Deepest_Emotion
36Μηνύματα
2006-05-15 13:05Πρώτο μήνυμα
2008-03-18 00:27Τελευταία δραστηριότητα
Συμμετοχή σε θέματα
Πρόσφατα μηνύματα
Έμεινε έτσι, ξαπλωμένη, με κλειστά τα μάτια της, για αρκετή ώρα. Ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Προσπαθούσε να ηρεμήσει την ανάσα της. Οι χτύποι της καρδιάς της σιγά – σιγά έπαιρναν τους κανονικούς τους ρυθμούς. Το μόνο που άκουγε ήταν ο ήχος των δεικτών κάποιου ρολογιού. Άνοιξε αργά τα μάτια της. Το πρώτο πράγμα που αντίκρισε ήταν το μεγάλο ρολόι που κρεμόταν στον απέναντι τοίχο. Κοίταξε το υπόλοιπο δωμάτιο που βρισκόταν και πήρε μια καθησυχαστική, βαθιά ανάσα. Βρισκόταν στο σπίτι της, στο χωριό. Στο δικό της δωμάτιο. Όλα ήταν ένα όνειρο. Ένα πολύ κακό όνειρο. Ένας εφιάλτης. Μα ήταν τόσο ζωντανό, σκέφτηκε. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε στην κουζίνα να φτιάξει έναν καφέ. Άνοιξε τα παράθυρα του σπιτιού και ο ήλιος ξεχύθηκε μέσα στο σπίτι. Ήταν μια θαυμάσια μέρα. Πρέπει να ήταν πολύ κουρασμένη το προηγούμενο βράδυ και δεν κατάλαβε πότε τη πήρε ο ύπνος. Κατέβασε το μπρίκι από τη φωτιά και έριξε το περιεχόμενο του σε μια κούπα. Ένιωσε την ανάγκη να αναπνεύσει καθαρό αέρα, έτσι πήρε τον καφέ της και βγήκε στην αυλή για να τον απολαύσει. Ένας δυνατός πόνος έφερε συσπάσεις στο πρόσωπό της. Κοίταξε το χέρι της και είδε κηλίδες αίματος σχεδόν σε ολόκληρο το μανίκι της. Δεν είναι δυνατόν, μονολόγησε έντρομη. Σήκωσε σιγά – σιγά το μανίκι της για να δει. Η κούπα έπεσε από τα χέρια της και έγινε θρύψαλα στο έδαφος αντικρίζοντας την μεγάλη και απαίσια πληγή που είχε στο μπράτσο της. Έμεινε εκεί, να την κοιτάζει άναυδη, δίχως να καταλαβαίνει. Ένα παγωμένο αεράκι χάιδεψε το πρόσωπό της. Ένα γνώριμο ρίγος διαπέρασε το σώμα της.
Ξανακοίταξε το δάσος. Δεν ήξερε που τελείωνε και δεν μπορούσε να διακινδυνεύσει να περιφέρεται όλη τη νύχτα εκεί. Δεν ήξερε τι να κάνει. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή. Δεν μπορούσε να ηρεμίσει ακόμα. Άκουσε τη πόρτα να κλείνει δυνατά και βήματα να τρέχουν προς την κατεύθυνση της. Χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε να τρέχει μέσα στο δάσος. Τα δέντρα σαν πανύψηλες σκιές, εμπόδιζαν το φως του φεγγαριού να φτάσει και να φωτίσει τον δρόμο της. Δεν ήξερε που πήγαινε. Τα βήματα συνέχιζαν να την ακολουθούν. Όσο και να έτρεχε, ένιωθε πως δε μπορούσε να ξεφύγει από αυτό που την κυνηγούσε. Ο λαιμός της ξεράθηκε από τις γρήγορες ανάσες που έπαιρνε. Η καρδιά της κόντευε να σπάσει. Ένα κλαδί της έσκισε το μπράτσο και μια κραυγή βγήκε από τα χείλη της νιώθοντας έντονα το πόνο. Ζεστό αίμα άρχισε να κυλά. Τώρα τα βήματα ήταν σχεδόν πίσω της. Πολύ κοντά της. Η αγωνία της ήταν στο κατακόρυφο. Έκλαιγε με λυγμούς. Τα δέντρα άρχισαν να αραιώνουν και ένα ξέφωτο ελπίδας φαινόταν μπροστά της. Στη προσπάθειά της να το φτάσει, σωρός από χόρτα τυλίχτηκαν σαν σκοινιά στο πόδι της. Βρέθηκε πεσμένη στο έδαφος. Αυτό ήταν. Δεν θα γλίτωνε. Άκουσε τα βήματα να σταματούν λίγα εκατοστά πίσω της. Γύρισε προς τη μεριά τους και τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα στη μορφή ενός άντρα. Μέσα στο σκοτάδι μπορούσε να ξεχωρίσει τα άχρωμα μάτια του που την κοίταζαν ανέκφραστα. Ο άντρας άρχισε να την πλησιάζει. Η Σμίλη προσπάθησε να σηκωθεί και πάλι μα ήταν αδύνατον. Τα χόρτα της είχαν φυλακίσει για τα καλά το πόδι της. Κάτι γυάλιζε στα χέρια του. Σιγά – σιγά άρχισε να τα σηκώνει. Το αντικείμενο φωτίστηκε από το φως του φεγγαριού. Κρατούσε ένα τσεκούρι. Τα μάτια του σκοτείνιασαν. Το τσεκούρι την πλησίαζε με δύναμη και οι κραυγές της Σμίλης τάραξαν την νεκρική σιγή που επικρατούσε στο δάσος.
Ένας μεγάλος καθρέφτης υπήρχε στο τοίχο, απέναντι από το κρεβάτι. Κοίταξε τα ρούχα πάνω της που ήταν τσαλακωμένα και προσπάθησε να τα στρώσει. Ένα παγωμένο αεράκι χάιδεψε το πρόσωπό της και μια ανάσα σαν ήχος στο αφτί της ήταν αρκετά για να την κάνει να τρέμει. Χωρίς άλλη σκέψη βγήκε από το δωμάτιο όπου βρισκόταν και κατευθύνθηκε προς την κύρια είσοδο του σπιτιού. Ακούμπησε πάνω στη πόρτα προσπαθώντας να καθησυχάσει τους χτύπους της καρδιάς της που ήταν έτοιμη να σπάσει. Κοίταξε γύρο της, μα δεν είδε τίποτα που να την απειλεί. Ίσως ήταν η ιδέα της. Ναι, σίγουρα ήταν η ιδέα της. Πήρε μια βαθιά ανάσα και πήγε να καθίσει στη πολυθρόνα. Άφησε τη λάμπα στο τραπεζάκι και ακούμπησε τη πλάτη της πίσω. Δεν μπορούσε να φύγει από αυτό το σπίτι. Ήταν το μόνο καταφύγιο που θα μπορούσε να της δώσει ασφάλεια σ’ αυτή την έρημη περιοχή, τουλάχιστον μέχρι να ξημερώσει. Σηκώθηκε να κλείσει τη πόρτα που οδηγούσε στα εσωτερικά δωμάτια και ξανακάθισε στη πολυθρόνα. Έτσι ένιωθε λιγότερο φόβο. Ένιωθε κουρασμένη. Ακούμπησε το κεφάλι της στη πλάτη της πολυθρόνας και έκλεισε για λίγο τα μάτια της. Της χρειαζόταν ύπνος, μα φοβόταν να κοιμηθεί εκεί μέσα.
Η αίσθηση πως δεν ήταν μόνη πια, την έκανε να ανοίξει τα μάτια της. Μα πάλι δεν είδε κανέναν. Ένιωθε όμως έντονα την παρουσία κάποιου. Ένα αεράκι χάιδεψε το σώμα της και την έκανε να ανατριχιάσει. Κοίταζε γύρο της μα δεν έβλεπε τίποτα. Ξαφνικά οι λάμπες άρχισαν να σβήνουν μία – μία. Ανάσαινε πιο γρήγορα τώρα. Η τελευταία λάμπα που έσβησε ήταν αυτή που είχε τοποθετήσει στο τραπεζάκι και το σκοτάδι απλώθηκε σε όλο το σπίτι. Άκουσε τη πόρτα του διαδρόμου να ανοίγει και οι χτύποι της καρδιάς της έγιναν πιο δυνατοί. « Ποιος είναι;» Μπόρεσε να βγάλει από τα χείλη της. Δεν πήρε καμία απάντηση. Μόνο βήματα άκουγε να την πλησιάζουν. Δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα μάτια της. Σηκώθηκε από την πολυθρόνα και άρχισε να κατευθύνεται προς τη πόρτα ψηλαφιστά. Ήθελε να φύγει το συντομότερο από εκεί μέσα. Επιτέλους έφτασε στη πόρτα. Με γρήγορες κινήσεις την άνοιξε και πετάχτηκε κυριολεκτικά έξω. Έτρεξε προς το δάσος, μα σταμάτησε λίγα μέτρα πριν. Μα που πήγαινε; Γύρισε πίσω της και όπως το περίμενε δεν υπήρχε κανείς. Αυτό που δεν περίμενε, ήταν να δει το φως από τις λάμπες να τρεμοπαίζει και πάλι στα παράθυρα του σπιτιού. Όπως τη πρώτη φορά. Πριν μπει στο σπίτι. Αλλά όχι. Δε μπορούσε να ξανάπαει στο σπίτι. Δεν τολμούσε πάλι να βρεθεί εκεί μέσα.
Η αίσθηση πως δεν ήταν μόνη πια, την έκανε να ανοίξει τα μάτια της. Μα πάλι δεν είδε κανέναν. Ένιωθε όμως έντονα την παρουσία κάποιου. Ένα αεράκι χάιδεψε το σώμα της και την έκανε να ανατριχιάσει. Κοίταζε γύρο της μα δεν έβλεπε τίποτα. Ξαφνικά οι λάμπες άρχισαν να σβήνουν μία – μία. Ανάσαινε πιο γρήγορα τώρα. Η τελευταία λάμπα που έσβησε ήταν αυτή που είχε τοποθετήσει στο τραπεζάκι και το σκοτάδι απλώθηκε σε όλο το σπίτι. Άκουσε τη πόρτα του διαδρόμου να ανοίγει και οι χτύποι της καρδιάς της έγιναν πιο δυνατοί. « Ποιος είναι;» Μπόρεσε να βγάλει από τα χείλη της. Δεν πήρε καμία απάντηση. Μόνο βήματα άκουγε να την πλησιάζουν. Δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα μάτια της. Σηκώθηκε από την πολυθρόνα και άρχισε να κατευθύνεται προς τη πόρτα ψηλαφιστά. Ήθελε να φύγει το συντομότερο από εκεί μέσα. Επιτέλους έφτασε στη πόρτα. Με γρήγορες κινήσεις την άνοιξε και πετάχτηκε κυριολεκτικά έξω. Έτρεξε προς το δάσος, μα σταμάτησε λίγα μέτρα πριν. Μα που πήγαινε; Γύρισε πίσω της και όπως το περίμενε δεν υπήρχε κανείς. Αυτό που δεν περίμενε, ήταν να δει το φως από τις λάμπες να τρεμοπαίζει και πάλι στα παράθυρα του σπιτιού. Όπως τη πρώτη φορά. Πριν μπει στο σπίτι. Αλλά όχι. Δε μπορούσε να ξανάπαει στο σπίτι. Δεν τολμούσε πάλι να βρεθεί εκεί μέσα.
Στάθηκε και κοίταξε στο εσωτερικό του σπιτιού.
«Είναι κανείς εδώ;» Φώναξε συνεχίζοντας να κοιτάει παντού. Αριστερά της είδε ένα ξύλινο τραπέζι με μια λάμπα πετρελαίου πάνω του. Δυο καρέκλες, ξύλινες κι αυτές, ήταν τοποθετημένες δεξιά κι αριστερά του τραπεζιού. Πιο πίσω ένας πάγκος όπου πάνω του υπήρχαν πολλά, σκορπισμένα πράγματα και λίγα σκεύη μαγειρικής. Μερικά ντουλάπια μισοφαγωμένα από κάτω συμπλήρωναν την εικόνα. Φαίνεται θα ήταν η κουζίνα του σπιτιού.
