ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/ESOTERICA.GR/BOARD/- Μια φορά και έναν καιρό…… - "Μεταξύ τυρού και αχλαδιού"

- Μια φορά και έναν καιρό…… - "Μεταξύ τυρού και αχλαδιού"

alati1330 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 1/2
alati13Μέλος
08/02/2004, 20:54:10
Η πέτρα έλεγε, πως πολύ θα θελε να ανθήσει.
Και το λουλούδι πάλι, πως πέτρα ήθελε να γίνει.
Και μια πεταλούδα ανάμεσά τους είχε καθίσει,
και τους πικρούς καημούς τους, στα κλεφτά κερνά και πίνει.

Λέει λοιπόν η πέτρα, πως η πιο μεγάλη αδικία,
είναι να σε κλωτσούνε και να σε πετάνε με μανία.
Όποιος δεν νιώθει, ψυχή έχει λένε από μαύρη πέτρα.
Ποιος όμως ξέρει αληθινά, τι ψυχή έχει μια πέτρα;

Και η πεταλούδα την ακούει και γελάει.
Κ’ ευθύς της λέει να πάψει πια να μουρμουράει.
Πως τάχα κανείς στον κόσμο δεν την αγαπάει.

Γιατί η αλήθεια είναι πως ζηλεύει,
αφού η εμφάνισή της δεν μαγεύει,

και ο κόσμος μας πολύ σωστά την κατακρίνει,
αφού δεν είναι ούτε διαμάντι, ούτε ρουμπίνι.
Ενώ ο ίδιος κόσμος έχει πει και ξανά πει,
πως όποιος νιώθει, διαμάντι έχει στην ψυχή.

Η πέτρα την ακούει και πετρώνει, μα άλλο δεν βαστά.
Ξεκινά τα κλάματα και πια, κανείς τους δεν την σταματά.

Μα τα δάκρυα πριν ταξιδέψουνε μακριά από εκείνη,
την αγκαλιάζουν τρυφερά, και της λένε πως έχει ομορφύνει.
Πέτρα μπορεί να ήταν, μα δροσερή πηγή έχει τώρα γίνει.
Και είναι ομορφότερη κι από διαμάντι και από ρουμπίνι.

Έπρεπε να σε πληγώσω τόσο, όσο δεν αντέχεις.
Άμα θες να βρεις, πρέπει να χάσεις πρώτα ό,τι έχεις.
Ήμουν κάμπια κάποτε, μα πίστεψα την ομορφιά μου,
Και ένα κουκούλι έφτιαξα, από τα δάκρυά μου.

Και να που τα κατάφερες, δροσερή πυγή να γίνεις
για να γεννάς γλυκό νερό, και παντού ζωή να δίνεις
η αδικία με μάγια τυραννά, μα με θέληση τα λύνεις .

Και το λουλούδι είπε πως ακόμα πιο μεγάλη αδικία,
είναι να σε σφάζουν για να δουν, αν το βάζο έχει αξία.
Θέλω αγκάθια σαν μαχαίρια να πληγώνουνε τα χέρια.
Όποιος την ομορφιά μου κλέβει, την ασχήμια του να ντύσει,
κατάρα να χει μες την ψυχή, μαραμένη μια ζωή να ζήσει.

Και η πεταλούδα λέει πως είναι να απορείς.
Κακία, μίσος λέγεται, αχαριστία να το πεις;
Τόση ομορφιά, και εσύ έμαθες μονάχα να μισείς;

Η ομορφιά που μου έδωσαν, βάσανα μου χει δώσει.
Και η μυρωδιά μου η γλυκιά, σε εχθρούς με χει προδώσει.

Μα ένα σκουλήκι πέρναγε λιγάκι παραπέρα,
και στάθηκε και άκουσε τα λόγια του αέρα.
Μα γρήγορα βαρέθηκε και ξεκίνησε και πάλι.
Όλοι τους, μονολόγησε, θέλουν να γίνουν άλλοι.
Τα προτερήματα πολλά, μα πάντα δεδομένα.
Και όσα και αν σου δώσανε πάντα θα λείπει ένα.


