ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/METAFYSIKO.GR/BOARD/Μια άγνωστη ανάμεσά τους!

Μια άγνωστη ανάμεσά τους!

mika10 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 1/1
Από την αρχή το ήξερε...δεν ανήκε εκεί! Από τη στιγμή που αντίκρυσε τα πρώτα βλέμματα....άγνωστα για αυτήν. Ένιωθε ότι ήταν μόνη...σε ένα χώρο γεμάτο εργαλεία και ανθρώπους με λευκά ρούχα. Δεν καταλάβαινε, αλλά ήξερε! Ηταν μόνη της. Που πήγαν όλοι; Πού την άφησαν; Ατέλειωτες μέρες μέσα σε ένα δωμάτιο κενό...άδειο από αγάπη, συναισθήματα και χάδια. Δεν έκλαψε ποτέ, ήρεμη περίμενε...περίμενε...τι; Δεν ήξερε. Μια αγκαλιά; Στοργή; Ένα γλυκό φιλί; Δεν τα είχε! Τέσσερις μήνες και ποτέ δεν την έσφιξε στην αγκαλιά του κανείς. Μα πού πήγαν όλοι; Τέσσερις μήνες και κανείς δε ρώτησε! Την άφησαν! Γιατί όμως;Δεν ήξερε!!! Γεννήθηκε μόνη της, γεμάτη ερωτήματα...ερωτήματα στα οποία η απάντηση άργησε να έρθει. Τέσσερις μήνες περίμενε...περίμενε να έρθει κάποιος να την πάρει...να της δώσει ένα γλυκό φιλί...να της πει "Είμαι εδώ για σένα"...Τέσσερις μήνες περίμενε, ατέλειωτοι, μόνο εργαλεία και τίποτα άλλο, ένας θάλαμος σαν φυλακή, αδιέξοδο παντού...Τέσσερις μήνες που πέρασαν...Άρχιζε για αυτήν μια νέα ζωή ή θα ήταν η συνέχεια μιας μοναχικής ζωής που ήδη είχε αρχίσει για την μικρή-άγνωστη;......
2006-03-14 13:19
[ Ένοιωσε πείνα και άρχισε να φωνάζει ‘πεινάω , θέλω να φάω’.
Βέβαια όπως και τις προηγούμενες μέρες άκουγε κραυγές αντί για λέξεις να βγαίνουν από το στόμα της. Είχε πάψει πια να ασχολείται με αυτό , το μόνο που την ένοιαζε ήταν να χορτάσει την πείνα της.
Σταμάτα πια ! είπε μία από τις γνωστές πλέον γυναίκες με τα άσπρα ρούχα καθώς έφερνε το γάλα. Το βλέμμα της γυναίκας ήταν αδιάφορο ,ούτε κακό ούτε καλό.
Καθώς έπινε με το γάλα με βουλιμία αναρωτιόταν, τι υπάρχει έξω από το δωμάτιο;
Όλη της η ζωή μέχρι τώρα ήταν αυτό το δωμάτιο.
Ενας άντρας μπήκε στο θάλαμο και κοίταξε προς το μέρος της. Ειχαμε κάποιο νέο; ρώτησε η νοσοκόμα τον άντρα. Μπά άλλο ένα παιδί στα αζήτητα ,απάντησε αυτός.
Σε λίγο θα πρέπει να φύγει από εδώ συμπλήρωσε.
2006-03-14 13:23
Το κοριτσάκι ήπιε όλο το γάλα και μετά από λίγο το πήρε ο ύπνος. Ουφ πάει και αυτό είπε η νοσοκόμα , άστο να κοιμηθεί και το αλλάζω μετά σκέφτηκε.
