- Kατάθεσις σκέψεων Νο 2 - "Μεταξύ τυρού και αχλαδιού"
ΖΕΣΤΑ ΚΑΙ ΚΡΥΑ ΔΩΜΑΤΙΑ
Από ζεστά δωμάτια πηγαίνουμε σε κρύα
και από κρύα σε ζεστά διαρκώς.
Το νεογέννητο κραυγάζει ξαφνικά στο φως,
γνωρίζοντας παρόλ’ αυτά ότι η συντέλεια πλησιάζει.
Τί πολιτείες αμέτρητες θαμμένες κάτω από το χώμα
πλάθουνε αυτό που ονομάζουμε καρδιά!
Ο έρωτας είναι ένας τρόπος να θυμάσαι και όχι να ξεχνάς.
Κάποτε ήμαστε χιόνι κρυστάλλινο στεγνό
που κρύος αέρας έσπρωχνε σε στρόβιλο,
πάνω σε παγετώνες που άστραφταν. Χωρίς έλεος.
Μεγάλες μέρες του καλοκαιριού ζεστές κάτω από τις κορυφές τεράστιων δέντρων
στην πράσινη σκιά τους βόσκουν βασιλικά ελάφια.
Ένας απαλός άνεμος απλώνεται στο τοπίο.
Θέλω να πω με το παράπονο πρέπει να ρθεί το τέλος.
LARS GUSTAFSSON
Και το κάρμα που το πας…α πα πα πα
Ας βάλουμε ένα τραγουδάκι να ευθυμήσουμε γιατί πολύ στενοχωρήθηκα σκεπτόμενη το κάρμα ![]()
![]()
![]()
http://www.youtube.com/watch?v=Tu4Hnbor9rI
Το ξέρεις ότι γίνεται φεστιβάλ ρέικι 11/10/09? Μάλλον ναι. Φαντάζομαι θα είσαι εκεί να στηρίξεις την όλη προσπάθεια. Μπορεί να έρθω κι εγώ το απόγευμα.
Πέρασα σήμερα από τον Πύρινο Κόσμο να πάρω κάτι και έπεσε το μάτι μου στα βιβλία της Ζαβού για τα πνευματικά χειρουργεία, ομολογώ ότι δεν το γλίτωσε το σιχτίρισμα.
Πάω στο ταμείο να πληρώσω βλέπω την πρόσκληση, την ανοίγω και τι να δω στις ομιλίες,
18.00 «Χρονοταξιδιώτες και εφαρμογές πνευματικών χειρουργείων από την 5η διάσταση» Ζαβού Μαρία.
Επιπλέον στις 19.00 έχει «Ζωντανή ανώτερη επικοινωνία»
και στις 21.00 «Διαλογισμός Σαμπάλλα»
δηλ. τι να πω, μου ήρθαν κουτί.
Όσο το σκέφτομαι λέω το «μπορεί» να το κάνω «σίγουρα».
Και μετα απο εκεινο το συνεδριο μεταφυσικων ομαδων το 2005 .....ακομη να συνελθω....
Εγω ειμαι ταξιδευτής.....
Μπονουι μον αμι
Εμπειρίες είναι όλα, ότι κάνουμε είναι αυτό που χρειάζεται για το παρακάτω.
Πάντως άσχετα από αυτά είσαι σίγουρη ότι θέλεις να χάσεις τα πνευματικά χειρουργεία? ![]()
Πας κοπέλα μου σε μια παρέα και μιλάνε για πνευματικά χειρουργεία (τι πιο σύνηθες άλλωστε) να μην ξέρεις κι εσύ να πεις δυο λόγια? ![]()
Ίσως να πει και για τσάκρας, ξέρεις φαντάζομαι ότι τα τσάκρας πάνε με όλα σαν την κοκα κολα. ![]()
Εάν μετά από αυτά τα ισχυρά επιχειρήματα δεν σε έχω πείσει τι να πω πια.![]()
![]()
![]()
![]()
Οταν το αγγιζεις κουδουνίζει και καλεί...φτανει αυτό...
