ΣΗ - ΜΑΙΝΟΜΕΝΑ ΜΥ-ΘΟΛΟΓΙΑΣ ΒΑΣΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΠΗΓΩΝ
Ξεκινάω ένα θέμα για την εξήγηση ή αποκωδοικοποίηση της Ελληνικής Μυθολογίας, με βάση αρχαίες πηγές.
Όσοι γνωρίζουν αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Φιλοσόφων που επεξηγούν τους μύθους, αν θέλουν ας τα παραθέσουν για να έχουμε μία ορθή εικόνα για τη Μυθολογία.
Θα παραθέτω μόνο την νεοελληνική απόδοση (στην οποία έχω κάνει όπου θεωρώ σωστό μερικές αλλάγες στο γραμματικό περιεχόμενο), δίοτι σε μερικά είναι υπερβολικά μεγάλο το να βάλω και το αρχαίο απόσπασμα.
ΠΕΡΙ ΘΕΟΜΑΧΙΑΣ
Αν όμως πρέπει να εξετάσουμε όσα λέγονται για τους θεούς σε σχέση με την πρόνοιά τους και τη φύση των αντικειμένων της πρόνοιας αυτής, είμαι της γνώμης ότι πρέπει να ερμηνεύσουμε τη μυθολογούμενη αντίθεση που υπάρχει μεταξύ τους με αυτόν περίπου τον τρόπο.
Οι ξεχωριστές πρόοδοι όλων των όντων και οι διακρίσεις ως προς την ουσία τους αρχίζουν με ένα και μοναδικό τρόπο εκ των άνω, από τη γνωστικά απροσπέλαστη σε όλους διαίρεση των πρωταρχικών αιτιών, και διαφοροποιούνται η μία από την άλλη καθώς υπάρχουν σύμφωνα με τις αρχές που είναι απλωμένες πάνω από τα πάντα. Άλλες είναι εξαρτημένες από την ενοποιό μονάδα του πέρατος και προσδιορίζουν την υπόσταση τους γύρω από εκείνη, και άλλες από την ανεξάλειπτη δύναμη της γενεσιουργού των πάντων απειρότητας, καθώς προσδέχονται την αιτία που δημιουργεί το πλήθος και τις προόδους, στην περιοχή της οποίας τοποθετούν την ύπαρξη τους. Καθ’ ον τρόπον λοιπόν οι πρώτες αρχές των όντων διαφοροποιήθηκαν μεταξύ τους, κατά τον ίδιο τρόπο και όλα τα θεϊκά γένη και τα όντως όντα έλαβαν τη βαθμιαία πρόοδο τους, οριοθετημένη αμοιβαίως. Έτσι άλλα από αυτά έχουν τον πρώτο ρόλο ως προς την ένωση με τα δεύτερα και άλλα παρέχουν τη δύναμη για να συμβεί ο διαχωρισμός. Συνεπώς, τα μεν είναι οι αιτίες για την επιστροφή προς τα πρότερα καθώς συνωθούν το πλήθος τους προς τις οικίες αρχές, ενώ τα δε διαφορίζουν την πρόοδο και την πιο υποβιβασμένη γέννηση που προκύπτει από τις αρχές επιπλέον, τα μεν είναι αυτά που χορηγούν τη γεννητική αφθονία στα υποδεέστερα, ενώ τα δε είναι αυτά που παρέχουν την αμετάβλητη και αγνή καθαρότητα και τα μεν συνδέουν την αιτία των χωριστών αγαθών με τον εαυτό τους, ενώ τα δε κάνουν το ίδιο για όσα υποστασιοποιούνται μαζί τους σε σχέση με τα υποκείμενα της μέθεξης. Για τούτο και η εναντίωση αυτή των γενών παίρνει διάφορες αποχρώσεις σε όλους τους κόσμους του όντος. Αποτέλεσμα είναι ότι η στάση, από τη μία, που εγκαθιστά με μονιμότητα και σταθερότητα τα όντα στον εαυτό τους, αντίκειται στις δυνάμεις της κίνησης ,που είναι γεμάτες από δραστηριότητα και ζωή, ενώ, από την άλλη, ότι η σύμφυτη της ταυτότητας επαφή και κοινότητα αντιδιαστέλλεται μορφολογικά προς τις διακρίσεις της ετερότητας. Το γένος πάλι της ομοιότητας κατέχει αναλογικά την αντίθετη τάξη προς αυτό της ανομοιότητας, και το ίδιο συμβαίνει με το γένος της ισότητας ως προς την ανισότητα. Οι διαιρέσεις όλων αυτών προσδιορίζονται εκ των άνω, από την αρχική δυάδα, σύμφωνα με την οποία καθένα από τα όντα διακρίνεται ως προς τα οικεία του όρια και, άπαξ και αντιδιασταλλούν, προχωρούν αμοιβαίως από τα γενεσιουργά τους αίτια, ώσπου, με την επαφή του ενός με το άλλο, δημιουργούν την ποικιλία των κατώτερων πραγμάτων. Δεν υπάρχει λοιπόν πια τίποτε το παράδοξο, αν οι μυθοπλάστες συνέλαβαν ότι και οι ίδιοι οι θεοί και τα πρωταρχικά ανάμεσα στα όντα διέπονται από μιαν ανάλογη εναντίωση και την υπαινίσσονται μέσω των πολέμων προς τους ακροατές τους, δεδομένου ότι τα θεϊκά γένη τελούν μεν σε διαρκή και αμοιβαία ένωση, στηρίζοντας όμως στον εαυτό τους την ενότητα ταυτόχρονα και την ασύγχητη διάκριση.
Νομίζω βέβαια ότι μπορούμε να πούμε ότι οι θεοί συμφύονται ο ένας με τον άλλο κατά τρόπο αμέριστο και ότι υποστασιοποιούνται ο ένας στον άλλον κατά τρόπο ενοποιητικό, ενώ οι πρόοδοι τους στο σύμπαν και οι μεταδόσεις των ιδιοτήτων τους προς όσα μετέχουν σ’ αυτούς διαιρούνται και γίνονται μεριστές, οπότε και πληρούνται από την εναντίωση, καθώς τα αντικείμενα της πρόνοιας τους δεν έχουν τη δυνατότητα να δεχτούν αμέριστες τις δυνάμεις που έρχονται από την ανώτερη περιοχή και τις πολύμορφες εκλάμψεις τους. Επιπλέον, οι τελευταίες βαθμίδες που εξαρτώνται αμέσως από τα θεϊκά όντα, καθώς η γέννηση τους συμβαίνει μακριά από τα πρωταρχικά αίτια, ενώ είναι συνεχόμενες προς τα διοικούμενα και έχουν σχεδόν υλικό χαρακτήρα, μετέχουν σε κάθε λογής αντίθεση και διαχωρισμό και βρίσκονται επικεφαλής των υλικών πραγμάτων κατά τρόπο μεριστό, κατά τεμαχίζοντας και διαιρώντας τις δυνάμεις που ήδη από πριν έχουν υποστασιοιποιηθεί κατά τρόπο ενιαίο και αμέριστο μέσα στις δικές τους πρωταρχικές δημιουργικές αιτίες.
Καθώς λοιπόν τέτοιοι και τόσοι τρόποι υπάρχουν και λέγονται, σύμφωνα με τους οποίους οι μυστικές ρήσεις των θεολόγων ανάγουν συνήθως τον πόλεμο στους ίδιους ε γενών κατά τις πρώτιστες αρχές των πάντων. Διότι οι μύθοι κρύβοντας την αλήθεια λένε ότι μάχονται και πολεμούν μεταξύ τους αντιτιθέμενα τα ανυψωτικά προς τα διαχωριστικά, τα ενοποιητικά προς όσα πολλαπλασιάζουν την πρόοδο των όντων, τα α ολικά προς όσα δημιουργούν επιμεριστικά, και τα εξελικτικά προς τα πρώτα των επιμέρους. Εξ ου και λένε, νομίζω, ότι οι Τιτάνες ανταγωνίζονται με τον Διόνυσο και οι Γίγαντες με τον Δία διότι στους μεν, καθόσον πρόκειται για δημιουργούς πρότερους του κόσμου, ταιριάζει η ένωση και η αμέριστη δημιουργία, είναι κάτι ολικό πριν από το επιμέρους, σε αντίθεση με τους άλλους που οδηγούν τις δημιουργικές δυνάμεις προς την πολλότητα, διοικούν με τρόπο μεριστό τα εντός του σύμπαντος και είναι άμεσοι γεννήτορες των υλικών πραγμάτων. Όσο όμως για τους περί θεών μύθους του Ομήρου, πρέπει να εννοήσουμε ότι τα σχετικά με τους πολέμους των θεών τα πλάθει με βάση τον άλλο τρόπο. Πρώτα απ’ όλα, δηλαδή, εξαιρεί τη δημιουργική μονάδα από το πλήθος των θεών και δεν την περιγράφει ούτε ως πορευόμενη προς τη γενεσιουργό αντίθεση ούτε σαν κάτι που βρίσκεται αντιμέτωπο της, αλλά, με δεδομένο ότι αυτή είναι σταθερά εγκατεστημένη στον εαυτό της,ο αριθμός των θεών που προέρχονται από αυτή, όντας σταθερός και ταυτόχρονα κινούμενος προς το σύμπαν, λέγεται ότι επιμερίζεται στη σφαίρα της πρόνοιας των εγκόσμιων πραγμάτων. Στη συνέχεια, προκειμένου και για τους θεούς που έχουν προέλθει από τον πατέρα, αυτούς που παρέμειναν στον πατέρα και δεν έχουν χωριστεί από την οικεία τους μονάδα-για τους οποίους η ποίηση λέει ότι εδράζονται <<μέσα στον Δία>> και προνοούν υπερβατικώς για τα πάντα μαζί με τον πατέρα-, ο μύθος δεν επιτρέπει ούτε φαινομενικώς να πολεμούν ή να αντιπαρατίθενται ο ένας στον άλλο. Για εκείνους όμως που κατεβαίνουν από εκεί και σχηματίζουν πολλαπλές βαθμίδες, αποκτούν μερικότερο χαρακτήρα, βρίσκονται σε άμεση επαφή με τα διοικούμενα και συναπαρτίζουν στρατιές αγγέλων ή δαιμόνων, λόγω του μεγάλου βαθμού ταυτοπάθειας προς τα υποδεέστερα και του μερισμού των κλήρων της πρόνοιας τους, παραδίδει ότι μάχονται ο ένας με τον άλλο.
