Θα σε ξαναδώ
φύσηξε το καπνό απ’ το μισοτελειωμένο τσιγάρο της. τα μάτια της ήταν πρησμένα από την αϋπνία. το κεφάλι της πονούσε, ύστερα από τόσες ώρες μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή της. έσβησε το τσιγάρο στο γεμάτο τασάκι της και πέρασε τα χέρια της απ’ τα ανακατεμένα ξανθά μαλλιά της. η ώρα ήταν πέντε το πρωί. κοιτούσε το κρεβάτι της με λαχτάρα αλλά ένιωθε και τη γνωστή θλίψη που της δημιουργούσε τον τελευταίο καιρό. δεν ήθελε πάλι να δει το ίδιο όνειρο. ήταν πολύ ευαίσθητη και αυτό το τόσο θλιβερό όνειρο της ράγιζε την καρδιά. « μα τι σημαίνει αυτό το όνειρο»; σκέφτηκε. «τι θέλει να μου πει»; μονολόγησε λίγο εκνευρισμένη με τη κατάσταση που περνούσε.
η δώρα πίστευε ότι τα όνειρα μερικές φορές μπορούν να ερμηνευτούν και να δώσουν κάποιο μήνυμα. άλλωστε ουκ ολίγες φορές της είχαν βγει όνειρα που είχε δει. μάλιστα πολλές φορές μπορούσε και να τα ερμηνεύει, είχε μάθει πολλά από τη μητέρα της και τη γιαγιά της. μα αυτό το όνειρο, δεν μπορούσε με τίποτα να καταλάβει τι σημαίνει.
δεν άντεχε άλλο. τα βλέφαρά της άρχισαν να βαραίνουν. έκλεισε τον υπολογιστή, πήρε μια βαθιά ανάσα και διστακτικά σηκώθηκε από την καρέκλα της και ξάπλωσε στο κρεβάτι. χαμήλωσε το ραδιόφωνάκι της που είχε δίπλα στο κομοδίνο και έσβησε το φως. ο ύπνος δεν άργησε να την πάρει.
η δώρα πίστευε ότι τα όνειρα μερικές φορές μπορούν να ερμηνευτούν και να δώσουν κάποιο μήνυμα. άλλωστε ουκ ολίγες φορές της είχαν βγει όνειρα που είχε δει. μάλιστα πολλές φορές μπορούσε και να τα ερμηνεύει, είχε μάθει πολλά από τη μητέρα της και τη γιαγιά της. μα αυτό το όνειρο, δεν μπορούσε με τίποτα να καταλάβει τι σημαίνει.
δεν άντεχε άλλο. τα βλέφαρά της άρχισαν να βαραίνουν. έκλεισε τον υπολογιστή, πήρε μια βαθιά ανάσα και διστακτικά σηκώθηκε από την καρέκλα της και ξάπλωσε στο κρεβάτι. χαμήλωσε το ραδιόφωνάκι της που είχε δίπλα στο κομοδίνο και έσβησε το φως. ο ύπνος δεν άργησε να την πάρει.
ξαφνικά βρέθηκε σε ένα άγνωστο μέρος, μέσα σε ένα παλιό ξύλινο κτήριο. ένα σπίτι, ένα σπίτι πολύ παλιό, σαν αυτά που έβλεπε στις παλιές ξένες ταινίες, τότε που υπήρχαν οι άμαξες ακόμα. στεκόταν με τη πλάτη της στην είσοδο. το σπίτι χωριζόταν σε δυο μέρη. στο ένα όπου στεκόταν η δώρα, ήταν πιο μικρό σε πλάτος και είχε δυο και μοναδικά παράθυρα δεξιά και αριστερά της πόρτας. το άλλο ήταν πολύ πιο μεγάλο και χωριζόταν από ένα ξύλινο τοίχο που στη μέση του υπήρχε ένα μεγάλο άνοιγμα, χωρίς να υπάρχει κάποια πόρτα. μέσα σ’ αυτό το σπίτι δεν υπήρχαν έπιπλα, ούτε για δήγμα. παντού υπήρχε σκόνη. υπερβολική σκόνη όπου δημιουργούσε κάτι σαν ομίχλη στην ατμόσφαιρα. σανίδες ήταν πεσμένες στο πάτωμα, πολλές απ’ αυτές ήταν σάπιες, το ίδιο και οι τοίχοι. σε πολλά από τα σημεία του σπιτιού έβλεπες ιστούς από αράχνες. από κάπου φωτιζόταν λιγοστά. άγνωστο από που, αφού δεν έβλεπε καμία λάμπα. ένιωθε να ήταν στενοχωρημένη μέσα σ’ αυτό το σπίτι. μια μελαγχολία πήγαζε από μέσα της χωρίς να ξέρει το λόγο.
αν και η δώρα φοβόταν να βρίσκεται σε σκοτεινά και εγκαταλελειμμένα μέρη, εκεί δε φοβόταν. γιατί το σπίτι ήταν γεμάτο από ανθρώπους. άγνωστα πρόσωπα, γύρω στην ηλικία των 25 με 26. πάνω κάτω στην ηλικία της. όλοι ήταν απλά ντυμένοι, με απλά τζιν παντελόνια και απλά σκουρόχρωμα μπλουζάκια από πάνω. από κάπου ακουγόταν μουσική, όχι πολύ δυνατή. στο βάθος αναγνώρισε μια φίλη της, αλλά δεν πήγε να της μιλήσει. ένιωθε σαν να ήξερε που ήταν και για πιο λόγο ήταν εκεί γινόταν ένα πάρτι. πλησίασε ένα απ’ τα δύο παράθυρα που χώριζε η πόρτα να κοιτάξει έξω και στάθηκε σε σημείο που να μην ακουμπά επάνω του, γιατί κι αυτό ήταν γεμάτο σκόνη. είδε πως ήταν νύχτα. μπόρεσε να διακρίνει ότι έξω υπήρχε γρασίδι και λίγα δέντρα πιο μακριά. δεν φαινόταν πουθενά άλλο σπίτι η κτήριο. κατάλαβε πως ήταν το μοναδικό σ’ αυτή την άγνωστη περιοχή.
αν και η δώρα φοβόταν να βρίσκεται σε σκοτεινά και εγκαταλελειμμένα μέρη, εκεί δε φοβόταν. γιατί το σπίτι ήταν γεμάτο από ανθρώπους. άγνωστα πρόσωπα, γύρω στην ηλικία των 25 με 26. πάνω κάτω στην ηλικία της. όλοι ήταν απλά ντυμένοι, με απλά τζιν παντελόνια και απλά σκουρόχρωμα μπλουζάκια από πάνω. από κάπου ακουγόταν μουσική, όχι πολύ δυνατή. στο βάθος αναγνώρισε μια φίλη της, αλλά δεν πήγε να της μιλήσει. ένιωθε σαν να ήξερε που ήταν και για πιο λόγο ήταν εκεί γινόταν ένα πάρτι. πλησίασε ένα απ’ τα δύο παράθυρα που χώριζε η πόρτα να κοιτάξει έξω και στάθηκε σε σημείο που να μην ακουμπά επάνω του, γιατί κι αυτό ήταν γεμάτο σκόνη. είδε πως ήταν νύχτα. μπόρεσε να διακρίνει ότι έξω υπήρχε γρασίδι και λίγα δέντρα πιο μακριά. δεν φαινόταν πουθενά άλλο σπίτι η κτήριο. κατάλαβε πως ήταν το μοναδικό σ’ αυτή την άγνωστη περιοχή.
