ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/ESOTERICA.GR/BOARD/- Μια φορά και έναν καιρό…… - "Μεταξύ τυρού και αχλαδιού"

- Μια φορά και έναν καιρό…… - "Μεταξύ τυρού και αχλαδιού"

ΕΧΕΜΒΡΟΤΟΣ7 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 1/1
06/04/2004, 03:29:40
Μια φορά και έναν καιρό…..

Ήταν δύο λουλούδια που ήταν παράξενα. Δεν μύριζαν καθόλου, και κανένα έντομο δεν τα πλησίαζε. Δεν είχαν βαθιές ρίζες και τα φίλα τους κινούνταν συνεχώς πάνω κάτω. Όταν τα έβλεπες θαρρούσες πως ήθελαν να πετάξουν.
Ώσπου ένα βράδυ, ένας δυνατός άνεμος παρέσυρε τα λουλούδια πολύ μακριά. Δίχως ρίζες ποια, πεσμένα στο έδαφος έσβησαν, χάθηκαν.

Σε εκείνο το σημείο όπου τα λουλούδια χάθηκαν, γεννήθηκε ένα μικρό αγόρι, παράξενο. Ζούσε σε διαφορετικά μέρη, μα όλα έμοιαζαν ίδια στα μάτια του. Έμοιαζαν όλα ίδια, διότι αυτό το παιδί έπασχε από μια ασθένεια. Μηνιγγίτιδα την έλεγαν.
Αυτό το αγόρι νοσηλεύτηκε σε ένα νοσοκομείο για να γίνει καλά. Αλλά πέθανε.
Μέσα σε αυτό το νεκρό σόμα όμως γεννήθηκε ένα άλλο αγόρι.

Αυτό το αγόρι έκλεγε συνέχεια, πονούσε και κανένας δεν το άκουγε όταν μιλούσε.
Ήταν παράξενο.
Όταν τραγουδούσε, ο ήχος του ήταν παράξενος και ουδέτερος. Μαγευτικός μα και αδιάφορος. Πέθανε και αυτό το παιδί. Αυτό όμως πέθανε από μοναξιά. Μόνο και μόνο επειδή ήθελε να μοιάσει στο προηγούμενο αγόρι. Βαρέθηκε, έκατσε κάτω από ένα δέντρο και έμεινε εκεί μέχρι να φύγει. Έκλεισε τα μάτια του. Αυτά τα πανέμορφα γαλαζοπράσινα μάτια του με της μακριές βλεφαρίδες.

Όταν πέθανε, την θέση του πήραν δύο λουλούδια που και αυτά ήταν παράξενα.
Δεν μύριζαν καθόλου, και κανένα έντομο δεν τα πλησίαζε. Δεν είχαν βαθιές ρίζες και τα φίλα τους κινούνταν συνεχώς πάνω κάτω. Όταν τα έβλεπες θαρρούσες πως ήθελαν να πετάξουν.
Ώσπου ένα βράδυ, ένας δυνατός άνεμος παρέσυρε τα λουλούδια πολύ μακριά. Έγινε αυτό που επιθυμούσαν, πέταξαν. Χάθηκαν για πάντα.---->

Edited by - ΕΧΕΜΒΡΟΤΟΣ on 06/04/2004 18:34:14

06/04/2004, 16:06:18
χμ... πολύ πολύ λυπητερό///πολύ ωραίο αλλά...
τουλάχιστον ένα δεν μπορούσες ν'αφήσεις ζωντανό;
Στη...μνήμη των 2//αφήνω 3...

06/04/2004, 18:31:25
----> στο σημείο όπου τα λουλούδια γεννήθηκαν δάκρυσε ένα κορίτσι. Τα δάκρια πότισαν την γη και έκαψαν το χώμα. Κάτι κινήθηκε εκεί και άρχισε να σείεται το μέρος. Ο ουρανός σκοτείνιασε και έλαμψαν τα αστέρια. Ένα παιδί αναδύθηκε μέσα από το χώμα. Ήταν το αγόρι με της μακριές βλεφαρίδες και τα όμορφα γαλαζοπράσινα μάτια, που τώρα ποια είχαν γίνει από το χώμα καστανά, μα με τα ίδια μακριά βλέφαρα. Ζωντάνεψε. Ίσος η αιτία να ήταν το κορίτσι. Ίσος τα δάκριά της.

Από τότε ο κόσμος άλλαξε. Ο ουρανός ήταν μισός μέρα, μισός νύχτα. Το αγόρι αγκάλιαζε το κορίτσι και το φιλούσε. Πότε στο φως, πότε στο σκοτάδι.

Εκείνος και εκείνη. Σαν τα δύο λουλούδια που χάθηκαν. Μόνο που αυτοί ήταν αιώνιοι.


Valnta…

Edited by - ΕΧΕΜΒΡΟΤΟΣ on 06/04/2004 18:33:31

06/04/2004, 18:46:45
well..thanx Exe
τελευταία με ρίχνουν πολύ οι λυπητερές ιστορίες//
much better---ας αφήσω λοιπόν + τους 2 επόμενους ήρωες...

12/04/2004, 12:51:15
Δύο παράξενα λουλούδια ... συμβολίζουν τους παράξενους , περιθωριακούς, ανθρώπους με πνευματικές ανησυχίες οπου δεν θέλουν, δεν επιθυμούν να απλώσουν τις ρίζες τους και να στηριχθούν στην χωρίς λόγο ύπαρξης κοινωνία. Η δε κοινωνία τους αποφεύγει και δεν τους πλησιάζει αφου οι ιδέες τους θίγουν τα συμφέροντά τους.

