ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

Don_Kixwtis

Νέο Μέλος
68Μηνύματα
27Θέματα
19/02/2006, 12:37:57Πρώτο μήνυμα
22/03/2006, 17:11:57Τελευταία δραστηριότητα

Συμμετοχή σε θέματα

(27)
- Άνθρωποι & Ανθρωπάκια ΙΙ - Απόψεις, Προτάσεις κ.ά.
9 μηνύματα/ 12 συνολικά
- Ημερολόγιο Υποστρώματος - "Μεταξύ τυρού και αχλαδιού"
7 μηνύματα/ 9 συνολικά
- Ημερολόγιο Υποστρώματος - "Μεταξύ τυρού και αχλαδιού"
7 μηνύματα/ 18 συνολικά
- Παράνομη χρήση λογαριασμού - Τεχνικά θέματα των Forums, Προβλήματα-Λύσεις
5 μηνύματα/ 36 συνολικά
- ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΩΝ - "Μεταξύ τυρού και αχλαδιού"
4 μηνύματα/ 40 συνολικά
- ΒΑΔΙΖΟΥΜΕ ΠΡΟΣ ΕΝΑΝ ΝΕΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ; - Απόψεις, Προτάσεις κ.ά.
4 μηνύματα/ 30 συνολικά
- 12 STRAND DNA ACTIVATION+INDIGO - .-= ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ =-.
4 μηνύματα/ 60 συνολικά
- ΠOIOI KΛEIΔΩMENOI ΛOΓAPIAΣMOI ΘEΛETE NA ANOIΞOYN ; - Απόψεις, Προτάσεις κ.ά.
3 μηνύματα/ 61 συνολικά
- ΠOIOI KΛEIΔΩMENOI ΛOΓAPIAΣMOI ΘEΛETE NA ANOIΞOYN ; - Απόψεις, Προτάσεις κ.ά.
3 μηνύματα/ 30 συνολικά
- ΣΙΓΟΜΟΥΡΜΟΥΡΙΖΟΝΤΑΣ ΟΛΗ ΜΕΡΑ - vol 3 - - "Μεταξύ τυρού και αχλαδιού"
3 μηνύματα/ 30 συνολικά
- Test "Area51" -- Δοκιμές για υπογραφές, εικόνες κ.λπ. - Τεχνικά θέματα των Forums, Προβλήματα-Λύσεις
2 μηνύματα/ 44 συνολικά
- Νέος (Χαιρετισμός) - Απόψεις, Προτάσεις κ.ά.
2 μηνύματα/ 38 συνολικά
- Φρέσκιες Ανταποκρίσεις ΙΙ - ΝΕΑ - Μέσα από το Διεθνές Internet
1 μήνυμα/ 13 συνολικά
- Τελικά θα μείνει κανένας για να γράφει στο φόρουμ; - Απόψεις, Προτάσεις κ.ά.
1 μήνυμα/ 61 συνολικά
- ΓΙΑΤΙ ΓΟΥΣΤΑΡΟΥΜΕ ΠΟΥ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΛΛΗΝΕΣ !!!!!!!! - Απόψεις, Προτάσεις κ.ά.
1 μήνυμα/ 30 συνολικά
- ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ - Απόψεις, Προτάσεις κ.ά.
1 μήνυμα/ 50 συνολικά
- Το τραγούδι της Ήττας ΙΙ - Απόψεις, Προτάσεις κ.ά.
1 μήνυμα/ 11 συνολικά
- Μπήκα τυχαία. Μα γιατί τρώγεστε; - "Μουσείο" Απολιθωμένων Θεμάτων/Συζητήσεων...
1 μήνυμα/ 32 συνολικά
- Η κομματικοποίηση του Εσωτερισμού - Απόψεις, Προτάσεις κ.ά.
1 μήνυμα/ 7 συνολικά
- ΠOIOI KΛEIΔΩMENOI ΛOΓAPIAΣMOI ΘEΛETE NA ANOIΞOYN ; - Απόψεις, Προτάσεις κ.ά.
1 μήνυμα/ 39 συνολικά
- Μάσκες!Μήπως τις φοράμε όλο το χρόνο, κι όχι μόνο Αποκριάτικα; Λέω... - "Μουσείο" Απολιθωμένων Θεμάτων/Συζητήσεων...
1 μήνυμα/ 10 συνολικά
- ΠΟΥ ΠΑΕΙ Η ΨΥΧΗ? - .-= ΜΥΘΟΣ & ΘΡΗΣΚΕΙΑ =-.
1 μήνυμα/ 73 συνολικά
- Μάσκες!Μήπως τις φοράμε όλο το χρόνο, κι όχι μόνο Αποκριάτικα; Λέω... - "Μουσείο" Απολιθωμένων Θεμάτων/Συζητήσεων...
1 μήνυμα/ 10 συνολικά
- Τελικά θα μείνει κανένας για να γράφει στο φόρουμ; - Απόψεις, Προτάσεις κ.ά.
1 μήνυμα/ 30 συνολικά
- Το τραγούδι της Ήττας ΙΙ - Απόψεις, Προτάσεις κ.ά.
1 μήνυμα/ 42 συνολικά
- ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ - Απόψεις, Προτάσεις κ.ά.
1 μήνυμα/ 35 συνολικά
- ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΩΝ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ... - .-= ΜΥΘΟΣ & ΘΡΗΣΚΕΙΑ =-.
1 μήνυμα/ 61 συνολικά

Πρόσφατα μηνύματα

quote:
Τσούζει, ε;

H μουσική που έχει γράψει ο Καρβέλας, όπως είπε κι ο δάσκαλος, έχει φτάσει πλέον στο επίπεδο του Βάγκνερ...


deva_parinito@yahoo.gr
quote:
ΠOIOI KΛEIΔΩMENOI ΛOΓAPIAΣMOI ΘEΛETE NA ANOIΞOYN ;

Κανένας κλειδωμένος λογαριασμός (nickname) δεν πρέπει να ξανα-ανοίξει. Γιατί να ξανα-ανοίξει;

Αφήστε τους κλειδωμένους με τους κλειδωμένους και τους ξεκλείδωτους με τους ξεκλείδωτους.

Όταν λερώνονται τα χέρια σου, πας και τα πλένεις. Όταν λερώνονται πολύ, ε, τότε απλώς χρειάζεσαι περισσότερο σαπούνι...

deva_parinito@yahoo.gr

Καλημέρα συντρόφια μου. Η στιχουργική για μένα, υπάρχει σαν ένα είδος "καμουφλάζ". Ένα καμουφλάζ / στης ζωής μου το μοντάζ. Αφιερωμένο, γιατί νομίζω πως ταιριάζει στους "Ανθρώπους & Ανθρωπάκια". Και πάλι καλημέρα σε όλους.

Μια μέρα ο Άγιος Γεώργιος, μπαίνει σε μια σπηλιά
και βρίσκει έναν ημιθανή, δεμένο με σχοινιά.
Αμέσως τον λευτέρωσε και του 'δωσε να φάει,
του 'δωσε κι ένα νόμισμα και στο καλό να πάει.

Ύστερα ο Άγιος γδύνεται, σ' ένα ποτάμι μπαίνει,
να κάνει μπάνιο-προσευχή, μα ο άλλος προλαβαίνει.
Του παίρνει τα υπάρχοντα μα και την πανοπλία,
τ' ωραίο φωτοστέφανο, μ' αναστολή καμία.

Τρέχει παντού και παριστά, τον Άϊ Γιώργη κάνει,
δείχνει το φωτοστέφανο, χρυσό στην τζέπη βάνει.
Χρόνια και χρόνια ξεγελά τον κόσμο όπου πάει,
μα ο Θεός που τον κοιτά, παράξενα γελάει...


deva_parinito@yahoo.gr

Ξυπνώ και βλέπω την ψυχή, που εδώ και δέκα χρόνια
ενώ την λάτρεψα πολύ, της είπα λάθος λόγια.

Κι αν σ' αγαπώ θα σου κλαφτώ, που μες στην κοινωνία
την ευτυχία σου ζητάς, στην επιπλοποιϊα.

Χονεύεις δέντρο εξωτικό, μην κάνεις την αθώα,
την ευτυχία τζιέρι μου να δίνεις στ' άλλα ζώα.

Λοιπόν, για βάλε ένα παλτό και δως μου την βαλίτσα,
για εκεί π' ανάβει την φουφού η Ψωροκωστενίτσα.

Πάτρα, Αθήνα, Λάρισα, Κέρκυρα και Ιόνιο,
μες στην καρδιά σου βάλε με και θα την κάνεις ψώνιο.

Μοιάζει να το 'πε και σε με' ο Σολωμός ή ο Τσάτσος,
θα ξαναπώ ένα σιγανό, μην μας ακούσει ο μπάτσος.

Στα όνειρά μου σας καλώ, και σας και την κυρά σας,
κι ελπίζω να καλέσετε κι εμάς απ' την μεριά σας...


deva_parinito@yahoo.gr

Το παρακάτω, γράφτηκε τον Γενάρη του 1997, όταν μετά από την τακτοποίηση κάποιας αποθήκης, βρήκα ένα δοχείο, που όπως μου εξήγησαν αργότερα, το χρησιμοποιούσαν παλιότερα για "κινητό" ουροσυλλέκτη, κάτι σαν γιο-γιο δηλ. Το θυμήθηκα σήμερα το απόγευμα.

Δοχεία Νυχτός

Το αυτοκίνητο, ανατρεπόμενο, ήρθε στην χωματερή, γύρισε την γεμάτη σκουπίδια αποθήκη του, προχώρησε και έφυγε να ξανανταμώσει το μεροκάματο.

Τα δυο δοχεία κύλησαν μαζί, όλως τυχαίως από την κορφή και ήρθαν στην βάση που σχημάτιζε το βουναλάκι με τα σκουπίδια, κοιταχτήκανε, ανακαλύψανε ότι έχουν κοινό προορισμό και χαιρετηθήκανε.

Πρώτο, δηλαδή, χαιρέτησε το δοχείο Βοημίας, με λουλούδια, με φίρλιζες, με σκαλίσματα, πολύ ευγενικό δοχείο απο 'κείνα που θα μπορούσαν να σταθούν στην αυλή του Ευγενίου της Σαβοϊας. Τώρα είχε χαλάσει, έλειπε το χερούλι του, έλειπε το μισό περίπου αλλά σε διάφορες μεριές και ήταν ένα άχρηστο πια αντικείμενο που δεν θα το έπαιρνε ούτε ένας παλαιοπώλης για αντίκα.

Το άλλο, ήταν ένα κοινό δοχείο, εμαγιέ, απο 'κείνο που βάζουν τα παιδιά και οι γέροι κάτω από τα κρεβάτια τους γιατί βαριούνται να σηκωθούν και να πάνε στην τουαλέττα.

- Καλημέρα σας, είπε η πορσελάνη.

- Χαίρετε.

Το αστικό δοχείο κοίταξε αυτόν τον κακοπερασμένο συνάδελφο με μια δόση καχυποψίας, "τι θέλει τώρα αυτός μαζί μας;". Διότι ο Εμαγιέ είχε φιλοξενήσει πολύ κόσμο και είχε μια κάποια πείρα της ζωής. Και της δυσκοιλιότητας. Άλλωστε, στο σπίτι τρώγαν πολύ μελιτζάνα και μπάμια έτσι που δεν του 'κανε εντύπωση καμιά κατάσταση πια.

- Είστε ντόπιος απο 'δω; ρώτησε ο Βοήμιος.

- Μάλιστα. Μ' έχουν φτιάξει στον Πειραιά.

Ο Βοήμιος αισθάνθηκε μια μικρή φρίκη, αυτός ήταν απόγονος της Ζοζεφίνεν Χύττε, είχε μπει κάτω από ηρωικές καργιόλες με κουνουπιέρες, έζησε ακόμη και την εποχή του Γκας λάϊτ, τότε που κλείναν με βαριές βελούδινες κουρτίνες τα παράθυρα και είχε ακούσει ένα σωρό ιστορίες που γινόντουσαν επάνω στο κρεβάτι.

Όπως αίφνης την ιστορία της κομίσσης Βαν Εςς, που φιλοξένησε δυο βραδιές συνέχεια έναν ιππότη γεμάτο πομάδες που μπορούμε να πούμε ότι του έκανε την τιμή να ...

