- "ΚΑΤΑΘΕΣΙΣ ΣΚΕΨΕΩΝ" Νο 1 - "Μεταξύ τυρού και αχλαδιού"
η προδοσια,εχει χρωμα θολο,οπως θολη και βρωμικη ειναι η σκεψη μερικων πιθικο μαιμουδων,που δεν πιστευουν τιποτε,ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΛΠΙΖΟΥΝ ΤΙΠΟΤΕ,ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ,ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΑΠΥΘΜΕΝΗ ΠΙΘΙΚΟΕΙΔΗ ΒΛΑΚΕΙΑ ΤΟΥΣ.
Και
φτανω
στο
σημειο
να
φωναξω,δυνατα..
ΣΑΣ ΣΙΧΑΘΗΚΑ ΑΝΘΡΩΠΟΙ..

Ωπως Επάνω Ετσι και κατω
στέκονται και με κοιτούν.
Τα κοιτάω και εγώ.
Ήρεμος και γαλήνιος τα παρατηρώ.
Συγκεντρώνω το βλέμα μου στο ένα από τα δυο
και μια δίνη με παρασύρει σε τρελή περιστροφή.
Αγαπώ και όμως μισώ. Οσο πιο πολύ αγαπώ, τόσο
πιο πολύ μισώ, σιχαίνομαι αποστρέφομαι,
κυρήττω δυνατά τα λόγια της αγάπης μου
αλλά δεν με καταλαβαίνουν... οι ηλίθιοι.
Δεν θέλω να κοιτάω πια.
Όχι, δεν μπορεί να είναι αυτό αγάπη. Αν είναι δεν τη θέλω
Η αγάπη που πιστεύω είναι ανείπωτη.
Φωνή Βαθιά Μέσα Στον Χρόνο
'Ανοιξε τα μάτια της. Ένα μαύρο πηχτό σκοτάδι την αγκάλιαζε. Θα πρέπει να κοιμόταν πολλές ώρες. Δεν ήθελε να κοιτάξει τι ώρα ήταν. Δεν την ένοιαζαν οι αριθμοί. Της άρεσε να βρίσκεται μες στο σκοτάδι, έξω από τον αεικίνητο χρόνο. Στο σημείο μηδέν. Σα να αιωρείτο κάπου μες στο απέραντο χάος. Δίχως το φόβο της πτώσης.
Κουλούριασε τα πόδια της με τρόπο, ώστε τα γόνατα ακούμπησαν στο στήθος. Από μικρή καθόταν έτσι, όταν ήταν ξαπλωμένη. Ένιωθε πως έτσι, σαν κουβάρι καθώς ήταν, μπορούσε να ελέγχει καλύτερα το σώμα της, τον εαυτό της ολόκληρο. Γύρισε λοιπόν στο πλάι κι ένιωσε τη μοναξιά να πέφτει σαν στάλες βροχής πάνω της, ώσπου στο τέλος έγινε μούσκεμα. Βράχηκε κάθε χιλιοστό της. Μπήκαν νερά ως τα έγκατα της ψυχής της. Δε μπορούσε να ξεχωρίσει πια αν τα μάγουλά της ήταν υγρά από τη βροχή της μοναξιάς ή τη βροχή των δακρύων της. Αλλά τι σημασία είχε άραγε; 'Αλλωστε το ίδιο ακριβώς δεν ήταν στην ουσία; Έβρεχε πολλή ώρα... Μια βροχή από αυτές τις σιγανές, που δεν ακούγονται καθόλου, αλλά έτσι αθόρυβα έρχεται και κάθεται πάνω σου...
Ήταν μια νύχτα καλοκαιρινή. Έκανε ζέστη, όχι αφόρητη όμως. Ήταν στην αρχή του ακόμα το κόκκινο καλοκαίρι, ίσα που είχε βγάλει το κεφαλάκι του στη γωνία και την κοιτούσε εκεί, μέσα στα σεντόνια της να τυλίγεται και να ξετυλίγεται... να βρέχεται ολόκληρη... και της υποσχέθηκε το μικρό καλοκαιράκι πως σε λίγες εβδομάδες, όταν θα μεγάλωνε αρκετά, θα έστελνε το ζεστό του ήλιο να της στεγνώσει το βρεγμένο σώμα, τα βρεγμένα μαλλιά, τα βρεγμένα ρούχα... Της το υποσχέθηκε σιωπηλά, χωρίς εκείνη να το ακούσει, όμως αλήθεια... και να το άκουγε, πόσο θα πίστευε στα λόγια του; 'Αλλωστε ποιος πιστεύει στα λόγια των μικρών παιδιών; Κι ας λένε πάντα αλήθειες...
Ξαφνικά, κάτι της γαργάλησε τα γυμνά πόδια, τις γάμπες, τις πατούσες... Το παράθυρο ήταν ανοιχτό κι αυτό το αεράκι τρύπωσε τόσο ξεδιάντροπα μέσα στο δωμάτιό της... όμως, σταμάτησε να κινείται... το αεράκι αυτό δεν ήρθε μόνο του... είχε για παρέα κάτι που κατευθύνθηκε με απίστευτη ταχύτητα προς τη μεριά των αφτιών της κι ερέθισε αμέσως την αίσθηση της ακοής...
Ήταν μια μελωδία. Μια γλυκειά μελωδία. Κιθάρα... ναι! Σίγουρα ήταν ήχος κιθάρας! Μόνο κάτι που αγκαλιάζεται είναι ικανό να βγάλει τόσο ερωτικές μελωδίες. Η κιθάρα, γυναίκα καθώς είναι, πάντα αναζητά κάποιον άντρα να την κρατήσει στα χέρια του, να την σφίξει στην αγκαλιά του... γι' αυτό κι εκείνη χαρίζει τους πιο γλυκούς κι ερωτικούς της ήχους σε άντρες. Είναι σαν να ανταποκρίνεται στο ερωτικό κάλεσμά τους...
Ήταν τόσο σίγουρη λοιπόν πως η μελωδία αυτή που ταξίδεψε και φώλιασε μέσα στο δωμάτιό της, προερχόταν από κάποιον που γνώριζε γι' αυτή τη βροχή που την έβρεχε. Κάποιον που θα μπορούσε να μαντέψει κάτι γι' αυτήν... Εκτός αν κι εκείνος βρεχόταν από τις ίδιες σταγόνες και με τη μουσική του αναζητούσε να στεγνώσει την ψυχή του... Με τη μουσική αυτή που έβγαζε από κάπου πολύ βαθιά μέσα του. Ήταν σαν να άπλωνε τη βρεγμένη του ψυχή, στων χορδών τα σκοινιά κι εκείνη, έτσι όπως πάλλονταν οι χορδές από τα δάχτυλα του -σίγουρα- γοητευτικού νεαρού, άρχισε να χορεύει πάνω σε αυτές τις λεπτές χορδές... Και καθώς χόρευε, λαχάνιασε κι άρχισε να ξεφυσά κι έτσι απογειωνόταν η μελωδία με αυτό το φύσημα και ταξίδευε πάνω από την σκοτεινή πόλη για να φτάσει κάπου, όπου υπήρχε κείνη που περίμενε να την ακούσει για να μαγευτεί...
(2:30 πμ ακούγοντας σταθμό...)
9/2/06
"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."
--Confucius
Χριστιάνα Αβραμίδου: Αισθαντικά Ερωτικός Ήχος...
...αποσπάσματα...
1.
Είσαι εκείνο το είδος της νύχτας
που με κάνει να καρφώνω τα μάτια μου στην αλήθεια,
τη ξαπλωμένη μες στον απόηχο της σιωπής σου.
Και είσαι εκείνο ακριβώς το είδος της λύπης
που χαμογελά και μυρίζει όπως τα κρίνα,
αφήνοντας την πόλη
να αγαπιέται εν αγνοία της.
Και σαστίζεις...
σαν σου φανερωθεί η καρδιά της ομορφιάς μου
και πασχίζεις να ζήσεις.
Μα είσαι εκείνο ακριβώς το είδος της απουσίας
που αγγίζει κακομαθημένα σαν κύμα,
και εκείνο ακριβώς το είδος της σκιάς
που φεύγει κρυφά
στις μύτες των ποδιών της...
2.
Αν έρθω κοντά σου το ξέρω.
Θα απλώσεις την αριστερή παλάμη σου,
θ' αδράξεις τη νύχτα μ' ένα στίχο,
σιγά-σιγά,
θ' αναστενάξεις πόσο κουράστηκες
μέχρι να φτάσουν τα μάτια σου
κλειστά μέχρι τον ύπνο
Αν έρθω,
το ξέρω.
Όλα θα 'ναι απαλά,
απαλότερα...
Φτάνει να 'ρθω.
3.
Μέσα απ' αφόρητους πόνους εξαντλώ
τη μυρωδιά της βροχής σου
και διεισδύω γεμάτη ουρανό
μέσα σ' όλα όσα περιμένω.
(Μόνο να υπήρχε μια αξιοπρέπεια
να της βγάλω τα μάτια.)
4.
Κάθε που καθόμαστε σαν σύντροφοι κοντά,
κάθε που σαν φίλοι
δίνουμε τα χέρια,
κάθε που πέφτει ως τα μισά η αγάπη σου,
ένα σου λέω...
Δεν ζωγραφίζω,
αλλά αν ζωγράφιζα...
"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."
--Confucius
Όλες Οι Μέρες Χιόνι
(αποσπάσματα)
1.
ΣΤΑΜΑΤΑ να μπαίνεις εμπόδιο στην ευτυχία μου
και μη ζητάς την υπέρβαση να κάνω.
Χρόνια ολόκληρα μου πήρε να σου μοιάσω
χρόνια να παραμορφωθώ.
2.
ΕΝΑ εκατομμύριο λέξεις έχω να πω,
ένα εκατομμύριο θάλασσες.
Ένα εκατομμύριο λάθη στο σακάκι μου,
μα «ας είναι που φεύγεις η τελευταία αυτή φορά».
Έπαψε η ηχώ στην αμμουδιά…
Ο καιρός δε λέει να φτιάξει.
Ένα πρόχειρο έβαλα στο τραπέζι πρωινό,
δίπλα του,
εκατομμύρια λάθη...
3.
ΕΧΕΙ πολύ φεγγάρι απόψε,
και από τότε που σε αγάπησα
αυτά τα φοβάμαι.
Είναι λες και χρωστάς
στα περσινά καλοκαίρια μια χάρη.
Είναι λες και ακούμπησες τον παλιό εαυτό σου στο πλάι.
Περιττό το φεγγάρι απόψε.
Και από τότε που σε αγάπησα,
φοβάμαι.
4.
ΤΟ ΜΥΑΛΟ μου επικίνδυνο
για τις γειτονιές τις παλιές.