Edited by - nst on 02/10/2009 00:02:32
Πολύ χαίρομαι που είσαι ευτυχισμένη, είναι πολύ σημαντικό.
Για σενα ουρανε μου
------
Χαρά χαρά.
Δε μας νοιάζει
τι θ' αφήσει το φιλί μας
μέσα στο χρόνο και στο τραγούδι.
Αγγίξαμε
το μέγα άσκοπο
που δε ζητά το σκοπό του.
Ο Θεός
πραγματοποιεί τον εαυτό του
στο φιλί μας.
Περήφανοι εκτελούμε
την εντολή του απείρου.
'Ενα μικρό παράθυρο
βλέπει τον κόσμο.
'Ενα σπουργίτι λέει
τον ουρανό.
Σώπα.
Στην κόγχη των χειλιών μας
εδρεύει το απόλυτο.
Σωπαίνουμε κι ακούμε
μες στο γαλάζιο βράδι
την ανάσα της θάλασσας
καθώς το στήθος κοριτσιού ευτυχισμένου
που δε μπορεί να χωρέσει
την ευτυχία του.
'Ενα άστρο έπεσε.
Είδες;
Σιωπή.
Κλείσε τα μάτια.
Γ. Ρίτσος, ''Εαρινή Συμφωνία''

botticelli primavera
Edited by - nst on 04/10/2009 22:47:03
Κατα τα αλλα ολα τα βρισκω απολυτως φυσιολογικά και καθημερινά....
Επισης τι θα γινει αν αρχισω τις ερωτησεις ? ουφ....
Edited by - nst on 09/10/2009 20:08:16
Κάποτε, σε μιά χλωμή χώρα, όπου όλα ήταν κιτρινισμένα, απ' τον ουρανό μέχρι τα δέντρα και τα λουλούδια, τις λίμνες και τα ποτάμια, τη θάλασσα και τα χλωμά πρόσωπα των ανθρώπων, υπήρχε ένα μικρό κι ασήμαντο χωριουδάκι. Στη μέση της πλατείας του μικρού χωριού βρισκόταν ένα μαγαζάκι με μιά μεγάλη ταμπέλλα που έγραφε με ξεθωριασμένα γράμματα: "ΕΔΩ ΠΩΛΕΙΤΑΙ ΕΛΠΙΣ".
Μιά μικρή κοπέλλα ξεπρόβαλε από ένα στενό δρομάκι μαντηλοδεμένη και το πλησίασε διστακτικά. 'Ανοιξε την πόρτα του μαγαζιού. Οι μεντεσέδες της έτριξαν μ' ένα διαπεραστικό ήχο, γιατί ήταν εδώ και πολύ καιρό αχρησιμοποίητη. Μέσα στο μαγαζί, πίσω από 'να σκωροφαγωμένο πρασινωπό πάγκο, κάθονταν ένας γέρος και μιά γριά. Η μικρή κοπέλλα μίλησε:
-"Λίγη ελπίδα, παρακαλώ".
-"Λυπάμαι, μόλις μάς τελείωσε".
-"Γιατί λυπάστε; Επειδή δεν έχετε να μού δώσετε";
-"Οχι, επειδή δεν κρατήσαμε ούτε για μάς".
-"Ευχαριστώ, θα πάω αλλού".
-"Μή κάνετε τον κόπο. Πουθενά δεν πωλείται πλέον".
-"Κι όμως. Ελπίζω να βρώ λίγη κάπου".
-"Αν σας περισσεύει δεσποινίς, δώστε μας λίγη από τη δική σας".
-"Ευχαρίστως. Ελάτε να ψάξουμε μαζί".