Τι να ονειρεύεται άραγε και κάνει έτσι ,σκέφτηκε η νοσοκόμα κοιτώντας το μωρό που κούναγε τα χεράκια του σαν να θέλει να πιάσει κάτι. Που πάς μαμά ; σκεφτόταν το κοριτσάκι στον ύπνο του καθώς έβλεπε την μαμά του να φεύγει.Μόνο αυτή την εικόνα θυμόταν από την μαμά της μετά τον πόνο που ένοιωσε βγαίνοντας από το σκοτάδι και την ηρεμία στο φως και την φασαρία της ζωής. Ξυπνησε απότομα απο τον θόρυβο που έκανε ο άντρας που μπήκε βιατικά στο δωμάτιο.
Γρήγορα ,άλλαξε το, καθάρισε το , έχει έρθει ένα ζευγάρι να το δει, κάνε γρήγορα, εγώ πάω να τους καθυστερήσω , είπε και έφυγε τρέχοντας σχεδόν.
Τέσσερις ολόκληρους μήνες....Ένας αριθμός που χάραξε την πορεία τη ζωή της...Γύρω της πόνος, συνέχεια πόνος, παντού. Παιδιά μόνα τους στο έλεος του Θεού. Με το που ήρθε στον κόσμο, δεν θυμάται την μυρωδιά της μητέρας, δεν ένιωσε στο απαλό δέρμα της το χάδι της γυναίκας αυτής....Τα μικροσκοπικά χεράκια της έψαχναν μέσα στην αφόρητη ατμόσφαιρα κάπου να ακουμπήσουν...σκόνταφταν όμως στο τζάμι που έκανε τον αέρα ακόμα πιο αποπνικτικό. Ένα τζάμι γύρω της που γι'αυτήν ήταν φυλακή! Από την πρώτη στιγμή τα χαρτιά ήταν έτοιμα! "Παιδί προς υιοθεσία"! Άγνωστοι οι λόγοι, αλλά κανένας τόσο σημαντικός για να παρατήσεις ένα παιδί, το σπλάχνο σου, το μωρό σου, που για άλλους σημαίνει ΖΩΗ και για άλλους ΒΑΡΟΣ. Άλλο ένα παιδί στα αζήτητα...Ευτυχώς, για την μικρή-άγνωστη, το θρίλερ τελείωσε γρήγορα...Υπήρχαν άλλα παιδιά που έκλειναν χρόνο εκεί μέσα...
Τέσσερις βασανιστικοί μήνες πήραν τέλος...Και το παραμύθι άρχισε για την μικρή...
Δυο ζεστά χέρια την έσφιξαν στην αγκαλιά τους...Χεριά γεμάτα λαχτάρα και συγκίνηση...να τρέμουν και η μικρή το ένιωθε..."Η μητέρα μου!"...το πρώτο της χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της...Και το κενό που ένιωθε, η αμφιβολία, η αίσθηση του άγνωστου κόσμου ως τότε χάθηκαν! Όλα έσβησαν με μία μόνο αγκαλιά. Το πρώτο της χάδι σήμανε την έναρξη της ζωής της.......
Η μικρούλα γέλασε νοιώθοντας για πρώτη φορά την ζεστασιά της αγάπης.Τι όμορφη μυρωδιά έιχε αυτή η γυναίκα !. Η συνήθως ανέκφραστη νοσοκόμα πλησίασε την κυρία που κρατούσε στην αγκαλιά της το μωρό και συγκινημένη της είπε: " είναι η πρώτη φορά που το βλεπω να γελάει".Μετά από λίγο πήρε το μωρό από τα χέρια της κυρίας γιά να το βάλει στο κρεβατάκι του μέχρι να ετοιμαστουν τα χαρτιά, όμως αυτή την φορά το έκανε με αγάπη.Μετά από λίγο ήταν όλα έτοιμα.Η νοσοκόμα έντυσε το μωρό με τα καινούργια ρούχα και το παρέδωσε στην γυναίκα που περίμενε ανυπόμονα το "παιδί" της.Η πόρτα του δωματίου άνοιξε επιτέλους και συγκινημένοι ευχαρίστησαν την νοσοκόμα και έφυγαν.Για το μικρό κοριτσάκι ήταν η πρώτη καλή μέρα ,μετά από 4 μήνες μέσα στο άσπρο δωμάτιο. Το φώς της ημέρας και οι μυρωδιές των φυτών που υπήρχαν έξω από το μαιευτήριο ήταν πρωτόγνωρα για την μικρούλα.Σήκωνε διαρκώς το κεφαλάκι της προσπαθόντας να δεί τα πάντα.Περπατούσαν γρήγορα προς το αυτοκίνητο με την μητέρα της να κλαίει από ευτυχία ,ανυπομονώντας να πάνε στο σπίτι τους και να αρχίσει να ασχολείται με το παιδί της.