ξαφνικά ο ουρανός άρχισε να γεμίζει από αμέτρητα φωτάκια που δεν έμοιαζαν με αστέρια και άρχιζαν να μεγαλώνουν καθώς πλησίαζαν τη γη. φαινόταν σαν να προσγειωνόταν κάπου πίσω από τα δέντρα και μετά χανόταν. ο φόβος άρχισε να κυριαρχεί στα αισθήματα της δώρας, όμως το θέαμα ήταν υπέροχο.
«ελάτε να δείτε» άρχισε να φωνάζει στον κόσμο με έναν παράξενο ενθουσιασμό για το θέαμα που έβλεπε. όλοι άρχισαν να πλησιάζουν στα παράθυρα του σπιτιού. μισοί πήγαν στο παράθυρο που βρισκόταν η δώρα και οι άλλοι μισοί στο άλλο. ήταν ενθουσιασμένοι με το θέαμα και χαμογελούσαν, δεν φαινόταν κανείς να ανησυχούσε για το τι ήταν αυτό. μιλούσαν μεταξύ τους και είχαν απορροφηθεί σε αυτό που έβλεπαν, ώσπου ένα χτύπημα ακούστηκε στη πόρτα.
δεν έδωσε κανείς τους σημασία για το χτύπημα, αλλά ούτε για τα φωτάκια που έπαψαν να φωτίζουν στον ουρανό. μόνο η δώρα ανησύχησε και γύρισε έντρομη ανάμεσα από το πλήθος που την περικύκλωνε, να κοιτάξει την πόρτα. αντιθέτως οι υπόλοιποι συνέχισαν να χαμογελάνε και να συζητούν μεταξύ τους σαν να μη συνέβαινε τίποτα. μάλιστα ένας νεαρός πήγαινε για να ανοίξει.
«μην ανοίγεις»! φώναξε δυνατά η δώρα φοβισμένη για το τι υπήρχε εκεί έξω. όμως ο νεαρός ήταν ήδη στη πόρτα και την άνοιγε. τότε η δώρα δεν έχασε τη ψυχραιμία της, μάζεψε τον φόβο που τη διέτρεχε, έσπρωξε το πλήθος για να μπορέσει να βγει και έτρεξε να προλάβει να εμποδίσει τον νεαρό και να κλείσει τη πόρτα. χωρίς να κοιτάει για το ποιος ή τι ήταν έξω από τη μισάνοιχτη πόρτα, η οποία άνοιγε και προς τα έξω, έπιασε το πόμολο πάνω από το χέρι του νεαρού και με δύναμη το τράβηξε για να την κλείσει. όμως ένα πόδι είδε να μπαίνει εμπόδιο στη προσπάθειά της και δεν ήταν του νεαρού που ακόμα βρισκόταν δίπλα της απαθέστατος. κυριευμένη από το φόβο άρχισε σιγά-σιγά να ανεβάζει το βλέμμα της για να δει ποιος ήταν. ο φόβος άρχισε να καταλαγιάζει στο αντίκρισμα ενός ανθρώπου και κατά παράξενο τρόπο ένιωσε τόσο οικεία. όμως ένα αίσθημα ανησυχίας μπερδεμένο με θλίψη άρχισε να φουντώνει μέσα της. είδε έναν έγχρωμο άντρα να τη κοιτάζει με ένα ανησυχητικό και κουρασμένο βλέμμα. φαινόταν τόσο λυπημένος και κουρασμένος που στην αρχή νόμισε ότι κάτι τραγικό μπορεί να του συνέβαινε. ίσως να είναι από την περιοχή ή να βρέθηκε εκεί και βλέποντας το προιγούμενο θέαμα να αναζήτησε φοβισμένος ασφάλεια σ’ αυτό το σπίτι. σκέφτηκε.
«ελάτε να δείτε» άρχισε να φωνάζει στον κόσμο με έναν παράξενο ενθουσιασμό για το θέαμα που έβλεπε. όλοι άρχισαν να πλησιάζουν στα παράθυρα του σπιτιού. μισοί πήγαν στο παράθυρο που βρισκόταν η δώρα και οι άλλοι μισοί στο άλλο. ήταν ενθουσιασμένοι με το θέαμα και χαμογελούσαν, δεν φαινόταν κανείς να ανησυχούσε για το τι ήταν αυτό. μιλούσαν μεταξύ τους και είχαν απορροφηθεί σε αυτό που έβλεπαν, ώσπου ένα χτύπημα ακούστηκε στη πόρτα.
δεν έδωσε κανείς τους σημασία για το χτύπημα, αλλά ούτε για τα φωτάκια που έπαψαν να φωτίζουν στον ουρανό. μόνο η δώρα ανησύχησε και γύρισε έντρομη ανάμεσα από το πλήθος που την περικύκλωνε, να κοιτάξει την πόρτα. αντιθέτως οι υπόλοιποι συνέχισαν να χαμογελάνε και να συζητούν μεταξύ τους σαν να μη συνέβαινε τίποτα. μάλιστα ένας νεαρός πήγαινε για να ανοίξει.
«μην ανοίγεις»! φώναξε δυνατά η δώρα φοβισμένη για το τι υπήρχε εκεί έξω. όμως ο νεαρός ήταν ήδη στη πόρτα και την άνοιγε. τότε η δώρα δεν έχασε τη ψυχραιμία της, μάζεψε τον φόβο που τη διέτρεχε, έσπρωξε το πλήθος για να μπορέσει να βγει και έτρεξε να προλάβει να εμποδίσει τον νεαρό και να κλείσει τη πόρτα. χωρίς να κοιτάει για το ποιος ή τι ήταν έξω από τη μισάνοιχτη πόρτα, η οποία άνοιγε και προς τα έξω, έπιασε το πόμολο πάνω από το χέρι του νεαρού και με δύναμη το τράβηξε για να την κλείσει. όμως ένα πόδι είδε να μπαίνει εμπόδιο στη προσπάθειά της και δεν ήταν του νεαρού που ακόμα βρισκόταν δίπλα της απαθέστατος. κυριευμένη από το φόβο άρχισε σιγά-σιγά να ανεβάζει το βλέμμα της για να δει ποιος ήταν. ο φόβος άρχισε να καταλαγιάζει στο αντίκρισμα ενός ανθρώπου και κατά παράξενο τρόπο ένιωσε τόσο οικεία. όμως ένα αίσθημα ανησυχίας μπερδεμένο με θλίψη άρχισε να φουντώνει μέσα της. είδε έναν έγχρωμο άντρα να τη κοιτάζει με ένα ανησυχητικό και κουρασμένο βλέμμα. φαινόταν τόσο λυπημένος και κουρασμένος που στην αρχή νόμισε ότι κάτι τραγικό μπορεί να του συνέβαινε. ίσως να είναι από την περιοχή ή να βρέθηκε εκεί και βλέποντας το προιγούμενο θέαμα να αναζήτησε φοβισμένος ασφάλεια σ’ αυτό το σπίτι. σκέφτηκε.
δεν φαινόταν μεγαλύτερος από 30 χρονών. είχε μακριά κυματιστά μαλλιά που έφταναν μέχρι τις ωμοπλάτες. το πρόσωπό του ιδρωμένο. τα μεγάλα μάτια του είχαν κοκκινίσει, μάλλον έκλαιγε πριν. η μύτη του καλοσχηματισμένη και τα χείλη του σαρκώδη. φαινόταν αρκετά ψηλός, έφτανε τη δώρα μέχρι το πιγούνι της κι ας ήταν ανεβασμένη στο ένα και μοναδικό, ψηλό σκαλοπάτι του σπιτιού. τα ρούχα του φάνταζαν μιαν άλλη εποχή. φορούσε ένα μακρύ μεσάτο σακάκι στο χρώμα του γκρι-μαύρου που από πίσω πρέπει να είχε ένα μεγάλο σκίσιμο. από μέσα φορούσε ένα λευκό πουκάμισο, το οποίο στη μπροστινή του μεριά είχε δαντέλα. από κάτω φορούσε ένα κλασικό, υφασμάτινο παντελόνι στο ίδιο χρώμα με το σακάκι και γυαλιστερά παπούτσια.
