- Ποίηση από τους άδοξους ποιητές των αιώνων,και όχι μόνο... - .-= Η ΨΥΧΗ =-.
Εδω θα ήθελα να αφήσουμε ποιήματα από τους λεγόμενους "καταραμένους" ποιητές...και όχι μόνο...
Ποιητές που βούτηξαν στα πιο μοναχικά λημέρια του μυαλού τους ώστε να μας ταξιδέψουν σε μέρη παράξενα...σε μέρη που ακόμη και οι θεοί θα ζήλευαν...
Καρυωτάκης...Μποντλέρ...Γκαίτε...Πόε...Μπάϊρον...
Θα ξεκινήσω με Γκαίτε λοιπόν...
από το έργο του,ΦΑΟΥΣΤ
Ο ΚΥΡΙΟΣ :τον Φάουστ τον γνωρίζεις?
ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ :το δόκτορα?
Ο ΚΥΡΙΟΣ :το δούλο μου!
ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ :αλήθεια!ναι,για σας παράξενα δουλεύει.
Από τη γη,ο τρελός,ούτε φαί ούτε ποτό γυρεύει.
Τον καίει λαχτάρα και μακριά τόνε τραβα,
γίνετε τρέλα και θαρρώ τη μισοξέρει,
από τον ουρανό ζητά πανώριο αστέρι
και από τη γη την ύψιστη της ηδονής χαρά.
Κί όμως μήδε τα κοντινά,μήδε τα μακρυσμένα
δεν του μερώνουνε τα στήθια του τα ταραγμένα.
Ο ΚΥΡΙΟΣ :αν με τη σύγχυση παλεύει τώρα,
το φωτεινό το δρόμο μου θ'ακολουθήσει.
Το ξέρει ο κυπουρός,όταν το δέντρο πρασινίσει
πως θάρθουνε τ'άνθη,θάρθει του καρπού η ώρα.
ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ :βάζετε στοίχημα πως θα τον χάσετε?
Την αδειά μόνο δώστε μου και ξέρω
σιγά σιγά με τα νερά μου να τον φέρω.
Ο ΚΥΡΙΟΣ :όσο θα ζεί αυτός πάνω στη γη,
δοκίμαζέ τον,δε στο απαγορεύω
λάθη θα κάνει όποιος παλεύει και μοχθεί.
..................

I'm really sorry...
Edited by - nossoforos on 03/02/2006 22:23:24
"Μπαλάντα στούς άδοξους ποιητές των αιώνων"
Από θεούς και ανθρώπους μισημένοι,
σαν άρχοντες που εξέπεσαν πικροί,
μαραίνονται οι Βερλεν.τους απομένει
πλούτος η ρίμα πλούσια και αργυρή.
Οι Ουγκό με <<Τιμωρίες>> την τρομερή
των Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε.
Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που'ναι.
Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι,
και αν οι Μποντλέρ έζησαν νεκροί,
η αθανασία τους είναι χαραγμένη.
Κανένας όμως δεν ανιστορεί
και το έρεβος εσκέπασε βαρύ
τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε.
Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που'ναι.
Του κόσμου η καταφρόνια τους βαραίνει
κι αυτοί περνούνε αλύγιστοι και ωχροί,
στην τραγικήν απάτη τους δοσμένοι
πως κάπου πέρα η Δόξα καρτερεί,
παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή.
Μα ξέροντας πως όλοι τους ξεχνούνε,
νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που΄ναι.
Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροι:
<<Ποιός άδοξος ποιητής>> θέλω να μου πούνε
<<την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που΄ναι?>>
............

I'm really sorry...
Edited by - nossoforos on 03/02/2006 21:36:38
Edited by - nossoforos on 03/02/2006 22:23:55
"Χαμένος Παράδεισος"
Τι και αν χάσαμε την μάχη?
Δεν χάθηκαν όλα,η αδάμαστη θέληση,
και η προσήλωση στην εκδίκηση,το αθάνατο μίσος,
και το κουράγιο ποτέ να μην υποκύψω ή να παραδοθώ.
Και τι άλλο μπορεί να σημαίνει το να μην παραδοθώ?
Ότι η δόξα ποτέ δεν θ'απομακρύνει από μένα
την οργή ή τη δυναμή της...
..........
Πόσο μισώ τις ακτίνες σου ήλιε,σου λέω
ότι πώς ήμουν πρίν πέσω μου θυμίζουν,
τη δόξα που κάποτε επάνω από τη δική σου σφαίρα είχα,
μέχρι που η αλαζονεία και πιότερο η φιλοδοξία με πέταξε κάτω
να πολεμώ στον ουρανό
με τον ασύγκριτο βασιλιά του Ουρανού...

