Avramis
Νέο ΜέλοςΣυμμετοχή σε θέματα
Πρόσφατα μηνύματα
Αν δεχτούμε ότι ο Θεός “εποίησε” τον κόσμο με τη δική του ελεύθερη θέληση, όπως διδάσκει η Χριστιανική “κοσμοθεωρία”, τότε από που προήλθε αυτός ο Θεός; Αυτό είναι ένα συχνά προβαλλόμενο ερώτημα από τους υλιστές, τους αθεϊστές και τους πάσης φύσεως σκεπτικιστές.
Η απάντηση σ’ ένα ερώτημα εμπεριέχεται στην ίδια την ερώτηση, παρατήρησε κάποτε με εμβρίθεια, ο γνωστός Ινδός φιλόσοφος Κρίσνα Μούρτι. Αν αυτό αληθεύει γενικά, αληθεύει πολύ περισσότερο στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Για ν’ απαντήσει κανείς σ’ ένα τέτοιο ερώτημα, πρέπει προηγουμένως να ξεκαθαρίσει στη διάνοιά του την έννοια του Θεού. Αν γι’ αυτόν που ρωτάει, ο Θεός είναι μιά απρόσωπη, αφηρημένη δύναμη, που συχνά μάλιστα ταυτίζεται με τη φύση και τις δυνάμεις της και ίσως αποτελεί μέρος της φύσης, ή είναι ένα ον περιορισμένο υποκείμενο στον χώρο-χρόνο, το ερώτημα είναι θεμιτό - το ίδιο θεμιτό όπως και το ερώτημα ποιός έκαμε τον κόσμο.
Διότι το ερώτημα, στηρίζεται στην παρατήρηση της αλληλουχίας και αλυσίδας των φυσικών φαινομένων που οδηγεί από το αίτιον στο αιτιατόν. Εφ’ όσον γίνεται και λογικά αποδεκτόν ότι nihil ex nihilo fit, (τίποτα δεν γίνεται από το τίποτα), διότι “άνευ αιτίου και αρχής αδύνατον τι είναι ή γενέσθαι” (Αριστοτέλους Ρητορική, 4, 7) ο κόσμος σαν αιτιατό, πρέπει να έχει την αιτία του σ’ άλλο αίτιο, εκτός του εαυτού του. Γιατί αν είναι αιτία του εαυτού του, αυτό θα εσήμαινε ότι θα προηγούνταν του εαυτού του ¾ όπως εσημείωσε ορθά ο Θωμάς ο Ακινάτης ¾ πράγμα αδύνατον. ΄Ετσι, ο υλικός κόσμος, πρέπει να έχει αιτία του ένα αίτιον που προηγείται απ’ αυτόν. Και σαν τέτοιο θεωρείται ο άϋλος Θεός-Δημιουργός.
Η διάνοια όμως του ανθρώπου δεν ικανοποιείται μ’ αυτή την θέση. Προχωρεί πιο πέρα και θέτει το ερώτημα: Εφ’ όσον δεχθούμε ότι υπάρχει Θεός, κι αυτός σαν αιτιατό πρέπει να έχει κάποια αιτία. Από πού προήλθε, λοιπόν, ο Θεός;
ΕΝΑ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ
Εδώ όμως, έχουμε την πρώτη αντίφαση που εμπεριέχεται σ’ ένα τέτοιο ερώτημα. Διότι ο Θεός, κατά την Ιουδαιο-Χριστιανική Βιβλική αντίληψη (αλλά ακόμη και με την Μωαμεθανική έννοια) εξ ορισμού, είναι το Υπέρτατο Απόλυτο ον, ένα ον πνευματικό- εξωϋλικό, αυθύπαρκτο, απόλυτα ελεύθερο και παντοδύναμο, το αίτιο των αιτίων, ο σκοπός των σκοπών. Η έννοια του Θεού είναι άρρηκτα δεμένη ιδιαίτερα με τις ιδιότητες της αυθυπαρξίας και της αιωνιότητας, αλλοιώς, Θεός δεν νοείται. Κι αν νοήσουμε προς στιγμήν ένα όν υπερ-υλικό, ισχυρό, που να μην είναι αιώνιο και αυθύπαρκτο, και το ονομάσουμε κατά συγκατάβαση "Θεό", τότε αλλάζει, ή μάλλον αυτοαναιρείται η έννοια του Θεού. Διότι σ’ αυτή την περίπτωση, θα πρέπει πράγματι να αναζητήσουμε μιαν άλλη αιτία που δημιούργησε αυτό το όν, εφόσον τούτο δεν είναι αυθύπαρκτο και αιώνιο. Και στη συνέχεια, θα πρέπει να δεχτούμε ένα άλλο όν, που δημιούργησε το δεύτερο όν, κ.ο.κ. Έτσι, όμως, το όλο θέμα βυθίζεται στο χάος των αναπάντητων ερωτημάτων και μετατρέπεται σε μια "ατέλειωτη αναζήτηση" (unended quest). Και έτσι, ουσιαστικά, εκμηδενίζεται η έννοια του Θεού και είναι περιττό να συζητάμε γι’ Αυτόν και για την οποιαδήποτε προέλευσή του.
Ο Θεός όμως της Χριστιανικής ομολογίας ¾ γιατί γι’ αυτόν τον Θεό συνήθως τίθεται θέμα προελεύσεώς του από τους ορθολογιστές και τους σκεπτικιστές, μια και οι άλλες μη Χριστιανικές και μη Βιβλικές θρησκείες, όπως π.χ. ο Βουδισμός, δεν πιστεύουν σ’ έναν Θεό-πρόσωπο, απόλυτο κι αιώνιο. Ο Θεός της Βίβλου λοιπόν, εξ’ ορσιμού είναι Θεός αιώνιος μη έχων αρχήν μήτε τέλος ημερών. Είναι Θεός που κατοικεί την αιωνιότητα, υπάρχει από του αιώνος, έως του αιώνος, και κατά την παραστατικότατη έκφραση του προφήτη Δανιήλ είναι ο "Παλαιός των ημερών". Είναι πνεύμα υπεράνω της υλικής κτίσης την οποία δημιούργησε και ελέγχει, είναι παντοδύναμος και πάνσοφος. (Ιωαννης 4:24, Αποκ. 4:11, Εφεσ. 3:17, Ψαλμος 90:4, κ.α.)
Εξ’ ορισμού ο Θεός των Χριστιανών είναι η Πρώτη Αιτία (Causa Prima), και σαν πρώτη αιτία που παρήγαγε την κτίση όλη, είναι το απόλυτο όν που έφερε σε ύπαρξη την ύλη, το μη όν, με τις ενέργειές του μόνον (Creatio ex Nihilo). Αυτή είναι μια άποψη που όσο δύσκολο κι αν είναι να τη συλλάβουμε διανοητικά, είναι πάντως μοναδική σ’ όλες τις διδασκαλίες και αντιλήψεις των αρχαίων φιλοσόφων, λαών και θρησκειών. Γιατί μόνον η Βίβλος παρουσιάζει τη ριζοτομική άποψη της δημιουργίας του κόσμου στην κυριολεξία, ενώ οι αρχαίες θρησκείες και οι έλληνες φιλόσοφοι, μιλούν για Θεό ως οργανωτή της ύλης, η οποία κατ’ αυτούς προϋπήρχε και δε δημιουργήθηκε από Αυτόν.
Συνεπώς σαν Causa Prima ο Θεός, είναι κατ’ ανάγκην Causa Sui, δηλ. αυτό-αίτιον, διότι αλλοιώς δεν θα ήταν Causa Prima.
Κατά συνέπεια, η ερώτηση "από πού προήλθε ο Θεός", ή "ποιος τον έκανε" είναι σε τελευταία ανάλυση χωρίς σημασία, γιατί είναι σαν να ρωτάμε ποιος έκανε τον Αιώνιο. Ο Αιώνιος όμως, για να είναι αιώνιος δεν έχει αρχή. Ή δεχόμαστε ότι ο Θεός για να είναι Θεός είναι αυθύπαρκτος και αιώνιος, οπότε το ερώτημα είναι εξ’ αρχής αντιφατικό με την έννοια του Θεού και άνευ σημασίας, ή αν δεχθούμε ότι ο Θεός δεν είναι αυθύπαρκτος και αιώνιος τότε δεν είναι Θεός, όπως τον εννοεί και τον αποδέχεται η χριστιανική ομολογία.
Σ’ αυτή την περίπτωση θα πρέπει να διαλέξουμε μεταξύ του ερωτήματος-διλήμματος: Αν ο Θεός δεν είναι αιώνιος, αυθύπαρκτος και δημιουργός του κόσμου, τότε από πού προήλθε ο κόσμος;
Ο κόσμος θα πρέπει ή να προήλθε από το τίποτα, από το μηδέν, ¾ πράγμα άτοπο και παράλογο, διότι τίποτα δεν γίνεται από το τίποτα και σαν αιτιατό πρέπει να έχει την αιτία του εκτός εαυτού, όπως σημειώσαμε παραπάνω ¾, ή πρέπει να είναι αιώνιος, άρα αυτό-αίτιος, ή να δημιουργήθηκε.
Η ΜΗ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ - ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ;
Είναι ο κόσμος αιώνιος; Έτσι πίστευαν οι υλιστές του περασμένου αιώνα. Ας θυμηθούμε εδώ για λίγο το βιβλίο ¾ ευαγγέλιο της «υλιστικής κοσμοθεωρίας» του Μπύχνερ, «Δύναμη και Ύλη» ¾ και τόσα άλλα.
Το ότι όμως ο κόσμος και η ύλη που τον συνθέτει δεν είναι αιώνιος δεν συζητιέται σήμερα πλέον. Διότι οι επιστήμονες μιλούν απερίφραστα για ηλικία του σύμπαντος. Και την ανεβάζουν μάλιστα, σε 15-20 δισεκατομμύρια χρόνια. Οι υπολογισμοί τους στηρίζονται κυρίως στο νόμο του E. Hubble, το νόμο δηλ. της διαστολής του σύμπαντος, σύμφωνα με τον οποίο τα γαλαξιακά συστήματα απομακρύνονται με ταχύτητα το ένα από το άλλο, γιατί λαμβάνει χώρα σ’ αυτά η κεντρόφυγος κίνηση των σπειροειδών νεφελοειδών. Σήμερα, μάλιστα, η κοσμολογία ασχολείται με την κατάσταση του σύμπαντος κατά το 10-43 δευτερόλεπτο της ζωής του. Και ο χρόνος αυτός, όπως γίνεται δεκτό, είναι στην ουσία η στιγμή της δημιουργίας του σύμπαντος. Αλλά και άλλες επιστημονικές παρατηρήσεις επιβεβαιώνουν το παραπάνω συμπέρασμα, παρόλον που η επιστήμη με τα σημερινά δεδομένα αδυνατεί να απαντήσει στο ερώτημα στο τί προκάλεσε και γιατί προκάλεσε την τρομερή έκρηξη της αρχικής εκείνης ύλης και φωτός που γέννησε το Σύμπαν (Big-Bang).
Ανεξάρτητα του αν ο παραπάνω χρονικός προσδιορισμός είναι σωστός ¾ υποκείμενος σε μελλοντικές αυξομειώσεις¾, γεγονός είναι, ότι, το υλικό σύμπαν δεν είναι αιώνιο, όπως τούτο προκύπτει ιδιαίτερα απ’ το δεύτερο θερμοδυναμικό νόμο ή αρχή του Carnot-Clausius και του Λόρδου Κέλβιν, γνωστή ως εντροπία.
Σύμφωνα με την αρχή αυτή, όλες οι φυσικές μεταβολές γίνονται προς μία μη αναστρέψιμη κατεύθυνση. Στο σύμπαν ¾ που θεωρείται κλειστό σύστημα ¾, το άθροισμα της υλης και ενέργειας παραμένει ποσοτικά σταθερό, αλλά ποιοτικά υποβαθμίζεται και τείνει στη μέγιστη τιμή εντροπίας[1]
Aκόμα και από τις μετρήσεις των ραδιενεργών στοιχείων που μεταστοιχειώνονται σε μη ραδιενεργά όπως π.χ. το ουράνιο σε μόλυβδο κλπ, προκύπτει η μη αιωνιότητα του σύμπαντος. Σ' ένα αιώνιο σύμπαν η μεταστοιχείωση αυτή θα είχε συντελεστεί προ πολλού. Το γεγονός ότι συνεχίζεται, μαρτυρεί για το αντίθετο. Όλα λοιπόν τα υπάρχοντα στοιχεία συγκλίνουν στο να καταδείξουν την ¾ έστω στο πολύ απομακρυσμένο παρελθόν ¾ γένεση (δημιουργία) του σύμπαντος.
Κατά συνέπεια η μόνη λογική και αποδεκτή εκδοχή είναι ότι ο κόσμος πρέπει να έχει δημιουργηθεί, όσο κι αν αυτή είναι μια σκληρή αλήθεια για μερικούς επιστήμονες και διανοούμενους, που επί χρόνια είναι εξοικειωμένοι με την έννοια της αιωνιότητας και της αφθαρσίας της ύλης. Όπως έγραψε ο γερμανός αστροφυσικός καθηγητής Χ. Φοχτ (H. Vogt): "Τα αστρικά συστήματα και ο κόσμος ολόκληρος έχουν την ιστορία τους. Δεν προήλθαν απ' την αιωνιότητα αλλά δημιουργήθηκαν και ακολουθούν μιαν ορισμένη εξέλιξη ... ο κόσμος δεν μπορεί να υπάρχει αφ' εαυτού. Έχει την ανάγκη ενός αιτίου, το οποίον δεν χρειάζεται άλλο αίτιο ..."[2]
Με έναν παρόμοιο τρόπο σχολίασε το θέμα ο διάσημος μαθηματικός και αστρονόμος Εντμουντ Ουάϊττεικερ (E. Whittaker) λέγοντας ότι: "η βαθύτερη κατανόηση του σύμπαντος διάνοιξε νέες απόψεις που συνηγορούν για την πίστη προς τον Θεό."[3]
Ακόμα πιο σαφής είναι ο μεγάλος αμερικανός αστρονόμος, φυσικός και γεωλόγος, διευθυντής της ΝΑΣΑ, Ρόμπερτ Τζάστροου (R. Jastrow), ο οποίος γράφει: "Η ουσία όλων αυτών των ανακαλύψεων είναι ότι το σύμπαν είχε μια επακριβώς καθορισμένη αρχή: ότι γεννήθηκε σε μια δεδομένη χρονική στιγμή ... Αν παρακολουθήσουμε χρονικά προς τα πίσω τις πορείες των απομακρυσμένων γαλαξιών, ανακαλύπτουμε ότι όλοι τους συσπειρώνονται σ' ένα σημείο πριν από 20 περίπου δισεκατομμύρια χρόνια ... Τα βασικά στοιχεία της βιβλικής "Γένεσης" και των σχετικών αστρονομικών περιγραφών είναι κοινά: Βίβλος και αστρονόμοι συμφωνούν ότι η αλληλουχία των γεγονότων που καταλήγει στον άνθρωπο, άρχισε ξαφνικά και απότομα σε ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο, μέσα σε μία λάμψη φωτιάς και ενέργειας".
Επίσης σημείωσε: "Στην επσιτήμη όπως και στη Βίβλο, ο κόσμος αρχίζει με μια πράξη δημιουργίας. Η άποψη αυτή δεν υποστηριζόταν πάντα από τους επιστήμονες. Μόνο μετά από τις πολύ πρόσφατες ανακαλύψεις μπορούμε να πούμε, με κάποιο σχετικό βαθμό βεβαιότητας, πως ο κόσμος δεν υπάρχει ανέκαθεν, πως ξεκίνησε απότομα χωρίς καμιά φαινομενική αιτία, μ' ένα κυριολεκτικά κοσμοϊστορικό γεγονός που αψηφάει κάθε επιστημονική εξήγηση. Αυτό το συμπέρασμα έρχεται σαν "σοκ".[4]
Την εμφάνιση της ζωής στη γη ο Τζάστροου τη χαρακτήρισε σαν ένα θαύμα ¾ ένα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν πολλοί επιστήμονες όπως π.χ. και ο Paul Dirac (βραβείο Νόμπελ Φυσικής 1933).
Ο φυσικός Paul Davis υποστηρίζει ότι "η σπουδαιότερη ανακάλυψη της εποχής μας είναι ότι το υλικό σύμπαν δεν υπήρχε πάντοτε."[5]
Δεν μπορούμε λοιπόν να ξεφύγουμε από την ασφυκτική λαβή του διλήμματος. "Δυοίν θάττερον": ή ο κόσμος είναι αιώνιος ¾ οπότε μας είναι μάλλον περιττή η έννοια του Θεού-δημιουργού ¾ ή ο Θεός που τον δημιούργησε είναι αιώνιος. Και εφόσον σήμερα γίνεται επιστημονικά αποδεκτό, ότι ο κόσμος δεν είναι αιώνιος, αλλά έχει αρχή, αλλοιώνεται και μεταβάλλεται, κατ' ανάγκην, πρέπει να δεχθούμε ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε από ένα όν απόλυτο, αμετάβλητο, εξω-υλικό, υπερ-υλικό, υπερ-αισθητό, εξω-χρονικό, ένα όν που να μην υπόκειται στις μεταβολές του χωρόχρονου. Ένα όν που όλος ο χρόνος (παρελθόν, παρόν και μέλλον) γι' αυτόν είναι "τώρα" και όλος ο χώρος είναι "εδώ".
Ο ΘΕΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΩΡΟΧΡΟΝΟΣ
Το συμπέρασμα της δημιουργίας του κόσμου βέβαια, δεν συνάγεται μόνο από τη χρονικότητα του σύμπαντος, συνάγεται και από τη δομή του, την τάξη που επικρατεί σ' αυτό, την αρμονία, την ακριβή κίνηση των ουρανίων σωμάτων κλπ. Πρώτος ο φιλόσοφος Πυθαγόρας (580-490 π.Χ.) ονόμασε το σύμπαν "κόσμο", δηλ. κόσμημα, στολίδι. "ʼπας ο βίος συντέτακται προς το ακολουθείν τω Θεώ, επειδή γαρ έστι Τε Θεός και ούτος πάντων κύριος", έλεγε ο Πυθαγόρας. Και ο Σταγειρίτης φιλόσοφος Αριστοτέλης που αποκαλούσε την πρώτη αιτία ως το πρώτον "κινούν ακίνητον" (Μετά τα Φυσικά , ΧΙ, 7:1702α) κατέληξε με την ισχυρή λογική του διάνοια και την παρατήρηση στο ότι: "ταύτα ουκ άνευ τέχνης παντελούς δεδημιούργηται, αλλά και ην και εστιν ο του παντός δημιουργός".
Αυτού του είδους οι παρατηρήσεις οδήγησαν κατά περιστάσεις ακόμα και αθεϊστές ή αγνωστικιστές να δεχτούν την ύπαρξη μιας ανώτατης διάνοιας. Έτσι, σύμφωνα με τον μεγάλο Βρετανό αστρονόμο Sir James Jeans, το σύμπαν "παρουσιάζει ενδείξεις υπάρξεως μιας σκεπτόμενης και ελέγχουσας ελλόγου Δυνάμεως". Πιο πρόσφατα ο διάσημος αστροφυσικός Φρεντ Χόυλ (Frend Hoyle) στο βιβλίο του The Intelligent Universe, σελ. 9, έγραψε ότι η προέλευση του σύμπαντος απαιτεί νοημοσύνη ανώτερου επιπέδου, "μια νοημοσύνη που προηγήθηκε από εμάς και η οποία οδήγησε στην εκούσια πράξη της δημιουργίας των δομών που είναι κατάλληλες για ζωή". Γι' αυτό δεν είναι παράξενο να συλλάβουμε το γεγονός ότι και ο φιλόσοφος Βολταίρος, καίτοι ορθολογιστής, έφθασε να πει ότι, κι αν δεν υπήρχε Θεός, θα έπρεπε να τον επινοήσουμε, γιατί όλη η φύση μας φωνάζει ότι όντως υπάρχει.
Ο Θεός λοιπόν για να είναι Θεός, είναι αναπόφευκτα αιώνιος. Και ως αιώνιος κατά λογική συνέπεια και συνέχεια, είναι αίδιος δηλ., άναρχος και φυσικά ατελεύτητος. Είναι όπως έλεγε ο Θαλής ο Μιλήσιος όν αγέννητον "μήτε αρχήν έχον μήτε τελευτήν".
Πολύ χαρακτηριστικά αναφέρεται στην ιερή Βίβλο ως ο "ών", δηλ. ο (διαρκώς) υπάρχων, και ως ο "ων και ο ην και ο ερχόμενος".