Με αυτούς, όπως νομίζω, είναι κατά κάποιο τρόπο πιο συγγενικά τα πάθη των αντικειμένων της πρόνοιας, τα χτυπήματα, οι ρίψεις και οι αντιπαραθέσεις δεν απέχουν από τον κόσμο τους, ενώ η μεριστή δημιουργία των δευτέρων και η κατακερματισμένη πρόνοια ταιριάζουν στις δυνάμεις του είδους αυτού, και όχι στις αρχηγικές και τις υπερβατικές, χωριστές αιτίες όλων των αντικειμένων της πρόνοιας. Επειδή όμως και οι αγγελικές βαθμίδες των ανώτερων γενών εξαρτώνται από τη θεϊκή ηγεμονία και διατηρούν, έστω μέσα στη μερικότητα και την πολλότητα, τις ιδιότητες των καθηγεμόν ων τους, αποκαλούνται με τα ονόματα εκείνων και, στη βάση της αναλογίας τους προς τα πρωταρχικά, μοιάζουν σε γενικές γραμμές να ταυτίζονται προς τα ολικότερα τους και να προέρχονται από αυτά. Και τούτο, το να αποκαλούνται δηλαδή με το ίδιο όνομα και οι ηγεμόνες και οι ακόλουθοι τους, δεν είναι των ελληνικών μόνο μύθων τέχνημα για λόγους αποκρύψεως, αλλά απαντά και στην παράδοση των βαρβαρικών τελετών.
Πραγματικά, όταν καλούνται οι συνδεδεμένοι με τους θεούς άγγελοι, λέγεται ότι τους αρέσει ιδιαίτερα ν’ ακούνε τις ονομασίες των θεών και περιβάλλονται τα οχήματα των ηγετών της βαθμίδας τους και αποκαλύπτουν στους ιερείς των τελετών τον εαυτό τους στη θέση των θεών. Αν λοιπόν ανάγουμε σε άλλες τάξεις δεύτερες και εφαπτόμενες των επιμέρους και υλικών πραγμάτων την Αθηνά, την Ήρα, και τον Ήφαιστο, όταν πολεμούν στην κατώτερη περιοχή της γέννησης, και το ίδιο τη Λητώ, την Άρτεμη και τον ποταμό Ξάνθο, η κοινότητα των ονομάτων δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Και τούτο διότι κάθε σειρά αποδίδεται με την ονομασία της μονάδας, όπως και στα επιμέρους πνεύματα είναι αρεστό να δέχονται την ίδια ονομασία με τα ολικά. Εξ ου οι πολλοί και ποικίλοι Απόλλωνες, Ποσειδώνες και Ήφαιστοι, από τους οποίους άλλοι είναι χωρισμένοι από το σύμπαν(παν εις το αρχαίο), άλλοι έλαβαν κλήρο στον ουρανό, άλλοι έχουν τεθεί επικεφαλής των όλως στοιχείων κι άλλοι κατανεμήθηκαν στην επιστασία των επιμέρους πραγμάτων. (…) Επικρατεί λοιπόν πόλεμος στα γένη αυτά και διαίρεση των κάθε λογής δυνάμεων, και αμοιβαία οικειότητα και αποξένωση, όπως και μερισμός της ταυτοπάθειας προς τα διοικούμενα, και αντιθέσεις εκφρασμένες με το λόγο, και σκωπτικές αντιμετωπίσεις, και όλα τα παρόμοια που είναι λογικό να εμφανίζονται στα κατώτερα στρώματα των θείων διακοσμήσεων. Για τούτο και οι μύθοι, όταν αναφέρονται στις δυνάμεις αυτές που εξεγείρονται και αντιδικούν μεταξύ τους για τα αντικείμενα της πρόνοιας τους, δεν απέχουν πολύ από την αλήθεια γι’ αυτά. Διότι τα πάθη των διοικουμένων ανάγονται αμέσως και ευθέως στις ίδιες αυτές δυνάμεις.
Συνοψίζοντας: βλέπουμε τον διττό χαρακτήρα της διανοητικής συλλήψεως των θεόπνευστων ποιητών στα περί πολέμων θρυλούμενά τους˙ η μία έχει να κάνει με τις δύο καθολικές αρχές τις οποίες παρήγαγε η υπερβατική του Ενός αιτία των πάντων, που εννοεί ως εύτακτη τη διαίρεση των θεϊκών γενών και υπάγει την εναντίωση εκείνων στο πνεύμα της αντίθεση αυτών (…) η άλλη ανάγει τη διάσταση αυτή από την εναντίωση στην εσχατιά της περιοχής των όντων και την ποικιλία προς τους ίδιους τους άμεσους επικεφαλής τους, κάνοντας την παραδοχή ότι οι θεοί προχωρούν κατ’ αυτό τον τρόπο προς την ένυλο φύση όπου και μερίζονται και αλληλομάχονται˙ έτσι, όποιος παρακολουθεί συστηματικά, θα καταλάβει ότι αυτή θέλει να δηλώσει ο ποιητής όταν λέγει:
Τότε που ο βροντόφωνος Ζευς
κάθισε τον Κρόνο κάτω από τη γη….(Βλ Όμηρος «Ιλιάς» Ξ 203)
Και σε άλλο σημείο που αναφέρεται στον Τυφώνα:
Η γη στέναζε κάτω από τον Δία που χαίρεται να ρίχνει κεραυνούς
στην οργή του πάνω, κάθε φορά που γύρω από τον Τυφωέα μαστιγώνει
το έδαφος στους Αρίμους, όπου είναι του Τυφωέα η κατοικία…..(Βλ Όμηρος «Ιλιάς» Β 781)
Πραγματικά, σε όλα τούτα υπαινίσσεται χωρίς αμφιβολία το πόλεμο των Τιτάνων εναντίον του Διός και αυτές που οι ορφικοί ονομάζουν «καταβυθίσεις στα Τάρταρα». Ιδιαιτέρως πάλι εκεί που παρουσιάζει σύμφωνα με τη δεύτερη υπεροχή τους θεούς να πολεμούν μεταξύ τους και να αντιδικούν για τις υποθέσεις των ανθρώπων (…) δείχνει την ταυτοπάθειά τους προς τα υποδεέστερα, με το να μεταφέρει τη διαιρεμένη ζωή, τη μάχη και την αντίθεση από εκείνους προς αυτά (όπως και ο Ορφεύς συνέδεσε με τα αγάλματα του Διονύσου τις συνθέσεις, τις διαιρέσεις και τους θρήνους, αποδίδοντας όλα τούτα από τα αντικείμενα της πρόνοιας προς εκείνα)˙ όσο για τη συγγένεια των μεριστών τούτων πνευμάτων με τις σειρές από τις οποίες προήλθαν, την παρουσιάζει χρησιμοποιώντας αφ’ ενός τα ίδια ονόματα με τα οποία ύμνησε τις υπερβατικές των υλικών πραγμάτων δυνάμεις και αφ’ ετέρου τους αριθμούς και τα σχήματα που ταιριάζουν στους κόσμους συνολικά. Πραγματικά, αυτοί που παίρνουν μέρος στον πόλεμο είναι έντεκά, κατά μίμηση της στρατιάς των θεών και δαιμόνων που ακολουθεί τον Δία και που είναι οργανωμένη σε έντεκα μέρη. Από αυτούς, οι επικεφαλής της ανωτέρας σειράς συνέχονται από τη πεντάδα (…), ενώ οι εποπτεύοντες την ασθενέστερη μερίδα των υλικών πραγμάτων προχωρούν στη βάση της εξάδας, κατέχοντας τη δυνατότητα για ολοκλήρωση των αντικειμένων της πρόνοιάς τους λόγω του οικείου αριθμού, υπολειπόμενοι όμως ως προς το άρτιο και το συγγενικό με την κατώτερη φύση των πρότερών τους. Δεν θα ήταν παράξενο λοιπόν ακόμα κι αν κάποιος αποκαλούσε τους θεούς τα γένη αυτά λόγω της συγγένειάς τους με τους ηγεμόνες και τους παρουσίαζε να πολεμούν λόγω της άμεσης κηδεμονίας τους επί των εδώ πραγμάτων. Η αντίθεση λοιπόν του Ποσειδώνα και του Απόλλωνα φέρνει μπροστά τη φαινομενική εναντίωση όλων των μεγεθών του υποσελήνιου κόσμου (γι’ αυτό και δεν μάχονται οι θεοί τούτοι˙ διότι τα εντός αυτών μερικά σώζονται από τα ολικά, καθ’ όσον χρόνο υπάρχουν), ενώ η αντίθεση της Ήρας και της Άρτεμης παριστά τη διαίρεση των εδώ ψυχών, λογικών ή άλογων, χωριστών ή αχώριστων, υπερφυσικών ή φυσικών, όπου η μία είναι αιτία των ανωτέρων(Ήρα), ενώ η άλλη γεννά τα κατώτερα και τα φέρνει στο φως(Άρτεμης). Η