«Είναι κανείς εδώ;» Φώναξε για δεύτερη φορά, μα καμιά απάντηση δεν πήρε ξανά. Στα δεξιά της το σαλονάκι του σπιτιού, το οποίο αποτελούνταν από έναν παλιό καναπέ, όπου το κάλυμμα του ήταν μισό σκισμένο, ένα ξύλινο τραπεζάκι μπροστά του, δυο παλιές πολυθρόνες, στην ίδια κατάσταση με του καναπέ και σε μια γωνιά μια σόμπα. Μια λάμπα πετρελαίου υπήρχε πάνω στο τραπεζάκι. Απέναντί της μια πόρτα, η οποία προφανώς οδηγούσε στα υπόλοιπα δωμάτια. Δεξιά κι αριστερά της πόρτας άλλες δυο λάμπες πετρελαίου κρεμασμένες.
Έκλεισε τη πόρτα πίσω της και πλησίασε την άλλη. Κόλλησε το αφτί της πάνω της μήπως ακούσει κάτι από μέσα, μα μάταια. Άνοιξε τη πόρτα και άρχισε να την σπρώχνει σιγά – σιγά. Πρόσεξε πως πίσω από αυτή τη πόρτα δεν υπήρχε φως κι έτσι ξεκρέμασε μια από τις λάμπες που κρεμόταν δίπλα της. Φέρνοντάς την μπροστά, το φως ξεχύθηκε στο σκοτάδι κι έτσι μπόρεσε να διακρίνει έναν μικρό διάδρομο που οδηγούσε σε δυο πόρτες. Προχώρησε μερικά βήματα και κατάλαβε πως στους τοίχους κρεμόταν άλλες δυο λάμπες. Γύρισε στη κουζίνα και σταμάτησε στον πάγκο μήπως βρει κάτι για να τις ανάψει. Για καλή της τύχη, βρήκε ένα κουτί σπίρτα και μερικά κεριά. Άναψε ένα κερί και επέστρεψε για να ανάψει τις λάμπες.
«Πολύ καλύτερα τώρα». Είπε με τον εαυτό της καθώς ο χώρος φωτίστηκε. Προχώρησε λίγα βήματα και άνοιξε τη μια πόρτα. Με τη λάμπα που ακόμα κρατούσε φώτισε το δωμάτιο που ήταν τώρα μπροστά της. Ήταν το μπάνιο. Στη μία άκρη υπήρχε μια λεκάνη και απέναντι αντί για νιπτήρα υπήρχε ένας κουβάς. Από πάνω μια σκουριασμένη παλιά βρύση και ένα κομμάτι από σπασμένο καθρέφτη. Κοίταξε το είδωλο της στο καθρέφτη και πρόσεξε πως τα σημάδια κούρασης από το ταξίδι ήταν ζωγραφισμένα στο πρόσωπό της. Τα μακριά, ξανθά μαλλιά της ήταν ανακατεμένα και τα μάτια της φαινόταν κουρασμένα.
Βγήκε από το μπάνιο και κατευθύνθηκε στην άλλη πόρτα. Την άνοιξε σιγά – σιγά και μπήκε. Εκεί ήταν το υπνοδωμάτιο του σπιτιού. Ένα παλιό, σιδερένιο κρεβάτι ήταν στη μέση του δωματίου, που το μόνο που υπήρχε πάνω του ήταν το βρώμικο και μισό σκισμένο στρώμα του. Δίπλα του υπήρχε μια ξύλινη καρέκλα και πάνω της υπήρχαν μερικά ξεθωριασμένα ρούχα βαλμένα με τάξη. Παρατηρώντας τα προσεκτικά, κατάλαβε πως ήταν αντρικά.
«Είναι κανείς εδώ;» Φώναξε συνεχίζοντας να κοιτάει παντού. Αριστερά της είδε ένα ξύλινο τραπέζι με μια λάμπα πετρελαίου πάνω του. Δυο καρέκλες, ξύλινες κι αυτές, ήταν τοποθετημένες δεξιά κι αριστερά του τραπεζιού. Πιο πίσω ένας πάγκος όπου πάνω του υπήρχαν πολλά, σκορπισμένα πράγματα και λίγα σκεύη μαγειρικής. Μερικά ντουλάπια μισοφαγωμένα από κάτω συμπλήρωναν την εικόνα. Φαίνεται θα ήταν η κουζίνα του σπιτιού.
«Είναι κανείς εδώ;» Φώναξε για δεύτερη φορά, μα καμιά απάντηση δεν πήρε ξανά. Στα δεξιά της το σαλονάκι του σπιτιού, το οποίο αποτελούνταν από έναν παλιό καναπέ, όπου το κάλυμμα του ήταν μισό σκισμένο, ένα ξύλινο τραπεζάκι μπροστά του, δυο παλιές πολυθρόνες, στην ίδια κατάσταση με του καναπέ και σε μια γωνιά μια σόμπα. Μια λάμπα πετρελαίου υπήρχε πάνω στο τραπεζάκι. Απέναντί της μια πόρτα, η οποία προφανώς οδηγούσε στα υπόλοιπα δωμάτια. Δεξιά κι αριστερά της πόρτας άλλες δυο λάμπες πετρελαίου κρεμασμένες.
Έκλεισε τη πόρτα πίσω της και πλησίασε την άλλη. Κόλλησε το αφτί της πάνω της μήπως ακούσει κάτι από μέσα, μα μάταια. Άνοιξε τη πόρτα και άρχισε να την σπρώχνει σιγά – σιγά. Πρόσεξε πως πίσω από αυτή τη πόρτα δεν υπήρχε φως κι έτσι ξεκρέμασε μια από τις λάμπες που κρεμόταν δίπλα της. Φέρνοντάς την μπροστά, το φως ξεχύθηκε στο σκοτάδι κι έτσι μπόρεσε να διακρίνει έναν μικρό διάδρομο που οδηγούσε σε δυο πόρτες. Προχώρησε μερικά βήματα και κατάλαβε πως στους τοίχους κρεμόταν άλλες δυο λάμπες. Γύρισε στη κουζίνα και σταμάτησε στον πάγκο μήπως βρει κάτι για να τις ανάψει. Για καλή της τύχη, βρήκε ένα κουτί σπίρτα και μερικά κεριά. Άναψε ένα κερί και επέστρεψε για να ανάψει τις λάμπες.
«Πολύ καλύτερα τώρα». Είπε με τον εαυτό της καθώς ο χώρος φωτίστηκε. Προχώρησε λίγα βήματα και άνοιξε τη μια πόρτα. Με τη λάμπα που ακόμα κρατούσε φώτισε το δωμάτιο που ήταν τώρα μπροστά της. Ήταν το μπάνιο. Στη μία άκρη υπήρχε μια λεκάνη και απέναντι αντί για νιπτήρα υπήρχε ένας κουβάς. Από πάνω μια σκουριασμένη παλιά βρύση και ένα κομμάτι από σπασμένο καθρέφτη. Κοίταξε το είδωλο της στο καθρέφτη και πρόσεξε πως τα σημάδια κούρασης από το ταξίδι ήταν ζωγραφισμένα στο πρόσωπό της. Τα μακριά, ξανθά μαλλιά της ήταν ανακατεμένα και τα μάτια της φαινόταν κουρασμένα.
Βγήκε από το μπάνιο και κατευθύνθηκε στην άλλη πόρτα. Την άνοιξε σιγά – σιγά και μπήκε. Εκεί ήταν το υπνοδωμάτιο του σπιτιού. Ένα παλιό, σιδερένιο κρεβάτι ήταν στη μέση του δωματίου, που το μόνο που υπήρχε πάνω του ήταν το βρώμικο και μισό σκισμένο στρώμα του. Δίπλα του υπήρχε μια ξύλινη καρέκλα και πάνω της υπήρχαν μερικά ξεθωριασμένα ρούχα βαλμένα με τάξη. Παρατηρώντας τα προσεκτικά, κατάλαβε πως ήταν αντρικά.
Το λιγοστό φως που υπήρχε δεν την διευκόλυνε να καταλάβει που βρισκόταν. Κοιτούσε γύρω της μα τίποτα δε της ήταν γνώριμο. Ούτε το μονοπάτι μπροστά της που οδηγούσε ανάμεσα σε πλήθος δέντρων, αλλά ούτε το παλιό σπίτι που υπήρχε πίσω της. Μα πως βρέθηκε εκεί; Αναρωτήθηκε η Σμίλη. Το μόνο που θυμόταν ήταν η κούραση που ένιωθε όταν έφτασε στο χωριό του πατέρα της. Ήθελε πολύ να κάνει αυτό το ταξίδι εδώ και καιρό, για να ηρεμήσει και να αλλάξει λίγο το περιβάλλον της πόλης όπου ζούσε.
Κοίταξε το πυκνό και σκοτεινό δάσος που απλωνόταν μπροστά της και ένιωσε ένα ρίγος να τη διαπερνά. Παντού υπήρχε ησυχία. Κάπου – κάπου άκουγε το φύλλωμα των δέντρων που κουνιόνταν από το αδύναμο αεράκι που φυσούσε κάθε τόσο.
Κοίταξε το παλιό σπίτι πίσω της. Με το λιγοστό φως που ερχόταν από το φεγγάρι, μπόρεσε να δει πως το σπίτι ήταν φτιαγμένο από ξύλο. Ένα αδύναμο φως τρεμόπαιζε από τα ανοιχτά παντζούρια του. Μα ποιος θα μπορούσε να μένει σ’ αυτή την ερημιά; Αναρωτήθηκε. Ίσως ο δασοφύλακας. Όποιος και να μένει πάντως, σίγουρα θα μπορεί να με βοηθήσει, μονολόγησε.
Ξεκίνησε με διστακτικά βήματα προς το σπίτι. Ανέβηκε τα δυο μοναδικά σκαλοπάτια του και στάθηκε μπροστά στη πόρτα. Ίσως να είναι επικίνδυνο, σκέφτηκε. Μα δεν είχε άλλη επιλογή. Πήρε μια βαθιά ανάσα και χτύπησε τη πόρτα. Περίμενε για λίγο και ξαναχτύπησε, μα καμία απάντηση δε πήρε. Ίσως να κοιμάται όποιος μένει εδώ και να μην ακούει, σκέφτηκε μιας και δε γνώριζε τι ώρα ήταν. Ξαναχτύπησε πιο δυνατά αυτή τη φορά και με πιο πολύ διάρκεια. Η πόρτα μισάνοιξε τρίζοντας και το γνώριμο ρίγος τη διαπέρασε ξανά. Έμεινε μερικά λεπτά ακίνητη κι αφού δεν είδε καμία άλλη κίνηση αποφάσισε να σπρώξει τη πόρτα και να μπει.
Κοίταξε το πυκνό και σκοτεινό δάσος που απλωνόταν μπροστά της και ένιωσε ένα ρίγος να τη διαπερνά. Παντού υπήρχε ησυχία. Κάπου – κάπου άκουγε το φύλλωμα των δέντρων που κουνιόνταν από το αδύναμο αεράκι που φυσούσε κάθε τόσο.
Κοίταξε το παλιό σπίτι πίσω της. Με το λιγοστό φως που ερχόταν από το φεγγάρι, μπόρεσε να δει πως το σπίτι ήταν φτιαγμένο από ξύλο. Ένα αδύναμο φως τρεμόπαιζε από τα ανοιχτά παντζούρια του. Μα ποιος θα μπορούσε να μένει σ’ αυτή την ερημιά; Αναρωτήθηκε. Ίσως ο δασοφύλακας. Όποιος και να μένει πάντως, σίγουρα θα μπορεί να με βοηθήσει, μονολόγησε.