Η κόμισσα, έδιωξε τον κομψό αυτόν κύριο ένα βράδυ πριν γυρίσει ο άντρας της από το Αννόβερο, τον βεβαίωσε ότι θα τον καλέσει σε πρώτη ευκαιρία και του έδωσε και περίπου πενήντα σκούδα χρυσά γιατί ο ιππότης ήταν απένταρος. Όταν γύρισε ο σύζυγος, φίλησε την γυναικούλα του στο μέτωπο και ήταν πολύ ευχαριστημένος, είχε καταφέρει να κάνει περίφημες δουλειές στις αυλές του Αννόβερου και μάλιστα δεν τίμησε καν τον Βοήμιο, γιατί, πράγμα παράδοξο για τους κόμητας πήγε και έκανε μπάνιο. Ο Βοήμιος, είχε δει πολλά στην ζωή του.

Μπορούμε να πούμε ότι είχε ακούσει τον ίδιο τον Β.Α.Μότσαρτ να παίζει στο κλαβετσίνο, ότι γνωρίστηκε με δυο ταμπακέρες από πορσελάνη, που ήταν μάλλον συγγενείς του από το ίδιο εργοστάσιο, ότι σχεδόν έζησε παραπάνω από τέσσερις αιώνες, μέσα σε μια περιποίηση καταπληκτική. Τον 'πλέναν κάθε πρωί, όχι βέβαια με σαπούνι και οι καμαριέρες βλαστημούσαν ελαφρώς, γιατί έτσι γίνεται στον καλό κόσμο.

- Πως βρεθήκατε στην Ελλάδα ; ρώτησε ο Εμαγιέ.

Ήταν μια περίεργη ιστορία, που άρχισε από την Τεργέστη, εμπορικό λιμάνι τότε από τα πιο δυνατά, συνεχίστηκε μ' ένα καπετάνιο που τον βρήκε σε παλαιοπωλείο και τον κουβάλησε δώρο στην γυναίκα του.

- Αυτό βρήκες να μου φέρεις ; ρώτησε η κυρία ελαφρώς πειραγμένη.

Ο καπετάνιος εξήγησε την μεγάλη ιστορική σημασία του Βοήμιου και η κυρία όταν πείστηκε ότι έχει περγαμηνές ευγενείας, ήθελε σώνει και ντε να τοποθετήσει τον Βοήμιο στο σαλόνι. Τελικά, επειδή αυτό δεν συνηθιζόταν, ο Βοήμιος τοποθετήθηκε κάτω από το κρεβάτι της πεθεράς της, που ήταν άρρωστη και δεχόταν πολύ κόσμο στο δωμάτιό της.

Τότε η κυρία τον έδειχνε καμαρωτή.

- Πρόκειται περί έργου τέχνης με αρχαιολογική αξία.

Την πεθερά δεν την ένοιαζε και πολύ, τις περισσότερες φορές σηκωνόταν νύχτα και δεν μπορούσε να πετύχει διάνα τον Βοήμιο. Τότε το χαλί υγραινόταν και η υπηρέτρια - από την Άνδρο - κρυφοβλαστήμαγε την παλιόγρια, γιατί ήταν αναγκασμένη να καθαρίζει, χώρια που το δωμάτιο μύριζε αμμωνία.

Το δράμα του Βοήμιου ήταν ακριβώς αυτό, που δεν τον πετυχαίνανε και η αστοχία του κόστιζε κάθε φορά κι από ένα κομματάκι. Μέχρι που τελικά έχασε το χερούλι του και αισθανόταν σαν γρεναδιέρος της Αυστροουγγρικής μοναρχίας, που τραυματίστηκε στην μάχη του Ουλμ και έμεινε πια να λέει ιστορίες για περασμένες δόξες και για την στρατιωτική ιδιοφυϊα του Ναπολέοντος.

Όταν η πεθερά, πριν τρεις μέρες ακόμα, κατάφερε να πατήσει την άκρη και να τον κάνει κομμάτια, ο Βοήμιος έκλαψε το άδοξο τέλος του και το πρώι η υπηρέτρια από την Άνδρο, τον πέταξε στα σκουπίδια. Μάλιστα, η κυρία, όχι η πεθερά, στενοχωρήθηκε πολύ και είπε : "μαμά, έκανες μια ιστορική καταστροφή".

Αυτή πάνω κάτω ήταν η ιστορία του Βοήμιου, ενώ αντίθετα ο Εμαγιέ, κόκκινος και άσπρος, καμάρωνε σε μια βιτρίνα της οδού Αιόλου, και κοίταζε περίεργα τις περαστικές. Αλλά καμιά περαστική δεν είχε ανάγκη από τέτοιο δοχείο, ώσπου μια μέρα ένα ζευγάρι μάλλον κακοντυμένο, πρόσεξε τον Εμαγιέ.

Ο κύριος είπε:

- Τι λες Φούλα ; Δεν θα είναι καλός για τον μικρό ;

Πήγαν λοιπόν στο κατάστημα, ρώτησαν την τιμή, την βρήκαν λίγο υπερβολική, στο τέλος τους έκαναν έκπτωση από δέκα δραχμές και ο κύριος πήρε τον Εμαγιέ, τυλιγμένο, μόνο που ντρεπόταν όταν τον κουβαλούσε στο λεωφορείο και κοιτούσε με τρόπο τους επιβάτες αν τον προσέχουν.

Ο Εμαγιέ βρέθηκε σ' ένα θαυμάσιο μέτριο σπίτι, τον μικρό τον λέγανε Μπούλη, και επειδή είναι η μοίρα των τέτοιων δοχείων, ούτε ο Μπούλης τον πετύχαινε όπως έπρεπε και το πρωί του της βρέχανε γιατί είχε βρέξει.

Κατά τα άλλα η ζωή κοιλούσε μονότονα, το σπίτι δεν είχε ιστορία και η κυρία δεν είχε φίλο ευγενή να μπορεί να απασχολεί με τις ιστορίες της, την μονοτονία της ζωής.

Τον πλένανε, τον καθαρίζανε, τρία τέσσερα χρόνια μέχρι που ο Μπούλης μεγάλωσε και πήγαινε μόνος του εκεί που έπρεπε να πάει, έτσι που ο Εμαγιέ βρέθηκε πεταμένος σε μια άκρη στο μπάνιο, δίπλα σ' ένα λαμαρινένιο μαστέλλο και έμεινε εκεί, να κάνουν παρέα.

Ο Βοήμιος αισθάνθηκε μια μικρή φρίκη για όλη αυτή την δράση του συναδέλφου του. Μάλιστα ήθελε, αν ήταν δυνατόν να φουμάρει και λίγο ταμπάκο όπως τότε τον καιρό που οι άνδρες φορούσαν περρούκες πάνω από τις ψείρες τους και οι κυρίες κλεινόντουσαν μέσα σε σιδερένια κρινολίνα, με τόση αυστηρότητα που δεν προλαβαίνανε ποτέ σχεδόν, να κάνουν χρήση του Βοήμιου μέχρι να βγάλουν όλα τούτα τα σιδερικά.

- Δηλαδή, είστε ένας της σειράς ; είπε με κάποια περιφρόνηση στον Εμαγιέ.

- Ο καθένας όπως γεννιέται, στέναξε ο Εμαγιέ.

Για κάμποση ώρα δεν μιλούσαν καθόλου. Ένα άλλο ανατρεπόμενο αυτοκίνητο ήρθε και μεγάλωσε τον σωρό, έτσι που ανάμεσά τους μπήκε μια παλιά αρβύλα με προκαδούρα που τόνιζε καλύτερα τις κοινωνικές διακρίσεις. Όμως και οι δυο αισθανόντουσαν την ανάγκη να μιλήσουν, να πουν για το παρελθόν, τους μεγάλους αριστοκρατικούς κήπους ας πούμε, τους Φλωρεντιανούς κήπους του Μπόμπολι, που ο Βοήμιος μπορούσε να καυχάται ότι τους έζησε, ενώ αντίθετα ο φουκαράς ο Εμαγιέ είχε όλη την κατωτερότητα, που μπορούσε να αποκτήσει ένα τιποτένιο δοχείο νυχτός.

- Είχατε τουλάχιστον υπηρέτριες στο σπίτι σας ; ρώτησε ο Βοήμιος.

- Μπα. Μια παραδουλεύτρα. Ερχόταν τρεις φορές την εβδομάδα. Δεν ξέρω τι είχε μαζί μου και συνεχώς με έβριζε.

- Φρίκη! είπε ο Βοήμιος, που δεν εννοούσε πως είναι δυνατόν να σε βρίζει μια παραδουλεύτρα.

Ο Εμαγιέ δεν είχε μάτια, αλλά αν είχε θα έκλεινε πονηρά το αριστερό του, γιατί θυμήθηκε μια ιστορία, με κάποιο κύριο, Ντίνο το όνομα, που στρίμωξε την κυρία στο δωμάτιο του Μπούλη, αλλά δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τίποτε. Η κυρία όλο έλεγε: "μα τι κάνετε; Αφήστε με, θα φωνάξω". Να δεις όμως που δεν φώναξε, και ευτυχώς που σε μια κρίσιμη στιγμή μπήκε ο Μπούλης και η ιστορία σταμάτησε εδώ.

- Αυτή είναι η διαφορά, ανάμεσα σ' αριστοκρατία και κοσμάκη, έκανε μια γριμάτσα ο Βοήμιος. Στην αριστοκρατία, όλες αυτές οι ιστορίες, ολοκληρώνονται.

Ο καημένος ο Βοήμιος, δεν ήξερε τίποτε απο αυτά, όλη του η ζωή ήταν περιορισμένη, σαν ζωή υπαλλήλου που καταφέρνει να γίνει τμηματάρχης λίγο πριν πάρει σύνταξη και που πεθαίνει μόλις την πάρει.

Αυτοί που γυρίζουν στις χωματερές και μαζεύουν ότι βρουν, για να τα πουλήσουν, κουμπιά, κόκκαλα, παλιοσιδερικά και λοιπά, ήρθαν στον μικρό λόφο των δύο δοχείων νυχτός.

- Τι είναι αυτό; ρώτησε ο ένας.

Και κοίταξε τον Βοήμιο.

Ο άλλος δεν ήξερε.

- Μπούρδες είναι.

Ύστερα ο άλλος παρατήρησε τον Εμαγιέ.

'Κείνη την στιγμή, τελείως ξαφικά, ξέσπασε η καλοκαιριάτικη μπόρα, μια βροχή που έριχνε με το τουλούμι, κυρίως απροειδοποίητα και οι δυο άνθρωποι πήγαν και χώθηκαν κάτω από μια τέντα.

Η βροχή έπεφτε δυνατή και όπως χτυπούσε πάνω στον Εμαγιέ έκανε ένα μουσικό χαρούμενο θόρυβο. Ύστερα σταμάτησε, πάλι ξαφνικά, έτσι γίνεται με τις καλοκαιριάτικες μπόρες, και οι δύο άνθρωποι ήρθαν πάλι κοντά στον σωρό. Τότε ο ένας έπιασε τον Εμαγιέ και του άδειασε τα νερά.

- Αυτό ρε συ είναι καινούργιο, είπε θαυμαστικά. Δεν είδες που με τόσο νερό δεν τρύπησε καθόλου ; Λίγο καλάϊ και τον πουλάμε μια χαρά.

Και πήραν τον Εμαγιέ.

Ο Βοήμιος έμεινε μόνος του. Αισθανότανε ένα είδος αηδίας. Και δεν ήθελε να μιλήσει ούτε καν στην παλιά αρβύλα.

Ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβε την ματαιότητα της πορσελάνης...

Υ.Γ Απεστάλη: 02/03/2006, 20:59:59 'Ξώφαλτσα πέρασε Κάππααα! Ίσα που ακούμπησε. Δεν βαριέσαι ρε φιλαράκι. Καλή τύχη.

deva_parinito@yahoo.gr

Edited by - Don_Kixwtis on 02/03/2006 21:30:49

Η παρακάτω ιστορία, συμβαίνει πολλά χρόνια πριν, σχεδόν πριν απ' τον πόλεμο του '40, όμως την παραθέτω εδώ, γιατί είναι απόλυτα αληθινή - την έχω ακούσει από κάποιον παλιότερο, Σωτήρης ήταν τ' όνομά του - και αληθινά ελληνική.

Κι αν δεν σε λένε Σωτήρη, ε, και τι μ' αυτό ? Σε λένε Παύλο, Κώστα, Χρήστο, Μιχάλη, Μανώλη, Πέτρο ή Δημήτρη, Λευτέρη ή Περικλή. Σε λένε κάπως. Τι τα θες ? Περνούν τα χρόνια θα μου πεις, δεν υπάρχουν πια πλανόδιοι πωλητές τσιγάρων. Αμ' δε. Για ρίξε μια ματιά τριγύρω σου...