κοιταζόταν για αρκετή ώρα, έτσι όρθιοι στη πόρτα, χωρίς να κάνει κανείς τους καμιά κίνηση. ούτε η δώρα να τον καλέσει μέσα, αλλά ούτε κι αυτός φαινόταν πως ήθελε να μπει. ένα συναίσθημα γνώριμο ξεπήδησε από μέσα της. σαν κάποιο καρδιοχτύπι. ένας κόμπος στάθηκε στο λαιμό της. μήπως τον λυπόταν που είχε αυτό το βλέμμα; ο άγνωστος τη κοιτούσε ακόμα. δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάγουλά του. αμέσως δάκρυα θόλωσαν και τα μάτια της δώρας. δεν ήξερε τι της συνέβαινε. ήθελε να του μιλήσει, μα την εμπόδιζε ο κόμπος που ένιωθε στο λαιμό της.
«ποιος είσαι; τι θέλεις;» ίσα που άκουσε τον εαυτό της να του λέει.
τώρα το βλέμμα του εκτός από λυπημένο ήταν και φοβισμένο. σαν να ανησυχούσε, αλλά και σαν να ανυπομονούσε για κάτι.
«είμαι ο άντρας που ήσουν μαζί, πριν 250 χρόνια» ήχησε η φράση από το στόμα του και η δώρα συνοφρυώθηκε μη καταλαβαίνοντας το άκουσμά της, ενώ τώρα έκλαιγε με λυγμούς. τέτοια στενοχώρια δεν είχε νιώσει ποτέ της. κοίταξε τον νεαρό που ακόμα ήταν δίπλα της και κρατούσε χαμογελαστός τη πόρτα. δεν φάνηκε να παραξενεύεται. γύρισε προς το πλήθος, αλλά όλοι τους συνέχιζαν το πάρτι τους χαμογελαστοί κι αυτοί, σαν να μη συνέβαινε τίποτα. αναζήτησε τη φίλη της, μα κι αυτή φαινόταν απασχολημένη. γύρισε και κοίταξε πάλι τον άγνωστο άντρα που τώρα τη κοιτούσε κλαίγοντας. ξέσπασε σε πιο μεγάλους λυγμούς. δεν μπορούσε να σταματήσει το κλάμα της. όμως δεν ήξερε το λόγο κι αυτό την έκανε να τρελαίνεται. απλά έκλαιγε με δυνατούς λυγμούς και πονούσε τόσο από τη στενοχώρια της.
κοιταζόταν για αρκετή ώρα, έτσι όρθιοι στη πόρτα, χωρίς να κάνει κανείς τους καμιά κίνηση. ούτε η δώρα να τον καλέσει μέσα, αλλά ούτε κι αυτός φαινόταν πως ήθελε να μπει. ένα συναίσθημα γνώριμο ξεπήδησε από μέσα της. σαν κάποιο καρδιοχτύπι. ένας κόμπος στάθηκε στο λαιμό της. μήπως τον λυπόταν που είχε αυτό το βλέμμα; ο άγνωστος τη κοιτούσε ακόμα. δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάγουλά του. αμέσως δάκρυα θόλωσαν και τα μάτια της δώρας. δεν ήξερε τι της συνέβαινε. ήθελε να του μιλήσει, μα την εμπόδιζε ο κόμπος που ένιωθε στο λαιμό της.
«ποιος είσαι; τι θέλεις;» ίσα που άκουσε τον εαυτό της να του λέει.
τώρα το βλέμμα του εκτός από λυπημένο ήταν και φοβισμένο. σαν να ανησυχούσε, αλλά και σαν να ανυπομονούσε για κάτι.
«είμαι ο άντρας που ήσουν μαζί, πριν 250 χρόνια» ήχησε η φράση από το στόμα του και η δώρα συνοφρυώθηκε μη καταλαβαίνοντας το άκουσμά της, ενώ τώρα έκλαιγε με λυγμούς. τέτοια στενοχώρια δεν είχε νιώσει ποτέ της. κοίταξε τον νεαρό που ακόμα ήταν δίπλα της και κρατούσε χαμογελαστός τη πόρτα. δεν φάνηκε να παραξενεύεται. γύρισε προς το πλήθος, αλλά όλοι τους συνέχιζαν το πάρτι τους χαμογελαστοί κι αυτοί, σαν να μη συνέβαινε τίποτα. αναζήτησε τη φίλη της, μα κι αυτή φαινόταν απασχολημένη. γύρισε και κοίταξε πάλι τον άγνωστο άντρα που τώρα τη κοιτούσε κλαίγοντας. ξέσπασε σε πιο μεγάλους λυγμούς. δεν μπορούσε να σταματήσει το κλάμα της. όμως δεν ήξερε το λόγο κι αυτό την έκανε να τρελαίνεται. απλά έκλαιγε με δυνατούς λυγμούς και πονούσε τόσο από τη στενοχώρια της.
ξύπνησε μούσκεμα από το κλάμα. ανασηκώθηκε τρεμάμενη και πήρε μερικές βαθιές ανάσες στη προσπάθειά της να ηρεμίσει. ακόμα πονούσε μέσα της. το ρολόι στο κομοδίνο της έδειχνε δέκα. τράβηξε στην άκρη τα σκεπάσματά της και σηκώθηκε να φτιάξει καφέ. έβαλε το μπρίκι στο αναμμένο γκαζάκι και πήγε στο μπάνιο να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της. είδε το είδωλο της στον καθρέφτη και πρόσεξε ότι τα μάτια της ήταν κατακόκκινα, έκλαιγε όλο το βράδυ. γύρισε στη κουζίνα και κατέβασε το μπρίκι από τη φωτιά. έβαλε τον καφέ σε μια κούπα και κάθισε σε μια από τις καρέκλες του τραπεζιού για να τον πιει. κοίταξε έξω από το παράθυρο που ήταν απέναντί της και είδε ότι είχε ξημερώσει μια ηλιόλουστη μέρα. « επιτέλους» σκέφτηκε ανάβοντας ένα τσιγάρο. εδώ και δυο βδομάδες έβρεχε συνεχώς και παρακαλούσε για μια καλή μέρα. όχι ότι δεν της άρεσε η βροχή, αλλά δεν ήταν και για χόρταση.
ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της, στο μυαλό της ήρθαν αναμνήσεις από το όνειρο που άρχισαν να την ταράζουν. πολύ παράξενο αυτό το όνειρο. είχε τώρα σχεδόν τρεις μήνες που το έβλεπε. στην αρχή δεν το έβλεπε και τόσο συχνά, αλλά το τελευταίο καιρό στοίχειωνε τον ύπνο της. μα δεν ήταν μόνο το όνειρο και η θλίψη που ένιωθε γι’ αυτό, αλλά ήταν και το τόσο δυνατό κλάμα που έκανε, όχι μόνο στο όνειρο, αλλά και στη πραγματικότητα. και χωρίς να ξέρει το λόγο. σαν να το ζούσε πραγματικά, ήταν τόσο ζωντανό.