Ο πατέρας πιό σοβαρός αλλά εμφανώς συγκινημένος άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και η μητέρα μαζί με το μωρό κάθησαν στο πίσω κάθισμα.
Και το ταξίδι ξεκίνησε...από το Μητέρα μέχρι τον τόπο προορισμού τους είχαν μπροστά τους ένα ταξίδι Τεσσάρων ωρών...το πρώτο ταξίδι της μικρής-άγνωστης. Και όσο κουραστικό κι αν ήταν, για εκείνη φάνταζε διαδρομή μέσα στο φως και τη σωτηρία...αισθανόταν γύρω της την αγάπη, την ασφάλεια, τη στοργή. Ήταν βέβαιη πως τα χέρια αυτά που πριν την αγκάλιαζαν, από εδώ και πέρα θα ήταν ο δρόμος προς την ευτυχία της!
Μακρύ το ταξίδι και λιγοστό το γάλα. Η μικρούλα πεινούσε συνέχεια...έφταιγε ο άδειος συναισθήματα χώρος που βρισκόταν πριν, η γεμάτη αγάπη ατμόσφαιρα που την περιεβαλε τώρα...ποιός ξέρει; Πάντως αναζητούσε συνέχεια τροφή και χάδια. Μέχρι την Ανθούσα του Ν.Ηλείας είχαν τέσσερις ολόκληρες ώρες μπροστά τους...ένα χωριό ήσυχο, με ανθρώπους φιλόξενους και καλοσυνάτους, ανθρώπους που από την αρχή θα δέχονταν τη νέα μικρή κάτοικο του χωριού τους με αγάπη. Βλέπετε η οικογένεια ήταν γνωστή στην περιοχή... Η έλευση της μικρούλας ήταν ήδη γνωστή στην Αιανή και όλοι ανυπομονούσαν να τη γνωρίσουν...
40 όμως χλμ έξω από την Πάτρα , το γάλα τελείωσε. Η μικρή-άγνωστη έκλαιγε συνέχεια. Σίγουρα δεν θα άντεχε ως το χωριό. Οι γονείς της αναρωτιούνταν τι να κάνουν, η μητέρα της έκλαιγε και εκείνη μαζί...δεν άντεχε να τη βλέπει να υποφέρει. Έτσι σκέφτηκαν να μπουν στο πιο κοντινό χωριό και να χτυπήσουν την πόρτα κάποιου κατοίκου. Το χωριό ήταν έρημο...οι δρόμοι ήταν άδειοι...αποφάσισαν να σταθμεύσουν έξω από ένα σπίτι και να ρωτήσουν ευγενικά τον ιδιοκτήτη αν μπορεί να τους βοηθήσει. Φάνηκαν αρκετά τυχεροί και έτσι στην πρώτη πόρτα που χτύπησαν βρήκαν μια οικογένεια πολύ ευγενική και πρόθυμη να κάνει ο,τιδήποτε για την μικρούλα. Αμέσως άρχισαν να φτιάχνουν το γάλα...η μικρούλα ανυπόμονη στην αγκαλιά του μπαμπά της να κλαίει όλο και πιο δυνατά. Σύντομα το γάλα ήταν έτοιμο και η μικρή το απολάμβανε σαν να μην είχε φάει τίποτα όλη μέρα. Η μητέρα της συγκινημένη την χάζευε, μην μπορώντας να πιστέψει τι της συμβαίνει...αδύναμη ακόμα να καταλάβει ότι ο Θεός της χάρισε έστω και έτσι ένα παιδάκι, ένα κοριτσάκι που από μικρή λαχταρούσε. Ήταν αποφασισμένη να προσφέρει τα πάντα σε αυτό το πλασματάκι, στην ίδια της τη ζωή!
