KAMAG
Νέο ΜέλοςΣυμμετοχή σε θέματα
Πρόσφατα μηνύματα
Ο Φ. Μπρους άλλος διαπρεπής Αμερικανός αρχαιολόγος γράφει: «Έχουμε όλο το δίκιο να πούμε, ότι τα αρχαιολογικά ευρήματα επικυρώνουν την Καινή Διαθήκη. Σήμερα όλα τα χωρία του Λουκά, που παλαιότερα οι ιστορικοί τα θεωρούσαν μη αληθινά, χάρις στις εξωτερικές μαρτυρίες της αρχαιολογικής έρευνας, έχει γίνει απόλυτα παραδεκτό ότι είναι αληθινά και αξιόπιστα» (Bruce, F.F., Archaeological Confirmation of the New Testament εν Carl Henry, Revelation and Bible, Grand Rapids 1969, σελ. 331).
Ο Α. Ν. Sherwin White, ερευνητής της αρχαίας ιστορίας γράφει: «Σήμερα διαθέτουμε τόσα στοιχεία, που μας αποδεικνύουν ότι οι μαρτυρίες της Καινής Διαθήκης είναι αληθινές, ώστε να τα θεωρούμε απόλυτα επαρκή. Δεν χρειαζόμαστε άλλα! Σήμερα οποιαδήποτε απόπειρα διαμφισβήτησης της ιστορικής αξιοπιστίας – ακόμα και της πιο ασήμαντης λεπτομέρειας μέσα στις Γραφές – αποτελεί αισχρή κακοήθεια. (Roman Society and Roman Law in the New Testament, Oxford 1963, σελ. 189).
Ο Μίλαρ Μπάροουζ του Πανεπιστημίου Γιάλ (ΗΠΑ) γράφει: «Η σύγκριση της γλώσσας των Ευαγγελίων με την γλώσσα των παπύρων που προέρχονται από τον πρώτο μ.Χ. αιώνα, στερέωσε την πεποίθησή μου, ότι τα βιβλία της Καινής Διαθήκης γράφτηκαν τον πρώτο αιώνα, και ότι έφθασαν σ’ εμάς χωρίς να αλλοιωθούν. Τα ευρήματα αυτά (πάπυροι του Α΄ αιώνα), ανέβασαν την αξιοπιστία της Καινής Διαθήκης στα μάτια των επιστημόνων. (Burrows Millar, What mean these stones, New York 1956, σελ. 52).
Ο W. Albright, παγκοσμίου φήμης βιβλικός αρχαιολόγος γράφει: «Τώρα μπορούμε να υποστηρίζουμε με απόλυτη σιγουριά, ότι τίποτε απολύτως δεν μας υποχρεώνει να πούμε, ότι έστω και ένα μόνο βιβλίο της Καινής διαθήκης γράφτηκε μετά τον 1ο αιώνα μ.Χ.» (Albright, W.F. Recent Discoveries in Bible Landw, New York 1955 σ. 136).
Ο σερ Ουίλιαμ Ράμσεη είναι ο μέγιστος κατά κοινή ομολογία αρχαιολόγος όλου του κόσμου για την εποχή του. Για τις Πράξεις των αποστόλων έλεγε κάποτε ότι γράφτηκαν μετά το 150 μ.Χ. και δεν τις θεωρούσε σοβαρές και άξιες προσοχής. Μα αναγκάστηκε να αλλάξει γνώμη. Οι ανασκαφές στη Μικρά Ασία τον ανάγκασαν να διακηρύξει: Ότι μέχρι τότε έκανε λάθος, ότι οι Πράξεις των αποστόλων είναι πρώτου επιπέδου βιβλίο με ιστορικές πληροφορίες, ότι ο συγγραφέας τους ο Λουκάς πρέπει να καταταγεί στους μέγιστους ιστορικούς συγγραφείς του κόσμου, ότι όλες οι πληροφορίες που μας δίνει είναι απόλυτα ακριβείς. (Ramsay, William, The Bearing of Recent Discovery on the New Testament, London 1915, σελ. 222).
Εσωτερικές αποδείξεις.
Το ευαγγελικό κύρος δεν κατοχυρώνεται μόνο από το πλήθος των εξωτερικών αποδείξεων. Ανοίξτε τα Ευαγγέλια και δεν θα δυσκολευτείτε να διακρίνετε στις σελίδες τους νέες, εσωτερικές αποδείξεις της αυθεντίας τους.
1) Τεκμήρια ύφους και γλώσσας [1].
Το ύφος τον Ευαγγελίων όταν εξεταστεί γενικά μας επιτρέπει να εξάγουμε ένα ενιαίο συμπέρασμα που αφορά και στα τέσσερα Ευαγγέλια. Η γλώσσα που χρησιμοποιούν οι Ευαγγελιστές είναι μία Ελληνική ιδιάζουσα, η λεγόμενη Ελληνιστική, και παρουσιάζει μεγάλες ομοιότητες με αυτήν της μετάφρασης των Ο’ η οποία έχει ένα, αρκετά εμφανές, σημιτικό χρώμα. Μολονότι το σύνολο του λεξιλογίου είναι Ελληνικό, εν τούτοις συναντάται και ικανός αριθμός εβραϊκών λέξεων και ονομασιών (κορβάν, ρακά, εφφαθά, ταλιθά κούμι, Ελωί Ελωί λαμά σαβαχθανί), γεγονός που μαρτυρά ότι πρόκειται περί συγγραφέων με οικειότητα στην Εβραϊκή γλώσσα. Το σπουδαιότερο όμως είναι ότι συναντώνται και λέξεις ελληνικές με έννοια εβραϊκή (ξηρά=γη, δύναμις=θαύμα, σαρξ=σώμα), αλλά και πολλοί εβραϊσμοί. Η κατασκευή μάλιστα των φράσεων είναι στις περισσότερες περιπτώσεις σημιτική, με τέτοιο τρόπο ώστε, αν αναγνώσουμε εβραϊκή μετάφραση των Ευαγγελίων, εύκολα θα παραπλανηθούμε να νομίσουμε ότι δεν διαβάζουμε κείμενο μεταφρασμένο αλλά εβραϊκή πρωτότυπη συγγραφή. Τα ίδια απέδειξε ο C. F. Burney, μελετώντας το τέταρτο Ευαγγέλιο. Απέδειξε δηλαδή ότι μπορεί πολύ εύκολα να μεταφερθεί στο Αραμαϊκό, γεγονός το οποίο αποδεικνύει ότι ο συγγραφέας του ήταν Ιουδαίος, που μιλούσε στην Αραμαϊκή και σκεφτόταν στην Αραμαϊκή [2]. Σύμφωνα και με την παρατήρηση του Fillion [3], μολονότι ο Ιωάννης (ο τέταρτος Ευαγγελιστής) απευθύνεται προς τους εξ Ελλήνων Χριστιανούς, διαπραγματεύεται ζητήματά από Ισραηλιτική άποψη. Έτσι η Παλαιστίνη είναι η χώρα του Χριστού (α’ 11), ο ναός είναι το παλάτιον του θεοκρατικού βασιλέως (β’ 16), η σωτηρία είναι εκ του Ισραήλ (δ’ 22), η δε Π. Διαθήκη αποτελεί τη φυσική βάση πάνω στην οποία στηρίζεται και την οποία προϋποθέτει η αφήγηση του Ιωάννη (γ’ 14 ο όφις ο χαλκούς, στ’ 32 το μάννα, ιθ’ 36 ο πασχάλιος αμνός) και οι προφητείες της σε πολλά σημεία παρουσιάζονται να πραγματοποιούνται. Γενικά, ισχύει για όλους τους Ευαγγελιστές η παρατήρηση του Fillion [4], σύμφωνα με την οποία η ελληνική, που χρησιμοποιείται από τους Ευαγγελιστές, αποπνέει κάτι από το Παλαιστινιακό έδαφος και είναι η γλώσσα που ομιλείτο περί τα μέσα και εν γένει το δεύτερο μισό του α’ αιώνος από τους εξ Ιουδαίων Χριστιανούς ή τους προσήλυτους [5].
2) Τεκμήρια αυτοψίας.
Εξ αλλού είναι πρόδηλο ότι η αφήγηση των Ευαγγελίων προσλαμβάνει σε πολλά σημεία τέτοια ζωηρότητα και εκφραστικότητα, καθίσταται μάλιστα και τόσο ακριβόλογη και λεπτομερής, ώστε αμέσως εμπνέεται σε μας η πεποίθηση ότι οι συγγραφείς τους υπήρξαν αυτήκοοι και αυτόπτες. Κατονομάζουν πρόσωπα καθορίζουν τόπους, περιγράφουν περιστατικά, με τόση ακρίβεια και λεπτομέρεια ώστε αμέσως αποκομίζουμε την εντύπωση, ότι οι συγγραφείς αυτοί αφηγούνται ό,τι είδαν και ό,τι άκουσαν. Ρίξτε μια ματιά στην περιγραφή των παθημάτων του Ιησού από τον Ιωάννη (προ παντός στα κεφάλαια ιθ’ και κ’), και από τους διαλόγους που περιγράφονται εκεί και τις υπόλοιπες λεπτομέρειες που με τόση ζωηρότητα εξιστορούνται, κρίνετε αν ο συγγραφές δεν περιγράφει ό,τι εκτυλίχθηκε μπροστά στα μάτια του.