Ξεκίνησε με διστακτικά βήματα προς το σπίτι. Ανέβηκε τα δυο μοναδικά σκαλοπάτια του και στάθηκε μπροστά στη πόρτα. Ίσως να είναι επικίνδυνο, σκέφτηκε. Μα δεν είχε άλλη επιλογή. Πήρε μια βαθιά ανάσα και χτύπησε τη πόρτα. Περίμενε για λίγο και ξαναχτύπησε, μα καμία απάντηση δε πήρε. Ίσως να κοιμάται όποιος μένει εδώ και να μην ακούει, σκέφτηκε μιας και δε γνώριζε τι ώρα ήταν. Ξαναχτύπησε πιο δυνατά αυτή τη φορά και με πιο πολύ διάρκεια. Η πόρτα μισάνοιξε τρίζοντας και το γνώριμο ρίγος τη διαπέρασε ξανά. Έμεινε μερικά λεπτά ακίνητη κι αφού δεν είδε καμία άλλη κίνηση αποφάσισε να σπρώξει τη πόρτα και να μπει.
«έλα, μπες στο αμάξι να φύγουμε» άκουσε μια φωνή να της λέει. γύρισε προς την άμαξα και είδε έναν άντρα γύρω στα πενήντα να την κοιτάζει επιβλητικά. στα μάτια του ήταν ζωγραφισμένη η κακία. το πρόσωπό του ήταν γοητευτικό και λίγες ρυτίδες ήταν σχηματισμένες στο μέτωπο του. φορούσε ένα μαύρο, μακρύ μεσάτο σακάκι κι ένα λευκό πουκάμισο από μέσα. «μπες στο αμάξι να φύγουμε, τώρα». της είπε με πιο έντονο ύφος. η αγριότητα που τον κατείχε, φαινόταν σε κάθε του κίνηση. δεν τον ήξερε, όμως ένιωθε μίσος γι’ αυτόν. μίσος και αποστροφή. έπρεπε να φύγει από εκεί. δεν ήθελε να πάει μαζί του. έπρεπε να βρει κάποιον τρόπο να του ξεφύγει. έδειχνε πως δεν του είχε μείνει άλλη υπομονή και άρχισε να την πλησιάζει με νευρικό και γρήγορο βήμα. ένα κύμα φόβου τύλιξε το σώμα της. την έπιασε από τα μπράτσα της και άρχισε να την ταρακουνάει. έκλεισε τα μάτια της ξανά, περιμένοντας αυτή τη φορά να τη χτυπήσει.
το αυτοκίνητο έστριψε στη στροφή που προανέφερε ο γιώργος και τα σπίτια του χωριού εμφανίστηκαν από μακριά.
«γιατί δε σταματάμε για λίγο εδώ να ξεκουραστούμε και να βγάλουμε μερικές φωτογραφίες» πρότεινε ο άκης κοιτάζοντας με την άκρη του ματιού του τη δώρα που έδειχνε χάλια. ο γιώργος άραξε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου και όλοι βγήκαν. η μαρία και η σοφία άρχισαν να βγάζουν φωτογραφίες ενθουσιασμένες για την όμορφη θέα που απλωνόταν μπροστά τους. πανύψηλα βουνά, πράσινες εκτάσεις γεμάτες με αγριολούλουδα, διάφορα δέντρα που στην πλειοψηφία τους ήταν έλατα. η δώρα κοιτούσε γύρω της κι αυτή μαγεμένη με το τοπίο. πρώτη φορά ερχόταν στο χωριό του γιώργου, όμως κατά παράξενο τρόπο, ένιωθε πολύ οικεία με το περιβάλλον. ασυναίσθητα έβγαλε το καθρεφτάκι από την τσάντα της και κοίταξε το είδωλο της. έστρωσε τα ανακατεμένα της μαλλιά και έβαλε στα χείλη της λίγο κραγιόν. ένα παγωμένο αεράκι χάιδεψε το πρόσωπό της και έκλεισε τα μάτια της απολαμβάνοντάς το. ένα χλιμίντρισμα αλόγου την έκανε να τα ξανανοίξει. μπροστά της σταμάτησε μια άμαχα. παραξενεμένη γύρισε να κοιτάξει τον γιώργο περιμένοντας μια εξήγηση γι’ αυτό που έβλεπε. της είχε μιλήσει πολλές φορές για το χωριό του. για το πώς γέμιζε από κόσμο το καλοκαίρι, για διάφορες παραδόσεις που είχαν, μα ποτέ δεν της είχε αναφέρει τίποτα για άμαξες. ο γιώργος όμως δεν ήταν εκεί πια. ούτε οι υπόλοιποι, ούτε το αυτοκίνητο. μα καλά την άφησαν εκεί και έφυγαν; δεν της άρεσε καθόλου αυτό το αστείο που της έκαναν αυτή τη στιγμή.
«γιατί δε σταματάμε για λίγο εδώ να ξεκουραστούμε και να βγάλουμε μερικές φωτογραφίες» πρότεινε ο άκης κοιτάζοντας με την άκρη του ματιού του τη δώρα που έδειχνε χάλια. ο γιώργος άραξε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου και όλοι βγήκαν. η μαρία και η σοφία άρχισαν να βγάζουν φωτογραφίες ενθουσιασμένες για την όμορφη θέα που απλωνόταν μπροστά τους. πανύψηλα βουνά, πράσινες εκτάσεις γεμάτες με αγριολούλουδα, διάφορα δέντρα που στην πλειοψηφία τους ήταν έλατα. η δώρα κοιτούσε γύρω της κι αυτή μαγεμένη με το τοπίο. πρώτη φορά ερχόταν στο χωριό του γιώργου, όμως κατά παράξενο τρόπο, ένιωθε πολύ οικεία με το περιβάλλον. ασυναίσθητα έβγαλε το καθρεφτάκι από την τσάντα της και κοίταξε το είδωλο της. έστρωσε τα ανακατεμένα της μαλλιά και έβαλε στα χείλη της λίγο κραγιόν. ένα παγωμένο αεράκι χάιδεψε το πρόσωπό της και έκλεισε τα μάτια της απολαμβάνοντάς το. ένα χλιμίντρισμα αλόγου την έκανε να τα ξανανοίξει. μπροστά της σταμάτησε μια άμαχα. παραξενεμένη γύρισε να κοιτάξει τον γιώργο περιμένοντας μια εξήγηση γι’ αυτό που έβλεπε. της είχε μιλήσει πολλές φορές για το χωριό του. για το πώς γέμιζε από κόσμο το καλοκαίρι, για διάφορες παραδόσεις που είχαν, μα ποτέ δεν της είχε αναφέρει τίποτα για άμαξες. ο γιώργος όμως δεν ήταν εκεί πια. ούτε οι υπόλοιποι, ούτε το αυτοκίνητο. μα καλά την άφησαν εκεί και έφυγαν; δεν της άρεσε καθόλου αυτό το αστείο που της έκαναν αυτή τη στιγμή.
ο άκης και η σοφία ήταν εξαίσιοι χαρακτήρες και δέθηκαν από τη πρώτη στιγμή. διέθεταν το ίδιο χιούμορ με του γιώργου και όλοι μαζί έκαναν το ταξίδι τους ευχάριστο. ήθελαν μια ώρα ακόμα για να φτάσουν στον προορισμό τους. όλοι συνέχιζαν να γελάνε λέγοντας αστεία μεταξύ τους και σχολίαζαν τα λόγια του εκφωνητή που άκουγαν από το ραδιόφωνο. όλοι, εκτός από τη δώρα. δε γελούσε πια. κοιτούσε έξω από το παράθυρο τα δέντρα και τις υπέροχες περιοχές που προσπερνούσαν και δεν έβγαζε μιλιά. το βάρος που άρχισε να νιώθει στο στήθος της την εμπόδιζε να χαρεί αυτές τις ευχάριστες στιγμές που μέχρι πριν από λίγο πίστευε πως θα περάσει στο ταξίδι της. η γνώριμη μορφή του άντρα, του ονείρου της ήρθε για να σκιάσει το μυαλό της. θλίψη, σκέψεις και παράξενα συναισθήματα ήρθαν για να φουντώσουν μέσα της. κι όσο πλησίαζαν στο χωριό, τόσο πιο έντονα γινόταν. μια ανυπομονησία για κάτι, έκανε τους χτύπους της καρδιάς της πιο δυνατούς. για κάτι που θα έβλεπε; για κάτι που θα συναντούσε; για κάτι που πλησίαζε; δεν ήξερε τι, αλλά κάπου βαθιά μέσα της, ήξερε πως αυτό το κάτι θα την έκανε χαρούμενη, θα την λύτρωνε από όλα αυτά τα θλιβερά και παράξενα συναισθήματα που ένιωθε μέχρι τώρα.
«μετά από αυτή τη στροφή, φαίνεται το χωριό» ανήγγειλε ο γιώργος.
«άντε, επιτέλους γιατί έχω πιαστεί τόσες ώρες εδώ μέσα» είπε κάπως ανυπόμονα η μαρία. «δωρούλα μου, δεν ακούγεσαι εδώ και ώρα, είσαι καλά;» ρώτησε γυρνώντας πίσω να κοιτάξει τη δώρα.
«εντάξει είμαι, απλά κουράστηκα λιγάκι». της είπε η δώρα και προσπάθησε να της χαρίσει ένα χαμόγελο.
«μετά από αυτή τη στροφή, φαίνεται το χωριό» ανήγγειλε ο γιώργος.
«άντε, επιτέλους γιατί έχω πιαστεί τόσες ώρες εδώ μέσα» είπε κάπως ανυπόμονα η μαρία. «δωρούλα μου, δεν ακούγεσαι εδώ και ώρα, είσαι καλά;» ρώτησε γυρνώντας πίσω να κοιτάξει τη δώρα.
«εντάξει είμαι, απλά κουράστηκα λιγάκι». της είπε η δώρα και προσπάθησε να της χαρίσει ένα χαμόγελο.
έφτασε σπίτι της κοντά στα μεσάνυχτα και μετά από ένα χαλαρωτικό ντους ξάπλωσε για να ξεκουραστεί. το κεφάλι της γέμισε και πάλι από σκέψεις. ο ηλικιωμένος, τα λόγια του, όλα μπερδεμένα μέσα στο μυαλό της. σκέφτηκε πάλι το όνειρό της και αναρωτήθηκε τη σχέση μπορεί να έχει με τα λόγια του γέρου. γιατί μόνο με το όνειρό της μπορούσε να τα συσχετίσει, δεν έβρισκε κάποια άλλη αιτία που θα μπορούσε να της συμβαίνουν τέτοια παράξενα πράγματα. ακριβώς όπως το είπε. η αιτία ήταν το όνειρό της, που την είχε επηρεάσει τόσο πολύ που όποιος κι αν της μιλούσε νόμιζε πως περιστρεφόταν γύρω από αυτό. κι αυτός που συνάντησε ήταν απλά κάποιος που ποιος ξέρει τι είχε πάθει ο καημένος και του είχε σαλέψει. και όλα αυτά ήταν μια τεράστια σύμπτωση που καλά θα έκανε να συνέλθει και να ξεκουραστεί αυτές τις μέρες που δε θα δούλευε αντί να σπάει το κεφάλι της με τέτοιες τρελές σκέψεις. το χαμόγελο στα χείλη της από το τόσο ικανοποιητικό συμπέρασμα που είχε βγάλει, την έκανε να χαλαρώσει και να αφήσει το σώμα της και το μυαλό της ελεύθερα να ταξιδέψουν σε απαλά σύννεφα ύπνου.