αποφάσισε να σταματήσει τις σκέψεις της. όσο και να βασάνιζε το μυαλό της δε θα έβρισκε καμιά απάντηση. έκανε ένα ντους, ετοιμάστηκε και βγήκε για να πληρώσει τους λογαριασμούς που είχαν μαζευτεί, μέχρι να έρθει η ώρα για να πάει στη δουλειά της. η ημέρα ήταν υπέροχη και η θερμοκρασία είχε ανεβεί σε σχέση με τις προιγούμενες μέρες. είχε τελειώσει, μα ήταν ακόμα νωρίς για τη δουλειά της. στεκόταν μπροστά από μια καφετέρια και αποφάσισε να καθίσει να πιει έναν καφέ και να απολαύσει την ηλιόλουστη μέρα. κόσμος πηγαινοερχόταν, ο καθένας στη δουλειά του. απέναντι μια εκκλησία υψωνόταν και άνθρωποι μπαινόβγαιναν για να ανάψουν ένα κεράκι και να κάνουν την προσευχή τους. ένας ηλικιωμένος άντρας καθόταν στα σκαλιά της, με σκυμμένο κεφάλι, χωρίς να δίνει σημασία γύρω του. χάζευε τους περαστικούς και σκεφτόταν τη δουλειά που την περίμενε. δεν είχε κοιμηθεί αρκετά και ένοιωθε κουρασμένη τις τελευταίες μέρες. ευτυχώς από αύριο και για αρκετές μέρες θα μπορούσε να ξεκουραστεί, μιας και η καφετέρια όπου δούλευε θα έκλεινε για ανακαίνιση.
ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της, στο μυαλό της ήρθαν αναμνήσεις από το όνειρο που άρχισαν να την ταράζουν. πολύ παράξενο αυτό το όνειρο. είχε τώρα σχεδόν τρεις μήνες που το έβλεπε. στην αρχή δεν το έβλεπε και τόσο συχνά, αλλά το τελευταίο καιρό στοίχειωνε τον ύπνο της. μα δεν ήταν μόνο το όνειρο και η θλίψη που ένιωθε γι’ αυτό, αλλά ήταν και το τόσο δυνατό κλάμα που έκανε, όχι μόνο στο όνειρο, αλλά και στη πραγματικότητα. και χωρίς να ξέρει το λόγο. σαν να το ζούσε πραγματικά, ήταν τόσο ζωντανό.
αποφάσισε να σταματήσει τις σκέψεις της. όσο και να βασάνιζε το μυαλό της δε θα έβρισκε καμιά απάντηση. έκανε ένα ντους, ετοιμάστηκε και βγήκε για να πληρώσει τους λογαριασμούς που είχαν μαζευτεί, μέχρι να έρθει η ώρα για να πάει στη δουλειά της. η ημέρα ήταν υπέροχη και η θερμοκρασία είχε ανεβεί σε σχέση με τις προιγούμενες μέρες. είχε τελειώσει, μα ήταν ακόμα νωρίς για τη δουλειά της. στεκόταν μπροστά από μια καφετέρια και αποφάσισε να καθίσει να πιει έναν καφέ και να απολαύσει την ηλιόλουστη μέρα. κόσμος πηγαινοερχόταν, ο καθένας στη δουλειά του. απέναντι μια εκκλησία υψωνόταν και άνθρωποι μπαινόβγαιναν για να ανάψουν ένα κεράκι και να κάνουν την προσευχή τους. ένας ηλικιωμένος άντρας καθόταν στα σκαλιά της, με σκυμμένο κεφάλι, χωρίς να δίνει σημασία γύρω του. χάζευε τους περαστικούς και σκεφτόταν τη δουλειά που την περίμενε. δεν είχε κοιμηθεί αρκετά και ένοιωθε κουρασμένη τις τελευταίες μέρες. ευτυχώς από αύριο και για αρκετές μέρες θα μπορούσε να ξεκουραστεί, μιας και η καφετέρια όπου δούλευε θα έκλεινε για ανακαίνιση.
«ποιο είναι το όνομά σας δεσποινίς; εμένα με λένε νικόλα».
η δώρα αναπήδησε. πότε την πλησίασε ο ηλικιωμένος άντρας χωρίς εκείνη να το αντιληφθεί;
«δεν είναι απαραίτητο να απαντήσεις. τα ονόματα δεν έχουν καμία σημασία, αυτό που έχει σημασία είναι αυτό που έχουμε εδώ». της είπε και έφερε το χέρι του στην καρδιά του.
η δώρα είχε βρει τη ψυχραιμία της. άλλος ένας ζητιάνος που της έπιασε κουβέντα για να της αποσπάσει μερικά χρήματα.
«σίγουρα θα λες από μέσα σου ότι είμαι ένας ζητιάνος. ίσως να με περνάς και για κανένα τρελό. ποιος ξέρει… μπορεί και να είμαι».
η δώρα άνοιξε τη τσάντα της που ήταν στη διπλανή καρέκλα και έβγαλε από μέσα μερικά ψηλά.
«όχι δεσποινίς, μην το κάνετε αυτό»
ο τόνος της φωνής του ήταν τόσο ήρεμος και ο ίδιος φαινόταν τόσο καλοσυνάτος που δεν της έκανε η καρδιά να τον βρίσει ή να του φερθεί απότομα για να την αφήσει στην ησυχία της.
«μα τι θέλετε από μένα;» αρκέστηκε να τον ρωτήσει.
«μη φοβάστε, δε θέλω το κακό σας».
την κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα χωρίς να μιλάει και συνέχισε.
«έχετε καλή καρδιά εσείς. είστε καλός άνθρωπος. πάντα ήσασταν. γι’ αυτό σας δίνεται η ευκαιρία. κατέχεται τη δύναμη. αμέσως το κατάλαβα μόλις σας είδα»
«μα ποια δύναμη, ποια ευκαιρία;» τον ρώτησε με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. «κοιτάξτε, αν θέλετε να μου πείτε το μέλλον ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων, σας ευχαριστώ για τον κόπο σας αλλά δεν το χρειάζομαι». του είπε σκεφτόμενη ότι ίσως ήταν κάποιος τσιγγάνος που διάβαζε τη μοίρα.
«φυσικά δεσποινίς μου, κανείς δε χρειάζεται να του πει το μέλλον του, γιατί ήδη το γνωρίζει. άλλωστε το παρελθόν είναι αυτό που καθορίζει το μέλλον. αρκεί να μπορεί να βλέπει. να βλέπει πέρα από όσα μπορεί να δει το μάτι του. και πιστέψτε με είναι λίγοι αυτοί που μπορούν. εσείς είστε ένας από αυτούς». σταμάτησε να μιλά κοιτάζοντάς την στα μάτια. ένα χαμόγελο σχημάτισε στα χείλη του.
«κύριε, δε ξέρω τι είναι αυτά που μου λέτε και δε τα καταλαβαίνω» του είπε αρχίζοντας να εκνευρίζεται με την κατάσταση και τον τόσο αινιγματικό γέρο. «κι ούτε θέλω να μου εξηγήσετε» συνέχισε βλέποντάς τον να ανοίγει το στόμα του να της μιλήσει ξανά. «σας παρακαλώ λοιπόν, πηγαίνετε στη δουλειά σας και αφήστε με στην ησυχία μου».
ο ηλικιωμένος όμως στεκόταν εκεί, όρθιος, έχοντας πίσω του τον ήλιο, χωρίς να κάνει καμία κίνηση για να φύγει.
«με συγχωρείτε δεσποινίς αν σας εκνεύρισα, αλλά το μόνο που θέλω είναι να σας βοηθήσω» της είπε στον ίδιο ήρεμο τόνο.
«να με βοηθήσετε που, κύριε;»
«στο να δείτε δεσποινίς»
«να δω τι;» του είπε τώρα νοιώθοντας φοβερά εκνευρισμένη.
«τη ζωή» της είπε με ένα φωτεινό χαμόγελο. «να δείτε τη ζωή, δεσποινίς»
η δώρα κατάλαβε πως αν δεν άκουγε αυτά που της έλεγε αυτός ο παράξενος γέρος δε θα έβρισκε την ησυχία της. γι’ αυτό προσπάθησε να ηρεμίσει και τελικά του είπε. «κύριε νικόλα, πείτε μου αυτά που θέλετε να μου πείτε, αλλά συντομεύετε σας παρακαλώ».