Και γενικά υπάρχουν τέτοιες λεπτομέρειες μέσα στα Ευαγγέλια, που απαραιτήτως προϋποθέτουν τον αυτόπτη μάρτυρα [6].
3) Γεωγραφικές, αρχαιολογικές και εθνολογικές πληροφορίες.
Για την αυτοψία όμως των ευαγγελιστών πολύ πειστικότερες είναι οι γεωγραφικές λεπτομέρειες και οι τοπογραφικές και εθνολογικές πληροφορίες που παίρνουμε μέσα από τα κείμενα των Ευαγγελίων. Το γεωγραφικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο τοποθετούνται οι ευαγγελικές διηγήσεις, λόγω της εξαιρετικής του ακρίβειας είναι τόσο χρήσιμο για την κατανόηση του βίου του Ιησού Χριστού, ώστε το έχουν ονομάσει πέμπτο ευαγγέλιο [7]. Αρκεί να διατρέξει κανείς την Παλαιστίνη για να αντιληφθεί αμέσως ότι παρά τις μεταβολές που επήλθαν κατά την πάροδο τόσων αιώνων, το εσωτερικό της χώρας και οι διάφορες τοποθεσίες εμφανίζονται ακόμη και σήμερα όπως μας παρουσιάζονται από τα Ευαγγέλια. Στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο για παράδειγμα καθορίζονται με θαυμαστή ακρίβεια πολλές τοποθεσίες. Έτσι ο συγγραφέας του γνωρίζει ότι υπήρχαν δύο πόλεις με το όνομα Βηθανία, η μεν μία παρά τον Ιορδάνη (α’ 28), η δε άλλη 15 στάδια από την Ιερουσαλήμ. Γνωρίζει επίσης ότι στην Αινών, κοντά στην Σαλήμ υπήρχαν πολλά νερά (γ’ 23) και σημειώνει λεπτομέρειες για τον τόπο πέραν του χειμάρρου των Κέδρων (ιη’ 1) και για τον Γολγοθά (ιθ’ 17,41). Γνωρίζει καλά την Γαλιλαία με τις κωμοπόλεις της, όχι μόνο αυτές που μνημονεύονται από τους συνοπτικούς (Ναζαρετ, Βησθαϊδά) αλλά και άλλες, όπως η Κανά, την οποία καθορίζει ως κόμη της Γαλιλαίας (Ιωαν. β’ 1, 11, δ’ 46, κα’ 2) και την διακρίνει από άλλες που έχουν το ίδιο όνομα αλλά βρίσκονται εκτός της Γαλιλαίας. Έτσι διευκρινίζει ότι πρέπει να κατεβεί κανείς για να φτάσει στην Κανά. Η λίμνη της Τιβεριάδος είναι πολύ οικία σε αυτόν και γνωρίζει τις πόλεις που βρίσκονται στις όχθες της το πλάτος (στ’ 19) της και το προς ΒΑ όρος (στ’ 3,15). Γνωρίζει καλά την Σαμάρεια και περιγράφει τα κατά το φρέαρ του Ιακώβ συμβάντα. Γνωρίζει την Περαίαν και Ιουδαία, την γειτονική χώρα της ερήμου, που καλείται Εφραΐμ (ια’ 54). Γνωρίζει την Ιερουσαλήμ και της δύο κολυμβήθρες της, την Βηθεσδά και την Σιλωάμ, το ναό με μαζί με την στοά του Σολομώντα (ι’ 23) και το γαζοφυλάκιο (η’ 20)
Το ιστορικό λοιπόν και αρχαιολογικό περιβάλλον που διαγράφεται στα Ευαγγέλια, παρουσιάζεται σε όλα σύμφωνο, με το περιβάλλον την εποχής εκείνης στην οποία αυτά αναφέρονται. Κατά τον Devivier [9], οι Άγγλοι συγγραφείς Ladner και Paley απέδειξαν ότι η συμφωνία των Ευαγγελίων με το καθεστώς της Ρωμαϊκής κοινωνίας όπως το γνωρίζουμε κατά τους χρόνους του Αυγούστου, είναι ακόμη και στις πιο μικρές λεπτομέρειες εξόχως αξιοσημείωτη. Πράγματι. Ό,τι αναφέρεται σε αυτά για την Ιουδαϊκή ζωή και σκέψη, για τις διάφορες κοινωνικές τάξεις και μερίδες στο Ισραήλ, για τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους και τους Σαδδουκαίους και τους Ηρωδιανούς, για τον Καϊάφα, τους Ηρώδες, για τους τελώνες, για τους φόρους κλπ., για τις εκτάκτως λεπτές σχέσεις των δύο εξουσιών Ρωμαϊκής και Ιουδαϊκής, για τα προνόμια του Ιουδαϊκού συνεδρίου εν αναφορά προς την εξουσία του Ρωμαίου επιτρόπου, ελέγχθηκαν ως απολύτως ακριβή.
Οι ευαγγελιστές γνωρίζουν τις αντιπάθειες που χωρίζουν τους Σαδδουκαίους από τους Φαρισαίους, καθώς και την απέχθεια των Ιουδαίων προς τους Σαμαρείτες και προς τους τελώνες, οι οποίοι ήταν το έμβλημα της ξένης κυριαρχίας. Υπαινίσσονται πολλές φορές τις παχυλές μεσσιανικές ελπίδες του Ιουδαϊκού λαού, τις οποίες συμμερίζονται και αυτοί οι Απόστολοι. Οι αφηγήσεις της συλλήψεως του Ιησού, των διαφόρων κρίσεων τις οποίες έπρεπε να περάσει, της σκληρής συμπεριφοράς των Ρωμαίων στρατιωτών κατά τον χρόνο αμέσως πριν την σταύρωση και των λεπτομερειών οι οποίες συνόδευσαν την σταύρωση και την ταφή, είναι ακριβώς σύμφωνες με τις διατάξεις του ποινικού Ρωμαϊκού Δικαίου και τις συνήθειες των Ιουδαίων. Επί πλέον, το ότι μετά από την καταδίκη του Ιησού σε θάνατο από το συνέδριο, δεν εκτελείται αμέσως η ποινή αλλά ζητείται η επικύρωση του Πιλάτου, συμφωνεί απολύτως με την πολιτική κατάσταση που επικρατούσε τότε στην Ιουδαία [10]. Αλλά και περί των αστικών συνηθειών του γάμου και της ταφής (Ιωάν. ια’ 44, ιθ’ 40) και περί των θρησκευτικών συνηθειών όπως της περιτομής και του Σαββάτου (Ιωάν. ε’ 1, ζ’ 12-23), της εορτής των εγκαινίων (ι’ 22) και της σκηνοπηγίας (ζ’ 2), των νομικών καθάρσεων και απολούσεων (α’ 25, β’ 6, γ’ 22, ιη’ 28) και της από της συναγωγής απομακρύνσεως και αποκοπής (θ’ 22), όλα τα ευαγγέλια και κυρίως το τέταρτο, αποδεικνύονται τέλεια ενημερωμένα. Και οι πιο ασήμαντες αρχαιολογικές λεπτομέρειες, όπως η αναφορά νομισμάτων ιουδαϊκών, ελληνικών και ρωμαϊκών [11] πάνω στα οποία θα μπορούσε να πλανηθεί κανείς πολύ εύκολα, αποδεικνύουν την πλήρη ενημερότητα των συγγραφέων, οι οποίοι αν σε αυτές τις λεπτομέρειες παρουσιάζονται τόσο ακριβείς, πολύ περισσότερο σε γεγονότα μεγάλα και σοβαρά θα κατέβαλλαν κάθε προσπάθεια να τα καταγράψουν με κάθε ακρίβεια. Και το πράγμα παρουσιάζεται ακόμη περισσότερο αξιόλογο καθώς στα ευαγγέλια ζωγραφίζεται ο προ της καταστροφής των Ιεροσολύμων Παλαιστίνιος κόσμος.