από τα παραπάνω φαίνεται ότι ο Θεός δεν μπορεί να είναι "υλικός" στην υπόστασή του, αλλά είναι μη φυσικός στην ουσία, δεν υπόκειται στους νόμους που υπόκειται η ύλη και η ενέργεια, και είναι υπεράνω τόπου και χρόνου. Γι' αυτό είναι Θεός ο ΘΕΟΣ. Μπορεί να φαίνεται "δύσκολο να κατανοήσουμε πως ένας άχρονος Θεός μπορεί να ενεργεί μέσα στο χρόνο" όπως σημειώνει ο Davies (τα αραιά γράμματα - δικά μου), αλλά αυτό δε σημαίνει ότι όλα όσα συμβαίνουν μπορούμε να τα κατανοήσουμε, και ό,τι δεν κατανοούμε, δεν μπορεί να συμβαίνει. Η διανοητική δυσκολία μας στο να συλλάβουμε την ακριβή φύση του χρόνου ή τη δυνατότητα επέμβασης του άχρονου Θεού μέσα στο χρόνο, δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο κόσμος έχει κάποια αρχή και ηλικία. Και ακόμα, ότι είναι δομημένος και οργανωμένος έτσι, που να μαρτυρεί την ύπαρξη ενός ανώτατου αυτοαίτιου όντος που τον δημιούργησε, και τον προγραμμάτισε να λειτουργεί έτσι όπως λειτουργεί.[6]
Αυτό το όν που με επαγωγικούς συλλογισμούς και επιστημονικά και λογικά επιχειρήματα οδηγούμαστε να αποδεχθούμε την ύπαρξή του, είναι αυτό που η Χριστιανική πίστη αποκαλέι Θεό, και δέχεται ακριβώς σαν αιώνιο, αυθύπαρκτο, πάνσοφο και παντοδύναμο δημιουργό του σύμπαντος και της ζωής, όπως ο ίδιος αυτό-αποκαλύπτεται μέσα στις σελίδες των ιερών κειμένων της Βίβλου.
Ο μεγάλος Βρεττανός επιστήμων Ισαάκ Νέυτων κάποτε, παρατήρησε τα εξής, στο κλασσικό έργο του Principia (Αρχές) : "Το σύμπαν υπάρχει. Με την ύπαρξή του αυτή, παρουσιάζεται σαν γεγονός θαυμαστό, που προϋποθέτει μιαν άπειρη δύναμη μέσα του. Μια ολότητα μεγαλύτερη οποιουδήποτε μέρους ... Το θαύμα δεν συνίσταται στην έλλειψη κρίκων συνδετικών από αίτιον σε αίτιον, αλλά σε αυτή την ίδια την ύπαρξη της αλυσίδας των φαινομένων. Αυτή αποτελεί το απύθμενο μυστήριο, το αναμφισβήτητο θαύμα που γνωρίζουμε, το οποίο μας ανάγει στις ιδιότητες του Θεού".
Ο Νεύτων κατέληξε επαγωγικά στο να πει τα παραπάνω σοφά λόγια. Αλλά είναι γεγονός ότι τον Θεό ¾ ενώ ο ίδιος αυτοαποκαλύπτεται μέσω του βιβλίου της φύσης και της Αγίας Γραφής, τελικά Τον ανακαλύπτουν, μόνον όσοι επίμονα Τον αναζητούν.
Δ.Κ.Τ.
[1] James Jeans, Το Μυστηριώδες Σύμπαν (ελλ.μεταφρ.Λ.Λιώκη) σελ. 118-119.
[2] H. Vogt, Kosmos und Gott (Heidelberg 1951), σελ. 102
[3] E. Whittaker, Space and Spirit (London 1946), σελ. 135.
[4] R. Jastrow, Reader's Digest (Επιλογές, Φεβρ. 1982) σελ. 34, και του ίδιου, "Μέχρι να Πεθάνει ο Ήλιος" (Κρόνος, 1979) σελ. 20.
[5] Paul Davis, Superforce, London 1990, σελ. 5.
[6] Βλ. π.χ. R.E.D. Clark, The Universe: Play or Accident? (1961) και πρβλ. άρθρο "Ο Θεός και το Big Bang" εφημ. Βήμα της Κυριακής 2/4/1989, σελ. 22\
Ενδιαφερον Internet Sites:
http://users.hellasnet.gr/panelppv/ppugr0.htm
http://www.rel.gr/
http://www.rel.gr/pages/Meletes/gerontiko.php
http://agrino.org/orthodoxy/gr/
***Copy and then Paste***
Εχεις γραψει "Σε μια θρησκεία, το ‘κοινό’ στο οποίο απευθύνεσαι δεν έχει στην συντριπτική του πλειοψηφία υψηλό επίπεδο φιλοσοφικής μόρφωσης. Γράφοντας κείμενα που είναι δυσνόητα φοβούμαι ότι στόχος του συγγραφέα δεν είναι η κατανόηση εκ μέρους του κοινού αυτού των όποιων μηνυμάτων αλλά η δυνατότητα να τα μεταφράζουμε κατά το δοκούν."
Μπορει και να εισαι και ορθος στο οτι, στην συντριπτική του πλειοψηφία το Ορθοδοξο Χριστιανικο 'κοινο' στερειτε υψηλου επίπεδου φιλοσοφικής μόρφωσης.Εξαλλου, ενας σωστος Ορθοδοξος Χριστιανος σωστο ειναι να πιστευει με την καρδια του τα οσα διδασκεται απο το Ορθοξο δογμα και τους αγιους της εκκλησιας του παρα να καθετε να φιλοσοφει - Pascal " Ο Θεος γινεται περισσοτερο αποδεκτος με τη καρδια παρα με τη λογικη"-. Η διάνοια όμως των περισσοτερων ανθρώπων δεν ικανοποιείται μ’ αυτή την θέση,ουτε νομιζω και η δικη σου, ετσι θα συνεχισω και θα αναφερθω σε αρχαιος μεγαλους Ελληνες φιλοσοφους ελπιζοντας να σε ικανοποιησω.
Οι παρακατω σπουδαιοι ΄Ελληνες σοφοί της προχριστιανικής εποχής, χωρίς να δεχθούν καμιά επίδραση θρησκευτική από το Χριστιανισμό ή κάποια άλλη μονοθεϊστική τάση, έφθασαν να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει ένας Δημιουργός του Σύμπαντος.
Θαλής ο Μιλήσιος - έζησε τον 6ο αιώνα π.Χ. Ο Θαλής που ήταν μαθηματικός, παρατηρώντας τους αστέρες και τον κόσμο γενικώτερα, και τη φύση, κατέληξε όχι μόνο να παραδεχθεί ότι υπάρχει Θεός, αλλά να τον ορίσει ορθώς, ότι είναι πρεσβύτατος των όντων, και Αυτός που δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος: «Πρεσβύτατον των όντων Θεός, αγέννητον γαρ× μήτε αρχήν έχον μήτε τελευτήν». Συνέλαβε δηλ. ο Θαλής πολύ ορθά με μόνη τη λογική σκέψη, ότι ο Θεός για να είναι Θεός, είναι άναρχος και αίδιος αλλά και αθάνατος. Ιδιότητες δηλ. του Θεού που αποκαλύπτονται από τον ίδιο, μέσα στην Ιερή Βίβλο των χριστιανών. Κάνοντας δε ένα βήμα παραπάνω κατέληξε στο να πει: «Κάλλιστον κόσμος× ποίημα γαρ Θεού» δηλ. ο κόσμος είναι άριστος, ο καλύτερος δυνατός, διότι είναι δημιούργημα του Θεού. Κάτι ανάλογο μ’ αυτό μας λέει η Γένεσις, ότι όσα δημιούργησε ο Θεός ήσαν «καλά λίαν» (Γεν. 1:31-εβρ. Τώβ Μεώδ).
Ξενοφάνης - Απο την Κολοφώνα (580-475 π.Χ.) αποκηρύσσοντας τους ανθρωπόμορφους θεούς των συμπατριωτών του καθώς και τις ανθρωποπαθείς εκφράσεις και εμφανίσεις τους, παρατήρησε ότι αν τα ζώα είχαν θεούς, σίγουρα θα τους έκαναν ζωόμορφους. Όπως δηλ. οι άνθρωποι κατασκευάζουν και επινοούν θεούς ανθρωπό-μορφους με ανθρώπινες αδυναμίες και πάθη. ΄Ετσι εξ αντιδιαστολής, κατέληξε ο Ξενοφάνης στο να πεί ότι Ένας Θεός υπάρχει μέσα σε θεούς και ανθρώπους κι αυτός «ούτε κατά την μορφή όμοιος με τους ανθρώπους (είναι) ούτε κατά την σκέψη, όλος στοχάζεται κι όλος θωρεί κι όλος ακούει κι ακίνητος στον ίδιο τόπο πάντα μένει».
Ηράκλειτος - (544-484 πΧ), ο επωνομασθείς σκοτεινός, λόγω της βαθύτητας της σκέψης του, σε κάποιον αφορισμό του φαίνεται να έχει υλιστική αντίληψη λέγοντας ότι ο κόσμος αυτός είναι αιώνιος, ούτε κανείς απ’ τους θεούς τον έκανε «αλλ’ ην αεί και έστι και έσται» (Ντιλς Ι, σελ.158). Ωστόσο, παρά την όντως αυτή υλιστική του αντίληψη, -η οποία σημειωτέον αφορά την προέλευση του κόσμου και της ύλης μόνο -, σ’ άλλους αφορισμούς του δέχεται ότι υπάρχει Θεός και μάλιστα συγκρινόμενος ο άνθρωπος ο πιο σοφός με τον Θεό, μοιάζει με έναν πίθηκο που θα προσπαθούσε να τον συναγωνισθεί. «Ανθρώπων ο σοφώτατος προς Θεόν πίθηκος φανείται και σοφία και κάλλει και τοίς άλλοις πάσιν» (Ντιλς Ι, σελ. 169). Ακόμα ο Ηράκλειτος, είπε κάτι άλλο πολύ σπουδαίο: ότι όσα κάνει ο Θεός δε μπορεί παρά ως εκ της φύσεώς του ως δίκαιος και αγαθός, να είναι όλα δίκαια και αγαθά, ανεξάρτητα που οι άνθρωποι πολλά απ’ αυτά δεν καταλαβαίνουν και άλλα τα θεωρούν δίκαια και άλλα άδικα, ανάλογα κατά πως τα καταλαβαίνουν με την απλή τους σκέψη και κατά πως τους συμφέρει. Επί λέξει είπε: «Τω μεν Θεώ καλά πάντα και αγαθά και δίκαια. ΄Ανθρωποι δε ά μεν άδικα υπειλήφασιν, ά δε δίκαια». Βλέπουμε δηλ. εδώ, ο Ηράκλειτος να καταλήγει σ΄ένα συμπέρασμα που κατ’ επανάληψη τονίζουν οι συγγραφείς της Βίβλου και να συμφωνεί με την θεία αποκάλυψη. Ακόμα ο Ηράκλειτος για να προσδιορίσει το θείον, χρησιμοποίησε τη λέξη Λόγος : «Του δε λόγου τουδ’ εόντος αεί..».
Την ύπαρξη του Θεού από την τάξη και την ομορφιά του κόσμου συνήγαγε και ο Αναξαγόρας (500-428 πΧ) λέγοντας το περίφημο ρητό του «Πάντα διεκόσμησε Νόος». Για τον Αναξαγόρα δηλ. όπως και για τον Πυθαγόρα που ονόμασε πρώτος το σύμπαν ‘κόσμο’ (στολίδι, κόσμημα) είχε μεγάλη σημασία η ευρυθμία , η τάξη και η ομορφιά που παρατηρείται στη φύση.
Πυθαγόρας - (580-490 πΧ), περίφημος για το πυθαγόρειο θεώρημά του και για άλλες μαθηματικές ανακαλύψεις. Ο Πυθαγόρας, μελετώντας τη φύση και τον κόσμο γενικώτερα, κάνοντας χρήση των μαθηματικών και της πρακτικής σκέψης, έφθασε στο συμπέρασμα όχι μόνον ότι υπάρχει Θεός, αλλά ότι Αυτός είναι και Κύριος, δηλ. Εξουσιαστής όλων. Και ότι όλη η ζωή μας είναι έτσι δομημένη, ώστε να στρεφόμαστε σ’ Αυτόν και να τον ακολουθούμε. Παραθέτω επί λέξει το απόφθεγμα του Πυθαγόρα: «Πας ο βίος συντέτακται προς το ακολουθείν τω Θεώ. Επειδή γαρ εστί τε Θεός και ούτος πάντων Κύριος».
΄Ετσι και ο Πυθαγόρας κατέληξε με μόνη την παρατήρηση και τη λογική, σ’ ένα πολύ ενδιαφέρον συμπέρασμα που έμμεσα έκανε χρήση του και ο απ.Παύλος στον Άρειο Πάγο μιλώντας στους ΄Ελληνες, επικαλούμενος μάλιστα τους δικούς τους σοφούς: «του γαρ και γένος εσμέν» και «εν αυτώ γαρ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν» (Πράξεις 17:28).
Πλάτωναs - (427-347 πΧ),κατέχει εξέχοντα θέση στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία.κι αυτός κάνοντας χρήση της λογικής και της παρατήρησης, κατέληξε στο να πει ότι ο Θεός είναι ένας μέγιστος μαθηματικός για να υπάρχει ένας τέτοιος όμορφος και ορθά δομημένος κόσμος ( Αεί ο Θεός γεωμετρεί). Αλλά ο Πλάτων προχώρησε ακόμα περισσότερο: συνέλαβε μερικές από τις πραγματικές ιδιότητες του Θεού όπως είναι η σοφία, η καλωσύνη και η αγαθωσύνη του, λέγοντας: «Το θείον καλόν, σοφόν, αγαθόν και παν ό,τι τοιούτον» (Φαίδρος 246Ε). Και ακόμα: «Τω όντι ο Θεός σοφός…η ανθρώπινη σοφία ολίγον τινός αξία εστί και ουδενός» (Απολογία Σωκράτη 23Α). Αλλά ο Πλάτων, ο μαθητής του διαλεκτικού Σωκράτη προχώρησε πιο βαθιά θεολογώντας: Συνέλαβε ορθά το πρόβλημα της θεοδικίας, το γιατί δηλ. υπάρχει κακό στον κόσμο παρά την ύπαρξη παντοδύναμου και σοφού δημιουργού. Και κατέληξε ότι εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος του κακού το θείον, αλλά αλλού πρέπει να αναζητηθούν τα αίτια της κακίας στον κόσμο, και κυρίως στον άνθρωπο. «Θεός ουδαμή ουδαμώς άδικος» (Φαίδρος 246) είπε ο Πλάτων, και ακόμα: «Των κακών άλλ’ άττα δει ζητείν τα αίτια, αλλ’ ού τον Θεό» [Για τις συμφορές πρέπει να αναζητούμε οπουδήποτε αλλού τα αίτια και όχι στο Θεό] (Πολιτεία 779C).
Τέλος ο Πλάτων απαντώντας στον υποκειμενισμό των σοφιστών και μάλιστα του Πρωταγόρα που θεωρούσε ότι ο άνθρωπος είναι κριτήριο πάντων, αφού αυτός καθορίζει και αποφασίζει περί ορθού και εσφαλμένου, αντέταξε το περίφημον «Θεός ημίν μέτρον πάντων χρημάτων (=πραγμάτων)» (Νόμοι Δ΄ 716 C) δείχνοντας έτσι, ότι ύπατο κριτήριο για την ζωή και τον άνθρωπο δε μπορεί να είναι ο πεπερασμένος άνθρωπος, αλλά κάτι πολύ ανώτερο απ’ αυτόν, δηλ. ο Θεός.
Αριστοτέλης -(384-322 πΧ), ο μεγάλος Σταγηρίτης σοφός και επιστήμων,ο οποίος από πολλούς θεωρείται και ο θεμελιωτής πολλών επιστημών, αφού με την παρατήρηση και τη λογική του έθεσε τις βάσεις των φυσικών αλλά και των πολιτικών επιστημών. Είναι δε ασφαλώς και ο δημιουργός της λεγόμενης τυπικής λογικής. Ο Αριστοτέλης, βλέποντας την κίνηση που υπάρχει στον κόσμο κατενόησε ότι αυτή δεν μπορεί να είναι ιδιότητα της ύλης. Υποστήριξε έτσι, την άποψη, ότι η κίνηση των ουρανίων σωμάτων, θα πρέπει να προήλθε από ένα όν έξω της κίνησης και ασφαλώς υπέρτατον. Κατέληξε λοιπόν στο γνωστότατο συμπέρασμα ότι «Θεός εστί το πρώτον κινούν ακίνητον». Μ’ έναν επαγωγικό συλλογισμό που έκαμαν χρήση του και μεταγενέστεροι διανοητές όπως πχ ο Θωμάς ο Ακινάτης (11ος μΧ αι.), παρατηρώντας τη πολυπλοκότητα της φύσης και την ίδια την ζωή, συνήγαγε το συμπέρασμα ότι «ο Θεός αποτελεί την πηγή της ζωής, γιατί έχει ο ίδιος ζωή και συνεχώς είναι ζωντανό αίδιο άριστο ον» [Φαμέν δε τον Θεόν είναι ζώον αίδιον άριστον, ώστε ζωή και αιών συνεχής υπάρχει τω Θεώ] (Μετά τα φυσικά 1072 β, 24).
Ο Αριστοτέλης με τον αυστηρά επαγωγικό τρόπο σκέψης κατέληξε σ’ ένα πολύ ισχυρό κοσμολογικό-τελολογικό επιχείρημα. Επισήμανε ότι ο οιοσδήποτε λογικός άνθρωπος αν παρατηρήσει τη φύση και τα έργα και τα αποτελέσματα των λειτουργιών της, δεν μπορεί να καταλήξει στην αυθυπαρξία ή στην αιωνιότητα του κόσμου, αλλά στο ότι δημιουργήθηκε ο κόσμος από έναν καλλιτέχνη δημιουργό. Είπε επί λέξει: «Λογιείται δήπον (ο άνθρωπος) ότι πάντα ουκ άνευ τέχνης παντελούς δεδημιούργειται, αλλά και ην και εστίν ο τούδε του παντός δημιουργός» (Απόσπ.Αριστ. 12, Ρόζε). Αξιοπαρατήρητο είναι ότι ο Αριστοτέλης εδώ, τονίζει όχι μόνον ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε, όχι μόνο ήν δημιουργός, αλλά και εστίν, δηλ. συνεχίζει να υπάρχει, απαντώντας έτσι σ’ αυτούς που θα είχαν διάφορη γνώμη και τονίζοντας την συντήρηση του κόσμου από ένα δημιουργό που ενδιαφέρεται για τα έργα του. Την πρόνοια και κυβέρνηση του Θεού στον κόσμο, πολύ εύστοχα ο Αριστοτέλης την παρομοιάζει σαν την διακυβέρνηση ενός πλοίου από τον κυβερνήτη του, ή τον ηνίοχο ενός άρματος: «΄Οπερ εν νηί μεν κυβερνήτης, εν άρματι δε ηνίοχος, πόλει δε νόμος, εν στρατοπέδω δε ηγεμών, τούτο Θεός εν κόσμω».
Ο Αριστοτέλης διαβλέπει σκοπιμότητα (τέλος=σκοπός) στη φύση και στα όσα γίνονται μέσα στη φύση και όχι τυχαιότητα και ακαταστασία ή χάος. Γι’ αυτό και καταλήγει στον περίφημο αφορισμό «Ο Θεός και η φύσις ουδέν μάτην ποιούσιν» (Περί Ουρανού Α, 4). Ο Αριστοτέλης χρησιμοποίησε και τον όρο ‘εντελέχεια’ = εν αυτώ έχειν το τέλος, για να δείξει μ’ αυτήν, την σκοπιμότητα που εκδηλώνεται στη φύση, αλλά και την ικανότητα ανάπτυξης των ιδιοτήτων του ανθρώπου που βρίσκονται σε λανθάνουσα κατάσταση.Τελικά, δεν μπορεί κανείς παρά να εκπλαγεί, διαβάζοντας τα επόμενα λόγια του Σταγηρίτη σοφού, που χωρίς κάποια θεία αποκάλυψη, με μόνο τη λογική του σκέψη και την παρατήρηση, κατέληξε στο να πει ακριβώς αυτό που είπε ο απ.Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή× ό,τι θα μπορούσε να συναγάγει περί Θεού ένας εχέφρων άνθρωπος, δηλ. ότι ο Θεός αποκαλύπτεται ο ίδιος και οι ιδιότητές του από τα έργα του. Λέει ο Αριστοτέλης: «΄Εχουμε χρεός να θεωρούμε τον Θεό σαν πανίσχυρο πνεύμα, αθάνατο και τέλειο. Γιατί, μολονότι, είναι αόρατος στα μάτια των ανθρώπων, φανερώνεται στα έργα του»!