Ανήμερα της κυρά Παναγιάς

Από την Ήπειρο ο άνθρωπος, εργατικός και οικονόμος, γύριζε με μια βαλίτσα τα γραφεία, από το πρωί ως το βράδυ και ήξερε τι καπνό φουμάρει ο καθένας. Πουλούσε τσιγάρα. Άφηνε, λοιπόν, το πακέτο σου, τα σπίρτα σου - ήξερε ακόμα και ποιος δεν έχει αναπτήρα - αν τον πλήρωνες αμέσως ακουμπούσε διακριτικά τα ρέστα πλάι στην προσφορά του, αν όχι έγραφε, αλλά τίμια, δεν γελούσε ποτέ άνθρωπο και ήταν πάντα γελαστός και συμπαθέστατος, γιατί είχε κι ένα ελάττωμα στο πόδι, πράγμα που τον έκανε ακόμη πιο συμπαθητικό.

Το βράδυ γύριζε τα κέντρα. Μέχρι τις δώδεκα. Ύστερα πήγαινε σπίτι του και ξεκουραζόταν. Όπως τον υπολόγιζες, έπρεπε να πουλάει καμιά πεντακοσαριά πακέτα την ημέρα, που σημαίνει ό,τι από εξήντα λεπτά το πακέτο - τότε - έβγαζε ένα τρακοσάρι. Από αυτά έβαζε στην πάντα τα μισά. Ηπειρώτης γαρ, τα άλλα μισά τα διέτεθε να περάσει αυτός, η γυναίκα του η Μαρία και νομίζω κι ένα παιδάκι που είχε.

Δούλευε, λοιπόν, έντεκα μήνες τον χρόνο και διέκοπτε πάντα στις 2 Αυγούστου για να ξαναρχίσει στις 2 Σεπτεμβρίου.

Αυτός ήταν ο Σωτήρης, έτσι τον λέγανε, και απορούσαν που χάνεται ένα μήνα κάθε χρόνο.

Μέχρις ότου, απεκαλύφθη το μυστικό. Το είπε δηλαδή ο ίδιος, ένα βράδυ που του πρόσφεραν δυο - τρία ούζα και του άνοιξαν το στόμα.

Η καταγωγή του ήταν από ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου, μετά τα Γιάννενα, κοντά στην Αλβανία. Εκεί πέρα, είχε ένα σπίτι, σπιτάκι δηλ. ένα δωμάτιο ευρύχωρο με τζάκι, κληρονομιά από τον πατέρα του και το άφηνε έντεκα μήνες τον χρόνο στην διάθεση μιας συγγενούς του, που κατοικούσε και το περιποιόταν. Κάθε πρώτη του Αυγούστου, όμως, η συγγενής αυτή έφευγε από το σπίτι που το άφηνε καθαρό, κούκλα, πήγαινε ποιος ξέρει που και επέστρεφε πάλι στις 2 του Σεπτέμβρη.

Αυτό το σπίτι ήταν "η εξοχική βίλα του τσιγαρά" Σωτήρη, που έπρεπε να πάει κάθε χρόνο να μείνει και να ξεκουραστεί, να ψαρέψει πέρκες και άλλα ποταμόψαρα, να ξαπλώσει, να περάσει ήσυχα και ξεκούραστα και να επιστρέψει για να οργώσει πάλι την Αθήνα με την αιώνια επαγγελματική του βαλίτσα.

Ως εδώ το πράμα, δεν έχει καμιά πρωτοτυπία, ο άνθρωπος πολύ σωστά, πήγαινε στην γενέτειρά του, έκανε τις διακοπές του, πράμα τότε λίγο σπάνιο για τους Αθηναίους και ξαναγύριζε στην δουλίτσα του.

Λογαριάστε τώρα, έντεκα μήνες προς τεσσερισήμιση χιλιάδες τον μήνα αποταμίευση, μας κάνουν σαράντα εννέα πεντακόσιες τον χρόνο σε οικονομίες. Ο περίεργος αυτός άνθρωπος, τα μάζευε κανονικά και δεκάρα - δεκάρα και κατά τα τέλη Ιουλίου διαιρούσε το ποσό διά δύο. Τις είκοσι χιλιάδες, τις έβαζε στην Τράπεζα. Και φαντάζομαι ότι αν δεν συνέβαιναν τα γεγονότα της Κατοχής κλπ. θα 'πρεπε να έχει στα τριάντα χρόνια πάνω από εξακόσιες χιλιάδες με τους τόκους. Μ' αυτά λογάριαζε να σπουδάσει το παιδί του και να κυλήσει τα γεροντάματά του.

Όλα αυτά εξανεμίστηκαν από το σαράντα πέντε κι ύστερα άρχισε πάλι τις οικονομίες και ξανασχημάτισε δεκάρα στην δεκάρα την μικρή του περιουσία.

Μέναν άλλες είκοσι εννιάμιση χιλιάδες δραχμές, κάθε χρόνο. Ε, λοιπόν, αυτές οι 29.500 ήταν όλο το μεγαλείο και το μεράκι του Σωτήρη.

Πρώτα πρώτα ντυνόταν μεγαλοπρεπώς αυτός, η γυναίκα του και το παιδί του. Αγόραζε και κάνα - δυο χιλιάδες δραχμές δώρα για τους συγγενείς του στο χωριό. Άφηνε κάπου δεκαπέντε χιλιάδες για να πάει στην βίλα του, και μ' αυτές τις δεκαπέντε χιλιάδες δραχμές ο Σωτήρης, ο πλανόδιος τσιγαράς, γινόταν ο μεγάλος άρχοντας του χωριού κάθε χρόνο.

Είναι σπουδαίο πράμα να είσαι όλο τον χρόνο υπηρέτης των άλλων και για ένα μήνα να γίνεσαι εσύ αφεντικό έστω και σ' ένα χωριουδάκι με είκοσι σπίτια.

Πήγαινε, λοιπόν, μοίραζε τα δώρα του, πάντα έφτανε με κούρσα στο σπίτι του, η κούρσα κορνάριζε θριαμβευτικά, όλοι το ξέρανε και το χωριό του τον υποδεχόταν πια σαν μεγάλο αφέντη. Ο Σωτήρης μοίραζε τα καλά που είχε φέρει, μοίραζε σοκολάτες και καραμέλες στα παιδιά και αφού έκανε την μεγαλοπρεπή του εγκατάσταση, ξεκινούσε τα πρωϊνά να πάει να ψαρέψει, γύριζε κατά τις έντεκα και πήγαινε και άνοιγε το καφενείο.

Μόλις, λοιπόν, άνοιγε, όλοι οι αρσενικοί του χωριού μαζευόντουσαν να τον χαιρετήσουν και ο Σωτήρης διέτασσε μεγαλοπρεπώς τον μαγαζάτορα :

- Κέρνα όλον τον κόσμο.

Όλος ο κόσμος ήταν καμιά εικοσιπενταριά ούζα προς μια δραχμή το ένα. Αυτό όμως το καθημερνό "κέρνα όλον τον κόσμο", τον είχε κάνει ένα είδος Ωνάση, στο χωριό του, γιατί δεν ήταν και συνηθισμένο πράμα οι συντοπίτες του να πίνουν κάθε μέρα ποτό. Τους έφτανε τις γιορτάσιμες μέρες.

Με τα ούζα ο μαικήνας αυτός, άνοιγε κι ένα δυο πακέτα τσιγάρα και μοίραζε. Ο ίδιος δεν κάπνιζε ποτέ, αλλά από τις 2 Αυγούστου εως 2 Σεπτεμβρίου, έκανε εξαίρεση και κάπνιζε, είχε πάντα πακέτο στην τσέπη του και φίλευε απλόχερα όλους, για να δείξει "τι αφένταρος είναι".

Όλη αυτή η ιστορία, έδειχνε την ανάγκη του ανθρώπου να ξεφύγει για λίγο από την σκλαβιά του, την σκλαβιά του ίδιου του του εαυτού και από την καρμιριά του και να γίνει, τουλάχιστον στα μάτια των συχωριανών του, ένας "μέγας και πολύς" που πρόκοψε στην πρωτεύουσα και δεν λογάριαζε κύριε, να κεράσει ... είκοσι πέντε ούζα μονοκοπανιά.

Ο μεγάλος του θρίαμβος όμως, απεκορυφούτο ανήμερα της Παναγιάς στις 15 Αυγούστου.

Την γυναίκα του την λέγανε Μαρία. 'κείνη την μέρα λοιπόν, το χωριό είχε πανηγύρι, που το πρόσφερε ο ίδιος ο Σωτήρης. Τρία - τέσσερα σφαχτάρια, κρασί άφθονο, τυριά, πίτες, γιατί επεί πάνου, τρώνε πολλές πίτες, ακόμα και όργανα που ερχόντουσαν να διασκεδάσουν τον κόσμο. Η ιστορία αυτή του κόστιζε δυο - τρία χιλιάρικα περίπου, αλλά τον έκανε όχι πια προσωπικότητα, αλλά ήρωα. 'Κει πέρα, τα σφαχτάρια είναι μεγάλη υπόθεση και το γλέντι σπάνιο όσο το βόρειο σέλας σε μας.

Όλο το χωριό περίμενε έναν ολόκληρο χρόνο να 'ρθει ανήμερα της κυρά Παναγιάς, για να ξεφύγει κι αυτό από την ρουτίνα του, να το γλεντήσει, να φάει και να πιει τζάμπα, πράγμα μεγάλο για 'κει πέρα, και να το ρίξει έξω.

Η κυρά Μαρία ήταν η πρωταγωνίστρια της γιορτής.

Ο Σωτήρης, ο "ήρωας" της ημέρας.

Και περνούσε η αγία και μεγάλη μέρα με ζουρνάδες και νταβούλια, με χορούς και που έτσι με το σούρουπο ήταν όλοι μεθυσμένοι και μετά το βράδυ κυκλοφορούσαν μόνο 'κείνα τα μεγάλα αγριόσκυλα που ψάχνανε για κόκαλα, να το γλεντήσουν και αυτά μια και το 'θελε η μέρα.

Όπως παντού, βρισκόντουσαν και δυο - τρεις πικρόγλωσσες να δηλητηριάσουν το μεγαλείο του Σωτήρη.

Λέγανε λοιπόν, ότι δεν είναι τίποτε, να, πλανόδιος τσιγαράς στην Αθήνα είναι, αλλά ποιος τους πίστευε ?

Οι πολλοί, ο κοσμάκης ακόμα και τα παιδιά μπουκωμένα με καραμέλες τον είχαν για άνθρωπό τους.

Χρόνια εξακολουθούσε αυτή η δουλειά και ο Σωτήρης ήταν η ποικιλία στην μονοτονία της ζωής τους.

Ώσπου γύρω στο '65 ήρθε η καταστροφή του...

Ακριβώς την μέρα του μεγάλου γλεντιού, δυο αυτοκινητάρες με Αθηναίους εκδρομείς, από 'κείνους τους μεγαλοπρεπείς, βρέθηκαν στο χωριό και ζήτησαν να φάνε. Εστιατόριο βέβαια και τέτοια, δεν υπήρχαν και οι χωριανοί τους παρέπεμψαν στον άνθρωπό τους.

- Να, πηγαίνετε στο κυρ Σωτήρη, αυτός έχει σήμερα γιορτή, περιποιείται όλον τον κόσμο, θα περιποιηθεί και σας.

Τραβήξαν λοιπόν οι Αθηναίοι να πάνε στο "αφεντικό", έλα όμως που σαν Αθηναίοι 'ξέραν όχι μόνο την Αθήνα, αλλά και τον περιπλανώμενο τσιγαρά της.

Μόλις τον είδαν οι δυο πρώτοι 'βάλαν τις φωνές :

- Ρε Σωτήρη, εσύ είσαι ?

Ο Σωτήρης κέρωσε.

- Τον γνωρίζετε ? ρωτήσανε πέντ' έξι χωριανοί που ζυγώσανε.

- Ε, πως δεν τον γνωρίζουμε, τον Σωτήρη ? Τον τσιγαρά ? Αφού μας έχει όλους πελάτες.

Για μια στιγμή, όλο εκείνο το μεγαλείο που ο άνθρωπος έχτιζε χρόνια και χρόνια, γκρέμισε σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Ο Σωτήρης, κιτρίνισε, κοκκίνισε, και ξαφνικά παράτησε στην μέση το γλέντι και πήγε μόνος του και κλείστηκε σε 'κείνο το μικρό σπιτάκι του, έπεσε στο κρεβάτι και ... έβαλε τα κλάματα.