Πράγματι αν τα ευαγγέλια συγγραφόντουσαν από συγγραφείς έστω και κατά 50 χρόνια μεταγενέστερους του Χριστού , δεν θα ήταν δυνατόν να παρουσιάζουν τέτοια ακρίβεια ως προς τις λεπτομέρειες και της πληροφορίες αυτές. Γιατί ο Χριστός έζησε σε εποχή κατά την οποία τα έθνη των Ιουδαίων, των Ελλήνων και των Ρωμαίων, υπό την σκιά ενός πανίσχυρου σκήπτρου, βρισκόντουσαν παντού αναμεμειγμένα, δημιουργώντας με τα διάφορα έθιμά τους και με τις διάφορες γλώσσες τους πολύπλοκες και πολυσύνθετες συνθήκες ζωής. Εξαιρετικά όμως η Παλαιστίνη, διατελούσε κάτω από εκτάκτως ανώμαλες συνθήκες [12]. Σε διάστημα ελάχιστων δεκαετιών, μόλις πενήντα ετών, σημειώθηκαν στην διοίκηση αυτής οι πιο παράδοξες και ασυνήθιστες πολιτικές μεταβολές [13]. Εξ άλλου η εποχή αυτή χωρίζονταν μόλις από λίγες δεκάδες χρόνια από την φοβερή για το Ισραήλ περίοδο, κατά την οποίαν η Ιουδαϊκή χώρα υπέστη φοβερές καταστροφές και ανατροπές από τα Ρωμαϊκά στρατεύματα, τα οποία την μετέβαλαν σε θέατρο αγριότατου πολέμου κατά την διάρκεια του οποίου πολλές πόλεις ανασκάφηκαν εκ θεμελίων, άλλες νέες κτίστηκαν και άλλες μετονομάστηκαν.
Για κάθε λοιπόν μη αυτόπτη και σύγχρονο συγγραφέα, θα παρουσιαζόταν πληθώρα από αξεπέραστες και ανυπέρβλητες δυσκολίες για τον καθορισμό και την ονομασία των πόλεων και των τόπων και για την περιγραφή των εθίμων και εν γένει των συνθηκών της τότε ζωής. Αλλά στα ευαγγέλια ούτε μία τέτοια ανακρίβεια παρουσιάζεται. Όλες οι εθνογραφικές, γεωγραφικές, ιστορικές και χρονολογικές πληροφορίες τις οποίες παρέχουν παρόλο που υποβλήθηκαν σε αυστηρότατο έλεγχο, βρέθηκαν κατά πάντα ακριβείς [14].
Όλοι όσοι διαβάζουν αρχαία συγγράμματα λέει ο Hanemberg [15] δεν παρέλειψαν να παρατηρήσουν ότι οι διηγήσεις τους είναι φτωχές σε γεωγραφικές λεπτομέρειες, πλανημένες ή ανακριβείς σε τοπογραφικές πληροφορίες, αναλόγως της απομακρύνσεως τους από την ιστορική αλήθεια. Ό,τι συγγράφτηκε από αυτόπτες μάρτυρες ή από ακριβείς και αξιόλογες πηγές, διακρίνεται πάντοτε για τις ακριβείς πληροφορίες περί των τόπων. Η ανάβαση του Ξενοφώντα είναι αληθινά πλούσια πηγή για τους ασχολούμενους με την γεωγραφία? ενώ η Κύρου παιδεία του ίδιου συγγραφέα επειδή μιλάει για γεγονότα προγενέστερα των οποίον δεν ήταν αυτόπτης, είναι εντελώς πτωχή σε τοπογραφικές λεπτομέρειες. Τα απόκρυφα ευαγγέλια από γεωγραφική άποψη είναι αληθινές άνυδρες έρημοι. Ακριβώς το αντίθετο τα κανονικά ευαγγέλια. Εάν όμως δεν είχαν γραφτεί από αυτόπτες μάρτυρες, δεν θα είχαμε σχετικά με την Ιερουσαλήμ για παράδειγμα, η οποία μόλις το 70 μ.Χ. είχε μεταβληθεί σε σωρό στάχτης, ούτε μία από τις πολύτιμες πληροφορίες τις οποίες μας παρέχει το τέταρτο Ευαγγέλιο.
4) Ιδιάζουσα σκέψη και διδασκαλία.
Αλλά εκτός από της αποδείξεις που έχουμε από το γεωγραφικό, αρχαιολογικό και εν γένει ιστορικό περιβάλλον, έχουμε και αποδείξεις που προέρχονται από την εξέταση της σκέψεως και της διδασκαλίας των Ευαγγελίων [16]. Πράγματι, όπως παρατηρεί ο Headlam, στα Ευαγγέλια υπάρχει μία ορισμένη μορφή θρησκευτικής διδασκαλίας και ορολογίας, της οποίας μόνο αναμνήσεις μπορεί να βρει κανείς στις επιστολές του Παύλου. Για παράδειγμα, η ονομασία «Υιός του Ανθρώπου» που τόσο συχνά συναντάται μέσα στα τέσσερα Ευαγγέλια, δεν υπάρχει σε καμία από τις Επιστολές, ενώ στις Πράξεις την βρίσκουμε μόνο μία φορά (ζ’ 56) και στην Αποκάλυψη δύο (α’ 13, ιδ’ 14). Το πόσο σημαντική είναι αυτή η παρατήρηση γίνεται κατανοητό αν σκεφτεί κανείς ότι τα Ευαγγέλια γράφτηκαν και κυκλοφόρησαν σε εποχή, στην οποία ο Ιησούς παρουσιαζόταν στην συνείδηση της Εκκλησίας ως ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, ο εξ Ουρανού ελθών, ο προϋπάρχων εν τω κόλπω του Πατρός, αληθής Θεός, αυτός που κάθετε εν δεξιά του θρόνου της μεγαλοσύνης μετά την ανάστασή του και την ανάληψη, ο μέλλων να έρθει από εκεί ξανά στην γη για να κρίνει την οικουμένη [17]. Τα Ευαγγέλια λοιπόν, εντελώς διαφορετικά από την συνείδηση αυτή, ως συγγράμματα σύγχρονων και αυτοπτών, αποτυπώνουν την εικόνα του Υιού του Θεού, με την ανθρώπινη όμως μορφή που εμφανίστηκε, σύμφωνα με την εντύπωση και τις αναμνήσεις που αποκόμισαν οι μαθητές του με την τριετή συμβίωση και αναστροφή μαζί του. Και διακηρύττουν βέβαια οι μαθητές και την θεότητά του, εξαίρουν όμως και την ανθρωπότητά του, αποδίδοντας σε αυτόν λόγους και πράξεις ανθρώπου, που εκ πρώτης όψεως δύσκολα συμβιβάζονται με την ιδέα της θεότητας. Έτσι παρουσιάζουν αυτόν ενώπιον του Πατρός του στην θέση του υποδεέστερου του προσευχόμενου και ζητούντος την θεία ενίσχυση [18]. Παρουσιάζουν αυτόν στην Γεσθημανή να μιλάει για το δικό του θέλημα, το οποίο διακρίνεται από το θέλημα του Πατρός και το οποίο εν τέλει υποτάσσεται ταπεινά στο θείο θέλημα [19]. Τον εμφανίζουν κατά το ίδιο απόγευμα να ενισχύεται από άγγελο [20] λίγο δε αργότερα πάνω στον σταυρό να εγκαταλείπεται από τον Πατέρα [21].
Αλλά και η εικόνα του Μεσσιανικού ιδανικού, που διατυπώνεται από τα λόγια και τα έργα των μαθητών, παρουσιάζεται παχυλή, όπως θα ανέμενε κανείς να συλλαμβάνεται από ανθρώπους σύγχρονους του Ιησού, που θα συμμερίζονταν της ελπίδες της γενιάς μέσα στην οποία έζησε ο Κύριος. Έτσι οι μαθητές φιλονικούνε για το ποιος θα καταλάβει την πρώτη θέση κατά την στιγμή της δόξας του [22]. Αυτό βέβαια αποτελεί ένα τεκμήριο της ειλικρίνειας με την οποία οι μαθητές εκθέτουν τα γεγονότα. Μαρτυρεί όμως επιπλέον, ότι οι συγγραφείς των Ευαγγελίων έζησαν τα παχυλά αυτά ιδανικά και βαυκαλίστηκαν με το όνειρό τους. Γιατί διαφορετικά, αν είχαν γράψει σε εποχή κατά την οποία είχαν επικρατήσει τελείως διαφορετικές, αντίθετες και εξ ολοκλήρου πνευματικές ιδέες για τον Μεσσία και την βασιλεία του σε ολόκληρη την Εκκλησία, φυσικό θα ήταν να διατυπώσουν τις γνώμες και τις πεποιθήσεις του περιβάλλοντος τους, όπως αυτές διατυπώθηκαν άλλωστε στις επιστολές [23].