το πρωί ξύπνησε και ένιωθε τόσο ξεκούραστη. επιτέλους μετά από τόσες βασανιστικές νύχτες που είχε περάσει, ένιωσε πως ευχαριστήθηκε τον ύπνο της. έναν ύπνο δίχως όνειρα και προπάντων δίχως αυτό το τόσο θλιβερό όνειρο που το τελευταίο καιρό κόντευε να την τρελάνει. σηκώθηκε από το κρεβάτι της και πήγε να κάνει ένα ντους. άνοιξε τα παράθυρα και ο ήλιος ξεχύθηκε μέσα στο σπίτι. ετοίμασε τον καφέ της και κάθισε να τον απολαύσει. μα όλα τα ωραία σ’ αυτή τη ζωή δεν διαρκούν πολύ. συνειδητοποίησε πως σήμερα ένιωθε υπερβολικά όμορφα σαν να πλησίαζε η ώρα για κάτι. για κάτι που ήθελε εδώ και πολύ καιρό, χωρίς να ξέρει τι ήταν αυτό. ένιωθε σαν να της είχε φύγει κάποιο βάρος από πάνω της, αλλά δεν ήταν από το συμπέρασμα που είχε βγάλει χτες πριν κοιμηθεί. αυτό άρχισε να την φοβίζει, για άλλη μια φορά το όνειρο ήρθε να γεμίσει το μυαλό της και τα λόγια του ηλικιωμένου να ηχήσουν στα αφτιά της.
οι σκέψεις της διακόπηκαν απότομα στο κουδούνισμα του τηλεφώνου της που την έκανε να αναπηδήσει και να φέρει το χέρι στο στήθος της, στη προσπάθειά της να ηρεμίσει. έβγαλε έναν αναστεναγμό απελπισίας και σηκώθηκε για να απαντήσει.
«παρακαλώ»
«γεια σου δώρα, τι κάνεις;» άκουσε τη φίλη της από την άλλη άκρη του τηλεφώνου.
«γεια σου μαρία, καλά είμαι, εσύ;»
«μια χαρά. άκουσε δώρα μου, κανονίσαμε με τα παιδιά να πάμε στο χωριό του γιώργου και να μείνουμε μερικές μέρες. θα είμαστε τα ξαδέρφια του γιώργου, ο γιώργος κι εγώ. θέλεις να έρθεις;»
αχ αυτή η μαρία. σκέφτηκε η δώρα. πάντα επέλεγε τη κατάλληλη στιγμή για να εμφανιστεί. σίγουρα ήθελε να πάει μαζί τους. ένα ταξιδάκι θα της έκανε καλό. φυσικά και ήθελε να πάει, απ’ το να κάθεται εδώ και να σκέφτεται όλα αυτά τα παράξενα πράγματα που της συνέβαιναν το τελευταίο καιρό. άλλωστε είχε και τόσο καιρό να δει τους φίλους της. δέχτηκε τη πρόταση της φίλης της και μετά από λίγα λεπτά συνομιλίας που είχαν κατέβασε το ακουστικό.
το άλλο πρωί έτοιμη η δώρα περίμενε την παρέα να έρθει να τη πάρει. θα πήγαιναν με το αυτοκίνητο του γιώργου. δεν γνώριζε τα ξαδέρφια του και ανυπομονούσε να τα γνωρίσει. αγαπούσε πάρα πολύ τον γιώργο, γιατί εκτός ότι ήταν και το αγόρι της φίλης της, ήταν και πολύ καλό παιδί. σοβαρός, ευγενικός με πολύ χιούμορ το οποίο λάτρευε η δώρα. τα παιδιά έφτασαν στην ώρα τους και ξεκίνησαν όλοι μαζί για τον προορισμό τους.
το πρωί ξύπνησε και ένιωθε τόσο ξεκούραστη. επιτέλους μετά από τόσες βασανιστικές νύχτες που είχε περάσει, ένιωσε πως ευχαριστήθηκε τον ύπνο της. έναν ύπνο δίχως όνειρα και προπάντων δίχως αυτό το τόσο θλιβερό όνειρο που το τελευταίο καιρό κόντευε να την τρελάνει. σηκώθηκε από το κρεβάτι της και πήγε να κάνει ένα ντους. άνοιξε τα παράθυρα και ο ήλιος ξεχύθηκε μέσα στο σπίτι. ετοίμασε τον καφέ της και κάθισε να τον απολαύσει. μα όλα τα ωραία σ’ αυτή τη ζωή δεν διαρκούν πολύ. συνειδητοποίησε πως σήμερα ένιωθε υπερβολικά όμορφα σαν να πλησίαζε η ώρα για κάτι. για κάτι που ήθελε εδώ και πολύ καιρό, χωρίς να ξέρει τι ήταν αυτό. ένιωθε σαν να της είχε φύγει κάποιο βάρος από πάνω της, αλλά δεν ήταν από το συμπέρασμα που είχε βγάλει χτες πριν κοιμηθεί. αυτό άρχισε να την φοβίζει, για άλλη μια φορά το όνειρο ήρθε να γεμίσει το μυαλό της και τα λόγια του ηλικιωμένου να ηχήσουν στα αφτιά της.
οι σκέψεις της διακόπηκαν απότομα στο κουδούνισμα του τηλεφώνου της που την έκανε να αναπηδήσει και να φέρει το χέρι στο στήθος της, στη προσπάθειά της να ηρεμίσει. έβγαλε έναν αναστεναγμό απελπισίας και σηκώθηκε για να απαντήσει.
«παρακαλώ»
«γεια σου δώρα, τι κάνεις;» άκουσε τη φίλη της από την άλλη άκρη του τηλεφώνου.
«γεια σου μαρία, καλά είμαι, εσύ;»
«μια χαρά. άκουσε δώρα μου, κανονίσαμε με τα παιδιά να πάμε στο χωριό του γιώργου και να μείνουμε μερικές μέρες. θα είμαστε τα ξαδέρφια του γιώργου, ο γιώργος κι εγώ. θέλεις να έρθεις;»
αχ αυτή η μαρία. σκέφτηκε η δώρα. πάντα επέλεγε τη κατάλληλη στιγμή για να εμφανιστεί. σίγουρα ήθελε να πάει μαζί τους. ένα ταξιδάκι θα της έκανε καλό. φυσικά και ήθελε να πάει, απ’ το να κάθεται εδώ και να σκέφτεται όλα αυτά τα παράξενα πράγματα που της συνέβαιναν το τελευταίο καιρό. άλλωστε είχε και τόσο καιρό να δει τους φίλους της. δέχτηκε τη πρόταση της φίλης της και μετά από λίγα λεπτά συνομιλίας που είχαν κατέβασε το ακουστικό.
το άλλο πρωί έτοιμη η δώρα περίμενε την παρέα να έρθει να τη πάρει. θα πήγαιναν με το αυτοκίνητο του γιώργου. δεν γνώριζε τα ξαδέρφια του και ανυπομονούσε να τα γνωρίσει. αγαπούσε πάρα πολύ τον γιώργο, γιατί εκτός ότι ήταν και το αγόρι της φίλης της, ήταν και πολύ καλό παιδί. σοβαρός, ευγενικός με πολύ χιούμορ το οποίο λάτρευε η δώρα. τα παιδιά έφτασαν στην ώρα τους και ξεκίνησαν όλοι μαζί για τον προορισμό τους.
«ποιο είναι το όνομά σας δεσποινίς; εμένα με λένε νικόλα».
η δώρα αναπήδησε. πότε την πλησίασε ο ηλικιωμένος άντρας χωρίς εκείνη να το αντιληφθεί;
«δεν είναι απαραίτητο να απαντήσεις. τα ονόματα δεν έχουν καμία σημασία, αυτό που έχει σημασία είναι αυτό που έχουμε εδώ». της είπε και έφερε το χέρι του στην καρδιά του.
η δώρα είχε βρει τη ψυχραιμία της. άλλος ένας ζητιάνος που της έπιασε κουβέντα για να της αποσπάσει μερικά χρήματα.
«σίγουρα θα λες από μέσα σου ότι είμαι ένας ζητιάνος. ίσως να με περνάς και για κανένα τρελό. ποιος ξέρει… μπορεί και να είμαι».
η δώρα άνοιξε τη τσάντα της που ήταν στη διπλανή καρέκλα και έβγαλε από μέσα μερικά ψηλά.
«όχι δεσποινίς, μην το κάνετε αυτό»
ο τόνος της φωνής του ήταν τόσο ήρεμος και ο ίδιος φαινόταν τόσο καλοσυνάτος που δεν της έκανε η καρδιά να τον βρίσει ή να του φερθεί απότομα για να την αφήσει στην ησυχία της.
«μα τι θέλετε από μένα;» αρκέστηκε να τον ρωτήσει.
«μη φοβάστε, δε θέλω το κακό σας».
την κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα χωρίς να μιλάει και συνέχισε.
«έχετε καλή καρδιά εσείς. είστε καλός άνθρωπος. πάντα ήσασταν. γι’ αυτό σας δίνεται η ευκαιρία. κατέχεται τη δύναμη. αμέσως το κατάλαβα μόλις σας είδα»
«μα ποια δύναμη, ποια ευκαιρία;» τον ρώτησε με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. «κοιτάξτε, αν θέλετε να μου πείτε το μέλλον ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων, σας ευχαριστώ για τον κόπο σας αλλά δεν το χρειάζομαι». του είπε σκεφτόμενη ότι ίσως ήταν κάποιος τσιγγάνος που διάβαζε τη μοίρα.
«φυσικά δεσποινίς μου, κανείς δε χρειάζεται να του πει το μέλλον του, γιατί ήδη το γνωρίζει. άλλωστε το παρελθόν είναι αυτό που καθορίζει το μέλλον. αρκεί να μπορεί να βλέπει. να βλέπει πέρα από όσα μπορεί να δει το μάτι του. και πιστέψτε με είναι λίγοι αυτοί που μπορούν. εσείς είστε ένας από αυτούς». σταμάτησε να μιλά κοιτάζοντάς την στα μάτια. ένα χαμόγελο σχημάτισε στα χείλη του.
«κύριε, δε ξέρω τι είναι αυτά που μου λέτε και δε τα καταλαβαίνω» του είπε αρχίζοντας να εκνευρίζεται με την κατάσταση και τον τόσο αινιγματικό γέρο. «κι ούτε θέλω να μου εξηγήσετε» συνέχισε βλέποντάς τον να ανοίγει το στόμα του να της μιλήσει ξανά. «σας παρακαλώ λοιπόν, πηγαίνετε στη δουλειά σας και αφήστε με στην ησυχία μου».
ο ηλικιωμένος όμως στεκόταν εκεί, όρθιος, έχοντας πίσω του τον ήλιο, χωρίς να κάνει καμία κίνηση για να φύγει.
«με συγχωρείτε δεσποινίς αν σας εκνεύρισα, αλλά το μόνο που θέλω είναι να σας βοηθήσω» της είπε στον ίδιο ήρεμο τόνο.
«να με βοηθήσετε που, κύριε;»
«στο να δείτε δεσποινίς»
«να δω τι;» του είπε τώρα νοιώθοντας φοβερά εκνευρισμένη.
«τη ζωή» της είπε με ένα φωτεινό χαμόγελο. «να δείτε τη ζωή, δεσποινίς»
η δώρα κατάλαβε πως αν δεν άκουγε αυτά που της έλεγε αυτός ο παράξενος γέρος δε θα έβρισκε την ησυχία της. γι’ αυτό προσπάθησε να ηρεμίσει και τελικά του είπε. «κύριε νικόλα, πείτε μου αυτά που θέλετε να μου πείτε, αλλά συντομεύετε σας παρακαλώ».
«σας ευχαριστώ δεσποινίς» της απάντησε πάλι χαμογελαστός.
«λοιπόν, τι να δω απ’ τη ζωή, κύριε, εξηγήστε μου» του είπε παροτρύνοντάς τον να συνεχίσει.
«το χτες, το σήμερα, το αύριο. αυτός που έχει τη δύναμη, μπορεί να δει αυτά που έχουν συμβεί και αυτά που θα συμβούν».
«προσπαθείτε να μου πείτε ότι μπορώ να δω το μέλλον;»
«το μέλλον και το παρελθόν».
«το παρελθόν; το παρελθόν το έχουμε ζήσει. τι να δω από αυτό;» τον ρώτησε διακρίνοντας την έμφαση στη τελευταία του λέξη.