«σας ευχαριστώ δεσποινίς» της απάντησε πάλι χαμογελαστός.
«λοιπόν, τι να δω απ’ τη ζωή, κύριε, εξηγήστε μου» του είπε παροτρύνοντάς τον να συνεχίσει.
«το χτες, το σήμερα, το αύριο. αυτός που έχει τη δύναμη, μπορεί να δει αυτά που έχουν συμβεί και αυτά που θα συμβούν».
«προσπαθείτε να μου πείτε ότι μπορώ να δω το μέλλον;»
«το μέλλον και το παρελθόν».
«το παρελθόν; το παρελθόν το έχουμε ζήσει. τι να δω από αυτό;» τον ρώτησε διακρίνοντας την έμφαση στη τελευταία του λέξη.
«το παρελθόν πίσω από το παρελθόν. αυτό που χάνεται στα βάθη του χρόνου»
«το παρελθόν που χάνεται στα βάθη του χρόνου;» ρώτησε ξανά η δώρα, αρχίζοντας η συζήτηση να της κεντρίζει το ενδιαφέρον.
«ναι δεσποινίς μου, γι’ αυτό το παρελθόν σας μιλάω. η ψυχή σας μπορεί να γίνει γέφυρα και να σας βοηθήσει να δείτε»
μια θλίψη και μια παράξενη ανυπομονησία που ένιωσε της ήταν γνώριμα. κοίταξε τον ηλικιωμένο άντρα. πρόσεξε τα ρούχα του. μία μάλλινη μπλούζα και ένα υφασμάτινο παντελόνι. ήταν παλιά, πολυφορεμένα και λιγάκι σκονισμένα, μα δεν βρήκε κάτι παράξενο πάνω τους.
«και πως μπορώ να δω;» τον ρώτησε στο τέλος.
«αυτό δε μπορώ να σας το πω εγώ». περίμενε μερικά δευτερόλεπτα και πήρε μια βαθιά ανάσα πριν ξεκινήσει να της μιλάει ξανά. «έχετε την καλή σας τη καρδιά και το κατάλληλο νου. έχετε την δύναμή σας. ο καθένας έχει τον δικό του τρόπο για να βλέπει και να κατανοεί τη ζωή. όλα είναι μέσα σας, τα γνωρίζετε, τα ζείτε. εσείς ξέρετε λοιπόν».
η δώρα περίμενε την τελική του απάντηση σ’ αυτό που τον ρώτησε, μα κατάλαβε πως δεν θα συνέχιζε. αυτό όμως την εκνεύρισε και πάλι.
«μα ξέρετε να μου πείτε τόσα πολλά και μου τα αναλύετε εδώ και τόση ώρα και δε μπορείτε να μου πείτε τον τρόπο που θα δω;»
βλέποντας την απογοήτευση στο πρόσωπό της, ο ηλικιωμένος άντρας χαμογέλασε ξανά λέγοντάς της: «όχι δεσποινίς, εγώ δεν μπορώ να σας το πω αυτό. εσείς ξέρετε. το μόνο που πρέπει είναι να δείτε. να δείτε και να αποδεχτείτε. σας ευχαριστώ δεσποινίς που με ακούσατε. καλή σας ημέρα». της είπε και έκανε να φύγει μπρος στα έκπληκτα μάτια της δώρας που την άφηνε με την απορία της αναπάντητη. έκανε λίγα βήματα και γύρισε σαν να ξέχασε να της πει κάτι τελευταίο. «πάντως να θυμάστε δεσποινίς. ότι κι αν δείτε, ότι κι αν σκεφτείτε ή ότι κι αν νιώσετε, να θυμάστε πως το όνειρο είναι η αλήθεια του ενός. η πραγματικότητα, είναι η ψευδαίσθηση των πολλών».
ένα νεύμα χαιρετισμού ήταν το τελευταίο που είδε από τον ηλικιωμένο, πριν χαθεί στο πλήθος των περαστικών μπροστά της. κοίταξε το ρολόι της. έπρεπε να φύγει για τη δουλειά της. πλήρωσε τον καφέ της και κίνησε για τη καφετέρια με το κεφάλι της γεμάτο από σκέψεις. προσπάθησε να είναι όσο μπορούσε συγκεντρωμένη στη δουλειά της μέχρι να τελειώσει.
η δώρα αναπήδησε. πότε την πλησίασε ο ηλικιωμένος άντρας χωρίς εκείνη να το αντιληφθεί;
«δεν είναι απαραίτητο να απαντήσεις. τα ονόματα δεν έχουν καμία σημασία, αυτό που έχει σημασία είναι αυτό που έχουμε εδώ». της είπε και έφερε το χέρι του στην καρδιά του.
η δώρα είχε βρει τη ψυχραιμία της. άλλος ένας ζητιάνος που της έπιασε κουβέντα για να της αποσπάσει μερικά χρήματα.
«σίγουρα θα λες από μέσα σου ότι είμαι ένας ζητιάνος. ίσως να με περνάς και για κανένα τρελό. ποιος ξέρει… μπορεί και να είμαι».
η δώρα άνοιξε τη τσάντα της που ήταν στη διπλανή καρέκλα και έβγαλε από μέσα μερικά ψηλά.
«όχι δεσποινίς, μην το κάνετε αυτό»
ο τόνος της φωνής του ήταν τόσο ήρεμος και ο ίδιος φαινόταν τόσο καλοσυνάτος που δεν της έκανε η καρδιά να τον βρίσει ή να του φερθεί απότομα για να την αφήσει στην ησυχία της.
«μα τι θέλετε από μένα;» αρκέστηκε να τον ρωτήσει.
«μη φοβάστε, δε θέλω το κακό σας».
την κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα χωρίς να μιλάει και συνέχισε.
«έχετε καλή καρδιά εσείς. είστε καλός άνθρωπος. πάντα ήσασταν. γι’ αυτό σας δίνεται η ευκαιρία. κατέχεται τη δύναμη. αμέσως το κατάλαβα μόλις σας είδα»
«μα ποια δύναμη, ποια ευκαιρία;» τον ρώτησε με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. «κοιτάξτε, αν θέλετε να μου πείτε το μέλλον ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων, σας ευχαριστώ για τον κόπο σας αλλά δεν το χρειάζομαι». του είπε σκεφτόμενη ότι ίσως ήταν κάποιος τσιγγάνος που διάβαζε τη μοίρα.
«φυσικά δεσποινίς μου, κανείς δε χρειάζεται να του πει το μέλλον του, γιατί ήδη το γνωρίζει. άλλωστε το παρελθόν είναι αυτό που καθορίζει το μέλλον. αρκεί να μπορεί να βλέπει. να βλέπει πέρα από όσα μπορεί να δει το μάτι του. και πιστέψτε με είναι λίγοι αυτοί που μπορούν. εσείς είστε ένας από αυτούς». σταμάτησε να μιλά κοιτάζοντάς την στα μάτια. ένα χαμόγελο σχημάτισε στα χείλη του.
«κύριε, δε ξέρω τι είναι αυτά που μου λέτε και δε τα καταλαβαίνω» του είπε αρχίζοντας να εκνευρίζεται με την κατάσταση και τον τόσο αινιγματικό γέρο. «κι ούτε θέλω να μου εξηγήσετε» συνέχισε βλέποντάς τον να ανοίγει το στόμα του να της μιλήσει ξανά. «σας παρακαλώ λοιπόν, πηγαίνετε στη δουλειά σας και αφήστε με στην ησυχία μου».
ο ηλικιωμένος όμως στεκόταν εκεί, όρθιος, έχοντας πίσω του τον ήλιο, χωρίς να κάνει καμία κίνηση για να φύγει.