Δεν νομίζω πως χρειάζεται και συνέχεια. 'Κείνο που ξέρω είναι πως ο μικρός και ασήμαντος τσιγαράς δεν ξαναπάτησε στο χωριό του, χάρισε μάλιστα και 'κείνο το χαμόσπιτο στην συγγενή του...

Υ.Γ lorenzo, εύστοχο το κείμενό σου. Διάβασα και τον χαιρετισμό σου.

Πλάκα μου κάνεις βρε ζωή...

Παραδέξου το, Ελληνοχολένεις.

Ελληνογεννήθηκες & Ελληνοπεθαίνεις.

Και του Χάρου μας το χρυσό καμάκι,

έλα να το κάνουμε τζατζίκι με σουβλάκι!

Δεκέμβρης του 2005. Ανήμερα Χριστούγγενα, τηλέφωνο 4:00 το πρωί, ντύθηκα στο ασανσέρ, μετά Ιπποκράτειο. Θάνατος. Ένας νεκρός στην αγκαλιά σου, αδύνατον να τον αναστήσεις ή να τον φορτωθείς...

"Απο 'δω και μπρος Κατερίνα, σε δύο μέρη θα βρισκόμαστε. Το ένα είναι το νοσοκομείο. Το άλλο, το νεκροταφείο." Καφές της παρηγοριάς. Σςς, μίλα σιγά...

Μετά την "τελετή"

Οι περισσότεροι δεν πήγαν ως το τέρμα.

Εκείνος που σίγουρα πηγαίνει στο τέρμα είναι πάντα ο ενταφιαζόμενος.

Και η χήρα του.

Έτοιμη να λιποθυμήσει.

- Αχ Τσώρτζη μου!

Ο Τζώρτζης αδιαφορεί τελείως. Μερικοί πολύ στενοί βαστάνε αυτήν που φωνάζει, άλλες πολύ στενές φωνάζουνε κι αυτές, αλλά κανένας δεν τις κρατάει γιατί όλοι ξέρουν ότι το κάνουν στα ψέμματα.

Εκείνο που ενδιαφέρει είναι ο στυλωτικός καφές με τα παξιμαδάκια. Αυτόν δεν τον αρνιούνται ακόμα κι όσοι βιάζονται ή όσοι ντύνονται στο ασανσέρ. Οι περισσότεροι παίρνουνε δύο.

Η χήρα φτάνει, κουρασμένη και με κάποια ανακούφιση.

Παίζει όμως τον ρόλο της, πάντα με τον καλύτερο τρόπο.

Είναι αμίλητη.

Δακρυσμένη.

Άφαβη.

Η μεγαλύτερη περίπτωση να βγει μια γυναίκα άβαφη είναι η περίπτωση της φρεσκοχηρείας. Κανείς δεν την παρεξηγεί και αν είναι άσχημη αποδίδουν την ασχήμια σε βαθμούς λύπης. Η λύπη μετριέται σε ειδικό θερμόμετρο που δεν το ανακάλυψε ο Φαρενάιτ, αλλά το ξέρουν καλά οι γυναίκες μεταξύ τους.

Το αφηρημένο ύφος της χήρας.

Όλοι συλλογίζονται :

- Το μυαλό της είναι στον Τζώρτζη.

Το μυαλό της χήρας έχει φύγει από τον Τζώρτζη.

Λογαριάζει κατά σειράν.

Πρώτο. Το χρήμα.

Τι άφησε ο Τζώρτζης. Σε αξίες, σε μετοχές, σε σύνταξη, σε εισοδήματα, σε μαγαζιά. Αν ο Τζώρτζης δεν άφησε τίποτε τότε η χήρα λυπάται ιδεολογικά και μέσα της είναι έξω φρενών εναντίον του Τζώρτζη.

- Ήταν και κουβαρντάς, ανάθεμά τον.

Δεύτερο. Λογαριάζει τα χρόνια της.

Την επιδερμίδα της.

Την λάμψη των ματιών της.

Τα κιλά της.

Είναι ακόμη νέα.

Όταν είσαι "ακόμη νέα", σημαίνει ότι δεν είσαι νέα αλλά μπορείς να ελπίζεις.

Η ζωή κυλάει. Η ζωή τρέχει.

Ο μόνος που μένει στάσιμος είναι ο Τζώρτζης.

Υπάρχουν στενοί συγγενείς. Αυτοί το παίρνουν διπλά. Ή ο Τζώρτζης κάτι είχε και κάτι μένει γι' αυτούς ή ο Τζώρτζης βοηθούσε και δεν μένει τίποτε γι' αυτούς, ή ο Τζώρτζης δεν είχε τίποτε και πρέπει να παίξουν τον λυπημένο τουλάχιστον ως την ώρα που θα πάνε σπίτι τους.

Μετά λένε :

- Βρε τον κακομοίρη τον Τζώρτζη. - Στεναγμός.

- Μα, να πάει έτσι ο Τζώρτης? - Έκφραση αδιαφορίας.

- Δεν μας παρατάς με τον Τζώρτζη.

Κάποιος ανοίγει το ραδιόφωνο.

Κάποιος πεινάει. Κι αυτό γιατί τα υπέροχα και τα πένθιμα φέρνουν πείνα.

Όμως οι περισσότεροι στενοί, θεωρούν απαραίτητο να βάλουν μια μαύρη γραβάτα, και να στενάζουνε κάθε φορά που τους ρωτάνε γιατί φοράνε μαύρη γραβάτα.

- Χάσαμε τον Τζώρτζη.

- Τι λες βρε παιδί μου?

Αυτός που ρωτάει "τι λες βρε παιδί μου?", ούτε θυμάται ποιος ήταν ο Τζώρτζης. Παίρνει όμως και λόγου του ύφος αξιολύπητο γιατί η μαύρη γραβάτα είναι σαν τις πειρατικές σημαίες, πρέπει να σημαίνει κάτι πολύ σημαντικό.

Η χήρα γυρίζει σπίτι κατά κανόνα με τρεις - τέσσερις θείες ή εξαδέρφες.

Και δύο ή τρεις του πολύ στενού περιβάλλοντος.

Τρομερή είναι η είσοδος.

Και προσχεδιασμένη.

Πως θα μείνει τώρα μέσα σε τούτο το τεράστιο άδειο σπίτι ?

Το τεράστιο άδειο σπίτι μπορεί να 'ναι δυο δωμάτια.

Δυο - τρεις εξαδέρφες κπλ, απο 'κείνα τα όντα που αποτελούν τα παράσιτα κάθε γεγονότος, είναι έτοιμες να θυσιαστούνε και να ξενυχτήσουνε κοντά της.

Την πρώτη βραδιά.

Την δεύτερη βραδιά.

Ποτέ την τρίτη.

Οι καναπέδες μυρίζουνε μακαριότητα. Οι τοίχοι μυρίζουνε μακαριότητα. Η ατμόσφαιρα μυρίζει μακαριότητα.

Μια εξαδέρφη πάει με τρόπο και ανοίγει το ψυγείο.

Το ψυγείο δεν μυρίζει τίποτε γιατί είναι άδειο.

Η εξαδέρφη μυρίζει απελπισία.

Κάτι πρέπει να φάει κανείς.

Η εξαδέρφη πάει και μιλάει πολύ σιγά σε κάποιον από τους άντρες.

- Πρέπει κάτι να ψωνίσουμε, δεν μπορούμε να την αφήσουμε νηστική.

Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να μείνει νηστική η εξαδέρφη.

Ο άντρας βάζει το χέρι στην τσέπη - ανάθεμά σε Τζώρτζη.

Η χήρα δεν θέλει να βάλει τίποτε στο στόμα της.

Της φτάνει ο καημός της.

Όταν όμως στρωθεί το τραπέζι, τρώει δυο τρεις μικρές μπουκιές. Κοιτάζει τους άλλους που τρώνει μεγάλες. Λογαριάζει αν θα μείνει τίποτε να σηκωθεί να το μασήσει την νύχτα.

Ο Τζώρτζης ήταν καλοφαγάς. - Αυτό τον έφαγε.

Η πρώτη νύχτα έχει όνειρα, εφιάλτες, Τζώρτζηδες, ερωτηματικά και αναμνήσεις.

- Καλός ήταν ο καημένος.

Καλός αλλά στραβόξυλο. Τι να του πρωτοθυμηθείς ? Ένα ποτήρι να 'βλεπε στραβά βαλμένο χαλούσε τον κόσμο. Και τζαναμπέτης.

"Μην πας εδώ"."Δεν πάμε εκεί".

Γενικά οι Τζώρτζηδες είναι ένα είδος Ε.Σ.Α για τις γυναίκες τους και καμιά φορά - άμα αφήσουν εισόδημα - κάνουν καλά που πεθαίνουν.

Της έκανε καυγά όταν έριχνε την τράπουλα.

Όλες ρίχνουν την τράπουλα.

Άντε τώρα να κάνεις καυγά Τζώρτζη.

Και άλλα.

Γιατί τρια ζευγάρια παπούτσια. Γιατί φορέματα. Γιατί τούτο, γιατί εκείνο.

Το σόι της που έτρωγε στο σπίτι. Έξι φορές την εβδομάδα.

Ένα σόι γλάρων που δεν χόρταινε ποτέ και που δεν ήταν ευχαριστημένο ποτέ.

Και που ζητούσε και δανεικά.

Α, αυτή δεν πρόκειται να δώσει δανεικά. Καλύτερα να σου ζητάνε παρά να ζητάς.

Μην κοιτάς ο Τζώρτζης. Ήταν και βλάκας.

Το ξέρει 'δα το σόι της.

Τώρα θ' αρχίσουνε να ζητάνε.

Ο Αριστείδης.

- 'Κείνο το κοστουμάκι του το μπλου?

Ο Σωτήρης.

- 'Κείνο το παλτό το μαύρο?

Και παπούτσια. Και πουκάμισα. Και γραβάτες. Όσα δεν χρειάζεται πια ο Τζώρτζης.

Βεβαίως ο παλιατζής δεν πληρώνει πολλά, και καλύτερα να τα δώσεις να μην έχουνε κι άλλες αξιώσεις.

- Ευκολύνω όσο μπορώ.

Όλοι κάτι παίρνουνε δήθεν να συχωρέσουνε τον Τζώρτζη.

Κατά βάθος ο Τζώρτζης ακούει τον αναβαλλόμενο. Αυτό το κοστούμι το μπλου είναι και λίγο τριμμένο εδώ που τα λέμε.

Και πλήρωσε και το αποψινό φαγητό.

Η πέτρα έπεσε, ο βούρκος ταράχτηκε, ύστερα τα κυματάκια γαληνέψανε, ο ήλιος ξαναβγήκε γελαστός, ανάψανε το βράδυ οι φωτεινές επιγραφές, τρέχανε τα αυτοκίνητα, στις γωνίες τα νέα αγόρια ερωτευόντουσαν τα νέα κορίτσια, η χήρα τα κοιτούσε όλα από το παράθυρό της, μερικές συντροφιές την ενοχλούσαν, ήθελε να μείνει μόνη, την νύχτα αργά, όταν όλοι φεύγανε, πήγαινε στον καθρέφτη και βαφόταν, προσπαθούσε να φτιάσει μόνη της τα μαλλιά της, κάπου να βρει μια γοητεία, δεν ξέρεις τι γίνεται, υπάρχουν τόσοι Τζώρτζηδες στον κόσμο.

Λογαριάζει πότε θα μπορέσει να πάει στο κομμωτήριο.

Πότε θα αδειάσει η μοδίστρα της η Λένα να της ράψει κάτι της προκοπής.

Ο δικηγόρος της.

Τι χαρτιά έχουν μείνει.

Τώρα βαστάει το κλειδί του συρταριού. Τώρα ο Τζώρτζης δεν έχει πια μυστικά κλειδωμένα, όλα είναι στα χέρια της και μισεί τους στενούς συγγενείς.

- Ρε λες να μου εγείρουν αξιώσεις?

Οι στενοί συγγενείς τρέμουν μια διαθήκη.

- Ρε λες να της τ' άφησε όλα?

- Και 'κείνο το σπίτι στο Κουκάκι?

Έτσι αρχίζουν τα μεγάλα πάθη. Κάπως έτσι άρχισε και ο Πελοποννησιακός πόλεμος.

Ο Τζώρτζης της είχε αδυναμία. Κάθε Τζώρτζης έχει αδυναμία στην Τζώρτζενά του, φτάνει να καταφέρνει να την ανεχθεί τα πρώτα πέντε χρόνια.

Απο 'κει και μετά, του γίνεται συνήθεια.