«το παρελθόν πίσω από το παρελθόν. αυτό που χάνεται στα βάθη του χρόνου»
«το παρελθόν που χάνεται στα βάθη του χρόνου;» ρώτησε ξανά η δώρα, αρχίζοντας η συζήτηση να της κεντρίζει το ενδιαφέρον.
«ναι δεσποινίς μου, γι’ αυτό το παρελθόν σας μιλάω. η ψυχή σας μπορεί να γίνει γέφυρα και να σας βοηθήσει να δείτε»
μια θλίψη και μια παράξενη ανυπομονησία που ένιωσε της ήταν γνώριμα. κοίταξε τον ηλικιωμένο άντρα. πρόσεξε τα ρούχα του. μία μάλλινη μπλούζα και ένα υφασμάτινο παντελόνι. ήταν παλιά, πολυφορεμένα και λιγάκι σκονισμένα, μα δεν βρήκε κάτι παράξενο πάνω τους.
«και πως μπορώ να δω;» τον ρώτησε στο τέλος.
«αυτό δε μπορώ να σας το πω εγώ». περίμενε μερικά δευτερόλεπτα και πήρε μια βαθιά ανάσα πριν ξεκινήσει να της μιλάει ξανά. «έχετε την καλή σας τη καρδιά και το κατάλληλο νου. έχετε την δύναμή σας. ο καθένας έχει τον δικό του τρόπο για να βλέπει και να κατανοεί τη ζωή. όλα είναι μέσα σας, τα γνωρίζετε, τα ζείτε. εσείς ξέρετε λοιπόν».
η δώρα περίμενε την τελική του απάντηση σ’ αυτό που τον ρώτησε, μα κατάλαβε πως δεν θα συνέχιζε. αυτό όμως την εκνεύρισε και πάλι.
«μα ξέρετε να μου πείτε τόσα πολλά και μου τα αναλύετε εδώ και τόση ώρα και δε μπορείτε να μου πείτε τον τρόπο που θα δω;»
βλέποντας την απογοήτευση στο πρόσωπό της, ο ηλικιωμένος άντρας χαμογέλασε ξανά λέγοντάς της: «όχι δεσποινίς, εγώ δεν μπορώ να σας το πω αυτό. εσείς ξέρετε. το μόνο που πρέπει είναι να δείτε. να δείτε και να αποδεχτείτε. σας ευχαριστώ δεσποινίς που με ακούσατε. καλή σας ημέρα». της είπε και έκανε να φύγει μπρος στα έκπληκτα μάτια της δώρας που την άφηνε με την απορία της αναπάντητη. έκανε λίγα βήματα και γύρισε σαν να ξέχασε να της πει κάτι τελευταίο. «πάντως να θυμάστε δεσποινίς. ότι κι αν δείτε, ότι κι αν σκεφτείτε ή ότι κι αν νιώσετε, να θυμάστε πως το όνειρο είναι η αλήθεια του ενός. η πραγματικότητα, είναι η ψευδαίσθηση των πολλών».
ένα νεύμα χαιρετισμού ήταν το τελευταίο που είδε από τον ηλικιωμένο, πριν χαθεί στο πλήθος των περαστικών μπροστά της. κοίταξε το ρολόι της. έπρεπε να φύγει για τη δουλειά της. πλήρωσε τον καφέ της και κίνησε για τη καφετέρια με το κεφάλι της γεμάτο από σκέψεις. προσπάθησε να είναι όσο μπορούσε συγκεντρωμένη στη δουλειά της μέχρι να τελειώσει.
η δώρα αναπήδησε. πότε την πλησίασε ο ηλικιωμένος άντρας χωρίς εκείνη να το αντιληφθεί;
«δεν είναι απαραίτητο να απαντήσεις. τα ονόματα δεν έχουν καμία σημασία, αυτό που έχει σημασία είναι αυτό που έχουμε εδώ». της είπε και έφερε το χέρι του στην καρδιά του.
η δώρα είχε βρει τη ψυχραιμία της. άλλος ένας ζητιάνος που της έπιασε κουβέντα για να της αποσπάσει μερικά χρήματα.
«σίγουρα θα λες από μέσα σου ότι είμαι ένας ζητιάνος. ίσως να με περνάς και για κανένα τρελό. ποιος ξέρει… μπορεί και να είμαι».
η δώρα άνοιξε τη τσάντα της που ήταν στη διπλανή καρέκλα και έβγαλε από μέσα μερικά ψηλά.
«όχι δεσποινίς, μην το κάνετε αυτό»
ο τόνος της φωνής του ήταν τόσο ήρεμος και ο ίδιος φαινόταν τόσο καλοσυνάτος που δεν της έκανε η καρδιά να τον βρίσει ή να του φερθεί απότομα για να την αφήσει στην ησυχία της.
«μα τι θέλετε από μένα;» αρκέστηκε να τον ρωτήσει.
«μη φοβάστε, δε θέλω το κακό σας».
την κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα χωρίς να μιλάει και συνέχισε.
«έχετε καλή καρδιά εσείς. είστε καλός άνθρωπος. πάντα ήσασταν. γι’ αυτό σας δίνεται η ευκαιρία. κατέχεται τη δύναμη. αμέσως το κατάλαβα μόλις σας είδα»
«μα ποια δύναμη, ποια ευκαιρία;» τον ρώτησε με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. «κοιτάξτε, αν θέλετε να μου πείτε το μέλλον ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων, σας ευχαριστώ για τον κόπο σας αλλά δεν το χρειάζομαι». του είπε σκεφτόμενη ότι ίσως ήταν κάποιος τσιγγάνος που διάβαζε τη μοίρα.
«φυσικά δεσποινίς μου, κανείς δε χρειάζεται να του πει το μέλλον του, γιατί ήδη το γνωρίζει. άλλωστε το παρελθόν είναι αυτό που καθορίζει το μέλλον. αρκεί να μπορεί να βλέπει. να βλέπει πέρα από όσα μπορεί να δει το μάτι του. και πιστέψτε με είναι λίγοι αυτοί που μπορούν. εσείς είστε ένας από αυτούς». σταμάτησε να μιλά κοιτάζοντάς την στα μάτια. ένα χαμόγελο σχημάτισε στα χείλη του.
«κύριε, δε ξέρω τι είναι αυτά που μου λέτε και δε τα καταλαβαίνω» του είπε αρχίζοντας να εκνευρίζεται με την κατάσταση και τον τόσο αινιγματικό γέρο. «κι ούτε θέλω να μου εξηγήσετε» συνέχισε βλέποντάς τον να ανοίγει το στόμα του να της μιλήσει ξανά. «σας παρακαλώ λοιπόν, πηγαίνετε στη δουλειά σας και αφήστε με στην ησυχία μου».
ο ηλικιωμένος όμως στεκόταν εκεί, όρθιος, έχοντας πίσω του τον ήλιο, χωρίς να κάνει καμία κίνηση για να φύγει.
«με συγχωρείτε δεσποινίς αν σας εκνεύρισα, αλλά το μόνο που θέλω είναι να σας βοηθήσω» της είπε στον ίδιο ήρεμο τόνο.
«να με βοηθήσετε που, κύριε;»
«στο να δείτε δεσποινίς»
«να δω τι;» του είπε τώρα νοιώθοντας φοβερά εκνευρισμένη.
«τη ζωή» της είπε με ένα φωτεινό χαμόγελο. «να δείτε τη ζωή, δεσποινίς»
η δώρα κατάλαβε πως αν δεν άκουγε αυτά που της έλεγε αυτός ο παράξενος γέρος δε θα έβρισκε την ησυχία της. γι’ αυτό προσπάθησε να ηρεμίσει και τελικά του είπε. «κύριε νικόλα, πείτε μου αυτά που θέλετε να μου πείτε, αλλά συντομεύετε σας παρακαλώ».
«σας ευχαριστώ δεσποινίς» της απάντησε πάλι χαμογελαστός.
«λοιπόν, τι να δω απ’ τη ζωή, κύριε, εξηγήστε μου» του είπε παροτρύνοντάς τον να συνεχίσει.
«το χτες, το σήμερα, το αύριο. αυτός που έχει τη δύναμη, μπορεί να δει αυτά που έχουν συμβεί και αυτά που θα συμβούν».
«προσπαθείτε να μου πείτε ότι μπορώ να δω το μέλλον;»
«το μέλλον και το παρελθόν».
«το παρελθόν; το παρελθόν το έχουμε ζήσει. τι να δω από αυτό;» τον ρώτησε διακρίνοντας την έμφαση στη τελευταία του λέξη.
«το παρελθόν πίσω από το παρελθόν. αυτό που χάνεται στα βάθη του χρόνου»
«το παρελθόν που χάνεται στα βάθη του χρόνου;» ρώτησε ξανά η δώρα, αρχίζοντας η συζήτηση να της κεντρίζει το ενδιαφέρον.
«ναι δεσποινίς μου, γι’ αυτό το παρελθόν σας μιλάω. η ψυχή σας μπορεί να γίνει γέφυρα και να σας βοηθήσει να δείτε»
μια θλίψη και μια παράξενη ανυπομονησία που ένιωσε της ήταν γνώριμα. κοίταξε τον ηλικιωμένο άντρα. πρόσεξε τα ρούχα του. μία μάλλινη μπλούζα και ένα υφασμάτινο παντελόνι. ήταν παλιά, πολυφορεμένα και λιγάκι σκονισμένα, μα δεν βρήκε κάτι παράξενο πάνω τους.
«και πως μπορώ να δω;» τον ρώτησε στο τέλος.
«αυτό δε μπορώ να σας το πω εγώ». περίμενε μερικά δευτερόλεπτα και πήρε μια βαθιά ανάσα πριν ξεκινήσει να της μιλάει ξανά. «έχετε την καλή σας τη καρδιά και το κατάλληλο νου. έχετε την δύναμή σας. ο καθένας έχει τον δικό του τρόπο για να βλέπει και να κατανοεί τη ζωή. όλα είναι μέσα σας, τα γνωρίζετε, τα ζείτε. εσείς ξέρετε λοιπόν».
η δώρα περίμενε την τελική του απάντηση σ’ αυτό που τον ρώτησε, μα κατάλαβε πως δεν θα συνέχιζε. αυτό όμως την εκνεύρισε και πάλι.
«μα ξέρετε να μου πείτε τόσα πολλά και μου τα αναλύετε εδώ και τόση ώρα και δε μπορείτε να μου πείτε τον τρόπο που θα δω;»
βλέποντας την απογοήτευση στο πρόσωπό της, ο ηλικιωμένος άντρας χαμογέλασε ξανά λέγοντάς της: «όχι δεσποινίς, εγώ δεν μπορώ να σας το πω αυτό. εσείς ξέρετε. το μόνο που πρέπει είναι να δείτε. να δείτε και να αποδεχτείτε. σας ευχαριστώ δεσποινίς που με ακούσατε. καλή σας ημέρα». της είπε και έκανε να φύγει μπρος στα έκπληκτα μάτια της δώρας που την άφηνε με την απορία της αναπάντητη. έκανε λίγα βήματα και γύρισε σαν να ξέχασε να της πει κάτι τελευταίο. «πάντως να θυμάστε δεσποινίς. ότι κι αν δείτε, ότι κι αν σκεφτείτε ή ότι κι αν νιώσετε, να θυμάστε πως το όνειρο είναι η αλήθεια του ενός. η πραγματικότητα, είναι η ψευδαίσθηση των πολλών».
ένα νεύμα χαιρετισμού ήταν το τελευταίο που είδε από τον ηλικιωμένο, πριν χαθεί στο πλήθος των περαστικών μπροστά της. κοίταξε το ρολόι της. έπρεπε να φύγει για τη δουλειά της. πλήρωσε τον καφέ της και κίνησε για τη καφετέρια με το κεφάλι της γεμάτο από σκέψεις. προσπάθησε να είναι όσο μπορούσε συγκεντρωμένη στη δουλειά της μέχρι να τελειώσει.