Η οικογένεια ρώτησε τους γονείς του μωρού αν θέλουν να κάτσουν για φαγητό, αλλά αρνήθηκαν καθώς είχαν ακόμα αρκετό δρόμο και η μικρή είχε ήδη κουραστεί ...Τους ευχαρίστησαν με όλη τους την καρδιά και έφυγαν....Σε μία ώρα το πολύ, η μικρή-άγνωστη θα έκανε την πρώτη της είσοδο στο χωριό όπου θα μεγάλωνε.......
Το ταξίδι συνεχίστηκε ήρεμα, με τη μικρή να έχει χορτάσει και να κοιμάται στην αγκαλιά της μαμάς της.
Έφθασαν στο σπίτι τους...ένα σπίτι παράδεισσος. Πόσο τυχερή ήταν! Τα πέτρινα σκαλοπάτια οδηγούσαν στην κεντρική είσοδο του σπιτιού...καθώς ανέβαινες έβλεπες στα δεξιά σου μια μεγάλη πισίνα και γύρω από αυτήν ένας κήπος που δεν σταματούσε πουθενά, όλο το σπίτι ήταν περικυκλωμένο από δέντρα και πολύχρωμα λουλούδια.
Στο σπίτι τους περίμεναν οι ξαδέρφες της μικρής....χωρίς να το σκεφτούν την άρπαξαν και άρχισαν να παίζουν μαζί της. Τρελάθηκαν με τα μάγουλά της....μεγάλα και κατακόκκινα...άρχισαν να την τσιμπάνε...και όλως περιέργως η μικρή δεν γκρίνιαζε, γελούσε! Το απολάμβανε...χαιρόταν που επιτέλους ασχολούνταν και έπαιζαν μαζί της.

Τα νέα μαθεύτηκαν ιδιαίτερα γρήγορα στο χωριό και όλοι ήθελαν να επισκεφθούν την οικογένεια για να αντικρύσουν και από κοντα τη μικρή. Όλοι έδειχναν ιδιαίτερα ευτυχισμένοι τόσο για την οικογένεια που κατάφερε να αποκτήσει ένα παιδάκι, όσο και για την ίδια τη μικρούλα που βρήκε επιτέλους μια οικογένεια.

Ο καιρός περνούσε πολύ γρήγορα και όμορφα....στον ένα χρόνο έγιναν και τα βαφτίσια της μικρής....και το όνομα αυτής: Δανάη!
Η φωτογραφία όμως που κρεμόταν στον τοίχο πάνω από το κρεβάτι της μικρής, ήρθε σύντομα να φέρει μια νέα άγνωστη στη ζωή της. Στη φωτογραφία υπήρχε μια όμορφη γυναίκα, γύρω στα 25, με ξανθά μαλλιά μπούκλες, καστανά μεγάλα μάτια και έντονα χαρακτηριστικά προσώπου. Φαινόταν τόσο αληθινή....και παρ’ όλο που ήταν πίνακας ζωγαρφικής, το υπέροχο πρόσωπο της γυναίκας αυτής ήταν τόσο ζωντανό!...περισσότερο και από φωτογραφία! Σύντομα άρχισαν τα προβλήματα...πέρα από ένα πρόβλημα υγείας που αντιμετώπισε η Δανάη με τα ποδαράκια της, που όμως πολλά παιδιά είπε ο γιατρός αντιμετωπίζουν σε αυτή την ηλικία, υπήρχε και κάτι άλλο... οι εφιάλτες της μικρής. Για χρόνια την βασάνιζαν και το βράδυ έκλαιγε...μέχρι τα 6 της ήθελε να κοιμάται με τους γονείς της. Άνθρωποι άγνωστοι έρχονταν στον ύπνο της και ήθελαν να την πάρουν μακριά και μια γυναίκα....αυτή στην φωτογραφία...να θέλει να την αρπάξει, χωρίς να λέει όμως τίποτα. Στο όνειρο ήταν τόσο άσχημη και κακιά όσο γλυκιά ήταν σε αυτή την καταραμένη φωτογραφία. Ποιά ήταν και τι ήθελε από τη Δανάη;