Σιγά - σιγά, ένα μικρό πλήθος ακολουθούσε τη μικρή κοπέλλα που έψαχνε ν' αγοράσει λίγη ελπίδα. Το περίεργο είναι πως η ίδια δεν είχε καταλάβει ότι όχι μόνο δεν της έλειπε, αλλά είχε τεράστιο απόθεμα, που το μοίραζε απλόχερα σε όσους την ακολουθούσαν. Ετσι, απόχτησε οπαδούς. 'Αρχισαν να περπατάνε μέσα από δάση, πόλεις, λιβάδια και χωριά, χωρίς τροφή, χωρίς ύπνο, χωρίς νερό: Η ελπίδα της μικρής κοπέλλας τους έτρεφε.
Μετά από μερικές ημέρες έφτασαν μπροστά σ’ ένα πανύψηλο τοίχο. Εκεί σταμάτησαν. Ο τοίχος ήταν κάτασπρος, σαν τεράστια παγοκολόνα. Ήταν και παγωμένος. Η μικρή κοπέλλα ακούμπησε το χεράκι της στο κέντρο του τοίχου, μα το τράβηξε απότομα, μη παγώσει.
-"Αχ"! Έκανε κατάπληκτη. "Ελάτε", φώναξε, "ελάτε! Ελάτε, ν' αχνίσουμε όλοι μαζί με τα χνώτα μας"!
Πλησίασαν όλοι κι άρχισαν ν΄αχνίζουν "χού-χού" με τα χνώτα τους, εκεί, στη μέση του τοίχου. Ο τοίχος άρχισε να βαθουλώνει και να στάζει. Ήταν πραγματικά μιά τεράστια παγοκολόνα! Οταν άνοιξε μιά μικρή τρύπα, μετά από χιλιάδες καυτές ανάσες, πέρασε από μέσα της η μυρωδιά της Ανοιξης. Τότε, μόλις οι άνθρωποι τη μύρισαν, συνέχισαν ν' αχνίζουν τον τοίχο με ξέφρενη χαρά, όλοι μαζί. Τα μάτια τους έλαμπαν, τα πρόσωπά τους είχαν στρογγυλέψει, τα χλωμά τους μάγουλα απόχτησαν χρώμα. Κάποτε, δεν μπορώ να υπολογίσω πότε ακριβώς, άνοιξε ένα μεγάλο πέρασμα στον τοίχο. Η μικρή κοπέλλα γύρισε, τους κοίταξε όλους προσεκτικά και τους είπε:
-"Μέχρι τώρα δουλέψαμε όλοι μαζί για να τρυπήσουμε τον τοίχο. Τώρα, πρέπει να προσέξουμε. Ένας-ένας να περάσουμε, να μη χαλάσουμε το αποτέλεσμα της προσπάθειάς μας". Στάθηκε στο πλάϊ επιβλέποντας να μη χαλάσει το άνοιγμα, απ' όπου περνούσαν όλοι προσεκτικά, ένας-ένας. Μα σιγά-σιγά, το πέρασμα μίκραινε, στένευε.
Η μικρή κοπέλλα εκλιπαρούσε να συνεχίσουν να το αχνίζουν με τα χνώτα τους περνώντας το, οι άνθρωποι όμως δεν της έδιναν πιά σημασία κι απλώς περνούσαν βιαστικοί για να φτάσουν γρηγορότερα, ν' αγγίξουν την 'Ανοιξη. Ευτυχώς δεν ήταν και τόσοι πολλοί, έτσι η μκρή κοπέλλα πρόλαβε να περάσει κι εκείνη, τελευταία. Αυτό που αντίκρυσε περνώντας ήταν ένα τεράστιο ανθισμένο λιβάδι, όσο έπιανε το μάτι, γεμάτο χαρούμενους ανθρώπους, που χόρευαν και τραγουδούσαν.
Χωρίστηκαν σε ομάδες και άρχισαν να χτίζουν τα σπίτια τους. Η μικρή κοπέλλα έχτισε ένα μικρό μαγαζάκι κι έβαλε μιά μεγάλη ταμπέλλα που έγραφε: "ΕΔΩ Η ΕΛΠΙΔΑ ΜΟΙΡΑΖΕΤΑΙ ΔΩΡΕΑΝ".