Η Τζώρτζενα, όλες οι Τζώρτζενες, λογαριάζουν πάντα ότι ο Τζώρτζης θα πεθάνει πρώτος. Οι εξαιρέσεις είναι σπάνιες και εκτός κανόνος. Έτσι οι Τζώρτζενες είναι προετοιμασμένες για τα "μετά την τελετή".

Το πρώτο χαμόγελο αρχίζει μετά τα ενιάμμερα.

Κάποιος - το κτήνος - λέει ένα αστείο.

Οι άλλοι - τα κτήνη - τολμάνε να γελάσουνε.

Η Τζώρτζενα μένει σοβαρή, αλλά δεν κάνει παρατήρηση.

Τότε ο πρώτος - το κτήνος - λέει δεύτερο αστείο και η Τζώρτζενα χαμογελάει θλιμμένα. Στο έκτο αστείο μόλις που γελάει με κάποια τόλμη.

Τα εννιάμερα είναι η πιο σημαντική μέρα μετά την τελετή, γιατί η ψυχή του Τζώρτζη φεύγει από το σπίτι, μια και κατάλαβε τι ζώο ήταν που καθότανε τόσα χρόνια.

Η ψυχή πετάει στους αιθέρες. Αυτό φέρνει στην Τζώρτζενα μια κάποια ανακούφιση και την κάνει να τηλεφωνήσει στην Λένα, την ράφτρα.

- Το γιακά κάντον λίγο πιο ανοιχτό.

- Να βάλω κι ένα σατέν ?

- Βάλε κι ένα σατέν.

Στις 34 μέρες η Τζώρτζενα αναγγέλει τα σαράντα του Τζώρτζη.

Ποτέ τα σαράντα δεν γίνονται σωστά γιατί όλες οι Τζώρτζενες βιάζονται, να καλέσουν τον κόσμο να θαυμάσει την θλίψη τους.

Την θλίψη τους την εξωραϊζουν στο κομμωτήριο.

Στο μνημόσυνο είναι πολύ θλιμμένος και κάποιος κύριος που ίσως λέγεται Φίλιππος ή λέγεται Ναθαναήλ, που είναι χήρος - ο καημένος - νεότατος ακόμη - συμπαθής - και που έχει εισοδήματα.

Πάντα πολύ λεπτός. Ακόμα κι όταν ζούσε ο Τζώρτζης.

Η χήρα τον κοιτάζει.

Αυτός κοιτάζει την χήρα.

Δεν ξέρει κανείς ποτέ.

Και δεν θα μάθει ποτέ και τίποτε και ο Τζώρτζης...

Edited by - Don_Kixwtis on 21/02/2006 18:21:34


Το παρακάτω κείμενο, είναι σχετικά φρέσκο. Αφορμή, μια φράση που μου είπε κάποτε ένα μέλος του esoterica - ίσως η μοναδική φορά που έλεγε την αληθεία γιατί μίλησε απλά - μια φράση που ξεκινούσε κάπως έτσι : "Περπατάω στον δρόμο και ξεχνάω πως είμαι η Τάδε (αναφερόταν στο nickname). Αν με ρωτήσεις... Η Τάδε ? Ποια Τάδε?". Ακούγοντάς την, ζήλεψα κι ευχήθηκα να την είχα πει πρώτος εγώ. Ήταν από τις ελάχιστες φορές που γοητεύτηκα από την - ασυνείδητη ίσως - αφοπλιστική και γυμνή ειλικρίνειά μιας φράσης. Έτσι, με τούτη την φράση ξεκινάω κι εγώ γιατί, αλήθεια, μονάχα τούτη θυμάμαι απ' όλα όσα μου έχει πει εκείνο το μέλος. Όλα τα υπόλοιπα, δεν είχαν αξία.

[size=3]

Είμαι, είσαι, είναι, είμαστε

Περπατάω στον δρόμο και πολύ χαίρομαι που ξεχνάω πως είμαι ένας Deva Parinito. Αυτό συμβαίνει, γιατί στην πραγματικότητα, δεν είμαι ένας Deva Parinito. To "Deva Parinito", είναι απλώς ένα ψευδώνυμο. Αν με ρωτήσεις να σου πω ποιος είμαι, θα σου πω το όνομά μου το κανονικό, ναι, αυτό που γράφει η ταυτότητά μου.

Τι άλλο θα μπορούσα να σου πω ? Για τρελούς ψάχνεις ? Γεμάτο είναι το Δαφνί από δαύτους που λένε πως είναι κάποιοι άλλοι απ' αυτό που γράφει η ταυτότητά τους. Κι όσοι δεν είναι στο Δαφνί και ξέφυγαν, είναι σε κάτι μονοκατοικίες ή σε κάτι στενόχωρα διαμερίσματα μονάχοι τους. Άντε να 'χουν και κάνα σκύλο ή κάμια γάτα, για συντροφιά, όπως λένε. (Δεν εξετάζουμε όσους έχουν περισσότερα από δύο ή τρία κατοικίδια, είναι περιπτώσεις δύσκολες και θέλουν προσοχή.) Στα κατοικίδια και στα οικόσιτα ζώα, ότι και να πεις, δεν πρόκειτε να σε παρεξηγήσουν. Το πολύ πολύ να πάθουν καμιά γρίπη, που είναι και της μόδας, σιγά την βάρκα δηλ. Μίλα ελεύθερα λοιπόν, πες ότι είσαι ένας ντέβα, πως ότι είσαι ο Δον Κιχώτης, ο Αλλάντιν, το τζίνι του, πες ακόμη ακόμη πως είσαι και ο Θεός ο ίδιος. Δεν υπάρχει κίνδυνος. Ο κίνδυνος εμφανίζεται όταν αρχίζεις να λες ποιος είσαι στους ανθρώπους. Εκεί, την έβαψες αδερφέ μου. Σου βγήκε τ' όνομα που λέμε, και καλύτερα να σου βγει το μάτι παρά τ' όνομα.

Αυτό συμβαίνει γιατί οι άνθρωποι ζητούν αποδείξεις. Κι αν αμφισβητήσουν κάποτε το όνομά σου, τους κοτσάρεις μια Ληξιαρχική Πράξη γεννήσεως και καθάρισες. "Να ρε, αυτός είμαι!". Έτσι και δείξεις επίσημο χαρτί, κρατική σφραγίδα να πούμε Ελληνικής Δημοκρατίας γιατί είμαστε στην Ελλάδα, τους τάπωσες. Θα σε πιστέψουν θέλουν δεν θέλουν και θα σου σφίξουν το χέρι, "χάρηκα πολύ κύριε Τάδε" και δεν θα σε παρεξηγήσουν και θα ξέρουν με ποιον μιλάνε στο τηλέφωνο και δεν θα σε ρωτήσουν ποτέ ξανά "ποιος είσαι?"

Ας υποθέσουμε τώρα πως κάποιος που είναι το απρόσεχτος ή τόσο βλαξ πάει και λέει σε κάποιον άλλον "ναι, είμαι ο Deva Parinito, ένας ντέβα." Αν γλυτώσει την άσπρη μπλούζα της Σταυρούπολης, θα πρέπει μετά ασφαλώς να το αποδείξει. Είναι σαν να λες σε κάποιον "είμαι Χριστιανός". Όσοι λένε πως "είναι Χριστιανοί", στην πραγματικότητα δεν είναι, γιατί Χριστιανός είναι αυτός που πράττει όπως ο Χριστός. Ποιος όμως πράττει όπως ο Χριστός ? Σε ρωτάω, άμα σου τραβήξω ένα μπουκέτο στο ένα μάγουλο, εσύ θα μου γυρίζεις και το άλλο ? Έτσι και το κάνεις, τότε ναι, ίσως και "να 'σαι Χριστιανός". Οι πιθανότητες όμως να συμβεί αυτό, είναι τόσες, όσες είναι και οι πιθανότητες να καθαρίσει ο Νείλος από το σκουπιδαριό του. Παραδόξως, οι Χριστιανοί που ωρύονται πως "είναι Χριστιανοί" έχουν γλυτώσει το Δαφνί, εξ' αμελείας δηλ. γιατί κανένας δεν το έχει συνειδητοποιήσει αυτό. Περνάει απαρατήρητο αυτό το παράδοξο, γιατί δεν είναι πως το συμφέρον της επωνυμίας τους, τέλος πάντων. Κάπως έτσι συμβαίνει και με τους υπόλοιπους χαρακτηρισμούς ή ονόματα ή ψευδώνυμα που ακολουθούν την αντωνυμία "είμαι".

Κάθομαι τώρα και διαβάζω ένα θέμα στο φόρουμ, πες ότι το λένε "esoterica". Επιλέγω έναν ρόλο. Σήμερα λέω να το παίξω επαναστάτης. Είμαι επαναστάτης. Όχι, άσε καλύτερα. Δεν περνάει αυτό. Ας το παίξω ενοτικός. Είμαι ενοτικός τώρα. Μπα, πάλι θα παρεξηγηθώ και ίσως πουν "άσε ρε Deva, εσύ μιλάς έτσι ? εσύ που μας έβριζες ?". Τελικά μπερδεύομαι. Δεν ξέρω ποιον ρόλο να παίξω. Και ξέρω γιατί μπερδεύομαι. Γιατί "δεν είμαι" τίποτε απ' όλα αυτά που λέω πως είμαι. Τι είπα ? "Ξέρω γιατί"? Μπα, ούτε αυτό το ξέρω. Υποθέτω πως το ξέρω. Ίσως γιατί δεν είμαι. Ναι, αυτό μου φαίνεται σωστότερο τώρα και ας παραμείνει έτσι. Και τώρα ? Τι γίνεται ? Κάπως πρέπει να αρχίσω, έτσι δεν είναι ?

Άκου το λοιπόν, άμα θες να ξέρεις, ποιος νομίζω πως είμαι για να μην με ξαναρωτήσεις :

Είμαι...

...κάποιος που ακούει το ξυπνητήρι του μέχρι στιγμής να χτυπάει στις 6:30 το πρωί, παρ' ότι ο ίδιος δεν σηκώνεται από το κρεβάτι του αν δεν πάει η ώρα 7:00. Το παράδοξο είναι πως αυτός ο κάποιος πρέπει να παλεύει για να σηκωθεί από το κρεβάτι του με κάποιον άλλον μέσα του που του λέει "έλα ρε βλάκα, νωρίς είναι ακόμη, θα προλάβεις, κοιμήσου κι άλλο."

Είμαι...

...κάποιος που ως τώρα βλαστημάει την ώρα και την στιγμή που μπαίνει στην Β. Όλγας, αγανακτεί με το μποτιλιάρισμα, βρίζει και μουτζώνει, τον βρίζουν και τον μουτζώνουν, όμως δεν επιλέγει άλλη διαδρομή για να πάει στην δουλειά του, γιατί τούτη είναι η συντομότερη και θα κάψει λιγότερη βενζίνη το αυτοκίνητο και έτσι ίσως καταφέρει να κάνει και κάποια οικονομία και του περισσέψουν λίγα χρήματα για να πάει σινεμά το βράδυ ή να φάει μια πίτσα Χατ, γιατί η πίτσα πρέπει να είναι Χατ ειδάλλως η τουαλέττα του ίσως να μην την δεχτεί, ίσως στενοχωρηθεί, ίσως μάλιστα να του κρατήσει και μούτρα.

Είμαι...

...κάποιος που λέει σ' όλους "προσπαθώ να κόψω το κάπνισμα", όμως αγοράζει τα πακέτα το ένα μετά το άλλο και είναι τόσο παράφρων που ενώ γνωρίζει πως σε λίγα χρόνια τα πνευμόνια του θα μοιάζουν σαν την μπαρουτοκαπνισμένη πυριτιδαποθήκη της Αγίας Λαύρας, αυτός παραβλέπει την ίδια του την γνώση και συνεχίζει ακάθεκτος γιατί είναι τόσο αδύναμος που ούτε στον ίδιο του τον εαυτό μπορεί να επιβληθεί. Ή ίσως πάλι γιατί είναι μεγάλος ψεύτης και γιατί πρέπει να είναι ψεύτης αλλιώς πως θα ξεχωρίζει από τους ειλικρινείς?

Είμαι...