Εκεί που τα άτυχα παιδιά
Κοιτάζονται στα μάτια.
5.
ΜΕΓΑΛΩΣΑΜΕ...
Περίσσια μας φάνηκαν τα φώτα.
Ώρα χαράματα ιδρωμένοι σηκωθήκαμε
και σβήσαμε τον ήλιο.
6.
ΧΙΛΙΟΙ και δύο τρόποι υπάρχουν να αγαπάς
μα απ' αυτούς
δεν έμαθες κανένα.
7.
ΔΕΝ καταλαβαίνω
πώς όλα προλαβαίνουν να συμβούν
μέσα στο γέλιο και το κλάμα σου.
8.
ΤΟ ΜΟΝΟ που μπορούσα να δω απ' τη θέση μου,
ήταν οι κύκλοι από καπνό που ανάπνεες.
Και ήθελα να σου κλείσω το μάτι
-το δεξί-
και ας μην το ξανάκανα ποτέ μου.
Αν τα προβλήματα σου είναι πολλά,
δώσε μου να λύσω έστω και ένα.
9.
ΤΙΠΟΤΑ δεν έκανα για σένα.
Αν και σε έσωσα από βέβαιο θάνατο -ακόμα
ένα…
Πιο μελαχρινό,
πιο ώριμο,
πιο σέξι.
10.
ΕΙΝΑΙ κυρίως τα βράδια που διψάω
γιατί σε σκέφτομαι πολύ
και ιδρώνω.
11.
Ο ΑΕΡΑΣ της νύχτας έχει πια κρυώσει.
Μαύρη πάντα η σελήνη,
γένους θηλυκού.
12.
ΕΙΝΑΙ μια από εκείνες τις μέρες
που ό,τι και να κάνω έχει ζέστη.
Και πρέπει να αποδείξω
πως μπορώ να σταθώ
έστω στο ένα μου πόδι
έστω στο αριστερό.
13.
ΔΕΝ με νοιάζει τι βρίσκεται
κάτω απ’ το πουκάμισό σου.
Ασχολούμαι με την αγάπη,
μα όχι σε τέτοιο βαθμό.
14.
ΕΙΜΑΣΤΕ δύο τελευταίες στιγμές
τίποτα άλλο.
15.
ΑΝ ΚΑΠΟΙΑ μέρα αγγίξω το Τέλειο,
με πάσα λεπτομέρεια
τις απορίες σου θα λύσω.
Μεγαλώσαμε και πρέπει να παραδεχτούμε
έρωτα κάναμε
μα δεν κάναμε παιδί.
16.
ΤΟ ΛΑΘΟΣ είναι
που δεν λες να καταλάβεις το λίγο σου.
Τα ρούχα που φόρεσες βαριά
για τη γη των γυμνών και των ξένων.
17.
Μ’ ΕΧΕΙΣ κάνει να περπατώ στα σκοτεινά
και σημασία να μη δίνω στην Αγάπη.
18.
ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ λιγόστεψε
κι άλλο πια δεν βαστάει
τις παραξενιές σου να μετράει
και με κούφια λόγια
να σε ντύνει το πρωί.
19.
ΚΑΠΟΙΟΣ πίστεψε σε μένα,
και έχει αρχίσει στη θάλασσα
αναταραχή.
Σου 'πα μην λες το όνομά μου πολύ
Αν το ακούσει η Ζωή,
θα τρομάξει.
20.
ΜΗΝ προσπαθείς τόσο πολύ.
Η άσπρη μέρα που θα 'ρθει
θα 'ναι γεμάτη χιόνι.
Και μην κουράζεσαι πια πολύ
οι μέρες σου όλες άσπρες,
όλες οι μέρες
χιόνι.
21.
ΔΕΝ ξέρω κατά πόσο για όλα αυτά
ευθύνεται το πρωί,
το μεσημέρι,
το βράδυ -
ή τα ταξίδια
που δε σώσανε να γίνουνε ποτέ.
22.
ΜΟΥ 'μαθες τα αρχικά της καληνύχτας,
και ξέρω τώρα πια
πότε νυχτώνει.
23.
ΠΟΝΑΩ…
σε γόνατα, δάχτυλα, χείλη.
Μα πιο πολύ πονάω
που έφυγες πριν ένα λεπτό,
χωρίς να δεις που πονάω
να πονέσεις.
24.
Ο ΚΟΣΜΟΣ Σάββατο βράδυ δεν αγαπάει.
Είπε να περιμένω Κυριακή.
Ο κόσμος Σάββατο βράδυ ούτ' απαντάει.
Και μου 'πε πάλι να ρωτήσω Κυριακή.
25.
ΔΕΝ ξέρω τι μου συμβαίνει,
κρατάει όμως πολύ,
και σώθηκε η υπομονή
από την τόση ζέστη.
26.
ΤΗ ΝΥΧΤΑ που διάλεξες να με ερωτευτείς
ήμουν ακόμα παιδί,
από άγνωστη ήσουν για μένα φυλή
και ανάποδα έβαζες τα βράδια το σταυρό σου.
27.
ΕΧΩ πια χάσει την αίσθηση του χρόνου,
την έχω αφήσει στο παγκάκι της γειτονιάς.
Εις γνώσιν μου κείτεται εκεί τα τελευταία οχτώ
χρόνια.
Αν είναι εκεί!
Κι αν είναι οχτώ!
Αφού έχω χάσει την αίσθηση του χρόνου.
28.
ΜΗΝ μιλάς άλλο για όνειρα τα βράδια...
Δεν υπάρχουν πολλά
στη ζωή να με κρατήσουν.
Λίγος καπνός,
μια βότκα
και ένα πορτοκάλι.
29.
ΛΕΝΕ τα δύσκολα περνούν μα σε μένα επιστρέφουν.
Ταξίδι δεν κάνει πια κανείς
και όλοι φεύγουν.
Μυριάδες πέτρες ρίχνω στη θάλασσα
που πάντα
σε στοχεύουν.
30.
ΘΑ μπορούσα να σου δώσω
λίγη απ’ τη θλίψη μου
είναι ξανθιά, είναι λεπτή και έχει όμορφα μάτια.
Την κρατώ ζεστή, κάτω απ’ το μαξιλάρι
μέχρι που βαραίνουν οι ώμοι τα βράδια.
Θα μπορούσα να σου δώσω αρκετή απ' τη θλίψη μου,
μα φοβάμαι
μη δεθείς κι εσύ μαζί της.
31.
ΔΕΝ είναι οι λέξεις, μην το πεις.
'Αλλοι ευθύνονται
για την κατάντια της αγάπης.
32.
ΔΕΝ καταλαβαίνω,
γιατί ενώ εγώ ελπίζω πολύ,
όλοι λένε πως δεν έχω καμιά ελπίδα.
33.
ΛΕΣ: -«Πώς να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς εσένα;»
και λέω: -«Τρέχα, θα αργήσουμε,
έρχεται ο κατακλυσμός".
Και αν χαθούμε εμείς,
θα εξαλειφθεί το είδος μας,
που είναι το πιο Ωραίο,
το πιο Φαντασμαγορικό.
34.
ΣΟΥ επιτρέπω να με κοιτάς όλο το απόγευμα
μα να με αγαπάς μονάχα το Σεπτέμβρη.
35.
ΣΥΝΤΗΡΟΥΜΑΙ για σένα
χρόνια κάτω από πάγους
και διατηρούμαι για σένα στα πιο βαθιά κρύα νερά
που κοιμάμαι και ξυπνάω δε ρωτάς
και έχω παγώσει τόσα χρόνια για σένα
απ' την κορφή ως τα νύχια
ολοκληρωτικά.
36.
Ο,ΤΙ αργεί να τελειώσει,
Κρατάει λιγότερο.
Ειδικά όταν περπατάς με το χέρι στη μέση.
Και δεν αγγίζεις,
δεν ακουμπάς,
μα μόνο κρατάς
ουδέτερες στάσεις.
37.
ΤΟ ΠΡΙΝ, το μετά και το τώρα
ώρες πολλές μίλησαν και δεν τα βρήκαν.
38.
ΜΙΑ φορά και έναν καιρό,
στη ζωή μου άργησες πολύ να γυρίσεις.
Ήρθες πάνω στο γλέντι,
ήρθες πάνω στο φως.
Κόπιασε.
Στο τραπέζι μου πάνω φρούτα,
πικρός καφές
και παξιμάδι.
39.
ΜΙΑ φορά και έναν καιρό
της Αγάπης ζήτησα να μ' αγαπήσει.
Την βάφτισα κάτι ολότελα απλό
που έμελλε να γίνει το όνομά σου.
40.
ΘΕΛΩ να σου μιλήσω
για το Τέλος του Κόσμου.
Να σου αριθμήσω
τα όσα με ενοχλούν πριν κοιμηθώ τα βράδια.
Οφείλω να πω:
τα σφάλματα είναι τώρα δεκατρία.
Περιττός αριθμός
Μες στο ζυγό της αγάπης.
41.
ΠΕΡΠΑΤΩ
όπου δεν μιλά κανένας.
Για το μακριά σου ευθύς κινώ
με θυμό,
κουπί,
κι αέρα.
42.
(ΔΕΝ καταλαβαίνεις τι λέω,
πόσο μάλλον αυτό που θα 'θελα να πω.)
43.
ΜΥΡΙΖΕΙ θάλασσα η κάθε αυγή...
Θα 'ναι μάλλον
που σκέφτομαι το κύμα.
44.
Ο,ΤΙ μπορεί να κάνει ένα αγόρι με ένα κορίτσι
το έκανε ο Χριστός με όλο τον κόσμο.
45.
ΔΕΝ ξέρω να αγαπώ.
Μα ξέρω όμως να σκοτώνω.
Φέρε μπροστά μου εκατομμύρια στρατό,
και αν είσαι μέσα εσύ
σκοτώνω.
46.
ΑΓΟΡΑΣΑ σήμερα με το νήμα των χεριών σου μια
Ελπίδα.
Γυναίκα έμοιαζε,
ίδια καταιγίδα.
Στα πόδια μου σύρθηκε,
τρεις φορές μ' απαρνήθηκε,
γύρισε,
με κοίταξε
και γέλασε δυνατά.
47.
ΠΑΝΩ που πίστευα πως είχες τελειώσει -αρχίνησες,
μα την καλή μου διάθεση
δεν είχα ετοιμάσει,
μια σούπα ζεστή να σου φτιάξει
(τις τσάντες απ' τους ώμους να σου πάρει)
και με ευλάβεια απ' τη ζωή μου
να σου δείξει πώς θα βγεις.
48.
Ο ΧΩΡΟΣ, ο Χρόνος και ο Χάρος
είναι αφέλειες που ξεκινάνε από Χ.
Χριστιάνα Αβραμίδου
"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."