Επίκτητος - (50-120 μx). Ο Επίκτητος έγραψε ότι ο άνθρωπος είναι συγγενής του Θεού και ότι έχει μέσα του κάτι από τον ίδιο τον Θεό. Είναι ωραιότατη και η διαπίστωση και η διατύπωση, και κατανοητή χωρίς κάποια μετάφραση: «Συ (άνθρωπε) απόσπασμα ει Θεού× έχεις τι εν σεαυτώ μέρος Εκείνου. Τι ουν αγνοείς σου την συγγένειαν;» (Επίκτητου, Διατριβαί, 2,9,12).
Νομίζω ότι εδώ έχουμε με άλλη μορφή, την διαπίστωση του βιβλικού συγγραφέα ότι ο άνθρωπος επλάσθη κατ’ εικόνα και ομοίωση του Θεού (Εβρ. Σελέμ ντεμούτ, Γεν. 1:27) που σημαίνει πλάστηκε έτσι ώστε, να του μοιάζει πνευματικώς-ηθικώς (εικόνα) και με δυνατότητα να τελειοποιηθεί ακόμα περισσότερο μιμούμενος τον Θεό (ομοίωση). Δηλ. η εικόνα αναφέρεται σ’ ένα στοιχείο στατικό, ενώ η ομοίωση σ’ ένα εν σπέρματι δυναμικό στοιχείο. Στον καθένα εναπόκειται να αναπτύξει το δεύτερο, ή να καταχωνιάσει και να διαστρέψει και το πρώτο. Να παραμείνει παιδί Θεού ή να γίνει υπάνθρωπος.
Οι παραπάνω ΄Ελληνες σοφοί δεν είναι ασφαλώς οι μόνοι που μίλησαν για το Θεό και τα έργα του και τις ιδιότητές του. Υπάρχουν και άλλοι. Εδώ επιλέξαμε τους σπουδαιότερους και τις σπουδαιότερες ρήσεις τους. Ο καθένας μπορεί να διαπιστώσει ότι με μόνα εργαλεία, τη λογική σκέψη και την παρατήρηση, τις βασικές γνώσεις των μαθηματικών και της αστρονομίας, σε πόσο ορθά συμπεράσματα κατέληξαν. Βέβαια, δε θα μπορούσαν να προχωρήσουν περισσότερο. ΄Οσοι δε προχώρησαν, χωρίς τη θεία αποκάλυψη, ασφαλώς πλανήθηκαν σε άλλα θέματα, αλλά και σε παρεμφερή, καταλήγοντας όχι σπάνια στον αγνωστικισμό. Όπως αναγράφεται στο Πλατωνικό διάλογο ‘Τίμαιο’ (28c ): «Τον ποιητή και πατέρα του σύμπαντος τούτου, να εύρει κανείς είναι δύσκολο και αν τον εύρει είναι αδύνατο να τον αποκαλύψει σε όλους». Και ο Ηράκλειτος αναγνώρισε: «΄Ηθος γαρ ανθρώπειον μεν ουκ έχει γνώμας, θείον δ’ έχει (Δεν ανήκει στην ανθρώπινη φύση να κατέχει την αληθινή γνώση, ενώ αυτό είναι του ίδιου του θείου)».
Oiσπουδαιότεροι αρχαίοι σοφοί έχοντας άγνοια του Θεού του αληθινού και της Βίβλου, και κάνοντας χρήση θεόδοτων δώρων, κατέληξαν σ’ αυτό που είπε ο απ.Παύλος: «…διότι το γνωστόν του Θεού φανερόν εστίν εν αυτοίς× ο Θεός γαρ αυτοίς εφανέρωσεν. Τα γαρ αόρατα αυτού από κτίσεως κόσμου τοίς ποιήμασιν νοούμενα καθοράται, ή τε αίδιος αυτου δύναμις και θειότης, εις το είναι αυτοίς αναπολόγητους» ( Ρωμ.1: 19-20).
Οι άλλοι που δεν κατέληξαν και που σήμερα δεν καταλήγουν σ’ αυτό το συμπέρασμα, είναι απλώς αναπολόγητοι. Γιατί «φάσκοντες είναι σοφοί εμωράνθησαν…..εσκοτίσθη η ασύνετος αυτών καρδία» και σε τελευταία ανάλυση «εσεβάσθησαν και ελάτρευσαν τη κτίσει παρά τον κτίσαντα» (Ρωμ.1:22-23,25).
Δ.Κ.Τ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Ε.Σταμάτη, Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι (Αθήνα 1966)
Κ.Γεωργούλη, Ιστορία της Ελληνικής Φιλοσοφίας, τομ.Α (1975)
Κ.JASPERS, Εισαγωγή στη Φιλοσοφία (Αθήνα 1983)
Ν.Ματσούκα, Ιστορία της Φιλοσοφίας (Πουρνάρας, 1984)
Κ.Πόππερ & Ο.Gigon, Οι Προσωκρατικοί (κείμενο-μετάφραση), Εκδ.Imago
Αν δεχτούμε ότι ο Θεός “εποίησε” τον κόσμο με τη δική του ελεύθερη θέληση, όπως διδάσκει η Χριστιανική “κοσμοθεωρία”, τότε από που προήλθε αυτός ο Θεός; Αυτό είναι ένα συχνά προβαλλόμενο ερώτημα από τους υλιστές, τους αθεϊστές και τους πάσης φύσεως σκεπτικιστές.
Η απάντηση σ’ ένα ερώτημα εμπεριέχεται στην ίδια την ερώτηση, παρατήρησε κάποτε με εμβρίθεια, ο γνωστός Ινδός φιλόσοφος Κρίσνα Μούρτι. Αν αυτό αληθεύει γενικά, αληθεύει πολύ περισσότερο στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Για ν’ απαντήσει κανείς σ’ ένα τέτοιο ερώτημα, πρέπει προηγουμένως να ξεκαθαρίσει στη διάνοιά του την έννοια του Θεού. Αν γι’ αυτόν που ρωτάει, ο Θεός είναι μιά απρόσωπη, αφηρημένη δύναμη, που συχνά μάλιστα ταυτίζεται με τη φύση και τις δυνάμεις της και ίσως αποτελεί μέρος της φύσης, ή είναι ένα ον περιορισμένο υποκείμενο στον χώρο-χρόνο, το ερώτημα είναι θεμιτό - το ίδιο θεμιτό όπως και το ερώτημα ποιός έκαμε τον κόσμο.
Διότι το ερώτημα, στηρίζεται στην παρατήρηση της αλληλουχίας και αλυσίδας των φυσικών φαινομένων που οδηγεί από το αίτιον στο αιτιατόν. Εφ’ όσον γίνεται και λογικά αποδεκτόν ότι nihil ex nihilo fit, (τίποτα δεν γίνεται από το τίποτα), διότι “άνευ αιτίου και αρχής αδύνατον τι είναι ή γενέσθαι” (Αριστοτέλους Ρητορική, 4, 7) ο κόσμος σαν αιτιατό, πρέπει να έχει την αιτία του σ’ άλλο αίτιο, εκτός του εαυτού του. Γιατί αν είναι αιτία του εαυτού του, αυτό θα εσήμαινε ότι θα προηγούνταν του εαυτού του ¾ όπως εσημείωσε ορθά ο Θωμάς ο Ακινάτης ¾ πράγμα αδύνατον. ΄Ετσι, ο υλικός κόσμος, πρέπει να έχει αιτία του ένα αίτιον που προηγείται απ’ αυτόν. Και σαν τέτοιο θεωρείται ο άϋλος Θεός-Δημιουργός.
Η διάνοια όμως του ανθρώπου δεν ικανοποιείται μ’ αυτή την θέση. Προχωρεί πιο πέρα και θέτει το ερώτημα: Εφ’ όσον δεχθούμε ότι υπάρχει Θεός, κι αυτός σαν αιτιατό πρέπει να έχει κάποια αιτία. Από πού προήλθε, λοιπόν, ο Θεός;
ΕΝΑ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ
Εδώ όμως, έχουμε την πρώτη αντίφαση που εμπεριέχεται σ’ ένα τέτοιο ερώτημα. Διότι ο Θεός, κατά την Ιουδαιο-Χριστιανική Βιβλική αντίληψη (αλλά ακόμη και με την Μωαμεθανική έννοια) εξ ορισμού, είναι το Υπέρτατο Απόλυτο ον, ένα ον πνευματικό- εξωϋλικό, αυθύπαρκτο, απόλυτα ελεύθερο και παντοδύναμο, το αίτιο των αιτίων, ο σκοπός των σκοπών. Η έννοια του Θεού είναι άρρηκτα δεμένη ιδιαίτερα με τις ιδιότητες της αυθυπαρξίας και της αιωνιότητας, αλλοιώς, Θεός δεν νοείται. Κι αν νοήσουμε προς στιγμήν ένα όν υπερ-υλικό, ισχυρό, που να μην είναι αιώνιο και αυθύπαρκτο, και το ονομάσουμε κατά συγκατάβαση "Θεό", τότε αλλάζει, ή μάλλον αυτοαναιρείται η έννοια του Θεού. Διότι σ’ αυτή την περίπτωση, θα πρέπει πράγματι να αναζητήσουμε μιαν άλλη αιτία που δημιούργησε αυτό το όν, εφόσον τούτο δεν είναι αυθύπαρκτο και αιώνιο. Και στη συνέχεια, θα πρέπει να δεχτούμε ένα άλλο όν, που δημιούργησε το δεύτερο όν, κ.ο.κ. Έτσι, όμως, το όλο θέμα βυθίζεται στο χάος των αναπάντητων ερωτημάτων και μετατρέπεται σε μια "ατέλειωτη αναζήτηση" (unended quest). Και έτσι, ουσιαστικά, εκμηδενίζεται η έννοια του Θεού και είναι περιττό να συζητάμε γι’ Αυτόν και για την οποιαδήποτε προέλευσή του.
Ο Θεός όμως της Χριστιανικής ομολογίας ¾ γιατί γι’ αυτόν τον Θεό συνήθως τίθεται θέμα προελεύσεώς του από τους ορθολογιστές και τους σκεπτικιστές, μια και οι άλλες μη Χριστιανικές και μη Βιβλικές θρησκείες, όπως π.χ. ο Βουδισμός, δεν πιστεύουν σ’ έναν Θεό-πρόσωπο, απόλυτο κι αιώνιο. Ο Θεός της Βίβλου λοιπόν, εξ’ ορσιμού είναι Θεός αιώνιος μη έχων αρχήν μήτε τέλος ημερών. Είναι Θεός που κατοικεί την αιωνιότητα, υπάρχει από του αιώνος, έως του αιώνος, και κατά την παραστατικότατη έκφραση του προφήτη Δανιήλ είναι ο "Παλαιός των ημερών". Είναι πνεύμα υπεράνω της υλικής κτίσης την οποία δημιούργησε και ελέγχει, είναι παντοδύναμος και πάνσοφος. (Ιωαννης 4:24, Αποκ. 4:11, Εφεσ. 3:17, Ψαλμος 90:4, κ.α.)
Εξ’ ορισμού ο Θεός των Χριστιανών είναι η Πρώτη Αιτία (Causa Prima), και σαν πρώτη αιτία που παρήγαγε την κτίση όλη, είναι το απόλυτο όν που έφερε σε ύπαρξη την ύλη, το μη όν, με τις ενέργειές του μόνον (Creatio ex Nihilo). Αυτή είναι μια άποψη που όσο δύσκολο κι αν είναι να τη συλλάβουμε διανοητικά, είναι πάντως μοναδική σ’ όλες τις διδασκαλίες και αντιλήψεις των αρχαίων φιλοσόφων, λαών και θρησκειών. Γιατί μόνον η Βίβλος παρουσιάζει τη ριζοτομική άποψη της δημιουργίας του κόσμου στην κυριολεξία, ενώ οι αρχαίες θρησκείες και οι έλληνες φιλόσοφοι, μιλούν για Θεό ως οργανωτή της ύλης, η οποία κατ’ αυτούς προϋπήρχε και δε δημιουργήθηκε από Αυτόν.
Συνεπώς σαν Causa Prima ο Θεός, είναι κατ’ ανάγκην Causa Sui, δηλ. αυτό-αίτιον, διότι αλλοιώς δεν θα ήταν Causa Prima.
Κατά συνέπεια, η ερώτηση "από πού προήλθε ο Θεός", ή "ποιος τον έκανε" είναι σε τελευταία ανάλυση χωρίς σημασία, γιατί είναι σαν να ρωτάμε ποιος έκανε τον Αιώνιο. Ο Αιώνιος όμως, για να είναι αιώνιος δεν έχει αρχή. Ή δεχόμαστε ότι ο Θεός για να είναι Θεός είναι αυθύπαρκτος και αιώνιος, οπότε το ερώτημα είναι εξ’ αρχής αντιφατικό με την έννοια του Θεού και άνευ σημασίας, ή αν δεχθούμε ότι ο Θεός δεν είναι αυθύπαρκτος και αιώνιος τότε δεν είναι Θεός, όπως τον εννοεί και τον αποδέχεται η χριστιανική ομολογία.
Σ’ αυτή την περίπτωση θα πρέπει να διαλέξουμε μεταξύ του ερωτήματος-διλήμματος: Αν ο Θεός δεν είναι αιώνιος, αυθύπαρκτος και δημιουργός του κόσμου, τότε από πού προήλθε ο κόσμος;
Ο κόσμος θα πρέπει ή να προήλθε από το τίποτα, από το μηδέν, ¾ πράγμα άτοπο και παράλογο, διότι τίποτα δεν γίνεται από το τίποτα και σαν αιτιατό πρέπει να έχει την αιτία του εκτός εαυτού, όπως σημειώσαμε παραπάνω ¾, ή πρέπει να είναι αιώνιος, άρα αυτό-αίτιος, ή να δημιουργήθηκε.
Η ΜΗ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ - ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ;
Είναι ο κόσμος αιώνιος; Έτσι πίστευαν οι υλιστές του περασμένου αιώνα. Ας θυμηθούμε εδώ για λίγο το βιβλίο ¾ ευαγγέλιο της «υλιστικής κοσμοθεωρίας» του Μπύχνερ, «Δύναμη και Ύλη» ¾ και τόσα άλλα.
Το ότι όμως ο κόσμος και η ύλη που τον συνθέτει δεν είναι αιώνιος δεν συζητιέται σήμερα πλέον. Διότι οι επιστήμονες μιλούν απερίφραστα για ηλικία του σύμπαντος. Και την ανεβάζουν μάλιστα, σε 15-20 δισεκατομμύρια χρόνια. Οι υπολογισμοί τους στηρίζονται κυρίως στο νόμο του E. Hubble, το νόμο δηλ. της διαστολής του σύμπαντος, σύμφωνα με τον οποίο τα γαλαξιακά συστήματα απομακρύνονται με ταχύτητα το ένα από το άλλο, γιατί λαμβάνει χώρα σ’ αυτά η κεντρόφυγος κίνηση των σπειροειδών νεφελοειδών. Σήμερα, μάλιστα, η κοσμολογία ασχολείται με την κατάσταση του σύμπαντος κατά το 10-43 δευτερόλεπτο της ζωής του. Και ο χρόνος αυτός, όπως γίνεται δεκτό, είναι στην ουσία η στιγμή της δημιουργίας του σύμπαντος. Αλλά και άλλες επιστημονικές παρατηρήσεις επιβεβαιώνουν το παραπάνω συμπέρασμα, παρόλον που η επιστήμη με τα σημερινά δεδομένα αδυνατεί να απαντήσει στο ερώτημα στο τί προκάλεσε και γιατί προκάλεσε την τρομερή έκρηξη της αρχικής εκείνης ύλης και φωτός που γέννησε το Σύμπαν (Big-Bang).
Ανεξάρτητα του αν ο παραπάνω χρονικός προσδιορισμός είναι σωστός ¾ υποκείμενος σε μελλοντικές αυξομειώσεις¾, γεγονός είναι, ότι, το υλικό σύμπαν δεν είναι αιώνιο, όπως τούτο προκύπτει ιδιαίτερα απ’ το δεύτερο θερμοδυναμικό νόμο ή αρχή του Carnot-Clausius και του Λόρδου Κέλβιν, γνωστή ως εντροπία.
Σύμφωνα με την αρχή αυτή, όλες οι φυσικές μεταβολές γίνονται προς μία μη αναστρέψιμη κατεύθυνση. Στο σύμπαν ¾ που θεωρείται κλειστό σύστημα ¾, το άθροισμα της υλης και ενέργειας παραμένει ποσοτικά σταθερό, αλλά ποιοτικά υποβαθμίζεται και τείνει στη μέγιστη τιμή εντροπίας[1]
Aκόμα και από τις μετρήσεις των ραδιενεργών στοιχείων που μεταστοιχειώνονται σε μη ραδιενεργά όπως π.χ. το ουράνιο σε μόλυβδο κλπ, προκύπτει η μη αιωνιότητα του σύμπαντος. Σ' ένα αιώνιο σύμπαν η μεταστοιχείωση αυτή θα είχε συντελεστεί προ πολλού. Το γεγονός ότι συνεχίζεται, μαρτυρεί για το αντίθετο. Όλα λοιπόν τα υπάρχοντα στοιχεία συγκλίνουν στο να καταδείξουν την ¾ έστω στο πολύ απομακρυσμένο παρελθόν ¾ γένεση (δημιουργία) του σύμπαντος.
Κατά συνέπεια η μόνη λογική και αποδεκτή εκδοχή είναι ότι ο κόσμος πρέπει να έχει δημιουργηθεί, όσο κι αν αυτή είναι μια σκληρή αλήθεια για μερικούς επιστήμονες και διανοούμενους, που επί χρόνια είναι εξοικειωμένοι με την έννοια της αιωνιότητας και της αφθαρσίας της ύλης. Όπως έγραψε ο γερμανός αστροφυσικός καθηγητής Χ. Φοχτ (H. Vogt): "Τα αστρικά συστήματα και ο κόσμος ολόκληρος έχουν την ιστορία τους. Δεν προήλθαν απ' την αιωνιότητα αλλά δημιουργήθηκαν και ακολουθούν μιαν ορισμένη εξέλιξη ... ο κόσμος δεν μπορεί να υπάρχει αφ' εαυτού. Έχει την ανάγκη ενός αιτίου, το οποίον δεν χρειάζεται άλλο αίτιο ..."[2]
Με έναν παρόμοιο τρόπο σχολίασε το θέμα ο διάσημος μαθηματικός και αστρονόμος Εντμουντ Ουάϊττεικερ (E. Whittaker) λέγοντας ότι: "η βαθύτερη κατανόηση του σύμπαντος διάνοιξε νέες απόψεις που συνηγορούν για την πίστη προς τον Θεό."[3]
Ακόμα πιο σαφής είναι ο μεγάλος αμερικανός αστρονόμος, φυσικός και γεωλόγος, διευθυντής της ΝΑΣΑ, Ρόμπερτ Τζάστροου (R. Jastrow), ο οποίος γράφει: "Η ουσία όλων αυτών των ανακαλύψεων είναι ότι το σύμπαν είχε μια επακριβώς καθορισμένη αρχή: ότι γεννήθηκε σε μια δεδομένη χρονική στιγμή ... Αν παρακολουθήσουμε χρονικά προς τα πίσω τις πορείες των απομακρυσμένων γαλαξιών, ανακαλύπτουμε ότι όλοι τους συσπειρώνονται σ' ένα σημείο πριν από 20 περίπου δισεκατομμύρια χρόνια ... Τα βασικά στοιχεία της βιβλικής "Γένεσης" και των σχετικών αστρονομικών περιγραφών είναι κοινά: Βίβλος και αστρονόμοι συμφωνούν ότι η αλληλουχία των γεγονότων που καταλήγει στον άνθρωπο, άρχισε ξαφνικά και απότομα σε ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο, μέσα σε μία λάμψη φωτιάς και ενέργειας".
Επίσης σημείωσε: "Στην επσιτήμη όπως και στη Βίβλο, ο κόσμος αρχίζει με μια πράξη δημιουργίας. Η άποψη αυτή δεν υποστηριζόταν πάντα από τους επιστήμονες. Μόνο μετά από τις πολύ πρόσφατες ανακαλύψεις μπορούμε να πούμε, με κάποιο σχετικό βαθμό βεβαιότητας, πως ο κόσμος δεν υπάρχει ανέκαθεν, πως ξεκίνησε απότομα χωρίς καμιά φαινομενική αιτία, μ' ένα κυριολεκτικά κοσμοϊστορικό γεγονός που αψηφάει κάθε επιστημονική εξήγηση. Αυτό το συμπέρασμα έρχεται σαν "σοκ".[4]
Την εμφάνιση της ζωής στη γη ο Τζάστροου τη χαρακτήρισε σαν ένα θαύμα ¾ ένα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν πολλοί επιστήμονες όπως π.χ. και ο Paul Dirac (βραβείο Νόμπελ Φυσικής 1933).