I'm really sorry...
Θα καταδυθούμε στις μαύρες αβύσσους...
Στο λημέρι των βυθησμένων...
Όπου θα ζούμε μέσα σε θαύματα και δόξα...
Για πάντα...

I'm really sorry...
(Έλα μαζί μου...)
Έλα μαζί μου, αφού ήθελες ν’ αναίβης
σε τούτη την απόκοσμη κορφή.
Μονάχα μη θελήσεις να κατέβης,
δεν είνε πουθενά μια επιστροφή.
Την πλάνα ανησυχία σου θα πληρώσης
όχι, σαν άλλοτε, με χαλασμό.
Τώρα πρώτη φορά θα παραδώσης
και το στερνό σου ακόμα στοχασμό.
Και τότε πια, τα μάγια θα λυθούνε.
Θα μείνουμε μονάχοι στην ερμιά.
Τα γύρω σ’ ένα γύρο θα χαθούνε
και θάμαστε σαν κρεμαστά κορμιά.
Τα χέρια μας μονάχα τα μαλλιά μας
θ’ αγγίζουνε στο φοβερό κενό.
Σαν άνεμος θα πέρνη τη μιλιά μας
και θάναι τάχα εμπόδιο κοινό,
ενώ μέσα στα λόγια μας θα πνέη
της ίδιας της ψυχής μας ο χαμός.
(Και μ’ όλα αυτά να μοιάζουμε σα νέοι
κι’ ούτε κι’ αυτός να λείπη ο στολισμός!)

I'm really sorry...
Σ’ ένα νέο που αυτοκτόνησε
Αυτόν τον καταδίωκε ένα πνεύμα
στις σκοτεινές εκτάσεις της ζωής του.
Οι ασχολίες του, οι χαρές του, σ’ ένα νεύμα
προσχήματα γινόνταν της ορμής του.
Τα ωραία βιβλία, η σκέψη, ένα ορμητήριο
λίγες στιγμές. βίαιος στον έρωτά του.
Ύστερα γέμιζε η όψη του μυστήριο
και τίποτε δεν ταίριαζε κοντά του.
Ένας περίεργος ξένος επλανιόταν
αναμεσόμας, μ’ όψη αλλοιωμένη.
Την υποψία μας δε μας την αρνιόταν
πως κάτι φοβερό τον περιμένει.
Ήταν ωραίος παράξενα, σαν κείνους
που ο Θάνατος τους έχει ξεχωρίσει.
Δινόταν στους φριχτότερους κινδύνους
σαν κάτι να τον είχε εξασφαλίσει.
Ένα πρωί, σε μια κάρυνη θήκη
τον βρήκαμε νεκρό μ’ ένα σημάδι
στον κρόταφο. Ήταν όλος σα μια νίκη,
σα φως που ρίχνει γύρω του σκοτάδι.
Είχε μια τέτοια απλότη και γαλήνη,
μια γελαστή μορφή ζωντανεμένη!
Όλος μια ευχαριστία σα νάχε γίνει.
Κ’ η αιτία του κακού σημαδεμένη.

I'm really sorry...
"το καταφύγιο της ομορφίας"
Από τόπους των οραμάτων μου
εκεί που ο ήλιος σβύνει πέρα
ατελείωτη σκληρή βροχή δέρνει απειλητικά την μέρα.
Κι από την νύχτα τ'αστέρια σου μοιραία θ'αφανιστούν.
Ομορφιά,δίπλα μου θα σταθείς,
όταν η μέρα κι η νύχτα θα χαθούν?
Άστεγος,σε πύλες σκοτεινές κι απελπισμένος.
θα μου αρνηθείς την προσευχή σου καταφύγιο να βρώ?
και προσπερνώντας την πόρτα του τύμβου
που είμαι κοιμισμένος
με μίσος τον εραστή θ'αποστραφείς όταν εγώ θα σε καλώ?
Αλίμονο,τι έχω εγώ να σου προσφέρω?
παγερούς διαδρόμους του νου,
υγρά δωμάτια της μνήμης που θα κατοικήσεις?
μαζί με θλίψεις και σκέψεις απλανείς...
Κι η ιστορία μου τελείωνει
στο τελευταίο των αισθήσεων οχυρό
που καταρρέει από την ακατανόμαστη απειλή
κι οικοδεσπότης εγώ....
φίλος γίνομαι με το αχόρταγω σκουλήκι.

