- ∆ΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΤΟΥ ∆ΩΔΕΚΑΘΕΟΥ - .-= ΜΥΘΟΣ & ΘΡΗΣΚΕΙΑ =-.
ZOIROSΜέλος
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ∆ΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΘΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΓΙΑ ΤΑ ∆ΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ Ηροδότου 1, 106 74 Αθήνα Τηλ: 210 3385 537, fax: 210 7254 050, e-mail: info@nchr.gr ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΗ-ΑΠΟΦΑΣΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΕΕ∆Α ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΕ∆Α ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ «ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ∆ΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΤΟΥ ∆Ω∆ΕΚΑΘΕΟΥ» ΓΙΑ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ∆ΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ Γνωµάτευση-Απόφαση της Ολοµέλειας της Εθνικής Επιτροπής της 25/9/2003 επί του 4ου θέµατος της ηµερήσιας διάταξης : Αίτηση από την Επιτροπή του ∆ωδεκάθεου για παραβίαση των ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου Θέµα 4ο ηµερήσιας διάταξης Η ολοµέλεια αφού άκουσε την προφορική ανάπτυξη της Εισήγησης του Επιστηµονικού Συνεργάτη της κ. Γιάννη Κτιστάκι, η οποία είχε αποσταλεί ταχυδροµικώς προ της συζήτησης σε όλα τα µέλη της Επιτροπής, προχώρησε στη συζήτηση επ’αυτής. (Στην παρούσα επισυνάπτεται αντίγραφο της εισήγησης που αποτελεί µέρος της παρούσας). Στη συνεδρίαση κλήθηκαν να παραστούν δύο αντιπρόσωποι της Επιτροπής του ∆ωδεκάθεου, προσήλθαν δε οι κκ. Παναγιώτης Μαρίνης και Άγις Μαρίνης (πατέρας και γιος). Τον λόγο έλαβε ο πατέρας, ο οποίος αναφέρθηκε στη γραπτή διαµαρτυρία της Επιτροπής του και επισήµανε κυρίως τη µη απάντηση εκ µέρους του Υπουργείου
2
Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων σε αίτηµά τους για ίδρυση ευκτήριου Οίκου για τις λατρευτικές εκδηλώσεις της ‘Θρησκείας’ του ∆ωδεκάθεου. Στο κύριο µέρος της ανάπτυξής του αναφέρθηκε στη νοµολογία του Ε∆∆Α κατά της Ελλάδας για θέµατα θρησκευτικής ελευθερίας και απείλησε για νέα καταδίκη της. Στη συνέχεια απήντησε σε ερωτήσεις µελών της Επιτροπής, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της Συνεδρίασης. Μετά την αποχώρηση των κ.κ. Μαρίνη άρχισε η συζήτηση. Τα ανακύψαντα θέµατα ήταν κυρίως δύο : Το πρώτο, αν η ΕΕ∆Α θα έπρεπε να προβεί στην επισήµανση της υποχρέωσης της Πολιτείας να δώσει απάντηση στους προσφεύγοντες. Το δεύτερο, αν θα έπρεπε να εισέλθει και στην ουσία του θέµατος και να εκφράσει απόψεις. Επί του πρώτου. Οι λάβοντες τον λόγο υποστήριξαν ότι η Πολιτεία οφείλει να απαντήσει χωρίς άλλη βραδύτητα. Αντίθετες απόψεις δεν προβλήθηκαν επ’αυτού. Επί του δεύτερου. Το θέµα έθεσαν τα µέλη της ΕΕ∆Α κκ. Γ. Γουσέτης, Ι. Ιωαννίδης, Κ. Παπαϊωάννου, Α. Τάκης, Α. Θεοδωρίδης, που υποστήριξαν τη µη είσοδο στην ουσία του αιτήµατος των παραπονούµενων. ∆ιαφώνησε η Πρόεδρος η οποία υπενθύµισε ότι ως τώρα η ΕΕ∆Α εκφράζει στις γνωµατεύσεις και προτάσεις της θέσεις επί της ουσίας του κάθε θέµατος. Στην προκειµένη περίπτωση, αν εισέλθουµε στην ουσία, θα πρέπει να αποφανθούµε αν ευσταθούν οι αντιλήψεις των παραπονουµένων περί ∆ωδεκάθεου σαν σύγχρονης γνωστής θρησκείας καθώς και το συναφές αίτηµα των αιτούντων για ίδρυση Ευκτήριου Οίκου.
3
Κατά τη συζήτηση πολλά µέλη υποστήριξαν την αποφυγή έκφρασης οιασδήποτε άποψης επί της ουσίας και τον περιορισµό µας σε έντονη σύσταση προς την Πολιτεία να απαντήσει το ταχύτερον στους αιτούντες. Μετά σχετική πρόταση, µάλιστα, του εκπροσώπου του Συνηγόρου του Πολίτη κ. Α. Τάκη, της εκπροσώπου του ΠΑΣΟΚ Επίκ. Καθηγήτριας Λ. ∆ιβάνη και της εκπροσώπου του Ελληνικού Συµβουλίου για τους Πρόσφυγες Κας Α. Αργυροπούλου-Χρυσοχοϊδου, που ζήτησαν να απαλειφθούν κάποιες εκφράσεις της Εισήγησης του κ. Κτιστάκι ως ‘απαξιωτικές’ για τη ‘θρησκεία’ των αιτούντων, αποφασίσθηκε, µετά πρόταση της Καθηγ. Ξ. Πετρινιώτη, να τροποποιηθεί η διατύπωση της παρ.4, σελ.2 της Εισήγησης του κ. Κτιστάκι ως εξής: «Στο συµπέρασµα αυτό καταλήγει η ΕΕ∆Α χωρίς να υπεισέλθει στο ερώτηµα αν η εν λόγω συσσωµάτωση ιδεών συνιστά είτε «γνωστή θρησκεία», υπό το φως του άρθρου 13 του ελληνικού Συντάγµατος, είτε θρησκευτική ή φιλοσοφική πεποίθηση, υπό το φως του άρθρου 9 της Ευρωπαϊκής Σύµβασης ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου και 18 του ∆ιεθνούς Συµφώνου για τα Ατοµικά και Πολιτικά ∆ικαιώµατα.» ∆ιαφωνίες διατύπωσαν για τις παραπάνω θέσεις ο κ. Πράσινος και ο κ. Κονιδάρης ως εκπρόσωποι Υπουργείων, ο πρώτος του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ο δε δεύτερος του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων. ∆ιαφώνησαν, επίσης, η Πρόεδρος και ο Καθηγητής κ. Κλαµαρής, εκπρόσωπος της Ν.∆. Ο κ. Πράσινος διατύπωσε και εγγράφως την άποψή του ως εξής: Μόνη η επίκληση και κατ’ακριβολογία η οικειοποίηση από οµάδα προσώπων ορισµένης νεκρής από αιώνων θρησκείας, όπως είναι σύµφωνα µε τα ιστορικοεπιστηµονικά δεδοµένα η αρχαιοελληνική θρησκεία του ∆ωδεκάθεου, δεν είναι ικανή να προσδώσει ζωή και να επιφέρει ανάσταση στη νεκρή θρησκεία. Ούτε επίσης η συσσωµάτωση σε µια τέτοια προσπάθεια µυθολογικών, ιστορικών και άλλων αναζητήσεων συνεπάγεται αναβίωση της πάλαι ποτέ υπαρξάσης θρησκείας.
4
Ως εκ τούτου, ελλείψει δε άλλων στοιχείων, από τα οποία να δύναται να στοιχειοθετηθεί κρίση περί του αντιθέτου, στην προκειµένη περίπτωση δεν συντρέχει το στοιχείο της ύπαρξης θρησκείας, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρµογή του άρθρου 13 του Συντάγµατος και του συναφούς άρθρου 9 της Ευρωπαϊκής Σύµβασης ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου. Περαιτέρω, ανεξαρτήτως δε των ανωτέρω, από την µη ρητή απάντηση του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευµάτων στην αίτηση της ως άνω Επιτροπής για χορήγηση σ’αυτήν άδειας ίδρυσης ευκτήριου οίκου, ουδόλως παραβλέπεται το εκ του άρθρου 13 του Συντάγµατος δικαίωµα της αιτούσας Επιτροπής, να προσφύγει δικαστικώς κατά της σιωπηράς άρνησης της ∆ιοίκησης και να επιτύχει την ικανοποίηση του δικαιώµατός της, εφόσον φυσικά κριθεί τούτο βάσιµο. Μάλιστα δε µια τέτοια ικανοποίηση έχει το πλεονέκτηµα ότι γίνεται κατά τρόπον οριστικό και αµετάκλητο, ενόψει της Συνταγµατικής διάταξης η οποία υποχρεώνει τη ∆ιοίκηση σε συµµόρφωση προς τις δικαστικές αποφάσεις. Τέλος, είναι κατ’αρχήν ορθή η άποψη ότι η ευχέρεια του ενδιαφεροµένου να προσφύγει δικαστικά κατά της σιωπηρής άρνησης της ∆ιοίκησης δεν επιτρέπει στην τελευταία να οδηγηθεί στην πλάνη ότι απαλλάσσεται από την υποχρέωση απάντησης σε συγκεκριµένο αίτηµα. Όµως, η υποχρέωση αυτή δεν επιτρέπει τη συναγωγή της επίσης πεπλανηµένης αντιλήψεως ότι η εσπευσµένη ή υπό πίεση απάντηση της ∆ιοίκησης επί συνθέτων και λεπτών ζητηµάτων µε πολλαπλές και πολυεπίπεδες συνέπειες αποτελεί την προσήκουσα διέξοδο. Ο κ. Κονιδάρης είπε τα εξής: Η αίτηση για χορήγηση άδειας ίδρυσης ευκτήριου οίκου της «Επιτροπής για την αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου», είναι η µόνη αίτηση που εκκρεµεί αυτή τη στιγµή στο ΥΠΕΠΘ --όλες οι υπόλοιπες έχουν ικανοποιηθεί-- και η καθυστέρηση αυτή έγκειται στη σοβαρότητα του ζητήµατος και στις συνέπειες που θα επιφέρει η αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου ως «θρησκείας» σε µια ολόκληρη οµάδα έννοµων σχέσεων, όπως η τέλεση γάµου, η στράτευση, η εκπαίδευση κ.λ. Η άποψη της Προέδρου, την οποία κατέθεσε και γραπτώς, και του Καθηγητή κ. Κλαµαρή έχει ως εξής: Η «θρησκεία του ∆ωδεκάθεου» έχει παύσει από πολλών αιώνων να θεωρείται θρησκεία. Ήδη από την αρχαία ελληνική εποχή σηµαντικές εξέχουσες προσωπικότητες αναζητούσαν άλλες θρησκευτικο-µεταφυσικές αντιλήψεις. Αρκεί ο ουσιαστικά µονοθεϊστικός ορισµός του ∆ία από τον Αισχύλο: «Ζεύς αιθήρ, Ζεύς Γη, Ζεύς Ουρανός, Ζεύς τα πάντα χι’ότι τωνδε υπέρτερον». Ο δε Σωκράτης καταδικάστηκε γιατί εισήγε νέους θεούς («καινά δαιµόνια»). Σήµερα το αρχαίο ελληνικό ∆ωδεκάθεο έχει περάσει στη σφαίρα της µυθολογίας-ιστορίας, αποτελεί δε φαινόµενο αξιοπερίεργο ότι σύγχρονοι άνθρωποι --
5
και µόνο τα µέλη της αιτούσας Επιτροπής στην Ελλάδα-- ισχυρίζονται ότι το ∆ωδεκάθεο αποτελεί σήµερα «θρησκεία» και δη «γνωστή». Υπογραµµίζω µερικά σηµεία της προφορικής επαφής και του διαλόγου µε τους εκπροσώπους του ∆ωδεκάθεου κατά τη σηµερινή συζήτηση. Καταρχήν βεβαίωσαν ότι πρόκειται για «θρησκεία πολυθεϊστική». Όταν τους ερώτησα πως κρίνουν τη συµπεριφορά του ∆ία, που για να επετύχει συνεύρεση µε κάποια γυναίκα, συχνά την εξαπατούσε προσλαµβάνοντας διάφορες µορφές (ταύρος για την Ευρώπη, κύκνος για τη Λήδα, χρυσή βροχή για τη ∆ανάη κ.λ.), απήντησαν ότι συχνά έγγαµοι άνδρες έχουν ερωµένες και όταν ρώτησα αν αυτά ταιριάζουν σε έναν θεό και µάλιστα διαπραττόµενα κατά τρόπο απατηλό, µου απάντησαν ότι είναι µυθολογία. Όταν ρώτησα πως χαρακτηρίζουν ηθικά τη συµπεριφορά του Απόλλωνα, που φέρεται ότι ξεπέτσιασε ζωντανό τον Μαρσύα από ζήλια επειδή έπαιξε αυλό καλύτερα από τον ίδιο, απάντησαν ότι αυτοί δεν ενδιαφέρονται για την ηθική, δεν αναµιγνύουν ηθικά θέµατα. Ουσιαστικά ίδια ήταν η θέση τους και για την παραπάνω συµπεριφορά του ∆ία. Εντελώς αόριστη, κατά τη γνώµη µου, ήταν η απάντησή τους για το ακριβές περιεχόµενο των βασικών αρχών της «θρησκείας» τους, για τις οποίες επίµονα ρώτησα. Όσο για τις θρησκευτικές τελετές τους, µας πληροφόρησαν ότι αυτοί ιερουργούν δηµόσια σε αρχαίους ναούς ανά την Ελλάδα. Στην ερώτησή µου τι τους χρησιµεύει λοιπόν ο ευκτήριος οίκος, δήλωσαν ότι τον ζητούν «για να µπουν στη λίστα των γνωστών θρησκειών». Στην ερώτησή µου, αυτή η τελετουργία --αντίστοιχη µε τη χριστιανική «λειτουργία»-- τι περιλαµβάνει, η απάντηση ήταν µάλλον αόριστη. Από τα ανωτέρω συνάγω ότι οι οπαδοί του ∆ωδεκάθεου δεν αντιπροσωπεύουν θρησκεία και δη γνωστή. Και µόνη η έλλειψη και άρνηση ηθικής διδασκαλίας αποκλείει την έννοια της θρησκείας. Κεντρικό σηµείο κάθε θρησκείας αποτελεί η ηθική διδασκαλία της --καλή ή κακή κατά την κρίση του καθενός-- στην οποία στηρίζει τις ανταµοιβές ή ποινές των ανθρώπων από το θεό στη µέλλουσα ζωή (για µερικές θρησκείες και στην παρούσα ζωή). Εξάλλου το κενό και η αοριστία που προέκυψαν για τις αρχές και τις ηθικές βάσεις της δήθεν «θρησκείας», οι οποίες πρέπει να είναι σαφώς καθορισµένες, αποκλείει τον χαρακτηρισµό της ως γνωστής. Το µόνο που ήξεραν επακριβώς οι εκπρόσωποι της Επιτροπής του ∆ωδεκάθεου, ήταν οι περί θρησκευτικής ελευθερίας αποφάσεις του Ε∆∆Α τις οποίες επαναλάµβαναν κατά κόρον σε συνδυασµό µε απειλές για νέα καταδίκη της Ελλάδας. Συµπέρασµα: Η θεωρία την οποία πρεσβεύει η «Επιτροπή του ∆ωδεκάθεου» δεν αποτελεί «γνωστή θρησκεία», ο δε ευκτήριος οίκος που ζητούν δεν χρειάζεται ουσιαστικά για την εκπλήρωση των λατρευτικών εκδηλώσεων των οπαδών της. Γενοµένης, τέλος, ψηφοφορίας, αποφασίσθηκε :