Το τεκμήριο από την εξέταση της διδασκαλίας των Ευαγγελίων παρουσιάζεται ακόμη πειστικότερο αν συγκρίνουμε το περιεχόμενό τους με το περιεχόμενο των χριστιανικών συγγραμμάτων του β’ αιώνα. Πράγματι? κανένα σημείο εξάρτησης του πρώτου από το δεύτερο δεν διαφαίνεται, ως προς τις εκφραζόμενες ιδέες. Ενώ στις συγγραφές των εκκλησιαστικών πατέρων του β’ αιώνα, είναι πρόδηλες οι τάσεις κατά του γνωστικισμού, στα ευαγγέλια αυτές απουσιάζουν εντελώς, σύμφωνα και με τις ομολογίες ελευθεροφρόνων και ριζοσπαστικών μελετητών [24].
5) Εσωτερικές ενδείξεις των δύο πρώτων συνοπτικών ειδικότερα.
Μιλώντας ο Eug. Duplessy [25] για τον καθένα από τους δύο πρώτους Ευαγγελιστές, παρατηρεί ως προς τις εσωτερικές αποδείξεις των δύο πρώτων Ευαγγελίων μεταξύ άλλων και τα εξής: Ότι ο συγγραφέας του πρώτου Ευαγγελίου είναι Ιουδαίος εμφαίνεται από το ότι γνωρίζει τελείως την Π. Διαθήκη, από την οποία λαμβάνει σαράντα πέντε παραθέσεις. Πολλές φορές μάλιστα παραθέτει όχι απ’ την μετάφραση των Ο’ αλλά από το Εβραϊκό κείμενο. Επίσης παρουσιάζεται παρά την χριστιανική του ιδιότητα να διατηρεί ακόμη συνήθειες και ιδέες ιουδαϊκές (έτσι την θεοκτόνο Ιερουσαλήμ εξακολουθεί να ονομάζει "αγίαν πόλιν" Ματθ. δ’ 5, κζ’ 53 και τον ναό, τόπον άγιον Ματθ. κδ’ 15 κλπ.). Είναι επιπλέον γνώστης της τοπογραφίας της Παλαιστίνης και ειδικά της Γαλιλαίας? (έτσι τοποθετεί την Καπερναούμ στα όρια Ζαβουλών και Νεφθαλείμ Ματθ. δ’ 13,15? και στην όχθη της Τιβεριάδας, όπου ασκείτο αλιεία Ματθ. δ’ 18,19? και όπου οι τρικυμίες γινόντουσαν τρομακτικές Ματθ. η’ 24). Γνωρίζει ότι οι χείμαρροι της Παλαιστίνης κατεβαίνουν ορμητικοί (Ματθ. ζ’ 26) και ότι τα κρίνα κοσμούν τους αγρούς (Ματθ. στ’ 28-30). Εξάλλου του αρέσει να αναφέρεται με τεχνικούς όρους σε επεισόδια που πρόκειται για φόρους (Ματθ. ιζ’ 24-27, κβ’ 19) και δεν αποφεύγει αυτός να κατονομάσει το επάγγελμα του Ματθαίου αναφέροντας χωρίς δισταγμό ότι ήταν τελώνης και ότι από το τελώνιο κλήθηκε από τον Ιησού, πράγμα το οποίο οι άλλοι δύο ευαγγελιστές αποφεύγουν να αναφέρουν καθαρά (Ματθ. θ’ 9, Μαρκ. β’ 14, Λουκ. ε’ 27, 29). Επιπλέον είναι αξιοσημείωτο ότι στον κατάλογο των Αποστόλων, όπου τα ονόματα αυτών παρατίθενται κατά ζεύγη, ενώ από τους άλλους δύο συνοπτικούς στο ζεύγος Θωμά και Ματθαίου, το όνομα του Ματθαίου προτάσσεται από το όνομα του Θωμά, στο πρώτο Ευαγγέλιο επιτάσσεται.
Ως προς τον συγγραφέα του β’ Ευαγγελίου εκτός από τις ενδείξεις που έχουμε από το πλήθος των εβραϊσμών και των αραμαϊκών λέξεων (βοανεργές, ταλιθά κουμί, κορβάν, Εφφαθά, αββά κλπ.) που υπάρχουν στην γλώσσα του, καθώς και από την γνώση των Ιουδαϊκών συνηθειών (Μαρκ. ζ’ 2, 4, ιε’ 42) και της γεωγραφίας της Παλαιστίνης και της τοπογραφίας της Ιερουσαλήμ (Μαρκ. ιβ’ 41 κλπ.), που τον παρουσιάζουν ως Εβραίο στην καταγωγή, στο Ευαγγέλιο υποδηλώνεται και ο ιδιαίτερος σύνδεσμος του β’ ευαγγελιστή με τον Πέτρο. Πράγματι όποτε παρέχει λεπτομέρειες για τον Πέτρο οι οποίες δεν απαντώνται στους άλλους ευαγγελιστές, τίποτε το επαινετικό για τον Πέτρο δεν βρίσκεται σε αυτές (Μαρκ. η’ 33 κλπ.). Όποτε δε, αποσιωπά λεπτομέρειες οι οποίες αναφέρονται από τους άλλους Ευαγγελιστές αυτό γίνεται σχεδόν πάντοτε όταν πρόκειται να επαινεθεί ο Πέτρος (Λουκ. ε’ 3-10, Ματθ. ιδ’ 25-29, ιζ’ 26). Τέλος, στις κοινές με τους δύο άλλους συνοπτικούς Ευαγγελιστές αφηγήσεις, που αναφέρονται στον Πέτρο, ο δεύτερος ευαγγελιστής μιλάει εντελώς απλά για τον κορυφαίο χωρίς να εξαίρει το πρόσωπο αυτού, αλλά μάλλον επισύροντας την προσοχή μας στις ελλείψεις του. Με λίγα λόγια ο συγγραφέας του δευτέρου Ευαγγελίου μιλάει για τον Πέτρο όπως ο ίδιος ο Πέτρος θα μιλούσε για τον εαυτό του. Πράγματι, ο Μάρκος κατά την παράδοση συνέγραψε το "κατά Πέτρον" Ευαγγέλιο. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από το σχεδιάγραμμα το οποίο, κατά τις Πράξεις, ακολουθεί η κατήχηση ή το κήρυγμα του Πέτρου απευθυνόμενο προς τα πλήθη. Δηλαδή στις δημηγορίες του Πέτρου, όπως τις έχουμε από τις Πράξεις, βλέπουμε τον κορυφαίο Απόστολο να παρατρέχει τα της παιδικής ηλικίας του Κυρίου και να περιστρέφεται κυρίως γύρω από την δημόσια δράση του και προπαντός γύρω από τα θαύματά του, ακολουθώντας την ίδια γραμμή που ακολουθεί και το δεύτερο Ευαγγέλιο. Εξ άλλου αν λάβει κανείς υπόψη του ότι στο δεύτερο Ευαγγέλιο, εντελώς διαφορετικά με τα όσα σημειώσαμε για το πρώτο, οι μεν αραμαϊκές λέξεις ερμηνεύονται στα ελληνικά (Μαρκ. γ’ 17, ε’ 41), οι δε συνήθεις και δοξασίες των Ιουδαίων επεξηγούνται (Μαρκ. ζ’ 2, 4, ιδ’ 12, ιε’ 42, ιβ’ 18, β’ 18, α’ 5), αποφεύγεται δε η πυκνή χρήση παραθέσεων από την Π. Διαθήκη, πείθεται ότι το δεύτερο Ευαγγέλιο απευθύνθηκε στους εκ των εθνών Χριστιανούς.
Αυτά ως προς τους δύο πρώτους Ευαγγελιστές.
6) Εσωτερικές ενδείξεις του κατά Λουκά και των Πράξεων.