Ο φυσικός Paul Davis υποστηρίζει ότι "η σπουδαιότερη ανακάλυψη της εποχής μας είναι ότι το υλικό σύμπαν δεν υπήρχε πάντοτε."[5]
Δεν μπορούμε λοιπόν να ξεφύγουμε από την ασφυκτική λαβή του διλήμματος. "Δυοίν θάττερον": ή ο κόσμος είναι αιώνιος ¾ οπότε μας είναι μάλλον περιττή η έννοια του Θεού-δημιουργού ¾ ή ο Θεός που τον δημιούργησε είναι αιώνιος. Και εφόσον σήμερα γίνεται επιστημονικά αποδεκτό, ότι ο κόσμος δεν είναι αιώνιος, αλλά έχει αρχή, αλλοιώνεται και μεταβάλλεται, κατ' ανάγκην, πρέπει να δεχθούμε ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε από ένα όν απόλυτο, αμετάβλητο, εξω-υλικό, υπερ-υλικό, υπερ-αισθητό, εξω-χρονικό, ένα όν που να μην υπόκειται στις μεταβολές του χωρόχρονου. Ένα όν που όλος ο χρόνος (παρελθόν, παρόν και μέλλον) γι' αυτόν είναι "τώρα" και όλος ο χώρος είναι "εδώ".
Ο ΘΕΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΩΡΟΧΡΟΝΟΣ
Το συμπέρασμα της δημιουργίας του κόσμου βέβαια, δεν συνάγεται μόνο από τη χρονικότητα του σύμπαντος, συνάγεται και από τη δομή του, την τάξη που επικρατεί σ' αυτό, την αρμονία, την ακριβή κίνηση των ουρανίων σωμάτων κλπ. Πρώτος ο φιλόσοφος Πυθαγόρας (580-490 π.Χ.) ονόμασε το σύμπαν "κόσμο", δηλ. κόσμημα, στολίδι. "ʼπας ο βίος συντέτακται προς το ακολουθείν τω Θεώ, επειδή γαρ έστι Τε Θεός και ούτος πάντων κύριος", έλεγε ο Πυθαγόρας. Και ο Σταγειρίτης φιλόσοφος Αριστοτέλης που αποκαλούσε την πρώτη αιτία ως το πρώτον "κινούν ακίνητον" (Μετά τα Φυσικά , ΧΙ, 7:1702α) κατέληξε με την ισχυρή λογική του διάνοια και την παρατήρηση στο ότι: "ταύτα ουκ άνευ τέχνης παντελούς δεδημιούργηται, αλλά και ην και εστιν ο του παντός δημιουργός".
Αυτού του είδους οι παρατηρήσεις οδήγησαν κατά περιστάσεις ακόμα και αθεϊστές ή αγνωστικιστές να δεχτούν την ύπαρξη μιας ανώτατης διάνοιας. Έτσι, σύμφωνα με τον μεγάλο Βρετανό αστρονόμο Sir James Jeans, το σύμπαν "παρουσιάζει ενδείξεις υπάρξεως μιας σκεπτόμενης και ελέγχουσας ελλόγου Δυνάμεως". Πιο πρόσφατα ο διάσημος αστροφυσικός Φρεντ Χόυλ (Frend Hoyle) στο βιβλίο του The Intelligent Universe, σελ. 9, έγραψε ότι η προέλευση του σύμπαντος απαιτεί νοημοσύνη ανώτερου επιπέδου, "μια νοημοσύνη που προηγήθηκε από εμάς και η οποία οδήγησε στην εκούσια πράξη της δημιουργίας των δομών που είναι κατάλληλες για ζωή". Γι' αυτό δεν είναι παράξενο να συλλάβουμε το γεγονός ότι και ο φιλόσοφος Βολταίρος, καίτοι ορθολογιστής, έφθασε να πει ότι, κι αν δεν υπήρχε Θεός, θα έπρεπε να τον επινοήσουμε, γιατί όλη η φύση μας φωνάζει ότι όντως υπάρχει.
Ο Θεός λοιπόν για να είναι Θεός, είναι αναπόφευκτα αιώνιος. Και ως αιώνιος κατά λογική συνέπεια και συνέχεια, είναι αίδιος δηλ., άναρχος και φυσικά ατελεύτητος. Είναι όπως έλεγε ο Θαλής ο Μιλήσιος όν αγέννητον "μήτε αρχήν έχον μήτε τελευτήν".
Πολύ χαρακτηριστικά αναφέρεται στην ιερή Βίβλο ως ο "ών", δηλ. ο (διαρκώς) υπάρχων, και ως ο "ων και ο ην και ο ερχόμενος".
από τα παραπάνω φαίνεται ότι ο Θεός δεν μπορεί να είναι "υλικός" στην υπόστασή του, αλλά είναι μη φυσικός στην ουσία, δεν υπόκειται στους νόμους που υπόκειται η ύλη και η ενέργεια, και είναι υπεράνω τόπου και χρόνου. Γι' αυτό είναι Θεός ο ΘΕΟΣ. Μπορεί να φαίνεται "δύσκολο να κατανοήσουμε πως ένας άχρονος Θεός μπορεί να ενεργεί μέσα στο χρόνο" όπως σημειώνει ο Davies (τα αραιά γράμματα - δικά μου), αλλά αυτό δε σημαίνει ότι όλα όσα συμβαίνουν μπορούμε να τα κατανοήσουμε, και ό,τι δεν κατανοούμε, δεν μπορεί να συμβαίνει. Η διανοητική δυσκολία μας στο να συλλάβουμε την ακριβή φύση του χρόνου ή τη δυνατότητα επέμβασης του άχρονου Θεού μέσα στο χρόνο, δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο κόσμος έχει κάποια αρχή και ηλικία. Και ακόμα, ότι είναι δομημένος και οργανωμένος έτσι, που να μαρτυρεί την ύπαρξη ενός ανώτατου αυτοαίτιου όντος που τον δημιούργησε, και τον προγραμμάτισε να λειτουργεί έτσι όπως λειτουργεί.[6]
Αυτό το όν που με επαγωγικούς συλλογισμούς και επιστημονικά και λογικά επιχειρήματα οδηγούμαστε να αποδεχθούμε την ύπαρξή του, είναι αυτό που η Χριστιανική πίστη αποκαλέι Θεό, και δέχεται ακριβώς σαν αιώνιο, αυθύπαρκτο, πάνσοφο και παντοδύναμο δημιουργό του σύμπαντος και της ζωής, όπως ο ίδιος αυτό-αποκαλύπτεται μέσα στις σελίδες των ιερών κειμένων της Βίβλου.
Ο μεγάλος Βρεττανός επιστήμων Ισαάκ Νέυτων κάποτε, παρατήρησε τα εξής, στο κλασσικό έργο του Principia (Αρχές) : "Το σύμπαν υπάρχει. Με την ύπαρξή του αυτή, παρουσιάζεται σαν γεγονός θαυμαστό, που προϋποθέτει μιαν άπειρη δύναμη μέσα του. Μια ολότητα μεγαλύτερη οποιουδήποτε μέρους ... Το θαύμα δεν συνίσταται στην έλλειψη κρίκων συνδετικών από αίτιον σε αίτιον, αλλά σε αυτή την ίδια την ύπαρξη της αλυσίδας των φαινομένων. Αυτή αποτελεί το απύθμενο μυστήριο, το αναμφισβήτητο θαύμα που γνωρίζουμε, το οποίο μας ανάγει στις ιδιότητες του Θεού".
Ο Νεύτων κατέληξε επαγωγικά στο να πει τα παραπάνω σοφά λόγια. Αλλά είναι γεγονός ότι τον Θεό ¾ ενώ ο ίδιος αυτοαποκαλύπτεται μέσω του βιβλίου της φύσης και της Αγίας Γραφής, τελικά Τον ανακαλύπτουν, μόνον όσοι επίμονα Τον αναζητούν.
Δ.Κ.Τ.
[1] James Jeans, Το Μυστηριώδες Σύμπαν (ελλ.μεταφρ.Λ.Λιώκη) σελ. 118-119.
[2] H. Vogt, Kosmos und Gott (Heidelberg 1951), σελ. 102
[3] E. Whittaker, Space and Spirit (London 1946), σελ. 135.
[4] R. Jastrow, Reader's Digest (Επιλογές, Φεβρ. 1982) σελ. 34, και του ίδιου, "Μέχρι να Πεθάνει ο Ήλιος" (Κρόνος, 1979) σελ. 20.
[5] Paul Davis, Superforce, London 1990, σελ. 5.
[6] Βλ. π.χ. R.E.D. Clark, The Universe: Play or Accident? (1961) και πρβλ. άρθρο "Ο Θεός και το Big Bang" εφημ. Βήμα της Κυριακής 2/4/1989, σελ. 22\
Ενδιαφερον Internet Sites:
http://users.hellasnet.gr/panelppv/ppugr0.htm
http://www.rel.gr/
http://www.rel.gr/pages/Meletes/gerontiko.php
http://agrino.org/orthodoxy/gr/
***Copy and then Paste***
Edited by - Avramis on 12/03/2004 00:27:58
Εχεις γραψει "Σε μια θρησκεία, το ‘κοινό’ στο οποίο απευθύνεσαι δεν έχει στην συντριπτική του πλειοψηφία υψηλό επίπεδο φιλοσοφικής μόρφωσης. Γράφοντας κείμενα που είναι δυσνόητα φοβούμαι ότι στόχος του συγγραφέα δεν είναι η κατανόηση εκ μέρους του κοινού αυτού των όποιων μηνυμάτων αλλά η δυνατότητα να τα μεταφράζουμε κατά το δοκούν."
Μπορει και να εισαι και ορθος στο οτι, στην συντριπτική του πλειοψηφία το Ορθοδοξο Χριστιανικο 'κοινο' στερειτε υψηλου επίπεδου φιλοσοφικής μόρφωσης.Εξαλλου, ενας σωστος Ορθοδοξος Χριστιανος σωστο ειναι να πιστευει με την καρδια του τα οσα διδασκεται απο το Ορθοξο δογμα και τους αγιους της εκκλησιας του παρα να καθετε να φιλοσοφει - Pascal " Ο Θεος γινεται περισσοτερο αποδεκτος με τη καρδια παρα με τη λογικη"-. Η διάνοια όμως των περισσοτερων ανθρώπων δεν ικανοποιείται μ’ αυτή την θέση,ουτε νομιζω και η δικη σου, ετσι θα συνεχισω και θα αναφερθω σε αρχαιος μεγαλους Ελληνες φιλοσοφους ελπιζοντας να σε ικανοποιησω.
Οι παρακατω σπουδαιοι ΄Ελληνες σοφοί της προχριστιανικής εποχής, χωρίς να δεχθούν καμιά επίδραση θρησκευτική από το Χριστιανισμό ή κάποια άλλη μονοθεϊστική τάση, έφθασαν να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει ένας Δημιουργός του Σύμπαντος.
Θαλής ο Μιλήσιος - έζησε τον 6ο αιώνα π.Χ. Ο Θαλής που ήταν μαθηματικός, παρατηρώντας τους αστέρες και τον κόσμο γενικώτερα, και τη φύση, κατέληξε όχι μόνο να παραδεχθεί ότι υπάρχει Θεός, αλλά να τον ορίσει ορθώς, ότι είναι πρεσβύτατος των όντων, και Αυτός που δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος: «Πρεσβύτατον των όντων Θεός, αγέννητον γαρ× μήτε αρχήν έχον μήτε τελευτήν». Συνέλαβε δηλ. ο Θαλής πολύ ορθά με μόνη τη λογική σκέψη, ότι ο Θεός για να είναι Θεός, είναι άναρχος και αίδιος αλλά και αθάνατος. Ιδιότητες δηλ. του Θεού που αποκαλύπτονται από τον ίδιο, μέσα στην Ιερή Βίβλο των χριστιανών. Κάνοντας δε ένα βήμα παραπάνω κατέληξε στο να πει: «Κάλλιστον κόσμος× ποίημα γαρ Θεού» δηλ. ο κόσμος είναι άριστος, ο καλύτερος δυνατός, διότι είναι δημιούργημα του Θεού. Κάτι ανάλογο μ’ αυτό μας λέει η Γένεσις, ότι όσα δημιούργησε ο Θεός ήσαν «καλά λίαν» (Γεν. 1:31-εβρ. Τώβ Μεώδ).
Ξενοφάνης - Απο την Κολοφώνα (580-475 π.Χ.) αποκηρύσσοντας τους ανθρωπόμορφους θεούς των συμπατριωτών του καθώς και τις ανθρωποπαθείς εκφράσεις και εμφανίσεις τους, παρατήρησε ότι αν τα ζώα είχαν θεούς, σίγουρα θα τους έκαναν ζωόμορφους. Όπως δηλ. οι άνθρωποι κατασκευάζουν και επινοούν θεούς ανθρωπό-μορφους με ανθρώπινες αδυναμίες και πάθη. ΄Ετσι εξ αντιδιαστολής, κατέληξε ο Ξενοφάνης στο να πεί ότι Ένας Θεός υπάρχει μέσα σε θεούς και ανθρώπους κι αυτός «ούτε κατά την μορφή όμοιος με τους ανθρώπους (είναι) ούτε κατά την σκέψη, όλος στοχάζεται κι όλος θωρεί κι όλος ακούει κι ακίνητος στον ίδιο τόπο πάντα μένει».
Ηράκλειτος - (544-484 πΧ), ο επωνομασθείς σκοτεινός, λόγω της βαθύτητας της σκέψης του, σε κάποιον αφορισμό του φαίνεται να έχει υλιστική αντίληψη λέγοντας ότι ο κόσμος αυτός είναι αιώνιος, ούτε κανείς απ’ τους θεούς τον έκανε «αλλ’ ην αεί και έστι και έσται» (Ντιλς Ι, σελ.158). Ωστόσο, παρά την όντως αυτή υλιστική του αντίληψη, -η οποία σημειωτέον αφορά την προέλευση του κόσμου και της ύλης μόνο -, σ’ άλλους αφορισμούς του δέχεται ότι υπάρχει Θεός και μάλιστα συγκρινόμενος ο άνθρωπος ο πιο σοφός με τον Θεό, μοιάζει με έναν πίθηκο που θα προσπαθούσε να τον συναγωνισθεί. «Ανθρώπων ο σοφώτατος προς Θεόν πίθηκος φανείται και σοφία και κάλλει και τοίς άλλοις πάσιν» (Ντιλς Ι, σελ. 169). Ακόμα ο Ηράκλειτος, είπε κάτι άλλο πολύ σπουδαίο: ότι όσα κάνει ο Θεός δε μπορεί παρά ως εκ της φύσεώς του ως δίκαιος και αγαθός, να είναι όλα δίκαια και αγαθά, ανεξάρτητα που οι άνθρωποι πολλά απ’ αυτά δεν καταλαβαίνουν και άλλα τα θεωρούν δίκαια και άλλα άδικα, ανάλογα κατά πως τα καταλαβαίνουν με την απλή τους σκέψη και κατά πως τους συμφέρει. Επί λέξει είπε: «Τω μεν Θεώ καλά πάντα και αγαθά και δίκαια. ΄Ανθρωποι δε ά μεν άδικα υπειλήφασιν, ά δε δίκαια». Βλέπουμε δηλ. εδώ, ο Ηράκλειτος να καταλήγει σ΄ένα συμπέρασμα που κατ’ επανάληψη τονίζουν οι συγγραφείς της Βίβλου και να συμφωνεί με την θεία αποκάλυψη. Ακόμα ο Ηράκλειτος για να προσδιορίσει το θείον, χρησιμοποίησε τη λέξη Λόγος : «Του δε λόγου τουδ’ εόντος αεί..».
Την ύπαρξη του Θεού από την τάξη και την ομορφιά του κόσμου συνήγαγε και ο Αναξαγόρας (500-428 πΧ) λέγοντας το περίφημο ρητό του «Πάντα διεκόσμησε Νόος». Για τον Αναξαγόρα δηλ. όπως και για τον Πυθαγόρα που ονόμασε πρώτος το σύμπαν ‘κόσμο’ (στολίδι, κόσμημα) είχε μεγάλη σημασία η ευρυθμία , η τάξη και η ομορφιά που παρατηρείται στη φύση.
Πυθαγόρας - (580-490 πΧ), περίφημος για το πυθαγόρειο θεώρημά του και για άλλες μαθηματικές ανακαλύψεις. Ο Πυθαγόρας, μελετώντας τη φύση και τον κόσμο γενικώτερα, κάνοντας χρήση των μαθηματικών και της πρακτικής σκέψης, έφθασε στο συμπέρασμα όχι μόνον ότι υπάρχει Θεός, αλλά ότι Αυτός είναι και Κύριος, δηλ. Εξουσιαστής όλων. Και ότι όλη η ζωή μας είναι έτσι δομημένη, ώστε να στρεφόμαστε σ’ Αυτόν και να τον ακολουθούμε. Παραθέτω επί λέξει το απόφθεγμα του Πυθαγόρα: «Πας ο βίος συντέτακται προς το ακολουθείν τω Θεώ. Επειδή γαρ εστί τε Θεός και ούτος πάντων Κύριος».
΄Ετσι και ο Πυθαγόρας κατέληξε με μόνη την παρατήρηση και τη λογική, σ’ ένα πολύ ενδιαφέρον συμπέρασμα που έμμεσα έκανε χρήση του και ο απ.Παύλος στον Άρειο Πάγο μιλώντας στους ΄Ελληνες, επικαλούμενος μάλιστα τους δικούς τους σοφούς: «του γαρ και γένος εσμέν» και «εν αυτώ γαρ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν» (Πράξεις 17:28).
Πλάτωναs - (427-347 πΧ),κατέχει εξέχοντα θέση στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία.κι αυτός κάνοντας χρήση της λογικής και της παρατήρησης, κατέληξε στο να πει ότι ο Θεός είναι ένας μέγιστος μαθηματικός για να υπάρχει ένας τέτοιος όμορφος και ορθά δομημένος κόσμος ( Αεί ο Θεός γεωμετρεί). Αλλά ο Πλάτων προχώρησε ακόμα περισσότερο: συνέλαβε μερικές από τις πραγματικές ιδιότητες του Θεού όπως είναι η σοφία, η καλωσύνη και η αγαθωσύνη του, λέγοντας: «Το θείον καλόν, σοφόν, αγαθόν και παν ό,τι τοιούτον» (Φαίδρος 246Ε). Και ακόμα: «Τω όντι ο Θεός σοφός…η ανθρώπινη σοφία ολίγον τινός αξία εστί και ουδενός» (Απολογία Σωκράτη 23Α). Αλλά ο Πλάτων, ο μαθητής του διαλεκτικού Σωκράτη προχώρησε πιο βαθιά θεολογώντας: Συνέλαβε ορθά το πρόβλημα της θεοδικίας, το γιατί δηλ. υπάρχει κακό στον κόσμο παρά την ύπαρξη παντοδύναμου και σοφού δημιουργού. Και κατέληξε ότι εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος του κακού το θείον, αλλά αλλού πρέπει να αναζητηθούν τα αίτια της κακίας στον κόσμο, και κυρίως στον άνθρωπο. «Θεός ουδαμή ουδαμώς άδικος» (Φαίδρος 246) είπε ο Πλάτων, και ακόμα: «Των κακών άλλ’ άττα δει ζητείν τα αίτια, αλλ’ ού τον Θεό» [Για τις συμφορές πρέπει να αναζητούμε οπουδήποτε αλλού τα αίτια και όχι στο Θεό] (Πολιτεία 779C).
Τέλος ο Πλάτων απαντώντας στον υποκειμενισμό των σοφιστών και μάλιστα του Πρωταγόρα που θεωρούσε ότι ο άνθρωπος είναι κριτήριο πάντων, αφού αυτός καθορίζει και αποφασίζει περί ορθού και εσφαλμένου, αντέταξε το περίφημον «Θεός ημίν μέτρον πάντων χρημάτων (=πραγμάτων)» (Νόμοι Δ΄ 716 C) δείχνοντας έτσι, ότι ύπατο κριτήριο για την ζωή και τον άνθρωπο δε μπορεί να είναι ο πεπερασμένος άνθρωπος, αλλά κάτι πολύ ανώτερο απ’ αυτόν, δηλ. ο Θεός.