Ο αέρας, παράγωγο της αδιαφορίας της κοινωνίας, προς αυτούς τείνει να τους αποβάλλει απο το κοινωνικό σύνολο οπως ο οργανισμός οτιδήποτε ξένο προς αυτόν.
Το αγόρι συμβολίζει τις ιδέες, που δεν χάνονται αλλά παραμένουν σε διαφορετικά μέρη, αλλά η ουσία δόμησης τους παραμένει η ίδια.
Πλανούνται αναζητώντας την μοιραία έλξη με τον άνθρωπο, τον κατάλληλο άνθρωπο οπου θα τις συλλάβει και εκεί θα ριζώσουν, θα ριζώσουν βαθειά, τόσο βαθειά οπου άνθρωπος και ιδέα θα γίνουν ένα.
Οι ρίζες θα γίνουν δέντρα , γνώσης, και θα κάνουν άνθη.
Αυτό συμβολίζει τη γέννηση τους ενός αγοριού με το ανήσυχο πνεύμα μέσα στο αλλο.
Στη συνέχεια τα άνθη θα βγάλουν καρπούς νέους καρπούς που δύσκολα και πάλι η κοινωνία θα τους δεχτεί πρός πνευματική τροφή.
Ετσι λοιπόν οι ιδέα που περίμενα χιλιάδες αιώνες υπομονετικά ενώ βρήκε το κατάλληλο άνθρωπο να ριζώσει δεν απέδωσε , ο άνθρωπος έσβησε, η ιδέα ομως ξαναπλανήθηκε, περιμένοντας πάλι χιλιάδες χρόνια το κατάλληλο ανθρώπινο πνεύμα να την συλλάβει και να την ξαναπλάσει στον κατάλληλο τόπο και χρόνο ώστε να αποδώσει στο κοινωνικό σύνολο.

madmaxΜέλος
13/05/2004, 23:59:43
ΠΡΟΛΟΓΟΣ


Από τις πρώτες ημέρες της δημιουργίας, οι πρόγονοι του σύγχρονου ανθρώπου αναμετρώνταν σε μικρές ή μεγαλύτερες μάχες με σκοπό την τελική επικράτηση του ενός. Από τη διεκδίκηση μιας μερίδας φαγητού για τους πρωτόγονους, μέχρι την ανάδειξη βασιλέων στο Μεσαίωνα και αρχηγών κρατών στη σημερινή εποχή.
Στα παρασκήνια όμως των μαχών αυτών, αφανείς ήρωες επιδίδονταν στις δικές τους μάχες, με το αίσθημα της μοναδικότητας να τους πλυμμηρίζει όταν χρίζονταν «νικητές»
‘Ασχετες αναφορές ή μήπως όχι; Η ιστορία που ακολουθεί δικαιώνει του λόγου το αληθές λέγοντας «κανείς γεννημένος νικητής δε παράτησε έναν αγώνα, ανεξάρτητα από το μέγεθος του βραβείου»
Ο Θωμάς, παιδί μικροαστικής οικογένειας εν έτει 2000, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα ενός φλογισμένου 19χρονου αγοριού, είναι ο κύριος πρωταγωνιστής μιας πάλης ενάντια στο πλήθος, στους συνδιεκδικητές του τίτλου «ο πιο γρήγορος των δρόμων»...

«Είναι αγόρι, να σας ζήσει» ευχήθηκε ο μαιευτήρας του «Μητέρα» φέρνοντας στον κόσμο με τη βοήθεια του θεού και της επιστήμης ένα υγιέστατο αγοράκι, τον πρώτο καρπό του γάμου για τον Ανέστη και τη Σοφία Παναγιώτου.Ήταν τόση η χαρά της Σοφίας που για πρώτη φορά στη ζωή της, αν και μαία στο επάγγελμα, λιποθύμησε με ένα διάπλατο χαμόγελο...

Ο κυρ-Ανέστης, δημόσιος υπάλληλος στο ΙΚΑ Ν.Κόσμου, ένιωσε ανάμεσα στα άλλα συναισθήματα την υπέρτατη πρόκληση: να προσδώσει τις αληθινές αξίες της ζωής σε ένα πλάσμα που θα τον συνόδευε στο υπόλοιπο της πορείας του. Όντας μέλος πολύτεκνης οικογένειας, δεν ένιωσε σχεδόν ποτέ τις ανέσεις και τα προνόμια πολλών φίλων του.Μαύρα πολυτελή κοστούμια, αστραφτερές Jaguar, σπίτια με πισίνες, όλα στριμωγμένα στην πιο ξεθωριασμένη γωνιά των παιδικών του ονείρων.

Αποφάσισε λοιπόν μαζί με τη Σοφία να προσφέρουν στο γιο τους ότι μπορούσαν, μέχρι και «την τελευταία ρανίδα του αίματός τους» όπως στρίγγλιζε ο σιχαμένος βλαχο-λοχίας του Ανέστη, ένας απο τους πολλούς ανθρώπους που του φέρονταν υποτιμητικά σχεδόν σε καθημερινή βάση.

Από τη γέννηση κιόλας λοιπόν του παιδιού τους, αποταμίευαν χρήματα σε έναν κλειστό λογαριασμό της Εθνικής.Χρήματα που θα εκταμιεύονταν με την ενηλικίωση του,χρήματα που θα ήταν ένα συμβολικό χέρι βοήθειας στα σχέδια του νεαρού αγοριού για το μέλλον του.

Βαφτίστηκε λοιπόν ο Θωμάς, πήγε σχολείο στο δημοτικό της περιοχής του στην Καισαριανή, τέλειωσε το γυμνάσιο με άριστα 19,2 και ήταν έτοιμος για την πρόκληση του Λυκείου,του προάγγελου της μελλοντικής του ζωής και καριέρας,ορκισμένος να πετύχει ότι δεν κατόρθωσαν οι βιοπαλαιστές γονείς του.

Ωραίο παιδί συνάμα ο Θωμάς, ψηλό γεροδεμένο παληκάρι με εκφραστικά μελιά μάτια και χαμόγελο που αφοπλίζει, είχε την εύνοια των καθηγητριών του -κυρίως- καθώς και των κοριτσιών της γειτονιάς και του σχολείου του...Έκρυβε όμως ένα μυστικό και τρελό πόθο για τα γρήγορα αυτοκίνητα απο την ώρα που είχε, άθελά του ως περαστικός, παρακολουθήσει μια κόντρα μεταξύ δυο HONDA VTI στην Κατεχάκη, ένα βράδι που γύριζε με το λεωφορείο απ’ το φροντιστήριό του.

Σε ένα ραβασάκι που διάβαζε λοιπόν την ώρα της βιολογίας, γραμμένο απο το χέρι της Καιτούλας, του τράβηξε την προσοχή όχι το περιεχόμενό του, αλλά το φόντο του χαρτιού.Μια μισοσκισμένη σελίδα απο περιοδικό αυτοκινήτου, κάτω απο το «μου αρέσεις» της Καίτης δέσποζε η γυαλιστερή μαύρη λαμαρίνα μιας PORSCHE 911 CARRERA. Είχε απορροφηθεί τόσο από την εικόνα που το χαμόγελό του εκείνη τη στιγμή έδωσε στην Καίτη ελπίδες στον πόθο της αλλά που να ξερε η κακομοίρα οτι ο Θωμάς χαλβάδιαζε τα φουσκωμένα σπόιλερ, τις διπλές εξατμίσεις και τα ζαντολάστιχα της γερμανίδας καλλονής...