Ως προς το τρίτο Ευαγγέλιο ήδη ο Hobart [26] και μαζί με αυτόν ο Harnack [27] απέδειξαν, ότι ο συγγραφέας του παρουσιάζει ακριβή γνώση και οικειότητα με τους ιατρικούς όρους. Έτσι για την αιμορροούσα χρησιμοποιεί την φράση «έστη η ρύσις του αίματος αυτής», η οποία είναι καθαρώς ιατρική, και παρατίθεται από τον Λουκά όπως απαντάται στα ιατρικά συγγράμματα. Επιπλέον για τους ιατρούς που δεν μπόρεσαν να την θεραπεύσουν εκφράζεται με μικρότερη αυστηρότητα απ’ όσο ο Μάρκος (Λουκ. η’ 43 – Μαρκ. ε’ 26). Παρομοίως και οι όροι συγκύπτουσα, ανακύψαι, απολέλυσαι και ανωρθώθη, που χρησιμοποιούνται στην περιγραφή του θαύματος στο Λουκ. ιγ’ 11-13, είναι και οι τέσσερις όροι ιατρικοί, όπως και το ανεκάθησεν στο Λουκ. ζ’ 15 (πρβλ. και Πραξ. θ’ 40). Επίσης μόνο στο τρίτο Ευαγγέλιο αναφέρεται ο λόγος του Ιησού «Ιατρέ, θεράπευσον σεαυτόν» (δ’ 23), και κανείς άλλος από τους Ευαγγελιστές δεν έχει τόσες ποικίλες ονομασίες (κράβατος, κλίνη , κλινίδιον, κλινάριον) για τα ανάκληντρα των ασθενών. Μόνο αυτός πάλι αναφέρει ότι η πεθερά του Πέτρου ήταν «συνεχομένη πυρετώ μεγάλω» (δ’ 38) και ότι ο πρώτος από τον Κύριο θεραπευμένος λεπρός ήταν «πλήρης λέπρας» (ε’ 12), χρησιμοποιώντας καθαρά ιατρικές εκφράσεις. Αλλά και η χρήση ελαίου και οίνου για την φροντίδα των πληγών, στην παραβολή του Σαμαρείτη που περιγράφεται από τον Λουκά, συναντάται στον Ιπποκράτη. Δεδομένου μάλιστα ότι ο συγγραφέας του τρίτου Ευαγγελίου σύμφωνα με την ομολογία όλων σχεδόν των κριτικών, είναι ο ίδιος με αυτόν των Πράξεων, ο οποίος από το στ’ κεφάλαιο παρουσιάζεται ως συνοδός του Παύλου, εξηγείται καλύτερα πώς και το βιβλίο αυτό παρουσιάζει την ίδια ενημερότητα σε ιατρικούς όρους, με αυτή του τρίτου Ευαγγελίου, και βεβαιώνεται πλέον αδιάσειστα ότι ο συγγραφέας και των δύο αυτών βιβλίων είναι ο Λουκάς , ο οποίος στην προς Κολασσαείς Επιστολή (δ’ 14), δεν παρουσιάζεται μόνο ως βρισκόμενος στην Ρώμη μαζί με τον Παύλο κατά την πρώτη φυλάκισή του, αλλά και ρητώς κατονομάζεται ιατρός. Πράγματι και στις Πράξεις (κη’ 5) προκειμένου να δηλωθεί η έχιδνα χρησιμοποιείται ο ιατρικός όρος θηρίον, από τον οποίον προέρχεται και η λέξη θηριακή, που δηλώνει το αντίδοτο που παρασκευάζεται από τη σάρκα της έχιδνας, γνωστό και ως «το δια το θηρίων φάρμακον». Ομοίως η φράση «καθήψε της χειρός αυτού» (Πραξ. κη’ 3) υπενθυμίζει τις ιατρικές φράσεις για τα δηλητήρια «δι’ ύλης φθοροποιού καθαπτομένης των σωμάτων» και «των γαρ υγιεινών καθαπτόμενοι όλεθρον εργάζονται». Αλλά και το μία φορά λεγόμενο στην Κ. Διαθήκη, θέρμη (Πραξ. κη’ 3) είναι όρος ιατρικός αντί της λέξης θερμότητα, όπως ιατρικοί είναι και οι όροι πίμπρασθαι , καταπίπτειν, δυσεντέριον και ο πληθυντικός πυρετοί (Πραξ. κη’ 6-8), η δε φράση «μηδέν άτοπον» χρησιμοποιείται και από τον Γαληνό σε περίπτωση δαγκώματος από λυσσασμένο σκυλί. Επιπλέον η φράση που χρησιμοποιείται στην περιγραφή του ναυαγίου «βοηθείας εχρώντο υποζώννυντες το πλοίον» (Πραξ. κζ’ 17) υπενθυμίζει την ιατρική γλώσσα την σχετική με τις επιδέσεις και τους επιδέσμους. Τέλος και η σπανιότατη λέξη σφυρά, που είναι από αυτές που βρίσκονται μόνο μία φορά στην Καινή Διαθήκη, συναντάται και στον Γαληνό [28].
7) Εσωτερικές ενδείξεις του τέταρτου Ευαγγελίου.
Σε ότι αφορά τις εσωτερικές ενδείξεις του τετάρτου Ευαγγελίου, αυτές είναι τόσες πολλές, όσες δεν υπάρχουν σε κανένα από τα συνοπτικά. Μιλήσαμε ήδη γι’ αυτές και είδαμε ότι, από το κείμενο του τετάρτου Ευαγγελίου προκύπτει ότι ο συγγραφέας του είναι αυτόπτης και ότι τα δεδομένα, τα οποία χρησιμοποιεί τα κατέχει μέσω της άμεσης αντίληψής του, τα κρίνει και μαρτυρεί για αυτά σαν γεγονότα τα οποία είδε με τα μάτια του και ψηλάφισε με τα χέρια του [29]. Ακριβώς μάλιστα οι διαφορές που παρουσιάζει η αφήγηση του Ιωάννου σε σχέση μα την αφήγηση των συνοπτικών αποδεικνύουν εμφανώς ότι ο συγγραφέας του τετάρτου Ευαγγελίου στηρίζεται πάνω σε άμεσες αναμνήσεις γεγονότων και διδασκαλιών, το οποία όταν σημειώνονταν ή λέγονταν παρέμεναν εν πολλοίς ακατανόητα [30] στους ακροατές τους και στους αυτόπτες, αλλά «τα οποία ζωή μελέτης πλήρους ζήλου εγονιμοποίησε, διασαφήνισε και ηρμήνευσε» [31]. Ως προς την ιστορική και γεωγραφική ακρίβεια του Ιωάννου, μετά και τα όσα έχουμε πει και σε προηγούμενα σημεία, είναι περιττό να πούμε κάτι. Προσθέτουμε μόνο ότι αυτή αναγνωρίστηκε και από τους πλέον καχύποπτους κριτικούς [32]. Όπως δε παρατήρησε και ο Grandmaison [33], σε κανένα άλλο χριστιανικό σύγγραμμα η επιθετική διαλεκτική των Φαρισαίων, την οποία γνωρίζουμε από αλλού, με τις μεθόδους της και τους συλλογιστικούς της τύπους δεν αποδόθηκε πληρέστερα, από ότι στο τέταρτο Ευαγγέλιο, ούτε τα αρχαιολογικά δεδομένα παρουσιάζονται αλλού βεβαιότερα και σταθερότερα. Τέλος και ως προς το ύφος του Ιωάννη σημειώσαμε ήδη ότι συνάγεται από αυτό ότι ο συγγραφέας του είναι σημίτης [34]. Υποστηρίχτηκε μάλιστα από μερικούς ότι το κατά Ιωάννη συγγράφτηκε αρχικά στα αραμαϊκά. Αυτή βέβαια η γνώμη είναι υπερβολική, διαπιστώνεται όμως από το γεγονός αυτό πόσο εμφανής και πρόδηλος παρουσιάζεται ο σημιτικός χαρακτηρισμός του κατά Ιωάννη Ευαγγελίου. Τέλος κρίνοντας γενικώς και τα εσωτερικά και τα εξωτερικά τεκμήρια που αναφέρονται στην γνησιότητα του κατα Ιωάννη, μπορούμε να συνάγουμε μαζί με τον James Drummond, ο οποίος ανήκει στους ουνιτάριους και, αρνούμενος την θεότητα του Ιησού Χριστού, θα είχε κάθε ενδιαφέρον να αρνηθεί την γνησιότητα του πνευματικού Ευαγγελίου, τα ακόλουθα [35]:
«Παρακολουθήσαμε επιμελώς το ένα μετά το άλλο τα επιχειρήματα που αντιτάσσονται κατά της αυθεντικότητας του κατά Ιωάννη Ευαγγελίου και συνολικά βρήκαμε αυτά ανίσχυρα. Είναι πρόδηλο ότι τα περισσότερα από αυτά είναι εξ ολοκλήρου απογυμνωμένα από κάθε αξία? άλλα παρουσιάζουν κάποια δυσκολία? ένα ή δύο προκαλούν αληθινό πρόσκομμα. Αλλά οι δυσκολίες δεν είναι αποδείξεις… Οι εξωτερικές αποδείξεις είναι εξ ολοκλήρου ευνοϊκές προς την γνησιότητα. Σε αξιόλογη ποσότητα οι εσωτερικές αποδείξεις είναι σε αρμονία με τις εξωτερικές. Μεγάλος αριθμός δυσκολιών, που αντιτάχθηκαν στο συμπέρασμα αυτό, εξαφανίζονται ενώπιον σοβαρής εξετάσεως και οι εναπομένουσες δεν είναι επαρκείς για να γείρουν την πλάστιγγα… Ζυγίζοντας όσο μπορώ καλύτερα τα επιχειρήματα τα υπέρ και τα κατά, οφείλω να πω ότι η προσωπική μου κρίση είναι ευνοϊκή υπέρ της συντάξεως του Ευαγγελίου από τον Ιωάννη».