«με συγχωρείτε δεσποινίς αν σας εκνεύρισα, αλλά το μόνο που θέλω είναι να σας βοηθήσω» της είπε στον ίδιο ήρεμο τόνο.
«να με βοηθήσετε που, κύριε;»
«στο να δείτε δεσποινίς»
«να δω τι;» του είπε τώρα νοιώθοντας φοβερά εκνευρισμένη.
«τη ζωή» της είπε με ένα φωτεινό χαμόγελο. «να δείτε τη ζωή, δεσποινίς»
η δώρα κατάλαβε πως αν δεν άκουγε αυτά που της έλεγε αυτός ο παράξενος γέρος δε θα έβρισκε την ησυχία της. γι’ αυτό προσπάθησε να ηρεμίσει και τελικά του είπε. «κύριε νικόλα, πείτε μου αυτά που θέλετε να μου πείτε, αλλά συντομεύετε σας παρακαλώ».
«σας ευχαριστώ δεσποινίς» της απάντησε πάλι χαμογελαστός.
«λοιπόν, τι να δω απ’ τη ζωή, κύριε, εξηγήστε μου» του είπε παροτρύνοντάς τον να συνεχίσει.
«το χτες, το σήμερα, το αύριο. αυτός που έχει τη δύναμη, μπορεί να δει αυτά που έχουν συμβεί και αυτά που θα συμβούν».
«προσπαθείτε να μου πείτε ότι μπορώ να δω το μέλλον;»
«το μέλλον και το παρελθόν».
«το παρελθόν; το παρελθόν το έχουμε ζήσει. τι να δω από αυτό;» τον ρώτησε διακρίνοντας την έμφαση στη τελευταία του λέξη.
«το παρελθόν πίσω από το παρελθόν. αυτό που χάνεται στα βάθη του χρόνου»
«το παρελθόν που χάνεται στα βάθη του χρόνου;» ρώτησε ξανά η δώρα, αρχίζοντας η συζήτηση να της κεντρίζει το ενδιαφέρον.
«ναι δεσποινίς μου, γι’ αυτό το παρελθόν σας μιλάω. η ψυχή σας μπορεί να γίνει γέφυρα και να σας βοηθήσει να δείτε»
μια θλίψη και μια παράξενη ανυπομονησία που ένιωσε της ήταν γνώριμα. κοίταξε τον ηλικιωμένο άντρα. πρόσεξε τα ρούχα του. μία μάλλινη μπλούζα και ένα υφασμάτινο παντελόνι. ήταν παλιά, πολυφορεμένα και λιγάκι σκονισμένα, μα δεν βρήκε κάτι παράξενο πάνω τους.
«και πως μπορώ να δω;» τον ρώτησε στο τέλος.
«αυτό δε μπορώ να σας το πω εγώ». περίμενε μερικά δευτερόλεπτα και πήρε μια βαθιά ανάσα πριν ξεκινήσει να της μιλάει ξανά. «έχετε την καλή σας τη καρδιά και το κατάλληλο νου. έχετε την δύναμή σας. ο καθένας έχει τον δικό του τρόπο για να βλέπει και να κατανοεί τη ζωή. όλα είναι μέσα σας, τα γνωρίζετε, τα ζείτε. εσείς ξέρετε λοιπόν».
η δώρα περίμενε την τελική του απάντηση σ’ αυτό που τον ρώτησε, μα κατάλαβε πως δεν θα συνέχιζε. αυτό όμως την εκνεύρισε και πάλι.
«μα ξέρετε να μου πείτε τόσα πολλά και μου τα αναλύετε εδώ και τόση ώρα και δε μπορείτε να μου πείτε τον τρόπο που θα δω;»
βλέποντας την απογοήτευση στο πρόσωπό της, ο ηλικιωμένος άντρας χαμογέλασε ξανά λέγοντάς της: «όχι δεσποινίς, εγώ δεν μπορώ να σας το πω αυτό. εσείς ξέρετε. το μόνο που πρέπει είναι να δείτε. να δείτε και να αποδεχτείτε. σας ευχαριστώ δεσποινίς που με ακούσατε. καλή σας ημέρα». της είπε και έκανε να φύγει μπρος στα έκπληκτα μάτια της δώρας που την άφηνε με την απορία της αναπάντητη. έκανε λίγα βήματα και γύρισε σαν να ξέχασε να της πει κάτι τελευταίο. «πάντως να θυμάστε δεσποινίς. ότι κι αν δείτε, ότι κι αν σκεφτείτε ή ότι κι αν νιώσετε, να θυμάστε πως το όνειρο είναι η αλήθεια του ενός. η πραγματικότητα, είναι η ψευδαίσθηση των πολλών».
ένα νεύμα χαιρετισμού ήταν το τελευταίο που είδε από τον ηλικιωμένο, πριν χαθεί στο πλήθος των περαστικών μπροστά της. κοίταξε το ρολόι της. έπρεπε να φύγει για τη δουλειά της. πλήρωσε τον καφέ της και κίνησε για τη καφετέρια με το κεφάλι της γεμάτο από σκέψεις. προσπάθησε να είναι όσο μπορούσε συγκεντρωμένη στη δουλειά της μέχρι να τελειώσει.
έφτασε σπίτι της κοντά στα μεσάνυχτα και μετά από ένα χαλαρωτικό ντους ξάπλωσε για να ξεκουραστεί. το κεφάλι της γέμισε και πάλι από σκέψεις. ο ηλικιωμένος, τα λόγια του, όλα μπερδεμένα μέσα στο μυαλό της. σκέφτηκε πάλι το όνειρό της και αναρωτήθηκε τη σχέση μπορεί να έχει με τα λόγια του γέρου. γιατί μόνο με το όνειρό της μπορούσε να τα συσχετίσει, δεν έβρισκε κάποια άλλη αιτία που θα μπορούσε να της συμβαίνουν τέτοια παράξενα πράγματα. ακριβώς όπως το είπε. η αιτία ήταν το όνειρό της, που την είχε επηρεάσει τόσο πολύ που όποιος κι αν της μιλούσε νόμιζε πως περιστρεφόταν γύρω από αυτό. κι αυτός που συνάντησε ήταν απλά κάποιος που ποιος ξέρει τι είχε πάθει ο καημένος και του είχε σαλέψει. και όλα αυτά ήταν μια τεράστια σύμπτωση που καλά θα έκανε να συνέλθει και να ξεκουραστεί αυτές τις μέρες που δε θα δούλευε αντί να σπάει το κεφάλι της με τέτοιες τρελές σκέψεις. το χαμόγελο στα χείλη της από το τόσο ικανοποιητικό συμπέρασμα που είχε βγάλει, την έκανε να χαλαρώσει και να αφήσει το σώμα της και το μυαλό της ελεύθερα να ταξιδέψουν σε απαλά σύννεφα ύπνου.
το πρωί ξύπνησε και ένιωθε τόσο ξεκούραστη. επιτέλους μετά από τόσες βασανιστικές νύχτες που είχε περάσει, ένιωσε πως ευχαριστήθηκε τον ύπνο της. έναν ύπνο δίχως όνειρα και προπάντων δίχως αυτό το τόσο θλιβερό όνειρο που το τελευταίο καιρό κόντευε να την τρελάνει. σηκώθηκε από το κρεβάτι της και πήγε να κάνει ένα ντους. άνοιξε τα παράθυρα και ο ήλιος ξεχύθηκε μέσα στο σπίτι. ετοίμασε τον καφέ της και κάθισε να τον απολαύσει. μα όλα τα ωραία σ’ αυτή τη ζωή δεν διαρκούν πολύ. συνειδητοποίησε πως σήμερα ένιωθε υπερβολικά όμορφα σαν να πλησίαζε η ώρα για κάτι. για κάτι που ήθελε εδώ και πολύ καιρό, χωρίς να ξέρει τι ήταν αυτό. ένιωθε σαν να της είχε φύγει κάποιο βάρος από πάνω της, αλλά δεν ήταν από το συμπέρασμα που είχε βγάλει χτες πριν κοιμηθεί. αυτό άρχισε να την φοβίζει, για άλλη μια φορά το όνειρο ήρθε να γεμίσει το μυαλό της και τα λόγια του ηλικιωμένου να ηχήσουν στα αφτιά της.