I'm really sorry...
Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ'όνειρό μου,
κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,
κι αν σέρνομαι στ'ακάθαρτα του δρόμου,
πουλάκι με σπασμένα τα φτερά'
κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδι
στον κήπο της καρδιάς μου μαραθεί,
το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι,
κι αν ξέρω πως ποτέ δεν θα ειπωθεί'
κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου
βαθειά μέσα στον πόνο που πονώ-
καθάρια πως ταράζεται η ψυχή μου
σα βλέπω το μεγάλον ουρανό,
η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,
και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,
μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογυάλι,
μου λέει για κάποια που ζησα ζωή!
Κώστας Καρυωτάκης
Θα αλλάξει η ζωή μας μου είπες...
Δεν άλλαξες όμως εσύ...
"τα αντικλείδια"
Η ποιήση είναι μια πόρτα ανοιχτή!.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε.Όμοως μερικοί
κάτι βλέπουν,το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνοουνε να μπούν.
Η πόρτα τότε κλείνει.Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει.Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιός το έχει.Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια.Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πιά.Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να δούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατελείωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν'ανοίξουμε την πόρτα της ποίησης.
ΜΑ Η ΠΟΙΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΟΡΤΑ ΑΝΟΙΧΤΗ...

I'm really sorry...
Πρέβεζα
Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.
Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους.
Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει,
για να ζυγίσει, μια "ελλιπή" μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.
Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης,
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.
Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
"υπάρχω;" λες, κι ύστερα "δεν υπάρχεις!"
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.
Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
μεσ' στην κρύα μου κάμαρα, όπως έζησα μόνος'
στη στερνή αγωνία μου τη βροχή θε ν' ακούω
και τον κούφιο τον θόρυβο που ανεβάζει ο δρόμος
Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
μέσα σ'επιπλα ξένα και σε σκόρπια βιβλία,
θα με βρουν στο κρεββάτι μου. θε ναρθεί ο αστυνόμος
θα με θάψουν σαν άνθρωπο που δεν είχε ιστορία.
Απ' τους φίλους που παίζαμε πότε-πότε χαρτιά
θα ρωτήσει κανένας τους έτσι απλά: "-Τον Ουράνη
μην τον είδε κανείς; Εχει μέρες που χάθηκε!..."
Θ' απαντήσει άλλος παίζοντας: "-Μ' αυτός έχει πεθάνει".
Μια στιγμή θα κοιτάξουνε ο καθένας τον άλλον,
θα κουνήσουν περίλυπα και σιγά το κεφάλι,
θε να που: Τ' ειν' ο άνθρωπος!... Χτες ακόμα ζούσε!"
Και βουβά το παιγνίδι τους θ' αρχινήσουνε πάλι.
Κάποιος θάναι συνάδελφος στα "ψιλά" που θα γράψει
πως "προώρως απέθανεν ο Ουράνης στην ξένη,
νέος γνωστός εις τους κύκλους μας, πούχε κάποτ' εκδώσει
συλλογήν με ποιήματα πολλά υποσχομένην".
Κι αυτός θάναι ο στερνός της ζωής μου επιτάφιος.
Θα με κλάψουνε βέβαια μόνο οι γέροι γονιοί μου
και θα κάνουν μνημόσυνο με περίσιους παπάδες
όπου θάναι όλοι οι φίλοι μου κι ίσως-ίσως οι οχτροί μου.
Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
σε μια κάμαρα ξένη στο πολύβοο Παρίσι,
και μια Κίττυ θαρώντας πως την ξέχασα γι' άλλην
θα μου γράψει ένα γράμμα -και νεκρό θα με βρίσει.
.
.
.
ΥΓ : Καλημέρα...όοοοοοολο αισιοδοξία!!!