Από εκείνη την ημέρα στη βαρετή βιολογία της Β’Λυκείου ο Θωμάς , αντι να δίνει βάση στα μαθήματα, σχεδίαζε κολάζ στο δωμάτιό του απο όλα τα περιοδικά αυτοκινήτων, νέος συνδρομητής σε όλα παρακαλώ! Παρέλαση ιπποδύναμης, στυλ, διαστημικών σασι και άπιαστων ονείρων γενικώς στα δημιουργήματά του: FERRARI, PORSCHE, ASTON MARTIN, BMW, CHEVROLET τα αντικείμενα του πόθου του, έδιναν τροφή στα όνειρά του, που δεν ήταν υγρά όπως των περισσότερων παιδιών της ηλικίας του, αλλα καπνισμένα απο λιωμένα ελαστικά και θολά, όπως είναι να τρέχεις με 400χλμ/ώρα μέσα σε πειραματικό υπεραυτοκίνητο στη Νεβάδα.

Όνειρα που σιγά σιγά γκρέμιζαν το κάθε του 19,2 και τον τίτλο του απουσιολόγου της τάξης, που τον έφερναν στο επίπεδο του 14, που τον κατέτρωγαν ανυποψίαστο. Στόχος του πλεον ήταν να οδηγεί μια μέρα το δικό του πανγρήγορο αυτοκίνητο, να τον κοιτούν και να τον θαυμάζουν όλοι για τις ικανότητές του πίσω απο το βολάν, να γίνει κάποια μέρα εφάμιλλος του Σένα και του Σουμάχερ στις συνειδήσεις των ομοιδεατών του.

Αψηφώντας τις παραινέσεις των γονιών του, όντας λίγο κακομαθημένος ώς μοναχοπαίδι, έγινε τακτικός θαμώνας στις νυχτερινές «μάχες» στην Κατεχάκη, στη Βουλιαγμένης, στα Λιμανάκια και στη Λ.Μαρκοπούλου. Συνοδηγός στο SAXO 1.1 του Νίκου, του αγαπημένου του ξαδέρφου, μάθαινε μέρα με τη μέρα όλα τα μυστικά αυτού του μυστήριου μέχρι πρότινος γι αυτόν κόσμου.

Μίλαγε με τη γλώσσα της «κόντρας»: του ριξε κολώνες, το πάει φέτες ο καλλιτέχνης, πω πω κοίτα ένα εργαλείο τούμπανο κτλ. Τον είχε συνεπάρει το στρίγγλισμα των ελαστικών, η δύναμη της τουρμπίνας, το παντιλίκι στη στροφή...Τόσο πολύ που, ανάθεμα κι αν έριχνε μια ματία στην Καίτη και στην κάθε Καίτη που τον έβλεπε στον ύπνο της (και στον ξύπνιο) ώς εραστή, ώς συζυγο, ώς τον «Κύριο Τέλειο».

Ο κυρ-Ανέστης λοιπόν, άνθρωπος καπάτσος της πιάτσας, ξύπνιος απο τα μαθήματα της ίδιας της ζωής, σκαρφίστηκε ένα κόλπο να τον φέρει στα ίσια του, να τον αφυπνίσει από τις ανούσιες αυτές ασχολίες:

-«Θωμά, άν περάσεις πρώτος στις πανελλήνιες σε Πανεπιστήμιο έχεις το λόγο μου πως θα σου πάρω όποιο αυτοκίνητο θελήσεις!»
-«!!!Αλήθεια μου λές;;;» καθηλώθηκε ο υποψήφιος Βατάνεν...
-«Στο λόγο της τιμής μου αγόρι μου, στρώσε τον κώλο σου στο θρανίο και θα σου δώσω το κλειδί ενός αμαξιού αντάξιού σου, μιας και θα σαι ο πρώτος...»

Τι ήταν να το ακούσει ο Θωμάς, απο το ίδιο βράδι εξαφάνισε κάθε περιοδικό απο το δωμάτιο και ξενυχτούσε πάλι, όχι όμως ώς χειροκροτητής του κάθε επιδειξιομανή με το RALLYE του, αλλά με τους νόμους του Κουλομπ, τα θεωρήματα του Θαλή και του Πυθαγόρα, τους νόμους των αερίων και τους πίνακες μετατροπών μοιρών, ημιτόνων και συνημιτόνων.Δούλεψε σκληρά και με υπεράνθρωπη σχεδόν προσπάθεια έφτασε σε σημείο να είναι έτοιμος να δώσει Πανελλήνιες, με ένα όχι και τόσο ευκαταφρόνητο κέρδος: ένα «εργαλείο τούμπανο»...
Έφτασε και η ρημάδα ημέρα των εξετάσεων και ο Θωμάς ήταν εξαντλημένος απο τα ολονύκτια διαβάσματα. Στις φλέβες του δεν έρεε πλέον αίμα, αλλά hand-made πορτοκαλάδα, απόσταγμα της στοργής της κυρίας Σοφίας για τον κανακάρη της. Πορτοκαλάδα που, ώς άλλη σούπερ αμόλυβδη, κρατούσε τον οργανισμό του δυνατό στην εξοντωτική αυτή προετοιμασία.Παρ’όλα αυτά ήταν σίγουρος για τον εαυτό του, εξωπραγματικά σίγουρος. Έξω απ’ το εξεταστικό κέντρο όλα τα παιδιά ήταν περιφερόμενα ζόμπι με βαθιά χαραγμένα τα σημάδια της αγωνίας και του άγχους στα πρόσωπά τους και προσπαθούσαν να βοηθήσουν αλλήλους λέγοντας «’ελα ρε συ, εξετάσεις είναι σαν όλες τις άλλες», «μή μασάς, μπές μέσα και φάτους», «βάζω στοίχημα ότι όλοι μας θα περάσουμε εκεί που θέλουμε» και άλλες κλισε εκφράσεις που ελάχιστα απείχαν στο μυαλό τους απο τις αντίστοιχες «ώχ, τωρα την κάτσαμε», «νιώθω τη γή να ανοίγει από κάτω μου», «θα πάρουμε όλοι το να μη πω τι», «Θέλω τη μαμά μου». Εκφράσεις που σκέφτονταν όλοι τους ενδόμυχα αλλα κανείς δεν τολμούσε να ξεστομίσει, να διαταράξει τη γυάλινα εύθραυστη αισιοδοξία της στιγμής. Ο Θωμάς όμως στον κόσμο του.. «Να το πάρω μαύρο να δείχνει κακό, κόκκινο της φωτιάς ή σκούρο μπλε να είναι και χλιδατο;» σκεφτόταν... «Παρακαλούνται οι υποψήφιοι να προσέλθουν στις προκαθορισμένες τάξεις τηρώντας ησυχία» διέκοψε η αστεία, σαν αντρική, φωνή της κας Λυκειάρχη. Κίνησαν λοιπόν τα παιδιά με βλέμματα λίγο πιο αισιόδοξα απο αυτό που έχουν τα αρνάκια το Πάσχα και εκείνο ακριβώς το δευτερόλεπτο, σαν όλο το σύμπαν να συνομωτούσε για χάρη του Παναγιώτου του νεότερου, έγινε το μοιραίο: Ένα IMPREZA διέσχισε σε χρόνο dt τη λεωφόρο έξω απο το σχολείο με τον κινητήρα του να ουρλιάζει,ηχώντας ώς αγγελική ωδή στα αυτιά του Θωμά. Σαν ο Θεός, ώς συνένοχος στο όνειρό του, να του έστειλε ένα μήνυμα: οτι ήγγικεν η ώρα... Γεμάτος αυτοπεποίθηση, ο Θωμάς έγραψε καλύτερα κι απ’όσο ίσως κι ο ίδιος πίστευε, έδωσε πραγματικό ρεσιτάλ τις μέρες των εξετάσεων και εισήχθηκε 2ος στο Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του Μετσοβείου !!!

