχου του Αγίου Ευαγγελίου: Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος. Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν Θεόν. (Ἰω. 1:1–2)
Το γεγονός ότι το Ω (Ο μακρόν) ή ΑΥ είχε μετατραπεί σε ΟΥ, οφείλεται στην μακραίωνη (προ)ιστορία της λέξεως αυτής, την διατήρησή της μέσα από τον προφορικό λόγο και μέσα από γραφές που δεν διευκρίνιζαν επακριβώς το φωνήεν, με αποτέλεσμα να μετατραπεί στον προφορικό λόγο σε ΟΥ, όπως συμβαίνει ακόμη και σήμερα σε πολλά άτονα Ο κατά το ελληνικόν ιδίωμα. Λέξω ὑμῖν πλείονα ἐν τοῖς ἑπομένοις.
Ἄτη Κυρίου, Πανήγυρις τῶν Εὐσεβῶν, Πανωλεθρία τῶν ἀσεβῶν.
Ἡ μεγίστη Χάρις τῆς Πανανθρώπου Ἑλληνίδος Παναγίας Μαρίας στερξάτω πάντα εὐσεβῆ καὶ ἀπαλλαξάτω αὐτόν ἐκ τῆς δουλείας τοῦ ἀντιχρίστου.
Καὶ χαρίζου τῷ Ἔθνει σου Νοῦν Οὐράνιον Ἐπίδωρον.
Διὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν Ἐπανάστασιν καὶ τῶν Ἑλλήνων τὴν Ἀνάστασιν!
Ἰησοῦς Χριστός ὁ Ἄρχων ὁ ἐμός, Ὅν προσκυνήσουσι Γῆ καὶ Οὐρανός.
Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή (Ἰω. 14:6).
Τρισήλιος ὁ Πατήρ, Δόξα τῷ Υἱῷ, Ἅγιε Ἀθάνατε, Ἐλέησον ἡμᾶς.
Ἀμήν.
††† Ἰάειρος ἐκ Θεοῦ
PDF: http://freepdfhosting.com/67ede5809d.pdf
http://pdfcast.org/pdf/heaven-and-epidaurus