Edited by - durden_alie on 04/02/2006 14:05:29
Me queda la palabra
Si he perdido la vida, el tiempo,
todo lo tire como un anillo al agua.
Si he perdido la voz en la maleza,
me queda la palabra .
Si he sufrido la sed, el hambre,
todo lo que era mio y resulto ser nada.
Si he segado las sombras en silencio,
me queda la palabra .
Si abri los ojos para ver el rostro
puro y terrible de mi patria.
Si abri los labios hasta desgarrarmelos,
me queda la palabra.
.
.
.
.
.
Και, για τη μετάφραση...
.
.
Μου απομένει η λέξη
Αν έχω χάσει τη ζωή, το χρόνο, όλα
όσα έριξα, σαν δαχτυλίδι στο νερό,
αν έχω χάσει τη φωνή μες στ' αγριόχορτα,
μου απομένει η λέξη.
Αν έχω υποφέρει για τη δίψα, την πείνα, κι όλα
όσα ήταν δικά μου και κατάντησα ένα τίποτα,
αν έχω θερίσει τις σκιές στα σιωπηλά,
μου απομένει η λέξη.
Αν άνοιξα τα χείλη για να δω το πρόσωπο
το τρομερό και το καθάριο της πατρίδας μου,
αν άνοιξα τα χείλη μέχρι να τα σκίσω,
μου απομένει η λέξη.

quote:
Καλημέρα...όοοοοοολο αισιοδοξία!!!
Χα,χα,χαααα!
καλημέρα φίλε...
Λόρδος Μπάϊρον...
"Κάιν:Ένα μυστήριο"
Σου λέω ότι το ερπετό δεν ήταν τίποτα παραπάνω
από ένα απλό ερπετό...ρώτα τα Χερουβείμ
που φυλάγουν το δένδρο του πειρασμού.
Όταν χιλιάδες εποχές θα έχουν περάσει πάνω από τις
νεκρές σου στάχτες και τον σπόρο σου,
ο σπόρος του κόσμου εκείνου μπορεί με στολίδια να ντύσει
το παλαιότερο σφάλμα στο μύθο,και να μου δώσει
τη μορφή που περιφρονώ,όπως περιφρονώ όλους
όσους τον προσκυνάνε,
αυτόν που έφτιαξε τα πράγματα να υποκλίνονται
μπροστά στη βλοσυρή,μοναχική αιωνιότητά του...
Αλλά εμείς που βλέπουμε την αλήθεια,πρέπει να την πούμε.
Οι γονείς άκουσαν αυτό το σερνόμενο πράγμα,
κι έπεσαν...

I'm really sorry...
Τώρα που βλέπω πόσο όμορφο σε έφτιαξα
και σε έχω εξυψώσει τόσο
και να,σε τοποθετώ δίπλα στον θρόνο μου,
η αγάπη μου για σένα είναι τόσο θερμή
μην πέφτεις σε απόγνωση...
Μην αγγίζεις το θρόνο μου χωρίς συγκατάθεση.
Όλη την ομορφιά σου θα φανερώσω,
και η αλαζονεία δεν πρέπει να είναι ο σκοπός σου.
..................
Στούς ουρανούς θα ανέβω.
πάνω από τα άστρα του θεού θα υψώσω τον θρόνο μου
και θα καθήσω πάνω στο βουνό της συνάντησης
στα πιό απομακρυσμένα μέρη του βορρά.
...Θα κάνω τον εαυτό μου να μοιάζει με τον Ύψιστο.