Πιστεύω πως θα περάσουν πολλά χρόνια για να χρειαστεί κάποιος σ' αυτόν τον τόπο να γυρέψει ελπίδα. Ο καθένας έχει μπόλικη στην ψυχή του. Κι όσο τη μοιράζεται με τους άλλους, όσο τη χαρίζει, η ελπίδα θα περισσεύει.
Είναι αδύνατο ο άνθρωπος να εμποδίσει την διάχυση της Αγάπης του Θεού όπως είναι αδύνατο να εμποδίσει τη λάμψη του ηκιακού φωτός. Είναι δυνατόν να κρυφτεί σε μια σκοτεινή περιοχή ή να δημιουργήσει σκιά. Με ανάλογο τρόπο μπορεί να κρυφτεί από την Αγάπη του Θεού κάτω από την σκιά της αμαρτίας. Η Αγάπη του Θεού βέβαια επιμένει με μανική αγάπη να τον φωτίσει όπως και το το φως του ήλιου πέφτει αδιάκριτα σε όλα τα αντικείμενα. Ο άνθρωπος με την αμαρτία κρύβεται από την Αγάπη του Θεού. Η Αγάπη του Θεού επιμένει να κατακτήσει τον άνθρωπο.
Ανάκτηση από
http://www.psyche.gr/amartia.htm
http://www.youtube.com/watch?v=S8HKvHnX6Sw&feature=player_embedded#
Πάνω σου η γη ξυπνάει
ήλιος μπαίνει από παντού
κάθομαι και σε κοιτάζω
μη με φοβάσαι
Είσαι ακόμα από τον ύπνο
τ΄όνειρο έχει εξατμιστεί
Μάρτιο θυμίζεις πώς να σε προβλέψω
Ενα απ΄όλα τα βιβλία
που έχω μέσα μου βαθιά
του έρωτα φεγγάρια μαύρα το φωτίζουν
Τίποτα δεν έχει μείνει
κι όμως όλα είναι εδώ
άφησέ με να αγγίξω τα μαλλιά σου
Τον ίδιο το Θεό να είχα απέναντί μου
σου λέω προτιμώ στην κόλαση μαζί σου
Άφωνη η ζωή ρωτάει
τόση ομορφιά από που
βρέχει ο ουρανός ρουμπίνια κι απαντάει
μόνο η αγάπη ξέρει τώρα έμαθα κι εγώ
πόσο ανάγκη έχω από την αγκαλιά σου
Τον ίδιο το Θεό να είχα απέναντί μου
σου λέω προτιμώ στην κόλαση μαζί σου
Τίποτα άλλο εκτός από εσένα στο φως
τίποτα άλλο που να με σκοτώνει γλυκά
"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."
--Confucius
http://www.youtube.com/watch?v=qRWFa7nguE0&feature=player_embedded#
Μ.Ν. Περπατώ μες στ' αγκάθια μες στα σκοτεινά
σ' αυτά που 'ναι να γίνουν και στ' αλλοτινά
κι έχω για μόνο μου όπλο μόνη μου άμυνα
τα νύχια μου τα μωβ σαν τα κυκλάμινα.
Α. Παντού την είδα. Να κρατάει ένα ποτήρι και να κοιτάζει στο
κενό. Ν' ακούει δίσκους ξαπλωμένη χάμου. Να περπατάει στο
δρόμο με φαρδιά παντελόνια και μια παλιά γκαμπαρντίνα.