...κάποιος που διαβάζει Πλούταρχο το πρωί, όμως κανένα ζόρι δεν τραβάει αν κάποιος άλλος φίλος του προτείνει το βράδυ να πάνε μαζί στον άλλον Πλούταρχο γιατί εκεί ίσως βρει και κάποιους άλλους που κάνουν το ίδιο, ίσως γίνουν και φίλοι, η παρέα θα μεγαλώσει γιατί στην παρέα θα υπάρχουν γκόμενες, ίσως του "κάτσει" και κάποια από την παρέα, ίσως φύγουν μαζί και εκείνη του πει μετά "θα μείνεις σπίτι μου?" και μείνει και "καλά ήταν κι απόψε" αλλά τίποτε δεν έγινε γιατί ο ίδιος έχασε τ' αυγά και τα πασχάλια του μαζί της και "πως το έπαθα εγώ αυτό, ο άντρακλας, ο τσίφτης και ο καραμπουζουκλής?" και άστο να πάει καλύτερα γιατί όταν το θυμάται ντρέπεται και σε κανέναν δεν αρέσει να ντρέπεται για τον εαυτό του, παρ' ότι όλοι θα έπρεπε να ντρέπονται για τους εαυτούς τους.

Είμαι...

...κάποιος που έτσι και πιεις μαζί του ένα ποτήρι τσίπουρο ή μια τσικουδιά ή έναν καφέ, θα το θυμάται μέχρι τον τάφο του γιατί "το τραπέζι είναι ιερό" και παλιότερα τις Κυριακές, στο κτήμα στο Μπαξέ Τσιφλίκ, μαζευόντουσαν τσούρμο οι οικογένειες και τρωγοπίνανε οι συγγενείς κι οι φίλοι, πότε - πότε το ρίχνανε στο τραγούδι και "σαν τα μάρμαρα της Πόλης που 'χει η Αγια Σοφιά" γιατί η γιαγιά ήταν Πολίτισσα και δώσ' του το κρασί το κόκκινο και η ρετσίνα και φέρε αδερφή μεζέ ντολμαδάκι γιαλαντζί, ελιά θρούμπα και μπαρμπουνοφάσουλο από τον μπαξέ. Και καμάρωνε η μάνα "αυτή η σαλάτα είναι από τον μπαξέ" και μετά γυρίσαν όλα τούμπα και τίποτε δεν έμεινε και πέθαναν δυο - τρεις κι έφυγε κι αυτός γιατί από μικρός ήταν τζαναμπέτης και κατεργαράκος κι όλο ζημιές έκανε και πότε ήταν "έτσι" και πότε ήταν "αλλιώς" και "ποτέ δεν θα βάλει μυαλό αυτό το παιδί".

Με λίγα λόγια, είμαι...

...κάποιος που είπε πολλά, έκανε περισσότερα όμως ελάχιστα έκανε απ' όσα ήθελε να κάνει, ακόμη κι ως τα τώρα. Αγάπησε, αγαπήθηκε, μίσησε και μισήθηκε, θα αγαπάει, θα μισεί, θα τον αγαπήσουν, θα τον μισήσουν, κάποιος που έχει φίλους, έχει και εχθρούς, είχε φίλους, τους έχασε, ίσως τους ξαναβρεί, ίσως όχι, θα φτιάξει νέους, θα τους χάσει πάλι, κάποιος που έκανε λάθη, έκανε και σωστά, που κάνει λάθη, που κάνει και σωστά και που θα κάνει πάλι, κάποιος που είπε ψέμματα, είπε κι αλήθεια, λέει, θα πει και θα ξαναπεί, που έφτιαξε όνειρα, τα γκρέμισε το βράδυ, τα ξανάφτιαξε το χάραμα και φτου κι απ' την αρχή γιατί έτσι είναι η ζωή, γιατί κι αυτός είναι μέσα στην ζωή, στους δρόμους, στους σταθμούς, στο λιμάνι, στο αεροδρόμιο, στην πιάτσα και στο κουρμπέτι και γιατί έτσι γίνεται πάντα, έτσι γινόταν κι έτσι θα γίνεται μέχρι που να τα κακαρώσει, γιατί δεν είναι αθάνατος, και του γράψει ο Χάρος το λυτρωτικό "The End" στο πανί του και τελειώσει το έργο και φύγουν οι θεατές ευχαριστημένοι ή δυσαρεστημένοι.

Κοίτα τώρα και πες μου. Αν είμαι αυτός που λέω, σάμπως δεν νομίζεις πως μοιάζουμε σε πολλά ? Έτσι και πεις πως μοιάζουμε στα περισσότερα, τότε ίσως να είσαι αυτός που είμαι. Κι αν σε δω στο δρόμο και μου πεις πως είσαι ένας ντέβα, ένας Δον Κιχώτης, ένας Αλλαντίν, ο Θεός ο ίδιος αν μου πεις πως είσαι, έννοια σου και θα καταλάβω...

...ποιος είσαι.

Ποιοι είμαστε...

Υ.Γ zagreas, το διάβασα το μήνυμά σου.

Edited by - Don_Kixwtis on 20/02/2006 18:44:15

Λίγα Λόγια

Όλα τα χρονογραφήματα που εμφανίζονται εδώ, και δεν ξέρω αν πρέπει να το πω ή όχι, ανήκουν σε μια συλλογή με τίτλο "Άνθρωποι & Ανθρωπάκια", γράφτηκαν κατά περιόδους, τα ανακάλυψα μόλις πριν από μερικές μέρες κατά την διάρκεια μιας μετακόμισης από τις γνωστές που συνηθίζω να κάνω, εξεπλάγην με την επικαιρότητά τους και τα παραθέτω, ως συνέχεια του θέματος "Η εκδίκηση της γυφτιάς" που κάποτε φιλοξενήθηκε από το φόρουμ σας.

Η δημοσίευση των κειμένων εδώ, στο esoterica, δεν αποσκοπεί στο να δημιουργηθούν διενέξεις μεταξύ των μελών του, ο καιρός περνάει άλλωστε και η επιστροφή είναι πάντοτε δύσκολη, όπως λέει κι ο Γκουρτζίεφ. Δυστυχώς, δεν μπορώ να αποδείξω στους υπεύθυνους την όποια αλλαγή του χρόνου πάνω μου, - ήδη τα μάτια μου βλέπουν άλλα πράγματα τώρα στο φόρουμ σας και η pyramid έγινε συντονίστρια - όμως ούτε και θέλω να μπω σε μια τέτοια διαδικασία.

Είμαι γραφιάς. Γράφω και θα γράφω, πάντα από ανάγκη. Δεν ξέρω αν λένε κάτι τα κείμενά μου, δεν με απασχολεί τούτο, γράφω επειδή πρέπει να γράψω. Διαφορετικά, θα σκάσω. Εδώ, όλο και κάποιος μπορεί να τα διαβάσει, όλο και κάτι μπορεί να βρει, όλο και κάτι μπορεί να καταλάβει περισσότερο απο μένα και - ποιος ξέρει ? - ίσως κάτι καλό να βγει από τούτο.

Όσο κι αν φαίνεται "ανήθικο", μιας και μου απαγορεύτηκε να συμμετέχω στο φόρουμ, όσο κι αν φαίνεται "ανυπάκουο" και "προκλητικό" ή "αντιδραστικό" & "επαναστατικό" για κάποιους, δεν το κάνω από εγωισμό. Αυτό, είναι δύσκολο να αποδειχθεί, το γνωρίζω, οφείλω όμως να το πω κι όποιος το πιστέψει, το πίστεψε. Για τους υπόλοιπους, δεν έχω κάτι να πω, κι αν γράφω έτσι τώρα, είναι επειδή βλέπω μια "εμμονή" στο να κλειδώνονται τα θέματά μου και να απενεργοποιούνται στο "τσακ" οι λογαριασμοί μου. Δεν πειράζει, δυο λεπτά είναι η ενεργοποίηση, δυο λεπτά κι η απενεργοποίηση.

Το "Άνθρωποι & Ανθρωπάκια", εμφανίζει την Ελληνική πραγματικότητα, "γραφική" ίσως για κάποιους και για κάποιους άλλους "ξεπερασμένη", όμως μέσα από τις παραγράφους του, ίσως - έτσι το βλέπω εγώ - να ξεπροβάλλει αχνά μια ανομολόγητη αίσθηση των πραγμάτων, έτσι όπως απαντούνται στις διάφορες επαναλαμβανόμενες φάσεις της Ιστορίας του Νεοέλληνα. Η παρατήρηση των συχνά κωμικοτραγικών συμβάντων, έτσι όπως τα είδε ο γραφών, ίσως σήμερα να μην απασχολεί την πλειοψηφία των αναγνωστών. Παραδόξως όμως, εξακολουθούν, τα ίδια γεγονότα, να συμβαίνουν ακόμη και τώρα, καμουφλαρισμένα με διάφορες ιδεολογικές ταμπέλες που διαδέχονται η μία μετά την άλλη κατά την διάρκεια του χρόνου.

Η ανάγκη να δημοσιοποιηθούν εδώ, καθώς και η σχέση που μπορεί να έχουν με τον "εσωτερισμό", αφήνεται στην κρίση του αναγνώστη και των υπευθύνων του χόρου. Νομίζω - όπως παλιότερα με τον Τανούκι - πως το μόνο που ίσως βγει από τούτη την κίνηση, είναι αυτό που έλεγε ο Ρόμπινς, "το ψεύτικο μουστάκι του κόσμου". Του κόσμου, που στην προκείμενη περίπτωση είναι η Ελλάδα και το κατιναριό που την αποτελεί.

Το "Άνθρωποι & Ανθρωπάκια" είμαι εγώ, είστε εσείς, είναι κι οι άλλοι, είμαστε όλοι μας. Θέλετε να το αφήσετε να υπάρχει ? Καλώς. Δεν θέλετε ? Πάλι καλώς. Έτσι κι αλλιώς :

Να τρως τα νιάτα σου για να ανακαλύψεις ότι την θεά του φεγγαριού οι Ετρούσκοι την λέγανε Λούνα.

Να τρως όλους τους σκώρους των βιβλίων, για να βεβαιωθείς ότι ο Πτολεμαίος που σταματούσε την γη στον Ατλαντικό, ήταν ένας Πτολεμαίος βλάξ.

Να σπαταλάς τα χρόνια σου για να ανακαλύψεις πόσους όζους είχε η ράβδος του Οιδίποδα.

Και πέρα μακριά, να πρασινίζει η γη, να κτρινίζει, να γίνεται χρυσαφιά, να γίνεται καφετιά και να πέφτει μέσα στην σαβανωμένη μελαγχολία του χειμερινού θανάτου.

Κι εσύ να λες :

- Το παν είναι η φιλοσοφία.

- Το παν είναι η έρευνα.

Και να μην λογαριάζεις πως το παν είναι μια φασουλάδα κι ένα σκουμπρί πηγμένο στο λάδι.

Α! ναι, κι ένα παλτό που να σε φυλάει απ' το κρύο...

Τα σέβη μου,
Deva Parinito


Γεννήθηκα στην Σαλονίκη. Σεπτέμβριο του '74. Πολλές φορές έχω ευχηθεί να είχα γεννηθεί τουλάχιστον 10 χρόνια νωρίτερα. Έτσι, θα είχα μια δικαιολογία για όσους αργότερα θα με χαρακτήριζαν "γραφικό". Η χούντα έπεσε. Έπεσε ? Ναι, έτσι λένε. Παραδόξως, έχω ακόμη την αίσθηση πως με παρακολουθούν. Αυτό, δεν αλλάζει την πιθανότητα να με χαρακτηρίσουν "τρελό".

Το παρακάτω κείμενο το έγραψα σε μια αυλή στο Κερατσίνι, τον Αύγουστο του 1996, με την Σταυρούλα στην κουζίνα να φτιάχνει τηγανίτες με μέλι. Το παραθέτω, γιατί νομίζω πως ταιριάζει στους "Ανθρώπους & Ανθρωπάκια", και το αφιερώνω σε μια κοπέλα από την Αποθήκη 11 του Ο.Λ.Θ, που με αποκάλεσε εψές "λιμανίσιο".

Δικαιωματικά δικό σου Κ. και δεν ξεχρεώνω.

Τα Ψάρια

Ο βασιλιάς των ψαριών, που μπορεί να λεγόταν και Νέστωρας - ήταν τοπικός βασιλιάς μεταξύ Αίγινας & Μεθάνων - βρέθηκε σε κατάσταση αμόκ.

- Κύριοι, φώναξε στο λαό του, πρέπει για την πρόοδο και την ευημερία των βυθών μας, να φροντίσουμε ώστε να εξαφανισθούν τα γρι-γρι από την ζωτική θαλάσσια περιοχή μας.

