- Κ. Π. Καβάφης... αδυναμίες... πάθη... βάσανα... - Απόψεις, Προτάσεις κ.ά.
ΣΟΦΟΙ ΔΕ ΠΡΟΣΙΟΝΤΩΝ
φιλοστρατος τα εις τον τυανεα απολλωνιον7
οι ανθρωποι γνωριζουν τα γινομενα
τα μελλοντα γνωριζουν οι θεοι
πληροις και μονοι κατοχοι παντων των φωτων
εκ των μελλοντων οι σοφοι τα προσερχομενα
αντιλαμβανονται.η ακοη αυτων καποτε εν ωραις
σοβαρων σπουδων ταραττεται.η μυστικη βοη τους
ερχεται των πλησιαζοντων γεγονοτων.
Και την προσεχουν ευλαβεις .ενω εις την οδον
εξω ουδεν ακουουν οι λαοι!
gh
Σ' αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ
μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ
για νάβρω τα παράθυρα. -Όταν ανοίξει
ένα παράθυρο θάναι παρηγορία.-
Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ
να τάβρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.
Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Ποιός ξέρει τι καινούργια πράγματα θα δείξει.
Ποιητικά... The She Mantis
Το έργον των θεών διακόπτομεν εμείς,
τα βιαστικά και άπειρα όντα της στιγμής.
Στης Ελευσίνος και στης Φθίας τα παλάτια
η Δήμητρα κ' η Θέτις αρχινούν έργα καλά
μες σε μεγάλες φλόγες και βαθύν καπνόν. Αλλά
πάντοτε ορμά η Μετάνειρα από τα δωμάτια
του βασιλέως, ξέπλεγη και τρομαγμένη,
και πάντοτε ο Πηλεύς φοβάται κ' επενβαίνει.
Ποιητικά... The She Mantis
Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα
πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ' όχι - το σωστό - εις όλην την ζωή του.
G.

1899 αλήθειες + 1 ψέμμα...
Φωνές
Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
εκείνων που πέθαναν, ή εκείνων που είναι
για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.
Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε,
κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό.
Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από την πρώτη ποίησι της ζωής μας -
σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβύνει.
Ποιητικά... The She Mantis
Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν
και τακλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό,
με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά -
έτσι οι επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν,
χωρίς να εκπληρωθούν' χωρίς να αξιωθεί καμιά
της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό.
1904, Κ. Καβάφης
Αοιδός
Μακράν του κόσμου, τον μεθά ποιητική μαγεία·
ο κόσμος όλος δι’ αυτόν είν’ οι ωραίοι στίχοι.
Διά τον αοιδόν αυτής έκτισ’ η Φαντασία
άυλον οίκον στερεόν ον δεν κλονίζ’ η τύχη.
Θα είπετε·«Βίος ψυχρός και μάταιος. Μωρία
το να νομίζης η ζωή ότι αυλού είν’ ήχοι
τερπνοί, και ουδέν άλλο·» ή «Ξηρά αναισθησία
μαστίζει όντινα ποτέ πόνος δεν κατατρύχει
της πάλης της ζωής.» Aλλά πλάνη και αδικία
είναι η κρίσις σας. Aυτού η Φύσις είναι θεία.
Μη κρίνετ’ εν τη λογική, τυφλή σας ασθενεία.
Είν’ εκ σμαράγδου μαγικού του οίκου του οι τοίχοι —
και ψιθυρίζουν εν αυτοίς φωναί· «Φίλε, ησύχει·
σκέπτου και ψάλλε. Μυστικέ απόστολε, ευψύχει!»
Ποιητικά... The She Mantis
Edited by - Mantis on 19/01/2005 01:41:02
[Aπό την Λάμια του Keats]
[Ι]
[..........................................................]
«Ως πότε εν τω νεκρικώ αυτώ στεφάνω
θα κείμαι! Πότε η πτωχή θα εξυπνήσω,
πότε εν σώματι τερπνώ θα ανασάνω,
κ’ εν σώματι τω βίω πρέποντι θα ζήσω,
και καταλλήλω έρωτι και ηδονή,
και καρδιών, χειλέων πάλη, πλησμονή!
Φευ, φευ,τριστάλαινα. Φευ, συμφορά δεινή!»
[...........................................................]
«Ήμην γυνή. Ω, δος μοι σχήμα γυναικός!
Έφηβον εκ του άστεος των Κορινθίων
λατρεύω. Την καλή μορφήν μου φιλικώς
απόδος· και οδήγει μ’ εις αυτόν πλησίον.»
[............................................................]