Αριστοτέλης -(384-322 πΧ), ο μεγάλος Σταγηρίτης σοφός και επιστήμων,ο οποίος από πολλούς θεωρείται και ο θεμελιωτής πολλών επιστημών, αφού με την παρατήρηση και τη λογική του έθεσε τις βάσεις των φυσικών αλλά και των πολιτικών επιστημών. Είναι δε ασφαλώς και ο δημιουργός της λεγόμενης τυπικής λογικής. Ο Αριστοτέλης, βλέποντας την κίνηση που υπάρχει στον κόσμο κατενόησε ότι αυτή δεν μπορεί να είναι ιδιότητα της ύλης. Υποστήριξε έτσι, την άποψη, ότι η κίνηση των ουρανίων σωμάτων, θα πρέπει να προήλθε από ένα όν έξω της κίνησης και ασφαλώς υπέρτατον. Κατέληξε λοιπόν στο γνωστότατο συμπέρασμα ότι «Θεός εστί το πρώτον κινούν ακίνητον». Μ’ έναν επαγωγικό συλλογισμό που έκαμαν χρήση του και μεταγενέστεροι διανοητές όπως πχ ο Θωμάς ο Ακινάτης (11ος μΧ αι.), παρατηρώντας τη πολυπλοκότητα της φύσης και την ίδια την ζωή, συνήγαγε το συμπέρασμα ότι «ο Θεός αποτελεί την πηγή της ζωής, γιατί έχει ο ίδιος ζωή και συνεχώς είναι ζωντανό αίδιο άριστο ον» [Φαμέν δε τον Θεόν είναι ζώον αίδιον άριστον, ώστε ζωή και αιών συνεχής υπάρχει τω Θεώ] (Μετά τα φυσικά 1072 β, 24).
Ο Αριστοτέλης με τον αυστηρά επαγωγικό τρόπο σκέψης κατέληξε σ’ ένα πολύ ισχυρό κοσμολογικό-τελολογικό επιχείρημα. Επισήμανε ότι ο οιοσδήποτε λογικός άνθρωπος αν παρατηρήσει τη φύση και τα έργα και τα αποτελέσματα των λειτουργιών της, δεν μπορεί να καταλήξει στην αυθυπαρξία ή στην αιωνιότητα του κόσμου, αλλά στο ότι δημιουργήθηκε ο κόσμος από έναν καλλιτέχνη δημιουργό. Είπε επί λέξει: «Λογιείται δήπον (ο άνθρωπος) ότι πάντα ουκ άνευ τέχνης παντελούς δεδημιούργειται, αλλά και ην και εστίν ο τούδε του παντός δημιουργός» (Απόσπ.Αριστ. 12, Ρόζε). Αξιοπαρατήρητο είναι ότι ο Αριστοτέλης εδώ, τονίζει όχι μόνον ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε, όχι μόνο ήν δημιουργός, αλλά και εστίν, δηλ. συνεχίζει να υπάρχει, απαντώντας έτσι σ’ αυτούς που θα είχαν διάφορη γνώμη και τονίζοντας την συντήρηση του κόσμου από ένα δημιουργό που ενδιαφέρεται για τα έργα του. Την πρόνοια και κυβέρνηση του Θεού στον κόσμο, πολύ εύστοχα ο Αριστοτέλης την παρομοιάζει σαν την διακυβέρνηση ενός πλοίου από τον κυβερνήτη του, ή τον ηνίοχο ενός άρματος: «΄Οπερ εν νηί μεν κυβερνήτης, εν άρματι δε ηνίοχος, πόλει δε νόμος, εν στρατοπέδω δε ηγεμών, τούτο Θεός εν κόσμω».
Ο Αριστοτέλης διαβλέπει σκοπιμότητα (τέλος=σκοπός) στη φύση και στα όσα γίνονται μέσα στη φύση και όχι τυχαιότητα και ακαταστασία ή χάος. Γι’ αυτό και καταλήγει στον περίφημο αφορισμό «Ο Θεός και η φύσις ουδέν μάτην ποιούσιν» (Περί Ουρανού Α, 4). Ο Αριστοτέλης χρησιμοποίησε και τον όρο ‘εντελέχεια’ = εν αυτώ έχειν το τέλος, για να δείξει μ’ αυτήν, την σκοπιμότητα που εκδηλώνεται στη φύση, αλλά και την ικανότητα ανάπτυξης των ιδιοτήτων του ανθρώπου που βρίσκονται σε λανθάνουσα κατάσταση.Τελικά, δεν μπορεί κανείς παρά να εκπλαγεί, διαβάζοντας τα επόμενα λόγια του Σταγηρίτη σοφού, που χωρίς κάποια θεία αποκάλυψη, με μόνο τη λογική του σκέψη και την παρατήρηση, κατέληξε στο να πει ακριβώς αυτό που είπε ο απ.Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή× ό,τι θα μπορούσε να συναγάγει περί Θεού ένας εχέφρων άνθρωπος, δηλ. ότι ο Θεός αποκαλύπτεται ο ίδιος και οι ιδιότητές του από τα έργα του. Λέει ο Αριστοτέλης: «΄Εχουμε χρεός να θεωρούμε τον Θεό σαν πανίσχυρο πνεύμα, αθάνατο και τέλειο. Γιατί, μολονότι, είναι αόρατος στα μάτια των ανθρώπων, φανερώνεται στα έργα του»!
Επίκτητος - (50-120 μx). Ο Επίκτητος έγραψε ότι ο άνθρωπος είναι συγγενής του Θεού και ότι έχει μέσα του κάτι από τον ίδιο τον Θεό. Είναι ωραιότατη και η διαπίστωση και η διατύπωση, και κατανοητή χωρίς κάποια μετάφραση: «Συ (άνθρωπε) απόσπασμα ει Θεού× έχεις τι εν σεαυτώ μέρος Εκείνου. Τι ουν αγνοείς σου την συγγένειαν;» (Επίκτητου, Διατριβαί, 2,9,12).
Νομίζω ότι εδώ έχουμε με άλλη μορφή, την διαπίστωση του βιβλικού συγγραφέα ότι ο άνθρωπος επλάσθη κατ’ εικόνα και ομοίωση του Θεού (Εβρ. Σελέμ ντεμούτ, Γεν. 1:27) που σημαίνει πλάστηκε έτσι ώστε, να του μοιάζει πνευματικώς-ηθικώς (εικόνα) και με δυνατότητα να τελειοποιηθεί ακόμα περισσότερο μιμούμενος τον Θεό (ομοίωση). Δηλ. η εικόνα αναφέρεται σ’ ένα στοιχείο στατικό, ενώ η ομοίωση σ’ ένα εν σπέρματι δυναμικό στοιχείο. Στον καθένα εναπόκειται να αναπτύξει το δεύτερο, ή να καταχωνιάσει και να διαστρέψει και το πρώτο. Να παραμείνει παιδί Θεού ή να γίνει υπάνθρωπος.
Οι παραπάνω ΄Ελληνες σοφοί δεν είναι ασφαλώς οι μόνοι που μίλησαν για το Θεό και τα έργα του και τις ιδιότητές του. Υπάρχουν και άλλοι. Εδώ επιλέξαμε τους σπουδαιότερους και τις σπουδαιότερες ρήσεις τους. Ο καθένας μπορεί να διαπιστώσει ότι με μόνα εργαλεία, τη λογική σκέψη και την παρατήρηση, τις βασικές γνώσεις των μαθηματικών και της αστρονομίας, σε πόσο ορθά συμπεράσματα κατέληξαν. Βέβαια, δε θα μπορούσαν να προχωρήσουν περισσότερο. ΄Οσοι δε προχώρησαν, χωρίς τη θεία αποκάλυψη, ασφαλώς πλανήθηκαν σε άλλα θέματα, αλλά και σε παρεμφερή, καταλήγοντας όχι σπάνια στον αγνωστικισμό. Όπως αναγράφεται στο Πλατωνικό διάλογο ‘Τίμαιο’ (28c ): «Τον ποιητή και πατέρα του σύμπαντος τούτου, να εύρει κανείς είναι δύσκολο και αν τον εύρει είναι αδύνατο να τον αποκαλύψει σε όλους». Και ο Ηράκλειτος αναγνώρισε: «΄Ηθος γαρ ανθρώπειον μεν ουκ έχει γνώμας, θείον δ’ έχει (Δεν ανήκει στην ανθρώπινη φύση να κατέχει την αληθινή γνώση, ενώ αυτό είναι του ίδιου του θείου)».
Oiσπουδαιότεροι αρχαίοι σοφοί έχοντας άγνοια του Θεού του αληθινού και της Βίβλου, και κάνοντας χρήση θεόδοτων δώρων, κατέληξαν σ’ αυτό που είπε ο απ.Παύλος: «…διότι το γνωστόν του Θεού φανερόν εστίν εν αυτοίς× ο Θεός γαρ αυτοίς εφανέρωσεν. Τα γαρ αόρατα αυτού από κτίσεως κόσμου τοίς ποιήμασιν νοούμενα καθοράται, ή τε αίδιος αυτου δύναμις και θειότης, εις το είναι αυτοίς αναπολόγητους» ( Ρωμ.1: 19-20).
Οι άλλοι που δεν κατέληξαν και που σήμερα δεν καταλήγουν σ’ αυτό το συμπέρασμα, είναι απλώς αναπολόγητοι. Γιατί «φάσκοντες είναι σοφοί εμωράνθησαν…..εσκοτίσθη η ασύνετος αυτών καρδία» και σε τελευταία ανάλυση «εσεβάσθησαν και ελάτρευσαν τη κτίσει παρά τον κτίσαντα» (Ρωμ.1:22-23,25).
Δ.Κ.Τ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Ε.Σταμάτη, Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι (Αθήνα 1966)
Κ.Γεωργούλη, Ιστορία της Ελληνικής Φιλοσοφίας, τομ.Α (1975)
Κ.JASPERS, Εισαγωγή στη Φιλοσοφία (Αθήνα 1983)
Ν.Ματσούκα, Ιστορία της Φιλοσοφίας (Πουρνάρας, 1984)
Κ.Πόππερ & Ο.Gigon, Οι Προσωκρατικοί (κείμενο-μετάφραση), Εκδ.Imago
Αν δεχτούμε ότι ο Θεός “εποίησε” τον κόσμο με τη δική του ελεύθερη θέληση, όπως διδάσκει η Χριστιανική “κοσμοθεωρία”, τότε από που προήλθε αυτός ο Θεός; Αυτό είναι ένα συχνά προβαλλόμενο ερώτημα από τους υλιστές, τους αθεϊστές και τους πάσης φύσεως σκεπτικιστές.
Η απάντηση σ’ ένα ερώτημα εμπεριέχεται στην ίδια την ερώτηση, παρατήρησε κάποτε με εμβρίθεια, ο γνωστός Ινδός φιλόσοφος Κρίσναμούρτι. Αν αυτό αληθεύει γενικά, αληθεύει πολύ περισσότερο στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Για ν’ απαντήσει κανείς σ’ ένα τέτοιο ερώτημα, πρέπει προηγουμένως να ξεκαθαρίσει στη διάνοιά του την έννοια του Θεού. Αν γι’ αυτόν που ρωτάει, ο Θεός είναι μιά απρόσωπη, αφηρημένη δύναμη, που συχνά μάλιστα ταυτίζεται με τη φύση και τις δυνάμεις της και ίσως αποτελεί μέρος της φύσης, ή είναι ένα ον περιορισμένο υποκείμενο στον χώρο-χρόνο, το ερώτημα είναι θεμιτό - το ίδιο θεμιτό όπως και το ερώτημα ποιός έκαμε τον κόσμο.
Διότι το ερώτημα, στηρίζεται στην παρατήρηση της αλληλουχίας και αλυσίδας των φυσικών φαινομένων που οδηγεί από το αίτιον στο αιτιατόν. Εφ’ όσον γίνεται και λογικά αποδεκτόν ότι nihil ex nihilo fit, (τίποτα δεν γίνεται από το τίποτα), διότι “άνευ αιτίου και αρχής αδύνατον τι είναι ή γενέσθαι” (Αριστοτέλους Ρητορική, 4, 7) ο κόσμος σαν αιτιατό, πρέπει να έχει την αιτία του σ’ άλλο αίτιο, εκτός του εαυτού του. Γιατί αν είναι αιτία του εαυτού του, αυτό θα εσήμαινε ότι θα προηγούνταν του εαυτού του ¾ όπως εσημείωσε ορθά ο Θωμάς ο Ακινάτης ¾ πράγμα αδύνατον. ΄Ετσι, ο υλικός κόσμος, πρέπει να έχει αιτία του ένα αίτιον που προηγείται απ’ αυτόν. Και σαν τέτοιο θεωρείται ο άϋλος Θεός-Δημιουργός.
Η διάνοια όμως του ανθρώπου δεν ικανοποιείται μ’ αυτή την θέση. Προχωρεί πιο πέρα και θέτει το ερώτημα: Εφ’ όσον δεχθούμε ότι υπάρχει Θεός, κι αυτός σαν αιτιατό πρέπει να έχει κάποια αιτία. Από πού προήλθε, λοιπόν, ο Θεός;
ΕΝΑ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ
Εδώ όμως, έχουμε την πρώτη αντίφαση που εμπεριέχεται σ’ ένα τέτοιο ερώτημα. Διότι ο Θεός, κατά την Ιουδαιο-Χριστιανική Βιβλική αντίληψη (αλλά ακόμη και με την Μωαμεθανική έννοια) εξ ορισμού, είναι το Υπέρτατο Απόλυτο ον, ένα ον πνευματικό- εξωϋλικό, αυθύπαρκτο, απόλυτα ελεύθερο και παντοδύναμο, το αίτιο των αιτίων, ο σκοπός των σκοπών. Η έννοια του Θεού είναι άρρηκτα δεμένη ιδιαίτερα με τις ιδιότητες της αυθυπαρξίας και της αιωνιότητας, αλλοιώς, Θεός δεν νοείται. Κι αν νοήσουμε προς στιγμήν ένα όν υπερ-υλικό, ισχυρό, που να μην είναι αιώνιο και αυθύπαρκτο, και το ονομάσουμε κατά συγκατάβαση "Θεό", τότε αλλάζει, ή μάλλον αυτοαναιρείται η έννοια του Θεού. Διότι σ’ αυτή την περίπτωση, θα πρέπει πράγματι να αναζητήσουμε μιαν άλλη αιτία που δημιούργησε αυτό το όν, εφόσον τούτο δεν είναι αυθύπαρκτο και αιώνιο. Και στη συνέχεια, θα πρέπει να δεχτούμε ένα άλλο όν, που δημιούργησε το δεύτερο όν, κ.ο.κ. Έτσι, όμως, το όλο θέμα βυθίζεται στο χάος των αναπάντητων ερωτημάτων και μετατρέπεται σε μια "ατέλειωτη αναζήτηση" (unended quest). Και έτσι, ουσιαστικά, εκμηδενίζεται η έννοια του Θεού και είναι περιττό να συζητάμε γι’ Αυτόν και για την οποιαδήποτε προέλευσή του.
Ο Θεός όμως της Χριστιανικής ομολογίας ¾ γιατί γι’ αυτόν τον Θεό συνήθως τίθεται θέμα προελεύσεώς του από τους ορθολογιστές και τους σκεπτικιστές, μια και οι άλλες μη Χριστιανικές και μη Βιβλικές θρησκείες, όπως π.χ. ο Βουδισμός, δεν πιστεύουν σ’ έναν Θεό-πρόσωπο, απόλυτο κι αιώνιο. Ο Θεός της Βίβλου λοιπόν, εξ’ ορσιμού είναι Θεός αιώνιος μη έχων αρχήν μήτε τέλος ημερών. Είναι Θεός που κατοικεί την αιωνιότητα, υπάρχει από του αιώνος, έως του αιώνος, και κατά την παραστατικότατη έκφραση του προφήτη Δανιήλ είναι ο "Παλαιός των ημερών". Είναι πνεύμα υπεράνω της υλικής κτίσης την οποία δημιούργησε και ελέγχει, είναι παντοδύναμος και πάνσοφος. (Ιωαννης 4:24, Αποκ. 4:11, Εφεσ. 3:17, Ψαλμος 90:4, κ.α.)
Εξ’ ορισμού ο Θεός των Χριστιανών είναι η Πρώτη Αιτία (Causa Prima), και σαν πρώτη αιτία που παρήγαγε την κτίση όλη, είναι το απόλυτο όν που έφερε σε ύπαρξη την ύλη, το μη όν, με τις ενέργειές του μόνον (Creatio ex Nihilo). Αυτή είναι μια άποψη που όσο δύσκολο κι αν είναι να τη συλλάβουμε διανοητικά, είναι πάντως μοναδική σ’ όλες τις διδασκαλίες και αντιλήψεις των αρχαίων φιλοσόφων, λαών και θρησκειών. Γιατί μόνον η Βίβλος παρουσιάζει τη ριζοτομική άποψη της δημιουργίας του κόσμου στην κυριολεξία, ενώ οι αρχαίες θρησκείες και οι έλληνες φιλόσοφοι, μιλούν για Θεό ως οργανωτή της ύλης, η οποία κατ’ αυτούς προϋπήρχε και δε δημιουργήθηκε από Αυτόν.
Συνεπώς σαν Causa Prima ο Θεός, είναι κατ’ ανάγκην Causa Sui, δηλ. αυτό-αίτιον, διότι αλλοιώς δεν θα ήταν Causa Prima.
Κατά συνέπεια, η ερώτηση "από πού προήλθε ο Θεός", ή "ποιος τον έκανε" είναι σε τελευταία ανάλυση χωρίς σημασία, γιατί είναι σαν να ρωτάμε ποιος έκανε τον Αιώνιο. Ο Αιώνιος όμως, για να είναι αιώνιος δεν έχει αρχή. Ή δεχόμαστε ότι ο Θεός για να είναι Θεός είναι αυθύπαρκτος και αιώνιος, οπότε το ερώτημα είναι εξ’ αρχής αντιφατικό με την έννοια του Θεού και άνευ σημασίας, ή αν δεχθούμε ότι ο Θεός δεν είναι αυθύπαρκτος και αιώνιος τότε δεν είναι Θεός, όπως τον εννοεί και τον αποδέχεται η χριστιανική ομολογία.
Σ’ αυτή την περίπτωση θα πρέπει να διαλέξουμε μεταξύ του ερωτήματος-διλήμματος: Αν ο Θεός δεν είναι αιώνιος, αυθύπαρκτος και δημιουργός του κόσμου, τότε από πού προήλθε ο κόσμος;
Ο κόσμος θα πρέπει ή να προήλθε από το τίποτα, από το μηδέν, ¾ πράγμα άτοπο και παράλογο, διότι τίποτα δεν γίνεται από το τίποτα και σαν αιτιατό πρέπει να έχει την αιτία του εκτός εαυτού, όπως σημειώσαμε παραπάνω ¾, ή πρέπει να είναι αιώνιος, άρα αυτό-αίτιος, ή να δημιουργήθηκε.
Η ΜΗ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ - ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ;
Είναι ο κόσμος αιώνιος; Έτσι πίστευαν οι υλιστές του περασμένου αιώνα. Ας θυμηθούμε εδώ για λίγο το βιβλίο ¾ ευαγγέλιο της «υλιστικής κοσμοθεωρίας» του Μπύχνερ, «Δύναμη και Ύλη» ¾ και τόσα άλλα.
Το ότι όμως ο κόσμος και η ύλη που τον συνθέτει δεν είναι αιώνιος δεν συζητιέται σήμερα πλέον. Διότι οι επιστήμονες μιλούν απερίφραστα για ηλικία του σύμπαντος. Και την ανεβάζουν μάλιστα, σε 15-20 δισεκατομμύρια χρόνια. Οι υπολογισμοί τους στηρίζονται κυρίως στο νόμο του E. Hubble, το νόμο δηλ. της διαστολής του σύμπαντος, σύμφωνα με τον οποίο τα γαλαξιακά συστήματα απομακρύνονται με ταχύτητα το ένα από το άλλο, γιατί λαμβάνει χώρα σ’ αυτά η κεντρόφυγος κίνηση των σπειροειδών νεφελοειδών. Σήμερα, μάλιστα, η κοσμολογία ασχολείται με την κατάσταση του σύμπαντος κατά το 10-43 δευτερόλεπτο της ζωής του. Και ο χρόνος αυτός, όπως γίνεται δεκτό, είναι στην ουσία η στιγμή της δημιουργίας του σύμπαντος. Αλλά και άλλες επιστημονικές παρατηρήσεις επιβεβαιώνουν το παραπάνω συμπέρασμα, παρόλον που η επιστήμη με τα σημερινά δεδομένα αδυνατεί να απαντήσει στο ερώτημα στο τί προκάλεσε και γιατί προκάλεσε την τρομερή έκρηξη της αρχικής εκείνης ύλης και φωτός που γέννησε το Σύμπαν (Big-Bang).