αντίθεση εξάλλου της Αθηνάς και του Άρη παριστά τη διάκριση κάθε γενεσιουργού πολέμου (σημ. δική μου βλ Ηράκλειτος «πόλεμος πατήρ πάντων μεν εστί») στη νοητική πρόνοιά τους και σ’ αυτή που εκδηλώνεται μέσω της ανάγκης, όπου η Αθηνά καθοδηγεί νοητικά τους αντιπάλους, ενώ ο Άρης ενισχύει τις φυσικές δυνάμεις και ξεσηκώνει τον έναν εναντίον του άλλου. Η αντίθεση πάλι του Ερμή και της Λητώς δηλώνει την κάθε είδους διαφορά των ψυχών ως προς τις γνωστικές και ζωτικές κινήσεις τους, όπου εκείνος τελειοποιεί τις γνώσεις κι εκείνη τις ζωές, μολονότι πολλές φορές αυτές βρίσκονται σε διάσταση μεταξύ τους και αντιμετωπίζονται με αμοιβαία αντιπαλότητα. Απομένει η αντίθεση του Ηφαίστου και του ποταμού Ξάνθου, που διευθετεί με τον πρέποντα τρόπο τις αντίπαλες αρχές της σωματικής σύστασης στο σύνολό της, όπου ο Ήφαιστος οργανώνει τις δυνάμεις της θερμότητας και της ξηρότητας και ο Ξάνθος αυτές της ψυχρότητας και της υγρότητας, από τις οποίες συμπληρώνεται η γένεση συνολικά. Δεδομένου όμως ότι είναι αναγκαίο όλες οι αντιθέσεις να καταλήγουν σε αμοιβαία συμφωνία, υπάρχει η Αφροδίτη, όπως είπαμε, που δημιουργεί φιλία(=αγάπη) μεταξύ των αντιτιθεμένων, ως σύμμαχος των κατωτέρων, διότι αυτά κατεξοχήν κοσμούνται και γίνονται ανάλογα και αντίστοιχα με τα καλύτερα από τα αντίθετά τους…………………………………………(Βλ Πρόκλος «Εις τας Πολιτείας Πλάτωνος Υπόμνημα» 88 – 96)
Η απόδοση είναι από τις εκδόσεις Κάκτος.
Όσοι γνωρίζουν αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Φιλοσόφων που επεξηγούν τους μύθους, αν θέλουν ας τα παραθέσουν για να έχουμε μία ορθή εικόνα για τη Μυθολογία.
Θα παραθέτω μόνο την νεοελληνική απόδοση (στην οποία έχω κάνει όπου θεωρώ σωστό μερικές αλλάγες στο γραμματικό περιεχόμενο), δίοτι σε μερικά είναι υπερβολικά μεγάλο το να βάλω και το αρχαίο απόσπασμα.
ΠΕΡΙ ΘΕΟΜΑΧΙΑΣ
Αν όμως πρέπει να εξετάσουμε όσα λέγονται για τους θεούς σε σχέση με την πρόνοιά τους και τη φύση των αντικειμένων της πρόνοιας αυτής, είμαι της γνώμης ότι πρέπει να ερμηνεύσουμε τη μυθολογούμενη αντίθεση που υπάρχει μεταξύ τους με αυτόν περίπου τον τρόπο.
Οι ξεχωριστές πρόοδοι όλων των όντων και οι διακρίσεις ως προς την ουσία τους αρχίζουν με ένα και μοναδικό τρόπο εκ των άνω, από τη γνωστικά απροσπέλαστη σε όλους διαίρεση των πρωταρχικών αιτιών, και διαφοροποιούνται η μία από την άλλη καθώς υπάρχουν σύμφωνα με τις αρχές που είναι απλωμένες πάνω από τα πάντα. Άλλες είναι εξαρτημένες από την ενοποιό μονάδα του πέρατος και προσδιορίζουν την υπόσταση τους γύρω από εκείνη, και άλλες από την ανεξάλειπτη δύναμη της γενεσιουργού των πάντων απειρότητας, καθώς προσδέχονται την αιτία που δημιουργεί το πλήθος και τις προόδους, στην περιοχή της οποίας τοποθετούν την ύπαρξη τους. Καθ’ ον τρόπον λοιπόν οι πρώτες αρχές των όντων διαφοροποιήθηκαν μεταξύ τους, κατά τον ίδιο τρόπο και όλα τα θεϊκά γένη και τα όντως όντα έλαβαν τη βαθμιαία πρόοδο τους, οριοθετημένη αμοιβαίως. Έτσι άλλα από αυτά έχουν τον πρώτο ρόλο ως προς την ένωση με τα δεύτερα και άλλα παρέχουν τη δύναμη για να συμβεί ο διαχωρισμός. Συνεπώς, τα μεν είναι οι αιτίες για την επιστροφή προς τα πρότερα καθώς συνωθούν το πλήθος τους προς τις οικίες αρχές, ενώ τα δε διαφορίζουν την πρόοδο και την πιο υποβιβασμένη γέννηση που προκύπτει από τις αρχές επιπλέον, τα μεν είναι αυτά που χορηγούν τη γεννητική αφθονία στα υποδεέστερα, ενώ τα δε είναι αυτά που παρέχουν την αμετάβλητη και αγνή καθαρότητα και τα μεν συνδέουν την αιτία των χωριστών αγαθών με τον εαυτό τους, ενώ τα δε κάνουν το ίδιο για όσα υποστασιοποιούνται μαζί τους σε σχέση με τα υποκείμενα της μέθεξης. Για τούτο και η εναντίωση αυτή των γενών παίρνει διάφορες αποχρώσεις σε όλους τους κόσμους του όντος. Αποτέλεσμα είναι ότι η στάση, από τη μία, που εγκαθιστά με μονιμότητα και σταθερότητα τα όντα στον εαυτό τους, αντίκειται στις δυνάμεις της κίνησης ,που είναι γεμάτες από δραστηριότητα και ζωή, ενώ, από την άλλη, ότι η σύμφυτη της ταυτότητας επαφή και κοινότητα αντιδιαστέλλεται μορφολογικά προς τις διακρίσεις της ετερότητας. Το γένος πάλι της ομοιότητας κατέχει αναλογικά την αντίθετη τάξη προς αυτό της ανομοιότητας, και το ίδιο συμβαίνει με το γένος της ισότητας ως προς την ανισότητα. Οι διαιρέσεις όλων αυτών προσδιορίζονται εκ των άνω, από την αρχική δυάδα, σύμφωνα με την οποία καθένα από τα όντα διακρίνεται ως προς τα οικεία του όρια και, άπαξ και αντιδιασταλλούν, προχωρούν αμοιβαίως από τα γενεσιουργά τους αίτια, ώσπου, με την επαφή του ενός με το άλλο, δημιουργούν την ποικιλία των κατώτερων πραγμάτων. Δεν υπάρχει λοιπόν πια τίποτε το παράδοξο, αν οι μυθοπλάστες συνέλαβαν ότι και οι ίδιοι οι θεοί και τα πρωταρχικά ανάμεσα στα όντα διέπονται από μιαν ανάλογη εναντίωση και την υπαινίσσονται μέσω των πολέμων προς τους ακροατές τους, δεδομένου ότι τα θεϊκά γένη τελούν μεν σε διαρκή και αμοιβαία ένωση, στηρίζοντας όμως στον εαυτό τους την ενότητα ταυτόχρονα και την ασύγχητη διάκριση.
Νομίζω βέβαια ότι μπορούμε να πούμε ότι οι θεοί συμφύονται ο ένας με τον άλλο κατά τρόπο αμέριστο και ότι υποστασιοποιούνται ο ένας στον άλλον κατά τρόπο ενοποιητικό, ενώ οι πρόοδοι τους στο σύμπαν και οι μεταδόσεις των ιδιοτήτων τους προς όσα μετέχουν σ’ αυτούς διαιρούνται και γίνονται μεριστές, οπότε και πληρούνται από την εναντίωση, καθώς τα αντικείμενα της πρόνοιας τους δεν έχουν τη δυνατότητα να δεχτούν αμέριστες τις δυνάμεις που έρχονται από την ανώτερη περιοχή και τις πολύμορφες εκλάμψεις τους. Επιπλέον, οι τελευταίες βαθμίδες που εξαρτώνται αμέσως από τα θεϊκά όντα, καθώς η γέννηση τους συμβαίνει μακριά από τα πρωταρχικά αίτια, ενώ είναι συνεχόμενες προς τα διοικούμενα και έχουν σχεδόν υλικό χαρακτήρα, μετέχουν σε κάθε λογής αντίθεση και διαχωρισμό και βρίσκονται επικεφαλής των υλικών πραγμάτων κατά τρόπο μεριστό, κατά τεμαχίζοντας και διαιρώντας τις δυνάμεις που ήδη από πριν έχουν υποστασιοιποιηθεί κατά τρόπο ενιαίο και αμέριστο μέσα στις δικές τους πρωταρχικές δημιουργικές αιτίες.