--Confucius
Χρόνος που σωρεύεται είναι ύπαρξη μου
Χορό δεν μπορεί να σύρει πια.
Βαριά και δυσκίνητη αρνείται
να αφήσει όσα με κόπο σώρευσε.
Και ο Χάρος που Χρόνο λογαριάζει
το Χορό θα σύρει πάλι.
Τα Μαγικά Μαξιλάρια
ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΤΡΙΒΙΖΑ
ΔΙΑΣΚΕΥΗ: Νικόλας Μακροδήμος
Κεφαλονιά, 1999
Σκηνή 1η
(Το μαύρο φτερό)
Συμμετέχουν: Αφηγήτρια, Αρπατίλαος
( Σκηνικό: Παλάτι Αρπατίλαου, πάνω από το γραφείο του έχει 12 κορόνες, μια για κάθε μήνα, πάνω στο γραφείο του έχει ένα φτερό από κοράκι και ένα χρυσό τηλεσκόπιο. Ο Αρπατίλαος κάθεται να γράψει νόμους.)
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ (εμφανίζεται στη σκηνή ανήσυχη) Μια φορά και έναν καιρό, σε μια μακρινή χώρα που την έλεγαν Ουρανούπολη, βασίλευε ένας μισητός άρχοντας, ο Αρπατίλαος ο πρώτος.
(φεύγει τρέχοντας ο αφηγητής και βγαίνει ο Αρπατίλαος στη σκηνή με ύφος κακό και συνωμοτικό. Κάνει μια βόλτα στο δωμάτιο, επιθεωρεί τις κορόνες, σκέφτεται… )
ΑΡΠΑΤΙΛΑΟΣ (στο κοινό, άγρια) Τι μήνα έχουμε; Ιούνιο; Ακόμα; Χμμμ. Πού είναι η κορόνα για τον Ιούνιο; Α! νάτη! Μάλιστα! Τι βλέπω; (απαιτητικά, εξετάζοντας την κορόνα) Που είναι τα πετράδια;;; που είναι τα ρουμπίνια;;;; που είναι τα ζαφείρια;;; τι φτώχεια είναι αυτή;;; Επιτρέπεται εγώ ο Αρπατίλαος ο πρώτος, ο βασιλιάς της Ουρανούπολης, να φοράω κορόνες στολισμένες με τόσους λίγους πολύτιμους λίθους; Τους ηλίθιους! Τι κάνουν οι χαμένοι οι υπήκοοι μου εκεί στα ορυχεία; τεμπελιάζουν;;;
Για να κάτσω στο γραφείο μου , να πάρω το φτερό από κοράκι που το 'χω και μεράκι, να γράψω κάνα νόμο, να σου πω εγώ πως θα δουλεύουνε όλοι ασταμάτητα! Χε, χε…
Λοιπόν, αρχίζουμε: (γράφει και διαβάζει συλλαβιστά) Κα-τα-ργού-νται οι Α-πό-κριες, (σηκώνει το κεφάλι ικανοποιημένος), τα δια-λεί-μμα-τα στα σχο-λεία, (γελάει με ευχαρίστηση), τα πά-ρτυ γε-νε-θλί-ων και …(σκέφτεται) τι άλλο; Α! ναι (ξαναγράφει) Οι Κυ-ρια-κές. Α-πό σή-με-ρα οι Κυ-ρια-κές α-λλά-ζουν ό-νο-μα και βα-φτί-ζο-νται Προ-δευ-τέ-ρες. Δε θα ξε-χω-ρί-ζουν με τι-πο-τα α-πό τις κα-νο-νι-κές Δευ-τέ-ρες.
(σηκώνει το κεφάλι περήφανος για το δημιούργημα του). Πολύ ωραία! Τώρα μάλιστα! Α! να συμπληρώσω και ότι (ξαναγράφει) Ό-σοι συ-λη-φθούν να σβή-νουν κε-ρά-κια, ή να ντύ-νο-νται Πι-ε-ρό-τοι τις Α-πό-κριες, ή να μην πη-γαί-νουν σχο-λεί-ο την Προ-δευ-τέ-ρα , θα φυ-λα-κί-ζο-νται α-μέ-σως!
(ξύνει το κεφάλι του και θυμάται) Τώρα που είπα φυλακές…πρέπει να φτιάξω φυλακές γιατί όπως μου είπαν έχουν γεμίσει όλες! Τσ,τσ, τι εγκληματικότητα θεέ μου! Θα φτιάξω λοιπόν φυλακάρες!!! Έργα υποδομής!!!!! Έργα ανάπτυξης!!! Να πιάσουν τόπο τα λεφτά των φορολογούμενων! Κάτι τα πρόστιμα από το λόξιγκα, κάτι τα πρόστιμα από το φτάρνισμα, κάτι οι φουσκωμένοι λογαριασμοί του νερού, ε! Θα βάλω το έργο και σε κάνα πρόγραμμα για επιδότηση, θα τα κονομήσουμε και από εκεί. Όμως δε χρειάζεται να κάνουμε και σπατάλες!
Λοιπόν δέστε τι σκέφτηκα! Ας το γράψω μην το ξεχάσω. Που είναι το αγαπημένο μου κορακίσιο φτερό; … (γράφει πάλι) Δι-ά-τα-γμα.
Κλεί-νουν ό-λα τα σχο-λεί-α και οι παι-δι-κές χα-ρές και στη θέ-ση τους θα στη-θούν πέ-τρι-νες φυ-λα-κές! (σηκώνει το κεφάλι) Ωραία! Άλλωστε το λεει και η παροιμία: "όπου κλείνει ένα σχολείο, ανοίγει μια φυλακή"
(ξύνει το κεφάλι του και σκέφτεται φωναχτά) Όμως για τόσες καινούργιες φυλακές θα χρειαστούν λουκέτα και συρματοπλέγματα γερά. Για να δω που θα τα βρω;;;;; Χμμμμμ Το πάνσοφο μυαλό μου βρήκε πάλι τη λύση. Ας τη γράψω μην την ξεχάσω. (γράφει ) Ό-λοι οι α-νθό-κη-ποι και τα πά-ρκα θα πυρ-πο-λη-θούν και στη θέ-ση τους θα χτι-στούν εργο-στα-σια λου-κε-των και πλε-κτή-ρια συρμα-το-πλε-γμά-των. (σηκώνει το κεφάλι και αναφωνεί ευχαριστημένος) Όχι παίζουμε.
Ουφ κουράστηκα με τη νομοθεσία, ας πάω καμιά βόλτα να επιθεωρήσω τα ορυχεία μου!
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ (εμφανίζεται στη σκηνή την ώρα που φεύγει ο Αρπατίλαος και του βγάζει τη γλώσσα και κάνει γκριμάτσες πίσω από τη πλάτη του. Μετά γυρίζει στο κοινό και εξηγεί) Τέτοιους φοβερούς και απαίσιους νόμους έφτιαχνε ο Αρπατίλαος και οι ταλαίπωροι οι Ουρανουπολίτες ότι και να κάνανε, δεν μπορεί, όλο και κάποιον θα παραβιάζανε. Δεν είναι να απορεί κανείς που όλοι τον αντιπαθούσαν.
Σκηνή 2η
(Το μυστικό συμβούλιο)
Συμμετέχουν: Αρπατίλαος, Βουλίμιος, Τίλιος, Σαυριλία, Φρουρός Α
ΑΡΠΑΤΙΛΑΟΣ: (μονολογεί) Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν με αγαπάνε οι υπήκοοι μου…
(στον φρουρό Α) Για φώναξε μου τον Τίλιο Ξεφτίλιο τον υπασπιστή μου, τον Βουλίμιο Βλήμα, τον αρχηγό της φρουράς και τη Σαυριλία Βρισελιέ την αρχιμάγισσα του παλατιού.
ΦΡΟΥΡΟΣ Α: Αμέσως μεγαλειότατε! (φεύγει τρέχοντας)
(γυρίζει μετά από λίγο, κάθεται προσοχή και αναγγέλλει)
ΦΡΟΥΡΟΣ Α: Τίλιος Ξεφτίλιος,, ο υπασπιστής σας εξοχότατε!!
ΤΙΛΙΟΣ: (μπαίνει με μια υπόκλιση) Τα σέβη μου πολυχρονεμένε!
ΑΡΠΑΤΙΛΑΟΣ: Καλώς τον Τίλιο! Κάτσε!
ΦΡΟΥΡΟΣ Α: (αναγγέλλει) Βουλίμιος Βλήμας, αρχηγός της φρουράς!
ΒΟΥΛΙΜΙΟΣ: (μπαίνει φουριόζος) Καλησπερίζω άρχοντα μου! Τι συμβαίνει; μήπως εκδηλώθηκε καμιά εξέγερση; να φέρω το στρατό να την πνίξει στο αίμα;
ΑΡΠΑΤΙΛΑΟΣ: Όχι Βουλίμιε, ηρέμησε, δεν τρέχει τίποτα τέτοιο, κάτι άλλο σας ήθελα. Κάτσε πρώτα και θα σας πω.
ΦΡΟΥΡΟΣ Α: (αναγγέλλει) Σαυριλία Βρισελιέ, αρχιμάγισσα του παλατιού!
ΣΑΥΡΙΛΙΑ: (μπαίνει καχύποπτα) Χαιρετώ σε Βασιλιά μου! Τι τρέχει; μήπως δεν αισθάνεσαι καλά, μήπως θέλεις να σου φτιάξω κανένα μαγικό φίλτρο;
ΑΡΠΑΤΙΛΑΟΣ: Όχι, όχι, μην ανησυχείς Σαυριλία, δεν σε χρειάστηκα γι αυτό. Σας φώναξα όλους σας εδώ για να σας ρωτήσω για ένα θέμα που με απασχολεί τελευταία.
(παύση)
(τους κοιτάζει εξεταστικά)
(κοιτιόνται μεταξύ τους με περιέργεια).
ΤΙΛΙΟΣ,(ταυτόχρονα): Τι είναι άρχοντα μου;
ΒΟΥΛΙΜΙΟΣ(ταυτόχρονα)Τι σε απασχολεί;
ΣΑΥΡΙΛΙΑ(ταυτόχρονα)Γιατί είσαι ανήσυχος;
ΑΡΠΑΤΙΛΑΟΣ: (σκεφτόμενος) Μπορείτε να μου εξηγήσετε γιατί δεν με αγαπάνε οι υπήκοοι μου; ε; Έχω βγάλει πάνω από 50 νόμους που ορίζουν ότι πρέπει να με αγαπάνε μέχρι σκασμού, αλλά αποτέλεσμα δεν βλέπω.
ΤΙΛΙΟΣ: Μα τι είναι αυτά που λετε, Μεγαλειότατε; Αστειεύεστε; Και βέβαια σας αγαπάνε! Σας λατρεύουνε!