Τα γρι-γρι ήταν κουλουριώτικα, μπροστά η μάνα, πίσω τα παιδιά, ξεκινήσανε νωρίς από τον κόλπο εκεί στα Παλούκια, που είναι γεμάτος πετρέλαιο και μπουζούκι, ανοιγόντουσαν κατά Περιστέρια μέρος και μόλις έπεφτε το πρώτο σκοταδάκι ανάβανε τις λάμπες τους και ξανοιγόντουσαν. Πιάνανε ίσα με τέσσερα μίλια μακρονουρά και τα ηλίθια τα ψάρια, που τους είχε πει ο Νέστωρας "μην πέφτετε στην παγίδα του φωτός", πηγαίνανε κοντά στις λάμπες κάτι να βρούνε. Και βρίσκανε την παλάντζα με τα κιλά στην Ψαραγορά. Πολλές φορές, ανάμεσά τους, περνάγανε μεγαλόπρεπα ποστάλια, φωτισμένα "θαλάσσια ξύλα", όπως έλεγε τα καράβια ο Κάλβος. Και πάνω στα θαλάσσια ξύλα ταξιδεύανε γήινα κούτσουρα, άλλα με παντελόνια ανδρικά, αν ήταν γυναίκες, και άλλα με μπουρνούζια γυναικεία, αν ήτανε άντρες. Και ως συνηθίζεται, όλο αυτό το πλήθος ρώτουσε τους αξιωματικούς των θαλασσίων ξύλων :

- Πότε φτάνουμε στο λιμάνι ?

- Θέλουμε πολύ ακόμη ?

- Πόσα μίλια απέχει το νησί ?

Και καμιά φορά, κάποια τσαχπίνα, γελούσε στον μικρό αξιωματικό, με 'κείνο το χαμόγελο που λέει "έννοια σου κι εγώ..." και τότε ο μικρός αξιωματικός ντρεπότανε πολύ και στην ζούλα καθάριζε τα νύχια του.

Εν τω μεταξύ, από τους εκλογικούς καταλόγους στο βασίλειο του Νέστωρα, όλο και λείπανε κάτι μπαρμπούνια, κάτι συναγρίδες, τα ψιλοτάρια δεν τα λαβαίνανε υπόψη τους, λαουτζίκος ασήμαντος, είναι δυνατόν να μετράς κεφάλι με κεφάλι και τις μαρίδες ? Και λέγανε : "λείπει η συναγρίδα της λεωφόρου των κοραλίων, μαντάμ Τάδε..." ή "απούσα εκ του προσκλητηρίου η πολυτάλαντος τσιπούρα δεσποινίς Δείνα, της οδού Μαργαριτών...". Κι έλεγε λοιπόν ο λαός των ψαριών και κάνανε σήματα στα σκυλόψαρα "μήπως φάγατε εσείς την συναγρίδα?", "όχι, λόγω τιμής", απαντούσαν τα καρχαριοειδή, "εμείς έχουμε να φάμε τσιπούρα και συναγρίδα εδώ και μήνες, καθ' όσον δεν αφήνουν οι άνθρωποι... Που τις πουλάνε πανάκριβα στις πόλεις και κατεψυγμένες στα παραθαλάσσια κέντρα της Πειραϊκής."

Έτσι λέγανε τα μεγάλα και τράβαγε τα μαλλιά του ο Νέστωρας έτσι που 'χε καταντήσει ένας φαλακρός βασιλιάς και σπάγανε κέφι μαζί του οι νηριϊδες και τ' άλλα θαυμάσια θαλασσινά απο 'κείνα που ζωγράφιζε ο Ντίσνεϋ.

Τα γρι-γρι όμως το βιολί τους. Ψαρεύανε όλη νύχτα, όταν ο καιρός ήταν καλός, όταν δεν είχε φεγγάρι, γεμίζανε οι βάρκουλες, τ' αδειάζανε στην μεγάλη βάρκα και μετά, αποκαμωμένοι οι αλατένιοι άνθρωποι, γυρίζανε στο τσαρδί τους να πέσουνε στο στρώμα, αλλά δεν τους άφηνε να κοιμηθούν το μικρό το μωρό, που όλο τσίριζε και λέγανε "ανάθεμα τον πατέρα σου" και επειδή δεν τους έπαιρνε ο ύπνος φωνάζανε την γυναίκα τους και φτιάνανε άλλο μωρό και περιμένανε πότε θα πεθάνουνε να την ξαπλάρουνε και να ησυχάσουν επιτέλους.

Πολλές βάρκες τις λέγανε "Πιπίτσα".

Καμιά φορά, μέσα στην μπουράσκα της νύχτας, ξεπρόβαλε κάνα μεγάλο καράβι, απο 'κείνα που τα φοβάται η θάλασσα και τα χαίρονται τα ποντίκια κι οι κατσαρίδες, ερχότανε από Ανατολή δρόμο, ή από Μισσίρη δρόμο, τάραζε την θάλασσα με τις προπέλες του, πέρναγε ανάμεσα από τα φωτάκια. Και όσοι ήταν ξυπνητοί δείχνανε μακριά, όλη την παραλία που φωτίζεται από Βουλιαγμένη μέχρι Αιγάλεω και λέγανε "να, αυτή είναι η Αθήνα", "τς - τς - τς", τόσο μεγάλη ήτανε η Αθήνα, κι όπου να 'ναι θα πιάνανε κοντά στο λιμάνι, θα ζύγωνε η πιλοτίνα και ύστερα κανείς δεν ξέρει τι γίνεται και πως βρίσκεται το βαπόρι, ακκοσταρισμένο στο ντόκο και οι τελωνοφύλακες να αγριοκοιτάνε τις βαλίτσες.

Κι απάνου στο ύψωμα, ο Άγιος Σπυρίδων, βοήθειά μας.

Το λοιπόν, με τ' απονέρια κουνιόντουσαν οι βαρκούλες με τις λάμπες, λες κι έπιασε ξαφνική τρικυμία, ψιλοβλαστημούσανε οι ψαράδες "δες, άλλοι πάνε πρώτη θέση και φοράνε πυτζάμες κι εμάς μας τρώει τ' αγιάζι να πιάσουμε κάνα ψάρι, έτσι είναι ο κόσμος", και κάτω στον πάτο ελαφροκοιμάται ο βασιλιάς Νέστωρας. Καμιά φορά άνοιγε το ένα του μάτι και συλλογιότανε σαν πόση να είναι η απόσταση ανάμεσα στον πάτο της θάλασσας και στ' αστέρια. Αλλά τον γελούσε η διάθλαση, και κάτι τέτοια που λέει η Φυσική, άκρη δεν έβγαζε και τότε έκλεινε το μάτι κι έλεγε "δεν πά' να 'ναι όση θέλει".

Νύχτες, κι άλλες νύχτες, και δώσ' του νύχτες, έτσι είναι καμωμένα τα πράματα, να 'ρχεται το φως αλφάδι με το σκοτάδι και μια φορά στο τόσο, ας πούμε κάθε δέκα πέντε, ένα από τούτα τα γρι-γρι αναταραζότανε που πέρναγε το μεγάλο καράβι κοντά του, τ' άφηνε να περάσει, ύστερα φώναζε με την μπουρού στο άλλο γρι-γρι, το πιο κοντινό, και τα βαρκάκια ζυγώνανε.

- Άφησε ?

- Δεν είδα.

- Πως ? Κι είναι η μέρα του.

Τότε ψάχνανε με τις ψαρόλαμπες ένα γύρω και έλεγε η μια μπουρού στην άλλη μπουρού "μην στενοχωριέσαι, τα βρήκαμε".

Και γινότανε έτσι.

Πρώτα ήτανε ένα κουτί από φελλό βαμμένο κίτρινο και πίσω του είχε ένα σπαγγόσκοινο που άμα το τράβαγες, έφερνες κοντά άλλο κουτί από φελλό βαμμένο κίτρινο, που πάλι είχε σπαγγόσκοινο, όλα μαζί καμιά δεκαπενταριά κουτιά με σπαγγόσκοινο, δεμένα σαν σιδερόδρομος. Έπιανε τώρα ο ψαράς του γρι-γρι το πρώτο, το 'βαζε μέσα στην βάρκα κι άρχιζε να λάμπει κατά Περιστέρια μεριά αλλά όχι στην στεριά, σ' ένα βράχο μεγάλο, αφημένο έτσι στην θάλασσα. Έσβηνε και την λάμπα του.

Έτσι και βράχιαζε, τραβούσε όλα τα κουτιά με τους συρματόσπαγγους και τα μάζευε να κάνει ένα μεγάλο σχήμα και μετά τ' άφηνε στο βράχο, μοναχά τους, κανένας δεν ξέρει τι, που, και πως και γιατί, και μετά η βάρκα τράβαγε να βρει τους άλλους και μόλις τους έβρισκε άναβε πάλι την λάμπα του. Και όλο το μυστήριο το 'βλεπε ο Αυγερινός από το ύψος του, του μάπα του Νέστωρα δεν του πέρναγε πονηρό από το νου, μόνο που πριν φέξει, ένα κόττερο ερχότανε χαρούμενο από στεριά μεριά, ζύγωνε τον βράχο, έκανε κράτει μπρος - όπισθεν, αμολάγανε με μιαν αρπάγη στον σωρό των κουτιών, τ' ανεβάζανε στο κόττερο, που ήταν μερακλήδικο πράμα και έφευγε το κόττερο.

Πότε - πότε, έτσι όπως φεύγανε, παίζανε και μπάντζο.

Γυρίζανε τώρα τα κορόϊδα οι λαμπόβαρκες πίσω στα πόστα τους, καθόντουσαν μετά την καλάδα, αφήνανε τους καπεταναίους να πουλήσουν το ψάρι, και τούτοι όλοι 'δω, ψήνανε στην θρακιά κάνα θαλασσομεζέ, παραγγέλνανε και ρετσίνα και κρεμμύδι, του τραβάγανε μια γροθιά να το κάνουνε κομμάτια και άντε "εβίβα και εβίβα" καταπίνανε τα καρτούτσα τους, να ζεσταθεί το κορμάκι τους, να φύγει όλη εκείνη η υγρασία η νυχτιάτικη που την μαζεύανε από τον αέρα και την κάνανε αλοιφή κι ύστερα, κατά πως είπαμε, να ξαπλώσουνε, με τα μωρά κατά πως είπαμε και άμα θέλανε να πάνε για προσωπική τους ανάγκη, το μέρος ήτανε σανιδένιο, ασβεστωμένο στην άκρη του μπαξέ, πότε προλάβαινες να πας, πότε δεν προλάβαινες, ανάλογα με τι φαϊ είχες βολευτεί αποβραδίς. Το καλοκαίρι τσιρίζανε τα τζιτζίκια στον ουρανό, καθ' ότι τα τζιτζίκια είναι σοφά πράματα, δεν σκοτίζονται για τίποτε, κανταδόροι να πούμε της ζέστης, γαντζώνουνε σ' ένα κλαρί και τα λένε πρίμο σεκόντο "κορόιδα που 'σαστε όλοι, θα 'ρθει βαρύς χειμώνας...", τέτοια λένε αλλά κανένας έξυπνος δεν καταλαβαίνει τις τζιτζικίσιες φωνές, όλο κάτι κάνουνε δήθεν.

Και πολλές βαρκούλες τις λένε "Πιπίτσα".

Τους άντρες δεν έχει σημασία πως τους λένε. Βασίλειος τάδε - δείνα του Νικολάου ή Νικόλαος δείνα - τάδε του Γεωργίου. Αυτά είναι γραμμένα στα χαρτιά, πριν γεννηθείς, κι άμα γεννηθείς βάζουνε και μια σφραγίδα κι έρχεται κατά τις δέκα και μισή ο λιμενάρχης και τρεις αστυνομικοί του λιμενικού να ρωτήσουνε :

- Μπας και είναι μέσα ο Βασίλης ?

Μέσα είναι ο Βασίλης, ροχαλίζει τώρα, αλλά τον ξυπνάνε η Βασίλαινα και τα παιδιά, στα δυο προτελευταία τρέχουνε οι μύξες τους.

- Σε ζητάει ο λιμενάρχης.

Ρίχνει λοιπόν νερό στα μάτια του ο Βασίλης, τον παίρνει ο λιμενάρχης και τον πάει στο τμήμα, που φοράνε άσπρα, "καλημέρα σας", που τα ψάρεψες τα κουτιά που άφησε χθες το βράδυ το τούρκικο ?