Ποιός τον έπιανε τον κυρ-Ανέστη! Μοίραζε πούρα απο δω κι απο κει, κανόνισε ολονύκτιο γλέντι σε κέντρο της παραλιακής για όλο το Παναγιωτέικο, άσχετα που ο γιόκας του είχε στραμμένη την προσοχή του περισσότερο στα τεκταινόμενα επι της παραλιακής -καταλαβαίνετε- απ’όσο στο ανείπωτο χαμόγελο των γονιών του. Και να τα κεράσματα σε ευρώ απο τις θείες, και να οι παχιοι φάκελοι με χαρτζηλίκι απ’το νονό και τον πατέρα του, όλα αυτά στα μάτια του Θωμά μεταμορφώνονταν σε εξατμίσεις, ζαντολάστιχα, σπορ τιμόνια και τετραπίστονες δαγκάνες φρένων, σαν όλοι να συνέδραμαν εκείνη τη στιγμή στη βελτίωση του καινούριου του «τουτού» που έλεγε ο ίδιος, ανυποψίαστος μπέμπης πριν απο 18 περίπου χρόνια...

Τις επόμενες ημέρες, ήρθε η ώρα να κρατήσει το λόγο του ο μπαμπάς Ανέστης κι αφού δε θα συνέτρεχαν έξοδα ενοικίων σε σπίτι δίπλα σε Πανεπιστήμιο στην επαρχία, θα αποτελούσαν όλα το πατρικό δώρο στο καμάρι της οικογένειας: Πήγαν μαζί στην Εθνική Τράπεζα και σήκωσαν όλα τα χρήματα του ειδικού λογαριασμού, κάπου στα 9 εκατομμύρια παλίες δραχμούλες, ότι έπρεπε για να αγοραστεί ένα αξιοπρεπές άτι για τις ανάγκες του καινούριου βασιλιά της ασφάλτου.

Ξανά κάποια μερόνυχτα μελέτη για το φίλο μας, αυτή τη φορά όμως ανάμεσα σε συγκριτικά τεστ περιοδικών για ένα τετράτροχο υγρό όνειρο.Με τη σύμφωνη γνώμη του Νίκου κατέληξε στο GOLF GTI, με τους 150 ίππους του να φαντάζουν ατελείωτοι στο ιπποφορβείο του μυαλού του τρισευτυχισμένου Θωμάκου...Η επίσκεψη στην έκθεση της Volkswagen ήταν κάτι που τον έκανε να δακρύσει ίσως για 2η φορά στη ζωή του, μετά το κλάμα του ώς βρέφος.Έστεκε εκεί, αγέρωχο, αστραφτερό, μαύρο σαν το διάβολο, με τις νικελωμένες 17ρες ζάντες του να του ζητούν να τις κάνει δικές του, την τουρμπίνα να τον αποπλανεί και το μπάκετ σαλόνι να του υπόσχεται βραδιές-κόλαση, μόνο γι αυτόν...Χωρίς πολλά-πολλά, το ταμείο του γερμανικού ομίλου έγινε πλουσιότερο κατα 25 περίπου χιλιάδες ευρώ, προσφέροντας ως αντάλλαγμα στον ήρωά μας όχι την γερμανίδα καλλονή που είχε θαυμάσει στο ραβασάκι, αλλα ένα άλλο σβέλτο δημιούργημα της αρείας φυλής για να γεμίζει τις μέρες, τις νύχτες του αλλα και τα πορτοφόλια των βενζινάδων της παραλιακής.Ήταν πλέον έτοιμος να βγεί στην πιάτσα και να σταθεί στα ίσα ή σχεδόν στα ίσα με τους λοιπούς γκαζιάρηδες της σκοτεινής πλευράς της Αθήνας...

Η πρώτη νύχτα γάμου με την «Γκόλφω» του δεν μπορούσε παρα να λάβει χώρα, όχι σε κάποιο ξαναμμένο υπνοδωμάτιο με σατέν ερεθιστικά σεντόνια, αλλά στα κακοτράχαλα οδοστρώματα της παραλιακής, της «Βούτας», της «Μαύρης», ξέρετε εσείς. Και τι λοιπόν που του είχε συστήσει ο πωλητής «προσεκτικά φίλε μου για τα πρώτα 2.000 χιλιόμετρα, μή περάσεις τις 4.000 στροφές». Δυο χιλιάδες χιλόμετρα; Δηλαδή δυο εκατομμύρια μετρα;;; α πα πα ατελείωτα είναι....Δέν καταλάβαινε από στρώσιμο κινητήρα ο Θωμάκος, τα’θελε όλα δικά του, από το πρώτο βράδι κιόλας. Στροφόμετρο στα κόκκινα, την τουρμπίνα να χτυπά υπερωρίες, τα ζαντολάστιχα να σπινάρουν ακατάσχετα και την sport εξάτμιση να ξερνάει φλόγες!