ΑΡΠΑΤΙΛΑΟΣ: Τότε γιατί ρίχνουνε μπανανόφλουδες μπροστά στην πύλη; Γιατί σπάω τα μούτρα μου, κάθε φορά που πάω να βγω απ' το παλάτι; Γιατί;
ΤΙΛΙΟΣ: Ίσως…ίσως…νομίζουν ότι σας αρέσει το πατινάζ!
ΑΡΠΑΤΙΛΑΟΣ: (στραβοκοιτάζει τον Τίλιο)
ΣΑΥΡΙΛΙΑ: (χαμογελάει σκοτεινά και καταχθόνια) Κακά τα ψέματα… Αν και θα έπρεπε, δε σας αγαπάνε, Μεγαλειότατε (είπε παίζοντας ένα κομπολόι από ματόχαντρα ) Και θα σας εξηγήσω το γιατί.
ΑΡΠΑΤΙΛΑΟΣ: Για λέγε!
ΣΑΥΡΙΛΙΑ: Δε σας αγαπάνε, επειδή τα βράδια ονειρεύονται…
ΑΡΠΑΤΙΛΑΟΣ: (σούφρωσε τα φρύδια) Τι σχέση έχει αυτό;
ΣΑΥΡΙΛΙΑ: Έχει και παραέχει, Μεγαλειότατε. Βλέπουν στον ύπνο τους τούρτες, πυροτεχνήματα και λούνα πάρκ, τα συγκρίνουνε με τα συρματοπλέγματα και τα λουκέτα που βλέπουνε στον ξυπνητό τους και δεν είναι ν' απορεί κανείς που τα βάζουνε μαζί σας!
ΒΟΥΛΙΜΙΟΣ: Μεγάλος μπελάς τα όνειρα! Κάτι ονειράκια τόσα δα, που δε σου γεμίζουνε το μάτι, φουντώνουνε καμιά φορά, φουντώνουνε σαν τη φωτιά, γίνονται σίφουνας, λαίλαπα γίνονται και κάνουνε τον κόσμο άνω κάτω!
ΑΡΠΑΤΙΛΑΟΣ: (αλλάζει χρώμα, κοιτάει πίσω από τον ώμο του και ξεροκαταπίνει) Τι έχετε να προτείνεται; (ρωτάει ανήσυχος)
ΒΟΥΛΙΜΙΟΣ: (με βροντερή φωνή) Μόνο αν τους στερήσετε τα όνειρα, τότε μόνο θα ησυχάσετε. Προτείνω να βγάλετε ένα νόμο που θα απαγορεύει αυστηρά τα όνειρα. Και εγώ θα αναλάβω την εφαρμογή του. Θα οργανώσω ονειρικές περιπολίες που θα σπάνε τις πόρτες, θα μπαίνουν στα σπίτια και θα "περιποιούνται" όσους παραβαίνουν το νόμο!
ΤΙΛΙΟΣ: (φωνάζοντας) Εγώ προτείνω να βάλουμε ονειρικά παρκόμετρα δίπλα στα κρεβάτια και να φορολογούμε τα όνειρα! Έτσι δε θα τους συμφέρει να ονειρεύονται και θα τους κοπεί αυτή η κακή συνήθεια.
ΑΡΠΑΤΙΛΑΟΣ: (σκεφτικός) Εσύ Σαυριλία τι λες;
ΣΑΥΡΙΛΙΑ: Λεω ότι τα μέτρα που προτείνουν οι εκλεκτοί συνάδερφοι είναι σοφά αλλά ανεφάρμοστα. Το πρόβλημα με τα όνειρα είναι ότι δεν υπόκεινται εύκολα σε έλεγχο. Είναι κρυμμένα πίσω από τα μέτωπα, πίσω απ' τις ρυτίδες, βαθιά, πολύ βαθιά μέσα στα κεφάλια.
ΤΙΛΙΟΣ: Θα πρότεινα να τους σπάμε τα κεφάλια, αλλά δεν το προτείνω γιατί ποιος θα πληρώνει μετά τους φόρους; Ποιος θα σκάβει στα αδαμαντωρυχεία; Ποιος θα πλέκει συρματοπλέγματα;
ΑΡΠΑΤΙΛΑΟΣ (χλομιάζοντας) Δηλαδή δε γίνεται τίποτα;
ΣΑΥΡΙΛΙΑ: Πως δε γίνεται! Άμα υπάρχει καλή θέληση όλα γίνονται! Δώστε μου λίγο χρόνο και σας υπόσχομαι να κάνω μια καταχθόνια εφεύρεση που θα σας απαλλάξει μια και καλή από τα όνειρα των υπηκόων σας.
ΑΡΠΑΤΙΛΑΟΣ: Μια βδομάδα σου αρκεί;
ΣΑΥΡΙΛΙΑ: Όχι. Το κακό πράγμα αργεί. Οι μαγικές εφευρέσεις δεν είναι εύκολη υπόθεση. Χρειάζονται χρόνο, σκέψη και έμπνευση.
ΑΡΠΑΤΙΛΑΟΣ: Πόσο χρειάζεσαι;
ΣΑΥΡΙΛΙΑ: Εφτά βδομάδες και εφτά μέρες.
ΑΡΠΑΤΙΛΑΟΣ: Να τις κάνουμε έξι;
ΣΑΥΡΙΛΙΑ: Όχι. Εφτά ακατέβατες. Σε εφτά βδομάδες και εφτά μέρες θα σας παρουσιάσω την εφεύρεση μου! (υποκλίθηκε και κατευθύνθηκε προς την πόρτα)
Σκηνή 3η
(Η εφεύρεση της Σαυριλίας)
Συμμετέχουν: Αρπατίλαος, Αφηγήτρια, Σαυριλία, Βουλίμιος, Τίλιος
(ίδιο σκηνικό αίθουσας παλατιού με τον Αρπατίλαο προβληματισμένο)
ΑΡΠΑΤΙΛΑΟΣ: Τι κάνει αυτή η Σαυριλία; 3,5 βδομάδες πέρασαν και ούτε φάνηκε να μου πει πως πάει με τη σατανική της εφεύρεση. Δεν αντέχω άλλο πάω να κοιτάξω από την κλειδαρότρυπα. (φεύγει συνωμοτικά και επιστρέφει σε λίγο απογοητευμένος) Μπα! Σκοτάδι έχει βουλώσει την κλειδαρότρυπα με βουλοκέρι και έχει τριπλοκλειδωθεί μέσα στο εργαστήρι της!
(Χαμηλώνουν τα φώτα)
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ: Μετά από 7 βδομάδες και 7 μέρες, η Σαυριλία εμφανίζεται επιτέλους στην αίθουσα του θρόνου.
(ανοίγουν τα φώτα και έρχεται η Σαυριλία φορώντας μια μαύρη ρόμπα με πράσινα κεντίδια κρατώντας ένα μαξιλάρι. Ο βασιλιάς και οι άλλοι αυλικοί περιμένουν)
ΣΑΥΡΙΛΙΑ: Ιδού, Μεγαλειότατε! (είπε με φωνή τόσο ύπουλη και σφυριχτή που σου πάγωνε το αίμα) Επιτρέψτε μου να σας παρουσιάσω το εφιαλτικό μαξιλάρι!
(ο Αρπατίλαος παίρνει το μαξιλάρι στα χέρια του και το κοιτάει καλά καλά. Το κοιτάει από πάνω, από κάτω και από τα πλάγια. Το ζουλάει με το δάκτυλο του και μια έκφραση απορίας απλώνεται στο πρόσωπο του.)
ΑΡΠΑΤΙΛΑΟΣ: Αυτό είναι ένα συνηθισμένο μαξιλάρι, με κοροϊδεύεις Σαυριλία;
ΣΑΥΡΙΛΙΑ: Ποτέ δεν θα τολμούσα να κοροϊδέψω έναν άρχοντα σαν κι εσάς, Μεγαλειότατε. Σφάλλετε, όμως. Τα φαινόμενα απατούν! Δεν είναι συνηθισμένο μαξιλάρι. Έτσι δείχνει, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι! Τα συνηθισμένα μαξιλάρια έχουν πούπουλα.
ΑΡΠΑΤΙΛΑΟΣ: Αυτό τι έχει;
ΣΑΥΡΙΛΙΑ: Πάντως, όχι πούπουλα!
ΑΡΠΑΤΙΛΑΟΣ: Δηλαδή;
ΣΑΥΡΙΛΙΑ: Θέλετε να σας πω;
ΑΡΠΑΤΙΛΑΟΣ: Ναι, ντε. Λέγε! Μας έπρηξες!
(Ο Αρπατίλαος, ο Βουλίμιος και ο Ξεφτίλιος κρέμονται από το στόμα της. Η αρχιμάγισσα τους αφήνει να περιμένουν λίγο ακόμα απολαμβάνοντας την αγωνία τους, και μετά μιλάει)
Μουσική : κομμάτι 2 (θρίλερ)
ΣΑΥΡΙΛΙΑ: Έχει τρίχες από ουρά καλικάντζαρου, έχει φύκια από τη Θάλασσα της Θλίψης, σκόνη από τύψεις και ιστό αράχνης του σβησμένου φάρου. Έχει λουρίδες από σεντόνια φαντασμάτων, μαντίλια δακρυσμένα από στεναγμούς μελλοθανάτων. Έχει σκιά προδότη, πουκάμισα οχιάς φαρμακερής κι ανάσα καταδότη. Έχει τσουκνίδες και σκουριά από αλυσίδες. Έχει στάχτη από κουκλόσπιτο καμένο, σφήκας κεντρί, από μαστίγιο λουρί και πανί ταυρομάχου ματωμένο. Όσο για τη μαξιλαροθήκη, είναι ραμμένη με τρίχες από τη χαίτη αφηνιασμένου αλόγου.
(ο άρχοντας και οι αυλικοί έχουν μείνει άναυδοι)
ΣΑΥΡΙΛΙΑ: Όποιος κοιμάται σε αυτό το μαξιλάρι, βλέπει μόνο εφιάλτες. Φριχτούς, αποτρόπαιους, απαίσιους εφιάλτες! Καταλάβατε Μεγαλειότατε; Αν αναγκάσουμε τους Ουρανοπολίτες να κοιμούνται σε τέτοια μαξιλάρια, η καθημερινή ζωή τους θα τους φαίνεται παράδεισος σε σύγκριση με τους εφιάλτες που θα τους τυραννούν τα βράδια! Έτσι, μ' αυτό τον τρόπο, μ' αυτή τη μέθοδο θα πάψουν να σας ενοχλούν!