6
1. παµψηφεί, η σύσταση προς το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων να απαντήσει χωρίς άλλη αναβολή στην αίτηση της Επιτροπής του ∆εδεκάθεου για την ίδρυση Ευκτήριου Οίκου. 2. µε ψήφους 16 υπέρ και 2 κατά, η αποφυγή κρίσεων ή οποιωνδήποτε απόψεων επί της ουσίας του αιτήµατός της παραπονούµενης Επιτροπής του ∆ωδεκάθεου. (οι διαφωνήσαντες εκπρόσωποι των δυο παραπάνω Υπουργείων δεν έχουν, κατά το νόµο, δικαίωµα ψήφου). Αθήνα, 4 Νοεµβρίου 2003 Η Πρόεδρος Η Γραµµατέας Α. Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου Κ. Πάντου Συν.: 1. Εισήγηση κ. Ι. Κτιστάκι 2.Απόσπασµα πρακτικών της συνεδρίασης της ΕΕ∆Α της 30.10.2003
7
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ∆ΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΘΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΓΙΑ ΤΑ ∆ΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ _____________________________________________________________________Ηροδότου 1, 106 74 Αθήνα Τηλ: 210 3385 537, fax: 210 7254 050, e-mail: info@nchr.gr ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΕ∆Α ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ «ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ∆ΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΤΟΥ ∆Ω∆ΕΚΑΘΕΟΥ» ΓΙΑ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ∆ΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ∗ 1. Η αιτούσα «Επιτροπή διά την αναγνώρισιν της ελληνικής θρησκείας του ∆ωδεκάθεου» απέστειλε τετρασέλιδη καταγγελία στην ΕΕ∆Α (αρ.πρωτ. 270/3.12.02) µε την οποία ζητά από την τελευταία «να ενεργήσει πάραυτα ώστε (α) να καταστή η πατρίδα µας χώρα που θα αποδίδεται πλήρες εις τους πολίτας το ∆ικαίωµα της Θρησκευτικής Ελευθερίας και (β) να αποδοθή εις ηµάς [σηµ. την Επιτροπή διά την αναγνώρισιν της ελληνικής θρησκείας του ∆ωδεκάθεου] µέρος του έστω του Ανθρωπίνου ∆ικαιώµατός µας της Θρησκευτικής Ελευθερίας εγκρινόµενης της αιτήσεώς µας χορηγήσεως αδείας ιδρύσεως Ευκτηρίου Οίκου και αναγραφοµένης της Ελληνικής Θρησκείας του ∆ωδεκάθεου εις τους εν χρήσει υπό των Ληξιαρχείων καταλόγους του Υπουργείου Εσωτερικών ως Θρησκείας “γνωστής” και “ανεκτής”». 2. Όσον αφορά το πρώτο, γενικής φύσεως, αίτηµα [περίπτωση (α)], η ΕΕ∆Α παραπέµπει στην Απόφασή της µε τίτλο «Προτάσεις της για θέµατα θρησκευτικής ελευθερίας» που εγκρίθηκαν οµόφωνα στην Ολοµέλεια της 1ης Μαρτίου 2001 (βλ. Ετήσια Έκθεση ΕΕ∆Α 2001). Σχετικές είναι και οι Αποφάσεις της ΕΕ∆Α για την αναγραφή του θρησκεύµατος στις ταυτότητες (13.7.2000, βλ. Ετήσια Έκθεση ΕΕ∆Α 2000) και για την αποτέφρωση των νεκρών (7.12.2000, βλ. Ετήσια Έκθεση ΕΕ∆Α 2001). 3. Όσον αφορά τα υπόλοιπα δύο ειδικά αιτήµατα [περίπτωση (β)], επισηµαίνεται ότι η αιτούσα Επιτροπή έχει ήδη υποβάλει σχετικές αναφορές στον Συνήγορο του Πολίτη (αρ. πρωτ. 13143/99/2.2, 9653/00/2.1, 5099/01/2.1 και 1155/30.5.2002). Ο Συνήγορος του Πολίτη τις εξέτασε και απέστειλε σε όλες τις περιπτώσεις τις απαντήσεις του. Σε µία µόνο περίπτωση ο Συνήγορος έκρινε σκόπιµο, σύµφωνα µε το άρθρο 4 παρ. 6 του ιδρυτικού του νόµου 2477/97, να απευθύνει Πόρισµα στον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευµάτων. Πρόκειται για την εκκρεµή µέχρι σήµερα (υποβλήθηκε την 28η Ιουνίου 2001) αίτηση για χορήγηση άδειας ίδρυσης ευκτηρίου οίκου του ∆ωδεκάθεου. Στο σχετικό Πόρισµα (αρ. πρωτ. 11155.02.2.3 της 20ης Νοεµβρίου 2002), ο Συνήγορος του Πολίτη επισηµαίνει ότι η καθυστέρηση οριστικής απάντησης του Υπουργείου ή η µη εξειδίκευση των λόγων καθυστέρησης ∗ Συντάκτης: Γιάννης Κτιστάκις, ∆Ν, Επιστηµονικός Συνεργάτης της ΕΕ∆Α.
8
αντιβαίνει στην κείµενη νοµοθεσία. Μάλιστα, προκειµένου να αιτιολογήσει επαρκώς το Πόρισµά του, ο Συνήγορος του Πολίτη παραπέµπει, µεταξύ άλλων, στην από 1η Μαρτίου 2001 σχετική Απόφαση της ΕΕ∆Α (βλ. ανωτέρω), της οποίας άλλωστε αποτελεί µέλος. 4. Αναφορικά µε το ειδικό ζήτηµα του ευκτήριου οίκου, η ΕΕ∆Α επισηµαίνει ότι η διετής και πλέον καθυστέρηση οριστικής απάντησης του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευµάτων στην αίτηση χορήγησης άδειας ίδρυσης ευκτηρίου οίκου της «Επιτροπής διά την αναγνώρισιν της ελληνικής θρησκείας του ∆ωδεκάθεου» πλήττει την αρχή του κράτους δικαίου. Στο συµπέρασµα αυτό καταλήγει η ΕΕ∆Α χωρίς να είναι καθόλου βέβαιη –το αντίθετο µάλιστα– ότι η εν λόγω συσσωµάτωση γύρω από µυθολογικές, ιστορικές και άλλες αναζητήσεις (όπως αυτές περιγράφονται κατά τρόπο γλαφυρό στην από 5η ∆εκεµβρίου 2002 επιστολή της προς την ΕΕ∆Α) συνιστά είτε «γνωστή» θρησκεία, υπό το φως του άρθρου 13 του ελληνικού Συντάγµατος, είτε θρησκευτική ή φιλοσοφική πεποίθηση, υπό το φως του άρθρου 9 της Ευρωπαϊκής Σύµβασης ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου και 18 του ∆ιεθνούς Συµφώνου για τα Ατοµικά και Πολιτικά ∆ικαιώµατα. Όπως όµως έχει νοµολογηθεί από το Ευρωπαϊκό ∆ικαστήριο ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου1, το δικαίωµα στην εκδήλωση των πεποιθήσεων µέσα σε µία δηµοκρατική κοινωνία περιλαµβάνει, εκτός των άλλων, τον σεβασµό της αρχής του κράτους δικαίου: η διοίκηση οφείλει να µην σιωπά επί µακρόν σε αίτηση του διοικούµενου εκ της οποίας δύναται να εξαρτηθεί η απρόσκοπτη άσκηση του δικαιώµατος στην εκδήλωση των πεποιθήσεων2. Βεβαίως, θα µπορούσε να αντιτάξει κανείς το επιχείρηµα ότι η «Επιτροπή διά την αναγνώρισιν της ελληνικής θρησκείας του ∆ωδεκάθεου» είχε το δικαίωµα εκ του νόµου και εντός νόµιµης προσθεσµίας να στραφεί δικαστικώς εναντίον της σιωπηρής άρνησης της διοίκησης. Ούτως ή άλλως όµως το επιχείρηµα αυτό δεν επιτρέπει στη διοίκηση την πλάνη ότι απαλάσσεται από την υποχρέωση απάντησης. Η ΕΕ∆Α επαναλαµβάνει την από 1η Μαρτίου 2001 επισήµανσή της ότι η ελληνική δικαστική προστασία επί του συγκεκριµένου ζητήµατος δεν κρίνεται, µέχρι νεωτέρας, επαρκής από το Ευρωπαϊκό ∆ικαστήριο ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου3. Σ’αυτό, µάλιστα, έχει ήδη διαµορφωθεί δυσµενής για την Ελλάδα ατµόσφαιρα µετά την Απόφαση Μανουσάκης και λοιποί δεδοµένου ότι, έξι και πλέον χρόνια µετά την έκδοσή της, δεν ακόµη εκτελεστεί από την Ελλάδα4. 5. Αναφορικά τώρα µε το θέµα του ληξιαρχείου, η ΕΕ∆Α σηµειώνει ότι από το κείµενο της επιστολής δεν συνάγεται ποιο ακριβώς είναι το ζήτηµα. Αν λάβει πάντως υπόψη της την υπ’ αρ. πρωτ. 5099/01/2.1 αναφορά του ίδιου επιστολογράφου προς τον 1 Βλ. Ευρ∆∆Α, Απόφαση Hassan et Tchaouch, Tchaouch, 26.10.2000, http://www.echr.coe.int. 2 Στην ίδια παρατήρηση προέβη ειδικά προς την Ελληνική Κυβέρνηση η ∆ιεύθυνση ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου του Συµβουλίου της Ευρώπης στο από 14 Μαΐου 1998 Υπόµνηµά της για το ζήτηµα της εκτέλεσης της Απόφασης Μανουσάκης και λοιποί του Ευρωπαϊκού ∆ικαστηρίου ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου (µνηµονεύεται αναλυτικά στην από 1 Μαρτίου 2001 Απόφαση της ΕΕ∆Α). 3 Βλ. Ευρ∆∆Α, Απόφαση Μανουσάκης και λοιποί, 26.9.1996, Recueil 1996-ΙV. 4 Βλ. αναλυτικά την από 1η Μαρτίου 2001 Απόφαση της ΕΕ∆Α.
9
Συνήγορο του Πολίτη, προκύπτει ότι το παράπονο συνίσταται στο µη ικανοποιηθέν από το Ληξιαρχείο Αθηνών αίτηµα για µεταβολή του κυρίου ονόµατος «πιστών της θρησκείας του ∆ωδεκάθεου». Αν όντως έτσι έχουν τα πράγµατα, τότε η ΕΕ∆Α παρατηρεί κατ’αρχήν ότι, λόγω της κρισιµότητας για την ασφάλεια των συναλλαγών, για την αλλαγή του κυρίου ονόµατος φυσικού προσώπου ορθώς ο νόµος δεν αρκείται σε µία απλή σχετική δήλωση του ενδιαφερόµενου˙ απαιτείται σχετική δικαστική απόφαση5. Τούτο ισχύει ακόµη κι αν ο ενδιαφερόµενος επικαλείται οποιουσδήποτε λόγους θρησκευτικής συνείδησης. Η ΕΕ∆Α υπενθυµίζει σχετικά ότι προς τούτο είναι σύµφωνη η νοµολογία της Ευρωπαϊκής Σύµβασης ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου6 και του ∆ιεθνούς Συµφώνου ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου7. 6. Συνεπώς, η ΕΕ∆Α α) Συµβουλεύει το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευµάτων να απαντήσει άµεσα και κατά τρόπο οριστικό στην αίτηση χορήγησης άδειας ίδρυσης ευκτηρίου οίκου της «Επιτροπής διά την αναγνώρισιν της ελληνικής θρησκείας του ∆ωδεκάθεου», β) Συµβουλεύει το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευµάτων να επαναξετάσει το αναχρονιστικό αλλά ακόµα ισχύον νοµικό πλαίσιο για τη λειτουργία των ναών και ευκτηρίων οίκων, υπό το φως των Προτάσεων που του έχει ήδη από την 1η Μαρτίου 2001 υποβάλει η ΕΕ∆Α, γ) Απαντά στην αιτούσα «Επιτροπή διά την αναγνώρισιν της ελληνικής θρησκείας του ∆ωδεκάθεου» ότι, βάσει του ιδρυτικού της νόµου, η ΕΕ∆Α δεν παρέχει έννοµη προστασία. Εποµένως, η εν λόγω Επιτροπή οφείλει να ακολουθεί, όπου δει, τις κείµενες διατάξεις και να στρέφεται στην ελληνική ή/και στην ευρωπαϊκή δικαιοσύνη όταν θεωρεί ότι προσβάλλονται τα δικαιώµατά της. Αθήνα, 15 Σεπτεµβρίου 2003 5 Νόµος 344/1976, άρθρα 13 και 14. Βλ. και αποφάσεις 5008/1996 και 3361/1998 του Συµβουλίου της Επικρατείας. 6 ΕυρΕ∆Α, Υπόθεση A. R. Coeriel and M. A. R. Aurik κατά Ολλανδίας, αρ. προσφυγής 18050/91, http://www.echr.coe.int (Απόφαση επί του παραδεκτού, 2.7.1992). 7 Ε∆Α, Υπόθεση A. R. Coeriel and M. A. R. Aurik κατά Ολλανδίας, αρ. αναφοράς 453/1991 (CCPR/C/52/D/453/1991), http://www.unhchr.ch (Απόφαση της 9.12.1994). Πάντως, όπως έχει κριθεί στην ανωτέρω αναφορά, υπό το φως του δικαιώµατος στην ιδιωτική ζωή (και όχι εκείνου στη θρησκευτική ελευθερία), είναι δυνατόν η άρνηση αλλαγής του επωνύµου, αν δεν είναι εύλογη, να προσβάλλει το εν λόγω δικαίωµα.