Δυστυχώς όμως η μικρή δεν μιλούσε στους γονείς της. Δεν τους είπε ποτέ τι έβλεπε στα όνειρά της, ούτε τι αισθανόταν για αυτή τη γυναίκα. Από τα 2 της χρόνια, η μητέρα της της είπε ένα πολύ όμορφο παραμύθι θέλοντας να κάνει τη Δανάη να καταλάβει ότι είναι υιοθετημένη.... «Ήταν δύο γονείς που δεν μπορούσαν να κάνουν παιδάκια...πήγαν λοιπόν σε ένα σπίτι που είχε πολλά πολλά παιδάκια μέσα και έτσι όπως κοιτούσαν εσένα, εσύ άνοιξες τα χεράκια σου να σε πάρουν αγκαλιά....Η μανούλα έβαλε τα κλάματα και αμέσως σε πήρε στην αγκαλιά της. Και φύγατε όλοι μαζί ευτυχισμένοι»....Το παραμύθι συνοπτικά...Δυστυχώς η Δανάη ποτέ δεν το θυμήθηκε όλο. Από τα δύο της χρόνια, αυτή η φράση έμεινε χαραγμένη μέσα της, μόνο αυτή. Τότε, δεν είχε καταλάβει, αφού ρώτησε τη μητέρα της : «Ποιό ήταν το παιδάκι αυτό μαμά και ποιά η μανούλα που δεν μπορούσε να κάνει παιδιά;»....Η απάντηση φαντάζομαι είναι γνωστή. Το τι συμβαίνει, το κατάλαβε στα 4 της χρόνια! Εκεί κατάλαβε και τι ήταν αυτή η φωτογραφία που αντί να ομορφαίνει τον τοίχο, τον έκανε να ραγίζει σα γυαλί....τότε κατάλαβε αν ήταν φάντασμα ή αληθινή....τότε μόνο μπόρεσε να δει πίσω από το παραμύθι............
Τα χρόνια πέρασαν κι η Δανάη έγινε μια πανέμορφη νεαρή κυρία. Τα ξανθά μαλλιά της με τις πυκνές μπούκλες της έδινε στο πρόσωπό της την εντύπωση ότι περιγράφεται από ένα φωτοστέφανο, σαν αυτά που έχουν οι άγιοι στις αγιογραφίες. Τα μάτια της, μεγάλα και εκφραστικά όσο αυτά ενός μικρού παιδιού, ακτινοβολούσαν μια ζωντάνια, αλλά ταυτόχρονα έκρυβαν και μια θλίψη, που μόνο αν κοιτούσες για ώρα βαθιά μέσα τους το έβλεπες κι εσύ. Στα 18 της χρόνια, τελειώνοντας απ' το Λύκειο, αναγκάστηκε να μετακομίσει στην Αθήνα, αφού η σχολή στην οποία είχε περάσει πρώτη είχε την έδρα της στην πρωτεύουσα. Συντήρηση έργων τέχνης στα ΤΕΙ Αθήνας. Για πρώτη φορά, μετά από τόσα χρόνια θα ζούσε χωριστά από τους αγαπημένους γονείς της, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. Το όνειρό της από μικρή ήταν να ασχοληθεί με σπάνια έργα τέχνης, πίνακες, αγάλματα κ.ά. Ο μόνος τρόπος για να ήταν κοντά τους και να μπορεί να τα θαυμάζει ήταν αυτή η σχολή.