Μπρος από τις βιτρίνες των παιδιών. Πιο θλιμμένη τότε. Και
στις δισκοθήκες, πιο νευρική, να τρώει τα νύχια της. Καπνίζει
αμέτρητα τσιγάρα.Είναι χλωμή κι ωραία. Μ' αν της μιλάς
ούτε που ακούει καθόλου. Σαν να γίνεται κάτι άλλου - που
μόνο αυτή τ' ακούει, και τρομάζει. Κρατάει το χέρι σου σφι-
χτά, δακρύζει, αλλά δεν είναι εκεί. Δεν την έπιασα ποτέ και
δεν της πήρα τίποτα.
Μ.Ν. Τίποτα δεν κατάλαβε. Όλη την ώρα μου 'λεγε «θυμάσαι;» Τι
να θυμηθώ. Μονάχα τα όνειρα θυμάμαι γιατί τα βλέπω νύχτα.
Όμως τη μέρα αισθάνομαι άσχημα - πως να το πω: απροε-
τοίμαστη. Βρέθηκα μέσα στη ζωή τόσο άξαφνα - κει που δεν
το περίμενα καθόλου. Έλεγα «μπα θα συνηθίσω». Κι όλα γύ-
ρω μου έτρεχαν. Πράγματα κι άνθρωποι έτρεχαν, έτρεχαν -
ώσπου βάλθηκα κι εγώ να τρέχω σαν τρελή. Αλλά, φαίνεται, το
παράκανα. Επειδή -δεν ξέρω- κάτι παράξενο έγινε στο τέ-
λος. Πρώτα έβλεπα τον νεκρό κι ύστερα γινόταν ο φόνος.
Πρώτα ερχόταν το αίμα κι ύστερα ο χτύπος κι η κραυγή. Και
τώρα όταν ακούω να βρέχει δεν ξέρω τι με περιμένει...
Α. «Γιατί δε θάβουν τους ανθρώπους όρθιους σαν μητροπολιτά-
δες;» -έτσι μου 'λεγε. Και μια φορά, θυμάμαι, καλοκαίρι στο
νησί, που γυρίζαμε όλοι από ξενύχτι, ξημερώματα, πηδήσαμε
απ' τα κάγκελα στον κήπο του Μουσείου. Χόρευε πάνω στις
πέτρες και δεν έβλεπε τίποτα.
Μ.Ν. Έβλεπα τα μάτια του. Έβλεπα κάτι παλιούς ελαιώνες.
Α. Έβλεπα μιαν επιτύμβια στήλη. Μια κόρη ανάγλυφη πάνω στην
πέτρα. Έμοιαζε λυπημένη και κρατούσε στη χούφτα της ένα
μικρό πουλί.
Μ.Ν. Εμένα κοίταζε, το ξέρω, εμένα κοίταζε. Κοιτάζαμε κι οι δυο την
ιδία πέτρα. Κοιταζόμασταν μεσ' απ' την πέτρα.
Α. Ήταν ήρεμη και κρατούσε στη χούφτα της ένα μικρό πουλί.
Μ.Ν. Ήτανε καθιστή. Κι ήτανε πεθαμένη.
Α. Ήτανε καθιστή και κρατούσε στη χούφτα της ένα μικρό πουλί.
Δε θα κρατήσεις ποτέ σου ένα πουλί εσύ - δεν είσαι αξία!
Μ.Ν. Ω, αν μ' αφήνανε, αν μ' αφήνανε.
Α. Ποιος να σ' αφήσει;
Μ.Ν. Αυτός που δεν αφήνει τίποτα.
Α. Αυτός, αυτός που δεν αφήνει τίποτα
κόβεται απ' τη σκιά του κι αλλού περπατά.
Μ.Ν. Είναι τα λόγια του άσπρα κι είναι ανείπωτα
κι είναι τα μάτια του βαθιά κι ανύπνωτα...
Α. Μα' χε πάρει όλο το πάνω μέρος απ' την πέτρα. Και μαζί
μ' αυτήν και τ' όνομά της.
Μ.Ν. ΑΡΙΜΝΑ... σαν να τα βλέπω ακόμη χαραγμένα τα γράμματα μέ-
σα στο φως... ΑΡΙΜΝΑ ΕΦΗ ΕΛ...