10
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕ∆ΡΙΑΣΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ∆ΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ 25ης Σεπτεµβρίου 2003 Η Εθνική Επιτροπή ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου συνήλθε την 25η Σεπτεµβρίου 2003, ηµέρα Πέµπτη και ώρα 18.30 στο Υπουργείο Εξωτερικών, αίθουσα Σοφιανόπουλου [Βασ. Σοφίας 1 (πρώην Αστέρας), Υπόγειο]. Παρούσες και παρόντες ήταν οι κυρίες και κύριοι Α. Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου (Πρόεδρος), Ν. Φραγκάκης (Α΄Αντιπρόεδρος), Φ. Ιωαννίδης, Κ. Παπαϊωάννου, Α. Αργυροπούλου-Χρυσοχοϊδου, Λ. ∆ιβάνη, Ν. Κλαµαρής, Γ. Γουσέτης, Ι. Αυδή-Καλκάνη, Γ. Μανιάτης, Α. Μανίτη, Σ. Περράκης, Ι. Κονιδάρης, Χ. ∆ίπλα, Ξ. Πετρινιώτη, Χ. Λάµπρου (τακτικά µέλη), Ε. Βαρχαλαµά, ∆. Χριστόπουλος, Η. Νικολακοπούλου-Στεφάνου, Α. Θεοδωρίδης, Ι. Πράσινος, Τ. ∆άρας, Ρ. Καρρά, Σ. Κουκούλη-Σπηλιωτοπούλου, Α. Τάκης (αναπληρωµατικά µέλη), Ν. Σιταρόπουλος, Γ. Κτιστάκις (Επιστηµονικοί Συνεργάτες) και Κ. Πάντου (Γραµµατέας). ∆ιαπιστώθηκε ότι η Επιτροπή βρίσκεται σε απαρτία (παρίστανται 22 από τους 30 φορείς) και προχώρησε στη συζήτηση της ηµερήσιας διάταξης. (…) Αναφορικά µε το τέταρτο θέµα της ηµερήσιας διάταξης, δηλαδή την καταγγελία της «Επιτροπής για την αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου» για παραβίαση των δικαιωµάτων του ανθρώπου, ο εισηγητής κ. Κτιστάκις παρουσίασε τα πιο βασικά σηµεία της γραπτής εισήγησής του, που έχει ήδη αποσταλεί στα µέλη. Ο κ. Ιωαννίδης δήλωσε ότι συµφωνεί µε τις προτάσεις της εισήγησης του κ. Κτιστάκι και επισήµανε ότι το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευµάτων (ΥΠΕΠΘ) οφείλει να απαντήσει στην αίτηση της «Επιτροπής για την αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου». O κ. Κονιδάρης, Γενικός Γραµµατέας Θρησκευµάτων του ΥΠΕΠΘ, επισήµανε ότι η αίτηση για χορήγηση άδειας ίδρυσης ευκτήριου οίκου της «Επιτροπής για την αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου», είναι η µόνη αίτηση που εκκρεµεί αυτή τη στιγµή στο ΥΠΕΠΘ --όλες οι υπόλοιπες έχουν ικανοποιηθεί-- και η καθυστέρηση αυτή έγκειται στη σοβαρότητα του ζητήµατος και στις συνέπειες που θα επιφέρει η αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου ως «θρησκείας» σε µια ολόκληρη οµάδα έννοµων σχέσεων, όπως η τέλεση γάµου, η στράτευση, η εκπαίδευση κ.λ. O κ. Περράκης ανέφερε ότι συµφωνεί γενικά µε την εισήγηση του κ. Κτιστάκι, πρότεινε όµως να απαλειφθούν κάποιοι αρνητικοί χαρακτηρισµοί της εισήγησης
11
διότι αφορά µια υπόθεση η οποία θα πρέπει να αντιµετωπίζεται µε τη δέουσα σοβαρότητα. Ο κ. Κτιστάκις επισήµανε ότι το µείζον θέµα που προκύπτει από την εν λόγω υπόθεση είναι ότι στην Ελλάδα δεν εκτελούνται οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού ∆ικαστηρίου ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου επί του συγκεκριµένου ζητήµατος. Η ελληνική δικαστική προστασία δεν κρίνεται επαρκής από το ∆ικαστήριο. Πρότεινε την επανεξέταση του ισχύοντος νοµικού πλαισίου για τη λειτουργία των ναών και ευκτήριων οίκων και υπενθύµισε την απόφαση της ΕΕ∆Α της 1ης Μαρτίου 2001 η οποία προτείνει να θεσπιστεί ως µόνη προϋπόθεση για τη λειτουργία ναών και ευκτήριων οίκων η πολεοδοµική άδεια, εφ’όσον πρόκειται για γνωστή θρησκεία. Ο κ. Τάκης δήλωσε ότι η ΕΕ∆Α οφείλει απλώς να αποφανθεί επί της διαδικασίας, δηλαδή επί της καθυστέρησης οριστικής απάντησης από το ΥΠΕΠΘ, και να µην υπεισέλθει στο ζήτηµα αν το ∆ωδεκάθεο συνιστά «θρησκεία». Ο κ. Γουσέτης συµφώνησε µε την άποψη του κ. Τάκη και δήλωσε ότι πρόκειται για ένα απλό ζήτηµα και η διοίκηση οφείλει πλέον να απαντήσει. Μόνον επ’αυτού οφείλει να λάβει θέση η ΕΕ∆Α και όχι ως προς το περιεχόµενο της έννοιας της θρησκείας. Η Πρόεδρος απάντησε ότι ο ρόλος της ΕΕ∆Α, πέραν του να ασκεί κριτική όπου αυτή επιβάλλεται, έχει και ουσιαστικό γνωµοδοτικό χαρακτήρα και προβαίνει και σε προτάσεις. Έτσι όχι µόνο οφείλει να συστήσει στο αρµόδιο Υπουργείο να απαντήσει στον αιτούντα, αλλά και να διευκολύνει τη λήψη σωστής θέσης από τις Αρχές, χαράσσοντας τη σωστή κατεύθυνση. Άλλωστε, συµπλήρωσε, αυτό έχουµε κάνει έως τώρα στις διάφορες γνωµατεύσεις-προτάσεις µας. Στο σηµείο αυτό, εισήλθαν στην αίθουσα της συνεδρίασης, κατόπιν πρόσκλησης της Προέδρου, δύο εκπρόσωποι της «Επιτροπής για την αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου», οι κκ. Παναγιώτης Μαρίνης και Άγις Μαρίνης, πατέρας και γιος. Η Πρόεδρος καλωσόρισε τους εκπροσώπους της «Επιτροπής για την αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου» και στη συνέχεια τους έδωσε το λόγο για να εκφράσουν τις απόψεις τους. Ο κ. Π. Μαρίνης κατέθεσε αρχικά το µνηµόνιο της «Επιτροπής για την αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου» καθώς και διάφορα άλλα σχετικά έγγραφα. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στην επιστολή διαµαρτυρίας τους αναφορικά µε την καθυστέρηση απάντησης της διοίκησης στην αίτηση ίδρυσης ευκτήριου οίκου καθώς και στην µη αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου ως «θρησκεία». Ως προς το θέµα της αναγνώρισης της «θρησκείας» τους, ο κ. Π. Μαρίνης διευκρίνισε ότι συγκεντρώθηκαν 1500 υπογραφές πιστών προκειµένου να συµπεριληφθεί και η δική τους «θρησκεία» στον κατάλογο των επίσηµων θρησκειών του ΥΠΕΠΘ, αλλά έλαβαν την απάντηση από το εν λόγω Υπουργείο, ότι δεν υφίσταται τέτοιος κατάλογος και ότι πρόκειται για non-paper. Αναφορικά µε το ζήτηµα της άδειας ίδρυσης ευκτήριου οίκου, ανέφερε ότι πληροφορήθηκαν από την αρµόδια διεύθυνση του ΥΠΕΠΘ ότι είναι στην διακριτική ευχέρεια του Υπουργού να αποφασίσει
12
επ’αυτού. Χαρακτήρισε επίσης απαράδεκτη την καθυστέρηση απάντησης της διοίκησης στο αίτηµά τους και τόνισε πως στην χώρα µας δεν τηρούνται οι δηµοκρατικές αρχές και τα δικαιώµατα του ανθρώπου και πρόσθεσε ότι δεν εκτελούνται οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού ∆ικαστηρίου για τα ∆ικαιώµατα του Ανθρώπου στα θέµατα της θρησκευτικής ελευθερίας. Τέλος κατέκρινε τις ισχύουσες ρυθµίσεις των Ν.1363/38 και Ν.1369/38 και µίλησε για «δεσποτική δηµόσια διοίκηση» στην χώρα µας. Η Πρόεδρος ευχαρίστησε τον κ. Π. Μαρίνη για τις διευκρινίσεις του και στη συνέχεια προέβη σε µια σειρά ερωτήσεων ως προς τις βασικές αρχές τις οποίες πρεσβεύει η «Επιτροπή για την αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου», τις ηθικές αξίες, τις τελετουργίες τους κ.λ. Ο κ. Π. Μαρίνης απαρίθµησε µια σειρά «αξιών» διαβάζοντας το σχετικό µνηµόνιο της «Επιτροπής για την αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου», στη συνέχεια ανέπτυξε τις βασικές θέσεις της Επιτροπής του και ενηµέρωσε για τον τρόπο και την πρακτική των δηµόσιων τελετουργιών τους που γίνονται δηµόσια σε αρχαίους ναούς. Ο κ. Κ. Παπαϊωάννου εξέφρασε την άποψη ότι η ΕΕ∆Α είναι αναρµόδια να αποφανθεί σχετικά µε το αν το ∆ωδεκάθεο συνιστά «θρησκεία» και ζήτησε να τοποθετηθούν τα µέλη επί της διαδικασίας της συζήτησης. Η Πρόεδρος απάντησε ότι διαφωνεί µε την άποψη του κ. Κ. Παπαϊωάννου και επανέλαβε ότι η ΕΕ∆Α έχει υποχρέωση να εκφράζει τις κρίσεις της όταν αυτό κρίνεται σκόπιµο και ειδικά στις περιπτώσεις που διακυβεύεται το δηµόσιο συµφέρον. Τόνισε ακόµη, ότι απώτερος σκοπός της «Επιτροπής για την αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου» είναι η αναγνώριση της «θρησκείας» τους, µέσω της αίτησής τους για άδεια ίδρυσης ευκτήριου οίκου, όπως οι ίδιοι δήλωσαν. Ο κ. Πράσινος απηύθυνε ερώτηµα στους εκπροσώπους της «Επιτροπής για την αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου» σχετικά µε αν επιθυµούν να ιερουργούν σε αρχαίους ναούς ανά την Ελλάδα και ο κ. Π. Μαρίνης απάντησε ότι το µόνο που ζητούν είναι να τους δοθεί η δυνατότητα να ιερουργούν σε κάποιο µικρό και µη τουριστικό αρχαίο ναό µία φορά το έτος και µόνο για πέντε λεπτά. Ο κ. Ιωαννίδης συνεχάρη αρχικά τον κ. Π. Μαρίνη για τα άψογα ελληνικά του, παρατήρησε όµως πως η άποψη του κ. Π. Μαρίνη ότι στην Ελλάδα δεν τηρούνται τα δικαιώµατα του ανθρώπου, είναι υπερβολική αλλά και προσβλητική για την χώρα µας. Πρόσθεσε ακόµα ότι συµφωνεί µε την εισήγηση του κ. Κτιστάκι, κυρίως ως προς την υποχρέωση της ∆ιοίκησης να απαντήσει. Ο κ. Λάµπρου ανέφερε ότι κάθε θρησκεία έχει µια δική της δυναµική που ξεπερνά τα σύνορα µιας χώρας και εκ τούτου ρώτησε τον κ. Π. Μαρίνη αν η πίστη στις αρχές του ∆ωδεκάθεου επεκτείνεται και σε άλλες χώρες. Ο κ. Π. Μαρίνης απάντησε ότι η στάση της ελληνικής Πολιτείας τους εµποδίζει να επεκταθούν και σε άλλες χώρες. Η κα ∆ιβάνη ρώτησε ποιος είναι ο αριθµός των πιστών της «θρησκείας» του ∆ωδεκάθεου στην Ελλάδα και η απάντηση που έλαβε από τους εκπροσώπους της
13
«Επιτροπής για την αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου» ήταν ότι, εξαιτίας των δισταγµών των πιστών για δηµόσια οµολογία, δεν γνωρίζουν τον ακριβή αριθµό αλλά πάντως ο αριθµός των πιστών ξεπερνά τα 40.000 άτοµα. Η Πρόεδρος, αφού τους ευχαρίστησε και συνεχάρη για το θάρρος της γνώµης τους, διάβασε ένα σχετικό χωρίο του Αισχύλου για τον ορισµό του ∆ία. Ουσιαστικά ήδη ο Αισχύλος είχε υπερβεί τον πολυθεϊσµό. Στο σηµείο αυτό αποχώρησαν από την συνεδρίαση οι εκπρόσωποι της «Επιτροπής για την αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου». Ο κ. Κονιδάρης έλαβε το λόγο προκειµένου να τοποθετηθεί επί των όσων ειπώθηκαν από τον κ. Π. Μαρίνη και δήλωσε ότι καταρχήν δεν αποδέχεται το χαρακτηρισµό του τελευταίου περί «δεσποτικής δηµόσιας διοίκησης». Όσον αφορά τον «κατάλογο των επισήµων θρησκειών» του ΥΠΕΠΘ, ο κ. Κονιδάρης εξήγησε ότι ο εν λόγω κατάλογος δεν αποτελεί επίσηµο έγγραφο αλλά µία απλή λίστα την οποία συνέταξαν οι υπάλληλοι του ΥΠΕΠΘ, προκειµένου να διευκολυνθούν στο αυστηρά περιορισµένο έργο τους, εκείνο δηλαδή της χορήγησης άδειας λειτουργίας ναού ή ευκτήριου οίκου. ∆ιαβεβαίωσε επίσης την Επιτροπή ότι ουδέποτε χαρακτήρισε αυτόν τον κατάλογο non paper. Επανέλαβε ότι η καθυστέρηση απάντησης του ΥΠΕΠΘ έγκειται στην σοβαρότητα του ζητήµατος που σχετίζεται µε τις επιπτώσεις που θα επιφέρει στο πεδίο του δηµοσίου και ιδιωτικού δικαίου τυχόν αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου ως θρησκείας. Ο κ. Πράσινος δήλωσε ότι δεν έχει καµία αµφιβολία ότι το ΥΠΕΠΘ κάνει σωστά τη δουλειά του και ότι, δια της σιωπής του, έχει ουσιαστικά απαντήσει αρνητικά στο αίτηµα της Επιτροπής του ∆ωδεκάθεου. Όµως, όπως ο νόµος ορίζει, το ΥΠΕΠΘ οφείλει να δώσει µια απάντηση, είτε θετική είτε αρνητική είναι αυτή. ∆ήλωσε επίσης ότι αντιλαµβάνεται πως δεν πρόκειται για απλή υπόθεση και συµµερίζεται τους φόβους του ΥΠΕΠΘ αναφορικά µε τους σκοπούς της αιτούσας Επιτροπής. Τέλος συµπλήρωσε ότι συµφωνεί µε την εισήγηση του κ. Κτιστάκι. Ο κ. Ιωαννίδης επισήµανε ότι είναι πολύ δύσκολο να εκφέρει γνώµη η ΕΕ∆Α ως προς το ζήτηµα της αναγνώρισης της θρησκείας, οφείλει όµως η ΕΕ∆Α να επισηµάνει στο ΥΠΕΠΘ την υποχρέωση άµεσης απάντησης. Η κα Στεφάνου συµφώνησε µε τον κ. Ιωαννίδη. Ο κ. Θεοδωρίδης εξέφρασε την άποψη ότι η ΕΕ∆Α οφείλει να αφήσει κατά µέρος το τυπολατρικό της υπόθεσης και να λάβει µια απόφαση η οποία θα καλεί το ΥΠΕΠΘ να απαντήσει κατά τρόπο θετικό. Πρότεινε επιπλέον να είναι γενικά θετικές οι απαντήσεις της διοίκησης σε παρόµοιες αιτήσεις εκτός και αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι δηµοσίου συµφέροντος. Ο κ. Περράκης πρότεινε να αντιµετωπίσει η ΕΕ∆Α την «Επιτροπή για την αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου» µε λιγότερη καχυποψία καθώς και να αµβλυνθούν οι έντονοι χαρακτηρισµοί της εισήγησης.