ΑΡΠΑΤΙΛΑΟΣ (φωνάζει ενθουσιασμένος): Περίφημα! Βάλε αμέσως μπροστά τη μαζική παραγωγή εφιαλτικών μαξιλαριών. Ένα για κάθε Ουρανοπολίτη. Θα τους δείξω εγώ! Να μάθουνε να μη με αγαπάνε! Η φρουρά του παλατιού είναι στη διάθεση σου. Αλλά, προτού φύγεις, γονάτισε, σε παρακαλώ, εδώ μπροστά μου πιστή μου αρχιμάγισσα.
ΣΑΥΡΙΛΙΑ: Γιατί;
ΑΡΠΑΤΙΛΑΟΣ: Για να σε παρασημοφορήσω με το Παράσημο των Καταχθόνιων Επιτευγμάτων!
(Η Σαυριλία γονατίζει και ο Αρπατίλαος της καρφιτσώνει το παράσημο στο πέτο της μαύρης ρόμπας)
Σκηνή 4η
Τα εφιαλτικά μαξιλάρια
Συμμετέχουν: Αφηγήτρια, Βουλίμιος, Τίλιος, Αρπατίλαος
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ: Έτσι, κρυφά και ύπουλα, άρχισε η παραγωγή των εφιαλτικών μαξιλαριών στην Ουρανούπολη. Πελώρια καμιόνια και τεράστια φορτηγά κουβαλούσαν στο παλάτι τα ακριβοπληρωμένα και δυσεύρετα υλικά από τα πέρατα του κόσμου. Τσουβάλια με φύκια από τη Θάλασσα της Θλίψης, κιβώτια με πούπουλα κορακιών από το Φαλακρό Βουνό, δαγκάνες σκορπιών από την Κόκκινη Έρημο, τρίχες από χαίτες πληγωμένων λιονταριών και όλα τα χρειαζούμενα. Οι φρουροί κάτω από την επίβλεψη της Σαυριλίας δούλευαν εντατικά υπερωρίες και σε μια βδομάδα τα μαξιλάρια ήταν όλα έτοιμα.
(Πλατεία Ουρανούπολης και ο Βουλίμιος ανεβασμένος σε ένα βάθρο διαβάζει στους Ουρανοπολίτες το νέο νόμο κρατώντας μια περγαμηνή)
ΒΟΥΛΙΜΙΟΣ: (βροντερή φωνή) Άρθρο πρώτο: Όλα τα μαξιλάρια της Ουρανούπολης κατάσχονται.
(ακούγεται σούσουρο από το πλήθος αλλά ο Βουλίμιος παίρνει βαθιά ανάσα και συνεχίζει)
Άρθρο δεύτερο: Θα διανεμηθούν στον πληθυσμό εντελώς δωρεάν καινούρια μαξιλάρια. Αυτό αποδεικνύει τη στοργή, τη μεγαλοφροσύνη και το απεριόριστο ενδιαφέρον του Αρπατίλαου για το λαό του.
(Στεναγμοί ανακούφισης ακούγονται από το πλήθος)
Άρθρο τρίτο: Όνειρα γλυκά!
(τυλίγει την περγαμηνή και τη δίνει στο φρουρό δίπλα του)
Άντε, τρεχάτε τώρα να φέρετε τα μαξιλάρια σας και να παραλάβετε τα καινούρια!
(ο κόσμος φεύγει τρέχοντας)
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ: Έτσι κι έγινε. Οι ουρανοπολίτες έφεραν τα μαξιλάρια τους και πήραν τα καινούρια. Από εκείνο το βράδυ οι κάτοικοι της Ουρανούπολης άρχισαν να κοιμούνται στα εφιαλτικά μαξιλάρια.
Μουσική: κομμάτι 3 (μελαγχολικό)
(Σκοτάδι. Ακούγονται βασανισμένα αγκομαχητά, βαριές ανάσες και παραμιλητά, λυγμούς και κλάματα και που και που, μια κραυγή πνιγμένη. )
(περνάνε μπροστά από τη σκηνή, θλιμμένοι πολίτες, χλωμοί, σκυφτοί με ρουφηγμένα μάγουλα)
(σκοτεινιάζουν τα φώτα, ακούγονται κραυγές και λυγμοί)
(ίδιο σκηνικό Συναντιόνται ενώ περπατάνε ο Αρπατίλαος με δυο φρουρούς του και ο Τίλιος Ξεφτίλιος)
ΤΙΛΙΟΣ: Μεγαλειότατε!! Σας χαιρετώ!! Είχατε βγει για επιθεώρηση;
ΑΡΠΑΤΙΛΑΟΣ: Γεια σου Τίλιε! Πιστέ υπασπιστή μου! Ναι, είχα πάει μέχρι τα ορυχεία και τα πλεκτήρια συρματοπλεγμάτων. Είμαι πολύ ευχαριστημένος Τίλιε! Οι υπήκοοι μου ιδροκοπούν στη δουλειά χωρίς να φέρνουν αντίρρηση. Άσε και το άλλο! Όπου με δουν σκύβουν το κεφάλι και με προσκυνούν! Επιτέλους κατάλαβαν πόσο καλός και γενναιόδωρος είμαι μαζί τους.
Σκηνή 5η
Η παπαρούνα
Συμμετέχουν: Αφηγήτρια, Κώστας, Φρουρός Α, Φρουρός Β
(Σκηνικό υπαίθρου. Ένα γεφύρι, ένας ξεροπόταμος από κάτω, μια παπαρούνα φυτρωμένη κάτω από το γεφύρι)
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ: Σε αυτή τη χώρα ζούσε ένας δάσκαλος που τον λέγανε Κώστα. Κάθε απόγευμα, όταν γύριζε από το σχολείο στο σπίτι του ο Αντώνης, συνήθιζε να σταματάει σ' ένα πέτρινο γεφύρι κάπου στα μισά του δρόμου. Εκεί κάτω από το γεφύρι φύτρωνε μια παπαρούνα, κατακόκκινη σαν φλόγα, ολόδροση σαν την ελπίδα. Ο Κώστας κατέβαινε στον ξεροπόταμο, κοιτούσε την παπαρούνα με συλλογισμένα μάτια και σκεφτόταν ότι, δεν μπορεί, θα 'ρθουνε κάποτε ξανά οι καλές μέρες. Εκείνη τη μέρα όμως καθώς ζύγωνε στο πέτρινο γεφύρι…
(έρχονται δυο φρουροί, ο Κώστας έρχεται από το βάθος αλλά τους ακούει και κοντοστέκεται)
ΦΡΟΥΡΟΣ Α: Κάπου εδώ πρέπει να βρίσκεται η παπαρούνα. Την είδε σήμερα το πρωί με το τηλεσκόπιο του ο Αρπατίλαος. Αποκλείεται να κάνει λάθος!
(οι φρουροί ψάχνουν ανακατεύοντας τα χόρτα. Ο Κώστας έχει πλησιάσει και μένει ακίνητος)
ΦΡΟΥΡΟΣ Β: Να τη! Εδώ είναι! Τη βρήκα!
ΦΡΟΥΡΟΣ Α: Ωραία! Ράντισε την καλά. Ρίξε μπόλικο φαρμάκι.
ΦΡΟΥΡΟΣ Β: Μπόλικο ρίχνω, ρίχνω. Δε βλέπεις;
ΦΡΟΥΡΟΣ Α: Μαράθηκε;
ΦΡΟΥΡΟΣ Β: Ουουου!!! Να 'ταν κι άλλη!
(Ο Κώστας κάνει μια γκριμάτσα απογοήτευσης)
ΦΡΟΥΡΟΣ Α: ωραία, πάει κι αυτό. Πάμε τώρα στην ταβέρνα να παίξουμε τάβλι.
ΦΡΟΥΡΟΣ Β: Τάβλι; Δεν έχουμε δουλειά σήμερα; Δε θα συλλάβουμε κανέναν ύποπτο; Δε θα ερευνήσουμε κανένα σπίτι; Δε θα μαζέψουμε καμιά μπανανόφλουδα; Δε θα ετοιμάσουμε κομπρέσες για τα καρούμπαλα του Αρπατίλαου;
ΦΡΟΥΡΟΣ Α: Αστειεύεσαι; Πάνε αυτά. Ας είναι καλά τα εφιαλτικά μαξιλάρια. Από τότε που άρχισαν να τα χρησιμοποιούν τα κουτορνίθια, βρήκαμε την ησυχία μας. Κανείς δεν παραπονιέται όταν του αρπα΄ζουμε το βιος του. Τέρμα οι διαμαρτυρίες.
ΦΡΟΥΡΟΣ Β: Αυτό να μου πεις! Σπουδαία μάγισσα η Σαυριλία Βρισελιέ!
ΦΡΟΥΡΟΣ Α: Σπουδαία Δε λες τίποτα! Με κάτι τέτοιες μάγισσες πάει μπροστά ο τόπος!
(Φεύγουν οι φρουροί, ο Κώστας περιμένει να απομακρυνθούν, πάει κοιτάει με λύπη τη μαραμένη παπαρούνα και φεύγει κι αυτός)
Σκηνή 6η
Το σχολείο
ΚΩΣΤΑΣ: (απευθυνόμενος σε ένα μαθητή) Μάκη βγες έξω και κράτα τσίλιες μην έρθει κανένας άνθρωπος του Αρπατίλαου, για να πω κάτι στα παιδιά και θα στα πούνε μετά.
(ο μαθητής βγαίνει από την τάξη)
ΚΩΣΤΑΣ: Παιδιά δεν έκλεισα μάτι όλο το βράδυ! Χτες το απόγευμα ανακάλυψα κάτι φοβερό! Ξέρετε γιατί βλέπουμε όλοι εφιάλτες κάθε βράδυ;
ΜΑΘΗΤΕΣ: (με απορία) Γιατί;;;
ΚΩΣΤΑΣ: Είναι συνομωσία του Αρπατίλαου!!!
ΜΑΘΗΤΕΣ: Ωωωωωωωω!!!!!!
ΚΩΣΤΑΣ: Ναι, ναι! Είχα πάει μια βόλτα στη γέφυρα για να δω τη μοναδική ανθισμένη παπαρούνα της περιοχής και βρήκα εκεί 2 φρουρούς του Αρπατίλαου που είχαν πάει για να την καταστρέψουν.
ΜΑΘΗΤΕΣ: Ααααααα! Κρίμαααα!
ΚΩΣΤΑΣ: Κρύφτηκα λοιπόν για να μη με δούνε και τους άκουσα να συζητάνε…Ξέρετε τι έλεγαν;;
ΜΑΘΗΤΕΣ: Τιιιι;;;;;;;
ΚΩΣΤΑΣ: Έλεγαν ότι ο Αρπατίλαος έβαλε τη μάγισσα τη Βρισελιέ να φτιάξει αυτά τα μαύρα μαξιλάρια που μας μοίρασαν και τα οποία περιέχουν μέσα τους ένα σωρό αηδιαστικά και κακά πράγματα. Γι αυτό μας βασανίζουνε ολονυχτίς οι εφιάλτες, γι αυτό μας πνίγει η αγωνία. Γι αυτό στριφογυρνάμε στα στρώματα μας. Για να βρει ο Αρπατίλαος την ησυχία του, μας στερεί τα όνειρα μας.