Ανεξάρτητα του αν ο παραπάνω χρονικός προσδιορισμός είναι σωστός ¾ υποκείμενος σε μελλοντικές αυξομειώσεις¾, γεγονός είναι, ότι, το υλικό σύμπαν δεν είναι αιώνιο, όπως τούτο προκύπτει ιδιαίτερα απ’ το δεύτερο θερμοδυναμικό νόμο ή αρχή του Carnot-Clausius και του Λόρδου Κέλβιν, γνωστή ως εντροπία.
Σύμφωνα με την αρχή αυτή, όλες οι φυσικές μεταβολές γίνονται προς μία μη αναστρέψιμη κατεύθυνση. Στο σύμπαν ¾ που θεωρείται κλειστό σύστημα ¾, το άθροισμα της υλης και ενέργειας παραμένει ποσοτικά σταθερό, αλλά ποιοτικά υποβαθμίζεται και τείνει στη μέγιστη τιμή εντροπίας[1]
Aκόμα και από τις μετρήσεις των ραδιενεργών στοιχείων που μεταστοιχειώνονται σε μη ραδιενεργά όπως π.χ. το ουράνιο σε μόλυβδο κλπ, προκύπτει η μη αιωνιότητα του σύμπαντος. Σ' ένα αιώνιο σύμπαν η μεταστοιχείωση αυτή θα είχε συντελεστεί προ πολλού. Το γεγονός ότι συνεχίζεται, μαρτυρεί για το αντίθετο. Όλα λοιπόν τα υπάρχοντα στοιχεία συγκλίνουν στο να καταδείξουν την ¾ έστω στο πολύ απομακρυσμένο παρελθόν ¾ γένεση (δημιουργία) του σύμπαντος.
Κατά συνέπεια η μόνη λογική και αποδεκτή εκδοχή είναι ότι ο κόσμος πρέπει να έχει δημιουργηθεί, όσο κι αν αυτή είναι μια σκληρή αλήθεια για μερικούς επιστήμονες και διανοούμενους, που επί χρόνια είναι εξοικειωμένοι με την έννοια της αιωνιότητας και της αφθαρσίας της ύλης. Όπως έγραψε ο γερμανός αστροφυσικός καθηγητής Χ. Φοχτ (H. Vogt): "Τα αστρικά συστήματα και ο κόσμος ολόκληρος έχουν την ιστορία τους. Δεν προήλθαν απ' την αιωνιότητα αλλά δημιουργήθηκαν και ακολουθούν μιαν ορισμένη εξέλιξη ... ο κόσμος δεν μπορεί να υπάρχει αφ' εαυτού. Έχει την ανάγκη ενός αιτίου, το οποίον δεν χρειάζεται άλλο αίτιο ..."[2]
Με έναν παρόμοιο τρόπο σχολίασε το θέμα ο διάσημος μαθηματικός και αστρονόμος Εντμουντ Ουάϊττεικερ (E. Whittaker) λέγοντας ότι: "η βαθύτερη κατανόηση του σύμπαντος διάνοιξε νέες απόψεις που συνηγορούν για την πίστη προς τον Θεό."[3]
Ακόμα πιο σαφής είναι ο μεγάλος αμερικανός αστρονόμος, φυσικός και γεωλόγος, διευθυντής της ΝΑΣΑ, Ρόμπερτ Τζάστροου (R. Jastrow), ο οποίος γράφει: "Η ουσία όλων αυτών των ανακαλύψεων είναι ότι το σύμπαν είχε μια επακριβώς καθορισμένη αρχή: ότι γεννήθηκε σε μια δεδομένη χρονική στιγμή ... Αν παρακολουθήσουμε χρονικά προς τα πίσω τις πορείες των απομακρυσμένων γαλαξιών, ανακαλύπτουμε ότι όλοι τους συσπειρώνονται σ' ένα σημείο πριν από 20 περίπου δισεκατομμύρια χρόνια ... Τα βασικά στοιχεία της βιβλικής "Γένεσης" και των σχετικών αστρονομικών περιγραφών είναι κοινά: Βίβλος και αστρονόμοι συμφωνούν ότι η αλληλουχία των γεγονότων που καταλήγει στον άνθρωπο, άρχισε ξαφνικά και απότομα σε ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο, μέσα σε μία λάμψη φωτιάς και ενέργειας".
Επίσης σημείωσε: "Στην επσιτήμη όπως και στη Βίβλο, ο κόσμος αρχίζει με μια πράξη δημιουργίας. Η άποψη αυτή δεν υποστηριζόταν πάντα από τους επιστήμονες. Μόνο μετά από τις πολύ πρόσφατες ανακαλύψεις μπορούμε να πούμε, με κάποιο σχετικό βαθμό βεβαιότητας, πως ο κόσμος δεν υπάρχει ανέκαθεν, πως ξεκίνησε απότομα χωρίς καμιά φαινομενική αιτία, μ' ένα κυριολεκτικά κοσμοϊστορικό γεγονός που αψηφάει κάθε επιστημονική εξήγηση. Αυτό το συμπέρασμα έρχεται σαν "σοκ".[4]
Την εμφάνιση της ζωής στη γη ο Τζάστροου τη χαρακτήρισε σαν ένα θαύμα ¾ ένα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν πολλοί επιστήμονες όπως π.χ. και ο Paul Dirac (βραβείο Νόμπελ Φυσικής 1933).
Ο φυσικός Paul Davis υποστηρίζει ότι "η σπουδαιότερη ανακάλυψη της εποχής μας είναι ότι το υλικό σύμπαν δεν υπήρχε πάντοτε."[5]
Δεν μπορούμε λοιπόν να ξεφύγουμε από την ασφυκτική λαβή του διλήμματος. "Δυοίν θάττερον": ή ο κόσμος είναι αιώνιος ¾ οπότε μας είναι μάλλον περιττή η έννοια του Θεού-δημιουργού ¾ ή ο Θεός που τον δημιούργησε είναι αιώνιος. Και εφόσον σήμερα γίνεται επιστημονικά αποδεκτό, ότι ο κόσμος δεν είναι αιώνιος, αλλά έχει αρχή, αλλοιώνεται και μεταβάλλεται, κατ' ανάγκην, πρέπει να δεχθούμε ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε από ένα όν απόλυτο, αμετάβλητο, εξω-υλικό, υπερ-υλικό, υπερ-αισθητό, εξω-χρονικό, ένα όν που να μην υπόκειται στις μεταβολές του χωρόχρονου. Ένα όν που όλος ο χρόνος (παρελθόν, παρόν και μέλλον) γι' αυτόν είναι "τώρα" και όλος ο χώρος είναι "εδώ".
Ο ΘΕΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΩΡΟΧΡΟΝΟΣ
Το συμπέρασμα της δημιουργίας του κόσμου βέβαια, δεν συνάγεται μόνο από τη χρονικότητα του σύμπαντος, συνάγεται και από τη δομή του, την τάξη που επικρατεί σ' αυτό, την αρμονία, την ακριβή κίνηση των ουρανίων σωμάτων κλπ. Πρώτος ο φιλόσοφος Πυθαγόρας (580-490 π.Χ.) ονόμασε το σύμπαν "κόσμο", δηλ. κόσμημα, στολίδι. "ʼπας ο βίος συντέτακται προς το ακολουθείν τω Θεώ, επειδή γαρ έστι Τε Θεός και ούτος πάντων κύριος", έλεγε ο Πυθαγόρας. Και ο Σταγειρίτης φιλόσοφος Αριστοτέλης που αποκαλούσε την πρώτη αιτία ως το πρώτον "κινούν ακίνητον" (Μετά τα Φυσικά , ΧΙ, 7:1702α) κατέληξε με την ισχυρή λογική του διάνοια και την παρατήρηση στο ότι: "ταύτα ουκ άνευ τέχνης παντελούς δεδημιούργηται, αλλά και ην και εστιν ο του παντός δημιουργός".
Αυτού του είδους οι παρατηρήσεις οδήγησαν κατά περιστάσεις ακόμα και αθεϊστές ή αγνωστικιστές να δεχτούν την ύπαρξη μιας ανώτατης διάνοιας. Έτσι, σύμφωνα με τον μεγάλο Βρετανό αστρονόμο Sir James Jeans, το σύμπαν "παρουσιάζει ενδείξεις υπάρξεως μιας σκεπτόμενης και ελέγχουσας ελλόγου Δυνάμεως". Πιο πρόσφατα ο διάσημος αστροφυσικός Φρεντ Χόυλ (Frend Hoyle) στο βιβλίο του The Intelligent Universe, σελ. 9, έγραψε ότι η προέλευση του σύμπαντος απαιτεί νοημοσύνη ανώτερου επιπέδου, "μια νοημοσύνη που προηγήθηκε από εμάς και η οποία οδήγησε στην εκούσια πράξη της δημιουργίας των δομών που είναι κατάλληλες για ζωή". Γι' αυτό δεν είναι παράξενο να συλλάβουμε το γεγονός ότι και ο φιλόσοφος Βολταίρος, καίτοι ορθολογιστής, έφθασε να πει ότι, κι αν δεν υπήρχε Θεός, θα έπρεπε να τον επινοήσουμε, γιατί όλη η φύση μας φωνάζει ότι όντως υπάρχει.
Ο Θεός λοιπόν για να είναι Θεός, είναι αναπόφευκτα αιώνιος. Και ως αιώνιος κατά λογική συνέπεια και συνέχεια, είναι αίδιος δηλ., άναρχος και φυσικά ατελεύτητος. Είναι όπως έλεγε ο Θαλής ο Μιλήσιος όν αγέννητον "μήτε αρχήν έχον μήτε τελευτήν".
Πολύ χαρακτηριστικά αναφέρεται στην ιερή Βίβλο ως ο "ών", δηλ. ο (διαρκώς) υπάρχων, και ως ο "ων και ο ην και ο ερχόμενος".
από τα παραπάνω φαίνεται ότι ο Θεός δεν μπορεί να είναι "υλικός" στην υπόστασή του, αλλά είναι μη φυσικός στην ουσία, δεν υπόκειται στους νόμους που υπόκειται η ύλη και η ενέργεια, και είναι υπεράνω τόπου και χρόνου. Γι' αυτό είναι Θεός ο ΘΕΟΣ. Μπορεί να φαίνεται "δύσκολο να κατανοήσουμε πως ένας άχρονος Θεός μπορεί να ενεργεί μέσα στο χρόνο" όπως σημειώνει ο Davies (τα αραιά γράμματα - δικά μου), αλλά αυτό δε σημαίνει ότι όλα όσα συμβαίνουν μπορούμε να τα κατανοήσουμε, και ό,τι δεν κατανοούμε, δεν μπορεί να συμβαίνει. Η διανοητική δυσκολία μας στο να συλλάβουμε την ακριβή φύση του χρόνου ή τη δυνατότητα επέμβασης του άχρονου Θεού μέσα στο χρόνο, δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο κόσμος έχει κάποια αρχή και ηλικία. Και ακόμα, ότι είναι δομημένος και οργανωμένος έτσι, που να μαρτυρεί την ύπαρξη ενός ανώτατου αυτοαίτιου όντος που τον δημιούργησε, και τον προγραμμάτισε να λειτουργεί έτσι όπως λειτουργεί.[6]
Αυτό το όν που με επαγωγικούς συλλογισμούς και επιστημονικά και λογικά επιχειρήματα οδηγούμαστε να αποδεχθούμε την ύπαρξή του, είναι αυτό που η Χριστιανική πίστη αποκαλέι Θεό, και δέχεται ακριβώς σαν αιώνιο, αυθύπαρκτο, πάνσοφο και παντοδύναμο δημιουργό του σύμπαντος και της ζωής, όπως ο ίδιος αυτό-αποκαλύπτεται μέσα στις σελίδες των ιερών κειμένων της Βίβλου.
Ο μεγάλος Βρεττανός επιστήμων Ισαάκ Νέυτων κάποτε, παρατήρησε τα εξής, στο κλασσικό έργο του Principia (Αρχές) : "Το σύμπαν υπάρχει. Με την ύπαρξή του αυτή, παρουσιάζεται σαν γεγονός θαυμαστό, που προϋποθέτει μιαν άπειρη δύναμη μέσα του. Μια ολότητα μεγαλύτερη οποιουδήποτε μέρους ... Το θαύμα δεν συνίσταται στην έλλειψη κρίκων συνδετικών από αίτιον σε αίτιον, αλλά σε αυτή την ίδια την ύπαρξη της αλυσίδας των φαινομένων. Αυτή αποτελεί το απύθμενο μυστήριο, το αναμφισβήτητο θαύμα που γνωρίζουμε, το οποίο μας ανάγει στις ιδιότητες του Θεού".
Ο Νεύτων κατέληξε επαγωγικά στο να πει τα παραπάνω σοφά λόγια. Αλλά είναι γεγονός ότι τον Θεό ¾ ενώ ο ίδιος αυτοαποκαλύπτεται μέσω του βιβλίου της φύσης και της Αγίας Γραφής, τελικά Τον ανακαλύπτουν, μόνον όσοι επίμονα Τον αναζητούν.
Δ.Κ.Τ.
[1] James Jeans, Το Μυστηριώδες Σύμπαν (ελλ.μεταφρ.Λ.Λιώκη) σελ. 118-119.
[2] H. Vogt, Kosmos und Gott (Heidelberg 1951), σελ. 102
[3] E. Whittaker, Space and Spirit (London 1946), σελ. 135.
[4] R. Jastrow, Reader's Digest (Επιλογές, Φεβρ. 1982) σελ. 34, και του ίδιου, "Μέχρι να Πεθάνει ο Ήλιος" (Κρόνος, 1979) σελ. 20.
[5] Paul Davis, Superforce, London 1990, σελ. 5.
[6] Βλ. π.χ. R.E.D. Clark, The Universe: Play or Accident? (1961) και πρβλ. άρθρο "Ο Θεός και το Big Bang" εφημ. Βήμα της Κυριακής 2/4/1989, σελ. 22\
Ενδιαφερον Internet Sites:
http://users.hellasnet.gr/panelppv/ppugr0.htm
http://www.rel.gr/
http://www.rel.gr/pages/Meletes/gerontiko.php
http://agrino.org/orthodoxy/gr/
***Copy and then Paste***
Edited by - Avramis on 03/03/2004 18:45:04
Εχεις γραψει "Σε μια θρησκεία, το ‘κοινό’ στο οποίο απευθύνεσαι δεν έχει στην συντριπτική του πλειοψηφία υψηλό επίπεδο φιλοσοφικής μόρφωσης. Γράφοντας κείμενα που είναι δυσνόητα φοβούμαι ότι στόχος του συγγραφέα δεν είναι η κατανόηση εκ μέρους του κοινού αυτού των όποιων μηνυμάτων αλλά η δυνατότητα να τα μεταφράζουμε κατά το δοκούν."
Μπορει και να εισαι και ορθος στο οτι, στην συντριπτική του πλειοψηφία το Ορθοδοξο Χριστιανικο 'κοινο' στερειτε υψηλου επίπεδου φιλοσοφικής μόρφωσης.Εξαλλου, ενας σωστος Ορθοδοξος Χριστιανος σωστο ειναι να πιστευει με την καρδια του τα οσα διδασκεται απο το Ορθοξο δογμα και τους αγιους της εκκλησιας του παρα να καθετε να φιλοσοφει - Pascal " Ο Θεος γινεται περισσοτερο αποδεκτος με τη καρδια παρα με τη λογικη"-. Η διάνοια όμως των περισσοτερων ανθρώπων δεν ικανοποιείται μ’ αυτή την θέση,ουτε νομιζω και η δικη σου, ετσι θα συνεχισω και θα αναφερθω σε αρχαιος μεγαλους Ελληνες φιλοσοφους ελπιζοντας να σε ικανοποιησω.
Οι παρακατω σπουδαιοι ΄Ελληνες σοφοί της προχριστιανικής εποχής, χωρίς να δεχθούν καμιά επίδραση θρησκευτική από το Χριστιανισμό ή κάποια άλλη μονοθεϊστική τάση, έφθασαν να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει ένας Δημιουργός του Σύμπαντος.
Θαλής ο Μιλήσιος - έζησε τον 6ο αιώνα π.Χ. Ο Θαλής που ήταν μαθηματικός, παρατηρώντας τους αστέρες και τον κόσμο γενικώτερα, και τη φύση, κατέληξε όχι μόνο να παραδεχθεί ότι υπάρχει Θεός, αλλά να τον ορίσει ορθώς, ότι είναι πρεσβύτατος των όντων, και Αυτός που δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος: «Πρεσβύτατον των όντων Θεός, αγέννητον γαρ× μήτε αρχήν έχον μήτε τελευτήν». Συνέλαβε δηλ. ο Θαλής πολύ ορθά με μόνη τη λογική σκέψη, ότι ο Θεός για να είναι Θεός, είναι άναρχος και αίδιος αλλά και αθάνατος. Ιδιότητες δηλ. του Θεού που αποκαλύπτονται από τον ίδιο, μέσα στην Ιερή Βίβλο των χριστιανών. Κάνοντας δε ένα βήμα παραπάνω κατέληξε στο να πει: «Κάλλιστον κόσμος× ποίημα γαρ Θεού» δηλ. ο κόσμος είναι άριστος, ο καλύτερος δυνατός, διότι είναι δημιούργημα του Θεού. Κάτι ανάλογο μ’ αυτό μας λέει η Γένεσις, ότι όσα δημιούργησε ο Θεός ήσαν «καλά λίαν» (Γεν. 1:31-εβρ. Τώβ Μεώδ).
Ξενοφάνης - Απο την Κολοφώνα (580-475 π.Χ.) αποκηρύσσοντας τους ανθρωπόμορφους θεούς των συμπατριωτών του καθώς και τις ανθρωποπαθείς εκφράσεις και εμφανίσεις τους, παρατήρησε ότι αν τα ζώα είχαν θεούς, σίγουρα θα τους έκαναν ζωόμορφους. Όπως δηλ. οι άνθρωποι κατασκευάζουν και επινοούν θεούς ανθρωπό-μορφους με ανθρώπινες αδυναμίες και πάθη. ΄Ετσι εξ αντιδιαστολής, κατέληξε ο Ξενοφάνης στο να πεί ότι Ένας Θεός υπάρχει μέσα σε θεούς και ανθρώπους κι αυτός «ούτε κατά την μορφή όμοιος με τους ανθρώπους (είναι) ούτε κατά την σκέψη, όλος στοχάζεται κι όλος θωρεί κι όλος ακούει κι ακίνητος στον ίδιο τόπο πάντα μένει».
Ηράκλειτος - (544-484 πΧ), ο επωνομασθείς σκοτεινός, λόγω της βαθύτητας της σκέψης του, σε κάποιον αφορισμό του φαίνεται να έχει υλιστική αντίληψη λέγοντας ότι ο κόσμος αυτός είναι αιώνιος, ούτε κανείς απ’ τους θεούς τον έκανε «αλλ’ ην αεί και έστι και έσται» (Ντιλς Ι, σελ.158). Ωστόσο, παρά την όντως αυτή υλιστική του αντίληψη, -η οποία σημειωτέον αφορά την προέλευση του κόσμου και της ύλης μόνο -, σ’ άλλους αφορισμούς του δέχεται ότι υπάρχει Θεός και μάλιστα συγκρινόμενος ο άνθρωπος ο πιο σοφός με τον Θεό, μοιάζει με έναν πίθηκο που θα προσπαθούσε να τον συναγωνισθεί. «Ανθρώπων ο σοφώτατος προς Θεόν πίθηκος φανείται και σοφία και κάλλει και τοίς άλλοις πάσιν» (Ντιλς Ι, σελ. 169). Ακόμα ο Ηράκλειτος, είπε κάτι άλλο πολύ σπουδαίο: ότι όσα κάνει ο Θεός δε μπορεί παρά ως εκ της φύσεώς του ως δίκαιος και αγαθός, να είναι όλα δίκαια και αγαθά, ανεξάρτητα που οι άνθρωποι πολλά απ’ αυτά δεν καταλαβαίνουν και άλλα τα θεωρούν δίκαια και άλλα άδικα, ανάλογα κατά πως τα καταλαβαίνουν με την απλή τους σκέψη και κατά πως τους συμφέρει. Επί λέξει είπε: «Τω μεν Θεώ καλά πάντα και αγαθά και δίκαια. ΄Ανθρωποι δε ά μεν άδικα υπειλήφασιν, ά δε δίκαια». Βλέπουμε δηλ. εδώ, ο Ηράκλειτος να καταλήγει σ΄ένα συμπέρασμα που κατ’ επανάληψη τονίζουν οι συγγραφείς της Βίβλου και να συμφωνεί με την θεία αποκάλυψη. Ακόμα ο Ηράκλειτος για να προσδιορίσει το θείον, χρησιμοποίησε τη λέξη Λόγος : «Του δε λόγου τουδ’ εόντος αεί..».