Και ότε εφαντάζετο μίαν ημέραν
ούτω, εν τοις θνητοίς είδον οι οφθαλμοί της
τον Λύκιον αγωνιζόμενον, και πέραν
πάντων το άρμα του να τρέχη. Νεαρός
Ζευς τη εφάνη, με Διός σεπτήν γαλήνην ...
Έκτοτε δε την εκυρίευσε σφοδρός
έρως. Λιποθυμούντος έρωτος γλυκύτης
κ’ επιθυμίαι εκυρίευσαν εκείνην.
[............................................................]
Το πρόσωπόν του έκρυπτε μη τύχη φίλος
και τον αναγνωρίση. Σφίγγει ερωτύλος
την χείρα της. Ότ’ αίφνης εμφανίζεται
ανήρ βραδύς το βήμα, και με δόλιον,
οξύ το βλέμμα. Έχει μιξοπόλιον
τον βοστρυχώδη πώγωνα. Γνωρίζεται
ως σοφιστής από το ένδυμά του. Είναι
η κεφαλή του φαλακρά.
Ο Λύκιος
ετάχυνε το βήμα, πλην ανοίκειος
τρόμος την Λάμιαν καταλαμβάνει. «Γύναι
φιλτάτη,» λέγει «ρίγος σε διαπερά.
Πόθεν η ταραχή αυτή η αιφνιδία;
Η χειρ σου διαλύεται.» Aλλ’ η αβρά
σύντροφος απαντά· «Κούρασις και ανία
είναι απλώς. Λύκιε, τίς ο γέρων ήτο;
Δεν δύναμαι ν’ ανακαλέσω την μορφήν του.
Εκρύπτεσο ως η ψυχή σου να εφοβείτο
να αντικρύσης την οξείαν όρασίν του.»
[ΙΙ]
[...................................................................]
»Ούτω να θριαμβεύσω διά σου ποθώ,
εν μέσω της Κορίνθου μέγα απορούσης.
Θ’ αποστομώσω τους εχθρούς μου. Θ’ ευφρανθώ
ακούων της φωνής των φίλων επαινούσης,
ενώ το άρμα μας εν μέσω των ευχών,
το άρμα το γαμήλιον των ευτυχών,
ταχύ θα τρέχη επί φαεινών τροχών.»
[.....................................................................]
«Δεν έχω φίλους, κ’ εν Κορίνθω ζω σχεδόν
άγνωστος. Των γονέων μου η κόνις κείται
εντός λαρνάκων αφανών, και εις τον ουδόν
του δώματός των του υστάτου λησμονείται
να αναφθή θυμίαμα. Η γενεά των
όλη απέθανε, κ’ εγώ η επιζώσα
παραμελώ αυτούς, υπό παθών ακράτων
κυβερνωμένη και τυφλώς σε αγαπώσα.
Ω Λύκιε, προσκάλεσ’ όσους φίλους θέλει
η νεαρά καρδία σου, αλλ’ αν σοι μέλη
περί του έρωτός μου, αν το ποθητόν
βλέμμα σου μ’ αγαπά, μη εις την τελετήν
φέρης τον Aπολλώνιον τον σοφιστήν.
Κρύψε με, Λύκιε, κρύψε με απ’ αυτόν.»
[.....................................................................]
εκτός ενός, όστις με βλέμματ’ αυστηρά
και βραδέα βήματα και σταθερά
εισήλθεν. Ην ο γέρων Aπολλώνιος.
Και εμειδία, ωσεί τάχα πρόβλημά τι
προ του οποίου εκοπίαζ’ ο δαιμόνιος
νους του, να εξηγείτο λύσει απλουστάτη
και ν’ αληθεύη αρχικόν του μάντευμά τι.
[.....................................................................]
«Φίλτατε Λύκιε, κανών τεθεσπισμένος
δεν είναι να επιβάλλεται άκλητος ξένος
και με την φορτικήν του να χαλνά μορφήν
συντρόφων νεωτέρων συναναστροφήν.
Aλλ’ απητείτο· και συγχώρει επομένως.»
[.....................................................................]
«Δεν σε ελύτρωσ’ από κάθε συμφοράν,
δια να σ’ ίδω τώρα όφεως βοράν!»
Ω της Λαμίας ήρχισεν η αγωνία!
Του σοφιστού το βλέμμα πύρινον προυχώρει,
και την διέσχιζεν ολόκληρον, ως δόρυ
διαπεραστικόν. Εν τη αδυναμία,
εν τη νεκρώσει της, εν τη φρικτή οδύνη,
την ασθενή της χείρα την λευκήν εκίνει
και τω εζήτει, τω ικέτευε σιγήν.