ξύπνησε μούσκεμα από το κλάμα. ανασηκώθηκε τρεμάμενη και πήρε μερικές βαθιές ανάσες στη προσπάθειά της να ηρεμίσει. ακόμα πονούσε μέσα της. το ρολόι στο κομοδίνο της έδειχνε δέκα. τράβηξε στην άκρη τα σκεπάσματά της και σηκώθηκε να φτιάξει καφέ. έβαλε το μπρίκι στο αναμμένο γκαζάκι και πήγε στο μπάνιο να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της. είδε το είδωλο της στον καθρέφτη και πρόσεξε ότι τα μάτια της ήταν κατακόκκινα, έκλαιγε όλο το βράδυ. γύρισε στη κουζίνα και κατέβασε το μπρίκι από τη φωτιά. έβαλε τον καφέ σε μια κούπα και κάθισε σε μια από τις καρέκλες του τραπεζιού για να τον πιει. κοίταξε έξω από το παράθυρο που ήταν απέναντί της και είδε ότι είχε ξημερώσει μια ηλιόλουστη μέρα. « επιτέλους» σκέφτηκε ανάβοντας ένα τσιγάρο. εδώ και δυο βδομάδες έβρεχε συνεχώς και παρακαλούσε για μια καλή μέρα. όχι ότι δεν της άρεσε η βροχή, αλλά δεν ήταν και για χόρταση.
ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της, στο μυαλό της ήρθαν αναμνήσεις από το όνειρο που άρχισαν να την ταράζουν. πολύ παράξενο αυτό το όνειρο. είχε τώρα σχεδόν τρεις μήνες που το έβλεπε. στην αρχή δεν το έβλεπε και τόσο συχνά, αλλά το τελευταίο καιρό στοίχειωνε τον ύπνο της. μα δεν ήταν μόνο το όνειρο και η θλίψη που ένιωθε γι’ αυτό, αλλά ήταν και το τόσο δυνατό κλάμα που έκανε, όχι μόνο στο όνειρο, αλλά και στη πραγματικότητα. και χωρίς να ξέρει το λόγο. σαν να το ζούσε πραγματικά, ήταν τόσο ζωντανό.
αποφάσισε να σταματήσει τις σκέψεις της. όσο και να βασάνιζε το μυαλό της δε θα έβρισκε καμιά απάντηση. έκανε ένα ντους, ετοιμάστηκε και βγήκε για να πληρώσει τους λογαριασμούς που είχαν μαζευτεί, μέχρι να έρθει η ώρα για να πάει στη δουλειά της. η ημέρα ήταν υπέροχη και η θερμοκρασία είχε ανεβεί σε σχέση με τις προιγούμενες μέρες. είχε τελειώσει, μα ήταν ακόμα νωρίς για τη δουλειά της. στεκόταν μπροστά από μια καφετέρια και αποφάσισε να καθίσει να πιει έναν καφέ και να απολαύσει την ηλιόλουστη μέρα. κόσμος πηγαινοερχόταν, ο καθένας στη δουλειά του. απέναντι μια εκκλησία υψωνόταν και άνθρωποι μπαινόβγαιναν για να ανάψουν ένα κεράκι και να κάνουν την προσευχή τους. ένας ηλικιωμένος άντρας καθόταν στα σκαλιά της, με σκυμμένο κεφάλι, χωρίς να δίνει σημασία γύρω του. χάζευε τους περαστικούς και σκεφτόταν τη δουλειά που την περίμενε. δεν είχε κοιμηθεί αρκετά και ένοιωθε κουρασμένη τις τελευταίες μέρες. ευτυχώς από αύριο και για αρκετές μέρες θα μπορούσε να ξεκουραστεί, μιας και η καφετέρια όπου δούλευε θα έκλεινε για ανακαίνιση.
ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της, στο μυαλό της ήρθαν αναμνήσεις από το όνειρο που άρχισαν να την ταράζουν. πολύ παράξενο αυτό το όνειρο. είχε τώρα σχεδόν τρεις μήνες που το έβλεπε. στην αρχή δεν το έβλεπε και τόσο συχνά, αλλά το τελευταίο καιρό στοίχειωνε τον ύπνο της. μα δεν ήταν μόνο το όνειρο και η θλίψη που ένιωθε γι’ αυτό, αλλά ήταν και το τόσο δυνατό κλάμα που έκανε, όχι μόνο στο όνειρο, αλλά και στη πραγματικότητα. και χωρίς να ξέρει το λόγο. σαν να το ζούσε πραγματικά, ήταν τόσο ζωντανό.
αποφάσισε να σταματήσει τις σκέψεις της. όσο και να βασάνιζε το μυαλό της δε θα έβρισκε καμιά απάντηση. έκανε ένα ντους, ετοιμάστηκε και βγήκε για να πληρώσει τους λογαριασμούς που είχαν μαζευτεί, μέχρι να έρθει η ώρα για να πάει στη δουλειά της. η ημέρα ήταν υπέροχη και η θερμοκρασία είχε ανεβεί σε σχέση με τις προιγούμενες μέρες. είχε τελειώσει, μα ήταν ακόμα νωρίς για τη δουλειά της. στεκόταν μπροστά από μια καφετέρια και αποφάσισε να καθίσει να πιει έναν καφέ και να απολαύσει την ηλιόλουστη μέρα. κόσμος πηγαινοερχόταν, ο καθένας στη δουλειά του. απέναντι μια εκκλησία υψωνόταν και άνθρωποι μπαινόβγαιναν για να ανάψουν ένα κεράκι και να κάνουν την προσευχή τους. ένας ηλικιωμένος άντρας καθόταν στα σκαλιά της, με σκυμμένο κεφάλι, χωρίς να δίνει σημασία γύρω του. χάζευε τους περαστικούς και σκεφτόταν τη δουλειά που την περίμενε. δεν είχε κοιμηθεί αρκετά και ένοιωθε κουρασμένη τις τελευταίες μέρες. ευτυχώς από αύριο και για αρκετές μέρες θα μπορούσε να ξεκουραστεί, μιας και η καφετέρια όπου δούλευε θα έκλεινε για ανακαίνιση.
δεν φαινόταν μεγαλύτερος από 30 χρονών. είχε μακριά κυματιστά μαλλιά που έφταναν μέχρι τις ωμοπλάτες. το πρόσωπό του ιδρωμένο. τα μεγάλα μάτια του είχαν κοκκινίσει, μάλλον έκλαιγε πριν. η μύτη του καλοσχηματισμένη και τα χείλη του σαρκώδη. φαινόταν αρκετά ψηλός, έφτανε τη δώρα μέχρι το πιγούνι της κι ας ήταν ανεβασμένη στο ένα και μοναδικό, ψηλό σκαλοπάτι του σπιτιού. τα ρούχα του φάνταζαν μιαν άλλη εποχή. φορούσε ένα μακρύ μεσάτο σακάκι στο χρώμα του γκρι-μαύρου που από πίσω πρέπει να είχε ένα μεγάλο σκίσιμο. από μέσα φορούσε ένα λευκό πουκάμισο, το οποίο στη μπροστινή του μεριά είχε δαντέλα. από κάτω φορούσε ένα κλασικό, υφασμάτινο παντελόνι στο ίδιο χρώμα με το σακάκι και γυαλιστερά παπούτσια.
κοιταζόταν για αρκετή ώρα, έτσι όρθιοι στη πόρτα, χωρίς να κάνει κανείς τους καμιά κίνηση. ούτε η δώρα να τον καλέσει μέσα, αλλά ούτε κι αυτός φαινόταν πως ήθελε να μπει. ένα συναίσθημα γνώριμο ξεπήδησε από μέσα της. σαν κάποιο καρδιοχτύπι. ένας κόμπος στάθηκε στο λαιμό της. μήπως τον λυπόταν που είχε αυτό το βλέμμα; ο άγνωστος τη κοιτούσε ακόμα. δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάγουλά του. αμέσως δάκρυα θόλωσαν και τα μάτια της δώρας. δεν ήξερε τι της συνέβαινε. ήθελε να του μιλήσει, μα την εμπόδιζε ο κόμπος που ένιωθε στο λαιμό της.
«ποιος είσαι; τι θέλεις;» ίσα που άκουσε τον εαυτό της να του λέει.
τώρα το βλέμμα του εκτός από λυπημένο ήταν και φοβισμένο. σαν να ανησυχούσε, αλλά και σαν να ανυπομονούσε για κάτι.
«είμαι ο άντρας που ήσουν μαζί, πριν 250 χρόνια» ήχησε η φράση από το στόμα του και η δώρα συνοφρυώθηκε μη καταλαβαίνοντας το άκουσμά της, ενώ τώρα έκλαιγε με λυγμούς. τέτοια στενοχώρια δεν είχε νιώσει ποτέ της. κοίταξε τον νεαρό που ακόμα ήταν δίπλα της και κρατούσε χαμογελαστός τη πόρτα. δεν φάνηκε να παραξενεύεται. γύρισε προς το πλήθος, αλλά όλοι τους συνέχιζαν το πάρτι τους χαμογελαστοί κι αυτοί, σαν να μη συνέβαινε τίποτα. αναζήτησε τη φίλη της, μα κι αυτή φαινόταν απασχολημένη. γύρισε και κοίταξε πάλι τον άγνωστο άντρα που τώρα τη κοιτούσε κλαίγοντας. ξέσπασε σε πιο μεγάλους λυγμούς. δεν μπορούσε να σταματήσει το κλάμα της. όμως δεν ήξερε το λόγο κι αυτό την έκανε να τρελαίνεται. απλά έκλαιγε με δυνατούς λυγμούς και πονούσε τόσο από τη στενοχώρια της.
κοιταζόταν για αρκετή ώρα, έτσι όρθιοι στη πόρτα, χωρίς να κάνει κανείς τους καμιά κίνηση. ούτε η δώρα να τον καλέσει μέσα, αλλά ούτε κι αυτός φαινόταν πως ήθελε να μπει. ένα συναίσθημα γνώριμο ξεπήδησε από μέσα της. σαν κάποιο καρδιοχτύπι. ένας κόμπος στάθηκε στο λαιμό της. μήπως τον λυπόταν που είχε αυτό το βλέμμα; ο άγνωστος τη κοιτούσε ακόμα. δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάγουλά του. αμέσως δάκρυα θόλωσαν και τα μάτια της δώρας. δεν ήξερε τι της συνέβαινε. ήθελε να του μιλήσει, μα την εμπόδιζε ο κόμπος που ένιωθε στο λαιμό της.
«ποιος είσαι; τι θέλεις;» ίσα που άκουσε τον εαυτό της να του λέει.
τώρα το βλέμμα του εκτός από λυπημένο ήταν και φοβισμένο. σαν να ανησυχούσε, αλλά και σαν να ανυπομονούσε για κάτι.
«είμαι ο άντρας που ήσουν μαζί, πριν 250 χρόνια» ήχησε η φράση από το στόμα του και η δώρα συνοφρυώθηκε μη καταλαβαίνοντας το άκουσμά της, ενώ τώρα έκλαιγε με λυγμούς. τέτοια στενοχώρια δεν είχε νιώσει ποτέ της. κοίταξε τον νεαρό που ακόμα ήταν δίπλα της και κρατούσε χαμογελαστός τη πόρτα. δεν φάνηκε να παραξενεύεται. γύρισε προς το πλήθος, αλλά όλοι τους συνέχιζαν το πάρτι τους χαμογελαστοί κι αυτοί, σαν να μη συνέβαινε τίποτα. αναζήτησε τη φίλη της, μα κι αυτή φαινόταν απασχολημένη. γύρισε και κοίταξε πάλι τον άγνωστο άντρα που τώρα τη κοιτούσε κλαίγοντας. ξέσπασε σε πιο μεγάλους λυγμούς. δεν μπορούσε να σταματήσει το κλάμα της. όμως δεν ήξερε το λόγο κι αυτό την έκανε να τρελαίνεται. απλά έκλαιγε με δυνατούς λυγμούς και πονούσε τόσο από τη στενοχώρια της.