__________________________________________________
[1] Πρβλ. Fillion, Vie de Jesus I, 57
[2] The Aramaic Origin of the Fourth Gospel, Oxford 1922. Πρβλ. και A. Headlam, The life and the teaching of Jesus the Christ, London 1923, σελ. 38 και εξής
[3] Vie de Jesus I, σελ. 68
[4] Vie de Jesus I, σελ. 57
[5] Η γλώσσα της Κ. Δ. μελετήθηκε τελευταία και σε σύγκριση με τα στην Ελληνική αποσπάσματα, που έχουν βρεθεί σε όστρακά, πάπυρους και σύγχρονες επιγραφές. Κατά την παρατήρηση μάλιστα του Fillion προέκυψε το συμπέρασμα ότι η γλώσσα της Κ. Δ. δεν αποτελεί κάποια ειδική διάλεκτο που χρησιμοποιείται από τους Ο’ και τους συγγραφείς της Κ. Δ., αλλά είναι αυτή ακριβώς η κοινή διάλεκτος που διαδόθηκε στις χώρες της Μεσογείου και στην Ανατολή από τα χρόνια των κατακτήσεων του Μ. Αλεξάνδρου, όσον δε αφορά στην Βίβλο τα μόνο κοινό γνώρισμα είναι οι εβραϊσμοί και την εν γένει σημιτική κατασκευή των φράσεων. Πρβλ. Moulton, Grammar of the New Testament Greek, εκδ. g’ 1910. F. Blass, Grammatik des neutestam. Griechisch, εκδ. δ’ 1913. A. Deissmann, Bibeltstudien, Beitrage zur Geschichte der Sprache, des Schrifltums und der Religion des hellenistischen Judentums und des Urchristentums 1895 και Neue Bibelstudien... 1897.
[6] Έτσι το από τον Λουκά ιστορούμενο ότι ο Ιησούς στην Γεσθημανή «απεσπάσθη απ’ αυτών ωσεί λίθου βολή» (κβ’ 41)? το μετά από λίγο αναγραφόμενο, «Έτι αυτού λαλούντος ιδού όχλος και ο λεγόμενος Ιούδας» (Λουκ. κβ’ 47. Ματθ. κστ’ 47. Μαρκ. ιδ’ 43)? η λεπτομέρεια που σημειώνει ο Ιωάννης, ότι ο Πέτρος «απέκοψεν αυτού το ωτίον το δεξιόν. ην δε όνομα τω δούλω Μάλχος» (Ιωαν. Ιη’ 10)? ο ακριβής καθορισμός των ημερών (φθάνοντας μέχρι και τον καθορισμό ωρών ακόμη), κατά τις οποίες σημειώθηκαν οι πρώτες συναντήσεις του Χριστού με τους πρώτους μαθητές του, «τη επαύριον» (Ιωάν. α’ 29), «τη επαύριον» (α’ 35) «ώρα ην ως δεκάτη» (α’ 40), καθώς και άλλοι χρονικοί ή αριθμητικοί καθορισμοί (Ιωάν. β’ 6, δ’ 6, 18, 52, ε’ 5, στ’ 9, 19, ιβ’ 5 κτλ.)? ο ζωντανός και αληθινός δραματικός χαρακτήρας των αφηγήσεων, π.χ. ο Ιωάννης ρίπτει βλέμμα επί του Ιησού ο οποίος διαβαίνει σε κάποια απόσταση (Ιωάν α’ 35) και ο Ιησούς ακούει ότι ακολουθείται και στρέφει (α΄38)? η Μαρία αδειάζει το μύρο και όλος ο οίκος γέμισε από την ευωδία (Ιωάν. ιβ’ 3)? όλες αυτές οι ασήμαντες λεπτομέρειες, οι οποίες θα μπορούσαν να παραληφθούν, δεν εξηγούνται με άλλον τρόπο, παρά μόνο αν παραδεχτούμε, ότι αυτοί που τις αφηγούνται είναι αυτόπτες και τα γεγονότα τα εξιστορούμενα από αυτούς, τους δημιούργησαν την ζωηρή εντύπωση που δοκιμάζει κάθε αυτόπτης και χαράχτηκαν βαθιά στην μνήμη τους μαζί με τις λεπτομέρειές τους. Αλωστε ο συγγραφέας του τετάρτεου Ευαγγελίου παρουσιάζει σαφώς τον εαυτό του ως αυτόπτη (α’ 14 «και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού»? ιθ’ 34-35 « και ο εωρακώς μεμαρτύρηκε..»? κα’ 24 « ..ο μαθητής ο γράψας ταύτα.. »).
[7] Fillion, Vie de Jesus I 80
[9] W.Devivier, Christian Apologetics, New York 1903, σελ. 144
[10] E. Jacquier, La Credibilite des Evangiles, σελ. 71-72
[11] Έτσι μιλάνε για τάλαντα (Ματθ. ιη’ 24, κε’ 15), για μνες (Λουκ. ιθ’ 13-27), για δηνάρια (Ματθ. ιη’ 28, Μάρκ. στ’ 37, Λουκ. ζ’ 41), για δραχμή (Λουκ. ιε’ 8-9), για δίδραχμο και στατήρα (Ματθ. ιζ’ 24,27), για ασσάριο (Ματθ. ι’ 29, Λουκ. ιβ’ 6), για κορδάντο (Ματθ. ε’ 26), για λεπτό (Μάρκ. ιβ’ 42, Λουκ. ιβ’ 59).
[12] Καθίσταται προφανές παρατηρεί ο Devivier, από ορισμένο αριθμό χωρίων ότι οι Ιουδαίοι, στους οποίους απευθύνει το ευαγγέλιό του ο Ματθαίος, ζούσαν στην Ιερουσαλήμ προ της καταστροφής της. Η Ιερουσαλήμ του Αγρίππα ζωγραφίζεται τόσο ζωηρά στο ευαγγέλιο αυτό, ώστε και αυτοί οι ορθολογιστές δεν διακινδυνεύουν να τοποθετήσουν την συγγραφή του σε χρόνους που απέχουν πολύ από την άλωση της πόλεως. Αυτό αποτελεί μία επιπλέον απόδειξη ότι τα Ευαγγέλια γράφτηκαν από αυτόπτες που παρακολούθησαν τα γεγονότα και τα εξέθεσαν με ακρίβεια.
[13] Μέχρι τις πρώτες ημέρες του νεογέννητου Ιησού η Παλαιστίνη υπήρξε βασίλειο υπό τον Ηρώδη τον μέγα? στην συνέχεια διαιρέθηκε σε ηγεμονίες υπό διαφόρους τετράρχες, ένας από τους οποίους ήταν και ο Αρχέλαος, ο οποίος διατήρησε και τον τίτλο του βασιλέως μέχρι το 6 μ.Χ.? μετέπειτα ένα μεν τμήμα της εξακολούθησε να διατελεί υπό τετράρχες, ενώ το άλλο αποτέλεσε Ρωμαϊκή επαρχία υπό Ρωμαίους πραίτορες, (όπως και ο Πιλάτος μέχρι το 41μ.Χ). Ύστερα όμως από λίγο ξαναενώθηκε κάτω από τον Ηρώδη Αγρίππα Α’ (μέχρι το 44μ.Χ.), και τέλος περιήχθη σε Ρωμαϊκή επαρχία (μετά το 44).
[14] Ομιλούν για παράδειγμα τα Ευαγγέλια για την ερώτηση την οποία προέβαλλαν στον Ιησού για το αν είναι επιτρεπτό να πληρώνουν φόρο στον Καίσαρα. Η ερώτηση και η δοθείσα απάντηση συμβαδίζουν εντελώς με την εποχή στην οποία έζησε ο Χριστός. Λίγα χρόνια νωρίτερα ή λίγα χρόνια αργότερα οι περιστάσεις ήταν τελείως διαφορετικές και η διήγηση των Ευαγγελίων θα παρουσιαζόταν εντελώς ασυμβίβαστη με αυτές. Γίνεται έτσι λόγος για νομίσματα ελληνικά, ρωμαϊκά, εβραϊκά, γιατί ακριβώς σε εκείνη την εποχή πλήρωναν τους φόρους με νομίσματα Ελληνικά, στο θυσιαστήριο προσέφεραν τα αρχαία εθνικά νομίσματα και στις καθημερινές τους σχέσεις είχαν σε χρήση τα Ρωμαϊκά δηνάρια και ασσάρια. Καθορίζονται τα ονόματα τοποθεσιών και πόλεων τα οποία άλλαξαν επανειλημμένως και γίνονται υπαινιγμοί για τις συνήθειες και τις ιδέες των Ελλήνων και των Ρωμαίων. Οι τόποι οι οποίοι γίνονται το θέατρο της δράσεως του Ιησού, αλλάζουν διαρκώς και μεταφερόμαστε με την αφήγηση των Ευαγγελιστών από πόλη σε πόλη, από την Γαλιλαία στην Ιουδαία και από αυτήν στην Σαμάρεια. Όλα αυτά αποτελούν δυσκολίες ανυπέρβλητες για έναν μη αυτόπτη και θα γινόντουσαν αφορμές για πλάνες σε κάθε μεταγενέστερο, ο οποίος θα ερχόταν υπό το όνομα των μαθητών του Ιησού να εξιστορήσει γεγονότα με τα οποία δεν θα ήταν αυτόπτης και σύγχρονος.