14
Η κα ∆ίπλα συµφώνησε µε την πρόταση του κ. Περράκη για την απάλειψη των έντονων χαρακτηρισµών της εισήγησης και δήλωσε ότι πρέπει το ΥΠΕΠΘ να προβεί σε άµεση και οριστική απάντηση. Ο κ. Τάκης τόνισε ότι θεωρεί αναγκαίο να µην εισέλθει η ΕΕ∆Α στο ζήτηµα της αναγνώρισης της «θρησκείας» του ∆ωδεκάθεου και πρότεινε να διαγραφεί η δεύτερη πρόταση της παραγράφου αρ. 4 της εισήγησης (σελ. 2) [«Στο συµπέρασµα αυτό καταλήγει η ΕΕ∆Α χωρίς να είναι καθόλου βέβαιη –το αντίθετο µάλιστα– ότι η εν λόγω συσσωµάτωση γύρω από µυθολογικές, ιστορικές και άλλες αναζητήσεις (όπως αυτές περιγράφονται κατά τρόπο γλαφυρό στην από 5η ∆εκεµβρίου 2002 επιστολή της προς την ΕΕ∆Α) συνιστά είτε «γνωστή» θρησκεία, υπό το φως του άρθρου 13 του ελληνικού Συντάγµατος, είτε θρησκευτική ή φιλοσοφική πεποίθηση, υπό το φως του άρθρου 9 της Ευρωπαϊκής Σύµβασης ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου και 18 του ∆ιεθνούς Συµφώνου για τα Ατοµικά και Πολιτικά ∆ικαιώµατα»]. Ο κ. Κτιστάκις, αφού ερωτήθηκε από την κα Πετρινιώτη, συµφώνησε να διαγραφεί µόνον η φράση «(όπως αυτές περιγράφονται κατά τρόπο γλαφυρό στην από 5η ∆εκεµβρίου 2002 επιστολή της προς την ΕΕ∆Α)» και δήλωσε ότι εµµένει ως προς το υπόλοιπο κείµενο της εισήγησής του. Ο κ. Περράκης ζήτησε και αυτός να διαγραφεί ολόκληρη η δεύτερη πρόταση της παραγράφου αρ. 4 διότι διαφορετικά είναι σαν να υπαγορεύεται στο ΥΠΕΠΘ να απαντήσει κατά τρόπο αρνητικό. Η κα Πετρινιώτη πρότεινε την τροποποίηση της δεύτερης πρότασης της παραγράφου αρ. 4 ως ακολούθως: «Στο συµπέρασµα αυτό καταλήγει η ΕΕ∆Α χωρίς να υπεισέλθει στο ερώτηµα αν η εν λόγω συσσωµάτωση συνιστά είτε «γνωστή» θρησκεία, υπό το φως του άρθρου 13 του ελληνικού Συντάγµατος, είτε θρησκευτική ή φιλοσοφική πεποίθηση, υπό το φως του άρθρου 9 της Ευρωπαϊκής Σύµβασης ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου και 18 του ∆ιεθνούς Συµφώνου για τα Ατοµικά και Πολιτικά ∆ικαιώµατα». Τα µέλη συµφώνησαν µε την πρόταση της κας Πετρινώτη. Η Πρόεδρος δήλωσε ότι διαφωνεί µε την ανωτέρω τροποποίηση της δεύτερης πρότασης της παραγράφου αρ. 4 της εισήγησης και δήλωσε ότι εµµένει στο αρχικό κείµενο της εισήγησης του κ. Κτιστάκι. Την ίδια άποψη εξέφρασε και ο κ. Πράσινος. Ως εκ τούτων τα µέλη ενέκριναν κατά πλειοψηφία την εισήγηση του κ. Κτιστάκι µε την ανωτέρω προτεινόµενη τροποποίηση της κας Πετρινιώτη, ενώ η Πρόεδρος µειοψήφησε. Η µειοψηφία της Προέδρου έχει ως εξής: Η «θρησκεία του ∆ωδεκάθεου» έχει παύσει από πολλών αιώνων να θεωρείται θρησκεία. Ήδη από την αρχαία ελληνική εποχή σηµαντικές εξέχουσες προσωπικότητες αναζητούσαν άλλες θρησκευτικο-µεταφυσικές αντιλήψεις. Αρκεί ο ορισµός του ∆ία από τον Αισχύλο: «Ζεύς αιθήρ, Ζεύς Γη, Ζεύς Ουρανός, Ζεύς τα πάντα χι’ότι τωνδε υπέρτερον». Ο δε Σωκράτης καταδικάστηκε γιατί εισήγε νέους θεούς («καινά δαιµόνια»). Σήµερα το αρχαίο ελληνικό ∆ωδεκάθεο έχει περάσει στη σφαίρα της µυθολογίας-ιστορίας, αποτελεί δε φαινόµενο αξιοπερίεργο ότι σύγχρονοι άνθρωποι --και µόνο τα µέλη της αιτούσας Επιτροπής στην Ελλάδα-- ισχυρίζονται ότι το ∆ωδεκάθεο αποτελεί σήµερα «θρησκεία» και δη «γνωστή».
15
Υπογραµµίζω µερικά σηµεία της προφορικής επαφής και του διαλόγου µε τους εκπροσώπους του ∆ωδεκάθεου κατά τη σηµερινή συζήτηση. Καταρχήν βεβαίωσαν ότι πρόκειται για «θρησκεία πολυθεϊστική». Όταν τους ερώτησα πως κρίνουν τη συµπεριφορά του ∆ία, που για να συνευρεθεί µε κάποια γυναίκα, συχνά την εξαπατούσε προσλαµβάνοντας διάφορες µορφές (ταύρος για την Ευρώπη, κύκνος για τη Λήδα, χρυσή βροχή για τη ∆ανάη κ.λ.), απήντησαν ότι συχνά έγγαµοι άνδρες έχουν ερωµένες και όταν ρώτησα αν αυτά ταιριάζουν σε έναν θεό και µάλιστα διαπραττόµενα κατά τρόπο απατηλό, µου απάντησαν ότι είναι µυθολογία. Όταν ρώτησα πως χαρακτηρίζουν ηθικά τη συµπεριφορά του Απόλλωνα, που φέρεται ότι ξεπέτσιασε ζωντανό τον Μαρσύα από ζήλια επειδή έπαιξε αυλό καλύτερα από τον ίδιο, απάντησαν ότι αυτοί δεν ενδιαφέρονται για την ηθική, δεν αναµιγνύουν ηθικά θέµατα. Ουσιαστικά ίδια ήταν η θέση τους και για την παραπάνω συµπεριφορά του ∆ία. Εντελώς αόριστη, κατά τη γνώµη µου, ήταν η απάντησή τους για το ακριβές περιεχόµενο των βασικών αρχών της «θρησκείας» τους, για τις οποίες επίµονα ρώτησα. Όσο για τις θρησκευτικές τελετές τους, µας πληροφόρησαν ότι αυτοί ιερουργούν δηµόσια σε αρχαίους ναούς ανά την Ελλάδα. Στην ερώτησή µου τι τους χρησιµεύει λοιπόν ο ευκτήριος οίκος, δήλωσαν ότι τον ζητούν για να µπουν στη λίστα των γνωστών θρησκειών. Στην ερώτησή µου, η τελετουργία τους --αντίστοιχη µε τη χριστιανική «λειτουργία»-- τι περιλαµβάνει, η απάντηση ήταν αόριστη. Από τα ανωτέρω συνάγω ότι οι οπαδοί του ∆ωδεκάθεου δεν αντιπροσωπεύουν θρησκεία και δη γνωστή. Και µόνη η έλλειψη και άρνηση ηθικής διδασκαλίας αποκλείει την έννοια της θρησκείας. Κεντρικό σηµείο κάθε θρησκείας αποτελεί η ηθική διδασκαλία της --καλή ή κακή κατά την κρίση του καθενός-- στην οποία στηρίζει τις ανταµοιβές ή ποινές των ανθρώπων από το θεό στη µέλλουσα ζωή (για µερικές θρησκείες και στην παρούσα ζωή). Εξάλλου το κενό και η αοριστία που προέκυψαν για τις αρχές και τις ηθικές βάσεις της δήθεν «θρησκείας», οι οποίες πρέπει να είναι σαφώς καθορισµένες, αποκλείει τον χαρακτηρισµό της ως γνωστής. Το µόνο που ήξεραν επακριβώς οι εκπρόσωποι της Επιτροπής του ∆ωδεκάθεου, ήταν οι περί θρησκευτικής ελευθερίας αποφάσεις του Ε∆∆Α τις οποίες επαναλάµβαναν κατά κόρον σε συνδυασµό µε απειλές για νέα καταδίκη της Ελλάδας. Συµπέρασµα: Η θεωρία την οποία πρεσβεύει η «Επιτροπή του ∆ωδεκάθεου» δεν αποτελεί «γνωστή θρησκεία», ο δε ευκτήριος οίκος που ζητούν δεν χρειάζεται ουσιαστικά για την εκπλήρωση των λατρευτικών εκδηλώσεων των οπαδών της. Ο Καθηγητής κ. Κλαµαρής συνετάχθη µε την παραπάνω άποψη της Προέδρου, εποµένως συντάσσεται µε την µειοψηφία. Ο κ. Πράσινος δήλωσε και κατέθεσε για τα πρακτικά, τα παρακάτω: «Μόνη η επίκληση και κατ’ακριβολογία η οικειοποίηση από οµάδα προσώπων ορισµένης νεκρής από αιώνων θρησκείας, όπως είναι σύµφωνα µε τα ιστορικοεπιστηµονικά δεδοµένα η αρχαιοελληνική θρησκεία του ∆ωδεκάθεου, δεν είναι ικανή να προσδώσει
16
ζωή και να επιφέρει ανάσταση στη νεκρή θρησκεία. Ούτε επίσης η συσσωµάτωση σε µια τέτοια προσπάθεια µυθολογικών, ιστορικών και άλλων αναζητήσεων συνεπάγεται αναβίωση της πάλαι ποτέ υπαρξάσης θρησκείας. Ως εκ τούτου, ελλείψει δε άλλων στοιχείων, από τα οποία να δύναται να στοιχειοθετηθεί κρίση περί του αντιθέτου, στην προκειµένη περίπτωση δεν συντρέχει το στοιχείο της ύπαρξης θρησκείας, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρµογή του άρθρου 13 του Συντάγµατος και του συναφούς άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύµβασης ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου. Περαιτέρω, ανεξαρτήτως δε των ανωτέρω, από την µη ρητή απάντηση του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευµάτων στην αίτηση της ως άνω Επιτροπής για χορήγηση σ’αυτήν άδειας ίδρυσης ευκτήριου οίκου, ουδόλως παραβλέπεται το εκ του άρθρου 13 του Συντάγµατος δικαίωµα της αιτούσας Επιτροπής, να προσφύγει δικαστικώς κατά της σιωπηράς άρνησης της ∆ιοίκησης και να επιτύχει την ικανοποίηση του δικαιώµατός της, εφόσον φυσικά κριθεί τούτο βάσιµο. Μάλιστα δε µια τέτοια ικανοποίηση έχει το πλεονέκτηµα ότι γίνεται κατά τρόπον οριστικό και αµετάκλητο, ενόψει της Συνταγµατικής διάταξης η οποία υποχρεώνει τη ∆ιοίκηση σε συµµόρφωση προς τις δικαστικές αποφάσεις. Τέλος, είναι κατ’αρχήν ορθή η άποψη ότι η ευχέρεια του ενδιαφεροµένου να προσφύγει δικαστικά κατά της σιωπηρής άρνησης της ∆ιοίκησης δεν επιτρέπει στην τελευταία να οδηγηθεί στην πλάνη ότι απαλλάσσεται από την υποχρέωση απάντησης σε συγκεκριµένο αίτηµα. Όµως, η υποχρέωση αυτή δεν επιτρέπει τη συναγωγή της επίσης πεπλανηµένης αντιλήψεως ότι η εσπευσµένη ή υπό πίεση απάντηση της ∆ιοίκησης επί συνθέτων και λεπτών ζητηµάτων µε πολλαπλές και πολυεπίπεδες συνέπειες αποτελεί την προσήκουσα διέξοδο». (…) Η Πρόεδρος Η Γραµµατέας Καθηγ. Α. Γιωτοπούλου Κ. Πάντου -Μαραγκοπούλου Πρόεδρος της Επιτροπής Γραµµατέας
2
Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων σε αίτηµά τους για ίδρυση ευκτήριου Οίκου για τις λατρευτικές εκδηλώσεις της ‘Θρησκείας’ του ∆ωδεκάθεου. Στο κύριο µέρος της ανάπτυξής του αναφέρθηκε στη νοµολογία του Ε∆∆Α κατά της Ελλάδας για θέµατα θρησκευτικής ελευθερίας και απείλησε για νέα καταδίκη της. Στη συνέχεια απήντησε σε ερωτήσεις µελών της Επιτροπής, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της Συνεδρίασης. Μετά την αποχώρηση των κ.κ. Μαρίνη άρχισε η συζήτηση. Τα ανακύψαντα θέµατα ήταν κυρίως δύο : Το πρώτο, αν η ΕΕ∆Α θα έπρεπε να προβεί στην επισήµανση της υποχρέωσης της Πολιτείας να δώσει απάντηση στους προσφεύγοντες. Το δεύτερο, αν θα έπρεπε να εισέλθει και στην ουσία του θέµατος και να εκφράσει απόψεις. Επί του πρώτου. Οι λάβοντες τον λόγο υποστήριξαν ότι η Πολιτεία οφείλει να απαντήσει χωρίς άλλη βραδύτητα. Αντίθετες απόψεις δεν προβλήθηκαν επ’αυτού. Επί του δεύτερου. Το θέµα έθεσαν τα µέλη της ΕΕ∆Α κκ. Γ. Γουσέτης, Ι. Ιωαννίδης, Κ. Παπαϊωάννου, Α. Τάκης, Α. Θεοδωρίδης, που υποστήριξαν τη µη είσοδο στην ουσία του αιτήµατος των παραπονούµενων. ∆ιαφώνησε η Πρόεδρος η οποία υπενθύµισε ότι ως τώρα η ΕΕ∆Α εκφράζει στις γνωµατεύσεις και προτάσεις της θέσεις επί της ουσίας του κάθε θέµατος. Στην προκειµένη περίπτωση, αν εισέλθουµε στην ουσία, θα πρέπει να αποφανθούµε αν ευσταθούν οι αντιλήψεις των παραπονουµένων περί ∆ωδεκάθεου σαν σύγχρονης γνωστής θρησκείας καθώς και το συναφές αίτηµα των αιτούντων για ίδρυση Ευκτήριου Οίκου.