ΘΟΔΩΡΟΣ: (ο μικρότερος μαθητής της τάξης) Δεν μπορώ άλλο! Δεν αντέχω να βλέπω κάθε βράδυ εφιάλτες! (βάζει τα κλάματα)
ΚΩΣΤΑΣ: Κουράγιο Θόδωρε, με τα κλάματα Δε βγαίνει τίποτα. Αν προσπαθήσουμε όλοι μαζί, δεν μπορεί, κάτι θα σκεφτούμε.
ΜΥΡΤΩ: Έχω μια ιδέα! Ξέρω τι πρέπει να κάνουμε.
ΜΑΘΗΤΕΣ: Τι πρέπει να κάνουμε;
ΜΥΡΤΩ: Να μην κοιμόμαστε στα κρεβάτια μας το βράδυ!
ΘΟΔΩΡΟΣ: Δεν είναι και άσχημη ιδέα (ρουφώντας τη μύτη του)
ΘΑΝΑΣΗΣ: Να κοιμόμαστε στη μπανιέρα! (φώναξε με ενθουσιασμό)
ΚΩΣΤΑΣ: Ας το δοκιμάσουμε τότε, δεν έχουμε να χάσουμε τίποτα.
(μετά από μερικές μέρες στην ίδια αίθουσα με τους ίδιους μαθητές)
ΜΑΡΙΑ: (με παράπονο)Τίποτα δεν άλλαξε κύριε, εκτός από το ότι συναχώθηκα! Έσταζε η βρύση της μπανιέρας πάνω στο κεφάλι μου.
ΘΟΔΩΡΟΣ: Γιατί εξακολουθούμε κύριε να βλέπουμε εφιάλτες;
ΚΩΣΤΑΣ: Ποιος ξέρει; Φαίνεται ότι, τόσο καιρό που κοιμόμαστε σε εφιαλτικά μαξιλάρια, ξεσυνηθίσαμε να βλέπουμε ωραία όνειρα. Κακά τα ψέματα… Ίσως πρέπει να το πάρουμε απόφαση ότι δεν υπάρχει πια ελπίδα…
ΜΥΡΤΩ: (πετάγεται και φωνάζει) Πως δεν υπάρχει! Αφού η μάγισσα Σαυριλία Βρισελιέ μπόρεσε να φτιάξει εφιαλτικά μαξιλάρια απ' όλα τα σιχαμερά κι αποκρουστικά του κόσμου, γιατί να μην προσπαθήσουμε να φτιάξουμε εμείς αντιεφιαλτικά μαξιλάρια, απ' όλα τα όμορφα, τα χαρούμενα και τα παρήγορα του κόσμου;
(Ησυχία απλώνεται στην τάξη)
ΘΟΔΩΡΟΣ: Μπράβο Μυρτώ, πολύ καλή ιδέα!! Ε;;; Νομίζω ότι έχει δίκιο! Μπράβο Μυρτώ!
ΜΑΡΙΑ: (με απορία) Ναι, καλά τα λεει η Μυρτώ αλλά πώς να φτιάξουμε τέτοια μαξιλάρια, αφού όλα τα όμορφα, τα χαρούμενα, τα θαυμαστά έχουν εξαφανιστεί από τη χώρα μας, ή τα χουν αρπάξει ο Αρπατίλαος και η παρέα του;
ΚΩΣΤΑΣ: Ας προσπαθήσουμε, Δε χάνουμε τίποτα. Βάλτε τα δυνατά σας! Ψάξτε παντού! Βρείτε ότι όμορφο έχει απομείνει και φέρτε το αύριο μαζί σας στο σχολείο. Το νου σας όμως, μη σας πάρουν χαμπάρι οι φρουροί, γιατί αλίμονο σας!
(Χτυπάει το κουδούνι και φεύγουν όλοι)
Σκηνή 7η
Τα αντιεφιαλτικά μαξιλάρια
(στην ίδια αίθουσα την άλλη μέρα το πρωί. Ο Κώστας μπαίνει στην τάξη)
ΚΩΣΤΑΣ: Καλημέρα παιδιά!
(συνωμοτικά) Τι έγινε με εκείνο που λέγαμε;
ΜΥΡΤΩ: Α! κύριε! Ψάξαμε όλοι από εδώ και από κει, κάθε απόμερη γωνιά, κάθε κρυψώνα μυστική!
ΚΩΣΤΑΣ : Μπράβο παιδιά μου! Και τι βρήκατε;
ΜΥΡΤΩ: Εγώ βρήκα στη γωνιά του ξεχασμένου συρταριού λίγο χαρτοπόλεμο και στη σκονισμένη σοφίτα ένα σκουλαρίκι από χαρταετό.
ΜΑΚΗΣ: Εγώ κύριε βρήκα ένα πούπουλο κύκνου ανάμεσα στα συρματοπλέγματα.
ΘΟΔΩΡΟΣ: Κι εγώ ένα τετράφυλλο τριφύλλι!
ΜΑΡΙΑ: Εγώ έψαξα στην τσέπη της γιαγιάς μου και έβγαλα από τα βάθη της μια κόκκινη κλωστή παραμυθιού.
ΣΟΦΙΑ: Εγώ ανακάλυψα ανάμεσα στις κιτρινισμένες σελίδες ενός παλιού βιβλίου ένα γαλάζιο λουλουδάκι "μη με λησμόνει".
ΒΑΡΒΑΡΑ: Εγώ κύριε σκαρφάλωσα στα κεραμίδια της σκεπής και κατάφερα να βρω ανάμεσα στη σκόνη λίγα άχυρα από χελιδονοφωλιά.
ΜΑΚΗΣ: Με μεγάλο καρδιοκτύπι τα φέραμε στο σχολείο όλα αυτά κύριε! Ευτυχώς δεν πέσαμε σε καμιά περιπολία για έρευνα!
ΚΩΣΤΑΣ: Ναι, ναι έχεις δίκιο, φέρτε όλοι εδώ τους θησαυρούς που ανακαλύψατε γιατί είναι επικίνδυνο να καθυστερούμε…
(Σηκώνονται όλοι και ακουμπάν τα πράγματα με προσοχή πάνω στην έδρα του δασκάλου.)
ΚΩΣΤΑΣ: (Τα κοιτάει με θαυμασμό) Ποπό! Μπράβο ρε παιδιά! Κάνατε πολύ καλή δουλειά! Τι ωραία πράγματα βλέπω εδώ; Γιασεμιά, σαπουνόφουσκες, σπυριά ροδιού, κόκκινες κλωστές παραμυθιού, ροδοπέταλα, τούλια μπομπονιέρας, μπαλόνια, αναλαμπές από ηλιαχτίδες, αποκριάτικες κορδέλες…!!! Πόσο καιρό είχα να δω τέτοια όμορφα πράγματα;
(ανοίγει η πόρτα και μπαίνει τρέχοντας, λαχανιασμένος, ο Θανάσης)
ΘΑΝΑΣΗΣ: Σύρμα! Έρχονται οι φρουροί!
(Αμέσως ο Κώστας κρύβει τους θησαυρούς στο συρτάρι και κάνει νόημα στα παιδιά που αρχίζουν να τραγουδάνε με όλη τους τη δύναμη)
ΠΑΙΔΙΑ:
"Τον Αρπατίλαο αγαπάμε
Με χαρά τον προσκυνάμε.
Αρπατίλαε, εμπρός!
Είσαι ο βασιλιάς
Ο πιο λαμπρός!"
ΒΟΥΛΙΜΙΟΣ: (άγρια) Τι γίνεται εδώ;
ΚΩΣΤΑΣ: Μάθημα ωδικής.
ΒΟΥΛΙΜΙΟΣ: Τι τραγουδάτε;
ΚΩΣΤΑΣ: Το εμβατήριο του Αρπατίλαου, τι άλλο;
ΒΟΥΛΙΜΙΟΣ: Καλώς! Τώρα όμως είναι ώρα για επιθεώρηση. Θα κάνω στα παιδιά μερικές ερωτήσεις. Ερώτηση πρώτη: Γιατί έχουμε χέρια;
ΜΥΡΤΩ: Για να παίζουμε μπιζ!
ΒΟΥΛΙΜΙΟΣ: Λάθος!
ΜΑΚΗΣ: Για να σκαρφαλώνουμε στα δέντρα;
ΒΟΥΛΙΜΙΟΣ: (θυμωμένος) Ούτε! Τα έχουμε για να χειροκροτάμε τον Αρπατίλαο! Ερώτηση δεύτερη: Γιατί έχουμε γλώσσα;
ΘΑΝΑΣΗΣ: Για να γλείφουμε γλειφιτζούρια!
ΒΟΥΛΙΜΙΟΣ: Λάθος! Την έχουμε για να κολλάμε χαρτόσημα σε αιτήσεις. Ερώτηση τρίτη: Τα αυτιά γιατί τα έχουμε;
ΜΑΡΙΑ: (δισταχτικά) Για να ακούμε;
ΒΟΥΛΙΜΙΟΣ: (οργισμένος) Λάθος και πάλι λάθος! Είσαστε όλοι σας κουμπούρες! Τα έχουμε για να υπακούμε! Εχτές τι μάθημα είχατε;
ΚΩΣΤΑΣ: Ιχνογραφία.
ΒΟΥΛΙΜΙΟΣ: Τι ζωγραφίσατε;
ΚΩΣΤΑΣ: Το πορτρέτο του Αρπατίλαου.
ΒΟΥΛΙΜΙΟΣ: Που είναι οι ζωγραφιές;
ΚΩΣΤΑΣ: Στο συρτάρι.
ΒΟΥΛΙΜΙΟΣ: Δώσ' τες μου να τις επιθεωρήσω.
(Ο Κώστας διστάζει, ξεροκαταπίνει αναποφάσιστος)
ΒΟΥΛΙΜΙΟΣ: Άντε λοιπόν! Τι περιμένεις; Άνοιξε το συρτάρι! (γρυλίζει)
(Ο Κώστας κλείνει με τρόπο το μάτι στον Νίκο. Αυτός καταλαβαίνει και βγάζει από την τσάντα του μια φυσαρμόνικα και αρχίζει να παίζει)
ΒΟΥΛΙΜΙΟΣ: Αυτή η φυσαρμόνικα κατάσχεται! (μουγκρίζει) Απαγορεύονται αυστηρά τα μουσικά όργανα στην Ουρανούπολη, εκτός από τις σάλπιγγες. Φρουροί! Αρπάξτε του τη φυσαρμόνικα!