Αφού νοίκιασε ένα σπίτι στην περιοχή κοντά στο ίδρυμα, συμφώνησε με του γονείς της να πηγαίνει όσο πιο συχνά μπορούσε κοντά τους, όμως η απόσταση ήταν ομολογουμένως μεγάλη για τακτικές επισκέψεις. Η όμορφη Ανθούσα δεν ήταν και το πιο κοντινό μέρος, και οι γονείς της, σκληρά εργαζόμενοι δεν μπορούσαν να ταξιδεύουν προς την μεγαλούπολη, παρά μόνο μία φορά το τρίμηνο περίπου.

Τώρα έπρεπε να μάθει να ζει μόνη, να κοιμάται ολομόναχη σε ένα σπίτι και να φροντίζει τον εαυτό της. Με τον καιρό γνώρισε αρκετά άτομα στη σχολή, αλλά περισσότερο "έδεσε" με το Δημήτρη, ένα διαφορετικό αγόρι από τα άλλα ομολογουμένως. Ο Δημήτρης, καταγόταν από την Καλαμάτα, οπότε κι αυτός, καθότι στερημένος οικονομικά, ταξίδευε αραιά για την πόλη του. Μαζί περνούσαν αρκετές ώρες της ημέρας, παρακολουθώντας όλα τα εργαστήρια και καταλήγοντας πολλές φορές για καφεδάκι και κουβεντούλα στις πλησιέστερες καφετέριες των ΤΕΙ. Πολλές από τις συζητήσεις τους επικεντρώνονταν στα "παράξενα" θέματα με τα οποία καταπιανόταν το αγόρι. Ήταν τόσο ενθουσιασμένος κάθε φορά που της περιέγραφε μια καινούρια ιστορία με θεάσεις UFO και φαντασμάτων, που η Δανάη δεν μπορούσε παρά να τον παρακολουθεί με δέος. Τον θαύμαζε, γιατί παρά τα οικονομικά προβλήματα, που τον ανάγκαζαν να δουλεύει για 3 ώρες την ημέρα ως delivery σε πισταρία για να τα βγάλει πέρα, ήταν κάθε μέρα ορεξάτος! Eνημερωνόταν καθημερινά μέσω του διαδικτύου, που ήταν δωρεάν στη βιβλιοθήκη της σχολής για ανεξήγητα φαινόμενα και μετά συναντούσε τη Δανάη για να της διηγηθεί νέες ιστορίες.
Η ζωή της Δανάης κυλούσε όμορφα. Είχε όσα ήθελε…τη σχολή της, την αγάπη των γονιών της, καθώς και αυτόν τον άνθρωπο, τον Δημήτρη, που ήρθε στη ζωή της να της φέρει ευτυχία. Μαζί συζητούσαν τα πάντα. Ώρες ατέλειωτες κάθονταν μαζί και μοιράζονταν εμπειρίες, συναισθήματα και εξομολογούνταν ο ένας στον άλλο κάθε μέρα και κάτι καινούριο για τη ζωή τους. Ήταν τόσο ευτυχισμένη, μα κάτι μέσα της τη βασάνιζε έντονα τον τελευταίο καιρό…η διαίσθησή της ότι κάτι πρόκειται να συμβεί, τάραζε τη γαλήνη της ψυχής της, την αναστάτωνε και την έκανε να βυθίζεται σε άσχημες σκέψεις. Τις τελευταίες μέρες δεν κοιμόταν καλά…όνειρα περίεργα εμφανίζονταν στον ύπνο της, ανεξήγητα και τρομακτικά. Όνειρα, άλλες φορές καθαρά και άλλες θολά, δίχως να μπορεί να διακρίνει τις μορφές που εμφανίζονταν σε αυτά. Όνειρα που δεν άλλαζαν μοτίβο, ήταν ίδια, πάντα τόσο ίδια, σα να θέλουν να της πουν κάτι…