ξαφνικά ο ουρανός άρχισε να γεμίζει από αμέτρητα φωτάκια που δεν έμοιαζαν με αστέρια και άρχιζαν να μεγαλώνουν καθώς πλησίαζαν τη γη. φαινόταν σαν να προσγειωνόταν κάπου πίσω από τα δέντρα και μετά χανόταν. ο φόβος άρχισε να κυριαρχεί στα αισθήματα της δώρας, όμως το θέαμα ήταν υπέροχο.
«ελάτε να δείτε» άρχισε να φωνάζει στον κόσμο με έναν παράξενο ενθουσιασμό για το θέαμα που έβλεπε. όλοι άρχισαν να πλησιάζουν στα παράθυρα του σπιτιού. μισοί πήγαν στο παράθυρο που βρισκόταν η δώρα και οι άλλοι μισοί στο άλλο. ήταν ενθουσιασμένοι με το θέαμα και χαμογελούσαν, δεν φαινόταν κανείς να ανησυχούσε για το τι ήταν αυτό. μιλούσαν μεταξύ τους και είχαν απορροφηθεί σε αυτό που έβλεπαν, ώσπου ένα χτύπημα ακούστηκε στη πόρτα.
δεν έδωσε κανείς τους σημασία για το χτύπημα, αλλά ούτε για τα φωτάκια που έπαψαν να φωτίζουν στον ουρανό. μόνο η δώρα ανησύχησε και γύρισε έντρομη ανάμεσα από το πλήθος που την περικύκλωνε, να κοιτάξει την πόρτα. αντιθέτως οι υπόλοιποι συνέχισαν να χαμογελάνε και να συζητούν μεταξύ τους σαν να μη συνέβαινε τίποτα. μάλιστα ένας νεαρός πήγαινε για να ανοίξει.
«μην ανοίγεις»! φώναξε δυνατά η δώρα φοβισμένη για το τι υπήρχε εκεί έξω. όμως ο νεαρός ήταν ήδη στη πόρτα και την άνοιγε. τότε η δώρα δεν έχασε τη ψυχραιμία της, μάζεψε τον φόβο που τη διέτρεχε, έσπρωξε το πλήθος για να μπορέσει να βγει και έτρεξε να προλάβει να εμποδίσει τον νεαρό και να κλείσει τη πόρτα. χωρίς να κοιτάει για το ποιος ή τι ήταν έξω από τη μισάνοιχτη πόρτα, η οποία άνοιγε και προς τα έξω, έπιασε το πόμολο πάνω από το χέρι του νεαρού και με δύναμη το τράβηξε για να την κλείσει. όμως ένα πόδι είδε να μπαίνει εμπόδιο στη προσπάθειά της και δεν ήταν του νεαρού που ακόμα βρισκόταν δίπλα της απαθέστατος. κυριευμένη από το φόβο άρχισε σιγά-σιγά να ανεβάζει το βλέμμα της για να δει ποιος ήταν. ο φόβος άρχισε να καταλαγιάζει στο αντίκρισμα ενός ανθρώπου και κατά παράξενο τρόπο ένιωσε τόσο οικεία. όμως ένα αίσθημα ανησυχίας μπερδεμένο με θλίψη άρχισε να φουντώνει μέσα της. είδε έναν έγχρωμο άντρα να τη κοιτάζει με ένα ανησυχητικό και κουρασμένο βλέμμα. φαινόταν τόσο λυπημένος και κουρασμένος που στην αρχή νόμισε ότι κάτι τραγικό μπορεί να του συνέβαινε. ίσως να είναι από την περιοχή ή να βρέθηκε εκεί και βλέποντας το προιγούμενο θέαμα να αναζήτησε φοβισμένος ασφάλεια σ’ αυτό το σπίτι. σκέφτηκε.
«ελάτε να δείτε» άρχισε να φωνάζει στον κόσμο με έναν παράξενο ενθουσιασμό για το θέαμα που έβλεπε. όλοι άρχισαν να πλησιάζουν στα παράθυρα του σπιτιού. μισοί πήγαν στο παράθυρο που βρισκόταν η δώρα και οι άλλοι μισοί στο άλλο. ήταν ενθουσιασμένοι με το θέαμα και χαμογελούσαν, δεν φαινόταν κανείς να ανησυχούσε για το τι ήταν αυτό. μιλούσαν μεταξύ τους και είχαν απορροφηθεί σε αυτό που έβλεπαν, ώσπου ένα χτύπημα ακούστηκε στη πόρτα.
δεν έδωσε κανείς τους σημασία για το χτύπημα, αλλά ούτε για τα φωτάκια που έπαψαν να φωτίζουν στον ουρανό. μόνο η δώρα ανησύχησε και γύρισε έντρομη ανάμεσα από το πλήθος που την περικύκλωνε, να κοιτάξει την πόρτα. αντιθέτως οι υπόλοιποι συνέχισαν να χαμογελάνε και να συζητούν μεταξύ τους σαν να μη συνέβαινε τίποτα. μάλιστα ένας νεαρός πήγαινε για να ανοίξει.
«μην ανοίγεις»! φώναξε δυνατά η δώρα φοβισμένη για το τι υπήρχε εκεί έξω. όμως ο νεαρός ήταν ήδη στη πόρτα και την άνοιγε. τότε η δώρα δεν έχασε τη ψυχραιμία της, μάζεψε τον φόβο που τη διέτρεχε, έσπρωξε το πλήθος για να μπορέσει να βγει και έτρεξε να προλάβει να εμποδίσει τον νεαρό και να κλείσει τη πόρτα. χωρίς να κοιτάει για το ποιος ή τι ήταν έξω από τη μισάνοιχτη πόρτα, η οποία άνοιγε και προς τα έξω, έπιασε το πόμολο πάνω από το χέρι του νεαρού και με δύναμη το τράβηξε για να την κλείσει. όμως ένα πόδι είδε να μπαίνει εμπόδιο στη προσπάθειά της και δεν ήταν του νεαρού που ακόμα βρισκόταν δίπλα της απαθέστατος. κυριευμένη από το φόβο άρχισε σιγά-σιγά να ανεβάζει το βλέμμα της για να δει ποιος ήταν. ο φόβος άρχισε να καταλαγιάζει στο αντίκρισμα ενός ανθρώπου και κατά παράξενο τρόπο ένιωσε τόσο οικεία. όμως ένα αίσθημα ανησυχίας μπερδεμένο με θλίψη άρχισε να φουντώνει μέσα της. είδε έναν έγχρωμο άντρα να τη κοιτάζει με ένα ανησυχητικό και κουρασμένο βλέμμα. φαινόταν τόσο λυπημένος και κουρασμένος που στην αρχή νόμισε ότι κάτι τραγικό μπορεί να του συνέβαινε. ίσως να είναι από την περιοχή ή να βρέθηκε εκεί και βλέποντας το προιγούμενο θέαμα να αναζήτησε φοβισμένος ασφάλεια σ’ αυτό το σπίτι. σκέφτηκε.
ξαφνικά βρέθηκε σε ένα άγνωστο μέρος, μέσα σε ένα παλιό ξύλινο κτήριο. ένα σπίτι, ένα σπίτι πολύ παλιό, σαν αυτά που έβλεπε στις παλιές ξένες ταινίες, τότε που υπήρχαν οι άμαξες ακόμα. στεκόταν με τη πλάτη της στην είσοδο. το σπίτι χωριζόταν σε δυο μέρη. στο ένα όπου στεκόταν η δώρα, ήταν πιο μικρό σε πλάτος και είχε δυο και μοναδικά παράθυρα δεξιά και αριστερά της πόρτας. το άλλο ήταν πολύ πιο μεγάλο και χωριζόταν από ένα ξύλινο τοίχο που στη μέση του υπήρχε ένα μεγάλο άνοιγμα, χωρίς να υπάρχει κάποια πόρτα. μέσα σ’ αυτό το σπίτι δεν υπήρχαν έπιπλα, ούτε για δήγμα. παντού υπήρχε σκόνη. υπερβολική σκόνη όπου δημιουργούσε κάτι σαν ομίχλη στην ατμόσφαιρα. σανίδες ήταν πεσμένες στο πάτωμα, πολλές απ’ αυτές ήταν σάπιες, το ίδιο και οι τοίχοι. σε πολλά από τα σημεία του σπιτιού έβλεπες ιστούς από αράχνες. από κάπου φωτιζόταν λιγοστά. άγνωστο από που, αφού δεν έβλεπε καμία λάμπα. ένιωθε να ήταν στενοχωρημένη μέσα σ’ αυτό το σπίτι. μια μελαγχολία πήγαζε από μέσα της χωρίς να ξέρει το λόγο.
αν και η δώρα φοβόταν να βρίσκεται σε σκοτεινά και εγκαταλελειμμένα μέρη, εκεί δε φοβόταν. γιατί το σπίτι ήταν γεμάτο από ανθρώπους. άγνωστα πρόσωπα, γύρω στην ηλικία των 25 με 26. πάνω κάτω στην ηλικία της. όλοι ήταν απλά ντυμένοι, με απλά τζιν παντελόνια και απλά σκουρόχρωμα μπλουζάκια από πάνω. από κάπου ακουγόταν μουσική, όχι πολύ δυνατή. στο βάθος αναγνώρισε μια φίλη της, αλλά δεν πήγε να της μιλήσει. ένιωθε σαν να ήξερε που ήταν και για πιο λόγο ήταν εκεί γινόταν ένα πάρτι. πλησίασε ένα απ’ τα δύο παράθυρα που χώριζε η πόρτα να κοιτάξει έξω και στάθηκε σε σημείο που να μην ακουμπά επάνω του, γιατί κι αυτό ήταν γεμάτο σκόνη. είδε πως ήταν νύχτα. μπόρεσε να διακρίνει ότι έξω υπήρχε γρασίδι και λίγα δέντρα πιο μακριά. δεν φαινόταν πουθενά άλλο σπίτι η κτήριο. κατάλαβε πως ήταν το μοναδικό σ’ αυτή την άγνωστη περιοχή.
αν και η δώρα φοβόταν να βρίσκεται σε σκοτεινά και εγκαταλελειμμένα μέρη, εκεί δε φοβόταν. γιατί το σπίτι ήταν γεμάτο από ανθρώπους. άγνωστα πρόσωπα, γύρω στην ηλικία των 25 με 26. πάνω κάτω στην ηλικία της. όλοι ήταν απλά ντυμένοι, με απλά τζιν παντελόνια και απλά σκουρόχρωμα μπλουζάκια από πάνω. από κάπου ακουγόταν μουσική, όχι πολύ δυνατή. στο βάθος αναγνώρισε μια φίλη της, αλλά δεν πήγε να της μιλήσει. ένιωθε σαν να ήξερε που ήταν και για πιο λόγο ήταν εκεί γινόταν ένα πάρτι. πλησίασε ένα απ’ τα δύο παράθυρα που χώριζε η πόρτα να κοιτάξει έξω και στάθηκε σε σημείο που να μην ακουμπά επάνω του, γιατί κι αυτό ήταν γεμάτο σκόνη. είδε πως ήταν νύχτα. μπόρεσε να διακρίνει ότι έξω υπήρχε γρασίδι και λίγα δέντρα πιο μακριά. δεν φαινόταν πουθενά άλλο σπίτι η κτήριο. κατάλαβε πως ήταν το μοναδικό σ’ αυτή την άγνωστη περιοχή.