(οι φρουροί περικυκλώνουν το Νίκο και προσπαθούν να πάρουν από τα χέρια του τη φυσαρμόνικα. Ο Κώστας επωφελείται από την ευκαιρία, ανοίγει το συρτάρι, ενώ είχαν στραμμένη την προσοχή τους στο Νίκο και
έβγαλε τις ζωγραφιές)
ΚΩΣΤΑΣ: Ορίστε! Να οι ζωγραφιές! Ο Αρπατίλαος ανφάς, προφίλ, καθισμένος στο θρόνο του, καβάλα στο άλογο του, με την κορόνα του, με το μανδύα του, με την ακολουθία του, με τις πιτζάμες του… Ορίστε!
(Ο Βουλίμιος παίρνει τις ζωγραφιές και τις εξετάζει προσεχτικά μια μια.)
ΒΟΥΛΙΜΙΟΣ: Χμμμμ…. Εδώ η μύτη του είναι κάπως στραβή… Εδώ λείπει ένα ρουμπίνι από την κορόνα του… κι εδώ λείπει μια φούντα από την παντόφλα του. Σε τούτη πάλι, το άλογο του έχει 3 ουρές και 5 πόδια. Αυτό να μην επαναληφθεί! Στην επόμενη επιθεώρηση θέλω να δω τον Αρπατίλαο με ίσια μύτη και το άλογο του με όλα του τα πόδια, όχι όμως με παραπανίσια. Να μην υπερβάλουμε! Συνεχίστε το μάθημα!
(Μόλις βγαίνουν ι φρουροί από την τάξη, ο Κώστας και τα παιδιά αναστενάζουν με ανακούφιση)
ΚΩΣΤΑΣ: Φτηνά τη γλιτώσαμε! Παρά λίγο να προδοθούμε. Τώρα Δε μένει παρά να φτιάξουμε τα μαξιλάρια. Βέβαια αυτά που έχετε μαζέψει δεν φτάνουν για πολλά μαξιλάρια προτείνω να ράψουμε στην αρχή 2 αντιεφιαλτικά μαξιλάρια. Ένα για μένα και ένα για τη Μυρτώ! Θα κοιμόμαστε σε αυτά τα βράδια και την άλλη μέρα θα σας λέμε τα όνειρα που θα έχουμε δει. Συμφωνείτε;
ΠΑΙΔΙΑ : Ναι!!!!!
Σκηνή 8η
Τα όνειρα και οι ελπίδες
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ: Το σχέδιο πέτυχε! Η Μυρτώ και ο Κώστας έβλεπαν τα πιο θαυμάσια, τα πιο γλυκά, τα πιο υπέροχα όνειρα που μπορεί κανείς να φανταστεί, και τα ανιστορούσαν το άλλο πρωί στα παιδιά της τάξης. Και τα παιδιά με τη σειρά τους τα 'λεγαν στους φίλους τους και οι φίλοι τους στους γονείς τους κι οι γονείς τους στους συναδέρφους και στους συγγενείς τους.
ΑΝΤΡΕΑΣ: (συνωμοτικά) Τα μάθατε;
ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Τι;
ΑΝΤΡΕΑΣ: Μάθατε τι όνειρο είδε σήμερα η Μυρτώ;
ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Τι είδε; Τι;
ΑΝΤΡΕΑΣ: Μια τούρτα γενεθλίων!
ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Με κεράκια;
ΑΝΤΡΕΑΣ: Όχι, με τηλεγραφόξυλα! Και βέβαια με κεράκια!
ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Τι χρώμα κεράκια;
ΑΝΤΡΕΑΣ: Πράσινα, ροζ και θαλασσιά!
ΕΥΤΥΧΙΑ: Το άλλο το μάθατε;
ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Ποιο άλλο;
ΕΥΤΥΧΙΑ: Τι όνειρο είδε ο Κώστας προχτές το βράδυ;
ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Όχι, για λέγε!
ΕΥΤΥΧΙΑ: Ένα γαϊτανάκι!
ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Σοβαρολογείς;
ΕΥΤΥΧΙΑ: Ψέματα θα σου πω; Κι όχι μόνο αυτό. Είδε κι έναν αρλεκίνο που ισορροπούσε ένα λουκούμι στην άκρη της μύτης του.
ΧΡΗΣΤΟΣ: Ψιτ.. ψιτ.. Έχω νέα..
ΑΝΤΡΕΑΣ: Τι νέα;
ΧΡΗΣΤΟΣ: Χτες βράδυ ο Κώστας είδε στο όνειρο του πυροτεχνήματα.
ΑΝΤΡΕΑΣ: Μαύρα ή χρωματιστά;
ΧΡΗΣΤΟΣ: Χρωματιστά, τεχνικολόρ! Και που να σας λέω για τη Μυρτώ!
ΕΥΤΥΧΙΑ: Τι είδε η Μυρτώ;
ΧΡΗΣΤΟΣ Είδε στο όνειρο της ότι οι Προδευτέρες έγιναν πάλι Κυριακές!
ΕΥΤΥΧΙΑ: (συγκινημένος) Αυτό κι αν είναι! Και μόνο που το σκέφτομαι μου 'ρχεται να φτερουγίσω σαν στρουθοκάμηλος!
ΧΡΗΣΤΟΣ: Σαν χελιδόνι εννοείς.
ΕΥΤΥΧΙΑ: Καλά λες. Ξέχασα ότι υπάρχουν χελιδόνια.
ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Ο Κώστας είδε μια χώρα χωρίς φυλακές. Ήταν όλες γκρεμισμένες. Ερείπια! Πέτρα δεν είχε μείνει πάνω στην πέτρα.
ΑΝΤΡΕΑΣ: Σώπα!
ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Όπως στα λέω!
ΕΥΤΥΧΙΑ: Η Μυρτώ είδε ότι τα συρματοπλέγματα μαράθηκαν. Ότι στη θέση τους βλάστησαν γιασεμιά και πασχαλιές.
ΧΡΗΣΤΟΣ: Η Μυρτώ και ο Κώστας είδαν σήμερα το ίδιο όνειρο.
ΑΝΤΡΕΑΣ: Τι όνειρο; Τι όνειρο;
ΧΡΗΣΤΟΣ Είδαν μια χώρα χωρίς Αρπατίλαο!
ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Δεν είναι δυνατόν! Δεν μπορεί! Δε γίνεται!
ΧΡΗΣΤΟΣ: Το είδαν στον ύπνο τους η Μυρτώ και ο Κώστας σου λέω παιδί μου!
ΧΡΙΣΤΙΝΑ: (απορημένος)Μια χώρα χωρίς Αρπατίλαο, ε;
ΧΡΗΣΤΟΣ: Μάλιστα. Χωρίς Αρπατίλαο!
ΑΝΤΡΕΑΣ: Χωρίς Αρπατίλαο!
ΕΥΤΥΧΙΑ: Χωρίς Αρπατίλαο!
ΧΡΗΣΤΟΣ: Μια χώρα με Κυριακές!
ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Με λούνα πάρκ!
ΑΝΤΡΕΑΣ: Με πασχαλιές!
ΕΥΤΥΧΙΑ: Χωρίς συρματοπλέγματα!
ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Χωρίς φρουρούς και φύλακες!
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ: Αυτά λέγανε κρυφά, ψιθυριστά, κι η ελπίδα φούντωνε σιγά - σιγά κι άρχισαν να πιστεύουν ότι στο χέρι τους ήταν να γίνουν όλα τα όνειρα αυτά αλήθεια κάποια μέρα, κι άρχισαν να οργανώνουν ένα σχέδιο στα μυστικά. Για να μην καταλάβουν όμως τίποτα οι φρουροί, δεν έδειχναν την ελπίδα, έκρυβαν τη χαρά τους, προσκυνούσαν, όπως πριν, τον Αρπατίλαο κι έσερναν, όπως πριν, τα βήματα τους.
Έτσι πέρναγε ο καιρός, έτσι έφτασε η νύχτα που έμεινε γνωστή στα χρονικά της Ουρανούπολης με το όνομα η "Νύχτα της φρικτής εκδίκησης".
Σκηνή 9η
Η γιορτή και η εκδίκηση
ΑΡΠΑΤΙΛΑΟΣ: Αγαπητέ Βουλίμιε, σπουδαία μέρα σήμερα, ε;
ΒΟΥΛΙΜΙΟΣ: Πράγματι Βασιλιά μου, σήμερα είναι η τρίτη επέτειος της Μαξιλαρικής Νομοθεσίας. Οι κάτοικοι έχουν υποταχτεί καρτερικά στη μοίρα τους, δεν υπάρχει φόβος ταραχών, ούτε βέβαια ανάγκη για νυχτερινές περιπολίες.
ΑΡΠΑΤΙΛΑΟΣ: Για να γιορτάσω αυτή την επέτειο έχω καλέσει όλους τους φρουρούς και τους αυλικούς μου σε τραπέζι! Θα φάμε όλοι μαζί σπάνιους μεζέδες: ψητές καρδερίνες, καναρίνια γεμιστά με κουκουνάρι, λαιμούς κύκνων στη σχάρα, γλώσσες αηδονιών με σάλτσα από δάκρυα παιδιών, βατραχάκια γεμιστά με βατόμουρα, παγωτά από γάλα πουλιού, κι άλλα τέτοια εξωτικά. Έχω διατάξει τους φρουρούς να κουβαλήσουν από το κελάρι βαρέλια με μπίρα κι εκλεκτά κρασιά!
ΒΟΥΛΙΜΙΟΣ: (γλείφεται…) Μμμ… ανυπομονώ να το γιορτάσουμε!
(φεύγουν από τη σκηνή ενώ οι φρουροί κουβαλάνε τα φαγητά και τα ποτά)
(σε λίγο έρχονται όλοι και κάθονται στο τραπέζι)
ΑΡΠΑΤΙΛΑΟΣ: (σηκώνεται να βγάλει λόγο) Πιστοί μου αυλικοί και τρανοί μου φρουροί, είμαι απόλυτα ικανοποιημένος με την κατάσταση στην επικράτεια. Οι φόροι είναι αφόρητοι και κανείς δεν διαμαρτύρεται. Έχω πάρει 10 κιλά από τη χαρά μου και ελπίζω σήμερα να πάρω άλλα 10! Ομολογώ ότι, αν δεν ήμουνα τόσο αναίσθητος, θα αισθανόμουνα σήμερα ιδιαίτερα συγκινημένος. Αύριο, μάλιστα, θα βγάλω ένα νέο νόμο που θα ορίζει ότι οι υπήκοοι μου θα πρέπει να κοιμούνται τα βράδια στα ορυχεία και στα εργοστάσια, για να μη χάνουνε ώρα με το πηγαινέλα. Έτσι, περιττεύουν και τα σπίτια τους! Θα τα γκρεμίσουμε και θα φυτέψουμε στη θέση τους περισσότερα συρματοπλέγματα. Θα κάνουμε εξαγωγή συρματοπλεγμάτων σ' όλον τον κόσμο!