Δεν έχει ιδέα ο Βασίλης, αλλά ύστερα με τα πολλά, θυμάται που τα ψάρεψε και θυμάται που τα άφησε αλλά τι είχανε μέσα "να, λόγω τιμής, στην ζωή των παιδιών του, δεν ήξερε τι είχανε μέσα." Αλλά αυτό δεν έχει σημασία, γιατί το ξέρουνε στο Λιμενικό. "...λαθραία εισαγωγή ινδικής...", τέτοια γράφει και λένε του Βασίλη "πάμε να δούμε και ποιος άλλος είναι στην δουλειά", αλλά κανείς άλλος δεν είναι, γιατί άμα τους πιάσουνε όλους, ποιος θα ταϊζει τα παιδιά του Βασίλη και μάλιστα 'κείνα τα μικρά, τα μυξιάρικα.

Και γράφουνε οι εφημερίδες "συνελήφθη σπείρα...", ο Νέστωρας όμως, ο βασιλιάς των ψαριών δεν ξέρει γράμματα να διαβάσει τέτοια φρικτά νέα και έτσι δεν λέει τίποτε.

Γιατί έτσι κι έλεγε, θα μιλούσε για 'κείνο το κόττερο το μερακλαντάν που ζύγωσε τον βράχο κι ήτανε γεμάτο ΄"μεγάλους" ανθρώπους, που κάνανε περίπατο σε "θαλάσσια ξύλα" και θα 'λεγε πολλά.

Ένας Νέστωρας έχει να πει πολλά.

Ένα κόττερο παίζει και μπάντζο.

Πολλές βάρκες τις λένε "Πιπίτσα"...

Επιτέλους!

Εν ονόματι των απενεργοποιημένων, των πληγωμένων και πολυπαθών, των όσων αισθάνονται προδωμένοι, ταπεινωμένοι, λυπημένοι, των όσων δεν ζήτησαν συγνώμη από τους προέδρους, των λαβομένων, των εξαθλιομένων, και γενικώς των όσων περιθωριακών, πληθορικών & κουρασμένων νικς - προσωπικοτήτων - ατόμων των φόρουμς, ιδου!

http://www.devaparinito.blogspot.com

και εγέννετο Φως!



deva_parinito@yahoo.gr
Σάββατο, 18 του Μάρτη, 2006, Χαλκιδική.

Μετά λύπης μου είδα, πως το θέμα "Παράνομη χρήση Λογαριασμού", κλειδώθηκε.

Στο στοίχημα «Πρώτος» (Γκανιάν) κερδίζει ο πρώτος που διέρχεται το τέρμα ίππος ή περισσότεροι ίπποι συγχρόνως και στην αυτή γραμμή διερχόμενοι πρώτοι το τέρμα.

Καλό μεσημέρι Γκανιάδες μου...


deva_parinito@yahoo.gr
Τετάρτη, 15 του Μάρτη 2006, Θεσσαλονίκη.

Αποφάσισα, όπως είδατε, να αλλάξω την εικόνα μου. Αφ' ενός, γιατί δεν είμαι γκοστμπάστερ (με πρόλαβαν οι Dan Aykroyd & Harold Ramis), αφ' ετέρου γιατί βρίσκομαι ακόμη "υπό κατασκευήν"...

... ιδιαίτερα σ' αυτό που ονομάζουμε "Εσωτερισμός".

Ciao tutti!


deva_parinito@yahoo.gr
Τρίτη, 14 του Μάρτη 2006,Θεσσαλονίκη.

Έχω βάσιμες & ισχυρές ενδείξεις πως στην Ν.Α γίνεται δηλ. συστηματική προσέγγιση του "Εγώ". Το θέμα είναι για ποιον. Για σένα ή γι' αυτούς

Πολύ τεστ ντράϊβ ρε παιδί μου και πολύ μάλτιπλ τσόϊς. Ψυχολόγε, ψυχολόγε, είσαι εδώ ; Το έχω ξαναπεί : Αν το "εγώ" δεν είναι "εδώ", το "εδώ" δεν είμαι "εγώ". Γυρίστε τώρα στις θέσεις σας...



deva_parinito@yahoo.gr

Edited by - Don_Kixwtis on 14/03/2006 16:49:46

Ε, δεν άντεξα ρε Μανώλη δηλ. άλλο!

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Μόλις επέστρεψα από ένα σεμινάριο των αγαπητών μου Ακροπολεμιστών*. Καλά παιδιά, δεν λέω, και πήγα για να μάθω. Αλλά τι να μάθω ? Ρώτησα ο έρμος ποια είναι η έννοια της ηθικής. Τι σημαίνει "ηθική" ρε παιδί μου. Απάντηση : "Δεν ξέρω να σου εξηγήσω." Αμ, τότε τι μιλάς κυρία μου ? Δήμητρα, sorry δηλ. γλυκιά μου, αλλά άμα δεν ξέρεις τι είναι η ηθική, άμα δεν ξέρεις δηλ. να εξηγήσεις την έννοια της ηθικής, τότε κάνε κάτι ανήθικο και θα την μάθεις : Call me, το τηλ. μου το ξέρεις. (χε,χε)

"Λυπάμαι", μου είπε η "δασκάλα", "δεν μπορώ να σε διδάξω". Αμ' αν ήξερες ποιος είμαι, θα παρακαλούσες να σε διδάξω εγώ. Τι να πω ? Ευχαριστώ την Σίση για τον καφέ της Παρασκευής. Ευχαριστώ και όποιον άφησε σήμερα εκείνη την εφημερίδα στο σαλονάκι. Πιο πολλά έμαθα από τούτη.

Στην πρώτη "ομιλία", η Δήμητρα μας μίλησε για την μετενσάρκωση. Καλά τα έλεγε - μάλλον επειδή όσα έλεγε δεν ήταν δικά της - όμως στο τέλος, συνέβει κάτι που πολύ με προβλημάτισε. Η Δήμητρα, ζήτησε από το ακροατήριο - άκουσον, άκουσον! - να κλείσει τα μάτια του για να παίξουμε, όπως είπε, "ένα παιχνίδι". Ακόμη αναρωτιέμαι ο δόλιος γιατί δεν παίξαμε σκάκι και μάλλον δεν θα πάρω ποτέ μου την απάντηση. Ας είναι.

Το "παιχνίδι" ήταν το γνωστό ψυχολογικό τεστ, στο οποίο έπρεπε να φανταστούμε πως βρισκόμαστε σε ένα δάσος, όπου συμβαίνουν διάφορα. Τώρα, τι σχέση έχει αυτό με την μετενσάρκωση, αυτό είναι αλλουνού Ακροπολεμιστή ευαγγέλιο. Κι αυτό έμεινε ένα αιωρούμενο αναπάντητο ερώτημα, που με βασάνισε ολόκληρο το βράδυ και δεν μ' άφησε να κοιμηθώ. Είχα ανησυχίες, το στομάχι μου διαμαρτυρόταν, και ένας κόμπος στον λαιμό μου δεν μ' άφηνε να αναπνεύσω. Δράμα δηλ.

Την δεύτερη φορά, η Δήμητρα (πονηρούλα όπως είναι), έκανε τον αποσυμβολισμό της φαντασίωσης prive, δηλ. πήρε έναν έναν τους φαντασιόπληκτους και τους εξήγησε το "είναι" τους. Δυστυχώς για 'κείνη και ευτυχώς για μένα, εγώ δεν μπόρεσα να φανταστώ τίποτε την πρώτη φορά, κι έτσι η Δήμητρα δεν είχε να πει σε μένα τίποτις. Μετά, μας ζήτησε να την ακολουθήσουμε για να μας παρουσιάσει το πρόγραμμα του σεμιναρίου.

Συνεχίζεται...

*Μην ζητήσετε να σας πω, ποιοι είναι οι Ακροπολεμιστές. Φανταστείτε τους! Έτσι Δήμητρα ; Το β' συνθετικό "πολεμιστής" όμως, ουδεμία σχέση έχει με τον Πολεμιστή του Φωτός που μας είπες. Πάλι καλά να λες, που σας λέω κι έτσι. Είναι κι αυτό μια παρηγοριά. Παρηγοριά στον άρρωστο δηλ. μέχρι να βγει η ψυχή του...


deva_parinito@yahoo.gr


Edited by - Don_Kixwtis on 13/03/2006 23:28:19

Kαι αφού όλα πλέον τακτοποιήθηκαν, επανέρχομαι με το γνωστό ημερολογιάκι μου. Εδώ θα βρείτε, οτιδήποτε με απασχολεί κατά περιόδους, σκεψοδιάρροιες και τα ρέστα, ασυναφείς ημερολογιακές καταχωρίσεις, φρέσκιες ανταποκρίσεις από διάφορα τουρνέ που κάνω ενίοτε στον πλανήτη, και γενικώς ιδεολογικά ακροβατικά στο χορτόσχοινο του μυθάληθου, πάντα όμως σε σχέση με το κοσμικό γίγνεσθαι.

Σας πληροφορώ ψωνάρες μου, πως τούτη την φορά έχω την άδεια του admin να ανοίξω ξανά το ημερολογιάκι μου, με την προϋπόθεση να μην αναφερθώ σε nicknames-μέλη του παρόντος φόρουμ. Ο.Κ, το δέχομαι, διάβασα και το μήνυμά του, το δέχομαι κι αυτό και τώρα...

...είστε όλοι δικοί μου & είμαι όλος δικός σας...

Επειδή το ημερολογιάκι μου, είναι ολίγον τι prive, μην περιμένετε απαντήσεις από μένα σε μορφή διαλεκτικής ποσταρίζουσας κουβέντας. Μπορείτε βέβαια να γράφετε ανέτως και αβίαστα, ότι σας έρθει στο κεφάλι εν είδι περιστεράς. Βάζετε ημερομηνίες, γιατί ο χρόνος είναι ο Μέγας Παρατηρητής του εαυτού σας.

Όποιος λοιπόν, έντιμος, ευαίσθητος, αντικειμενικός θα ήθελε να εντρυφήσει στην πορεία της ιδεολογικής μου ηθικής και αισθητικής απόσταξης , θα λάβει υπόψη του πάραυτα με το μικρό έργο μου και το ιστορικό μου πώς η Λερναία Ύδρα (και η δίδυμη αδελφή της, δηλαδή οι ημέτεροι) προσπάθησε και προσπαθεί να το παροπλίσει , περιθωριοποιήσει, να του κάνει λοβοτομή εκεί που αυτό οραματίζεται τη Χρυσή τομή.

Η καταγραφή του κοινωνικού πλαισίου που διαμορφώνει και ελέγχει η πιο αδυσώπητη αποκρουστική και παρακμιακή κάστα των νεόπλουτων αρχοντοχωριατών μικροαστών - τους οποίους στο βάθος αγαπώ αλλά δεν εκτιμώ - έχει πρώτιστη σημασία για την εντόπιση των παραμέτρων, των αξόνων, και των αναδιπλώσεων της συνολικής δουλειάς μου, που σαφώς προεκτείνεται στη στάση ζωής που κρατώ, ελπίζω με κάποια συνέπεια, και που απ’αυτή τροφοδοτείται και νοηματοδοτείται.

Ω! άνθρωποι, I love you!


deva_parinito@yahoo.gr


Edited by - Don_Kixwtis on 13/03/2006 18:30:00

Δευτέρα, 15 του Μάρτη 2006, Θεσσαλονίκη.

Aαα! Επιτέλους ! Deva is back αγάπες μου.

Επειδή πολλά γράφονται σε τούτο το λιμέρι για γκόμενους, γκόμενες και τα συναφή, ιδού ο λόγος που σας επισκέπτομαι ξανά για να μην με ρωτάτε πάλι τα ίδια & τα ίδια :

Ζητώ γυναίκα με Δείκτη Νοημοσύνης (ΙQ) άνω του 130, καλλιεργημένη και χωρίς ψυχολογικές διαταραχές. Να είναι όμορφη, αν και η εσωτερική ομορφιά είναι πιο σημαντικό πράγμα, αλλά να μην έχει τρίτα πόδια, τρίτα μάτια, φτερά ή μυτερά αφτιά και να μην φοράει μαγικά μενταγιόν. Είμαι πάρα πολύ μόνος και σας παρακαλώ να με βοηθήσετε...



deva_parinito@yahoo.gr

Επιτέλους!

Εν ονόματι των απενεργοποιημένων, των πληγωμένων και πολυπαθών, των όσων αισθάνονται προδωμένοι, ταπεινωμένοι, λυπημένοι, των όσων δεν ζήτησαν συγνώμη από τους προέδρους, των λαβομένων, των εξαθλιομένων, και γενικώς των όσων περιθωριακών, πληθορικών & κουρασμένων νικς - προσωπικοτήτων - ατόμων των φόρουμς, ιδου!

http://www.devaparinito.blogspot.com

και εγέννετο Φως!



deva_parinito@yahoo.gr