3
Κατά τη συζήτηση πολλά µέλη υποστήριξαν την αποφυγή έκφρασης οιασδήποτε άποψης επί της ουσίας και τον περιορισµό µας σε έντονη σύσταση προς την Πολιτεία να απαντήσει το ταχύτερον στους αιτούντες. Μετά σχετική πρόταση, µάλιστα, του εκπροσώπου του Συνηγόρου του Πολίτη κ. Α. Τάκη, της εκπροσώπου του ΠΑΣΟΚ Επίκ. Καθηγήτριας Λ. ∆ιβάνη και της εκπροσώπου του Ελληνικού Συµβουλίου για τους Πρόσφυγες Κας Α. Αργυροπούλου-Χρυσοχοϊδου, που ζήτησαν να απαλειφθούν κάποιες εκφράσεις της Εισήγησης του κ. Κτιστάκι ως ‘απαξιωτικές’ για τη ‘θρησκεία’ των αιτούντων, αποφασίσθηκε, µετά πρόταση της Καθηγ. Ξ. Πετρινιώτη, να τροποποιηθεί η διατύπωση της παρ.4, σελ.2 της Εισήγησης του κ. Κτιστάκι ως εξής: «Στο συµπέρασµα αυτό καταλήγει η ΕΕ∆Α χωρίς να υπεισέλθει στο ερώτηµα αν η εν λόγω συσσωµάτωση ιδεών συνιστά είτε «γνωστή θρησκεία», υπό το φως του άρθρου 13 του ελληνικού Συντάγµατος, είτε θρησκευτική ή φιλοσοφική πεποίθηση, υπό το φως του άρθρου 9 της Ευρωπαϊκής Σύµβασης ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου και 18 του ∆ιεθνούς Συµφώνου για τα Ατοµικά και Πολιτικά ∆ικαιώµατα.» ∆ιαφωνίες διατύπωσαν για τις παραπάνω θέσεις ο κ. Πράσινος και ο κ. Κονιδάρης ως εκπρόσωποι Υπουργείων, ο πρώτος του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ο δε δεύτερος του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων. ∆ιαφώνησαν, επίσης, η Πρόεδρος και ο Καθηγητής κ. Κλαµαρής, εκπρόσωπος της Ν.∆. Ο κ. Πράσινος διατύπωσε και εγγράφως την άποψή του ως εξής: Μόνη η επίκληση και κατ’ακριβολογία η οικειοποίηση από οµάδα προσώπων ορισµένης νεκρής από αιώνων θρησκείας, όπως είναι σύµφωνα µε τα ιστορικοεπιστηµονικά δεδοµένα η αρχαιοελληνική θρησκεία του ∆ωδεκάθεου, δεν είναι ικανή να προσδώσει ζωή και να επιφέρει ανάσταση στη νεκρή θρησκεία. Ούτε επίσης η συσσωµάτωση σε µια τέτοια προσπάθεια µυθολογικών, ιστορικών και άλλων αναζητήσεων συνεπάγεται αναβίωση της πάλαι ποτέ υπαρξάσης θρησκείας.
4
Ως εκ τούτου, ελλείψει δε άλλων στοιχείων, από τα οποία να δύναται να στοιχειοθετηθεί κρίση περί του αντιθέτου, στην προκειµένη περίπτωση δεν συντρέχει το στοιχείο της ύπαρξης θρησκείας, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρµογή του άρθρου 13 του Συντάγµατος και του συναφούς άρθρου 9 της Ευρωπαϊκής Σύµβασης ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου. Περαιτέρω, ανεξαρτήτως δε των ανωτέρω, από την µη ρητή απάντηση του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευµάτων στην αίτηση της ως άνω Επιτροπής για χορήγηση σ’αυτήν άδειας ίδρυσης ευκτήριου οίκου, ουδόλως παραβλέπεται το εκ του άρθρου 13 του Συντάγµατος δικαίωµα της αιτούσας Επιτροπής, να προσφύγει δικαστικώς κατά της σιωπηράς άρνησης της ∆ιοίκησης και να επιτύχει την ικανοποίηση του δικαιώµατός της, εφόσον φυσικά κριθεί τούτο βάσιµο. Μάλιστα δε µια τέτοια ικανοποίηση έχει το πλεονέκτηµα ότι γίνεται κατά τρόπον οριστικό και αµετάκλητο, ενόψει της Συνταγµατικής διάταξης η οποία υποχρεώνει τη ∆ιοίκηση σε συµµόρφωση προς τις δικαστικές αποφάσεις. Τέλος, είναι κατ’αρχήν ορθή η άποψη ότι η ευχέρεια του ενδιαφεροµένου να προσφύγει δικαστικά κατά της σιωπηρής άρνησης της ∆ιοίκησης δεν επιτρέπει στην τελευταία να οδηγηθεί στην πλάνη ότι απαλλάσσεται από την υποχρέωση απάντησης σε συγκεκριµένο αίτηµα. Όµως, η υποχρέωση αυτή δεν επιτρέπει τη συναγωγή της επίσης πεπλανηµένης αντιλήψεως ότι η εσπευσµένη ή υπό πίεση απάντηση της ∆ιοίκησης επί συνθέτων και λεπτών ζητηµάτων µε πολλαπλές και πολυεπίπεδες συνέπειες αποτελεί την προσήκουσα διέξοδο. Ο κ. Κονιδάρης είπε τα εξής: Η αίτηση για χορήγηση άδειας ίδρυσης ευκτήριου οίκου της «Επιτροπής για την αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου», είναι η µόνη αίτηση που εκκρεµεί αυτή τη στιγµή στο ΥΠΕΠΘ --όλες οι υπόλοιπες έχουν ικανοποιηθεί-- και η καθυστέρηση αυτή έγκειται στη σοβαρότητα του ζητήµατος και στις συνέπειες που θα επιφέρει η αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου ως «θρησκείας» σε µια ολόκληρη οµάδα έννοµων σχέσεων, όπως η τέλεση γάµου, η στράτευση, η εκπαίδευση κ.λ. Η άποψη της Προέδρου, την οποία κατέθεσε και γραπτώς, και του Καθηγητή κ. Κλαµαρή έχει ως εξής: Η «θρησκεία του ∆ωδεκάθεου» έχει παύσει από πολλών αιώνων να θεωρείται θρησκεία. Ήδη από την αρχαία ελληνική εποχή σηµαντικές εξέχουσες προσωπικότητες αναζητούσαν άλλες θρησκευτικο-µεταφυσικές αντιλήψεις. Αρκεί ο ουσιαστικά µονοθεϊστικός ορισµός του ∆ία από τον Αισχύλο: «Ζεύς αιθήρ, Ζεύς Γη, Ζεύς Ουρανός, Ζεύς τα πάντα χι’ότι τωνδε υπέρτερον». Ο δε Σωκράτης καταδικάστηκε γιατί εισήγε νέους θεούς («καινά δαιµόνια»). Σήµερα το αρχαίο ελληνικό ∆ωδεκάθεο έχει περάσει στη σφαίρα της µυθολογίας-ιστορίας, αποτελεί δε φαινόµενο αξιοπερίεργο ότι σύγχρονοι άνθρωποι --
5
και µόνο τα µέλη της αιτούσας Επιτροπής στην Ελλάδα-- ισχυρίζονται ότι το ∆ωδεκάθεο αποτελεί σήµερα «θρησκεία» και δη «γνωστή». Υπογραµµίζω µερικά σηµεία της προφορικής επαφής και του διαλόγου µε τους εκπροσώπους του ∆ωδεκάθεου κατά τη σηµερινή συζήτηση. Καταρχήν βεβαίωσαν ότι πρόκειται για «θρησκεία πολυθεϊστική». Όταν τους ερώτησα πως κρίνουν τη συµπεριφορά του ∆ία, που για να επετύχει συνεύρεση µε κάποια γυναίκα, συχνά την εξαπατούσε προσλαµβάνοντας διάφορες µορφές (ταύρος για την Ευρώπη, κύκνος για τη Λήδα, χρυσή βροχή για τη ∆ανάη κ.λ.), απήντησαν ότι συχνά έγγαµοι άνδρες έχουν ερωµένες και όταν ρώτησα αν αυτά ταιριάζουν σε έναν θεό και µάλιστα διαπραττόµενα κατά τρόπο απατηλό, µου απάντησαν ότι είναι µυθολογία. Όταν ρώτησα πως χαρακτηρίζουν ηθικά τη συµπεριφορά του Απόλλωνα, που φέρεται ότι ξεπέτσιασε ζωντανό τον Μαρσύα από ζήλια επειδή έπαιξε αυλό καλύτερα από τον ίδιο, απάντησαν ότι αυτοί δεν ενδιαφέρονται για την ηθική, δεν αναµιγνύουν ηθικά θέµατα. Ουσιαστικά ίδια ήταν η θέση τους και για την παραπάνω συµπεριφορά του ∆ία. Εντελώς αόριστη, κατά τη γνώµη µου, ήταν η απάντησή τους για το ακριβές περιεχόµενο των βασικών αρχών της «θρησκείας» τους, για τις οποίες επίµονα ρώτησα. Όσο για τις θρησκευτικές τελετές τους, µας πληροφόρησαν ότι αυτοί ιερουργούν δηµόσια σε αρχαίους ναούς ανά την Ελλάδα. Στην ερώτησή µου τι τους χρησιµεύει λοιπόν ο ευκτήριος οίκος, δήλωσαν ότι τον ζητούν «για να µπουν στη λίστα των γνωστών θρησκειών». Στην ερώτησή µου, αυτή η τελετουργία --αντίστοιχη µε τη χριστιανική «λειτουργία»-- τι περιλαµβάνει, η απάντηση ήταν µάλλον αόριστη. Από τα ανωτέρω συνάγω ότι οι οπαδοί του ∆ωδεκάθεου δεν αντιπροσωπεύουν θρησκεία και δη γνωστή. Και µόνη η έλλειψη και άρνηση ηθικής διδασκαλίας αποκλείει την έννοια της θρησκείας. Κεντρικό σηµείο κάθε θρησκείας αποτελεί η ηθική διδασκαλία της --καλή ή κακή κατά την κρίση του καθενός-- στην οποία στηρίζει τις ανταµοιβές ή ποινές των ανθρώπων από το θεό στη µέλλουσα ζωή (για µερικές θρησκείες και στην παρούσα ζωή). Εξάλλου το κενό και η αοριστία που προέκυψαν για τις αρχές και τις ηθικές βάσεις της δήθεν «θρησκείας», οι οποίες πρέπει να είναι σαφώς καθορισµένες, αποκλείει τον χαρακτηρισµό της ως γνωστής. Το µόνο που ήξεραν επακριβώς οι εκπρόσωποι της Επιτροπής του ∆ωδεκάθεου, ήταν οι περί θρησκευτικής ελευθερίας αποφάσεις του Ε∆∆Α τις οποίες επαναλάµβαναν κατά κόρον σε συνδυασµό µε απειλές για νέα καταδίκη της Ελλάδας. Συµπέρασµα: Η θεωρία την οποία πρεσβεύει η «Επιτροπή του ∆ωδεκάθεου» δεν αποτελεί «γνωστή θρησκεία», ο δε ευκτήριος οίκος που ζητούν δεν χρειάζεται ουσιαστικά για την εκπλήρωση των λατρευτικών εκδηλώσεων των οπαδών της. Γενοµένης, τέλος, ψηφοφορίας, αποφασίσθηκε :
6
1. παµψηφεί, η σύσταση προς το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων να απαντήσει χωρίς άλλη αναβολή στην αίτηση της Επιτροπής του ∆εδεκάθεου για την ίδρυση Ευκτήριου Οίκου. 2. µε ψήφους 16 υπέρ και 2 κατά, η αποφυγή κρίσεων ή οποιωνδήποτε απόψεων επί της ουσίας του αιτήµατός της παραπονούµενης Επιτροπής του ∆ωδεκάθεου. (οι διαφωνήσαντες εκπρόσωποι των δυο παραπάνω Υπουργείων δεν έχουν, κατά το νόµο, δικαίωµα ψήφου). Αθήνα, 4 Νοεµβρίου 2003 Η Πρόεδρος Η Γραµµατέας Α. Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου Κ. Πάντου Συν.: 1. Εισήγηση κ. Ι. Κτιστάκι 2.Απόσπασµα πρακτικών της συνεδρίασης της ΕΕ∆Α της 30.10.2003
7
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ∆ΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΘΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΓΙΑ ΤΑ ∆ΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ _____________________________________________________________________Ηροδότου 1, 106 74 Αθήνα Τηλ: 210 3385 537, fax: 210 7254 050, e-mail: info@nchr.gr ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΕ∆Α ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ «ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ∆ΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΤΟΥ ∆Ω∆ΕΚΑΘΕΟΥ» ΓΙΑ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ∆ΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ∗ 1. Η αιτούσα «Επιτροπή διά την αναγνώρισιν της ελληνικής θρησκείας του ∆ωδεκάθεου» απέστειλε τετρασέλιδη καταγγελία στην ΕΕ∆Α (αρ.πρωτ. 270/3.12.02) µε την οποία ζητά από την τελευταία «να ενεργήσει πάραυτα ώστε (α) να καταστή η πατρίδα µας χώρα που θα αποδίδεται πλήρες εις τους πολίτας το ∆ικαίωµα της Θρησκευτικής Ελευθερίας και (β) να αποδοθή εις ηµάς [σηµ. την Επιτροπή διά την αναγνώρισιν της ελληνικής θρησκείας του ∆ωδεκάθεου] µέρος του έστω του Ανθρωπίνου ∆ικαιώµατός µας της Θρησκευτικής Ελευθερίας εγκρινόµενης της αιτήσεώς µας χορηγήσεως αδείας ιδρύσεως Ευκτηρίου Οίκου και αναγραφοµένης της Ελληνικής Θρησκείας του ∆ωδεκάθεου εις τους εν χρήσει υπό των Ληξιαρχείων καταλόγους του Υπουργείου Εσωτερικών ως Θρησκείας “γνωστής” και “ανεκτής”». 2. Όσον αφορά το πρώτο, γενικής φύσεως, αίτηµα [περίπτωση (α)], η ΕΕ∆Α παραπέµπει στην Απόφασή της µε τίτλο «Προτάσεις της για θέµατα θρησκευτικής ελευθερίας» που εγκρίθηκαν οµόφωνα στην Ολοµέλεια της 1ης Μαρτίου 2001 (βλ. Ετήσια Έκθεση ΕΕ∆Α 2001). Σχετικές είναι και οι Αποφάσεις της ΕΕ∆Α για την αναγραφή του θρησκεύµατος στις ταυτότητες (13.7.2000, βλ. Ετήσια Έκθεση ΕΕ∆Α 2000) και για την αποτέφρωση των νεκρών (7.12.2000, βλ. Ετήσια Έκθεση ΕΕ∆Α 2001). 3. Όσον αφορά τα υπόλοιπα δύο ειδικά αιτήµατα [περίπτωση (β)], επισηµαίνεται ότι η αιτούσα Επιτροπή έχει ήδη υποβάλει σχετικές αναφορές στον Συνήγορο του Πολίτη (αρ. πρωτ. 13143/99/2.2, 9653/00/2.1, 5099/01/2.1 και 1155/30.5.2002). Ο Συνήγορος του Πολίτη τις εξέτασε και απέστειλε σε όλες τις περιπτώσεις τις απαντήσεις του. Σε µία µόνο περίπτωση ο Συνήγορος έκρινε σκόπιµο, σύµφωνα µε το άρθρο 4 παρ. 6 του ιδρυτικού του νόµου 2477/97, να απευθύνει Πόρισµα στον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευµάτων. Πρόκειται για την εκκρεµή µέχρι σήµερα (υποβλήθηκε την 28η Ιουνίου 2001) αίτηση για χορήγηση άδειας ίδρυσης ευκτηρίου οίκου του ∆ωδεκάθεου. Στο σχετικό Πόρισµα (αρ. πρωτ. 11155.02.2.3 της 20ης Νοεµβρίου 2002), ο Συνήγορος του Πολίτη επισηµαίνει ότι η καθυστέρηση οριστικής απάντησης του Υπουργείου ή η µη εξειδίκευση των λόγων καθυστέρησης ∗ Συντάκτης: Γιάννης Κτιστάκις, ∆Ν, Επιστηµονικός Συνεργάτης της ΕΕ∆Α.