Α. Έλειπε. Όλο το πάνω μέρος έλειπε. Γράμματα δεν υπήρχανε
καθόλου.
Μ.Ν. ΑΡΙΜΝΑ ΕΦΗ ΕΛ... εκεί, πάνω σ' αυτό το ΕΛ, η πέτρα είχε κοπεί
και σπάσει. Το θυμάμαι καλά.
Α. Στ' όνειρό της φαίνεται θα το 'χε δει κι αυτό για να το θυμάται.
Μ.Ν. Στ' όνειρό μου, ναι. Σ' έναν ύπνο μεγάλο που θα 'ρθει κάποτε
όλο φως και ζέστη και μικρά πέτρινα σκαλιά., θα περνάνε στο
δρόμο αγκαλιασμένα τα παιδιά όπως σε κάτι παλιές ταινίες ιτα-
λιάνικες.
Από παντού θ' ακούς τραγούδια και θα βλέπεις πελώριες γυναί-
κες σε μικρά μπαλκόνια να ποτίζουν τα λουλούδια τους.
Α. Ένα μεγάλο θαλασσί μπαλόνι θα μας πάρει τότε ψηλά, μια δω,
μια κει, θα μας χτυπά ο αέρας. Πρώτα θα ξεχωρίσουν οι αση-
μένιοι τρούλοι, κατόπιν τα καμπαναριά. Θα φάνουν οι δρόμοι
πιο στενοί, πιο ίσιοι απ' ό,τι φανταζόμασταν. Οι ταράτσες με
τις κάτασπρες αντένες για την τηλεόραση. Και οι λόφοι ένα
γύρο κι οι χαρταετοί - ξυστά θα περνάμε από δίπλα τους.
Ώσπου κάποια στιγμή θα δούμε όλη τη θάλασσα. Οι ψυχές
επάνω της θ' αφήνουν μικρούς λευκούς ατμούς.
Μ.Ν. Έχω σηκώσει χέρι καταπάνου στα βουνά τα μαύρα και τα δαι-
μονικά του κόσμου τούτου. Έχω πει στην αγάπη «γιατί» και την
έχω κυλήσει στο πάτωμα. Έγιναν οι πόλεμοι και ξανάγιναν και
δεν έμεινε ούτ' ένα κουρέλι να το κρύψουμε βαθιά στα πράγ-
ματά μας και να το λησμονήσουμε. Ποιος ακούει; Ποιος άκου-
σε; Δικαστές, παπάδες, χωροφύλακες, ποια είναι η χώρα σας;
Ένα κορμί μου μένει και το δίνω. Σ' αυτό καλλιεργούνε, όσοι
ξέρουν, τα Ιερά, όπως οι κηπουροί στην Ολλανδία τις τουλί-
πες. Και σ' αυτό πνίγονται όσοι δεν έμαθαν ποτέ από θάλασσα
κι από κολύμπι...
Ροές της θάλασσας κι εσείς των άστρων μακρινές επιρροές -
παρασταθείτε μου!
Α Έχω σηκώσει χέρι καταπάνου στα
δαιμονικά του κόσμου τ' ανεξόρκιστα
κι από το μέρος το άρρωστο γυρίστηκα
στον ήλιο και στο φως αυτοεξορίστηκα!
Μ.Ν. Κι απ' τις φουρτούνες τις πολλές γυρίστηκα
μες στους ανθρώπους αυτοεξορίστηκα!
"Μαρία Νεφέλη"Οδυσσέας Ελύτης,
ερμηνεία Τάνια Τσανακλίδου και Γιάννης Μπέζος
"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."
--Confucius
http://www.youtube.com/watch?v=Q2Gi2pd5d-8&feature=player_embedded#
Άφησε με να 'ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησε με να 'ρθω μαζί σου.
Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια - δε θέλω να τ' ακούσω. Σώπα.
Άφησε με να 'ρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι αϋλη,
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ' η φθορά του.