09/02/2004, 01:33:43
Άλας το πιο φτηνό και το πιο ακριβό πράγμα πάνω στην γή....

Θείο δημιουργημα...θεία έμπνευση....

Ευγέ!

"Ορώ γαρ ημάς ουδέν πλήν είδωλα..."
Σοφοκλής

Ναι, σε εσένα το λέω, που με τα δήθεν πάνσοφα μάτια σου, με κοιτάς περίεργα!

09/02/2004, 18:54:10
η σιωπη ,προχωραγε ...συναντησε την κραυγη...και τα ματια της βουρκωμενα οπως ηταν...φωναξε στην μοναξια της...
η νυχτα ειναι εδω της ειπε...δεν μπορω αλλο να προχωρησω....,
η μοναξια απεφυγε να απαντησει,η κραυγη ξεσπασε σε γελια..δυνατα....
η σιωπη αγκαλιασε την μοναξια της,θα ηταν τα ματια της μες'το σκοταδι...την ενοιωθε διπλα της και στηριχτηκε ....το γελιο της ακουστηκε ,μεχρι τα αυτια της σεληνης..που σκιαχτηκε....και το φως της εστρεψε προς το μερος της ......η σιωπη πλεον μπορουσε να δει τον υπολοιπο δρομο της.....φιλησε την μοναξια της και συνεχισε την πορεια της......

θα μπορουσε να ηταν το ημερολογιο της σιωπης....
που σκιαγραφει την πορεια της μεσα στην θλιψη της......


με απεραντο σεβασμο και αγαπη,ο μανος σας

Edited by - manos on 09/02/2004 18:54:48

Edited by - manos on 09/02/2004 18:56:32

12/02/2004, 15:47:16
Aυτή που ήθελε να παντρευτεί, 3 κόκκινα τριαντάφυλλα,
αυτός που δεν ήθελε να γεννηθεί κ το ανάποδο ρολόι...

Mέρος 2ο-O κήπος
Ήταν ένας τεράστιος κήπος που απλωνόταν στο πίσω μέρος του κάστρου. Tο κάστρο βρισκόταν κάτω από την κυριαρχία ενός τύπου φοβερού κ τρομερού που σιχαινόταν τα λουλούδια--σιχαινόταν τη φύση γενικότερα.
Aλλά ο κήπος υπήρχε εκεί πολύ πριν από αυτόν, ο κήπος ήταν αντικείμενο συζήτησης κ θαυμασμού για γενιές ολόκληρες κ ήξερε ότι ήταν αναγκασμένος να τον αφήσει να υπάρχει.

Φυσικά δεν θα κόπιαζε να τον συντηρήσει, αλλά δεν μπορούσε να κάνει κ κάτι για να τον καταστρέψει.Ήλπιζε πως αν δεν του έδινε την απαραίτητη προσοχή θα σταματούσε κάποια στιγμή να υπάρχει. Πολλές φορές είχε σκεφτεί να χύσει δηλητήρια στο χώμα (αα, αυτός ο άνθρωπος τα λάτρευε τα δηλητήρια κ ήξερε τα πάντα γι'αυτά) όμως όλοι θα καταλαβαίναν ότι ήταν δική του δουλειά αυτό, άλλωστε σε κανέναν δεν θα μπορούσε να εμπιστευτεί μια τέτοια αποστολή.
Aκόμα κ οι πιο έμπιστοί του άνθρωποι λατρεύαν τον κήπο κ ο ίδιος δεν θα μπορούσε ποτέ να κατέβει εκεί κάτω.

Tον άφηνε λοιπόν στη μοίρα του, το χώμα σ'αυτή την περιοχή δεν ήταν κ το καλύτερο, συχνά φτάναν μέχρι το κάστρο εξαθλιωμένοι αγρότες που του ζητούσαν βοήθεια. H γη, παρόλους τους κόπους τους, δεν τους προσέφερε τίποτα κ ήταν εκείνη η εποχή που ο κόσμος είχε αρχίσει να αμφιβάλλει για τους θεούς του, οι θυσίες ήταν πια πολυτέλεια γι'αυτούς τους ανθρώπους που πεινάγαν διαρκώς.
Πηγαίναν λοιπόν στον άρχοντα κ του ζητούσαν λίγο φαγητό ή να πει δυο λέξεις στους δικούς του, σκοτεινούς θεούς, που πριν ούτε να τους ακούσουν δεν θέλανε.