8
αντιβαίνει στην κείµενη νοµοθεσία. Μάλιστα, προκειµένου να αιτιολογήσει επαρκώς το Πόρισµά του, ο Συνήγορος του Πολίτη παραπέµπει, µεταξύ άλλων, στην από 1η Μαρτίου 2001 σχετική Απόφαση της ΕΕ∆Α (βλ. ανωτέρω), της οποίας άλλωστε αποτελεί µέλος. 4. Αναφορικά µε το ειδικό ζήτηµα του ευκτήριου οίκου, η ΕΕ∆Α επισηµαίνει ότι η διετής και πλέον καθυστέρηση οριστικής απάντησης του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευµάτων στην αίτηση χορήγησης άδειας ίδρυσης ευκτηρίου οίκου της «Επιτροπής διά την αναγνώρισιν της ελληνικής θρησκείας του ∆ωδεκάθεου» πλήττει την αρχή του κράτους δικαίου. Στο συµπέρασµα αυτό καταλήγει η ΕΕ∆Α χωρίς να είναι καθόλου βέβαιη –το αντίθετο µάλιστα– ότι η εν λόγω συσσωµάτωση γύρω από µυθολογικές, ιστορικές και άλλες αναζητήσεις (όπως αυτές περιγράφονται κατά τρόπο γλαφυρό στην από 5η ∆εκεµβρίου 2002 επιστολή της προς την ΕΕ∆Α) συνιστά είτε «γνωστή» θρησκεία, υπό το φως του άρθρου 13 του ελληνικού Συντάγµατος, είτε θρησκευτική ή φιλοσοφική πεποίθηση, υπό το φως του άρθρου 9 της Ευρωπαϊκής Σύµβασης ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου και 18 του ∆ιεθνούς Συµφώνου για τα Ατοµικά και Πολιτικά ∆ικαιώµατα. Όπως όµως έχει νοµολογηθεί από το Ευρωπαϊκό ∆ικαστήριο ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου1, το δικαίωµα στην εκδήλωση των πεποιθήσεων µέσα σε µία δηµοκρατική κοινωνία περιλαµβάνει, εκτός των άλλων, τον σεβασµό της αρχής του κράτους δικαίου: η διοίκηση οφείλει να µην σιωπά επί µακρόν σε αίτηση του διοικούµενου εκ της οποίας δύναται να εξαρτηθεί η απρόσκοπτη άσκηση του δικαιώµατος στην εκδήλωση των πεποιθήσεων2. Βεβαίως, θα µπορούσε να αντιτάξει κανείς το επιχείρηµα ότι η «Επιτροπή διά την αναγνώρισιν της ελληνικής θρησκείας του ∆ωδεκάθεου» είχε το δικαίωµα εκ του νόµου και εντός νόµιµης προσθεσµίας να στραφεί δικαστικώς εναντίον της σιωπηρής άρνησης της διοίκησης. Ούτως ή άλλως όµως το επιχείρηµα αυτό δεν επιτρέπει στη διοίκηση την πλάνη ότι απαλάσσεται από την υποχρέωση απάντησης. Η ΕΕ∆Α επαναλαµβάνει την από 1η Μαρτίου 2001 επισήµανσή της ότι η ελληνική δικαστική προστασία επί του συγκεκριµένου ζητήµατος δεν κρίνεται, µέχρι νεωτέρας, επαρκής από το Ευρωπαϊκό ∆ικαστήριο ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου3. Σ’αυτό, µάλιστα, έχει ήδη διαµορφωθεί δυσµενής για την Ελλάδα ατµόσφαιρα µετά την Απόφαση Μανουσάκης και λοιποί δεδοµένου ότι, έξι και πλέον χρόνια µετά την έκδοσή της, δεν ακόµη εκτελεστεί από την Ελλάδα4. 5. Αναφορικά τώρα µε το θέµα του ληξιαρχείου, η ΕΕ∆Α σηµειώνει ότι από το κείµενο της επιστολής δεν συνάγεται ποιο ακριβώς είναι το ζήτηµα. Αν λάβει πάντως υπόψη της την υπ’ αρ. πρωτ. 5099/01/2.1 αναφορά του ίδιου επιστολογράφου προς τον 1 Βλ. Ευρ∆∆Α, Απόφαση Hassan et Tchaouch, Tchaouch, 26.10.2000, http://www.echr.coe.int. 2 Στην ίδια παρατήρηση προέβη ειδικά προς την Ελληνική Κυβέρνηση η ∆ιεύθυνση ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου του Συµβουλίου της Ευρώπης στο από 14 Μαΐου 1998 Υπόµνηµά της για το ζήτηµα της εκτέλεσης της Απόφασης Μανουσάκης και λοιποί του Ευρωπαϊκού ∆ικαστηρίου ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου (µνηµονεύεται αναλυτικά στην από 1 Μαρτίου 2001 Απόφαση της ΕΕ∆Α). 3 Βλ. Ευρ∆∆Α, Απόφαση Μανουσάκης και λοιποί, 26.9.1996, Recueil 1996-ΙV. 4 Βλ. αναλυτικά την από 1η Μαρτίου 2001 Απόφαση της ΕΕ∆Α.
9
Συνήγορο του Πολίτη, προκύπτει ότι το παράπονο συνίσταται στο µη ικανοποιηθέν από το Ληξιαρχείο Αθηνών αίτηµα για µεταβολή του κυρίου ονόµατος «πιστών της θρησκείας του ∆ωδεκάθεου». Αν όντως έτσι έχουν τα πράγµατα, τότε η ΕΕ∆Α παρατηρεί κατ’αρχήν ότι, λόγω της κρισιµότητας για την ασφάλεια των συναλλαγών, για την αλλαγή του κυρίου ονόµατος φυσικού προσώπου ορθώς ο νόµος δεν αρκείται σε µία απλή σχετική δήλωση του ενδιαφερόµενου˙ απαιτείται σχετική δικαστική απόφαση5. Τούτο ισχύει ακόµη κι αν ο ενδιαφερόµενος επικαλείται οποιουσδήποτε λόγους θρησκευτικής συνείδησης. Η ΕΕ∆Α υπενθυµίζει σχετικά ότι προς τούτο είναι σύµφωνη η νοµολογία της Ευρωπαϊκής Σύµβασης ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου6 και του ∆ιεθνούς Συµφώνου ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου7. 6. Συνεπώς, η ΕΕ∆Α α) Συµβουλεύει το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευµάτων να απαντήσει άµεσα και κατά τρόπο οριστικό στην αίτηση χορήγησης άδειας ίδρυσης ευκτηρίου οίκου της «Επιτροπής διά την αναγνώρισιν της ελληνικής θρησκείας του ∆ωδεκάθεου», β) Συµβουλεύει το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευµάτων να επαναξετάσει το αναχρονιστικό αλλά ακόµα ισχύον νοµικό πλαίσιο για τη λειτουργία των ναών και ευκτηρίων οίκων, υπό το φως των Προτάσεων που του έχει ήδη από την 1η Μαρτίου 2001 υποβάλει η ΕΕ∆Α, γ) Απαντά στην αιτούσα «Επιτροπή διά την αναγνώρισιν της ελληνικής θρησκείας του ∆ωδεκάθεου» ότι, βάσει του ιδρυτικού της νόµου, η ΕΕ∆Α δεν παρέχει έννοµη προστασία. Εποµένως, η εν λόγω Επιτροπή οφείλει να ακολουθεί, όπου δει, τις κείµενες διατάξεις και να στρέφεται στην ελληνική ή/και στην ευρωπαϊκή δικαιοσύνη όταν θεωρεί ότι προσβάλλονται τα δικαιώµατά της. Αθήνα, 15 Σεπτεµβρίου 2003 5 Νόµος 344/1976, άρθρα 13 και 14. Βλ. και αποφάσεις 5008/1996 και 3361/1998 του Συµβουλίου της Επικρατείας. 6 ΕυρΕ∆Α, Υπόθεση A. R. Coeriel and M. A. R. Aurik κατά Ολλανδίας, αρ. προσφυγής 18050/91, http://www.echr.coe.int (Απόφαση επί του παραδεκτού, 2.7.1992). 7 Ε∆Α, Υπόθεση A. R. Coeriel and M. A. R. Aurik κατά Ολλανδίας, αρ. αναφοράς 453/1991 (CCPR/C/52/D/453/1991), http://www.unhchr.ch (Απόφαση της 9.12.1994). Πάντως, όπως έχει κριθεί στην ανωτέρω αναφορά, υπό το φως του δικαιώµατος στην ιδιωτική ζωή (και όχι εκείνου στη θρησκευτική ελευθερία), είναι δυνατόν η άρνηση αλλαγής του επωνύµου, αν δεν είναι εύλογη, να προσβάλλει το εν λόγω δικαίωµα.