Καθώς λοιπόν τέτοιοι και τόσοι τρόποι υπάρχουν και λέγονται, σύμφωνα με τους οποίους οι μυστικές ρήσεις των θεολόγων ανάγουν συνήθως τον πόλεμο στους ίδιους ε γενών κατά τις πρώτιστες αρχές των πάντων. Διότι οι μύθοι κρύβοντας την αλήθεια λένε ότι μάχονται και πολεμούν μεταξύ τους αντιτιθέμενα τα ανυψωτικά προς τα διαχωριστικά, τα ενοποιητικά προς όσα πολλαπλασιάζουν την πρόοδο των όντων, τα α ολικά προς όσα δημιουργούν επιμεριστικά, και τα εξελικτικά προς τα πρώτα των επιμέρους. Εξ ου και λένε, νομίζω, ότι οι Τιτάνες ανταγωνίζονται με τον Διόνυσο και οι Γίγαντες με τον Δία διότι στους μεν, καθόσον πρόκειται για δημιουργούς πρότερους του κόσμου, ταιριάζει η ένωση και η αμέριστη δημιουργία, είναι κάτι ολικό πριν από το επιμέρους, σε αντίθεση με τους άλλους που οδηγούν τις δημιουργικές δυνάμεις προς την πολλότητα, διοικούν με τρόπο μεριστό τα εντός του σύμπαντος και είναι άμεσοι γεννήτορες των υλικών πραγμάτων. Όσο όμως για τους περί θεών μύθους του Ομήρου, πρέπει να εννοήσουμε ότι τα σχετικά με τους πολέμους των θεών τα πλάθει με βάση τον άλλο τρόπο. Πρώτα απ’ όλα, δηλαδή, εξαιρεί τη δημιουργική μονάδα από το πλήθος των θεών και δεν την περιγράφει ούτε ως πορευόμενη προς τη γενεσιουργό αντίθεση ούτε σαν κάτι που βρίσκεται αντιμέτωπο της, αλλά, με δεδομένο ότι αυτή είναι σταθερά εγκατεστημένη στον εαυτό της,ο αριθμός των θεών που προέρχονται από αυτή, όντας σταθερός και ταυτόχρονα κινούμενος προς το σύμπαν, λέγεται ότι επιμερίζεται στη σφαίρα της πρόνοιας των εγκόσμιων πραγμάτων. Στη συνέχεια, προκειμένου και για τους θεούς που έχουν προέλθει από τον πατέρα, αυτούς που παρέμειναν στον πατέρα και δεν έχουν χωριστεί από την οικεία τους μονάδα-για τους οποίους η ποίηση λέει ότι εδράζονται <<μέσα στον Δία>> και προνοούν υπερβατικώς για τα πάντα μαζί με τον πατέρα-, ο μύθος δεν επιτρέπει ούτε φαινομενικώς να πολεμούν ή να αντιπαρατίθενται ο ένας στον άλλο. Για εκείνους όμως που κατεβαίνουν από εκεί και σχηματίζουν πολλαπλές βαθμίδες, αποκτούν μερικότερο χαρακτήρα, βρίσκονται σε άμεση επαφή με τα διοικούμενα και συναπαρτίζουν στρατιές αγγέλων ή δαιμόνων, λόγω του μεγάλου βαθμού ταυτοπάθειας προς τα υποδεέστερα και του μερισμού των κλήρων της πρόνοιας τους, παραδίδει ότι μάχονται ο ένας με τον άλλο.
Με αυτούς, όπως νομίζω, είναι κατά κάποιο τρόπο πιο συγγενικά τα πάθη των αντικειμένων της πρόνοιας, τα χτυπήματα, οι ρίψεις και οι αντιπαραθέσεις δεν απέχουν από τον κόσμο τους, ενώ η μεριστή δημιουργία των δευτέρων και η κατακερματισμένη πρόνοια ταιριάζουν στις δυνάμεις του είδους αυτού, και όχι στις αρχηγικές και τις υπερβατικές, χωριστές αιτίες όλων των αντικειμένων της πρόνοιας. Επειδή όμως και οι αγγελικές βαθμίδες των ανώτερων γενών εξαρτώνται από τη θεϊκή ηγεμονία και διατηρούν, έστω μέσα στη μερικότητα και την πολλότητα, τις ιδιότητες των καθηγεμόν ων τους, αποκαλούνται με τα ονόματα εκείνων και, στη βάση της αναλογίας τους προς τα πρωταρχικά, μοιάζουν σε γενικές γραμμές να ταυτίζονται προς τα ολικότερα τους και να προέρχονται από αυτά. Και τούτο, το να αποκαλούνται δηλαδή με το ίδιο όνομα και οι ηγεμόνες και οι ακόλουθοι τους, δεν είναι των ελληνικών μόνο μύθων τέχνημα για λόγους αποκρύψεως, αλλά απαντά και στην παράδοση των βαρβαρικών τελετών.
Πραγματικά, όταν καλούνται οι συνδεδεμένοι με τους θεούς άγγελοι, λέγεται ότι τους αρέσει ιδιαίτερα ν’ ακούνε τις ονομασίες των θεών και περιβάλλονται τα οχήματα των ηγετών της βαθμίδας τους και αποκαλύπτουν στους ιερείς των τελετών τον εαυτό τους στη θέση των θεών. Αν λοιπόν ανάγουμε σε άλλες τάξεις δεύτερες και εφαπτόμενες των επιμέρους και υλικών πραγμάτων την Αθηνά, την Ήρα, και τον Ήφαιστο, όταν πολεμούν στην κατώτερη περιοχή της γέννησης, και το ίδιο τη Λητώ, την Άρτεμη και τον ποταμό Ξάνθο, η κοινότητα των ονομάτων δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Και τούτο διότι κάθε σειρά αποδίδεται με την ονομασία της μονάδας, όπως και στα επιμέρους πνεύματα είναι αρεστό να δέχονται την ίδια ονομασία με τα ολικά. Εξ ου οι πολλοί και ποικίλοι Απόλλωνες, Ποσειδώνες και Ήφαιστοι, από τους οποίους άλλοι είναι χωρισμένοι από το σύμπαν(παν εις το αρχαίο), άλλοι έλαβαν κλήρο στον ουρανό, άλλοι έχουν τεθεί επικεφαλής των όλως στοιχείων κι άλλοι κατανεμήθηκαν στην επιστασία των επιμέρους πραγμάτων. (…) Επικρατεί λοιπόν πόλεμος στα γένη αυτά και διαίρεση των κάθε λογής δυνάμεων, και αμοιβαία οικειότητα και αποξένωση, όπως και μερισμός της ταυτοπάθειας προς τα διοικούμενα, και αντιθέσεις εκφρασμένες με το λόγο, και σκωπτικές αντιμετωπίσεις, και όλα τα παρόμοια που είναι λογικό να εμφανίζονται στα κατώτερα στρώματα των θείων διακοσμήσεων. Για τούτο και οι μύθοι, όταν αναφέρονται στις δυνάμεις αυτές που εξεγείρονται και αντιδικούν μεταξύ τους για τα αντικείμενα της πρόνοιας τους, δεν απέχουν πολύ από την αλήθεια γι’ αυτά. Διότι τα πάθη των διοικουμένων ανάγονται αμέσως και ευθέως στις ίδιες αυτές δυνάμεις.