φύσηξε το καπνό απ’ το μισοτελειωμένο τσιγάρο της. τα μάτια της ήταν πρησμένα από την αϋπνία. το κεφάλι της πονούσε, ύστερα από τόσες ώρες μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή της. έσβησε το τσιγάρο στο γεμάτο τασάκι της και πέρασε τα χέρια της απ’ τα ανακατεμένα ξανθά μαλλιά της. η ώρα ήταν πέντε το πρωί. κοιτούσε το κρεβάτι της με λαχτάρα αλλά ένιωθε και τη γνωστή θλίψη που της δημιουργούσε τον τελευταίο καιρό. δεν ήθελε πάλι να δει το ίδιο όνειρο. ήταν πολύ ευαίσθητη και αυτό το τόσο θλιβερό όνειρο της ράγιζε την καρδιά. « μα τι σημαίνει αυτό το όνειρο»; σκέφτηκε. «τι θέλει να μου πει»; μονολόγησε λίγο εκνευρισμένη με τη κατάσταση που περνούσε.
η δώρα πίστευε ότι τα όνειρα μερικές φορές μπορούν να ερμηνευτούν και να δώσουν κάποιο μήνυμα. άλλωστε ουκ ολίγες φορές της είχαν βγει όνειρα που είχε δει. μάλιστα πολλές φορές μπορούσε και να τα ερμηνεύει, είχε μάθει πολλά από τη μητέρα της και τη γιαγιά της. μα αυτό το όνειρο, δεν μπορούσε με τίποτα να καταλάβει τι σημαίνει.
δεν άντεχε άλλο. τα βλέφαρά της άρχισαν να βαραίνουν. έκλεισε τον υπολογιστή, πήρε μια βαθιά ανάσα και διστακτικά σηκώθηκε από την καρέκλα της και ξάπλωσε στο κρεβάτι. χαμήλωσε το ραδιόφωνάκι της που είχε δίπλα στο κομοδίνο και έσβησε το φως. ο ύπνος δεν άργησε να την πάρει.
η δώρα πίστευε ότι τα όνειρα μερικές φορές μπορούν να ερμηνευτούν και να δώσουν κάποιο μήνυμα. άλλωστε ουκ ολίγες φορές της είχαν βγει όνειρα που είχε δει. μάλιστα πολλές φορές μπορούσε και να τα ερμηνεύει, είχε μάθει πολλά από τη μητέρα της και τη γιαγιά της. μα αυτό το όνειρο, δεν μπορούσε με τίποτα να καταλάβει τι σημαίνει.
δεν άντεχε άλλο. τα βλέφαρά της άρχισαν να βαραίνουν. έκλεισε τον υπολογιστή, πήρε μια βαθιά ανάσα και διστακτικά σηκώθηκε από την καρέκλα της και ξάπλωσε στο κρεβάτι. χαμήλωσε το ραδιόφωνάκι της που είχε δίπλα στο κομοδίνο και έσβησε το φως. ο ύπνος δεν άργησε να την πάρει.
γεια
πιστεύω πως ο σεβασμός αρχίζει και χάνεται στις μέρες μας. η πλειοψηφία των ανθρώπων κοιτούν το συμφέρον τους χωρίς να δούν αν θα πληγωθεί κάποιος απο αυτό. συμφωνώ απόλητα με αυτά που αναφέρεις. ο σεβασμός ξεκινάει απο το πρόσωπό μας.αν δε σεβόμαστε τον εαυτό μας δε μπορούμε να σεβαστούμε και τον διπλανό μας. οι πιο πολλοί δεν κοιτάμε πως θα αισθανόμασταν αν μας έκαναν η αν μας έλεγαν αυτο που πρόκειται να κάνουμε σε κάποιον η αυτό που θα του πούμε. στην έννοια του σεβασμού υπάρχουν πάρα πολλά και διαφορετικά στοιχεία που μπορούν να την αποτελέσουν..πολλές και διαφορετικές σκέψεις, πολλές και διαφορετικές συμπεριφορές..τις οποίες τις αφήνουμε σε δεύτερη μοίρα είτε ηθελημένα είτε αθέλητα...
πιστεύω πως ο σεβασμός αρχίζει και χάνεται στις μέρες μας. η πλειοψηφία των ανθρώπων κοιτούν το συμφέρον τους χωρίς να δούν αν θα πληγωθεί κάποιος απο αυτό. συμφωνώ απόλητα με αυτά που αναφέρεις. ο σεβασμός ξεκινάει απο το πρόσωπό μας.αν δε σεβόμαστε τον εαυτό μας δε μπορούμε να σεβαστούμε και τον διπλανό μας. οι πιο πολλοί δεν κοιτάμε πως θα αισθανόμασταν αν μας έκαναν η αν μας έλεγαν αυτο που πρόκειται να κάνουμε σε κάποιον η αυτό που θα του πούμε. στην έννοια του σεβασμού υπάρχουν πάρα πολλά και διαφορετικά στοιχεία που μπορούν να την αποτελέσουν..πολλές και διαφορετικές σκέψεις, πολλές και διαφορετικές συμπεριφορές..τις οποίες τις αφήνουμε σε δεύτερη μοίρα είτε ηθελημένα είτε αθέλητα...
Πολύ καλή η ιστορία ναι..Συμφωνώ με Μιχάλη, Στο τέλος γίνεται η ανατροπή, που καθώς τη διαβάζεις σε κάνει έτσι
Η βαθμολογία που έβαλα είναι 8,9 αλλα ήταν καταλάθος.. Άρα βαθμολογώ την ιστορία με 9,10. 
Η βαθμολογία που έβαλα είναι 8,9 αλλα ήταν καταλάθος.. Άρα βαθμολογώ την ιστορία με 9,10. 
Συνέχισα να ψάχνω και νομίζω πως βρήκα ένα πλούσιο και πολύ καλό site όπου εκεί μιλάει για πολλές έμπειρίες και θεωρίες του.
http://users.lycaeum.org/~sputnik/mckenna/
Και διαβάζοντας για psychedelic experience για spiritual trance και όλες αυτές τις ορολογίες, άνοιξε το κουτάκι κάποιων αναμνήσεων μου (λίγο άσχετες με το θέμα) και με κανει να συνεχίσω το ψάξιμο μου με την κατάλληλη μουσική η οποία θα με βάλει και πιο βαθιά στην αναζήτηση θεωριών και ερευνών του Τerence Mckenna
http://users.lycaeum.org/~sputnik/mckenna/
Και διαβάζοντας για psychedelic experience για spiritual trance και όλες αυτές τις ορολογίες, άνοιξε το κουτάκι κάποιων αναμνήσεων μου (λίγο άσχετες με το θέμα) και με κανει να συνεχίσω το ψάξιμο μου με την κατάλληλη μουσική η οποία θα με βάλει και πιο βαθιά στην αναζήτηση θεωριών και ερευνών του Τerence Mckenna

Hi
Πολύ ενδιαφέρον το θεμα σου Lux και μου αρέσει που θα μπω στη διαδικασία να ψάξω κάτι που δεν γνωρίζω.
Βασικά απο την πρώτη ανάγνωση του κειμένου είπα μέσα μου ότι ο τύπος ασχολήθηκε και με μερικά drugs για να καταλήξει σε κάτι που ερευνεί και δεν έκανα λάθος. Απο την πρώτη αναζήτηση που έκανα, νομίζω οτι βρήκα κατι που ασχολήθηκε. Το Lsd. Αν καταλαβα καλά με αυτά που διάβασα εκεί, ο Terence McKenna μαζί με κάπους άλλους, μιλούν για τη σωστή χρήση των Lsd. Ότι πρέπει να χρεισημοποιήτε για θεραπευτικούς λόγους.
Επίσης ανακάλυψα πως ο Terence έχει και έναν αδερφό. Τον Dennis J. McKenna και αν κατάλαβα πάλι καλά και οι δυο τους πάιξανε και σε μια ταινία.
Το site : http://www.lsd.info/symposium/searc...Terence+McKenna
Βρήκα το site απο ένα άλλο forum και πληκτρολόγησα το όνομά του στο search που έχει.
Αυτά προς το παρόν απο μένα
Sorry, Ξαναδιάβασα το κειμενό σου και τώρα είδα που λες και για τον αδερφό του
Πολύ ενδιαφέρον το θεμα σου Lux και μου αρέσει που θα μπω στη διαδικασία να ψάξω κάτι που δεν γνωρίζω.
Βασικά απο την πρώτη ανάγνωση του κειμένου είπα μέσα μου ότι ο τύπος ασχολήθηκε και με μερικά drugs για να καταλήξει σε κάτι που ερευνεί και δεν έκανα λάθος. Απο την πρώτη αναζήτηση που έκανα, νομίζω οτι βρήκα κατι που ασχολήθηκε. Το Lsd. Αν καταλαβα καλά με αυτά που διάβασα εκεί, ο Terence McKenna μαζί με κάπους άλλους, μιλούν για τη σωστή χρήση των Lsd. Ότι πρέπει να χρεισημοποιήτε για θεραπευτικούς λόγους.
Επίσης ανακάλυψα πως ο Terence έχει και έναν αδερφό. Τον Dennis J. McKenna και αν κατάλαβα πάλι καλά και οι δυο τους πάιξανε και σε μια ταινία.
Το site : http://www.lsd.info/symposium/searc...Terence+McKenna
Βρήκα το site απο ένα άλλο forum και πληκτρολόγησα το όνομά του στο search που έχει.
Αυτά προς το παρόν απο μένα

Sorry, Ξαναδιάβασα το κειμενό σου και τώρα είδα που λες και για τον αδερφό του

Μπραβω Μιχάλη...Και πάλι έγραψες με το διήγημά σου...Μου άρεσε που είναι λίγο psycho όχι μόνο η ιστορία αλλά και οι χαρακτήρες και πολλά απο τα συναισθήματα των χαρακτήρων αλλά και τα συναισθήματα που σου δημιουργει η ιστορία.
Πιστευω πως στα διηγηματα σου,οι χαρακτηρες προσπαθουν να αναπληρώσουν καποια κενα και κάποιες ασχημες εμπειρίες τους που ισως δε εχουν φταιξει για να τις περασουν,με το να βρίσκουν τρόπο να εκδικηθούν ή να προσπαθουν να καλητερέψουν το κόσμο έτσι ώστε να μην υπάρχουν κι άλλοι που ίσως πέρασουν τα ίδια. Χωρίς να σκεφτούν αν ο τρόπος που διαλέγουν είναι ο σωστός η όχι. Ψάχνουν να βρούν τρόπους ευκολότερης ζωής χωρίς να σκεφτούν συνέπιες και κάποια πράγματα αξίας που μπορεί να θυσιάστούν. Αλλά πιστεύω πως γι αυτές τις σκέψεις τους δεν φταίνε ολοκληρωτικά οι ίδιοι.
Δεν ξέρω κατα πόσο έπεσα μέσα στα συναισθήματα και στις σκέψεις που θες να περάσεις μέσα απο τα διηγήματά σου.
Περιμένω πάντος με ανυπομωνησία,όπως και πολλοί πιστευω, για το επόμενο διήγημά σου.
Πιστευω πως στα διηγηματα σου,οι χαρακτηρες προσπαθουν να αναπληρώσουν καποια κενα και κάποιες ασχημες εμπειρίες τους που ισως δε εχουν φταιξει για να τις περασουν,με το να βρίσκουν τρόπο να εκδικηθούν ή να προσπαθουν να καλητερέψουν το κόσμο έτσι ώστε να μην υπάρχουν κι άλλοι που ίσως πέρασουν τα ίδια. Χωρίς να σκεφτούν αν ο τρόπος που διαλέγουν είναι ο σωστός η όχι. Ψάχνουν να βρούν τρόπους ευκολότερης ζωής χωρίς να σκεφτούν συνέπιες και κάποια πράγματα αξίας που μπορεί να θυσιάστούν. Αλλά πιστεύω πως γι αυτές τις σκέψεις τους δεν φταίνε ολοκληρωτικά οι ίδιοι.
Δεν ξέρω κατα πόσο έπεσα μέσα στα συναισθήματα και στις σκέψεις που θες να περάσεις μέσα απο τα διηγήματά σου.
Περιμένω πάντος με ανυπομωνησία,όπως και πολλοί πιστευω, για το επόμενο διήγημά σου.