10
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕ∆ΡΙΑΣΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ∆ΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ 25ης Σεπτεµβρίου 2003 Η Εθνική Επιτροπή ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου συνήλθε την 25η Σεπτεµβρίου 2003, ηµέρα Πέµπτη και ώρα 18.30 στο Υπουργείο Εξωτερικών, αίθουσα Σοφιανόπουλου [Βασ. Σοφίας 1 (πρώην Αστέρας), Υπόγειο]. Παρούσες και παρόντες ήταν οι κυρίες και κύριοι Α. Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου (Πρόεδρος), Ν. Φραγκάκης (Α΄Αντιπρόεδρος), Φ. Ιωαννίδης, Κ. Παπαϊωάννου, Α. Αργυροπούλου-Χρυσοχοϊδου, Λ. ∆ιβάνη, Ν. Κλαµαρής, Γ. Γουσέτης, Ι. Αυδή-Καλκάνη, Γ. Μανιάτης, Α. Μανίτη, Σ. Περράκης, Ι. Κονιδάρης, Χ. ∆ίπλα, Ξ. Πετρινιώτη, Χ. Λάµπρου (τακτικά µέλη), Ε. Βαρχαλαµά, ∆. Χριστόπουλος, Η. Νικολακοπούλου-Στεφάνου, Α. Θεοδωρίδης, Ι. Πράσινος, Τ. ∆άρας, Ρ. Καρρά, Σ. Κουκούλη-Σπηλιωτοπούλου, Α. Τάκης (αναπληρωµατικά µέλη), Ν. Σιταρόπουλος, Γ. Κτιστάκις (Επιστηµονικοί Συνεργάτες) και Κ. Πάντου (Γραµµατέας). ∆ιαπιστώθηκε ότι η Επιτροπή βρίσκεται σε απαρτία (παρίστανται 22 από τους 30 φορείς) και προχώρησε στη συζήτηση της ηµερήσιας διάταξης. (…) Αναφορικά µε το τέταρτο θέµα της ηµερήσιας διάταξης, δηλαδή την καταγγελία της «Επιτροπής για την αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου» για παραβίαση των δικαιωµάτων του ανθρώπου, ο εισηγητής κ. Κτιστάκις παρουσίασε τα πιο βασικά σηµεία της γραπτής εισήγησής του, που έχει ήδη αποσταλεί στα µέλη. Ο κ. Ιωαννίδης δήλωσε ότι συµφωνεί µε τις προτάσεις της εισήγησης του κ. Κτιστάκι και επισήµανε ότι το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευµάτων (ΥΠΕΠΘ) οφείλει να απαντήσει στην αίτηση της «Επιτροπής για την αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου». O κ. Κονιδάρης, Γενικός Γραµµατέας Θρησκευµάτων του ΥΠΕΠΘ, επισήµανε ότι η αίτηση για χορήγηση άδειας ίδρυσης ευκτήριου οίκου της «Επιτροπής για την αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου», είναι η µόνη αίτηση που εκκρεµεί αυτή τη στιγµή στο ΥΠΕΠΘ --όλες οι υπόλοιπες έχουν ικανοποιηθεί-- και η καθυστέρηση αυτή έγκειται στη σοβαρότητα του ζητήµατος και στις συνέπειες που θα επιφέρει η αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου ως «θρησκείας» σε µια ολόκληρη οµάδα έννοµων σχέσεων, όπως η τέλεση γάµου, η στράτευση, η εκπαίδευση κ.λ. O κ. Περράκης ανέφερε ότι συµφωνεί γενικά µε την εισήγηση του κ. Κτιστάκι, πρότεινε όµως να απαλειφθούν κάποιοι αρνητικοί χαρακτηρισµοί της εισήγησης
11
διότι αφορά µια υπόθεση η οποία θα πρέπει να αντιµετωπίζεται µε τη δέουσα σοβαρότητα. Ο κ. Κτιστάκις επισήµανε ότι το µείζον θέµα που προκύπτει από την εν λόγω υπόθεση είναι ότι στην Ελλάδα δεν εκτελούνται οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού ∆ικαστηρίου ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου επί του συγκεκριµένου ζητήµατος. Η ελληνική δικαστική προστασία δεν κρίνεται επαρκής από το ∆ικαστήριο. Πρότεινε την επανεξέταση του ισχύοντος νοµικού πλαισίου για τη λειτουργία των ναών και ευκτήριων οίκων και υπενθύµισε την απόφαση της ΕΕ∆Α της 1ης Μαρτίου 2001 η οποία προτείνει να θεσπιστεί ως µόνη προϋπόθεση για τη λειτουργία ναών και ευκτήριων οίκων η πολεοδοµική άδεια, εφ’όσον πρόκειται για γνωστή θρησκεία. Ο κ. Τάκης δήλωσε ότι η ΕΕ∆Α οφείλει απλώς να αποφανθεί επί της διαδικασίας, δηλαδή επί της καθυστέρησης οριστικής απάντησης από το ΥΠΕΠΘ, και να µην υπεισέλθει στο ζήτηµα αν το ∆ωδεκάθεο συνιστά «θρησκεία». Ο κ. Γουσέτης συµφώνησε µε την άποψη του κ. Τάκη και δήλωσε ότι πρόκειται για ένα απλό ζήτηµα και η διοίκηση οφείλει πλέον να απαντήσει. Μόνον επ’αυτού οφείλει να λάβει θέση η ΕΕ∆Α και όχι ως προς το περιεχόµενο της έννοιας της θρησκείας. Η Πρόεδρος απάντησε ότι ο ρόλος της ΕΕ∆Α, πέραν του να ασκεί κριτική όπου αυτή επιβάλλεται, έχει και ουσιαστικό γνωµοδοτικό χαρακτήρα και προβαίνει και σε προτάσεις. Έτσι όχι µόνο οφείλει να συστήσει στο αρµόδιο Υπουργείο να απαντήσει στον αιτούντα, αλλά και να διευκολύνει τη λήψη σωστής θέσης από τις Αρχές, χαράσσοντας τη σωστή κατεύθυνση. Άλλωστε, συµπλήρωσε, αυτό έχουµε κάνει έως τώρα στις διάφορες γνωµατεύσεις-προτάσεις µας. Στο σηµείο αυτό, εισήλθαν στην αίθουσα της συνεδρίασης, κατόπιν πρόσκλησης της Προέδρου, δύο εκπρόσωποι της «Επιτροπής για την αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου», οι κκ. Παναγιώτης Μαρίνης και Άγις Μαρίνης, πατέρας και γιος. Η Πρόεδρος καλωσόρισε τους εκπροσώπους της «Επιτροπής για την αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου» και στη συνέχεια τους έδωσε το λόγο για να εκφράσουν τις απόψεις τους. Ο κ. Π. Μαρίνης κατέθεσε αρχικά το µνηµόνιο της «Επιτροπής για την αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου» καθώς και διάφορα άλλα σχετικά έγγραφα. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στην επιστολή διαµαρτυρίας τους αναφορικά µε την καθυστέρηση απάντησης της διοίκησης στην αίτηση ίδρυσης ευκτήριου οίκου καθώς και στην µη αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου ως «θρησκεία». Ως προς το θέµα της αναγνώρισης της «θρησκείας» τους, ο κ. Π. Μαρίνης διευκρίνισε ότι συγκεντρώθηκαν 1500 υπογραφές πιστών προκειµένου να συµπεριληφθεί και η δική τους «θρησκεία» στον κατάλογο των επίσηµων θρησκειών του ΥΠΕΠΘ, αλλά έλαβαν την απάντηση από το εν λόγω Υπουργείο, ότι δεν υφίσταται τέτοιος κατάλογος και ότι πρόκειται για non-paper. Αναφορικά µε το ζήτηµα της άδειας ίδρυσης ευκτήριου οίκου, ανέφερε ότι πληροφορήθηκαν από την αρµόδια διεύθυνση του ΥΠΕΠΘ ότι είναι στην διακριτική ευχέρεια του Υπουργού να αποφασίσει
12
επ’αυτού. Χαρακτήρισε επίσης απαράδεκτη την καθυστέρηση απάντησης της διοίκησης στο αίτηµά τους και τόνισε πως στην χώρα µας δεν τηρούνται οι δηµοκρατικές αρχές και τα δικαιώµατα του ανθρώπου και πρόσθεσε ότι δεν εκτελούνται οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού ∆ικαστηρίου για τα ∆ικαιώµατα του Ανθρώπου στα θέµατα της θρησκευτικής ελευθερίας. Τέλος κατέκρινε τις ισχύουσες ρυθµίσεις των Ν.1363/38 και Ν.1369/38 και µίλησε για «δεσποτική δηµόσια διοίκηση» στην χώρα µας. Η Πρόεδρος ευχαρίστησε τον κ. Π. Μαρίνη για τις διευκρινίσεις του και στη συνέχεια προέβη σε µια σειρά ερωτήσεων ως προς τις βασικές αρχές τις οποίες πρεσβεύει η «Επιτροπή για την αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου», τις ηθικές αξίες, τις τελετουργίες τους κ.λ. Ο κ. Π. Μαρίνης απαρίθµησε µια σειρά «αξιών» διαβάζοντας το σχετικό µνηµόνιο της «Επιτροπής για την αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου», στη συνέχεια ανέπτυξε τις βασικές θέσεις της Επιτροπής του και ενηµέρωσε για τον τρόπο και την πρακτική των δηµόσιων τελετουργιών τους που γίνονται δηµόσια σε αρχαίους ναούς. Ο κ. Κ. Παπαϊωάννου εξέφρασε την άποψη ότι η ΕΕ∆Α είναι αναρµόδια να αποφανθεί σχετικά µε το αν το ∆ωδεκάθεο συνιστά «θρησκεία» και ζήτησε να τοποθετηθούν τα µέλη επί της διαδικασίας της συζήτησης. Η Πρόεδρος απάντησε ότι διαφωνεί µε την άποψη του κ. Κ. Παπαϊωάννου και επανέλαβε ότι η ΕΕ∆Α έχει υποχρέωση να εκφράζει τις κρίσεις της όταν αυτό κρίνεται σκόπιµο και ειδικά στις περιπτώσεις που διακυβεύεται το δηµόσιο συµφέρον. Τόνισε ακόµη, ότι απώτερος σκοπός της «Επιτροπής για την αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου» είναι η αναγνώριση της «θρησκείας» τους, µέσω της αίτησής τους για άδεια ίδρυσης ευκτήριου οίκου, όπως οι ίδιοι δήλωσαν. Ο κ. Πράσινος απηύθυνε ερώτηµα στους εκπροσώπους της «Επιτροπής για την αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου» σχετικά µε αν επιθυµούν να ιερουργούν σε αρχαίους ναούς ανά την Ελλάδα και ο κ. Π. Μαρίνης απάντησε ότι το µόνο που ζητούν είναι να τους δοθεί η δυνατότητα να ιερουργούν σε κάποιο µικρό και µη τουριστικό αρχαίο ναό µία φορά το έτος και µόνο για πέντε λεπτά. Ο κ. Ιωαννίδης συνεχάρη αρχικά τον κ. Π. Μαρίνη για τα άψογα ελληνικά του, παρατήρησε όµως πως η άποψη του κ. Π. Μαρίνη ότι στην Ελλάδα δεν τηρούνται τα δικαιώµατα του ανθρώπου, είναι υπερβολική αλλά και προσβλητική για την χώρα µας. Πρόσθεσε ακόµα ότι συµφωνεί µε την εισήγηση του κ. Κτιστάκι, κυρίως ως προς την υποχρέωση της ∆ιοίκησης να απαντήσει. Ο κ. Λάµπρου ανέφερε ότι κάθε θρησκεία έχει µια δική της δυναµική που ξεπερνά τα σύνορα µιας χώρας και εκ τούτου ρώτησε τον κ. Π. Μαρίνη αν η πίστη στις αρχές του ∆ωδεκάθεου επεκτείνεται και σε άλλες χώρες. Ο κ. Π. Μαρίνης απάντησε ότι η στάση της ελληνικής Πολιτείας τους εµποδίζει να επεκταθούν και σε άλλες χώρες. Η κα ∆ιβάνη ρώτησε ποιος είναι ο αριθµός των πιστών της «θρησκείας» του ∆ωδεκάθεου στην Ελλάδα και η απάντηση που έλαβε από τους εκπροσώπους της
13
«Επιτροπής για την αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου» ήταν ότι, εξαιτίας των δισταγµών των πιστών για δηµόσια οµολογία, δεν γνωρίζουν τον ακριβή αριθµό αλλά πάντως ο αριθµός των πιστών ξεπερνά τα 40.000 άτοµα. Η Πρόεδρος, αφού τους ευχαρίστησε και συνεχάρη για το θάρρος της γνώµης τους, διάβασε ένα σχετικό χωρίο του Αισχύλου για τον ορισµό του ∆ία. Ουσιαστικά ήδη ο Αισχύλος είχε υπερβεί τον πολυθεϊσµό. Στο σηµείο αυτό αποχώρησαν από την συνεδρίαση οι εκπρόσωποι της «Επιτροπής για την αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου». Ο κ. Κονιδάρης έλαβε το λόγο προκειµένου να τοποθετηθεί επί των όσων ειπώθηκαν από τον κ. Π. Μαρίνη και δήλωσε ότι καταρχήν δεν αποδέχεται το χαρακτηρισµό του τελευταίου περί «δεσποτικής δηµόσιας διοίκησης». Όσον αφορά τον «κατάλογο των επισήµων θρησκειών» του ΥΠΕΠΘ, ο κ. Κονιδάρης εξήγησε ότι ο εν λόγω κατάλογος δεν αποτελεί επίσηµο έγγραφο αλλά µία απλή λίστα την οποία συνέταξαν οι υπάλληλοι του ΥΠΕΠΘ, προκειµένου να διευκολυνθούν στο αυστηρά περιορισµένο έργο τους, εκείνο δηλαδή της χορήγησης άδειας λειτουργίας ναού ή ευκτήριου οίκου. ∆ιαβεβαίωσε επίσης την Επιτροπή ότι ουδέποτε χαρακτήρισε αυτόν τον κατάλογο non paper. Επανέλαβε ότι η καθυστέρηση απάντησης του ΥΠΕΠΘ έγκειται στην σοβαρότητα του ζητήµατος που σχετίζεται µε τις επιπτώσεις που θα επιφέρει στο πεδίο του δηµοσίου και ιδιωτικού δικαίου τυχόν αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου ως θρησκείας. Ο κ. Πράσινος δήλωσε ότι δεν έχει καµία αµφιβολία ότι το ΥΠΕΠΘ κάνει σωστά τη δουλειά του και ότι, δια της σιωπής του, έχει ουσιαστικά απαντήσει αρνητικά στο αίτηµα της Επιτροπής του ∆ωδεκάθεου. Όµως, όπως ο νόµος ορίζει, το ΥΠΕΠΘ οφείλει να δώσει µια απάντηση, είτε θετική είτε αρνητική είναι αυτή. ∆ήλωσε επίσης ότι αντιλαµβάνεται πως δεν πρόκειται για απλή υπόθεση και συµµερίζεται τους φόβους του ΥΠΕΠΘ αναφορικά µε τους σκοπούς της αιτούσας Επιτροπής. Τέλος συµπλήρωσε ότι συµφωνεί µε την εισήγηση του κ. Κτιστάκι. Ο κ. Ιωαννίδης επισήµανε ότι είναι πολύ δύσκολο να εκφέρει γνώµη η ΕΕ∆Α ως προς το ζήτηµα της αναγνώρισης της θρησκείας, οφείλει όµως η ΕΕ∆Α να επισηµάνει στο ΥΠΕΠΘ την υποχρέωση άµεσης απάντησης. Η κα Στεφάνου συµφώνησε µε τον κ. Ιωαννίδη. Ο κ. Θεοδωρίδης εξέφρασε την άποψη ότι η ΕΕ∆Α οφείλει να αφήσει κατά µέρος το τυπολατρικό της υπόθεσης και να λάβει µια απόφαση η οποία θα καλεί το ΥΠΕΠΘ να απαντήσει κατά τρόπο θετικό. Πρότεινε επιπλέον να είναι γενικά θετικές οι απαντήσεις της διοίκησης σε παρόµοιες αιτήσεις εκτός και αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι δηµοσίου συµφέροντος. Ο κ. Περράκης πρότεινε να αντιµετωπίσει η ΕΕ∆Α την «Επιτροπή για την αναγνώριση του ∆ωδεκάθεου» µε λιγότερη καχυποψία καθώς και να αµβλυνθούν οι έντονοι χαρακτηρισµοί της εισήγησης.