Σε μια από τις συνήθεις βόλτες του ψάχνοντας για θύματα στην περιοχή, ο τυπάς με το κίτρινο PUNTO GT δεν δυσκολεύτηκε (με βοηθό το έμπειρο μάτι του) να ξεχωρίσει ανάμεσα στα λοιπά ΙΧ τον μαύρο γυαλιστερό γερμαναρά που «ψαχνόταν»...Τον πλεύρισε λοιπόν ώς άλλο πειρατικό στην ανοιχτή θάλασσα και δε χρειάστηκαν παρα λίγα δευτερόλεπτα καρφώματος με τα μάτια. Λίγο η αγωνία της πρώτης του κόντρας, λίγο το επόμενο φανάρι που άναψε κόκκινο λες και ήθελε να είναι αυτό που θα δώσει το εναρκτήριο λάκτισμα της παρθενικής αναμέτρησης του Θωμά, όταν τα δυο πυραυλάκια στήθηκαν στη νοητή γραμμή εκκίνησης ο Θωμάς έτρεμε ολόκληρος σα να είχε πάρκινσον! Λίγα δευτερόλεπτα απέμεναν...

Έβλεπε τη Βουλιαγμένης να απλώνεται άδεια ώς τον ορίζοντα, φανταζόταν πλήθη λαού δεξιά κι αριστερά να ζητωκραυγάζουν περιμένοντας τη νίκη του, λίγα δευτερόλεπτα απέμεναν... Φανταζόταν τον πατέρα του να τον εμψυχώνει «φα’τον αγόρι μου», λίγα δευτερόλεπτα ακόμα... Ασυναίσθητα, έκανε μεγαλοπρεπώς το σταυρό του. Αφού έφερε στο νου του τις Δέκα Εντολές μια προς μια, διαπίστωσε οτι δεν υπήρχε σχετική Εντολή «ου κοντραριστείς» και παρακάλεσε εκεί ψηλά για βοήθεια στο θεάρεστο έργο του, λίγα δευτερόλεπτα απέμεναν... ΠΡΑΣΙΝΟ !!!

Κούμπωμα 1ης, το γκάζι στο πάτωμα, τρελή επιτάχυνση, κάρφωμα 2ας (ας είναι καλά ο Νίκος που του μαθε τις καρφωτές αλλαγές) και τσίτα τα γκάζια, 3η, πάμε δυνατά, το PUNTO στην ίδια ευθεία να ακολουθεί δαιμονισμένα το ρυθμό, 4η ταχύτητα αλλά ο «Ιταλός» αρχίζει να κερδίζει έδαφος «γιατι ρε γαμώτο» τα χιλιόμετρα ανεβαίνουν επικίνδυνα 170, 180, 190, γρήγορη αλλαγή σε 5η και τον φτάνει στα ίσια και στα 200 χ.α.ω, περνάνε και οι δυο βολίδες με κόκκινο «χεστήκαμε τώρα για τον ΚΟΚ, πάμε ρε Golf», τα πρώτα ίχνη ιδρώτα στο μέτωπο του Θωμά, 210, 220, το κοντέρ σα να αρνείται να ανεβάσει παραπάνω, 225, 230... Αν τον έβλεπε ο κυρ-Ανέστης είχε εξασφαλισμένο ένα γερό χέρι ξύλο!! Πάμε, πάμε, πάμε γερα...αμείληκτοι και οι δυο κοντράκηδες στους κινητήρες τους τα δίνουν όλα για όλα... ΣΚΥΛΟΣ!!!!

Που να ξερε το κακόμοιρο τετράποδο τι θα προκαλούσε διασχίζοντας τη λεωφόρο... Βουτιά στα φρένα ο Θωμάς, που να φρενάρει απο τα διακοσια τοσα, το αυτοκίνητο αρχίζει να χάνει τον έλεγχο, με την άκρη του ματιού βλέπει το PUNTO να απομακρύνεται σα να μη πηρε χαμπάρι τι έγινε, «κωλόσκυλο», σκέφτεται... Πάει, πάει ο έλεγχος, το αυτοκίνητο φέρνει τετ-α-κε με 120, μια-δυο-τρείς-τέσσερεις-πέντε σβούρες, η κολώνα στο διάζωμα πλησιάζει...Κι άλλη σβούρα, ΜΠΑΜ!!!!...........Ησυχία...........

Αν τον έβλεπε ο κυρ-Ανέστης είχε σίγουρα εξασφαλισμένο ένα γερό χέρι ξύλο...Αν τον έβλεπε...Κοφτές ανάσες, πονά το πόδι του, δεν μπορεί να κουνηθεί, βλέπει τον κόσμο σαν απο καλειδοσκόπιο μέσα απο το θρυμματισμένο παρμπριζ...Δεν μπορεί να μιλήσει καν, νιώθει να καταπίνει το αίμα του...Όλα γίνονται θολά, πολύ θολά...Πώς έγιναν όλα ούτε που το κατάλαβε. Πρέπει να χει παραισθήσεις τώρα, σίγουρα έχει παραισθήσεις! Πού στο διάολο να βρέθηκε μπροστά του η μακαρίτισσα η γιαγιά του; Είναι σίγουρος οτι τον αγγίζει με το ζαρωμένο χέρι της, κλαίει, αρχίζει να κλαίει...

Σαν κεραμίδα του ρθε του κυρ-Ανέστη η κλήση απο τα επείγοντα του Ασκληπειού της Βούλας, ούτε άλλαξε, με τις πυζάμες πήγε σφαίρα στο νοσοκομείο σε λίγα μόλις λεπτά...Ούτε κόκκινα φανάρια, ούτε μονόδρομους, ούτε ΣΤΟΠ λογάριασε, το παιδί του ήταν πολυ σοβαρά...Τον είδαν στο φορείο στο θάλαμο και ξαναλιποθύμησε η κυρα Σοφία...Χαραγμένο στο κούτελο απο την σύγκρουση με το τιμόνι το VW, ούτε ο αερόσακος δεν άνοιξε, άγνωστο γιατι...Χαροπαλεύει ο Θωμάς, ίσως και να τον κοιτά ακόμα λυπημένη η γιαγιά του... «VW» στο κούτελό του χαραγμένο, «Very Wrong» σκέφτηκε μεταξύ τρέλας και λογικής ο κυρ-Ανέστης με τα λίγα αγγλικά του, μεγάλο λάθος που του εμπιστεύθηκε ένα γρήγορο αυτοκίνητο, τι στο διάολο είχε δώσει τη πουτάνα την υπόσχεση, τι στο διάολο;

Πέρασαν 2 χρόνια απο τότε...Κάθε μέρα επισκέπτονταν ανελλιπώς το μνήμα του Θωμά και του άφηναν είτε λουλούδια, είτε θυμιατά, είτε δάκρυα, ότι τους έβγαινε και δε τους έβγαινε... Περάσαν κιόλας 2 χρόνια... Η Καιτούλα ήταν από τους πρώτους που λιποθύμησαν στη κηδεία, χωρίς να ξέρει οτι ίσως να ήταν η πρώτη αιτία για την απαρχή της «τρέλας» του αδικοχαμένου Θωμά... Ίσως και να τον παντρευόταν, ποιος ήξερε... Ίσως να της έκανε την πρόταση...Καημένε Θωμά...Οι γονείς σου ακόμα σε αγαπούν όμως, άν σε έβλεπε ο πατέρας σου τώρα όχι μόνο ξύλο δε θα σου έδινε, αλλα θα σε αγκάλιαζε συγχωρόντας σου τα πάντα...

Ο ΝΕΟΣ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙ
Ο ΑΝΩΡΙΜΟΣ ΩΡΙΜΑΖΕΙ
Ο ΑΔΑΗΣ ΜΟΡΦΩΝΕΤΑΙ ΚΑΙ
Ο ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΣ ΞΕΜΕΘΑ.
ΟΜΩΣ Ο ΒΛΑΞ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ...

14/05/2004, 09:39:47
ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ


«Η κωλοφαρδία της Πανσούλας»

ΠΡΑΞΗ Α’

Σκηνή 1η ( Η Pancie ολοφύρεται εν μέσω του χορού των ερμαφροδίτων)

- PANCIE: Ωιμέ, ωιμέ μ’αφήσανε την έκθετη κορούλα, σε σκαλοπάτια
φτωχικά σα να’μουνα μια τσούλα.
Μόνο το διάδημα αυτό έχω εγώ η καημένη,
Θυμάμαι αχνά τη μάνα μου τη διαολοσταλένη.

- ΧΟΡΟΣ: Ναι, ναι Πανσούλα μας γλυκειά και τρισχαριτωμένη
Που’χεις τα κάλη τ'oυρανού είσαι και παινεμένη.

- PANCIE: Αλί η άθλια εγώ που μού’μελλε να ζήσω?
Μέσα σε τρώγλες και βρωμιά τα νιάτα μου ν’αφήσω…

Σκηνή 2η (Βρισκόμαστε σε τρώγλη στη Δραπετσώνα. Η Πάνσυ κάνει
μπουγάδα σε σκάφη γαλβανιζέ)

- PANCIE: Τηράτε με αγαπητοί εγώ που’μαι πλασμένη
για τα σαλόνια τ’ακριβά στη σκάφη είμαι σκυμμένη.
Εμένα που μ’αξίζουνε όλης της γης τα πλούτη,
τρώω κορδόνια παουτσιών και πλαστικού κομμάτι
κι αντί για λαίδη ξακουστή στα πούπουλα να μ’έχουν,
πλένω βρακιά, πουκαμισιές που τελειωμό δεν έχουν.
Αντίς με αυτοκίνητα σεργιάνι να με βγάζουν,
Πάνω σε κάρο σαν τα’ αρνιά εμένα τσουβαλιάζουν.

- ΧΟΡΟΣ: Δίκιο έχεις Πάνσυ μας εσύ, κακά’ναι τα μαντάτα
μα κάνε λίγο υπομονή, θα πάρουμε την ΑΤΑ…

- PANCIE: (ουρλιάζοντας υψηλοφώνως)
Ποια ΑΤΑ βρε χτυκιάριδες και κωλοπετσωμένοι,
Αυτή την ΑΤΑ να εδώ την έχω εγώ γραμμένη.
Εγώ’μαι από τρανή γενιά κι από μεγάλο τζάκι,
Αυτά και άλλα έγραφε εκείνο το χαρτάκι.

- ΧΟΡΟΣ: Για ποιο χαρτάκι μας μιλείς καλέ χαριτωμένη?
Μήπως η πείνα η πολλή στην έχει «βιδωμένη»?

- PANCIE: Ακούτε με καλά φτηνοί και πεινασμένοι άνδρες,
που τα ματάκια τα’χετε μονάχα για τους άνδρες

ΠΡΑΞΗ Β’ (Μονόλογος της Pancie: Εξιστόριση του πολυτάραχου βίου της)

- PANCIE: Τώρα προσέχτε με καλά σε όσα θα σας είπω,
γιατί’ναι πράγματα βαριά και όχι για τον τύπο.
Πλοίαρχος ο πατέρας μου κι η μάνα μου δασκάλα,
Έχουνε χρήματα πολλά και σπίτια δυό μεγάλα.
Εμένα δε με θέλανε μια κ’ήμουνα κορίτσι ,
Γιατί καλά σκεφτήκανε:“Kαι ποιος θα την προικίσει?”
Tσιγγούνηδες αμφότεροι ήταν κι οι δυό μεγάλοι,
Εμένα παρατήσανε κοντά σ’ένα μπακάλη.
Φτωχομπακάλης ήτανε και όχι σούπερ-μάρκετ,
Μόν’ καραγκιόζη έβλεπα – σπανίως δε τα «μάπετ».
Ψωμί κι έλιές κατέβαζα όλες με βουλιμία
Και κρέας έτρωγα συχνά…Φλεβάρη τριανταμία.
Στο ξύλο με τρελλαίνανε σα να’μουνα κουμπούρα,
Κι απ’την σφαλιάρα την πολλή απόκτησα καμπούρα.
Σχολείο δε με στείλανε τα γράμματα να μάθω,
Μόνο μπουγάδα και φαϊ μου’μαθαν να ετοιμάζω.
Τα ρούχα μου είναι λερά κι ο κώλος μπαλωμένος
Κι όλοι στο δρόμο μου πετούν: “Kαλός ο σχωρεμένος”.
Aλί η άθλια εγώ σε τι πια να ελπίσω?
Δε βρίσκω γκόμενο καλό για να τονε...φιλήσω.
Εχω όμως την ελπίδα, ναι βαθιά μου ριζωμένη
Πως κάποια μέρα λαμπερή εμένα περιμένει.
Αυτά είναι τα βάσανα οπούχει η ψυχή μου
Κι αν σας τα ζάλισα πολύ εμένα στο μ---ί μου.

(Εδώ η Pancie αποχωρεί χειροκροτούμενη από τη σκηνή. Κάποιος αναιδής πετάει το παπούτσι του μα ανακαλείται παραυτα στην τάξη -τώρα βρίσκεται στο ΚΑΤ 3ος όροφος δωμάτιο 313-.Μπαίνει ο χορός)

- ΧΟΡΟΣ: Είμαστε εμείς οι πούστηδες, οι φλώροι κι οι καριόλοι,
κι όσοι κακά για μας μιλούν μαλάκες είναι όλοι.
Τώρα που ακούσαμε τους πόνους της Πανσούλας,
Όλοι μας αισθανόμαστε στοιχεία αναγούλας.
Για τν κακή τη μάνα της και το σκληρό πατέρα,
Στους δρόμους αυτή ευρέθηκε σα να’τανε εταίρα.

- ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ Α’ : Μα για τηράτε βρε παιδιά τι είναι κει στο βάθος?
Σα να΄ναι αμάξι φαίνεται ή μήπως κάνω λάθος?

- ΧΟΡΟΣ: Ω ναι! Αμάξι είναι σίγουρα και έρχεται ταχέως,
μα τι στο διάολο θέλει εδώ ή έρχεται τυχαίως?
Αλλά κοιτάτε…σταματά. Λες να’πεσε σε βλάβη?
Ή συμβουλή ο οδηγός θέλει από μας να λάβει?
Το δρόμο του θα έχασε βεβαίως ο καημένος
Και να γυρίσει σπίτι του θα θέλει εσπευσμένως.

(Στο σημείο αυτό βγαίνει ο ξένος από τα’αυτοκίνητο, κοιτάζει γύρω του σαστισμένος και μονολογεί: )

- ΞΕΝΟΣ: Μα που στο διάολο βρίσκομαι ο τρισκαταραμένος,
για την Εκάλη κίνησα και να’μαι εδώ χαμένος.
Εγώ’μαι πλουσιόπαιδο και μοσχοαναθρεμμένος
Σε φτωχομέρη σαν κι αυτό τι θέλω ο καημένος?
Μα, να κάτι χτικιάριδες και φτωχοπουσταράδες
Ας τους ρωτήσω να μου πουν το δρόμο οι φουκαράδες.

(Τώρα ο ξένος που φοράει άσπρο χιονάτο GUCCI κοστούμι (πλυμμένο σίγουρο με Αζαξ που κάνει όλα τα ρύχα κάτασπρα ακόμα και τα χρωματιστά) μαύρο παπούτσι με λευκή κάλτσα και γκρενά γραβάτα, βαδίζει προς το μέρος του χορού. Σκοντάφτει, τρώει τα μούτρα του, κάνει το κοστούμι του κ—ο. Παρόλ’αυτά σηκώνεται βλαστημώντας ευγενικά, διατηρεί το style του και απευθύνεται στο Β’ Κορυφαίο).

- ΞΕΝΟΣ: Ρε τσόγλανε, ιθαγενή, για έλα εδώ αμέσως,
να σε ρωτήσω κάτι εγώ και δε θα βγεις χαμένος.
Που βρίσκομαι πες μου ευθύς για θα σε σφαλιαρίσω
Μα αν απαντήσεις γρήγορα θα σε φιλοδωρήσω.

- ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ Β’ : Ω ξένε μας ευγενικά και Θεϊκά πλασμένε
στη Δραπετσώνα βρίσκεσαι που ζεις ω τιμημένε?
Μα είναι τα ρούχα σου λερά και βόρβορο γεμάτα,
Καθάρισέ τα κι ύστερα σου λέω εγώ τη στράτα.
Την Pancie μας έχουμ’εδώ μια πλύστρα φημισμένη
Τα ρούχα σου ολοκάθαρα θα κάνει η καημένη.

- ΞΕΝΟΣ: Καλά μιλάς βρε πούστη μου κι ας σ’είχα για μαλάκα
φέρε την Πάνσυ σας εδώ να πλύνει τάκα-τάκα.

(Κάποιος τσόγλανος, παρντόν, κάποιος από το χορό φεύγει τρέχοντας να φωνάξει την Pancie. Μετά από λίγο έρχεται φέρνοντας μαζί του μια σκάφη που κουβαλούσε μια Pancie, συγνώμη, την Pancie που κουβαλούσε μια σκάφη).

- ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ Β’ : Ορίστε την αφέντη μας και καλοαναθρεμμένε
μον’βγάλε ευθύς τα ρούχα σου εσύ ω προικισμένε...

- ΞΕΝΟΣ: (Θαμπωμένος από την ομορφιά της Pancie):
Τι γκομενάρα είναι’αυτή, θεέ μου τι κομμάτι,
Σιγά σιγά να τηνε’δω να μη μου βγει το μάτι.
Τι πρόσωπο και τι κορμί, τι μπούτια είναι τούτα,
Και το βυζάκι της στητό σα να’τανε μια τούρτα.

-ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ Α΄ ΠΡΟΣ ΚΟΡΥΦΑΙΟ Β΄: Αμάν τρελλός είναι αυτός,
στα σίγουρα σου λέω...και την Πανσούλα βλέπει καλλονή...άφησε τονε κλαίω.

-ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΥΦΑΙΟ Α΄: Τυφλός είν’οπωσδήποτε ο ξένος μας
ω φίλοι, το φως του εστερήθηκε ωιμέ τον κακομοίρη...

- PANCIE: Βουλώστε το γκαντέμηδες, βλαμμένοι μπετατζήδες,
μη δείτε σ’άνθρωπο καλό, εσείς βρε νταβατζήδες.

- ΞΕΝΟΣ: Εφτά αγγέλων τη φωνή έχει μεσ’το λαρύγγι,
σα μουσική ακούγεται, φτυστή του Καζαντίδη.

- PANCIE: Ω ξένε μας αγγελικέ και θεϊκά πλασμένε,
για ριξ’τα’ονοματάκι σου να δούμε πως σε λένε.

- ΞΕΝΟΣ: Αρχίδαμο με βάπτισε παπάς με πετραχήλι,
μα αρχ—ι με φωνάζουμε οι συγγενείς κι οι φίλοι.

- PANCIE: Αρ- - -ης…όνομα γλυκό και ονειρεμένο έχεις,
μον’ τώρα πες μας και αυτό, στ’αλήθεια που δουλεύεις?

- ARCHIDIS: Δουλειά εγώ δεν κάνω μια, δεν είμαι και μαλάκας
του γέρου μου τα ροκανώ και είμαι πολύ μάγκας.

- PANCIE: Τα’χει πολλά ο γέρος σου ως φαίνεται ψυχούλα,
μοναχοπαίδι είσ’εσύ ή έχεις κι αδελφούλα?

- ARCHIDIS: Μοναχοπαίδι μ’έχουνε και καλομαθημένο
σα βασιλιά εμένανε μ’έχουν αναθρεμμένο.
Μα τούτα είναι περιττά και θα σου πω ένα πράγμα
Πολύ μ’αρέσεις βρε παιδί μου εσύ΄σαι άλλο πράμα.

- PANCIE: Και συ καλός μου φαίνεσαι κι ας είσαι λερωμένος,
είσαι καλός, είσαι ψηλός, είσαι και ματσωμένος.

- ARCHIDIS: Μια κι είναι έτσι θέλω εγώ σπίτι να σ’οδηγήσω,
στους φίλους μου και στους γονείς εσένα να γνωρίσω

- PANCIE: Αυτός είσαι Αρχ—ι μου , είσαι πολύ τζιμάνι,
ένα λεπτό περίμενε ν’αλλάξω το φουστάνι.

(Στο σημείο αυτό η Pancie φεύγει τρέχοντας προς την τρώγλη που κατοικούσε. Οι κορυφαίοι προσπαθούν να σαμποτάρουν το ειδύλλιο (τι περιμένει κανείς από πού-- - - -ς...)

- Α΄ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ¨ Ω θεϊκιέ Αρ—δι μας, αγγελικά πλασμένε,
έχει τα χάλια της αυτή δε βλέπεις βρε χαμένε?
Ένα βρακί στον κ—ο της δεν έχει για να βάλει,
κι απ’ομορφιά μόνο μαϊμού μπορεί να παραβάλλει.
Χάθηκαν ρε οι που----ες οι καλωκαμωμένοι,
και συ εδιάλεξες αυτή που είναι και βλαμμένη?

- Β΄ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ: καλά στα λέει μάτια μου κι ας είναι θυμωμένος
γιατί από έρωτα πολύ μου μοιάζεις θαμπωμένος.
Μόν’έλα, διάλεξ’από μας να πάρεις όποιον θέλεις,
ο Νίκανδρος, ο Ανδροκλής και ο καλός μας Τέλης.

- ARCHIDIS: Αδικα κοπιάζετε βρε σκυναναθρεμμένοι,
κι εγώ μου την απόφαση την έχω πια παρμένη.
στην Pancie εσείς όλοι μπροστά δε πιάνετε ούτε μία
βουλώστε το γιατ’ ειδαλλιώς σας δέρνω με μανία.

(Στο μεταξύ πλακώνει και η Pancie. Φοράει λαχανί φόρεμα vercace αγορασμένο από γνωστό stock house του Περιστερίουμε μώβ σοσόνια, μια μπότα και ένα πέδιλο. Στο λαιμό της που είναι σαν καρατομημένου κύκνου αστράπτει το μενταγιόν που έιχε αγοράσει το 1932 σε λαϊκό πανηγύρι της Παναγιάς της χιλιοποδαρούσας. Μα εκείνο που αποσπά την προσοχή είναι το υπέροχο διάδημα που κοσμεί το φρεσκολουσμένο (από το 1998) κεφαλάκι (αρνιού) της. Ηταν που ήταν παλαβός ο Archidis αποτρελλάθηκε)

- ARCHIDIS: Ω Αθηνά κι Απόλλωνα, Ηρα μου κι Αφροδίτη,
τι κοριτσάρα είναι αυτή που έρχεται από το σπίτι?
Ελα κοπέλλα γρήγορα στ’αμάξι μου να μπούμε,
Σε κανα μέρος σκοτεινό οι δυό μας να τη βρούμε.

- PANCIE: Όχι Αρχ—ι μου γλυκέ μη με κακοκαρδίσεις,
μόνο ευθύς στο σπίτι σου θέλω να μ’οδηγήσεις.
Την μάνα, τον πατέρα σου θέλω να μου γνωρίσεις,
οταν θα γίνει δε αυτό εσύ θα με γ- - -- ς.

- ARCHIDIS: Μα ναι Πανσούλα μου γλυκειά όπως εσύ ορίσεις,
Έλα στ’αμάξι γρήγορα μη μας καθυστερήσεις.

Στο σημείο αυτό η Pancie μπαίνει στ’αυτοκίνητο το οποίο ξεκινάει με τη 16η προσπάθεια μια και η μπαταρία ήταν στα τελευταία της. Τώρα εφόσον θα θέλαμε να ακολουθήσουμε τη σωστή δομή της αρχαίας τραγωδίας θα’πρεπε τα υπόλοιπα που θα διαδραματιστούν να τα πληροφορηθούμε από κάποιον εξάγγελο ο οποίος θ’απευθυνθεί στο χορό. Παρόλ’αυτά μια και εισάγουμε διάφορες καινοτομίες (ως νεοέλληνες) στη στρουχτούρα του έργου (κουλτουρέ έκφραση έ?) ο συγγραφέας κι εγώ (εγώ δηλαδή) αποφασίσαμε ν’αλλάξουμε σκηνικό και να μεταφερθούμε στο σπίτι του Αρ---ι, οποίος πάει να παρουσιάσει την Pancie στους γονείς του, ακολουθώντας έτσι πιστά τον ορισμό του Αριστοτέλη για την τραγωδία…”περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσην” (επιτέλους!)

ΠΡΑΞΗ Γ΄(ΑΜΑ) και ευτυχώς τελευταία

(Βρισκόμαστε σε έπαυλη της Εκάλης η οποία διαθέτει 67 στρέμματα κήπο, 2 πίσίνες, 1 ελικοδρόμιο, 3 σταύλους, 10 jacuzzi, 1 ποδηλατοδρόμιο, και 13 τζάκια)

-PANCIE: Aρ---ι μου το σπίτι σου πολύ μικρό φαντάζει
θαρρώ λοιπόν πως για εμέ ετούτο δεν ταιρίαζει.
Μα, ας είναι κι εγώ για σε θα κάνω τη θυσία,
Μέσα στην τρώγλη σου αυτή θα έμπω σαν κυρία...


ΠΡΟΣΟΧΗ! Oποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική...

Επίσης γίνεται μνεία ότι αυτό δεν είναι το στυλ έκφρασης της συγγραφέος αλλά αποτελεί εργαλείο στο έργο της... Για την ακρίβεια δεν παρακολουθώ ποτέ επιθεώρηση αλλά πάντα πρόζα και τραγωδίες αλλά ορμώμενη από κάποια θέματα του φόρουμ σχετικά με τη σχέση ελλήνων και νεοελλήνων έγραψα αυτό.

Τέλος θα ήθελα να ζητήσω εκ των προτέρων συγνώμη από άπαντες τους ομοφυλόφιλους, Εθνικούς του φόρουμ και όσους άλλους νοιώθουν ότι θίγονται από αυτό αλλά τι να κάνουμε...αυτά έχει η τέχνη!

Kαλή σας μέρα!


"Τάδε έφη Avallon"