Συνοψίζοντας: βλέπουμε τον διττό χαρακτήρα της διανοητικής συλλήψεως των θεόπνευστων ποιητών στα περί πολέμων θρυλούμενά τους˙ η μία έχει να κάνει με τις δύο καθολικές αρχές τις οποίες παρήγαγε η υπερβατική του Ενός αιτία των πάντων, που εννοεί ως εύτακτη τη διαίρεση των θεϊκών γενών και υπάγει την εναντίωση εκείνων στο πνεύμα της αντίθεση αυτών (…) η άλλη ανάγει τη διάσταση αυτή από την εναντίωση στην εσχατιά της περιοχής των όντων και την ποικιλία προς τους ίδιους τους άμεσους επικεφαλής τους, κάνοντας την παραδοχή ότι οι θεοί προχωρούν κατ’ αυτό τον τρόπο προς την ένυλο φύση όπου και μερίζονται και αλληλομάχονται˙ έτσι, όποιος παρακολουθεί συστηματικά, θα καταλάβει ότι αυτή θέλει να δηλώσει ο ποιητής όταν λέγει:
Τότε που ο βροντόφωνος Ζευς
κάθισε τον Κρόνο κάτω από τη γη….(Βλ Όμηρος «Ιλιάς» Ξ 203)
Και σε άλλο σημείο που αναφέρεται στον Τυφώνα:
Η γη στέναζε κάτω από τον Δία που χαίρεται να ρίχνει κεραυνούς
στην οργή του πάνω, κάθε φορά που γύρω από τον Τυφωέα μαστιγώνει
το έδαφος στους Αρίμους, όπου είναι του Τυφωέα η κατοικία…..(Βλ Όμηρος «Ιλιάς» Β 781)
Πραγματικά, σε όλα τούτα υπαινίσσεται χωρίς αμφιβολία το πόλεμο των Τιτάνων εναντίον του Διός και αυτές που οι ορφικοί ονομάζουν «καταβυθίσεις στα Τάρταρα». Ιδιαιτέρως πάλι εκεί που παρουσιάζει σύμφωνα με τη δεύτερη υπεροχή τους θεούς να πολεμούν μεταξύ τους και να αντιδικούν για τις υποθέσεις των ανθρώπων (…) δείχνει την ταυτοπάθειά τους προς τα υποδεέστερα, με το να μεταφέρει τη διαιρεμένη ζωή, τη μάχη και την αντίθεση από εκείνους προς αυτά (όπως και ο Ορφεύς συνέδεσε με τα αγάλματα του Διονύσου τις συνθέσεις, τις διαιρέσεις και τους θρήνους, αποδίδοντας όλα τούτα από τα αντικείμενα της πρόνοιας προς εκείνα)˙ όσο για τη συγγένεια των μεριστών τούτων πνευμάτων με τις σειρές από τις οποίες προήλθαν, την παρουσιάζει χρησιμοποιώντας αφ’ ενός τα ίδια ονόματα με τα οποία ύμνησε τις υπερβατικές των υλικών πραγμάτων δυνάμεις και αφ’ ετέρου τους αριθμούς και τα σχήματα που ταιριάζουν στους κόσμους συνολικά. Πραγματικά, αυτοί που παίρνουν μέρος στον πόλεμο είναι έντεκά, κατά μίμηση της στρατιάς των θεών και δαιμόνων που ακολουθεί τον Δία και που είναι οργανωμένη σε έντεκα μέρη. Από αυτούς, οι επικεφαλής της ανωτέρας σειράς συνέχονται από τη πεντάδα (…), ενώ οι εποπτεύοντες την ασθενέστερη μερίδα των υλικών πραγμάτων προχωρούν στη βάση της εξάδας, κατέχοντας τη δυνατότητα για ολοκλήρωση των αντικειμένων της πρόνοιάς τους λόγω του οικείου αριθμού, υπολειπόμενοι όμως ως προς το άρτιο και το συγγενικό με την κατώτερη φύση των πρότερών τους. Δεν θα ήταν παράξενο λοιπόν ακόμα κι αν κάποιος αποκαλούσε τους θεούς τα γένη αυτά λόγω της συγγένειάς τους με τους ηγεμόνες και τους παρουσίαζε να πολεμούν λόγω της άμεσης κηδεμονίας τους επί των εδώ πραγμάτων. Η αντίθεση λοιπόν του Ποσειδώνα και του Απόλλωνα φέρνει μπροστά τη φαινομενική εναντίωση όλων των μεγεθών του υποσελήνιου κόσμου (γι’ αυτό και δεν μάχονται οι θεοί τούτοι˙ διότι τα εντός αυτών μερικά σώζονται από τα ολικά, καθ’ όσον χρόνο υπάρχουν), ενώ η αντίθεση της Ήρας και της Άρτεμης παριστά τη διαίρεση των εδώ ψυχών, λογικών ή άλογων, χωριστών ή αχώριστων, υπερφυσικών ή φυσικών, όπου η μία είναι αιτία των ανωτέρων(Ήρα), ενώ η άλλη γεννά τα κατώτερα και τα φέρνει στο φως(Άρτεμης). Η αντίθεση εξάλλου της Αθηνάς και του Άρη παριστά τη διάκριση κάθε γενεσιουργού πολέμου (σημ. δική μου βλ Ηράκλειτος «πόλεμος πατήρ πάντων μεν εστί») στη νοητική πρόνοιά τους και σ’ αυτή που εκδηλώνεται μέσω της ανάγκης, όπου η Αθηνά καθοδηγεί νοητικά τους αντιπάλους, ενώ ο Άρης ενισχύει τις φυσικές δυνάμεις και ξεσηκώνει τον έναν εναντίον του άλλου. Η αντίθεση πάλι του Ερμή και της Λητώς δηλώνει την κάθε είδους διαφορά των ψυχών ως προς τις γνωστικές και ζωτικές κινήσεις τους, όπου εκείνος τελειοποιεί τις γνώσεις κι εκείνη τις ζωές, μολονότι πολλές φορές αυτές βρίσκονται σε διάσταση μεταξύ τους και αντιμετωπίζονται με αμοιβαία αντιπαλότητα. Απομένει η αντίθεση του Ηφαίστου και του ποταμού Ξάνθου, που διευθετεί με τον πρέποντα τρόπο τις αντίπαλες αρχές της σωματικής σύστασης στο σύνολό της, όπου ο Ήφαιστος οργανώνει τις δυνάμεις της θερμότητας και της ξηρότητας και ο Ξάνθος αυτές της ψυχρότητας και της υγρότητας, από τις οποίες συμπληρώνεται η γένεση συνολικά. Δεδομένου όμως ότι είναι αναγκαίο όλες οι αντιθέσεις να καταλήγουν σε αμοιβαία συμφωνία, υπάρχει η Αφροδίτη, όπως είπαμε, που δημιουργεί φιλία(=αγάπη) μεταξύ των αντιτιθεμένων, ως σύμμαχος των κατωτέρων, διότι αυτά κατεξοχήν κοσμούνται και γίνονται ανάλογα και αντίστοιχα με τα καλύτερα από τα αντίθετά τους…………………………………………(Βλ Πρόκλος «Εις τας Πολιτείας Πλάτωνος Υπόμνημα» 88 – 96)
Η απόδοση είναι από τις εκδόσεις Κάκτος.
...............Ψυχή που εμφυσά τη δύναμη του Πυρός, μου έχει έρθει, και ανοίγοντας το Νου, ανυψώνεται πυρσοέλικτη εις τον Αιθέρα αντηχόντας τους πολύαστρους αθανάτους κύκλους της...............
Πώς ο Ζευς έρχεται σε έριδα με τους Θεούς μέσω της Θέμιδος.
Ο Ζευς είναι μονάδα του συνόλου πλήθους των εγκοσμίων θεών και μπορεί και να παράγει τους πάντες από τον εαυτό του και να τους οδηγήσει σε επιστροφή προς τον εαυτό του. Δεδομένου ότι η ενέργειά του που κατευθύνεται προς το πλήθος έχει διττό χαρακτήρα, αφ’ ενός ως επιστροφή και αφ’ ετέρου ως κίνηση προς την πρόνοια για τα υποδεέστερα, η ποίηση καταγράφει δύο είδη λόγων του Διός προς τους θεούς. Σύμφωνα λοιπόν με το πρώτο είδος, μεταδίδοντας την ανόθευτη καθαρότητα, βρίσκεται ως υπόβαθρο κάτω από τους πολλούς θεούς ο ένας και καθολικός δημιουργός και τους παρέχει τις χωριστές και ανεξάρτητες δυνάμεις για όλη την κοσμική διαίρεση˙ εξ ου και η προτροπή του προς όλους τους θεούς να απέχουν από τον πόλεμο και τις αντιθέσεις των εγκοσμίων πραγμάτων. Με το δεύτερο είδος εξάλλου τους κινεί κατά κάποιο τρόπο προς την πρόνοια για τα υποδεέστερα και αφήνει να κινηθούν προς το σύμπαν οι διαιρεμένες πρόοδοί τους, ώστε η συνοχή τους να μην οφείλεται μόνο στον ένα δημιουργικό νου, τον οποίο, όπως λέει η ποίηση, ούτε να αντιπαρέλθουν μπορούν ούτε να ξεπεράσουν, αλλά η ενέργειά τους προς τα αντικείμενα της πρόνοιας να διέπεται και από τους δικούς τους ιδιαίτερους χαρακτήρες. Για τούτο και λέει ο Ζευς:
Να βοηθάτε και τους δύο, κατά την κρίση του καθενός σας….(Βλ Όμηρος «Ιλιάς» Υ 26)
Επειδή όμως και οι πρόοδοι των θεών δεν είναι αποχωρισμένες από τη δημιουργική μονάδα, η Θέμις καταρχάς προκαλεί την επιστροφή τους προς εκείνη:
Ο Ζευς διέταξε τη Θέμιδα να καλέσει τους θεούς σε συνέλευση…(Βλ Όμηρος «Ιλιάς» Υ 4)
ώστε στην εκδήλωση της πρόνοιάς τους να ενεργούν σύμφωνα με τη βούληση του πατέρα και την κρίση της Θέμιδος. Ο ποιητής βέβαια μας παρέδωσε διαιρεμένες τις δημηγορίες του καθολικού δημιουργού προς τους νέους θεούς˙ ο «ΤΙΜΑΙΟΣ» ( στο 41a), ωστόσο, τον παρουσιάζει να ενοποιεί το πλήθος και να το στρέφει προς τον εαυτό του, παρακινώντας το προς την πρόνοια για τους θνητούς, για να κυβερνήσουν με δικαιοσύνη όλα τα κατώτερα σε σχέση με τη γένεσή τους. Τα παραπάνω δεν έχουν καμία διαφορά από το να τους κινεί προς τον πόλεμο και μέσω της Θέμιδος να τους συγκεντρώνει προς τον εαυτό του. Πραγματικά, οι επικεφαλής της γενεσιουργού φύσεως κυβερνούν το πόλεμο που διεξάγεται στην ύλη, και όσοι ενεργούν σύμφωνα με τη δικαιοσύνη εξαρτώνται συνολικά από τη Θέμιδα, της οποίας τέκνο είναι η Δίκη, και μιμούνται τον ένα και μοναδικό δημιουργικό νου, για τον οποίο δεν είναι επιτρεπτό να κάνει οτιδήποτε άλλο εκτός από το κάλλιστο, όπως αναφέρει κάπου ο «ΤΙΜΑΙΟΣ» ( στο 30a)…………………………………..(Βλ Πρόκλος «Εις τας Πολιτείας Πλάτωνος Υπόμνημα 106 – 108)
Ο Ζευς είναι μονάδα του συνόλου πλήθους των εγκοσμίων θεών και μπορεί και να παράγει τους πάντες από τον εαυτό του και να τους οδηγήσει σε επιστροφή προς τον εαυτό του. Δεδομένου ότι η ενέργειά του που κατευθύνεται προς το πλήθος έχει διττό χαρακτήρα, αφ’ ενός ως επιστροφή και αφ’ ετέρου ως κίνηση προς την πρόνοια για τα υποδεέστερα, η ποίηση καταγράφει δύο είδη λόγων του Διός προς τους θεούς. Σύμφωνα λοιπόν με το πρώτο είδος, μεταδίδοντας την ανόθευτη καθαρότητα, βρίσκεται ως υπόβαθρο κάτω από τους πολλούς θεούς ο ένας και καθολικός δημιουργός και τους παρέχει τις χωριστές και ανεξάρτητες δυνάμεις για όλη την κοσμική διαίρεση˙ εξ ου και η προτροπή του προς όλους τους θεούς να απέχουν από τον πόλεμο και τις αντιθέσεις των εγκοσμίων πραγμάτων. Με το δεύτερο είδος εξάλλου τους κινεί κατά κάποιο τρόπο προς την πρόνοια για τα υποδεέστερα και αφήνει να κινηθούν προς το σύμπαν οι διαιρεμένες πρόοδοί τους, ώστε η συνοχή τους να μην οφείλεται μόνο στον ένα δημιουργικό νου, τον οποίο, όπως λέει η ποίηση, ούτε να αντιπαρέλθουν μπορούν ούτε να ξεπεράσουν, αλλά η ενέργειά τους προς τα αντικείμενα της πρόνοιας να διέπεται και από τους δικούς τους ιδιαίτερους χαρακτήρες. Για τούτο και λέει ο Ζευς:
Να βοηθάτε και τους δύο, κατά την κρίση του καθενός σας….(Βλ Όμηρος «Ιλιάς» Υ 26)
Επειδή όμως και οι πρόοδοι των θεών δεν είναι αποχωρισμένες από τη δημιουργική μονάδα, η Θέμις καταρχάς προκαλεί την επιστροφή τους προς εκείνη:
Ο Ζευς διέταξε τη Θέμιδα να καλέσει τους θεούς σε συνέλευση…(Βλ Όμηρος «Ιλιάς» Υ 4)
ώστε στην εκδήλωση της πρόνοιάς τους να ενεργούν σύμφωνα με τη βούληση του πατέρα και την κρίση της Θέμιδος. Ο ποιητής βέβαια μας παρέδωσε διαιρεμένες τις δημηγορίες του καθολικού δημιουργού προς τους νέους θεούς˙ ο «ΤΙΜΑΙΟΣ» ( στο 41a), ωστόσο, τον παρουσιάζει να ενοποιεί το πλήθος και να το στρέφει προς τον εαυτό του, παρακινώντας το προς την πρόνοια για τους θνητούς, για να κυβερνήσουν με δικαιοσύνη όλα τα κατώτερα σε σχέση με τη γένεσή τους. Τα παραπάνω δεν έχουν καμία διαφορά από το να τους κινεί προς τον πόλεμο και μέσω της Θέμιδος να τους συγκεντρώνει προς τον εαυτό του. Πραγματικά, οι επικεφαλής της γενεσιουργού φύσεως κυβερνούν το πόλεμο που διεξάγεται στην ύλη, και όσοι ενεργούν σύμφωνα με τη δικαιοσύνη εξαρτώνται συνολικά από τη Θέμιδα, της οποίας τέκνο είναι η Δίκη, και μιμούνται τον ένα και μοναδικό δημιουργικό νου, για τον οποίο δεν είναι επιτρεπτό να κάνει οτιδήποτε άλλο εκτός από το κάλλιστο, όπως αναφέρει κάπου ο «ΤΙΜΑΙΟΣ» ( στο 30a)…………………………………..(Βλ Πρόκλος «Εις τας Πολιτείας Πλάτωνος Υπόμνημα 106 – 108)
...............Ψυχή που εμφυσά τη δύναμη του Πυρός, μου έχει έρθει, και ανοίγοντας το Νου, ανυψώνεται πυρσοέλικτη εις τον Αιθέρα αντηχόντας τους πολύαστρους αθανάτους κύκλους της...............
ΠΕΡΙ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ ΚΡΟΝΟΥ
Κάθε Νους ή είναι ακίνητος, οπότε είναι νοητός ως ανώτερος της κινήσεως, ή κινείται, οπότε είναι νοερός-νοητικός, ή και τα δύο, οπότε είναι νοητός και νοερός-νοητικός ταυτόχρονα. Και ο πρώτος είναι ο Φάνης, ο δεύτερός - που και κινείται και ακινητεί - ο Ουρανός, και αυτός που μόνο κινείται είναι ο Κρόνος.
Τον Κρόνο, λόγω της αμερίστης, ενιαίας, πατρικής και αγαθοερού φύσης του μεταξύ των νοερών-νοητικών, μερικοί των ταυτίζουν με τη μία αιτία των πάντων, χωρίς να το λένε σωστά· δίοτι είναι απλώς ανάλογός της, όπως και ο Ορφέας αποκαλεί την πρώτη αιτία των πάντων "Χρόνο", με το ίδιο σχεδόν όνομα με τον Κρόνο, και οι "θεοπαράδοτοι χρησμοί" τη θεότητα αυτή τη χαρακτηρίζουν με το "άπαξ", λέγοντας "άπαξ επέκεινα", διότι το "άπαξ" συγγενεύει με το Εν.(σημ. το άπαξ είναι το αριθμητικο επιρρημα του εις[=ένας])
Ο Ουρανός, ο πατέρας του Κρόνου, είναι Νους που νοεί και τον εαυτό του, ενωμένος με τα πρωταρχικά νοητά, εγκατεστημένος σταθερά στην περιοχή τους και συνεκτικός όλων των νοερών-νοητικών κόσμων μέσω της παραμόνης του στη νοητή ένωση. Ο Θεός τούτος είναι συνεκτικός, όπως ο Κρόνος είναι διαχωριστικός, και για το λόγο αυτό πατέρας· διότι τα συνεκτικά αίτια προηγούνται των διαχωριστικών, και τα νοητά και ταυτόχρονα νοερά-νοητικά προηγούνται των απλώς νοητικων. Έτσι λοιπόν και ο Ουρανός, όντας συνεκτικός των πάντων σε μία ένωση, δίνει υπόσταση στη Τιτανική σειρά και πριν από αυτή σε άλλους κόσμους θεών, εκ των οποίων κάποιοι παραμένουν στον εαυτό τους μόνο, που κατέχει ο ίδιος, κάποιοι άλλοι και παραμένουν και προχωρούν, που μετά τη φανέρωσή τους λέγεται ότι τους αποκρύπτει, και μετά από αυτούς σε όλους όσοι προχωρούν προς τα πάντα και διακρίνονται από τον πατέρα. Παράγει δηλαδή διπλές μονάδες και τριάδες ισάριθμες με τις μονάδες και τις επτάδες. Αυτά όμως εξετάζονται εκτενέστερα αλλού.