οι σκέψεις της διακόπηκαν απότομα στο κουδούνισμα του τηλεφώνου της που την έκανε να αναπηδήσει και να φέρει το χέρι στο στήθος της, στη προσπάθειά της να ηρεμίσει. έβγαλε έναν αναστεναγμό απελπισίας και σηκώθηκε για να απαντήσει.
«παρακαλώ»
«γεια σου δώρα, τι κάνεις;» άκουσε τη φίλη της από την άλλη άκρη του τηλεφώνου.
«γεια σου μαρία, καλά είμαι, εσύ;»
«μια χαρά. άκουσε δώρα μου, κανονίσαμε με τα παιδιά να πάμε στο χωριό του γιώργου και να μείνουμε μερικές μέρες. θα είμαστε τα ξαδέρφια του γιώργου, ο γιώργος κι εγώ. θέλεις να έρθεις;»
αχ αυτή η μαρία. σκέφτηκε η δώρα. πάντα επέλεγε τη κατάλληλη στιγμή για να εμφανιστεί. σίγουρα ήθελε να πάει μαζί τους. ένα ταξιδάκι θα της έκανε καλό. φυσικά και ήθελε να πάει, απ’ το να κάθεται εδώ και να σκέφτεται όλα αυτά τα παράξενα πράγματα που της συνέβαιναν το τελευταίο καιρό. άλλωστε είχε και τόσο καιρό να δει τους φίλους της. δέχτηκε τη πρόταση της φίλης της και μετά από λίγα λεπτά συνομιλίας που είχαν κατέβασε το ακουστικό.
το άλλο πρωί έτοιμη η δώρα περίμενε την παρέα να έρθει να τη πάρει. θα πήγαιναν με το αυτοκίνητο του γιώργου. δεν γνώριζε τα ξαδέρφια του και ανυπομονούσε να τα γνωρίσει. αγαπούσε πάρα πολύ τον γιώργο, γιατί εκτός ότι ήταν και το αγόρι της φίλης της, ήταν και πολύ καλό παιδί. σοβαρός, ευγενικός με πολύ χιούμορ το οποίο λάτρευε η δώρα. τα παιδιά έφτασαν στην ώρα τους και ξεκίνησαν όλοι μαζί για τον προορισμό τους.
το πρωί ξύπνησε και ένιωθε τόσο ξεκούραστη. επιτέλους μετά από τόσες βασανιστικές νύχτες που είχε περάσει, ένιωσε πως ευχαριστήθηκε τον ύπνο της. έναν ύπνο δίχως όνειρα και προπάντων δίχως αυτό το τόσο θλιβερό όνειρο που το τελευταίο καιρό κόντευε να την τρελάνει. σηκώθηκε από το κρεβάτι της και πήγε να κάνει ένα ντους. άνοιξε τα παράθυρα και ο ήλιος ξεχύθηκε μέσα στο σπίτι. ετοίμασε τον καφέ της και κάθισε να τον απολαύσει. μα όλα τα ωραία σ’ αυτή τη ζωή δεν διαρκούν πολύ. συνειδητοποίησε πως σήμερα ένιωθε υπερβολικά όμορφα σαν να πλησίαζε η ώρα για κάτι. για κάτι που ήθελε εδώ και πολύ καιρό, χωρίς να ξέρει τι ήταν αυτό. ένιωθε σαν να της είχε φύγει κάποιο βάρος από πάνω της, αλλά δεν ήταν από το συμπέρασμα που είχε βγάλει χτες πριν κοιμηθεί. αυτό άρχισε να την φοβίζει, για άλλη μια φορά το όνειρο ήρθε να γεμίσει το μυαλό της και τα λόγια του ηλικιωμένου να ηχήσουν στα αφτιά της.
οι σκέψεις της διακόπηκαν απότομα στο κουδούνισμα του τηλεφώνου της που την έκανε να αναπηδήσει και να φέρει το χέρι στο στήθος της, στη προσπάθειά της να ηρεμίσει. έβγαλε έναν αναστεναγμό απελπισίας και σηκώθηκε για να απαντήσει.
«παρακαλώ»
«γεια σου δώρα, τι κάνεις;» άκουσε τη φίλη της από την άλλη άκρη του τηλεφώνου.
«γεια σου μαρία, καλά είμαι, εσύ;»
«μια χαρά. άκουσε δώρα μου, κανονίσαμε με τα παιδιά να πάμε στο χωριό του γιώργου και να μείνουμε μερικές μέρες. θα είμαστε τα ξαδέρφια του γιώργου, ο γιώργος κι εγώ. θέλεις να έρθεις;»
αχ αυτή η μαρία. σκέφτηκε η δώρα. πάντα επέλεγε τη κατάλληλη στιγμή για να εμφανιστεί. σίγουρα ήθελε να πάει μαζί τους. ένα ταξιδάκι θα της έκανε καλό. φυσικά και ήθελε να πάει, απ’ το να κάθεται εδώ και να σκέφτεται όλα αυτά τα παράξενα πράγματα που της συνέβαιναν το τελευταίο καιρό. άλλωστε είχε και τόσο καιρό να δει τους φίλους της. δέχτηκε τη πρόταση της φίλης της και μετά από λίγα λεπτά συνομιλίας που είχαν κατέβασε το ακουστικό.
το άλλο πρωί έτοιμη η δώρα περίμενε την παρέα να έρθει να τη πάρει. θα πήγαιναν με το αυτοκίνητο του γιώργου. δεν γνώριζε τα ξαδέρφια του και ανυπομονούσε να τα γνωρίσει. αγαπούσε πάρα πολύ τον γιώργο, γιατί εκτός ότι ήταν και το αγόρι της φίλης της, ήταν και πολύ καλό παιδί. σοβαρός, ευγενικός με πολύ χιούμορ το οποίο λάτρευε η δώρα. τα παιδιά έφτασαν στην ώρα τους και ξεκίνησαν όλοι μαζί για τον προορισμό τους.
ο άκης και η σοφία ήταν εξαίσιοι χαρακτήρες και δέθηκαν από τη πρώτη στιγμή. διέθεταν το ίδιο χιούμορ με του γιώργου και όλοι μαζί έκαναν το ταξίδι τους ευχάριστο. ήθελαν μια ώρα ακόμα για να φτάσουν στον προορισμό τους. όλοι συνέχιζαν να γελάνε λέγοντας αστεία μεταξύ τους και σχολίαζαν τα λόγια του εκφωνητή που άκουγαν από το ραδιόφωνο. όλοι, εκτός από τη δώρα. δε γελούσε πια. κοιτούσε έξω από το παράθυρο τα δέντρα και τις υπέροχες περιοχές που προσπερνούσαν και δεν έβγαζε μιλιά. το βάρος που άρχισε να νιώθει στο στήθος της την εμπόδιζε να χαρεί αυτές τις ευχάριστες στιγμές που μέχρι πριν από λίγο πίστευε πως θα περάσει στο ταξίδι της. η γνώριμη μορφή του άντρα, του ονείρου της ήρθε για να σκιάσει το μυαλό της. θλίψη, σκέψεις και παράξενα συναισθήματα ήρθαν για να φουντώσουν μέσα της. κι όσο πλησίαζαν στο χωριό, τόσο πιο έντονα γινόταν. μια ανυπομονησία για κάτι, έκανε τους χτύπους της καρδιάς της πιο δυνατούς. για κάτι που θα έβλεπε; για κάτι που θα συναντούσε; για κάτι που πλησίαζε; δεν ήξερε τι, αλλά κάπου βαθιά μέσα της, ήξερε πως αυτό το κάτι θα την έκανε χαρούμενη, θα την λύτρωνε από όλα αυτά τα θλιβερά και παράξενα συναισθήματα που ένιωθε μέχρι τώρα.