(όλοι χειροκροτούν και μετά πέφτουν με τα μούτρα στο φαί. Τρώνε και πίνουν του σκασμού και σε λίγο άλλοι παραπατώντας πάνε στα κρεβάτια τους, άλλοι κοιμόνται με τα κεφάλια μέσα στις πιατέλες. Τα ροχαλητά και τα ρεψίματα αντηχούν σε όλη την ουρανούπολη)
(την ίδια ώρα, μέσα στο σκοτάδι εμφανίζονται σκιές, είναι οι κάτοικοι της ουρανούπολης με τα εφιαλτικά μαξιλάρια τους παραμάσχαλα. Σκαρφαλώνουν αθόρυβα και ρίχνουν τα μαξιλάρια μέσα στο παλάτι και φεύγουν ήσυχα όπως ήρθαν)
(οι εφιάλτες βγαίνουν από τα μαξιλάρια και οι αυλικοί τρομοκρατημένοι φεύγουν τρέχοντας από την πόλη)
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ: Ο Αρπατίλαος και οι αυλικοί του ακόμα τρέχουν και οι Ουρανοπολίτες ζούνε πια ευτυχισμένοι. Καληνύχτα σας και καλά όνειρα
Στο ρήμα << ΑΠΛΩΝΩ>> το πλω γράφεται με ω.
Απάντηση με
Και εμένα τι με νοιάζει?....
Κατάθεσις σκέψεως...
Ευτυχώς που υπάρχει και το word
![]()
![]()
Τα παιδιά μόνο φτιάχνουν ανεμόσκαλες για τα σύννεφα οπου ζούν οι ουράνιοι.
Θα το στερηθούμε και αυτό?
Δειλιάζουμε αντίκρυ στην σκιά μας μην την αφήσουμε και κυλίσει ελεύθερη...έτσι μοιάζει με την χρυσογάλαζη περιστρεφόμενη σφαίρα...που ξεχάστηκε...
Καληνύχτα
ΕΠΕΤΕΙΟΣ (από τους ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥΣ )
Έφερα τη ζωή μου ως εδώ στο σημάδι ετούτο που παλεύει.
Πάντα κοντά στη θάλασσα νιάτα στα βράχια επάνω, στήθος με στήθος προς τον άνεμο που να πηγαίνει ένας άνθρωπο
λογαριάζοντας με τις δροσιές τις πράσινες στιγμές του, με νερά τα οράματα της ακοής του, με φτερά τις τύψεις του.
Ζωή παιδιού που γίνεται άντρας πάντα κοντά στη θάλασσα όταν ο ήλιος τον μαθαίνει ν’ ανασαίνει κατά κει που σβήνεται η σκιά ενός γλάρου. Έφερα τη ζωή μου ως εδώ άσπρο μέτρημα γαλανό άθροισμα λίγα δέντρα και λίγα βρεγμένα χαλίκια δάχτυλα ελαφρά για να χαϊδεύουν ένα μέτωπο.
Ποιο μέτωπο κλαιν όλη τη νύχτα οι προσδοκίες και δεν είναι πια Κανείς δεν είναι ν’ ακουστεί ένα βήμα ελεύθερο ν’ανατείλει μια φωνή ξεκούραστη.
Στο μουράγιο οι πρύμνες να παφλάσουν γράφοντας όνομα πιο γλαυκό μες’ στον ορίζοντα τους λίγα χρόνια λίγα κύματα κωπηλασία ευαίσθητη στους όρμους γύρω απ’ την αγάπη.
Έφερα τη ζωή μου ως εδώ χαρακιά πικρή στην άμμο που θα σβήσει --- Όποιος είδε δυο μάτια ν’ αγγίζουν τη σιωπή του κι έσμιξε τη λιακάδα τους κλείνοντας χίλιους κόσμους ας θυμίσει το αίμα του στους άλλους ήλιους.
Πιο κοντά στο φως υπάρχει ένα χαμόγελο που πληρώνει τη φλόγα --- Μα εδώ στο ανήμερο τοπίο που χάνεται σε μια θάλασσα ανοιχτή κι ανέλεη μαδά η επιτυχία στόβιλοι φτερών και στιγμών που δέθηκαν στο χώμα σκληρό κάτω από τ’ ανυπόμονα πέλματα, χώμα καμένο για ίλιγγο ηφαίστειο νεκρό.
΄Έφερα τη ζωή μου ως εδώ πέτρα ταμένη στο υγρό στοιχείο πιο πέρα απ’ τα νησιά πιο χαμηλά απ’ το κύμα, γειτονιά στις άγκυρες --- Όταν περνάν καρίνες σχίζοντας με πάθος ένα καινούργιο εμπόδιο και το νικάνε και μ’ όλα τα δελφίνια της αύγαζ’ η ελπίδα κέρδος του ήλιου σε μη ανθρώπινη καρδιά --- Τα δίχτυα της αμφιβολίας τραβάνε μια μορφή από αλάτι λαξεμένη με κόπο αδιάφορη άσπρη που γυρνάει προς το πέλαγος τα κενά των ματιών της στηρίζοντας το άπειρο.
quote:
Θα το στερηθούμε και αυτό?
Κι όμως το στερούμεθα όταν χαμένοι κι αποκομμένοι στην "μετάφραση" του εγώ μας παραβλέπουμε το αέναο γίγνεσθαι του {εγώ μας}κι έτσι καταλήγουμε στο φίδι που κυνηγά την ουρά του..
quote:
Κουλούριασε τα πόδια της με τρόπο, ώστε τα γόνατα ακούμπησαν στο στήθος. Από μικρή καθόταν έτσι, όταν ήταν ξαπλωμένη. Ένιωθε πως έτσι, σαν κουβάρι καθώς ήταν, μπορούσε να ελέγχει καλύτερα το σώμα της, τον εαυτό της ολόκληρο. Γύρισε λοιπόν στο πλάι κι ένιωσε τη μοναξιά να πέφτει σαν στάλες βροχής πάνω της, ώσπου στο τέλος έγινε μούσκεμα. Βράχηκε κάθε χιλιοστό της. Μπήκαν νερά ως τα έγκατα της ψυχής της. Δε μπορούσε να ξεχωρίσει πια αν τα μάγουλά της ήταν υγρά από τη βροχή της μοναξιάς ή τη βροχή των δακρύων της. Αλλά τι σημασία είχε άραγε; 'Άλλωστε το ίδιο ακριβώς δεν ήταν στην ουσία; Έβρεχε πολλή ώρα... Μια βροχή από αυτές τις σιγανές, που δεν ακούγονται καθόλου, αλλά έτσι αθόρυβα έρχεται και κάθεται πάνω σου...
Ήταν μια νύχτα καλοκαιρινή. Έκανε ζέστη, όχι αφόρητη όμως. Ήταν στην αρχή του ακόμα το κόκκινο καλοκαίρι, ίσα που είχε βγάλει το κεφαλάκι του στη γωνία και την κοιτούσε εκεί, μέσα στα σεντόνια της να τυλίγεται και να ξετυλίγεται... να βρέχεται ολόκληρη... και της υποσχέθηκε το μικρό καλοκαιράκι πως σε λίγες εβδομάδες, όταν θα μεγάλωνε αρκετά, θα έστελνε το ζεστό του ήλιο να της στεγνώσει το βρεγμένο σώμα, τα βρεγμένα μαλλιά, τα βρεγμένα ρούχα... Της το υποσχέθηκε σιωπηλά, χωρίς εκείνη να το ακούσει, όμως αλήθεια... και να το άκουγε, πόσο θα πίστευε στα λόγια του; 'Άλλωστε ποιος πιστεύει στα λόγια των μικρών παιδιών; Κι ας λένε πάντα αλήθειες...
Καλή σου μέρα....
"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."
--Confucius
Λίμνη στις Ανδεις εξαφανίστηκε μυστηριωδώς
http://assets.in.gr/dGenesis/assets/Content5/Photo/811360_b.jpg
Στη θέση της λίμνης βρίσκεται πλέον ένας τεράστιος κρατήρας
Σαντιάγο
Μια απομονωμένη λίμνη έκτασης 50.000 τετραγωνικών μέτρων στη νότια Χιλή εξαφανίστηκε μυστηριωδώς χωρίς να το δει κανείς. Το νερό ίσως χάθηκε μέσα σε ρήγμα στο έδαφος, ωστόσο οι επιστήμονες ακόμα ξύνουν το κεφάλι τους.
Η λίμνη βρισκόταν στο πάρκο Μπερνάρντο Ο'Χίγκινς στις Ανδεις και συγκέντρωνε το νερό από το λιώσιμο ενός παγετώνα. Οι φύλακες του πάρκου ανέφεραν ότι βρήκαν μόνο έναν κρατήρα βάθους 30 μέτρων στο σημείο όπου είχαν αφήσει τη λίμνη το Μάρτιο.
«Το μόνο που έμεινε στον ξερό πυθμένα της λίμνης είναι κομμάτια πάγου και ένα τεράστιο ρήγμα», δήλωσε στο Reuters ο τοπικός διευθυντής της Εθνικής Εταιρείας Δασών (CONAF) της Χιλής.
H μόνη θεωρία που έχει προταθεί είναι ότι το νερό χάθηκε στο υπέδαφος λόγω σεισμού που προκάλεσε ρήγμα. Ωστόσο, παρά την υψηλή σεισμικότητα της νότιας Χιλής, δονήσεις στην περιοχή της λίμνης δεν έχουν αναφερθεί από το Μάρτιο.
Στο σημείο θα φτάσει τις επόμενες ημέρες ομάδα γεωλόγων.
Newsroom ΔΟΛ
Αμαλια το θεμα ηταν για τα ιντερνετικα νεα αλλα μυστηριωδως βρεθηκε εδω...
Όταν ξεκίνησα να διαβάζω την είδηση αυτή σκέφθηκα ότι θα έγινε κάποιος σεισμός, θα προκλήθηκε κάποιο ρήγμα κι αυτή θα ήταν η αιτία για την εξαφάνιση της λίμνης.
Από την στιγμή όμως που δεν έχει παρατηρηθεί σεισμός από το Μάρτιο, δεν ξέρω τι να πω.
Εκτός κι αν έγινε κάποια υποχώρηση σημαντικού μέρους του βυθού? Δεν ξέρω!
Όσον αφορά το θέμα, όντως θα ταίριαζε καλύτερα στην Κατηγορία ΝΕΑ - Μέσα από το Διεθνές Internet, οπότε και μεταφέρεται εκεί από την Κατηγορία .-= Η ΣΟΦΙΑ =-. όπου ανοίχθηκε αρχικά.

In anticipation of my resurrection...