Πήρε την ονομασία του από την ομοιότητά του με τον φαινόμενο ουρανό. Καθένας δηλαδή από τους δύο αυτούς περισφίγγει και συγκρατεί όλα όσα περιέχονται σ' αυτούς, και δημιουργούν τη μία ταυτοπάθεια και συνοχή όλου του κόσμου. Η συνοχή, πράγματι, είναι δεύτερη μετά την ενοποιό δύναμη και προέρχεται από εκείνη. Στο Φαίδρο λοιπόν παραδίδει τη δημιουργία του ουρανού σε όλα τα κατώτερα, και δείχνει το πως με την αναγωγή υψώνει τα πάντα και τα ανελίσσει προς το νοητό, το οποίο είναι το κορυφαίο σημείο του, ποιό το βάθος της σύνολης κοσμικής διατάξεως και ποιό το τέλος της όλης πορείας. Στον παρόντα διάλογο (σημ. στο Κρατύλο) αναζητώντας την αλήθεια των πραγμάτων με βάση τα ονόματα, ανακοινώνει την ενέργειά του που κατευθύνεται προς τ υψηλότερα, απλούστερα και τοποθετημένα πιο κοντά στο Έν, όπου φαίνεται να αναλύει με σαφήνεια τη βαθμίδα του Ουρανού, που είναι νοητή και νοερή-νοητική. Αν δηλαδή ατενίζει τα επάνω (ορά τα άνω), ενεργεί νοερά-νοητικά και μπροστά του είναι το νοητό γένος των Θεών, προς το οποίο αποβλέποντας είναι νοερός-νοητικός, κατά τον τρόπο ακριβώς που είναι νοητός για το ό,τι προέρχεται από αυτόν. Ποιά είναι λοιπόν τα επάνω από αυτόν; Μήπως προφανώς είναι "ο υπερουράνιος τόπος" και "η αχρωμάτιστη, ασχημάτιστη και ανέπαφη" ουσία και η όλη νοητή έκταση, όπως θα έλεγε μεν ο Πλάτων, "που περιέχει τα νοητά ζωντανά πλάσματα", τη μία και τη μόνη αιτία όλων των αιωνίων και τις απόκρυφες αρχές τους, όπως θα έλεγαν τώρα οι Ορφικοί, οριοθετούμενος από επάνω από τον Αιθέρα και από κάτωα από τον Φάνητα (δεδομένου ότι όλα τα ενδιάμεσά τους ολοκληρώνουν τον νοητό κόσμο); Αναφέρεται σ' αυτόν ως ένα και πολλά, επειδή και ενωμένα είναι όλα εκεί και συνάμα διαχωρισμένα το ένα από το άλλο, με ένωση και διαχωρισμό στα ακραία σημεία.
Πρέπει όμως εδώ να ακουστούν με το σωστό τρόπο και εκείνοι που ασχολούνται με τα μετέωρα (σημ. μελέτη των ουρανίων φαινομένων) που επιλέγουν βίο που οδηγεί προς τα επάνω και ζουν νοερά-νοητικά, που δεν είναι "βαρείς" και "οπισθόβουλοι", αλλά υψώνονται προς το ανώτατο σημείο του θεωρητικού βίου. Η λεγόμενη δηλαδή εκεί Γη δίνει υπόσταση ως μητέρα σε εκείνα στα οποία ο συγγενικός με αυτή Ουρανός δίνει υπόσταση ως πατέρας· όποιος δρα στην περιοχή εκείνη λοιπόν εύλογα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μελετητής των ουρανίων φαινομένων (μετεωρολόγος στο αρχαίο).
Ο Ουρανός, συνεκτικός ως προς τη φύση του, απλώνεται πάνω από του Κρόνιους διάκοσμους και από κάθε νοερή-νοητική υπόσταση, και δημιουργεί αφ' εαυτού όλη την Τιτανική γένεση, και, πρίν από αυτή, την τελεσιουργόν(=τελειοποιητική) και τη φρουρητική, και γενικώς ηγείται όλων των αγαθών για τους νοερούς-νοητικούς θεούς. Επειδή λοιπόν εξύμνησε τον Κρόνο, με την ασυγκράτητη νόηση προς τα εγκόσμια και τη ζωή που είναι στραμμένη προς τη δική του περιωπή(=κορυφή), μακαρίζει τον Ουρανό με μίαν άλλη, πιο τέλεια ενέργεια. Πράγματι, το να συνδέεσαι με τα ανώτερα είναι σπουδαιότερο αγαθό από το να είσαι στραμμένος προς τον εαυτό σου.......................(Βλ Πρόκλος “Εις τον Κρατύλον Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι” 108.1 – 110.62)
Αυτά λοιπόν ας είναι διατυπωμένα γι' αυτά, τα οποία δε δίνουν ασαφείς αποδείξεις για τη θεωρία του Πλάτωνα σχετικά με αυτά. Αφού αρχίσουμε πάλι ψηλά, ας πούμε για το καθένα ό,τι είναι αρκετό για την παρούσα θεολογικη έρευνα. Πρώτος λοιπόν ας εξυμνηθεί από εμάς ο βασιλιάς των νοερών(=νοητικών) θεών, δηλαδή ο ΚΡΟΝΟΣ, ο οποίος σύμφωνα με τον Σωκράτη του "Κρατύλου" ακτινοβολεί την "καθαρή και αμόλυντη ιδιότητα του Νου" και έχει εγκαθιδρύσει μέσα στην ίδια την κορυφή των νοερών-νοητικών την τέλεια δύναμη του, μένοντας σταθερός και προοδεύοντας ταυτόχρονα από τον πατέρα, και διαμοιράζοντας τη νοερή-νοητική ηγεσία της συνδετικής τριάδος, και θέτοντας την υπεροχή του έναντι των άλλων νοερών-νοητικών θεών σε άμεση συνέχεια με τη συνδετική, και περιέχοντας μέσα του το ίδιο το νοητό του δημιουργικού Νου και το σύνολο των όντων.
Γι΄αυτό και τα "δεσμά" του ΚΡΟΝΟΥ υπαινίσσονται μυστικά τη σύλληψη αυτού του νοητού και την ένωση με αυτό. Γιατί το νοητό μπορεί να συλληφθεί από τον Νου, όπως ακριβώς λοιπόν το νοητό είναι ανεξάρτητο από τον Νου, ενώ λέγεται ότι το συμπεριλαμβάνει ο Νους, έτσι και ο ΖΕΥΣ λέγεται ότι κρατά δεμένο τον πατέρα του, και μάλιστα δένοντας ο ίδιος τον εαυτό του γύρω από εκείνον, γιατί ο δεσμός είναι σύλληψη αυτών που δένονται. Και η αλήθεια έχει ως εξής. Ο ΚΡΟΝΟΣ είναι πλήρης Νους, ενώ Νους είναι και ο μέγιστος ΖΕΥΣ, και ενώ είναι Νους καθένας από τους δύο, είναι βέβαια ο ίδιος και νοητό. Γιατί κάθε Νους έχει επιστρέψει στον εαυτό του ενεργεί στον εαυτό του και ενεργώντας στον εαυτό του και όχι προς τα έξω είναι νοητός ταυτόχρονα και νοερός-νοητικός, γιατί εφόσον νοέι, είναι νοερός-νοητικός, και εφόσον νοείται, είναι νοητός. Επομένως και ο Νους του ΔΙΟΣ είναι Νους του εαυτού του και νοητός από τον εαυτό του, και το ίδιο και ο Νους του ΚΡΟΝΟΥ είναι νοητός από τον εαυτό του και Νους του εαυτού του, αλλά ο Νους του ΔΙΟΣ είναι περισσότερο Νους ενώ ο Νους του ΚΡΟΝΟΥ περισσότερο νοητός. Γιατί ο ένας είναι εγκατεστημένος στη νοερή-νοητική κορυφή, ενώ ο άλλος στο νοερό-νοητικό τέλος, και ο ένας είναι το αντικείμενο του πόθου, ενώ ο άλλος αυτός ο οποίος ποθεί, και ο ένας είναι αυτός που συμπληρώνει και ο αλλός αυτός που συμπληρώνεται.................(Βλ Πρόκλος “Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας Βιβλίο 5ο” 5.20.23 – 5.22.2)
Κάθε Νους ή είναι ακίνητος, οπότε είναι νοητός ως ανώτερος της κινήσεως, ή κινείται, οπότε είναι νοερός-νοητικός, ή και τα δύο, οπότε είναι νοητός και νοερός-νοητικός ταυτόχρονα. Και ο πρώτος είναι ο Φάνης, ο δεύτερός - που και κινείται και ακινητεί - ο Ουρανός, και αυτός που μόνο κινείται είναι ο Κρόνος.
Τον Κρόνο, λόγω της αμερίστης, ενιαίας, πατρικής και αγαθοερού φύσης του μεταξύ των νοερών-νοητικών, μερικοί των ταυτίζουν με τη μία αιτία των πάντων, χωρίς να το λένε σωστά· δίοτι είναι απλώς ανάλογός της, όπως και ο Ορφέας αποκαλεί την πρώτη αιτία των πάντων "Χρόνο", με το ίδιο σχεδόν όνομα με τον Κρόνο, και οι "θεοπαράδοτοι χρησμοί" τη θεότητα αυτή τη χαρακτηρίζουν με το "άπαξ", λέγοντας "άπαξ επέκεινα", διότι το "άπαξ" συγγενεύει με το Εν.(σημ. το άπαξ είναι το αριθμητικο επιρρημα του εις[=ένας])
Ο Ουρανός, ο πατέρας του Κρόνου, είναι Νους που νοεί και τον εαυτό του, ενωμένος με τα πρωταρχικά νοητά, εγκατεστημένος σταθερά στην περιοχή τους και συνεκτικός όλων των νοερών-νοητικών κόσμων μέσω της παραμόνης του στη νοητή ένωση. Ο Θεός τούτος είναι συνεκτικός, όπως ο Κρόνος είναι διαχωριστικός, και για το λόγο αυτό πατέρας· διότι τα συνεκτικά αίτια προηγούνται των διαχωριστικών, και τα νοητά και ταυτόχρονα νοερά-νοητικά προηγούνται των απλώς νοητικων. Έτσι λοιπόν και ο Ουρανός, όντας συνεκτικός των πάντων σε μία ένωση, δίνει υπόσταση στη Τιτανική σειρά και πριν από αυτή σε άλλους κόσμους θεών, εκ των οποίων κάποιοι παραμένουν στον εαυτό τους μόνο, που κατέχει ο ίδιος, κάποιοι άλλοι και παραμένουν και προχωρούν, που μετά τη φανέρωσή τους λέγεται ότι τους αποκρύπτει, και μετά από αυτούς σε όλους όσοι προχωρούν προς τα πάντα και διακρίνονται από τον πατέρα. Παράγει δηλαδή διπλές μονάδες και τριάδες ισάριθμες με τις μονάδες και τις επτάδες. Αυτά όμως εξετάζονται εκτενέστερα αλλού.