Μια γυναίκα όμορφη, με μακριά ξανθά μαλλιά και έντονο βλέμμα…τόσο όμορφη και συνάμα τόσο ταραγμένη…άλλοτε να γελάει και άλλοτε να κοιτά τρομαγμένη. Σε ένα χώρο παράξενο, όπου όλα είναι μαύρα, δεν υπάρχει φως, δεν υπάρχει τίποτα. Χώρος άδειος, όπου η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική και οι άνθρωποι που υπάρχουν μέσα σ’ αυτόν μοιάζουν με ζόμπι, άδειοι από συναισθήματα και εκφράσεις στο πρόσωπό τους, άγριοι και πρόθυμοι να κάνουν κακό σε οποιοδήποτε. Κι αυτή η πανέμορφη γυναίκα μοιάζει να είναι έτοιμη να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε επιθυμία τους. Από την κεντρική πύλη ξεκινά ένας μακρύς διάδρομος που οδηγεί σε μια πόρτα…στις άκρες του διαδρόμου αυτού στέκονται ανέκφραστοι όλοι αυτοί οι άνθρωποι, αν μπορεί κανείς να τους αποκαλέσει ανθρώπους διότι είναι σαν ζωντανοί-νεκροί, και ο καθένας τους κρατά ένα κερί…Η γυναίκα διασχίζει αργά το δωμάτιο αυτό περπατώντας ξυπόλυτη επάνω στο διάδρομο, ο οποίος είναι καλυμμένος με ένα πολύ μακρύ κόκκινο χαλί, σαν αυτά που έχουν οι εκκλησίες. Οι μορφές που στέκονται δεξιά και αριστερά προσκυνούν τη γυναίκα αυτή, σαν να θέλουν να την ευχαριστήσουν για κάτι, σαν να δείχνουν τον σεβασμό τους προς αυτή και την ικανοποίησή τους για κάτι…Φτάνοντας στο τέλος του διαδρόμου, η γυναίκα ανοίγει και πάλι αργά και σταθερά την πόρτα, μια πόρτα φτιαγμένη από ξύλο μέσα από το οποίο στάζει αίμα. Καθώς την ανοίγει, μια λάμψη σκορπίζεται σε όλο το χώρο, ένας άντρας που μόνο το σώμα του μπορεί να διακρίνει κανείς αφού το πρόσωπό του λάμπει τόσο που είναι αδύνατο να το κοιτάξεις……Καθώς ο χώρος γεμίζει με φως, η γυναίκα αρχίζει να γελά δυνατά, τόσο δυνατά που τρομάζει κανείς και το δικό της γέλιο το ακολουθούν τα γέλια των ανθρώπων. Όμως παραμένουν ακίνητοι, ανέκφραστοι και το γέλιο φαίνεται να πηγάζει από μέσα τους.

Κάθε βράδυ το ίδιο όνειρο βασανίζει τη δανάη…δεν μπορεί να δει τη συνέχεια, αναρωτιέται τι θα μπορούσε να σημαίνει, αλλά τίποτα…Νιώθει πως ξέρει τις μορφές που εμφανίζονται στα όνειρα της, αλλά δεν μπορεί να καταλάβει τι συμβαίνει. Δεν έχει μιλήσει σε κανέναν για αυτό, ούτε στον Δημήτρη. Φοβάται, φοβάται πάρα πολύ και αναστατώνεται κάθε φορά που έρχεται στο μυαλό της.
σήμερα η δανάη είχε να κάνει μια πολύ μεγάλη εργασία και έπρεπε να μείνει μέσα όλη μέρα. χρειάστηκε πολλές ώρες για να την ετοιμάσει και λίγο πριν τις έντεκα το βράδυ είχαν ήδη αρχίσει να κουράζονται τα μάτια της. σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα να πιεί λίγο νερό και να κάνει ένα σύντομο διάλειμμα. γυρίζοντας απ' την κουζίνα, είδε μπροστά απ' το παράθυρό της να στέκεται ένας ψηλός άντρας. η κοπέλα τρόμαξε τόσο, που της έπεσε το ποτήρι απ' τα χέρια. η μορφή του ήταν θολή και δεν μπορούσε να διακρίνει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. σαστησμένη καθώς ήταν, τον παρατήρησε για μερικά δευτερόλεπτα, καθώς εκείνος πλησίαζε προς το μέρος της απλώνοντας παράλληλα το δεξί του χέρι. η δανάη οπισθοχώρησε φοβισμένη και μη μπορώντας να πιστέψει αυτό που έβλεπε, έκλεισε με δύναμη τα μάτια. "φύγε!!" αναφώνησε και κούνησε τα χέρια της γρήγορα πάνω-κάτω σα να ήθελε να απομακρίνει ένα σύννεφο καπνού από μπροστά της. όταν μετά από λίγο βρήκε τη δύναμη και το θάρρος να ανοίξει τα μάτια της και πάλι, ο άντρας είχε εξαφανιστεί.