Την ύπαρξη του Θεού από την τάξη και την ομορφιά του κόσμου συνήγαγε και ο Αναξαγόρας (500-428 πΧ) λέγοντας το περίφημο ρητό του «Πάντα διεκόσμησε Νόος». Για τον Αναξαγόρα δηλ. όπως και για τον Πυθαγόρα που ονόμασε πρώτος το σύμπαν ‘κόσμο’ (στολίδι, κόσμημα) είχε μεγάλη σημασία η ευρυθμία , η τάξη και η ομορφιά που παρατηρείται στη φύση.
Πυθαγόρας - (580-490 πΧ), περίφημος για το πυθαγόρειο θεώρημά του και για άλλες μαθηματικές ανακαλύψεις. Ο Πυθαγόρας, μελετώντας τη φύση και τον κόσμο γενικώτερα, κάνοντας χρήση των μαθηματικών και της πρακτικής σκέψης, έφθασε στο συμπέρασμα όχι μόνον ότι υπάρχει Θεός, αλλά ότι Αυτός είναι και Κύριος, δηλ. Εξουσιαστής όλων. Και ότι όλη η ζωή μας είναι έτσι δομημένη, ώστε να στρεφόμαστε σ’ Αυτόν και να τον ακολουθούμε. Παραθέτω επί λέξει το απόφθεγμα του Πυθαγόρα: «Πας ο βίος συντέτακται προς το ακολουθείν τω Θεώ. Επειδή γαρ εστί τε Θεός και ούτος πάντων Κύριος».
΄Ετσι και ο Πυθαγόρας κατέληξε με μόνη την παρατήρηση και τη λογική, σ’ ένα πολύ ενδιαφέρον συμπέρασμα που έμμεσα έκανε χρήση του και ο απ.Παύλος στον Άρειο Πάγο μιλώντας στους ΄Ελληνες, επικαλούμενος μάλιστα τους δικούς τους σοφούς: «του γαρ και γένος εσμέν» και «εν αυτώ γαρ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν» (Πράξεις 17:28).
Πλάτωναs - (427-347 πΧ),κατέχει εξέχοντα θέση στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία.κι αυτός κάνοντας χρήση της λογικής και της παρατήρησης, κατέληξε στο να πει ότι ο Θεός είναι ένας μέγιστος μαθηματικός για να υπάρχει ένας τέτοιος όμορφος και ορθά δομημένος κόσμος ( Αεί ο Θεός γεωμετρεί). Αλλά ο Πλάτων προχώρησε ακόμα περισσότερο: συνέλαβε μερικές από τις πραγματικές ιδιότητες του Θεού όπως είναι η σοφία, η καλωσύνη και η αγαθωσύνη του, λέγοντας: «Το θείον καλόν, σοφόν, αγαθόν και παν ό,τι τοιούτον» (Φαίδρος 246Ε). Και ακόμα: «Τω όντι ο Θεός σοφός…η ανθρώπινη σοφία ολίγον τινός αξία εστί και ουδενός» (Απολογία Σωκράτη 23Α). Αλλά ο Πλάτων, ο μαθητής του διαλεκτικού Σωκράτη προχώρησε πιο βαθιά θεολογώντας: Συνέλαβε ορθά το πρόβλημα της θεοδικίας, το γιατί δηλ. υπάρχει κακό στον κόσμο παρά την ύπαρξη παντοδύναμου και σοφού δημιουργού. Και κατέληξε ότι εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος του κακού το θείον, αλλά αλλού πρέπει να αναζητηθούν τα αίτια της κακίας στον κόσμο, και κυρίως στον άνθρωπο. «Θεός ουδαμή ουδαμώς άδικος» (Φαίδρος 246) είπε ο Πλάτων, και ακόμα: «Των κακών άλλ’ άττα δει ζητείν τα αίτια, αλλ’ ού τον Θεό» [Για τις συμφορές πρέπει να αναζητούμε οπουδήποτε αλλού τα αίτια και όχι στο Θεό] (Πολιτεία 779C).
Τέλος ο Πλάτων απαντώντας στον υποκειμενισμό των σοφιστών και μάλιστα του Πρωταγόρα που θεωρούσε ότι ο άνθρωπος είναι κριτήριο πάντων, αφού αυτός καθορίζει και αποφασίζει περί ορθού και εσφαλμένου, αντέταξε το περίφημον «Θεός ημίν μέτρον πάντων χρημάτων (=πραγμάτων)» (Νόμοι Δ΄ 716 C) δείχνοντας έτσι, ότι ύπατο κριτήριο για την ζωή και τον άνθρωπο δε μπορεί να είναι ο πεπερασμένος άνθρωπος, αλλά κάτι πολύ ανώτερο απ’ αυτόν, δηλ. ο Θεός.
Αριστοτέλης -(384-322 πΧ), ο μεγάλος Σταγηρίτης σοφός και επιστήμων,ο οποίος από πολλούς θεωρείται και ο θεμελιωτής πολλών επιστημών, αφού με την παρατήρηση και τη λογική του έθεσε τις βάσεις των φυσικών αλλά και των πολιτικών επιστημών. Είναι δε ασφαλώς και ο δημιουργός της λεγόμενης τυπικής λογικής. Ο Αριστοτέλης, βλέποντας την κίνηση που υπάρχει στον κόσμο κατενόησε ότι αυτή δεν μπορεί να είναι ιδιότητα της ύλης. Υποστήριξε έτσι, την άποψη, ότι η κίνηση των ουρανίων σωμάτων, θα πρέπει να προήλθε από ένα όν έξω της κίνησης και ασφαλώς υπέρτατον. Κατέληξε λοιπόν στο γνωστότατο συμπέρασμα ότι «Θεός εστί το πρώτον κινούν ακίνητον». Μ’ έναν επαγωγικό συλλογισμό που έκαμαν χρήση του και μεταγενέστεροι διανοητές όπως πχ ο Θωμάς ο Ακινάτης (11ος μΧ αι.), παρατηρώντας τη πολυπλοκότητα της φύσης και την ίδια την ζωή, συνήγαγε το συμπέρασμα ότι «ο Θεός αποτελεί την πηγή της ζωής, γιατί έχει ο ίδιος ζωή και συνεχώς είναι ζωντανό αίδιο άριστο ον» [Φαμέν δε τον Θεόν είναι ζώον αίδιον άριστον, ώστε ζωή και αιών συνεχής υπάρχει τω Θεώ] (Μετά τα φυσικά 1072 β, 24).
Ο Αριστοτέλης με τον αυστηρά επαγωγικό τρόπο σκέψης κατέληξε σ’ ένα πολύ ισχυρό κοσμολογικό-τελολογικό επιχείρημα. Επισήμανε ότι ο οιοσδήποτε λογικός άνθρωπος αν παρατηρήσει τη φύση και τα έργα και τα αποτελέσματα των λειτουργιών της, δεν μπορεί να καταλήξει στην αυθυπαρξία ή στην αιωνιότητα του κόσμου, αλλά στο ότι δημιουργήθηκε ο κόσμος από έναν καλλιτέχνη δημιουργό. Είπε επί λέξει: «Λογιείται δήπον (ο άνθρωπος) ότι πάντα ουκ άνευ τέχνης παντελούς δεδημιούργειται, αλλά και ην και εστίν ο τούδε του παντός δημιουργός» (Απόσπ.Αριστ. 12, Ρόζε). Αξιοπαρατήρητο είναι ότι ο Αριστοτέλης εδώ, τονίζει όχι μόνον ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε, όχι μόνο ήν δημιουργός, αλλά και εστίν, δηλ. συνεχίζει να υπάρχει, απαντώντας έτσι σ’ αυτούς που θα είχαν διάφορη γνώμη και τονίζοντας την συντήρηση του κόσμου από ένα δημιουργό που ενδιαφέρεται για τα έργα του. Την πρόνοια και κυβέρνηση του Θεού στον κόσμο, πολύ εύστοχα ο Αριστοτέλης την παρομοιάζει σαν την διακυβέρνηση ενός πλοίου από τον κυβερνήτη του, ή τον ηνίοχο ενός άρματος: «΄Οπερ εν νηί μεν κυβερνήτης, εν άρματι δε ηνίοχος, πόλει δε νόμος, εν στρατοπέδω δε ηγεμών, τούτο Θεός εν κόσμω».
Ο Αριστοτέλης διαβλέπει σκοπιμότητα (τέλος=σκοπός) στη φύση και στα όσα γίνονται μέσα στη φύση και όχι τυχαιότητα και ακαταστασία ή χάος. Γι’ αυτό και καταλήγει στον περίφημο αφορισμό «Ο Θεός και η φύσις ουδέν μάτην ποιούσιν» (Περί Ουρανού Α, 4). Ο Αριστοτέλης χρησιμοποίησε και τον όρο ‘εντελέχεια’ = εν αυτώ έχειν το τέλος, για να δείξει μ’ αυτήν, την σκοπιμότητα που εκδηλώνεται στη φύση, αλλά και την ικανότητα ανάπτυξης των ιδιοτήτων του ανθρώπου που βρίσκονται σε λανθάνουσα κατάσταση.Τελικά, δεν μπορεί κανείς παρά να εκπλαγεί, διαβάζοντας τα επόμενα λόγια του Σταγηρίτη σοφού, που χωρίς κάποια θεία αποκάλυψη, με μόνο τη λογική του σκέψη και την παρατήρηση, κατέληξε στο να πει ακριβώς αυτό που είπε ο απ.Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή× ό,τι θα μπορούσε να συναγάγει περί Θεού ένας εχέφρων άνθρωπος, δηλ. ότι ο Θεός αποκαλύπτεται ο ίδιος και οι ιδιότητές του από τα έργα του. Λέει ο Αριστοτέλης: «΄Εχουμε χρεός να θεωρούμε τον Θεό σαν πανίσχυρο πνεύμα, αθάνατο και τέλειο. Γιατί, μολονότι, είναι αόρατος στα μάτια των ανθρώπων, φανερώνεται στα έργα του»!
Επίκτητος - (50-120 μx). Ο Επίκτητος έγραψε ότι ο άνθρωπος είναι συγγενής του Θεού και ότι έχει μέσα του κάτι από τον ίδιο τον Θεό. Είναι ωραιότατη και η διαπίστωση και η διατύπωση, και κατανοητή χωρίς κάποια μετάφραση: «Συ (άνθρωπε) απόσπασμα ει Θεού× έχεις τι εν σεαυτώ μέρος Εκείνου. Τι ουν αγνοείς σου την συγγένειαν;» (Επίκτητου, Διατριβαί, 2,9,12).
Νομίζω ότι εδώ έχουμε με άλλη μορφή, την διαπίστωση του βιβλικού συγγραφέα ότι ο άνθρωπος επλάσθη κατ’ εικόνα και ομοίωση του Θεού (Εβρ. Σελέμ ντεμούτ, Γεν. 1:27) που σημαίνει πλάστηκε έτσι ώστε, να του μοιάζει πνευματικώς-ηθικώς (εικόνα) και με δυνατότητα να τελειοποιηθεί ακόμα περισσότερο μιμούμενος τον Θεό (ομοίωση). Δηλ. η εικόνα αναφέρεται σ’ ένα στοιχείο στατικό, ενώ η ομοίωση σ’ ένα εν σπέρματι δυναμικό στοιχείο. Στον καθένα εναπόκειται να αναπτύξει το δεύτερο, ή να καταχωνιάσει και να διαστρέψει και το πρώτο. Να παραμείνει παιδί Θεού ή να γίνει υπάνθρωπος.
Οι παραπάνω ΄Ελληνες σοφοί δεν είναι ασφαλώς οι μόνοι που μίλησαν για το Θεό και τα έργα του και τις ιδιότητές του. Υπάρχουν και άλλοι. Εδώ επιλέξαμε τους σπουδαιότερους και τις σπουδαιότερες ρήσεις τους. Ο καθένας μπορεί να διαπιστώσει ότι με μόνα εργαλεία, τη λογική σκέψη και την παρατήρηση, τις βασικές γνώσεις των μαθηματικών και της αστρονομίας, σε πόσο ορθά συμπεράσματα κατέληξαν. Βέβαια, δε θα μπορούσαν να προχωρήσουν περισσότερο. ΄Οσοι δε προχώρησαν, χωρίς τη θεία αποκάλυψη, ασφαλώς πλανήθηκαν σε άλλα θέματα, αλλά και σε παρεμφερή, καταλήγοντας όχι σπάνια στον αγνωστικισμό. Όπως αναγράφεται στο Πλατωνικό διάλογο ‘Τίμαιο’ (28c ): «Τον ποιητή και πατέρα του σύμπαντος τούτου, να εύρει κανείς είναι δύσκολο και αν τον εύρει είναι αδύνατο να τον αποκαλύψει σε όλους». Και ο Ηράκλειτος αναγνώρισε: «΄Ηθος γαρ ανθρώπειον μεν ουκ έχει γνώμας, θείον δ’ έχει (Δεν ανήκει στην ανθρώπινη φύση να κατέχει την αληθινή γνώση, ενώ αυτό είναι του ίδιου του θείου)».
Oiσπουδαιότεροι αρχαίοι σοφοί έχοντας άγνοια του Θεού του αληθινού και της Βίβλου, και κάνοντας χρήση θεόδοτων δώρων, κατέληξαν σ’ αυτό που είπε ο απ.Παύλος: «…διότι το γνωστόν του Θεού φανερόν εστίν εν αυτοίς× ο Θεός γαρ αυτοίς εφανέρωσεν. Τα γαρ αόρατα αυτού από κτίσεως κόσμου τοίς ποιήμασιν νοούμενα καθοράται, ή τε αίδιος αυτου δύναμις και θειότης, εις το είναι αυτοίς αναπολόγητους» ( Ρωμ.1: 19-20).
Οι άλλοι που δεν κατέληξαν και που σήμερα δεν καταλήγουν σ’ αυτό το συμπέρασμα, είναι απλώς αναπολόγητοι. Γιατί «φάσκοντες είναι σοφοί εμωράνθησαν…..εσκοτίσθη η ασύνετος αυτών καρδία» και σε τελευταία ανάλυση «εσεβάσθησαν και ελάτρευσαν τη κτίσει παρά τον κτίσαντα» (Ρωμ.1:22-23,25).
Δ.Κ.Τ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Ε.Σταμάτη, Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι (Αθήνα 1966)
Κ.Γεωργούλη, Ιστορία της Ελληνικής Φιλοσοφίας, τομ.Α (1975)
Κ.JASPERS, Εισαγωγή στη Φιλοσοφία (Αθήνα 1983)
Ν.Ματσούκα, Ιστορία της Φιλοσοφίας (Πουρνάρας, 1984)
Κ.Πόππερ & Ο.Gigon, Οι Προσωκρατικοί (κείμενο-μετάφραση), Εκδ.Imago
O στάρετς Ζαχαρίας διηγήθηκε κάποτε οτι στη Ρωσία, στα απόμερα βάθη της, ζούσε μόνος, ορφανός, ένας χωρικός αγράμματος. H ψυχή του ήταν καθαρή σαν κρύσταλλο. Δεν κατέκρινε ποτέ κανένα θεωρώντας τον εαυτό του χειρότερο από κάθε άλλον, ήταν εργατικός και τρεφόταν με το ελάχιστο.
Μία μέρα άκουσε πως για να σωθεί κανείς, πρέπει να αναλάβει τον σταυρό του και να ακολουθήσει το Χριστό. O απλοϊκος αυτός είχε βαπτισθεί, αλλά ποτέ δεν είχε πάει σαν μεγάλος στην εκκλησία, αφού ήταν πάρα πολύ μακριά απο κεί που ζούσε. Αυτά τα λόγια του Χριστού, λοιπόν, τα πήρε στην κυριολεξία. Παρήγγειλε έναν τεράστιο σταυρό και αποφάσισε να τον πάρει και να ακολουθήσει το Χριστό. H καθαρή ψυχή του ποθούσε το Θεό. Aλλά πως να τον ακολουθεί; που ήταν ο Χριστός; να ο σταυρός, αλλά που να τον πάει; Άφησε όλα τά λίγα υπάρχοντά του και τη δουλειά του, σήκωσε τον σταυρό του πάνω στούς ώμους του και ξεκίνησε. Βάδιζε για πολλή ώρα και επιτέλους, μέσα σ' ένα πυκνό δάσος, συνάντησε ένα ανδρικό μοναστήρι. Χτύπησε την πόρτα.
-Ποιος είσαι συ και που πας με το σταυρό σου; ρώτησε ο πορτάρης.
-Nα, σηκώνω το σταυρό μου, αλλά δεν ξέρω πως να φθάσω στο Χριστό. Θα μου δείξεις το δρόμο;
Πήγε ο μοναχός και τα ανέφερε στον ηγούμενο, ο οποίος κουβέντιασε με τον απλοϊκο άνθρωπο και είδε οτι ήταν άνθρωπος του Θεού.
-Λοιπόν, του είπε, αν θέλεις, θα σε βοηθήσουμε να φθάσεις στο Χριστό. και μεις σ' Αυτον πηγαίνουμε.
-Τότε που είναι οι σταυροί σας; απόρησε ο ξένος. Ξέρετε οτι ο Κύριος δεν θα σας δεχθεί χωρίς Σταυρό;
-Eμείς τους βαστάμε μέσα μας, είπε ο ηγούμενος.
-Μα πως γίνεται αυτό; ρώτησε με έκπληξη ο ξένος.
-Θα δεις ο ίδιος πως. Aλλά προς το παρόν έχεις την ευλογία μου να μείνεις εδώ και θα έχεις το διακόνημα να καθαρίζεις μέσα στην εκκλησία.
O απλοϊκός άνθρωπος μπήκε μέσα στην εκκλησία με πολύ φοβο και άρχισε να καθαρίζει, ώσπου είδε μέσα στο Ιερό έναν μεγάλο ξύλινο σταυρό, όπου εικονιζόταν ο Eσταυρωμένος Κύριος.
-Άνθρωπε, ποιος είσαι συ; είπε. και συ εβάστασες το σταυρό σου, αλλά πως γίνεται και είσαι κρεμασμένος σ' αυτόν; Δίδαξέ με πως να βαστώ το σταυρό μου.
Έτσι προσευχόταν μπροστά στον Eσταυρωμένο με όλη του την καρδιά. και ο Eσταυρωμένος άκουσε τις προσευχές του και απεκάλυψε τον Εαυτό Του, διδάσκοντας και φωτίζοντας με την χάρη του Αγίου Πνεύματος την καρδιά του απλοϊκού χωρικού.
-Eγώ είμαι ο Υιός του Ουρανίου Πατρός. Mε το Σταυρό μου και την Aνάστασή μου λύτρωσα το ανθρώπινο γένος. Κανείς δε θα μπορέσει να εισέλθει στη Βασιλεία των Ουρανών και να δεχθεί την Θεία Χάρη χωρίς τον σταυρό του. Χρειάζεται μόνο να ενώσεις το σταυρό σου με το Σταυρό του Γολγοθά και να πλέξεις γύρω του, σαν τριαντάφυλλα, την πίστη σου και τά έργα της αγάπης.
O απλοϊκός δέχθηκε με χαρά τά λογια του Κυρίου και άρχισε να ετοιμάζεται για τον θάνατό του, οπως του απεκάλυψε ο Χριστος, προσευχόμενος ακατάπαυστα, ευχαριστώντας τον Θεό για όλα και μεσιτεύοντας προς το Σωτήρα και για τον ηγούμενο.
Πράγματι, ο απλοϊκος χωρικός σε λίγες μέρες εξεδήμησε προς τον Κύριο και μετά απο δύο εβδομάδες κοιμήθηκε και ο ηγούμενος.
AΠO THN I. MONH ΠAMMEΓIΣTΩN TAΞIAPXΩN ΠHΛIOY
Ενδιαφερον Internet Sites:
http://www.imd.gr/html/gr/section01/media/plirophorisis/2003/04.htm
http://users.hellasnet.gr/panelppv/ppugr0.htm
http://www.rel.gr/
http://www.rel.gr/pages/Meletes/gerontiko.php
http://agrino.org/orthodoxy/gr/
***Copy and then Paste***
Εχεις γραψει "Σε μια θρησκεία, το ‘κοινό’ στο οποίο απευθύνεσαι δεν έχει στην συντριπτική του πλειοψηφία υψηλό επίπεδο φιλοσοφικής μόρφωσης. Γράφοντας κείμενα που είναι δυσνόητα φοβούμαι ότι στόχος του συγγραφέα δεν είναι η κατανόηση εκ μέρους του κοινού αυτού των όποιων μηνυμάτων αλλά η δυνατότητα να τα μεταφράζουμε κατά το δοκούν."