Πήρε την ονομασία του από την ομοιότητά του με τον φαινόμενο ουρανό. Καθένας δηλαδή από τους δύο αυτούς περισφίγγει και συγκρατεί όλα όσα περιέχονται σ' αυτούς, και δημιουργούν τη μία ταυτοπάθεια και συνοχή όλου του κόσμου. Η συνοχή, πράγματι, είναι δεύτερη μετά την ενοποιό δύναμη και προέρχεται από εκείνη. Στο Φαίδρο λοιπόν παραδίδει τη δημιουργία του ουρανού σε όλα τα κατώτερα, και δείχνει το πως με την αναγωγή υψώνει τα πάντα και τα ανελίσσει προς το νοητό, το οποίο είναι το κορυφαίο σημείο του, ποιό το βάθος της σύνολης κοσμικής διατάξεως και ποιό το τέλος της όλης πορείας. Στον παρόντα διάλογο (σημ. στο Κρατύλο) αναζητώντας την αλήθεια των πραγμάτων με βάση τα ονόματα, ανακοινώνει την ενέργειά του που κατευθύνεται προς τ υψηλότερα, απλούστερα και τοποθετημένα πιο κοντά στο Έν, όπου φαίνεται να αναλύει με σαφήνεια τη βαθμίδα του Ουρανού, που είναι νοητή και νοερή-νοητική. Αν δηλαδή ατενίζει τα επάνω (ορά τα άνω), ενεργεί νοερά-νοητικά και μπροστά του είναι το νοητό γένος των Θεών, προς το οποίο αποβλέποντας είναι νοερός-νοητικός, κατά τον τρόπο ακριβώς που είναι νοητός για το ό,τι προέρχεται από αυτόν. Ποιά είναι λοιπόν τα επάνω από αυτόν; Μήπως προφανώς είναι "ο υπερουράνιος τόπος" και "η αχρωμάτιστη, ασχημάτιστη και ανέπαφη" ουσία και η όλη νοητή έκταση, όπως θα έλεγε μεν ο Πλάτων, "που περιέχει τα νοητά ζωντανά πλάσματα", τη μία και τη μόνη αιτία όλων των αιωνίων και τις απόκρυφες αρχές τους, όπως θα έλεγαν τώρα οι Ορφικοί, οριοθετούμενος από επάνω από τον Αιθέρα και από κάτωα από τον Φάνητα (δεδομένου ότι όλα τα ενδιάμεσά τους ολοκληρώνουν τον νοητό κόσμο); Αναφέρεται σ' αυτόν ως ένα και πολλά, επειδή και ενωμένα είναι όλα εκεί και συνάμα διαχωρισμένα το ένα από το άλλο, με ένωση και διαχωρισμό στα ακραία σημεία.
Πρέπει όμως εδώ να ακουστούν με το σωστό τρόπο και εκείνοι που ασχολούνται με τα μετέωρα (σημ. μελέτη των ουρανίων φαινομένων) που επιλέγουν βίο που οδηγεί προς τα επάνω και ζουν νοερά-νοητικά, που δεν είναι "βαρείς" και "οπισθόβουλοι", αλλά υψώνονται προς το ανώτατο σημείο του θεωρητικού βίου. Η λεγόμενη δηλαδή εκεί Γη δίνει υπόσταση ως μητέρα σε εκείνα στα οποία ο συγγενικός με αυτή Ουρανός δίνει υπόσταση ως πατέρας· όποιος δρα στην περιοχή εκείνη λοιπόν εύλογα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μελετητής των ουρανίων φαινομένων (μετεωρολόγος στο αρχαίο).
Ο Ουρανός, συνεκτικός ως προς τη φύση του, απλώνεται πάνω από του Κρόνιους διάκοσμους και από κάθε νοερή-νοητική υπόσταση, και δημιουργεί αφ' εαυτού όλη την Τιτανική γένεση, και, πρίν από αυτή, την τελεσιουργόν(=τελειοποιητική) και τη φρουρητική, και γενικώς ηγείται όλων των αγαθών για τους νοερούς-νοητικούς θεούς. Επειδή λοιπόν εξύμνησε τον Κρόνο, με την ασυγκράτητη νόηση προς τα εγκόσμια και τη ζωή που είναι στραμμένη προς τη δική του περιωπή(=κορυφή), μακαρίζει τον Ουρανό με μίαν άλλη, πιο τέλεια ενέργεια. Πράγματι, το να συνδέεσαι με τα ανώτερα είναι σπουδαιότερο αγαθό από το να είσαι στραμμένος προς τον εαυτό σου.......................(Βλ Πρόκλος “Εις τον Κρατύλον Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι” 108.1 – 110.62)
Αυτά λοιπόν ας είναι διατυπωμένα γι' αυτά, τα οποία δε δίνουν ασαφείς αποδείξεις για τη θεωρία του Πλάτωνα σχετικά με αυτά. Αφού αρχίσουμε πάλι ψηλά, ας πούμε για το καθένα ό,τι είναι αρκετό για την παρούσα θεολογικη έρευνα. Πρώτος λοιπόν ας εξυμνηθεί από εμάς ο βασιλιάς των νοερών(=νοητικών) θεών, δηλαδή ο ΚΡΟΝΟΣ, ο οποίος σύμφωνα με τον Σωκράτη του "Κρατύλου" ακτινοβολεί την "καθαρή και αμόλυντη ιδιότητα του Νου" και έχει εγκαθιδρύσει μέσα στην ίδια την κορυφή των νοερών-νοητικών την τέλεια δύναμη του, μένοντας σταθερός και προοδεύοντας ταυτόχρονα από τον πατέρα, και διαμοιράζοντας τη νοερή-νοητική ηγεσία της συνδετικής τριάδος, και θέτοντας την υπεροχή του έναντι των άλλων νοερών-νοητικών θεών σε άμεση συνέχεια με τη συνδετική, και περιέχοντας μέσα του το ίδιο το νοητό του δημιουργικού Νου και το σύνολο των όντων.
Γι΄αυτό και τα "δεσμά" του ΚΡΟΝΟΥ υπαινίσσονται μυστικά τη σύλληψη αυτού του νοητού και την ένωση με αυτό. Γιατί το νοητό μπορεί να συλληφθεί από τον Νου, όπως ακριβώς λοιπόν το νοητό είναι ανεξάρτητο από τον Νου, ενώ λέγεται ότι το συμπεριλαμβάνει ο Νους, έτσι και ο ΖΕΥΣ λέγεται ότι κρατά δεμένο τον πατέρα του, και μάλιστα δένοντας ο ίδιος τον εαυτό του γύρω από εκείνον, γιατί ο δεσμός είναι σύλληψη αυτών που δένονται. Και η αλήθεια έχει ως εξής. Ο ΚΡΟΝΟΣ είναι πλήρης Νους, ενώ Νους είναι και ο μέγιστος ΖΕΥΣ, και ενώ είναι Νους καθένας από τους δύο, είναι βέβαια ο ίδιος και νοητό. Γιατί κάθε Νους έχει επιστρέψει στον εαυτό του ενεργεί στον εαυτό του και ενεργώντας στον εαυτό του και όχι προς τα έξω είναι νοητός ταυτόχρονα και νοερός-νοητικός, γιατί εφόσον νοέι, είναι νοερός-νοητικός, και εφόσον νοείται, είναι νοητός. Επομένως και ο Νους του ΔΙΟΣ είναι Νους του εαυτού του και νοητός από τον εαυτό του, και το ίδιο και ο Νους του ΚΡΟΝΟΥ είναι νοητός από τον εαυτό του και Νους του εαυτού του, αλλά ο Νους του ΔΙΟΣ είναι περισσότερο Νους ενώ ο Νους του ΚΡΟΝΟΥ περισσότερο νοητός. Γιατί ο ένας είναι εγκατεστημένος στη νοερή-νοητική κορυφή, ενώ ο άλλος στο νοερό-νοητικό τέλος, και ο ένας είναι το αντικείμενο του πόθου, ενώ ο άλλος αυτός ο οποίος ποθεί, και ο ένας είναι αυτός που συμπληρώνει και ο αλλός αυτός που συμπληρώνεται.................(Βλ Πρόκλος “Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας Βιβλίο 5ο” 5.20.23 – 5.22.2)
ΜΕΓΑΣ ΗΓΕΜΩΝ ΕΝ ΟΥΡΑΝΩ ΔΙΑΣ/ΖΕΥΣ ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΡΕΥΕΤΑΙ ΔΙΑΚΟΣΜΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΥΩΝ ΠΑΝΤΑ,ΤΩ ΔΕ ΕΠΕΤΑΙ ΣΤΡΑΤΙΑ ΘΕΩΝ ΤΕ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΩΝ.ΕΚΒΑΣΙΣ ΤΕΛΕΙΑΣ ΨΥΧΗΣ ΕΙΣ ΥΠΕΡΟΥΡΑΝΙΟΝ ΤΟΠΟΝ ΘΕΕΙ.