έτρεξε γρήγορα στο τηλέφωνο και πήρε το φίλο της να του πει τι έχει συμβεί. είχε την ανάγκη να περιγράψει σε κάποιον αυτό που είδε και έζησε και να ξέρει πως δε θα τη βγάλει τρελή. ο δημήτρης, ακούγοντας έκπληκτος την παράξενη εμπειρία της φίλης του, τη συμμβούλεψε να μην κοιμηθεί μόνη απόψε και της πρότεινε να περάσει απ' το σπίτι της για να της κάνει συντροφιά. μετά από μερικά λεπτά το αγόρι της χτύπησε το κουδούνι, αφού τα σπίτια τους ήταν πολύ κοντινά. η δανάη χώθηκε στην αγκαλιά του και έβαλε τα κλάμματα. "μα ποιος ήταν αυτός; τι ήθελε από μένα; ήθελε να μου κάνει κακό;..." είχε τόσες απορίες και ο δημήτρης δεν προλάβαινε να της απαντήσει. είχε διαβάσει για τέτοιου είδους θεάσεις τόσες φορές και παρόλα αυτά δεν μπορούσε να την ησυχάσει. τη ρωτούσε λεπτομέρειες για αυτό το πνεύμα που εμφανίστηκε, όπως αν ήταν φωτεινό ή σκοτεινό το περίγραμμά του και πόσα λεπτά διήρκησε συνολικά το φαινόμενο. η κοπέλα απαντούσε στις ερωτήσεις του κυριολεκτικά κρεμμώμενη απ' τα χείλη του, περιμένοντας να ακούσει μια λογική εξήγηση. ο δημήτρης την καθησύχασε και της είπε πως ο άντρας αυτός πρέπει να ήταν κάποιος κοντινός συγγενής ή παλιός φίλος που χάθηκε, ίσως και άδοξα, και ήθελε κάτι να της πει. απέκλεισε το ενδεχόμενο να είναι ένα κακό πνεύμα, αφού όπως δικαιολόγησε, αν ήθελε να της κάνει κακό θα το έκανε. "και αν ξανάρθει; τι θα κάνω; αχ έχω τρομάξει τόσο πολύ! φοβάμαι να μείνω μόνη ξανά.. μη φύγεις!" ο δημήτρης την έσφιξε πιο πολύ στην αγκαλιά του και της χαμογέλασε. "δε θα φύγω απόψε, μην ανησυχείς. όμως, δεν μπορώ να είμαι πάντα εδώ. πρέπει να αντιμετωπίζεις τους φόβους σου μόνη. δε θέλω να σε τρομάξω, αλλά αυτό που είδες σήμερα ίσως ξανακάνει την εμφάνισή του, αφού προφανώς δεν "πήρες" το μήνυμά του. "μα τι μου λες τώρα;! θα ξανάρθει;! δε θα το αντέξω!!" απάντησε τρομοκρατημένη. "σου είπα, δε χρειάζεται να φοβάσαι. δε θα σου κάνει κακό. είμαι σίγουρος! μακάρι να το είχα δει κι εγώ για να μπορέσω να σε βοηθήσω, αλλά προφανώς το "μήνυμα" προοριζόταν μόνο για σένα... ίσως την επόμενη φορά το κατανοήσεις..."