Μπορει και να εισαι και ορθος στο οτι, στην συντριπτική του πλειοψηφία το Ορθοδοξο Χριστιανικο 'κοινο' στερειτε υψηλου επίπεδου φιλοσοφικής μόρφωσης.Εξαλλου, ενας σωστος Ορθοδοξος Χριστιανος σωστο ειναι να πιστευει με την καρδια του τα οσα διδασκεται απο το Ορθοξο δογμα και τους αγιους της εκκλησιας του παρα να καθετε να φιλοσοφει - Pascal " Ο Θεος γινεται περισσοτερο αποδεκτος με τη καρδια παρα με τη λογικη"-. Η διάνοια όμως των περισσοτερων ανθρώπων δεν ικανοποιείται μ’ αυτή την θέση,ουτε νομιζω και η δικη σου, ετσι θα συνεχισω και θα αναφερθω σε αρχαιος μεγαλους Ελληνες φιλοσοφους ελπιζοντας να σε ικανοποιησω.
Οι παρακατω σπουδαιοι ΄Ελληνες σοφοί της προχριστιανικής εποχής, χωρίς να δεχθούν καμιά επίδραση θρησκευτική από το Χριστιανισμό ή κάποια άλλη μονοθεϊστική τάση, έφθασαν να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει ένας Δημιουργός του Σύμπαντος.
Θαλής ο Μιλήσιος - έζησε τον 6ο αιώνα π.Χ. Ο Θαλής που ήταν μαθηματικός, παρατηρώντας τους αστέρες και τον κόσμο γενικώτερα, και τη φύση, κατέληξε όχι μόνο να παραδεχθεί ότι υπάρχει Θεός, αλλά να τον ορίσει ορθώς, ότι είναι πρεσβύτατος των όντων, και Αυτός που δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος: «Πρεσβύτατον των όντων Θεός, αγέννητον γαρ× μήτε αρχήν έχον μήτε τελευτήν». Συνέλαβε δηλ. ο Θαλής πολύ ορθά με μόνη τη λογική σκέψη, ότι ο Θεός για να είναι Θεός, είναι άναρχος και αίδιος αλλά και αθάνατος. Ιδιότητες δηλ. του Θεού που αποκαλύπτονται από τον ίδιο, μέσα στην Ιερή Βίβλο των χριστιανών. Κάνοντας δε ένα βήμα παραπάνω κατέληξε στο να πει: «Κάλλιστον κόσμος× ποίημα γαρ Θεού» δηλ. ο κόσμος είναι άριστος, ο καλύτερος δυνατός, διότι είναι δημιούργημα του Θεού. Κάτι ανάλογο μ’ αυτό μας λέει η Γένεσις, ότι όσα δημιούργησε ο Θεός ήσαν «καλά λίαν» (Γεν. 1:31-εβρ. Τώβ Μεώδ).
Ξενοφάνης - Απο την Κολοφώνα (580-475 π.Χ.) αποκηρύσσοντας τους ανθρωπόμορφους θεούς των συμπατριωτών του καθώς και τις ανθρωποπαθείς εκφράσεις και εμφανίσεις τους, παρατήρησε ότι αν τα ζώα είχαν θεούς, σίγουρα θα τους έκαναν ζωόμορφους. Όπως δηλ. οι άνθρωποι κατασκευάζουν και επινοούν θεούς ανθρωπό-μορφους με ανθρώπινες αδυναμίες και πάθη. ΄Ετσι εξ αντιδιαστολής, κατέληξε ο Ξενοφάνης στο να πεί ότι Ένας Θεός υπάρχει μέσα σε θεούς και ανθρώπους κι αυτός «ούτε κατά την μορφή όμοιος με τους ανθρώπους (είναι) ούτε κατά την σκέψη, όλος στοχάζεται κι όλος θωρεί κι όλος ακούει κι ακίνητος στον ίδιο τόπο πάντα μένει».
Ηράκλειτος - (544-484 πΧ), ο επωνομασθείς σκοτεινός, λόγω της βαθύτητας της σκέψης του, σε κάποιον αφορισμό του φαίνεται να έχει υλιστική αντίληψη λέγοντας ότι ο κόσμος αυτός είναι αιώνιος, ούτε κανείς απ’ τους θεούς τον έκανε «αλλ’ ην αεί και έστι και έσται» (Ντιλς Ι, σελ.158). Ωστόσο, παρά την όντως αυτή υλιστική του αντίληψη, -η οποία σημειωτέον αφορά την προέλευση του κόσμου και της ύλης μόνο -, σ’ άλλους αφορισμούς του δέχεται ότι υπάρχει Θεός και μάλιστα συγκρινόμενος ο άνθρωπος ο πιο σοφός με τον Θεό, μοιάζει με έναν πίθηκο που θα προσπαθούσε να τον συναγωνισθεί. «Ανθρώπων ο σοφώτατος προς Θεόν πίθηκος φανείται και σοφία και κάλλει και τοίς άλλοις πάσιν» (Ντιλς Ι, σελ. 169). Ακόμα ο Ηράκλειτος, είπε κάτι άλλο πολύ σπουδαίο: ότι όσα κάνει ο Θεός δε μπορεί παρά ως εκ της φύσεώς του ως δίκαιος και αγαθός, να είναι όλα δίκαια και αγαθά, ανεξάρτητα που οι άνθρωποι πολλά απ’ αυτά δεν καταλαβαίνουν και άλλα τα θεωρούν δίκαια και άλλα άδικα, ανάλογα κατά πως τα καταλαβαίνουν με την απλή τους σκέψη και κατά πως τους συμφέρει. Επί λέξει είπε: «Τω μεν Θεώ καλά πάντα και αγαθά και δίκαια. ΄Ανθρωποι δε ά μεν άδικα υπειλήφασιν, ά δε δίκαια». Βλέπουμε δηλ. εδώ, ο Ηράκλειτος να καταλήγει σ΄ένα συμπέρασμα που κατ’ επανάληψη τονίζουν οι συγγραφείς της Βίβλου και να συμφωνεί με την θεία αποκάλυψη. Ακόμα ο Ηράκλειτος για να προσδιορίσει το θείον, χρησιμοποίησε τη λέξη Λόγος : «Του δε λόγου τουδ’ εόντος αεί..».
Την ύπαρξη του Θεού από την τάξη και την ομορφιά του κόσμου συνήγαγε και ο Αναξαγόρας (500-428 πΧ) λέγοντας το περίφημο ρητό του «Πάντα διεκόσμησε Νόος». Για τον Αναξαγόρα δηλ. όπως και για τον Πυθαγόρα που ονόμασε πρώτος το σύμπαν ‘κόσμο’ (στολίδι, κόσμημα) είχε μεγάλη σημασία η ευρυθμία , η τάξη και η ομορφιά που παρατηρείται στη φύση.
Πυθαγόρας - (580-490 πΧ), περίφημος για το πυθαγόρειο θεώρημά του και για άλλες μαθηματικές ανακαλύψεις. Ο Πυθαγόρας, μελετώντας τη φύση και τον κόσμο γενικώτερα, κάνοντας χρήση των μαθηματικών και της πρακτικής σκέψης, έφθασε στο συμπέρασμα όχι μόνον ότι υπάρχει Θεός, αλλά ότι Αυτός είναι και Κύριος, δηλ. Εξουσιαστής όλων. Και ότι όλη η ζωή μας είναι έτσι δομημένη, ώστε να στρεφόμαστε σ’ Αυτόν και να τον ακολουθούμε. Παραθέτω επί λέξει το απόφθεγμα του Πυθαγόρα: «Πας ο βίος συντέτακται προς το ακολουθείν τω Θεώ. Επειδή γαρ εστί τε Θεός και ούτος πάντων Κύριος».
΄Ετσι και ο Πυθαγόρας κατέληξε με μόνη την παρατήρηση και τη λογική, σ’ ένα πολύ ενδιαφέρον συμπέρασμα που έμμεσα έκανε χρήση του και ο απ.Παύλος στον Άρειο Πάγο μιλώντας στους ΄Ελληνες, επικαλούμενος μάλιστα τους δικούς τους σοφούς: «του γαρ και γένος εσμέν» και «εν αυτώ γαρ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν» (Πράξεις 17:28).
Πλάτωναs - (427-347 πΧ),κατέχει εξέχοντα θέση στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία.κι αυτός κάνοντας χρήση της λογικής και της παρατήρησης, κατέληξε στο να πει ότι ο Θεός είναι ένας μέγιστος μαθηματικός για να υπάρχει ένας τέτοιος όμορφος και ορθά δομημένος κόσμος ( Αεί ο Θεός γεωμετρεί). Αλλά ο Πλάτων προχώρησε ακόμα περισσότερο: συνέλαβε μερικές από τις πραγματικές ιδιότητες του Θεού όπως είναι η σοφία, η καλωσύνη και η αγαθωσύνη του, λέγοντας: «Το θείον καλόν, σοφόν, αγαθόν και παν ό,τι τοιούτον» (Φαίδρος 246Ε). Και ακόμα: «Τω όντι ο Θεός σοφός…η ανθρώπινη σοφία ολίγον τινός αξία εστί και ουδενός» (Απολογία Σωκράτη 23Α). Αλλά ο Πλάτων, ο μαθητής του διαλεκτικού Σωκράτη προχώρησε πιο βαθιά θεολογώντας: Συνέλαβε ορθά το πρόβλημα της θεοδικίας, το γιατί δηλ. υπάρχει κακό στον κόσμο παρά την ύπαρξη παντοδύναμου και σοφού δημιουργού. Και κατέληξε ότι εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος του κακού το θείον, αλλά αλλού πρέπει να αναζητηθούν τα αίτια της κακίας στον κόσμο, και κυρίως στον άνθρωπο. «Θεός ουδαμή ουδαμώς άδικος» (Φαίδρος 246) είπε ο Πλάτων, και ακόμα: «Των κακών άλλ’ άττα δει ζητείν τα αίτια, αλλ’ ού τον Θεό» [Για τις συμφορές πρέπει να αναζητούμε οπουδήποτε αλλού τα αίτια και όχι στο Θεό] (Πολιτεία 779C).
Τέλος ο Πλάτων απαντώντας στον υποκειμενισμό των σοφιστών και μάλιστα του Πρωταγόρα που θεωρούσε ότι ο άνθρωπος είναι κριτήριο πάντων, αφού αυτός καθορίζει και αποφασίζει περί ορθού και εσφαλμένου, αντέταξε το περίφημον «Θεός ημίν μέτρον πάντων χρημάτων (=πραγμάτων)» (Νόμοι Δ΄ 716 C) δείχνοντας έτσι, ότι ύπατο κριτήριο για την ζωή και τον άνθρωπο δε μπορεί να είναι ο πεπερασμένος άνθρωπος, αλλά κάτι πολύ ανώτερο απ’ αυτόν, δηλ. ο Θεός.
Αριστοτέλης -(384-322 πΧ), ο μεγάλος Σταγηρίτης σοφός και επιστήμων,ο οποίος από πολλούς θεωρείται και ο θεμελιωτής πολλών επιστημών, αφού με την παρατήρηση και τη λογική του έθεσε τις βάσεις των φυσικών αλλά και των πολιτικών επιστημών. Είναι δε ασφαλώς και ο δημιουργός της λεγόμενης τυπικής λογικής. Ο Αριστοτέλης, βλέποντας την κίνηση που υπάρχει στον κόσμο κατενόησε ότι αυτή δεν μπορεί να είναι ιδιότητα της ύλης. Υποστήριξε έτσι, την άποψη, ότι η κίνηση των ουρανίων σωμάτων, θα πρέπει να προήλθε από ένα όν έξω της κίνησης και ασφαλώς υπέρτατον. Κατέληξε λοιπόν στο γνωστότατο συμπέρασμα ότι «Θεός εστί το πρώτον κινούν ακίνητον». Μ’ έναν επαγωγικό συλλογισμό που έκαμαν χρήση του και μεταγενέστεροι διανοητές όπως πχ ο Θωμάς ο Ακινάτης (11ος μΧ αι.), παρατηρώντας τη πολυπλοκότητα της φύσης και την ίδια την ζωή, συνήγαγε το συμπέρασμα ότι «ο Θεός αποτελεί την πηγή της ζωής, γιατί έχει ο ίδιος ζωή και συνεχώς είναι ζωντανό αίδιο άριστο ον» [Φαμέν δε τον Θεόν είναι ζώον αίδιον άριστον, ώστε ζωή και αιών συνεχής υπάρχει τω Θεώ] (Μετά τα φυσικά 1072 β, 24).
Ο Αριστοτέλης με τον αυστηρά επαγωγικό τρόπο σκέψης κατέληξε σ’ ένα πολύ ισχυρό κοσμολογικό-τελολογικό επιχείρημα. Επισήμανε ότι ο οιοσδήποτε λογικός άνθρωπος αν παρατηρήσει τη φύση και τα έργα και τα αποτελέσματα των λειτουργιών της, δεν μπορεί να καταλήξει στην αυθυπαρξία ή στην αιωνιότητα του κόσμου, αλλά στο ότι δημιουργήθηκε ο κόσμος από έναν καλλιτέχνη δημιουργό. Είπε επί λέξει: «Λογιείται δήπον (ο άνθρωπος) ότι πάντα ουκ άνευ τέχνης παντελούς δεδημιούργειται, αλλά και ην και εστίν ο τούδε του παντός δημιουργός» (Απόσπ.Αριστ. 12, Ρόζε). Αξιοπαρατήρητο είναι ότι ο Αριστοτέλης εδώ, τονίζει όχι μόνον ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε, όχι μόνο ήν δημιουργός, αλλά και εστίν, δηλ. συνεχίζει να υπάρχει, απαντώντας έτσι σ’ αυτούς που θα είχαν διάφορη γνώμη και τονίζοντας την συντήρηση του κόσμου από ένα δημιουργό που ενδιαφέρεται για τα έργα του. Την πρόνοια και κυβέρνηση του Θεού στον κόσμο, πολύ εύστοχα ο Αριστοτέλης την παρομοιάζει σαν την διακυβέρνηση ενός πλοίου από τον κυβερνήτη του, ή τον ηνίοχο ενός άρματος: «΄Οπερ εν νηί μεν κυβερνήτης, εν άρματι δε ηνίοχος, πόλει δε νόμος, εν στρατοπέδω δε ηγεμών, τούτο Θεός εν κόσμω».
Ο Αριστοτέλης διαβλέπει σκοπιμότητα (τέλος=σκοπός) στη φύση και στα όσα γίνονται μέσα στη φύση και όχι τυχαιότητα και ακαταστασία ή χάος. Γι’ αυτό και καταλήγει στον περίφημο αφορισμό «Ο Θεός και η φύσις ουδέν μάτην ποιούσιν» (Περί Ουρανού Α, 4). Ο Αριστοτέλης χρησιμοποίησε και τον όρο ‘εντελέχεια’ = εν αυτώ έχειν το τέλος, για να δείξει μ’ αυτήν, την σκοπιμότητα που εκδηλώνεται στη φύση, αλλά και την ικανότητα ανάπτυξης των ιδιοτήτων του ανθρώπου που βρίσκονται σε λανθάνουσα κατάσταση.Τελικά, δεν μπορεί κανείς παρά να εκπλαγεί, διαβάζοντας τα επόμενα λόγια του Σταγηρίτη σοφού, που χωρίς κάποια θεία αποκάλυψη, με μόνο τη λογική του σκέψη και την παρατήρηση, κατέληξε στο να πει ακριβώς αυτό που είπε ο απ.Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή× ό,τι θα μπορούσε να συναγάγει περί Θεού ένας εχέφρων άνθρωπος, δηλ. ότι ο Θεός αποκαλύπτεται ο ίδιος και οι ιδιότητές του από τα έργα του. Λέει ο Αριστοτέλης: «΄Εχουμε χρεός να θεωρούμε τον Θεό σαν πανίσχυρο πνεύμα, αθάνατο και τέλειο. Γιατί, μολονότι, είναι αόρατος στα μάτια των ανθρώπων, φανερώνεται στα έργα του»!
Επίκτητος - (50-120 μx). Ο Επίκτητος έγραψε ότι ο άνθρωπος είναι συγγενής του Θεού και ότι έχει μέσα του κάτι από τον ίδιο τον Θεό. Είναι ωραιότατη και η διαπίστωση και η διατύπωση, και κατανοητή χωρίς κάποια μετάφραση: «Συ (άνθρωπε) απόσπασμα ει Θεού× έχεις τι εν σεαυτώ μέρος Εκείνου. Τι ουν αγνοείς σου την συγγένειαν;» (Επίκτητου, Διατριβαί, 2,9,12).
Νομίζω ότι εδώ έχουμε με άλλη μορφή, την διαπίστωση του βιβλικού συγγραφέα ότι ο άνθρωπος επλάσθη κατ’ εικόνα και ομοίωση του Θεού (Εβρ. Σελέμ ντεμούτ, Γεν. 1:27) που σημαίνει πλάστηκε έτσι ώστε, να του μοιάζει πνευματικώς-ηθικώς (εικόνα) και με δυνατότητα να τελειοποιηθεί ακόμα περισσότερο μιμούμενος τον Θεό (ομοίωση). Δηλ. η εικόνα αναφέρεται σ’ ένα στοιχείο στατικό, ενώ η ομοίωση σ’ ένα εν σπέρματι δυναμικό στοιχείο. Στον καθένα εναπόκειται να αναπτύξει το δεύτερο, ή να καταχωνιάσει και να διαστρέψει και το πρώτο. Να παραμείνει παιδί Θεού ή να γίνει υπάνθρωπος.
Οι παραπάνω ΄Ελληνες σοφοί δεν είναι ασφαλώς οι μόνοι που μίλησαν για το Θεό και τα έργα του και τις ιδιότητές του. Υπάρχουν και άλλοι. Εδώ επιλέξαμε τους σπουδαιότερους και τις σπουδαιότερες ρήσεις τους. Ο καθένας μπορεί να διαπιστώσει ότι με μόνα εργαλεία, τη λογική σκέψη και την παρατήρηση, τις βασικές γνώσεις των μαθηματικών και της αστρονομίας, σε πόσο ορθά συμπεράσματα κατέληξαν. Βέβαια, δε θα μπορούσαν να προχωρήσουν περισσότερο. ΄Οσοι δε προχώρησαν, χωρίς τη θεία αποκάλυψη, ασφαλώς πλανήθηκαν σε άλλα θέματα, αλλά και σε παρεμφερή, καταλήγοντας όχι σπάνια στον αγνωστικισμό. Όπως αναγράφεται στο Πλατωνικό διάλογο ‘Τίμαιο’ (28c ): «Τον ποιητή και πατέρα του σύμπαντος τούτου, να εύρει κανείς είναι δύσκολο και αν τον εύρει είναι αδύνατο να τον αποκαλύψει σε όλους». Και ο Ηράκλειτος αναγνώρισε: «΄Ηθος γαρ ανθρώπειον μεν ουκ έχει γνώμας, θείον δ’ έχει (Δεν ανήκει στην ανθρώπινη φύση να κατέχει την αληθινή γνώση, ενώ αυτό είναι του ίδιου του θείου)».
Oiσπουδαιότεροι αρχαίοι σοφοί έχοντας άγνοια του Θεού του αληθινού και της Βίβλου, και κάνοντας χρήση θεόδοτων δώρων, κατέληξαν σ’ αυτό που είπε ο απ.Παύλος: «…διότι το γνωστόν του Θεού φανερόν εστίν εν αυτοίς× ο Θεός γαρ αυτοίς εφανέρωσεν. Τα γαρ αόρατα αυτού από κτίσεως κόσμου τοίς ποιήμασιν νοούμενα καθοράται, ή τε αίδιος αυτου δύναμις και θειότης, εις το είναι αυτοίς αναπολόγητους» ( Ρωμ.1: 19-20).
Οι άλλοι που δεν κατέληξαν και που σήμερα δεν καταλήγουν σ’ αυτό το συμπέρασμα, είναι απλώς αναπολόγητοι. Γιατί «φάσκοντες είναι σοφοί εμωράνθησαν…..εσκοτίσθη η ασύνετος αυτών καρδία» και σε τελευταία ανάλυση «εσεβάσθησαν και ελάτρευσαν τη κτίσει παρά τον κτίσαντα» (Ρωμ.1:22-23,25).
Δ.Κ.Τ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Ε.Σταμάτη, Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι (Αθήνα 1966)
Κ.Γεωργούλη, Ιστορία της Ελληνικής Φιλοσοφίας, τομ.Α (1975)
Κ.JASPERS, Εισαγωγή στη Φιλοσοφία (Αθήνα 1983)
Ν.Ματσούκα, Ιστορία της Φιλοσοφίας (Πουρνάρας, 1984)
Κ.Πόππερ & Ο.Gigon, Οι Προσωκρατικοί (κείμενο-μετάφραση), Εκδ.Imago