Άφησε με να 'ρθω μαζί σου.
Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φαντάζουμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού μου,
σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ' αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου - η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κ' η καρδιά μου).
Άφησε με να 'ρθω μαζί σου.
Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησε με να 'ρθω μαζί σου.
Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει -
θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,
τα κάδρα ρίχνονται σε να βουτάνε στο κενό,
οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα
όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου
απ' την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο
όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ' τα γόνατά της
ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.
Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, - όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία -
λέω για την πολυθρόνα, τόσο αναπαυτική,
μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι
και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει
- μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,
πιο στιλβωμένη απ' τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα
δίνω στο στιλβωτήριο της γωνιάς,
ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος
λικνισμένο απ' την ίδια του ανάσα,
τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δυο
σα να μην είχε τίποτα να κλείσει
ή να κρατήσει ή ν' ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου
είχα μανία με τα μαντίλια,
όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,
τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς
με το λιόγερμα
ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το σκουφί που φοράνε
οι εργάτες στο αντικρινό γιαπί
ή να σκουπίσω τα μάτια μου, - διατήρησα καλή την όρασή μου
ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.
Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι
ν' απασχολώ τα δάχτυλα μου. και τώρα θυμήθηκα
πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο
με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δυο ξανθές πλεξούδες
- 8, 16, 32, 64 -
κρατημένη απ' το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς
όλο φως και ροζ λουλούδια,
(συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια - κακή συνήθεια) - 32, 64 -
κ' οι δικοί μου στήριζαν
μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο.
Λοιπόν, σου 'λεγα για την πολυθρόνα -
ξεκοιλιασμένη - φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα -
έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο,
μα που καιρός και λεφτά και διάθεση - τι να πρωτοδιορθώσεις; -
έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, - φοβήθηκα
τα' άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. εδώ κάθισαν
άνθρωποι που ονειρεύθηκαν μεγάλα όνειρα,
όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε,
και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ' το χώμα
δίχως να ενοχλούνται απ' τη βροχή ή το φεγγάρι.
Άφησε με να 'ρθω μαζί σου.
Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας τ' Αι Νικόλα,
ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω
έχοντας στ' αριστερό πλευρό μου τη ζέστα
απ' το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου
κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα
κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ' το φεγγάρι
που 'ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων -
και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ
πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε
ντυμένος την αχλύ και τη δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,
πυρπολημένη απ' τα' αδηφάγα μάτια των αντρών
κι απ' τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων,
πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,
άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο,
στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα 'βλεπα)
μέτωπα, χείλη και λαιμοί, γόνατα, δάχτυλα και μάτια,
στέρνα και μπράτσα και μηροί (κι αλήθεια δεν τα 'βλεπα)
- ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς ό,τι θαυμάζεις,
σου φθάνει ο θαυμασμός σου, -
"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."
--Confucius
Θέλω να είναι η πρώτη λέξη που θ' ακούσεις το πρωί Θέλω το χαμογελό σου να ομορφαίνει όλη τη γη Ν' ακούς απ' τη φωνή μου μία λέξη μαγική Μία λέξη πιο μεγάλη κι απ'την ίδια τη ζωή Καλημέρα σ' αγαπώ...
http://www.youtube.com/watch?v=MlRqPxItSPQ&feature=related
"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."
--Confucius
http://www.youtube.com/watch?v=MZQfbcWDP2g&feature=related
"Υπαρχουν ανθρωποι που ζουν μοναχοι οπως του πελαγου οι βραχοι ο κοσμος θαλασσα που απλωνει και αυτοι σκυφτοι βουβοι και μονοι ανεμοδαρμενοι βραχοι ανθρωποι μοναχοι"
http://www.youtube.com/watch?v=97qbgibpJUw&feature=related
"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."
--Confucius
Edited by - lorenzo on 31/10/2009 22:40:40