[15] Renans Leben Jesu beleuchtet σελ. 30. Πρβλ. και M. Lepin DA I 1610 και A. Headlam The miracles… σελ. 170.
[16] Πρβλ. A. Headlam The miracles… σελ. 175. M. Lepin DA I 1619 και εξής
[17] Ρωμ. α’ 3, η’ 3, 32, θ’ 5. Α’ Κορινθ. α’ 24, 30. Β’ Κορινθ. δ’ 4, ε’ 19, η’ 9. Γαλατ. δ’ 4-6. Φιλιπ. β’ 5-7. Κολασ. β’ 9. Εβρ. α’ 2, 3, 10, β’ 14, 17 κλπ.
[18] Μάρκ. ζ’ 34, ιδ’ 35-36, 39. Ματθ. κστ’ 39, 42, 44. Λουκ. κβ’ 42. Ματθ. ιδ’ 23, κστ’ 53. Λουκ. στ’ 12, θ’ 18, 28, ια’ 1, κβ’ 43, κγ’ 46.
[19] Μάρκ. ιδ’ 36, Ματθ. κστ’ 39, Λουκ.κβ’ 42
[20] Λουκ. κβ’ 43.
[21] Μάρκ. ιε’ 34, Ματθ. κζ’ 46.
[22] Μάρκ. θ’ 34, ι’ 37.
[23] Ρωμ. Ιδ’ 17, Α’ Κορινθ. Στ’ 9-10, ιε’ 51.
[24] A. Julicher, Einleitung in das N. T. εκδ. 5η 1906 σελ. 324. J. Reville, Le quatrieme Evangile, son origine et sa valeur historique β’ εκδ. 1902 σελ. 326- 327. A. Loisy, Le quatrieme Evangile σελ. 40, 95.
[25] E. Duplessy, Apologetique, Paris 1927, σελ. 109 και εξής. Πρβλ. και Α. Boulenger, Manuel d' Apologetique, Paris 1930, εκδ. στ', σελ. 203 και εξής.
[26] The medical language of Saint Luke, Dublin 1882.
[27] Lukas der Arzt, der Verfasser des dritten Evangeliums und der Apostelgeschichte 1906, σελ. 122-137.
[28] Πρβλ. E. Hugueny, Critique et Catholique. I. Apologetique. Paris 1926 σελ. 340-346.
[29] Α’ Ιωάν. α’ 1, Ιωάν. ιθ’ 35.
[30] Ιωάν. β’ 22, ιβ’ 16.
[31] Grandmaison DA στηλ. 1308.
[32] Πρβλ. p. W. Schmiedel, John son of Zebedee στην Encyclopaedia Biblica του T. K. Cheyne II στηλ. 2542.
[33] Όπου ανωτ. στηλ. 1309. Πρβλ. και J. B. Lightfoot, Biblical Essays, London 1893 Essay II σελ. 85. W. Sanday, The Criticism of the fourth Gospel, Oxford 1905 σελ. 128 και εξής και 134 και εξής.
[34] Πρβλ. C. F. Lattey, The Semitisms of the Fourth Gospel στο The Journal of Theological Studies, London 1919, σελ. 330-336, ομοίως και στο C. F. Burney, The Aramaic origin of the Fourth Gospel, Oxford 1922.
[35] The Character and Authorship of the fourth Gospel, London 1904. Πρβλ. περί της γνησιότητας του τετάρτου Ευαγγελίου και The Expository Times 1904, σελ. 323 και Fr. Bath, Das Johannesevangelium und die synoptischem Evangeliem, Βερολίνο 1905.
30-05-2003 10:17
Υπάρχουν διαφορετικές επιστημονικές μέθοδοι αξιολόγησης στοιχείων. Για παράδειγμα σε ένα πείραμα χημείας, χρησιμοποιούμε τη μέθοδο των «φυσικών επιστημών». Όμως δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την ίδια μέθοδο σε διαφορετικό τομέα, όπως στον τομέα της ιστορίας!!!
Εδώ χρειάζεται διαφορετική επιστημονική μεθοδολογία. Είναι η ΙΣΤΟΡΙΚΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ.
Λέγεται «ιστορική», γιατί ασχολείται με πράξεις που έχουν σχέση με την ιστορία. Έγιναν στο παρελθόν. Και «δικαστική», επειδή σαν να ήταν δικαστήριο, εκδίδει μια απόφαση επί τη βάσει αποδείξεων, που τις έλεγξε και διαπίστωσε ότι ήταν αξιόπιστες και σωστές.
Σύμφωνα λοιπόν με τη μέθοδο αυτή, μια άποψη είναι σωστή, όταν:
1. Στηρίζεται σε αυθεντικά αποδεικτικά στοιχεία.
2. Δεν προκαλεί αντιφάσεις σε ιστορικά τεκμηριωμένα στοιχεία.
Οι αποδείξεις για την τεκμηρίωση ενός ιστορικού γεγονότος είναι τριών ειδών:
Α. Οι προφορικές μαρτυρίες
Β. Οι γραπτές μαρτυρίες
Γ. Οι πραγματικές αποδείξεις.
Μια και ο Ιησούς Χριστός έζησε ως άνθρωπος στη γη πριν από 2000 χρόνια, δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιήσουμε σχετικά με τις αφηγήσεις γι' αυτόν φυσικές αποδείξεις, αλλά μόνο την Ιστορικοδογματική μέθοδο.
Για την ανθρώπινη ζωή τού Ιησού Χριστού, έχουμε τις εξής μαρτυρίες:
Α. Από πηγές μη Χριστιανικές (Πλίνιος, Τάκιτος, Σουετώνιος, Ιώσηπος). Μαρτυρίες ελάχιστες. Και μαρτυρούν μόνο ότι ο Χριστός ήταν υπαρκτό ιστορικό πρόσωπο. Τίποτα περισσότερο.
Β. Από πηγές Εβραϊκές. Είναι τα Ταλμούδ και το Τολεδώθ Γιεσούα, βιβλία μεταγενέστερα από τρεις ως 12 αιώνες, και γραμμένα με πάθος εναντίον του Χριστού. Μαρτυρούν ότι υπήρξε, ότι έκανε πολλά θαύματα, ότι σταυρώθηκε, ότι αναστήθηκε… και προσπαθούν να δώσουν σε όλα αυτά κάποια δική τους εξήγηση.
Γ. Από πηγές Χριστιανικές, που είναι κυρίως γραμμένες στην Αγία Γραφή, και ειδικά στα Ευαγγέλια. Αυτά είναι γραμμένα από ΑΥΤΟΠΤΕΣ ΚΑΙ ΑΥΤΗΚΟΟΥΣ μάρτυρες. Δίνουν για τον Ιησού πλουσιότατες πληροφορίες, που αν είναι σωστές, οφείλουμε να προσαρμόσουμε με αυτές τη ζωή μας.
Επειδή όμως ακριβώς αυτές οι μαρτυρίες μιλούν για τον Ιησού Χριστό, τίθενται υπό αμφισβήτηση από πολλούς, ως «κομματικές και προκατειλημμένες», ότι δήθεν είναι ψεύτικες, και εξιδανικεύσεις με συγκεκριμένο σκοπό να παραπλανήσουν υπέρ του Χριστού.
Αφού χρησιμοποιούμε για την Αγία Γραφή την Ιστορικοδικαστική μέθοδο, θα χρησιμοποιήσουμε τις μεθόδους εξακρίβωσης της αξιοπιστίας της.
Σε τι αριθμό κωδίκων σώζονται τα βιβλία της Αγίας Γραφής;
2.500 κώδικες περιέχουν ολόκληρη την Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή.
25.000 κώδικες περιέχουν μεγάλα κομμάτια από την Αγία Γραφή. (Συνήθως μόνο την Καινή Διαθήκη).
Οι παραπάνω κώδικες, προέρχονται από ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο.
Σε αντιπαράθεση με άλλους αρχαίου συγγραφείς, έχουμε:
50 μόνο αντίγραφα του Αισχύλου
100 του Σοφοκλή
8 του Θουκιδίδη
200 του Πλινίου
500 του Ορατίου
Άρα, από αριθμό σωσμένων κωδίκων, η Αγία Γραφή είναι το πλέον αξιόπιστο κείμενο που έχουμε.
Όσον αφορά την αρχαιότητα των κωδίκων αυτών:
Η ιστορία του Θουκιδίδη, εξιστορεί τα γεγονότα της περιόδου 460-400 π.Χ. Δεν σώζεται το πρωτότυπο. Τα 8 διασωθέντα χειρόγραφα, είναι όλα γραμμένα μετά το 900 μ.Χ., δηλαδή 1300 χρόνια μεταγενέστερα!