I'm really sorry...
Edited by - nossoforos on 04/02/2006 14:42:41
Πως με κοιτάζει έτσι
αυτό το άσπρο κομμάτι χαρτί
πως με κοιτάζει έτσι το φεγγάρι...
Πως θροϊζει μέσα μου
αυτόν τον παγωμένο χάρτη στο βυθό
πως με κοιτάει έτσι το φεγγάρι...
Ποιανού καιρού το λυπημένο δάχτυλο
κρυμμένο πίσω από δάση και βουνά
δείχνει παντού και πουθενά
τι θέλει το φεγγάρι...
Ποιανού αλόγου τρελαμένου το χλιμίντρισμα
κάνει τόση απήχηση μέσα μου
μου διογκώνει το Εγώ μου...
Ποιανής σελήνης έκλειψη
ποιου φεγγαριού η χάση
μαζί σηκώνει μέσα μου
άμπωτη και παλίρροια δίδυμες αδερφές μου...
πως με κοιτ...
Πως σκύβει έτσι πάνω στο στόμα μου να δει
αν ανασαίνω ο Καρυωτάκης...
Κατερίνα Γώγου
Την αισιόδοξη καλησπέρα μου!
Θα αλλάξει η ζωή μας μου είπες...
Δεν άλλαξες όμως εσύ...
Ποιος Ξέρει
Καμιάν απο τις πίκρες μου δε γνώρισες
τις πίκρες μου τις άσωστες τις μαύρες
και στων ματιών μου μες στο φεγγοβόλημα
τα δάκρυα μου στεγνωμένα τα 'βρες
Εσύ μονάχα το γλυκό χαμόγελο
καμάρωσες στα χείλη μου απλωμένο
και έχεις μες στων ματιών μου το ξαστέρωμα
τον πόθο σου τρελά καθρεφτισμένο
Με γνώρισες να γέρνω στην αγάπη σου
σα πεταλούδα στ' άλικο λουλούδι
και να σκορπίζω όσο η καρδιά μου δίνονταν
μεθυστικό το ερωτικό τραγούδι.
Μαρία Πολυδούρη
Θα αλλάξει η ζωή μας μου είπες...
Δεν άλλαξες όμως εσύ...
Παρόλα αυτά, θα πρότεινα τη μεταφορά του topic σε κάποια άλλη κατηγορία μιάς και δε νομίζω οτι έχει τόση μεγάλη σχέση με το Παράξενο!

In anticipation of my resurrection...
εγώ λέω να αφήσεις ένα ποίημα!
Ξέρεις εσύ,αυτά με την γοτθική ατμόσφαιρα...
Όσον αφορά την μεταφορά του θέματος,
φίλε μου όλα τα παραπάνω ποιήματα έχουν να κάνουν με το παράξενο...
Εκτός αυτού,νομίζω ότι "στολίζει" αρκετά την κατηγορία παράξενο.
Νομίζω ότι τα ποιήματα που αφήνω αντιπροσωπεύουν απόλυτα τον όρο "παράξενο".
Τι να πω,εσείς ξέρετε.

I'm really sorry...

...Και καθώς ήσηχη θα κοιμάσαι εδώ
έρποντας θα έρθω σε σένα
τη ζωή και το αίμα να σου πιώ
και έτσι θα τρέμεις για μένα
κι εγώ θα σε φιλώ
και τοο κατώφλι του θανάτου θα διαβείς
με φόβο,μες στην κρύα μου αγκαλιά
και θέλω μόνο αυτό να σε ρωτήσω
πρίν μαζί σου να πετάξω
ποια μάνα θα σου δείξει αυτά
που έχω εγώ να σου διδάξω?.
August Ossenfelder...
"Der vampir"

I'm really sorry...

"ΚΑΡΚΟΣΑ"
Σε ακτές μυστικές του ουρανού
Φτάνουν τα συννεφένια κύμματα από αλλού
Και δύο ήλιοι δίδυμοι στην λίμνη κρύβονται
Κι οι σκιές παντού απλώνονται
...στην ΚΑΡΚΟΣΑ
Παράξενη είναι η νύχτα που μαύρα άστρα την φωτίζουν
Κι αλλόκοτα φεγγάρια στους ουρανούς της τριγυρήζουνν.
Μα ακόμα πιο παράξενη είναι
...η χαμένη ΚΑΡΚΟΣΑ
Τραγούδια που οι Υάδες θα τραγουδήσουν
Και μεσ’στον άνεμο παντού θα ηχήσουν
Και τα κουρελιασμένα του βασιλιά τα ρούχα θα κυμματίσουν
Τραγούδια που πριν ακουστούν θα σιγήσουν
...στη θαμπή ΚΑΡΚΟΣΑ
Η φωνή είναι νεκρή
Το τραγούδι της ψυχής μου πεθαίνει
Ατραγούδιστο πεθαίνει
Και σαν δάκρυ κρυφά
Θα ξεψυχήσει και θα παγώσει
...στην μυστική ΚΑΡΚΟΣΑ...

I'm really sorry...