«μετά από αυτή τη στροφή, φαίνεται το χωριό» ανήγγειλε ο γιώργος.
«άντε, επιτέλους γιατί έχω πιαστεί τόσες ώρες εδώ μέσα» είπε κάπως ανυπόμονα η μαρία. «δωρούλα μου, δεν ακούγεσαι εδώ και ώρα, είσαι καλά;» ρώτησε γυρνώντας πίσω να κοιτάξει τη δώρα.
«εντάξει είμαι, απλά κουράστηκα λιγάκι». της είπε η δώρα και προσπάθησε να της χαρίσει ένα χαμόγελο.
«μετά από αυτή τη στροφή, φαίνεται το χωριό» ανήγγειλε ο γιώργος.
«άντε, επιτέλους γιατί έχω πιαστεί τόσες ώρες εδώ μέσα» είπε κάπως ανυπόμονα η μαρία. «δωρούλα μου, δεν ακούγεσαι εδώ και ώρα, είσαι καλά;» ρώτησε γυρνώντας πίσω να κοιτάξει τη δώρα.
«εντάξει είμαι, απλά κουράστηκα λιγάκι». της είπε η δώρα και προσπάθησε να της χαρίσει ένα χαμόγελο.
το αυτοκίνητο έστριψε στη στροφή που προανέφερε ο γιώργος και τα σπίτια του χωριού εμφανίστηκαν από μακριά.
«γιατί δε σταματάμε για λίγο εδώ να ξεκουραστούμε και να βγάλουμε μερικές φωτογραφίες» πρότεινε ο άκης κοιτάζοντας με την άκρη του ματιού του τη δώρα που έδειχνε χάλια. ο γιώργος άραξε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου και όλοι βγήκαν. η μαρία και η σοφία άρχισαν να βγάζουν φωτογραφίες ενθουσιασμένες για την όμορφη θέα που απλωνόταν μπροστά τους. πανύψηλα βουνά, πράσινες εκτάσεις γεμάτες με αγριολούλουδα, διάφορα δέντρα που στην πλειοψηφία τους ήταν έλατα. η δώρα κοιτούσε γύρω της κι αυτή μαγεμένη με το τοπίο. πρώτη φορά ερχόταν στο χωριό του γιώργου, όμως κατά παράξενο τρόπο, ένιωθε πολύ οικεία με το περιβάλλον. ασυναίσθητα έβγαλε το καθρεφτάκι από την τσάντα της και κοίταξε το είδωλο της. έστρωσε τα ανακατεμένα της μαλλιά και έβαλε στα χείλη της λίγο κραγιόν. ένα παγωμένο αεράκι χάιδεψε το πρόσωπό της και έκλεισε τα μάτια της απολαμβάνοντάς το. ένα χλιμίντρισμα αλόγου την έκανε να τα ξανανοίξει. μπροστά της σταμάτησε μια άμαχα. παραξενεμένη γύρισε να κοιτάξει τον γιώργο περιμένοντας μια εξήγηση γι’ αυτό που έβλεπε. της είχε μιλήσει πολλές φορές για το χωριό του. για το πώς γέμιζε από κόσμο το καλοκαίρι, για διάφορες παραδόσεις που είχαν, μα ποτέ δεν της είχε αναφέρει τίποτα για άμαξες. ο γιώργος όμως δεν ήταν εκεί πια. ούτε οι υπόλοιποι, ούτε το αυτοκίνητο. μα καλά την άφησαν εκεί και έφυγαν; δεν της άρεσε καθόλου αυτό το αστείο που της έκαναν αυτή τη στιγμή.
«γιατί δε σταματάμε για λίγο εδώ να ξεκουραστούμε και να βγάλουμε μερικές φωτογραφίες» πρότεινε ο άκης κοιτάζοντας με την άκρη του ματιού του τη δώρα που έδειχνε χάλια. ο γιώργος άραξε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου και όλοι βγήκαν. η μαρία και η σοφία άρχισαν να βγάζουν φωτογραφίες ενθουσιασμένες για την όμορφη θέα που απλωνόταν μπροστά τους. πανύψηλα βουνά, πράσινες εκτάσεις γεμάτες με αγριολούλουδα, διάφορα δέντρα που στην πλειοψηφία τους ήταν έλατα. η δώρα κοιτούσε γύρω της κι αυτή μαγεμένη με το τοπίο. πρώτη φορά ερχόταν στο χωριό του γιώργου, όμως κατά παράξενο τρόπο, ένιωθε πολύ οικεία με το περιβάλλον. ασυναίσθητα έβγαλε το καθρεφτάκι από την τσάντα της και κοίταξε το είδωλο της. έστρωσε τα ανακατεμένα της μαλλιά και έβαλε στα χείλη της λίγο κραγιόν. ένα παγωμένο αεράκι χάιδεψε το πρόσωπό της και έκλεισε τα μάτια της απολαμβάνοντάς το. ένα χλιμίντρισμα αλόγου την έκανε να τα ξανανοίξει. μπροστά της σταμάτησε μια άμαχα. παραξενεμένη γύρισε να κοιτάξει τον γιώργο περιμένοντας μια εξήγηση γι’ αυτό που έβλεπε. της είχε μιλήσει πολλές φορές για το χωριό του. για το πώς γέμιζε από κόσμο το καλοκαίρι, για διάφορες παραδόσεις που είχαν, μα ποτέ δεν της είχε αναφέρει τίποτα για άμαξες. ο γιώργος όμως δεν ήταν εκεί πια. ούτε οι υπόλοιποι, ούτε το αυτοκίνητο. μα καλά την άφησαν εκεί και έφυγαν; δεν της άρεσε καθόλου αυτό το αστείο που της έκαναν αυτή τη στιγμή.
«έλα, μπες στο αμάξι να φύγουμε» άκουσε μια φωνή να της λέει. γύρισε προς την άμαξα και είδε έναν άντρα γύρω στα πενήντα να την κοιτάζει επιβλητικά. στα μάτια του ήταν ζωγραφισμένη η κακία. το πρόσωπό του ήταν γοητευτικό και λίγες ρυτίδες ήταν σχηματισμένες στο μέτωπο του. φορούσε ένα μαύρο, μακρύ μεσάτο σακάκι κι ένα λευκό πουκάμισο από μέσα. «μπες στο αμάξι να φύγουμε, τώρα». της είπε με πιο έντονο ύφος. η αγριότητα που τον κατείχε, φαινόταν σε κάθε του κίνηση. δεν τον ήξερε, όμως ένιωθε μίσος γι’ αυτόν. μίσος και αποστροφή. έπρεπε να φύγει από εκεί. δεν ήθελε να πάει μαζί του. έπρεπε να βρει κάποιον τρόπο να του ξεφύγει. έδειχνε πως δεν του είχε μείνει άλλη υπομονή και άρχισε να την πλησιάζει με νευρικό και γρήγορο βήμα. ένα κύμα φόβου τύλιξε το σώμα της. την έπιασε από τα μπράτσα της και άρχισε να την ταρακουνάει. έκλεισε τα μάτια της ξανά, περιμένοντας αυτή τη φορά να τη χτυπήσει.