Η Ποιητική του Αριστοτέλη, γράφτηκε το 343 π.Χ. Ο αρχαιότερος κώδικάς της, προέρχεται από το 1100 μ.Χ., δηλαδή είναι 1400 χρόνια μεταγενέστερος!
Ο Γαλατικός πόλεμος του Ιουλίου Καίσαρος, γράφτηκε το 50 μ.Χ. Σώζεται σε λίγους κώδικες, που όλοι γράφτηκαν μετά το 1000 μ.Χ.
Αμφισβητεί κανείς τα βιβλία αυτά; Κανείς!
Αντιθέτως, η Κ.Δ. γράφτηκε μεταξύ του 50 – 98 μ.Χ. (ανάλογα με το κάθε βιβλίο της). Σώζεται σε 25.000 κώδικες. Οι αρχαιότεροι, (Σιναϊτικός, Αλεξανδρινός, Βατικανός), γράφτηκαν γύρω στο 250 μ.Χ., δηλαδή λιγότερο από 200 χρόνια αργότερα από το πρωτότυπο.
Με άλλα λόγια: Από απόψεως αρχαιότητας των κωδίκων της, η Κ.Δ. είναι το πιο αξιόπιστο αρχαίο βιβλίο στον κόσμο.
Μετά από την Αγία Γραφή, δεύτερο σε αξιοπιστία, από απόψεως βιβλιογραφικού ελέγχου αρχαίο βιβλίο, είναι η Ιλιάδα του Ομήρου. Σώζονται 643 κώδικες. Όλοι γραμμένοι μετά το 1200 μ.Χ. Δηλαδή η απόσταση μεταξύ συγγραφής της Ιλιάδας και αντιγραφής των σωζωμένων κωδίκων, ξεπερνάει τα 1800 χρόνια!
Με άλλα λόγια, οι Κώδικες της Κ.Δ. είναι κατά 1600 χρόνια πλησιέστεροι στην συγγραφή του πρωτοτύπου.
Μετά από όλα αυτά τα στοιχεία, πρέπει κανείς ή να είναι εντελώς προκατειλημμένος για να αμφισβητήσει την Αγία Γραφή, ή να μην εμπιστεύεται τίποτα στον κόσμο.
Θα συνεχίσω με τις εξωτερικές μαρτυρίες.
-----
Υπάρχουν και οι Εξωτερικές μαρτυρίες για την Αγία Γραφή. Τέτοιες είναι:
Α. Οι μαρτυρίες άλλων συγγραφέων
Β. Τα αρχαιολογικά ευρήματα.
Γ. Τυχόν σύμπτωση ή αναλογία με άλλα βιβλία.
Ξεκινάμε με τις μαρτυρίες άλλων αρχαίων συγγραφέων:
Α. Οι μαρτυρίες άλλων συγγραφέων:
Ο Παπίας, επίσκοπος Ιεραπόλεως της Φρυγίας, μαθητής του Ιωάννη, περιγράφει γύρω στο 130 μ.Χ., πώς καταγράφηκε το Ευαγγέλιο του Μάρκου. Τονίζω, ότι τότε ακόμα δεν υπήρχε ο «κανόνας» της Αγίας Γραφής που έχουμε από τον 4ο αιώνα, και δεν υπήρχε λόγος να γίνει προσπάθεια οποιαδήποτε συγκάλυψης. Το απόσπασμα του Παπία σώζεται στο βιβλίο του Ευσεβίου «Εκκλησιαστική Ιστορία» Γ΄ 39,15 (P.G. τ. 20,299 εξ.)
Ο Ειρηναίος, επίσκοπος Λουγδούνου, (177-204 π.Χ.) επιβεβαιώνει τα στοιχεία που έχουμε για τη συγγραφή των Ευαγγελίων, από τον Ματθαίο, τον Μάρκο, τον Λουκά και τον Ιωάννη. (Ειρηναίου, επισκόπου Λουγδούνου, Γ΄ 1,1,4-7 (P.G. τόμ. 7, 844 εξ.)
Δύσκολα στην παγκόσμια γραμματεία βρίσκει κανείς τόσες και τόσο αυθεντικές εξωτερικές μαρτυρίες για κάποιο σύγγραμμα. Και το τονίζω, ότι ακόμα δεν υπήρχε ο κανόνας της Αγίας Γραφής, ώστε κάποιος να υποθέσει ότι όλα αυτά «κατασκευάστηκαν».
Β. Τα αρχαιολογικά ευρήματα:
Ο Τζόζεφ Φρή διαπρεπής Αμερικανός αρχαιολόγος λέει: «Η αρχαιολογία επεκύρωσε πολλές μαρτυρίες των Γραφών, ακόμη και εκείνες που οι αρνητές – κριτικοί της απέρριπταν σαν τάχα εντελώς αντι-ιστορικές και σαν τάχα εξώφθαλμα αντίθετες με ιστορικά γεγονότα» (Archaeology and Bible History, Wheaton III. 1969. σελ. 1).
Ο Φ. Μπρους άλλος διαπρεπής Αμερικανός αρχαιολόγος γράφει: «Έχουμε όλο το δίκιο να πούμε, ότι τα αρχαιολογικά ευρήματα επικυρώνουν την Καινή Διαθήκη. Σήμερα όλα τα χωρία του Λουκά, που παλαιότερα οι ιστορικοί τα θεωρούσαν μη αληθινά, χάρις στις εξωτερικές μαρτυρίες της αρχαιολογικής έρευνας, έχει γίνει απόλυτα παραδεκτό ότι είναι αληθινά και αξιόπιστα» (Bruce, F.F., Archaeological Confirmation of the New Testament εν Carl Henry, Revelation and Bible, Grand Rapids 1969, σελ. 331).
Ο Α. Ν. Sherwin White, ερευνητής της αρχαίας ιστορίας γράφει: «Σήμερα διαθέτουμε τόσα στοιχεία, που μας αποδεικνύουν ότι οι μαρτυρίες της Καινής Διαθήκης είναι αληθινές, ώστε να τα θεωρούμε απόλυτα επαρκή. Δεν χρειαζόμαστε άλλα! Σήμερα οποιαδήποτε απόπειρα διαμφισβήτησης της ιστορικής αξιοπιστίας – ακόμα και της πιο ασήμαντης λεπτομέρειας μέσα στις Γραφές – αποτελεί αισχρή κακοήθεια. (Roman Society and Roman Law in the New Testament, Oxford 1963, σελ. 189).
Ο Μίλαρ Μπάροουζ του Πανεπιστημίου Γιάλ (ΗΠΑ) γράφει: «Η σύγκριση της γλώσσας των Ευαγγελίων με την γλώσσα των παπύρων που προέρχονται από τον πρώτο μ.Χ. αιώνα, στερέωσε την πεποίθησή μου, ότι τα βιβλία της Καινής Διαθήκης γράφτηκαν τον πρώτο αιώνα, και ότι έφθασαν σ’ εμάς χωρίς να αλλοιωθούν. Τα ευρήματα αυτά (πάπυροι του Α΄ αιώνα), ανέβασαν την αξιοπιστία της Καινής Διαθήκης στα μάτια των επιστημόνων. (Burrows Millar, What mean these stones, New York 1956, σελ. 52).
Ο W. Albright, παγκοσμίου φήμης βιβλικός αρχαιολόγος γράφει ότι μπορούμε να υποστηρίζουμε με απόλυτη σιγουριά, ότι τίποτε απολύτως δεν μας υποχρεώνει να πούμε, ότι έστω και ένα μόνο βιβλίο της Καινής διαθήκης γράφτηκε μετά τον 1ο αιώνα μ.Χ. (Albright, W.F. Recent Discoveries in Bible Landw, New York 1955 σ. 136).
Ο σερ Ουίλιαμ Ράμσεη είναι ο μέγιστος κατά κοινή ομολογία αρχαιολόγος όλου του κόσμου για την εποχή του. Για τις Πράξεις των αποστόλων έλεγε κάποτε ότι γράφτηκαν μετά το 150 μ.Χ. και δεν τις θεωρούσε σοβαρές και άξιες προσοχής. Μα αναγκάστηκε να αλλάξει γνώμη. Οι ανασκαφές στη Μικρά Ασία τον ανάγκασαν να διακηρύξει: Ότι μέχρι τότε έκανε λάθος, ότι οι Πράξεις των αποστόλων είναι πρώτου επιπέδου βιβλίο με ιστορικές πληροφορίες, ότι ο συγγραφέας τους ο Λουκάς πρέπει να καταταγεί στους μέγιστους ιστορικούς συγγραφείς του κόσμου, ότι όλες οι πληροφορίες που μας δίνει είναι απόλυτα ακριβείς. (Ramsay, William, The Bearing of Recent Discovery on the New Testament, London 1915, σελ. 222).