14
Η κα ∆ίπλα συµφώνησε µε την πρόταση του κ. Περράκη για την απάλειψη των έντονων χαρακτηρισµών της εισήγησης και δήλωσε ότι πρέπει το ΥΠΕΠΘ να προβεί σε άµεση και οριστική απάντηση. Ο κ. Τάκης τόνισε ότι θεωρεί αναγκαίο να µην εισέλθει η ΕΕ∆Α στο ζήτηµα της αναγνώρισης της «θρησκείας» του ∆ωδεκάθεου και πρότεινε να διαγραφεί η δεύτερη πρόταση της παραγράφου αρ. 4 της εισήγησης (σελ. 2) [«Στο συµπέρασµα αυτό καταλήγει η ΕΕ∆Α χωρίς να είναι καθόλου βέβαιη –το αντίθετο µάλιστα– ότι η εν λόγω συσσωµάτωση γύρω από µυθολογικές, ιστορικές και άλλες αναζητήσεις (όπως αυτές περιγράφονται κατά τρόπο γλαφυρό στην από 5η ∆εκεµβρίου 2002 επιστολή της προς την ΕΕ∆Α) συνιστά είτε «γνωστή» θρησκεία, υπό το φως του άρθρου 13 του ελληνικού Συντάγµατος, είτε θρησκευτική ή φιλοσοφική πεποίθηση, υπό το φως του άρθρου 9 της Ευρωπαϊκής Σύµβασης ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου και 18 του ∆ιεθνούς Συµφώνου για τα Ατοµικά και Πολιτικά ∆ικαιώµατα»]. Ο κ. Κτιστάκις, αφού ερωτήθηκε από την κα Πετρινιώτη, συµφώνησε να διαγραφεί µόνον η φράση «(όπως αυτές περιγράφονται κατά τρόπο γλαφυρό στην από 5η ∆εκεµβρίου 2002 επιστολή της προς την ΕΕ∆Α)» και δήλωσε ότι εµµένει ως προς το υπόλοιπο κείµενο της εισήγησής του. Ο κ. Περράκης ζήτησε και αυτός να διαγραφεί ολόκληρη η δεύτερη πρόταση της παραγράφου αρ. 4 διότι διαφορετικά είναι σαν να υπαγορεύεται στο ΥΠΕΠΘ να απαντήσει κατά τρόπο αρνητικό. Η κα Πετρινιώτη πρότεινε την τροποποίηση της δεύτερης πρότασης της παραγράφου αρ. 4 ως ακολούθως: «Στο συµπέρασµα αυτό καταλήγει η ΕΕ∆Α χωρίς να υπεισέλθει στο ερώτηµα αν η εν λόγω συσσωµάτωση συνιστά είτε «γνωστή» θρησκεία, υπό το φως του άρθρου 13 του ελληνικού Συντάγµατος, είτε θρησκευτική ή φιλοσοφική πεποίθηση, υπό το φως του άρθρου 9 της Ευρωπαϊκής Σύµβασης ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου και 18 του ∆ιεθνούς Συµφώνου για τα Ατοµικά και Πολιτικά ∆ικαιώµατα». Τα µέλη συµφώνησαν µε την πρόταση της κας Πετρινώτη. Η Πρόεδρος δήλωσε ότι διαφωνεί µε την ανωτέρω τροποποίηση της δεύτερης πρότασης της παραγράφου αρ. 4 της εισήγησης και δήλωσε ότι εµµένει στο αρχικό κείµενο της εισήγησης του κ. Κτιστάκι. Την ίδια άποψη εξέφρασε και ο κ. Πράσινος. Ως εκ τούτων τα µέλη ενέκριναν κατά πλειοψηφία την εισήγηση του κ. Κτιστάκι µε την ανωτέρω προτεινόµενη τροποποίηση της κας Πετρινιώτη, ενώ η Πρόεδρος µειοψήφησε. Η µειοψηφία της Προέδρου έχει ως εξής: Η «θρησκεία του ∆ωδεκάθεου» έχει παύσει από πολλών αιώνων να θεωρείται θρησκεία. Ήδη από την αρχαία ελληνική εποχή σηµαντικές εξέχουσες προσωπικότητες αναζητούσαν άλλες θρησκευτικο-µεταφυσικές αντιλήψεις. Αρκεί ο ορισµός του ∆ία από τον Αισχύλο: «Ζεύς αιθήρ, Ζεύς Γη, Ζεύς Ουρανός, Ζεύς τα πάντα χι’ότι τωνδε υπέρτερον». Ο δε Σωκράτης καταδικάστηκε γιατί εισήγε νέους θεούς («καινά δαιµόνια»). Σήµερα το αρχαίο ελληνικό ∆ωδεκάθεο έχει περάσει στη σφαίρα της µυθολογίας-ιστορίας, αποτελεί δε φαινόµενο αξιοπερίεργο ότι σύγχρονοι άνθρωποι --και µόνο τα µέλη της αιτούσας Επιτροπής στην Ελλάδα-- ισχυρίζονται ότι το ∆ωδεκάθεο αποτελεί σήµερα «θρησκεία» και δη «γνωστή».
15
Υπογραµµίζω µερικά σηµεία της προφορικής επαφής και του διαλόγου µε τους εκπροσώπους του ∆ωδεκάθεου κατά τη σηµερινή συζήτηση. Καταρχήν βεβαίωσαν ότι πρόκειται για «θρησκεία πολυθεϊστική». Όταν τους ερώτησα πως κρίνουν τη συµπεριφορά του ∆ία, που για να συνευρεθεί µε κάποια γυναίκα, συχνά την εξαπατούσε προσλαµβάνοντας διάφορες µορφές (ταύρος για την Ευρώπη, κύκνος για τη Λήδα, χρυσή βροχή για τη ∆ανάη κ.λ.), απήντησαν ότι συχνά έγγαµοι άνδρες έχουν ερωµένες και όταν ρώτησα αν αυτά ταιριάζουν σε έναν θεό και µάλιστα διαπραττόµενα κατά τρόπο απατηλό, µου απάντησαν ότι είναι µυθολογία. Όταν ρώτησα πως χαρακτηρίζουν ηθικά τη συµπεριφορά του Απόλλωνα, που φέρεται ότι ξεπέτσιασε ζωντανό τον Μαρσύα από ζήλια επειδή έπαιξε αυλό καλύτερα από τον ίδιο, απάντησαν ότι αυτοί δεν ενδιαφέρονται για την ηθική, δεν αναµιγνύουν ηθικά θέµατα. Ουσιαστικά ίδια ήταν η θέση τους και για την παραπάνω συµπεριφορά του ∆ία. Εντελώς αόριστη, κατά τη γνώµη µου, ήταν η απάντησή τους για το ακριβές περιεχόµενο των βασικών αρχών της «θρησκείας» τους, για τις οποίες επίµονα ρώτησα. Όσο για τις θρησκευτικές τελετές τους, µας πληροφόρησαν ότι αυτοί ιερουργούν δηµόσια σε αρχαίους ναούς ανά την Ελλάδα. Στην ερώτησή µου τι τους χρησιµεύει λοιπόν ο ευκτήριος οίκος, δήλωσαν ότι τον ζητούν για να µπουν στη λίστα των γνωστών θρησκειών. Στην ερώτησή µου, η τελετουργία τους --αντίστοιχη µε τη χριστιανική «λειτουργία»-- τι περιλαµβάνει, η απάντηση ήταν αόριστη. Από τα ανωτέρω συνάγω ότι οι οπαδοί του ∆ωδεκάθεου δεν αντιπροσωπεύουν θρησκεία και δη γνωστή. Και µόνη η έλλειψη και άρνηση ηθικής διδασκαλίας αποκλείει την έννοια της θρησκείας. Κεντρικό σηµείο κάθε θρησκείας αποτελεί η ηθική διδασκαλία της --καλή ή κακή κατά την κρίση του καθενός-- στην οποία στηρίζει τις ανταµοιβές ή ποινές των ανθρώπων από το θεό στη µέλλουσα ζωή (για µερικές θρησκείες και στην παρούσα ζωή). Εξάλλου το κενό και η αοριστία που προέκυψαν για τις αρχές και τις ηθικές βάσεις της δήθεν «θρησκείας», οι οποίες πρέπει να είναι σαφώς καθορισµένες, αποκλείει τον χαρακτηρισµό της ως γνωστής. Το µόνο που ήξεραν επακριβώς οι εκπρόσωποι της Επιτροπής του ∆ωδεκάθεου, ήταν οι περί θρησκευτικής ελευθερίας αποφάσεις του Ε∆∆Α τις οποίες επαναλάµβαναν κατά κόρον σε συνδυασµό µε απειλές για νέα καταδίκη της Ελλάδας. Συµπέρασµα: Η θεωρία την οποία πρεσβεύει η «Επιτροπή του ∆ωδεκάθεου» δεν αποτελεί «γνωστή θρησκεία», ο δε ευκτήριος οίκος που ζητούν δεν χρειάζεται ουσιαστικά για την εκπλήρωση των λατρευτικών εκδηλώσεων των οπαδών της. Ο Καθηγητής κ. Κλαµαρής συνετάχθη µε την παραπάνω άποψη της Προέδρου, εποµένως συντάσσεται µε την µειοψηφία. Ο κ. Πράσινος δήλωσε και κατέθεσε για τα πρακτικά, τα παρακάτω: «Μόνη η επίκληση και κατ’ακριβολογία η οικειοποίηση από οµάδα προσώπων ορισµένης νεκρής από αιώνων θρησκείας, όπως είναι σύµφωνα µε τα ιστορικοεπιστηµονικά δεδοµένα η αρχαιοελληνική θρησκεία του ∆ωδεκάθεου, δεν είναι ικανή να προσδώσει
16
ζωή και να επιφέρει ανάσταση στη νεκρή θρησκεία. Ούτε επίσης η συσσωµάτωση σε µια τέτοια προσπάθεια µυθολογικών, ιστορικών και άλλων αναζητήσεων συνεπάγεται αναβίωση της πάλαι ποτέ υπαρξάσης θρησκείας. Ως εκ τούτου, ελλείψει δε άλλων στοιχείων, από τα οποία να δύναται να στοιχειοθετηθεί κρίση περί του αντιθέτου, στην προκειµένη περίπτωση δεν συντρέχει το στοιχείο της ύπαρξης θρησκείας, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρµογή του άρθρου 13 του Συντάγµατος και του συναφούς άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύµβασης ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου. Περαιτέρω, ανεξαρτήτως δε των ανωτέρω, από την µη ρητή απάντηση του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευµάτων στην αίτηση της ως άνω Επιτροπής για χορήγηση σ’αυτήν άδειας ίδρυσης ευκτήριου οίκου, ουδόλως παραβλέπεται το εκ του άρθρου 13 του Συντάγµατος δικαίωµα της αιτούσας Επιτροπής, να προσφύγει δικαστικώς κατά της σιωπηράς άρνησης της ∆ιοίκησης και να επιτύχει την ικανοποίηση του δικαιώµατός της, εφόσον φυσικά κριθεί τούτο βάσιµο. Μάλιστα δε µια τέτοια ικανοποίηση έχει το πλεονέκτηµα ότι γίνεται κατά τρόπον οριστικό και αµετάκλητο, ενόψει της Συνταγµατικής διάταξης η οποία υποχρεώνει τη ∆ιοίκηση σε συµµόρφωση προς τις δικαστικές αποφάσεις. Τέλος, είναι κατ’αρχήν ορθή η άποψη ότι η ευχέρεια του ενδιαφεροµένου να προσφύγει δικαστικά κατά της σιωπηρής άρνησης της ∆ιοίκησης δεν επιτρέπει στην τελευταία να οδηγηθεί στην πλάνη ότι απαλλάσσεται από την υποχρέωση απάντησης σε συγκεκριµένο αίτηµα. Όµως, η υποχρέωση αυτή δεν επιτρέπει τη συναγωγή της επίσης πεπλανηµένης αντιλήψεως ότι η εσπευσµένη ή υπό πίεση απάντηση της ∆ιοίκησης επί συνθέτων και λεπτών ζητηµάτων µε πολλαπλές και πολυεπίπεδες συνέπειες αποτελεί την προσήκουσα διέξοδο». (…) Η Πρόεδρος Η Γραµµατέας Καθηγ. Α. Γιωτοπούλου Κ. Πάντου -Μαραγκοπούλου Πρόεδρος της Επιτροπής Γραµµατέας
EGV
ZOIROS, δεν είναι η πρώτη, ούτε καν η δεύτερη φορά που κάποιο θέμα σου απενεργοποιείται για τους ίδιους λόγους:
- Η παράθεση ολόκληρου κειμένου (copy - paste) χωρίς καν κάποιον δικό σου σχολιασμό ως αρχική τοποθέτηση.
- Η δημιουργία θέματος με αφορμή ενός κειμένου, που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί απλά σαν αναφορά σε απάντησή σου σε άλλο παρεμφερές θέμα.
Πρέπει να καταλάβεις, πως κάθε σχετική απενεργοποίηση θεμάτων που ανοίγεις, έχει σαν σκοπό την καλύτερη λειτουργία των συζητήσεων.
Το κείμενο που μας παρέθεσες εδώ, είναι ενδιαφέρον για όσους ασχολούνται με το θέμα του Δωδεκάθεου στην Ελλάδα.
Δεν θα ήταν καλύτερα να το χρησιμοποιούσες ως αναφορά σε κάποιο σχετικό θέμα (παράλληλα με τη δική σου τοποθέτηση);
(Σε προσκαλώ ως εκ τούτου στο θέμα που έχεις ανοίξει:
ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ, εάν θέλεις να συζητήσουμε οτιδήποτε σχετικό με την απενεργοποίηση αυτή, αλλά και με τον τρόπο που συχνά ανοίγεις κάποιες νέες συζητήσεις)![]()
κάνε κλικ!![]()
Ποτέ μην παραδεχτείς τα όρια του ανθρώπου. Να σπας τα σύνορα. Να αρνιέσαι ότι θωρούν τα μάτια σου. Να πεθαίνεις και να λες: ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ!