Εμπεδοκλης
Νέο ΜέλοςΣυμμετοχή σε θέματα
Πρόσφατα μηνύματα
quote:
Γιατί άραγε? Γιατί δέν μας εξηγείς τις "θεόπνευστες" θέσεις του Φαρισαίου ιδρυτή? Γιατί δέν μας εξηγείς πώς είναι να είσαι "σκεύος"Και, για να μην παρεξηγηθείς τζάμπα, να εξηγήσουμε ότι ο Απόστολος Πέτρος (Πέτρου Α',3/7) λέει σχετικά " Οί άνδρες ομοίως, να συζήτε με τας γυναίκας σας, με σύνεσιν, απονέμοντες τιμήν είς αυτάς ως είς ασθενέστερον φύλον.."
ΜΕ ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΑ: αυτά διαβάζει κανείς στην ωραιοποιημένη νεοελληνική απόδοση του κειμένου απο την γνώστή βιβλική εταιρία.
Εάν όμως ανοίξουμε ΤΟ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ κείμενο, τότε διαβάζουμε ΤΗΝ ΑΡΧΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΩΝ Ο' η οποία λέει το εκπληκτικό: "ώς ασθενεστέρω σκεύει"!!!!!
ΣΚΕΥΟΣ λοιπόν κατα τον Πέτρο η γυναίκα! Νομίζω τα όποια σχόλια ΠΕΡΙΤΤΕΥΟΥΝΕ!
Σου έθεσα όμως ορισμένες ερωτήσεις, και μάλιστα σάν σκ.... ε, συγνώμη, γυναίκα που είσαι, και νομίζω ότι ο κάθε ένας που ασπάζεται την Α ή την Β ιδεολογία οφείλει και να την υπερασπίζεται. Εσύ όμως, όπως και αλλού, απλά πετάς κάτι άσχετο και απλά....τα μασάς!
Τελικά πίστευα ότι θα έδειχνες και λίγο θάρρος. Ειδικά όταν πρόκειται για λόγια και θέσεις των "Αγίων Πατεράδων" και άλλων επιφανών εκπροσώπων.
Ας είναι. Ο κόσμος που διαβάζει αντιλαμβάνεται....
Schwabe μαλλον δεν εχεις μελετησει καλα την Αγια Γραφη.Κανεις προπαγανδα.Σου συνιστω αγαπητε μου να διαβασεις καλυτερα τα Ευαγγελια.Προσβαλλεις με αυτα που λες την πιστη μας.Ξεχνας οτι το 90% των Ελληνων ειναι Χριστιανοι.********
Το μήνυμα τροποποιήθηκε γιατί περιείχε προσβλητικούς χαρακτηρισμούς. Στο επόμενο παρόμοιο μήνυμα από το νέο μέλος "Εμπεδοκλής" θα υπάρξει "κλείδωμά" του. Η ανοχή έχει τα όρια της
Μια απόπειρα να δοθεί απάντηση σε αυτήν την απορία είναι όλα όσα διαλαμβάνονται στη συνέχεια. Η θέση την οποία προτείνουμε προς σκέψη και συζήτηση για μιαν ορθόδοξη θεολογική θεώρηση της φιλανθρωπίας έχει ως εξής. Η φιλανθρωπία του χριστιανισμού είναι συνέχεια και συνέπεια της θεανθρωπίας της εκκλησίας. Το γεγονός Χριστός θεμελιώνει την εκκλησία και συνιστά τον χριστιανισμό. Ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος: “ο λόγος σαρξ εγένετο”. Πρόκειται για την πρώτη και τελευταία, την μοναδική “εφάπαξ” περίπτωση ενότητας θείου και ανθρωπίνου. Ο Θεάνθρωπος Χριστός είναι η ενότητα της θεότητας και της ανθρωπότητας, το μόνον καινόν υπό τον ήλιον, το καινότατον πάντων μυστήριον” κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό.
Θεανθρωπία σημαίνει χριστοκεντρικότητα, δηλαδή την πλήρη, τέλεια ακατάλυτη, ακατάληπτη, μοναδική και ανεπανάληπτη ένωση των διεστώτων οντοτήτων, που είναι η θεότητα και η ανθρωπότητα. Όπως ακριβώς ο Θεός γίνεται άνθρωπος και κοινωνεί το θείο με το ανθρώπινο διαμέσου του Θεανθρώπου Χριστού, κατά τρόπο ανάλογο ο χριστιανός άνθρωπός κοινωνεί του πάθους κάθε συνανθρώπου του έτσι ώστε η εκκλησιαστική φιλανθρωπία να αποτελεί έμπρακτη εφαρμογή και συγκεκριμένη ενσάρκωση της θεανθρωπίας. Ο Χριστός είναι κατά την ορθόδοξη υμνολογία “ο υπέρ ημών παθών και συμπαθών”, γι’ αυτό ο χριστιανός μιμείται το πάθος και την συμπάθεια του Φιλανθρώπου Θεανθρώπου.
Απομένει να διευκρινισθεί θεολογικά η ορθόδοξη θεώρηση της φιλανθρωπίας. Προς τούτο είναι απαραίτητο να προβούμε σε μιαν ευσύνοπτη συγκριτική διερεύνηση της θεανθρωπίας στις άλλες θρησκείες, ή μάλλον της απουσίας θεανθρωπίας εκτός χριστιανισμού. Έτσι στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε μια κριτική επισκόπηση της εκκλησίας έναντι του θρησκευτικού και του κοσμικού φιλανθρωπισμού ώστε να ολοκληρώσουμε την διερεύνησή μας.
Η σχέση του ανθρώπου με το θείο ονομάζεται θρησκεία (λατ. Religio). H λατινική λέξη που χρησιμοποιείται σε όλες τις δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες για να δηλωθεί το θρησκευτικό φαινόμενο “religio” σημαίνει “δεσμός”, “ενότητα”, “σύνδεση”, “ένωση” και ετυμολογείται από τα ρήματα relegere και religare σύμφωνα με τον Κικέρωνα (Nat. deor. 2,28) και τον Αυγουστίνο (Retract. 1.23). Ακόμα και ο ελληνικός όρος “θρησκεία” που ετυμολογείται μάλλον από το ρήμα “θρώσκω” (“αναβαίνω”) δηλώνει ανάταση, αναφορά, ανάβαση από κάτω προς τα άνω, αναφορικότητα , τάση συσχέτισης ανομοίων όντων.
Σε κάθε περίπτωση η θρησκεία είναι η σχέση θείου – ανθρωπίνου, υπερφυσικού- φυσικού, υπερεμπειρικού- εμπειρικού, υπερβατικού- ενδοκοσμικού, πνευματικού- υλικού, ψυχικού- φυσικού, ατομικού – κοινωνικού, ανθρωπίνου – κοσμικού κ.λ.π. Η θρησκεία ενώνει τον άνθρωπο με το Θεό, ενοποιεί θείο- ανθρώπινο- κοσμικό, ενίζει τα όντα και με αυτόν τον τρόπο αποβαίνει συνώνυμο της ενότητας, ταυτόσημη με την ενοποίηση και έμβλημα της ένωσης.
Η θρησκεία ενώνει τον άνθρωπο με το θείο κυρίως, και μόνον κατά περίπτωση με τον Θεό, τον έναν και μοναδικό του μονοθεϊσμού. Στα πολυθεϊστικά θρησκεύματα ισχύει το απρόσωπο ουδέτερο θείο με τις πολυπρόσωπες εκφάνσεις του (θεοί, θεές, θεότητες, πάνθεον). Πρόκειται για το υπερεμπειρικό, υπερφυσικό, υπέρλογο και υπερβατικό στοιχείο της πραγματικότητας, το άλλως Άλλο (das ganz Andere), που εκλαμβάνεται ως απρόσωπο, ουδέτερο ον σε πληθυντικό αριθμό (πολυθεϊσμός) ή ως προσωπικό, αρσενικό ον σε ενικό αριθμό (μονοθεϊσμός). Παρόλο που κάθε θρήσκευμα ποικίλλει στην εκδοχή του θείου, ωστόσο αποκλείεται η ύπαρξη θρησκείας χωρίς την θεμελιώδη παραδοχή του θείου. Ο θεϊσμός είναι καταστατική έννοια της θρησκείας.
Για την ύπαρξη θρησκείας απαιτούνται οπωσδήποτε δυο τουλάχιστον όροι: το θείο και το ανθρώπινο. Όπως δεν υφίσταται θρησκεία χωρίς θείο, έτσι δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει χωρίς τον άνθρωπο, ο οποίος αναγνωρίζει το θείο, πιστεύει σε αυτό και επιδίδεται στη λατρεία του. Ο άνθρωπος κάνει τη θρησκεία, αλλά και η θρησκεία με την σειρά της κάνει τον άνθρωπο. Η σχέση θρησκείας και ανθρώπου είναι αμφίδρομη και αμφίπλευρη, χωρίς ποτέ να καταντά μονόπλευρη και μονοσήμαντη. Σε κάθε περίπτωση πάντως η θρησκεία είναι η συνισταμένη που ορίζεται από δυο συνιστώσες, το θείο και το ανθρώπινο στοιχείο.
Δυο μορφές θρησκείας είναι ο πολυθεϊσμός και ο μονοθεϊσμός. Όταν το θείο εκλαμβάνεται με τρόπο πληθυντικό (θεοί, θεές, πάνθεον), τότε συγκροτείται η πολυθεϊστική θρησκεία. Όταν το θείο πιστεύεται σε ενικό αριθμό και ονομάζεται ο Θεός, ο Ένας και Μοναδικός, τότε γίνεται λόγος για την μονοθεϊστική θρησκεία. Ο πολυθεϊσμός περιλαμβάνει τα πρωτογονικά “φυσικά” θρησκεύματα, το ελληνορωμαϊκό πάνθεο, τις ασιατικές θρησκείες (ινδουισμός, βουδισμός, τζαϊνισμός, κομφουκιανισμός, ταοϊσμός, ζεν, σίντο κ.λ.π.) που καλύπτουν ολόκληρη την οικουμένη υφήλιο γη.
Ο μονοθεϊσμός είναι πολύ περιορισμένος χωροχρονικά και πληθυσμιακά, αφού περιλαμβάνει τρεις ιστορικές θρησκείες, τον ιουδαϊσμό, τον χριστιανισμό και το Ισλάμ. Κοιτίδα του μονοθεϊσμού είναι η Μέση Ανατολή που εκτείνεται από τη Μεσόγειο μέχρι τη Μεσοποταμία και αρδεύεται από δύο ποτάμιες αρτηρίες, τον Νείλο και τον Ιορδάνη, διακόπτοντας έτσι την έρημο που αναπτύσσεται μεταξύ τους. Παρά τους πολυποίκιλους περιορισμούς του ο μονοθεϊσμός γνωρίζει απρόσμενη διάδοση και απροσδόκητη ακμή μέσα στην ιστορία της ανθρωπότητας, εξαιτίας της κεντρικής ιδέας του που είναι η πίστη στην ιστορία.
ΙΙ. Χριστιανοί θεολόγοι αλλά και θρησκειολόγοι ολκής, όπως ο Μιρτσέα Ελιάντε εκπροσωπούν την άποψη ότι ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία, αλλά εκκλησία, που έχει στοιχεία θρησκευτικότητας, χωρίς όμως ποτέ να ταυτίζεται ολοκληρωτικά και δίχως να εξαντλείται αποκλειστικά στο θρησκευτικό φαινόμενο. Η οριοθετική γραμμή μεταξύ εκκλησίας και θρησκείας εντοπίζεται στον θεανθρωπισμό, δηλαδή στην ύπαρξη του Ιησού Χριστού, τέλειου Θεού και τέλειου ανθρώπου, κατά την ορθόδοξη χριστιανική πίστη, που είναι Θεάνθρωπος, Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός.
Ενώ όλες οι θρησκείες είναι θεϊστικές και θεοκεντρικές, δηλαδή βασίζονται στην ύπαρξη του θείου, ο χριστιανισμός είναι θεανθρώπινος, αφού θεμελιώνεται στον Χριστό, δηλαδή στον Θεάνθρωπο κι όχι απλώς στον Θεό ούτε βεβαίως μόνο στον άνθρωπο. Η ταυτότητα της χριστιανικής εκκλησίας είναι ο θεανθρωπισμός κι όχι ο θεϊσμός ούτε βέβαια ο ανθρωπισμός. Αν η θρησκεία ταυτίζεται με τον θεϊσμό και ο κόσμος εξισώνεται με τον ανθρωπισμό, τότε η εκκλησία εντοπίζεται στον θεανθρωπισμό κι έτσι αποτελεί τον τρίτο τρόπο συσχέτισης του ανθρώπου με το θείο: θρησκεία- θεϊσμός, κόσμος – ανθρωπισμός, εκκλησία – θεανθρωπισμός.
Η θρησκεία είναι θεοκεντρική, ο κόσμος είναι ανθρωποκεντρικός και η εκκλησία είναι χριστοκεντρική. Άλλωστε χριστιανισμός είναι η “θρησκεία” του Χριστού, δηλαδή η εκκλησία του θεανθρωπισμού που διακρίνεται καισαρικά από τον θεϊσμό κάθε θρησκείας και τον ανθρωπισμό του κόσμου.
Η σχέση εκκλησίας – θρησκείας οριοθετείται με πολλούς τρόπους. Ο Α. Σμέμαν σημείωνε : “Χριστιανισμός ωστόσο σημαίνει στο βάθος το τέλος κάθε θρησκείας . . . Πραγματικά σε κανένα μέρος της Καινής Διαθήκης δεν παρουσιάζεται ο Χριστιανισμός ως λατρεία ή ως θρησκεία. Η θρησκεία χρειάζεται εκεί όπου υπάρχει ένα τείχος διαχωριστικό ανάμεσα στο Θεό και στον άνθρωπο. Μα ο Χριστός που είναι και Θεός και άνθρωπος γκρέμισε το τείχος ανάμεσα στον άνθρωπο και στο Θεό. Ο Χριστός εγκαινίασε μια νέα ζωή και όχι μια νέα θρησκεία” (1970,28-29).
Ο ρουμανικής καταγωγής πανεπιστημιακός καθηγητής θρησκειολογίας στην Σορβόννη και στο Σικάγο Μιρτσέα Ελιάντε τόνιζε: “ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία . . .ο χριστιανός δεν ζει πια εντός του κόσμου αλλά εντός της ιστορίας” (1965,11). Σε εξαιρετικά εμπεριστατωμένες αναλύσεις του ο Ελιάντε που δικαίως θεωρείται ότι είναι ο παγκοσμίως μεγαλύτερος θρησκειολόγος στο δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα διευκρίνιζε τις απόψεις του με τον ακόλουθο τρόπο: “Ο χριστιανισμός προχωρεί ακόμα περισσότερο στην αξιολόγηση του ιστορικού χρόνου. Αφού ο Θεός ενσαρκώνεται, αναλαμβάνει μιαν ανθρώπινη ύπαρξη ιστορικά προσδιορισμένη, η ιστορία αποκτά την δυνατότητα του εξαγιασμού . . . Η ιστορία αποκαλύπτεται ως μια νέα διάσταση της παρουσίας του Θεού εντός του κόσμου” (1965,96-97).
Χριστιανισμός είναι η κοινότητα όλων όσων πιστεύουν ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος (Ματθ. 16,16). Για πρώτη φορά στην Αντιόχεια επονομάσθηκαν “χριστιανοί” (Πραξ. 11, 26) οι πιστοί στον Ιησού Χριστό. Αργότερα πολιτογραφήθηκε η προσωνυμία “χριστιανισμός” ως συλλογική ονομασία της κοινότητας των πιστών του Χριστού ως συνώνυμο του προσφυέστερου όρου “εκκλησία” που συναντάται περίπου 80 φορές στην Καινή Διαθήκη και δηλώνει την σύναξη των πιστών σε ορισμένο τόπο για την τέλεση του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας. Ο χριστιανισμός είναι εκκλησία, δηλαδή συσσωμάτωση των πιστών με τον Ιησού Χριστό που λαμβάνει χώρα στην τέλεση του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας, το οποίο ονομάζεται επίσης “θεία κοινωνία” προς δήλωση το θεμελιώδους χαρακτήρα της, που είναι η επι- κοινωνία θείου και ανθρωπίνου μέσα στο πλαίσιο της κοινωνίας των χριστιανών μεταξύ τους.
Ο χριστιανισμός δεν είναι ατομικός, αλλά κοινωνικός, τόσο σε οριζόντια διάσταση (άνθρωπος- συνάνθρωπος) όσο και σε κατακόρυφη διάσταση (Θεός- άνθρωπος) με την διαμεσολάβηση του Θεανθρώπου Χριστού. Το πρώτιστο χαρακτηριστικό γνώρισμα του χριστιανισμού που συρράπτεται αμεσότατα με το όνομα και το γεγονός Χριστός είναι το θεανθρώπινο ή το θεανδρικό στοιχείο, όπως επίσης συνηθίζεται να λέγεται αλλιώς.
Ο χριστιανισμός είναι “θεανθρωπισμός” : πρόκειται για την πίστη και την βίωση του Χριστού που είναι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Υιός του Πατρός, ο Λόγος του Θεού, ο Θεάνθρωπος, δηλαδή τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Η θρησκειολογική ιδιαιτερότητα του χριστιανισμού εντοπίζεται στην θεανθρωπινότητά του που υπερβαίνει τόσο τον θεϊσμό, ο οποίος χαρακτηρίζει κάθε θρησκεία, όσο και τον ανθρωπισμό, που διακρίνει κάθε μορφή εκκοσμίκευσης.
Με αυτήν την έννοια προβάλλεται ο θεολογικός ισχυρισμός ότι ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία, αλλά είναι εκκλησία που έχει επιπλέον και θρησκευτικά ιδιώματα, χωρίς όμως ποτέ να ταυτίζεται με την θρησκεία. Η επικέντρωση του χριστιανισμού στον Χριστό και στη θεανθρωπινότητά Του αναδεικνύει τον χριστοκεντρισμό ως την κατ’ εξοχήν οριοθετική γραμμή μεταξύ εκκλησίας και θρησκείας σε ρητή διάκριση προς τον θεοκεντρισμό κάθε θρησκευτικότητας και προς τον ανθρωποκεντρισμό κάθε κοσμικότητας.
Άλλο εξίσου σημαντικό διακριτικό γνώρισμα του χριστιανισμού είναι η εσχατολογία, δηλαδή η προτεραιότητα του χρόνου και της ιστορίας, η πρόταξη των εσχάτων καιρών και του τέλους της ιστορίας με την Δευτέρα Παρουσία του Μεσσία και την Τελική Κρίση της ανθρωπότητας. Οι τρεις μονοθεϊσμοί (ιουδαϊσμός, χριστιανισμός, μουσουλμανισμός) έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα την εσχατολογία, αλλά η διαφοροποίησή τους έγκειται ακριβώς στον τρόπο με τον οποίο κατανοούν αυτό το θεμελιακό γεγονός. Μόνο ο χριστιανισμός θεωρεί ως Μεσσία τον Θεάνθρωπο Χριστό ως τέλειο άνθρωπο, και όχι κάποιον άνθρωπο, υπεράνθρωπο (π. χ. προφήτη) ή έστω ημίθεο.
Επιπλέον ο χριστιανισμός πρεσβεύει τις δυο Παρουσίες του Μεσσία, την Πρώτη Παρουσία με την Ενσάρκωση και την Ανάσταση στο παρελθόν και την Δευτέρα Παρουσία με την Κρίση της ανθρωπότητας και την Βασιλεία του Θεού στο μέλλον, στα έσχατα της ιστορίας. Με την εσχατολογία ο χριστιανισμός (όπως και οι υπόλοιποι μονοθεϊσμοί άλλωστε) διαφοροποιείται θρησκειολογικά από κάθε πολυθεϊσμό που πρεσβεύει την φυσιοκρατία, τον “νατουραλισμό”, δηλαδή την προτεραιότητα της φύσης έναντι της ιστορίας.
Το γεγονός Χριστός θεμελιώνει τον χριστιανισμό με την θεανδρικότητα ή θεανθρωπινότητά Του, αφού είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Υιός του Πατρός και Λόγος του Θεού είναι ομοούσιος προς την Θεότητα και χαρακτηρίζεται από την γέννηση, όχι όμως από τη γένεση, διότι είναι φυσικός Υιός Θεού (“γεννάται”) και δεν “γίνεται” από Αυτόν, όπως συμβαίνει με όλα τα άλλα κτίσματα του Θεού. Η Ενανθρώπηση (Ενσάρκωση) του Χριστού σκοπεύει στην θέωση του ανθρώπου για την σωτηρία του κτιστού : “αυτός γαρ ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν”.
Ο Υιός οδηγεί τον άνθρωπο στον Θεό Πατέρα, είναι ο Σωτήρας, ο Μεσσίας, ο Κύριος της ιστορίας, που ζει 33 έτη πάνω στην γη, διδάσκει για τρία χρόνια και πάσχει επί του σταυρού τον θάνατό Του που λήγει με την ένδοξη Ανάσταση την οποία ακολουθεί η Ανάληψη στους ουρανούς. Η κοινότητα των πιστών Του συγκροτεί την εκκλησία από την Πεντηκοστή που διαμέσου των αιώνων σε όλη την οικουμένη υφήλιο αναμένει την Δευτέρα Παρουσία Του στα έσχατα της ιστορίας για την κρίση της ανθρωπότητας και την έλευση της Βασιλείας του Θεού. Το κορυφαίον συμβάν του γεγονότος Χριστού είναι η Ανάσταση χωρίς την οποία ακυρώνεται η χριστιανική πίστη εξ ολοκλήρου : “ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις υμών” (1 Κορ. 15,14)
Συμπερασματικά μπορούμε να συνοψίσουμε τις θέσεις μας στα ακόλουθα σημεία :
1. Η Θεανθρωπία θεμελιώνει τη φιλανθρωπία. Ο χριστιανισμός είναι θεανθρωπισμός και γι΄ αυτόν ειδικά το λόγο δεν μπορεί παρά να γίνεται φιλανθρωπισμός. Ο “υπέρ ημών παθών και συμπαθών” φιλάνθρωπός Θεάνθρωπος είναι το μέτρο με το οποίο προσμετράται η χριστιανική ευποιία την οποία δεν μπορεί να υποκαταστήσει καμμιά άλλη φιλανθρωπική πρωτοβουλία είτε κρατική, είτε ιδιωτική, είτε θρησκευτική, επειδή σε όλες αυτές τις κατά πάντα επαινετές προσπάθειες απουσιάζει η Θεανθρωπία, δηλαδή η εμβίωση του γεγονότος Χριστός εντός της εκκλησίας.
2. Η φιλανθρωπία της εκκλησίας είναι ευχαριστιακή, λειτουργική και λατρευτική διακονία. Δικαίως και πάρα πολύ εύστοχα χαρακτηρίζεται ως η “λειτουργία μετά την λειτουργία” και επονομάζεται “λειτουργική διακονία της εκκλησίας”. Όταν η εκκλησία λειτουργεί, τότε η κοινωνεί το θείο με το ανθρώπινο διαμέσου της βίωσης του θεανθρώπινου προσώπου της. Η φιλανθρωπία είναι η συνέχιση της θείας λειτουργίας μετά την τελετουργική περάτωσή της. “Τα Σα εκ των Σων Σοι προσφέρομεν” είναι η καταλληλότερη και συντομότερη θεολογική θεμελίωση της φιλανθρωπίας.
3. Η εκκλησία ως Σώμα Χριστού δεν είναι σωματείο χριστιανών. Η φιλανθρωπία νοηματοδοτείται από την Θεανθρωπία και αξιολογείται από αυτήν αποκλειστικά και μόνον. Καμιά χριστεπώνυμη ευποιία δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί χριστιανική, εάν δεν είναι εκκλησιαστική, δηλαδή ευχαριστιακή και χριστοκεντρική, λειτουργική και επισκοποκεντρική. Η θρησκευτική αγαθοεργία δεν είναι εκκλησιαστική φιλανθρωπία μακριά από τον οικείο επίσκοπο που είναι “εις τόπον και τύπον Χριστού”. Όπως εύστοχα παρατηρούσε ο π. Γεώργιος Φλορόφσκι: “Η πρώτη Εκκλησία δεν ήταν απλώς εθελοντικός σύλλογος για “θρησκευτικούς” σκοπούς. Ήταν μάλλον η νέα κοινωνία” (1982,ΙΙ,166). Όσο απέχει η εκκλησιαστική ευποιία από την κρατική πρόνοια ή την ιδιωτική περίθαλψη, άλλο τόσο απέχει από την θρησκευτική αγαθοεργία οργανώσεων, σωματείων, αδελφοτήτων και άλλων παρεμφερών καθιδρυμάτων. Το γεγονός Χριστός και ο επίγειος εκπρόσωπός Του που είναι ο επίσκοπος καθορίζουν αποκλειστικά την εκκλησιαστικότητα της χριστιανικής φιλανθρωπίας. Σύμφωνα με τον π. Γ. Φλορόφσκι πάλι: “Το κοινωνικό πρόβλημα {στην Ορθοδοξία} αντιμετωπίσθηκε πάντα σαν ηθικό πρόβλημα. Αλλά η ηθική θεμελιώθηκε στο δόγμα, στο δόγμα της σαρκώσεως και απολυτρώσεως δια του σταυρού”.
Μετά από όλα αυτά μπορεί καθένας να αναμετρηθεί με το χριστοκεντρικό κριτήριο της θεανθρωπίας και να αξιολογήσει θεολογικά την εκκλησιαστική φιλανθρωπία που παρέχει έτσι ώστε η ευποιία να είναι όντως εκκλησιαστική και όχι απλώς θρησκευτική, σωματειακή, ιδιωτική, κρατική ή κοινωνική πρόνοια.
Μια απόπειρα να δοθεί απάντηση σε αυτήν την απορία είναι όλα όσα διαλαμβάνονται στη συνέχεια. Η θέση την οποία προτείνουμε προς σκέψη και συζήτηση για μιαν ορθόδοξη θεολογική θεώρηση της φιλανθρωπίας έχει ως εξής. Η φιλανθρωπία του χριστιανισμού είναι συνέχεια και συνέπεια της θεανθρωπίας της εκκλησίας. Το γεγονός Χριστός θεμελιώνει την εκκλησία και συνιστά τον χριστιανισμό. Ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος: “ο λόγος σαρξ εγένετο”. Πρόκειται για την πρώτη και τελευταία, την μοναδική “εφάπαξ” περίπτωση ενότητας θείου και ανθρωπίνου. Ο Θεάνθρωπος Χριστός είναι η ενότητα της θεότητας και της ανθρωπότητας, το μόνον καινόν υπό τον ήλιον, το καινότατον πάντων μυστήριον” κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό.
Θεανθρωπία σημαίνει χριστοκεντρικότητα, δηλαδή την πλήρη, τέλεια ακατάλυτη, ακατάληπτη, μοναδική και ανεπανάληπτη ένωση των διεστώτων οντοτήτων, που είναι η θεότητα και η ανθρωπότητα. Όπως ακριβώς ο Θεός γίνεται άνθρωπος και κοινωνεί το θείο με το ανθρώπινο διαμέσου του Θεανθρώπου Χριστού, κατά τρόπο ανάλογο ο χριστιανός άνθρωπός κοινωνεί του πάθους κάθε συνανθρώπου του έτσι ώστε η εκκλησιαστική φιλανθρωπία να αποτελεί έμπρακτη εφαρμογή και συγκεκριμένη ενσάρκωση της θεανθρωπίας. Ο Χριστός είναι κατά την ορθόδοξη υμνολογία “ο υπέρ ημών παθών και συμπαθών”, γι’ αυτό ο χριστιανός μιμείται το πάθος και την συμπάθεια του Φιλανθρώπου Θεανθρώπου.
Απομένει να διευκρινισθεί θεολογικά η ορθόδοξη θεώρηση της φιλανθρωπίας. Προς τούτο είναι απαραίτητο να προβούμε σε μιαν ευσύνοπτη συγκριτική διερεύνηση της θεανθρωπίας στις άλλες θρησκείες, ή μάλλον της απουσίας θεανθρωπίας εκτός χριστιανισμού. Έτσι στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε μια κριτική επισκόπηση της εκκλησίας έναντι του θρησκευτικού και του κοσμικού φιλανθρωπισμού ώστε να ολοκληρώσουμε την διερεύνησή μας.
Η σχέση του ανθρώπου με το θείο ονομάζεται θρησκεία (λατ. Religio). H λατινική λέξη που χρησιμοποιείται σε όλες τις δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες για να δηλωθεί το θρησκευτικό φαινόμενο “religio” σημαίνει “δεσμός”, “ενότητα”, “σύνδεση”, “ένωση” και ετυμολογείται από τα ρήματα relegere και religare σύμφωνα με τον Κικέρωνα (Nat. deor. 2,28) και τον Αυγουστίνο (Retract. 1.23). Ακόμα και ο ελληνικός όρος “θρησκεία” που ετυμολογείται μάλλον από το ρήμα “θρώσκω” (“αναβαίνω”) δηλώνει ανάταση, αναφορά, ανάβαση από κάτω προς τα άνω, αναφορικότητα , τάση συσχέτισης ανομοίων όντων.
Σε κάθε περίπτωση η θρησκεία είναι η σχέση θείου – ανθρωπίνου, υπερφυσικού- φυσικού, υπερεμπειρικού- εμπειρικού, υπερβατικού- ενδοκοσμικού, πνευματικού- υλικού, ψυχικού- φυσικού, ατομικού – κοινωνικού, ανθρωπίνου – κοσμικού κ.λ.π. Η θρησκεία ενώνει τον άνθρωπο με το Θεό, ενοποιεί θείο- ανθρώπινο- κοσμικό, ενίζει τα όντα και με αυτόν τον τρόπο αποβαίνει συνώνυμο της ενότητας, ταυτόσημη με την ενοποίηση και έμβλημα της ένωσης.
Η θρησκεία ενώνει τον άνθρωπο με το θείο κυρίως, και μόνον κατά περίπτωση με τον Θεό, τον έναν και μοναδικό του μονοθεϊσμού. Στα πολυθεϊστικά θρησκεύματα ισχύει το απρόσωπο ουδέτερο θείο με τις πολυπρόσωπες εκφάνσεις του (θεοί, θεές, θεότητες, πάνθεον). Πρόκειται για το υπερεμπειρικό, υπερφυσικό, υπέρλογο και υπερβατικό στοιχείο της πραγματικότητας, το άλλως Άλλο (das ganz Andere), που εκλαμβάνεται ως απρόσωπο, ουδέτερο ον σε πληθυντικό αριθμό (πολυθεϊσμός) ή ως προσωπικό, αρσενικό ον σε ενικό αριθμό (μονοθεϊσμός). Παρόλο που κάθε θρήσκευμα ποικίλλει στην εκδοχή του θείου, ωστόσο αποκλείεται η ύπαρξη θρησκείας χωρίς την θεμελιώδη παραδοχή του θείου. Ο θεϊσμός είναι καταστατική έννοια της θρησκείας.
Για την ύπαρξη θρησκείας απαιτούνται οπωσδήποτε δυο τουλάχιστον όροι: το θείο και το ανθρώπινο. Όπως δεν υφίσταται θρησκεία χωρίς θείο, έτσι δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει χωρίς τον άνθρωπο, ο οποίος αναγνωρίζει το θείο, πιστεύει σε αυτό και επιδίδεται στη λατρεία του. Ο άνθρωπος κάνει τη θρησκεία, αλλά και η θρησκεία με την σειρά της κάνει τον άνθρωπο. Η σχέση θρησκείας και ανθρώπου είναι αμφίδρομη και αμφίπλευρη, χωρίς ποτέ να καταντά μονόπλευρη και μονοσήμαντη. Σε κάθε περίπτωση πάντως η θρησκεία είναι η συνισταμένη που ορίζεται από δυο συνιστώσες, το θείο και το ανθρώπινο στοιχείο.
Δυο μορφές θρησκείας είναι ο πολυθεϊσμός και ο μονοθεϊσμός. Όταν το θείο εκλαμβάνεται με τρόπο πληθυντικό (θεοί, θεές, πάνθεον), τότε συγκροτείται η πολυθεϊστική θρησκεία. Όταν το θείο πιστεύεται σε ενικό αριθμό και ονομάζεται ο Θεός, ο Ένας και Μοναδικός, τότε γίνεται λόγος για την μονοθεϊστική θρησκεία. Ο πολυθεϊσμός περιλαμβάνει τα πρωτογονικά “φυσικά” θρησκεύματα, το ελληνορωμαϊκό πάνθεο, τις ασιατικές θρησκείες (ινδουισμός, βουδισμός, τζαϊνισμός, κομφουκιανισμός, ταοϊσμός, ζεν, σίντο κ.λ.π.) που καλύπτουν ολόκληρη την οικουμένη υφήλιο γη.
Ο μονοθεϊσμός είναι πολύ περιορισμένος χωροχρονικά και πληθυσμιακά, αφού περιλαμβάνει τρεις ιστορικές θρησκείες, τον ιουδαϊσμό, τον χριστιανισμό και το Ισλάμ. Κοιτίδα του μονοθεϊσμού είναι η Μέση Ανατολή που εκτείνεται από τη Μεσόγειο μέχρι τη Μεσοποταμία και αρδεύεται από δύο ποτάμιες αρτηρίες, τον Νείλο και τον Ιορδάνη, διακόπτοντας έτσι την έρημο που αναπτύσσεται μεταξύ τους. Παρά τους πολυποίκιλους περιορισμούς του ο μονοθεϊσμός γνωρίζει απρόσμενη διάδοση και απροσδόκητη ακμή μέσα στην ιστορία της ανθρωπότητας, εξαιτίας της κεντρικής ιδέας του που είναι η πίστη στην ιστορία.
ΙΙ. Χριστιανοί θεολόγοι αλλά και θρησκειολόγοι ολκής, όπως ο Μιρτσέα Ελιάντε εκπροσωπούν την άποψη ότι ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία, αλλά εκκλησία, που έχει στοιχεία θρησκευτικότητας, χωρίς όμως ποτέ να ταυτίζεται ολοκληρωτικά και δίχως να εξαντλείται αποκλειστικά στο θρησκευτικό φαινόμενο. Η οριοθετική γραμμή μεταξύ εκκλησίας και θρησκείας εντοπίζεται στον θεανθρωπισμό, δηλαδή στην ύπαρξη του Ιησού Χριστού, τέλειου Θεού και τέλειου ανθρώπου, κατά την ορθόδοξη χριστιανική πίστη, που είναι Θεάνθρωπος, Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός.
Ενώ όλες οι θρησκείες είναι θεϊστικές και θεοκεντρικές, δηλαδή βασίζονται στην ύπαρξη του θείου, ο χριστιανισμός είναι θεανθρώπινος, αφού θεμελιώνεται στον Χριστό, δηλαδή στον Θεάνθρωπο κι όχι απλώς στον Θεό ούτε βεβαίως μόνο στον άνθρωπο. Η ταυτότητα της χριστιανικής εκκλησίας είναι ο θεανθρωπισμός κι όχι ο θεϊσμός ούτε βέβαια ο ανθρωπισμός. Αν η θρησκεία ταυτίζεται με τον θεϊσμό και ο κόσμος εξισώνεται με τον ανθρωπισμό, τότε η εκκλησία εντοπίζεται στον θεανθρωπισμό κι έτσι αποτελεί τον τρίτο τρόπο συσχέτισης του ανθρώπου με το θείο: θρησκεία- θεϊσμός, κόσμος – ανθρωπισμός, εκκλησία – θεανθρωπισμός.
Η θρησκεία είναι θεοκεντρική, ο κόσμος είναι ανθρωποκεντρικός και η εκκλησία είναι χριστοκεντρική. Άλλωστε χριστιανισμός είναι η “θρησκεία” του Χριστού, δηλαδή η εκκλησία του θεανθρωπισμού που διακρίνεται καισαρικά από τον θεϊσμό κάθε θρησκείας και τον ανθρωπισμό του κόσμου.
Η σχέση εκκλησίας – θρησκείας οριοθετείται με πολλούς τρόπους. Ο Α. Σμέμαν σημείωνε : “Χριστιανισμός ωστόσο σημαίνει στο βάθος το τέλος κάθε θρησκείας . . . Πραγματικά σε κανένα μέρος της Καινής Διαθήκης δεν παρουσιάζεται ο Χριστιανισμός ως λατρεία ή ως θρησκεία. Η θρησκεία χρειάζεται εκεί όπου υπάρχει ένα τείχος διαχωριστικό ανάμεσα στο Θεό και στον άνθρωπο. Μα ο Χριστός που είναι και Θεός και άνθρωπος γκρέμισε το τείχος ανάμεσα στον άνθρωπο και στο Θεό. Ο Χριστός εγκαινίασε μια νέα ζωή και όχι μια νέα θρησκεία” (1970,28-29).
Ο ρουμανικής καταγωγής πανεπιστημιακός καθηγητής θρησκειολογίας στην Σορβόννη και στο Σικάγο Μιρτσέα Ελιάντε τόνιζε: “ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία . . .ο χριστιανός δεν ζει πια εντός του κόσμου αλλά εντός της ιστορίας” (1965,11). Σε εξαιρετικά εμπεριστατωμένες αναλύσεις του ο Ελιάντε που δικαίως θεωρείται ότι είναι ο παγκοσμίως μεγαλύτερος θρησκειολόγος στο δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα διευκρίνιζε τις απόψεις του με τον ακόλουθο τρόπο: “Ο χριστιανισμός προχωρεί ακόμα περισσότερο στην αξιολόγηση του ιστορικού χρόνου. Αφού ο Θεός ενσαρκώνεται, αναλαμβάνει μιαν ανθρώπινη ύπαρξη ιστορικά προσδιορισμένη, η ιστορία αποκτά την δυνατότητα του εξαγιασμού . . . Η ιστορία αποκαλύπτεται ως μια νέα διάσταση της παρουσίας του Θεού εντός του κόσμου” (1965,96-97).
Χριστιανισμός είναι η κοινότητα όλων όσων πιστεύουν ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος (Ματθ. 16,16). Για πρώτη φορά στην Αντιόχεια επονομάσθηκαν “χριστιανοί” (Πραξ. 11, 26) οι πιστοί στον Ιησού Χριστό. Αργότερα πολιτογραφήθηκε η προσωνυμία “χριστιανισμός” ως συλλογική ονομασία της κοινότητας των πιστών του Χριστού ως συνώνυμο του προσφυέστερου όρου “εκκλησία” που συναντάται περίπου 80 φορές στην Καινή Διαθήκη και δηλώνει την σύναξη των πιστών σε ορισμένο τόπο για την τέλεση του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας. Ο χριστιανισμός είναι εκκλησία, δηλαδή συσσωμάτωση των πιστών με τον Ιησού Χριστό που λαμβάνει χώρα στην τέλεση του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας, το οποίο ονομάζεται επίσης “θεία κοινωνία” προς δήλωση το θεμελιώδους χαρακτήρα της, που είναι η επι- κοινωνία θείου και ανθρωπίνου μέσα στο πλαίσιο της κοινωνίας των χριστιανών μεταξύ τους.
Ο χριστιανισμός δεν είναι ατομικός, αλλά κοινωνικός, τόσο σε οριζόντια διάσταση (άνθρωπος- συνάνθρωπος) όσο και σε κατακόρυφη διάσταση (Θεός- άνθρωπος) με την διαμεσολάβηση του Θεανθρώπου Χριστού. Το πρώτιστο χαρακτηριστικό γνώρισμα του χριστιανισμού που συρράπτεται αμεσότατα με το όνομα και το γεγονός Χριστός είναι το θεανθρώπινο ή το θεανδρικό στοιχείο, όπως επίσης συνηθίζεται να λέγεται αλλιώς.
Ο χριστιανισμός είναι “θεανθρωπισμός” : πρόκειται για την πίστη και την βίωση του Χριστού που είναι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Υιός του Πατρός, ο Λόγος του Θεού, ο Θεάνθρωπος, δηλαδή τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Η θρησκειολογική ιδιαιτερότητα του χριστιανισμού εντοπίζεται στην θεανθρωπινότητά του που υπερβαίνει τόσο τον θεϊσμό, ο οποίος χαρακτηρίζει κάθε θρησκεία, όσο και τον ανθρωπισμό, που διακρίνει κάθε μορφή εκκοσμίκευσης.
Με αυτήν την έννοια προβάλλεται ο θεολογικός ισχυρισμός ότι ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία, αλλά είναι εκκλησία που έχει επιπλέον και θρησκευτικά ιδιώματα, χωρίς όμως ποτέ να ταυτίζεται με την θρησκεία. Η επικέντρωση του χριστιανισμού στον Χριστό και στη θεανθρωπινότητά Του αναδεικνύει τον χριστοκεντρισμό ως την κατ’ εξοχήν οριοθετική γραμμή μεταξύ εκκλησίας και θρησκείας σε ρητή διάκριση προς τον θεοκεντρισμό κάθε θρησκευτικότητας και προς τον ανθρωποκεντρισμό κάθε κοσμικότητας.
Άλλο εξίσου σημαντικό διακριτικό γνώρισμα του χριστιανισμού είναι η εσχατολογία, δηλαδή η προτεραιότητα του χρόνου και της ιστορίας, η πρόταξη των εσχάτων καιρών και του τέλους της ιστορίας με την Δευτέρα Παρουσία του Μεσσία και την Τελική Κρίση της ανθρωπότητας. Οι τρεις μονοθεϊσμοί (ιουδαϊσμός, χριστιανισμός, μουσουλμανισμός) έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα την εσχατολογία, αλλά η διαφοροποίησή τους έγκειται ακριβώς στον τρόπο με τον οποίο κατανοούν αυτό το θεμελιακό γεγονός. Μόνο ο χριστιανισμός θεωρεί ως Μεσσία τον Θεάνθρωπο Χριστό ως τέλειο άνθρωπο, και όχι κάποιον άνθρωπο, υπεράνθρωπο (π. χ. προφήτη) ή έστω ημίθεο.
Επιπλέον ο χριστιανισμός πρεσβεύει τις δυο Παρουσίες του Μεσσία, την Πρώτη Παρουσία με την Ενσάρκωση και την Ανάσταση στο παρελθόν και την Δευτέρα Παρουσία με την Κρίση της ανθρωπότητας και την Βασιλεία του Θεού στο μέλλον, στα έσχατα της ιστορίας. Με την εσχατολογία ο χριστιανισμός (όπως και οι υπόλοιποι μονοθεϊσμοί άλλωστε) διαφοροποιείται θρησκειολογικά από κάθε πολυθεϊσμό που πρεσβεύει την φυσιοκρατία, τον “νατουραλισμό”, δηλαδή την προτεραιότητα της φύσης έναντι της ιστορίας.
Το γεγονός Χριστός θεμελιώνει τον χριστιανισμό με την θεανδρικότητα ή θεανθρωπινότητά Του, αφού είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Υιός του Πατρός και Λόγος του Θεού είναι ομοούσιος προς την Θεότητα και χαρακτηρίζεται από την γέννηση, όχι όμως από τη γένεση, διότι είναι φυσικός Υιός Θεού (“γεννάται”) και δεν “γίνεται” από Αυτόν, όπως συμβαίνει με όλα τα άλλα κτίσματα του Θεού. Η Ενανθρώπηση (Ενσάρκωση) του Χριστού σκοπεύει στην θέωση του ανθρώπου για την σωτηρία του κτιστού : “αυτός γαρ ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν”.
Ο Υιός οδηγεί τον άνθρωπο στον Θεό Πατέρα, είναι ο Σωτήρας, ο Μεσσίας, ο Κύριος της ιστορίας, που ζει 33 έτη πάνω στην γη, διδάσκει για τρία χρόνια και πάσχει επί του σταυρού τον θάνατό Του που λήγει με την ένδοξη Ανάσταση την οποία ακολουθεί η Ανάληψη στους ουρανούς. Η κοινότητα των πιστών Του συγκροτεί την εκκλησία από την Πεντηκοστή που διαμέσου των αιώνων σε όλη την οικουμένη υφήλιο αναμένει την Δευτέρα Παρουσία Του στα έσχατα της ιστορίας για την κρίση της ανθρωπότητας και την έλευση της Βασιλείας του Θεού. Το κορυφαίον συμβάν του γεγονότος Χριστού είναι η Ανάσταση χωρίς την οποία ακυρώνεται η χριστιανική πίστη εξ ολοκλήρου : “ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις υμών” (1 Κορ. 15,14)
Συμπερασματικά μπορούμε να συνοψίσουμε τις θέσεις μας στα ακόλουθα σημεία :
1. Η Θεανθρωπία θεμελιώνει τη φιλανθρωπία. Ο χριστιανισμός είναι θεανθρωπισμός και γι΄ αυτόν ειδικά το λόγο δεν μπορεί παρά να γίνεται φιλανθρωπισμός. Ο “υπέρ ημών παθών και συμπαθών” φιλάνθρωπός Θεάνθρωπος είναι το μέτρο με το οποίο προσμετράται η χριστιανική ευποιία την οποία δεν μπορεί να υποκαταστήσει καμμιά άλλη φιλανθρωπική πρωτοβουλία είτε κρατική, είτε ιδιωτική, είτε θρησκευτική, επειδή σε όλες αυτές τις κατά πάντα επαινετές προσπάθειες απουσιάζει η Θεανθρωπία, δηλαδή η εμβίωση του γεγονότος Χριστός εντός της εκκλησίας.
2. Η φιλανθρωπία της εκκλησίας είναι ευχαριστιακή, λειτουργική και λατρευτική διακονία. Δικαίως και πάρα πολύ εύστοχα χαρακτηρίζεται ως η “λειτουργία μετά την λειτουργία” και επονομάζεται “λειτουργική διακονία της εκκλησίας”. Όταν η εκκλησία λειτουργεί, τότε η κοινωνεί το θείο με το ανθρώπινο διαμέσου της βίωσης του θεανθρώπινου προσώπου της. Η φιλανθρωπία είναι η συνέχιση της θείας λειτουργίας μετά την τελετουργική περάτωσή της. “Τα Σα εκ των Σων Σοι προσφέρομεν” είναι η καταλληλότερη και συντομότερη θεολογική θεμελίωση της φιλανθρωπίας.
3. Η εκκλησία ως Σώμα Χριστού δεν είναι σωματείο χριστιανών. Η φιλανθρωπία νοηματοδοτείται από την Θεανθρωπία και αξιολογείται από αυτήν αποκλειστικά και μόνον. Καμιά χριστεπώνυμη ευποιία δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί χριστιανική, εάν δεν είναι εκκλησιαστική, δηλαδή ευχαριστιακή και χριστοκεντρική, λειτουργική και επισκοποκεντρική. Η θρησκευτική αγαθοεργία δεν είναι εκκλησιαστική φιλανθρωπία μακριά από τον οικείο επίσκοπο που είναι “εις τόπον και τύπον Χριστού”. Όπως εύστοχα παρατηρούσε ο π. Γεώργιος Φλορόφσκι: “Η πρώτη Εκκλησία δεν ήταν απλώς εθελοντικός σύλλογος για “θρησκευτικούς” σκοπούς. Ήταν μάλλον η νέα κοινωνία” (1982,ΙΙ,166). Όσο απέχει η εκκλησιαστική ευποιία από την κρατική πρόνοια ή την ιδιωτική περίθαλψη, άλλο τόσο απέχει από την θρησκευτική αγαθοεργία οργανώσεων, σωματείων, αδελφοτήτων και άλλων παρεμφερών καθιδρυμάτων. Το γεγονός Χριστός και ο επίγειος εκπρόσωπός Του που είναι ο επίσκοπος καθορίζουν αποκλειστικά την εκκλησιαστικότητα της χριστιανικής φιλανθρωπίας. Σύμφωνα με τον π. Γ. Φλορόφσκι πάλι: “Το κοινωνικό πρόβλημα {στην Ορθοδοξία} αντιμετωπίσθηκε πάντα σαν ηθικό πρόβλημα. Αλλά η ηθική θεμελιώθηκε στο δόγμα, στο δόγμα της σαρκώσεως και απολυτρώσεως δια του σταυρού”.
Μετά από όλα αυτά μπορεί καθένας να αναμετρηθεί με το χριστοκεντρικό κριτήριο της θεανθρωπίας και να αξιολογήσει θεολογικά την εκκλησιαστική φιλανθρωπία που παρέχει έτσι ώστε η ευποιία να είναι όντως εκκλησιαστική και όχι απλώς θρησκευτική, σωματειακή, ιδιωτική, κρατική ή κοινωνική πρόνοια.