Aλλά ο σοφιστής το βλέμμα του ευρύνει
και «όφις! όφις!» βάλλει φοβεράν κραυγήν.
Ποιητικά... The She Mantis
Τι συμφορα, ενω εισαι καμωμενος
για τα ωραια και μεγαλα εργα
η αδικη αυτη σου η τυχη παντα
ενθαρρυνσι κ'επιτυχια να σε αρνειται.
Να σ'εμποδιζουν ευτελεις συνηθειες,
και μικροπρεπειες, κι αδιαφοριες.
Και τι φρικτη η μερα που ενδιδεις
(η μερα που αφεθηκες κ'ενδιδεις),
και φευγεις οδοιπορος για τα Σουσα,
και πιαινεις στον μοναρχην Αρταξερξη
που ευνοϊκα σε βαζει στην αυλη του,
και σε προσφερει σατραπειες και τετοια,
Και συ τα δεχεσαι με απελπισια
αυτα τα πραγματα που δεν τα θελεις.
Αλλα ζητει η ψυχη σου, γι'αλλα κλαιει.
Τον επαινο του Δημου και των Σοφιστων,
τα δυσκολα και τ'ανεκτιμητα Ευγε.
Την Αγορα, το Θεατρο, και τους Στεφανους.
Αυτα που θα στα δωσει ο Αρταξερξης
αυτα που θα τα βρεις στη Σατραπεια.
Και τι ζωη χωρις αυτα θα καμεις.

Tον ψίθυρο των άστρων
έπιασε η γκλάβα μου...
Αρμονία και χάος
Άρεσε γενικώς στην Aλεξάνδρεια,
τες δέκα μέρες που διέμεινεν αυτού,
ο ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης
Aριστομένης, υιός του Μενελάου.
Ως τ' όνομά του, κ' η περιβολή, κοσμίως, ελληνική.
Δέχονταν ευχαρίστως τες τιμές, αλλά
δεν τες επιζητούσεν· ήταν μετριόφρων.
Aγόραζε βιβλία ελληνικά,
ιδίως ιστορικά και φιλοσοφικά.
Προ πάντων δε άνθρωπος λιγομίλητος.
Θάταν βαθύς στες σκέψεις, διεδίδετο,
κ' οι τέτοιοι τόχουν φυσικό να μη μιλούν πολλά.
Μήτε βαθύς στες σκέψεις ήταν, μήτε τίποτε.
Ένας τυχαίος, αστείος άνθρωπος.
Πήρε όνομα ελληνικό, ντύθηκε σαν τους Έλληνας,
έμαθ' επάνω, κάτω σαν τους Έλληνας να φέρεται·
κ' έτρεμεν η ψυχή του μη τυχόν
χαλάσει την καλούτσικην εντύπωσι
μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά,
κ' οι Aλεξανδρινοί τον πάρουν στο ψιλό,
ως είναι το συνήθειο τους, οι απαίσιοι.
Γι' αυτό και περιορίζονταν σε λίγες λέξεις,
προσέχοντας με δέος τες κλίσεις και την προφορά·
κ' έπληττεν ουκ ολίγον έχοντας
κουβέντες στοιβαγμένες μέσα του.
G.

1899 αλήθειες + 1 ψέμμα...
[Aπό το «Aλληλουχία κατά τον Bωδελαίρον»]
[.....................................................................]
Είναι ναός η Φύσις όπου ζωνταναί
στήλαι συγκεχυμένας λέξεις κάποτε
εκφέρουσιν. Ο άνθρωπος εκεί περνά
μέσω πυκνών δασών συμβόλων, άτινα
με βλέμματα οικεία τον παρατηρούν.
Ως παρατεταμέναι σμίγουσιν ηχοί
από μακράν εν μια ενώσει ζοφερά,
εν μια ενώσει ως το σκότος αχανεί
και ως το φως, ούτω ανταποκρίνονται
τα χρώματα, οι φθόγγοι, και τ’ αρώματα.
Υπάρχουν ευωδίαι ως το δέρμα των
παιδίων δροσεραί· γλυκείαι ως αυλοί·
πράσιναι ως λειμώνες.
Άλλαι πλούσιαι
είναι, διεφθαρμέναι, θριαμβευτικαί·
ορμάς του πνεύματος και των αισθήσεων
υμνούσαι· την διάχυσιν κατέχουσαι
πραγμάτων απεράντων — ως η άμβαρις,
ο μόσχος, και ο στύραξ, και το λίβανον.
[........................................................................]
Ποιητικά... The She Mantis