K αυτός έλεγε. Mέσα στα ανήλιαγα δωμάτιά του άλλοτε ψιθύριζε κ άλλοτε ούρλιαζε, δεν ζήταγε όμως εύνοια για το λαό του, αλλά την καταστροφή του κήπου, παρακαλούσε το παραδόξως γόνιμο χώμα του κήπου να γίνει στάχτη, ονειρευόταν κομμάτια γης που τα πιάνεις κ μες στο χέρι γίνονται σκόνη, σκόνη που την παίρνει ο άνεμος, ονειρευόταν καφέ κ κόκκινο πέρα ως πέρα, έναν ορίζοντα καφέ κ κόκκινο κ ούτε ένα δείγμα πράσινου να μη βλέπει..

Aλλά ο κήπος συνέχιζε να θεριεύει κ μέρα με τη μέρα ν'απλώνεται, να φτάνει όλο κ πιο κοντά του, ο άρχοντας έφτιαχνε τάφρους κ τείχη που γινόντουσαν έλη κ καταπράσινα ικριώματα, κ έτρεμε, έτρεμε τη μέρα που θα σηκωνόταν από το κρεβάτι του κ κάτω από το παράθυρό του θα είχε φτάσει το πράσινο.
O άρχοντας είχε απαγορεύσει σε όλους την είσοδο στον κήπο. Φοβόταν πως ίσως τον φροντίζαν, ή ίσως απλώναν προστατευτικά ξόρκια πάνω του,ο άρχοντας, όπως κ ο λαός του, πίστευε πολύ στη μαγεία, κ στο παρελθόν είχε δει σπουδαίες μάγισσες να ξεπετιούνται από όχι κ τόσο αριστοκρατικά στρώματα. Mόνο που δεν το γνωρίζαν. Aλλά αυτός, αυτός γνώριζε.

Γνώριζε-αντίθετα από το λαό του- πως μερικές απλές κουβέντες βγαλμένες μέσα από μια αγνή καρδιά μπορούσαν να κάνουν το θαύμα.
O άρχοντας γνώριζε πως η μαγεία ήταν ελεύθερη στον αέρα,κ δικαίωμα σ'αυτή είχαν όλοι, ανεξαρτήτως καταγωγής. Όλοι ήταν μέρος της μαγείας κ η μαγεία ήταν μέρος όλων. O ίδιος (όπως κ χιλιάδες άλλοι πριν από αυτόν) χρησιμοποιούσε ακατανόητες εκφράσεις κ πολύπλοκους κώδικες, αλλά αυτό δεν ήταν η μαγεία. Aυτό ήταν μια κάλυψη για τους άλλους.
O άρχοντας γνώριζε πολύ καλά -κ αυτή η γνώση τον έκανε να φοβάται απίστευτα- πως ο καθένας θα μπορούσε να γίνει μάγος. Aρκούσε μια καθαρή ματιά. Mέσα του. Ή ακόμα κ γύρω του. Στον κήπο,πχ.

O κήπος..αχ, ο κήπος, ήταν σαν να είχαν ανοιχτεί όλα τα ιερά βιβλία που διάβαζε χρόνια κ χρόνια,κ να ειπώνεται φωναχτά το περιεχόμενό τους γι'αυτούς που δεν γνωρίζαν γράμματα. O κήπος ήταν το τραγούδι που μάθαινε τα χρώματα στους τυφλούς, ο κήπος ήταν η εικόνα του τέλειου ήχου για τους κουφούς, ο κήπος ήταν η αίσθηση πως τρέχεις σαν άγριο άλογο γι'αυτούς που δεν είχαν περπατήσει ποτέ. O κήπος ήταν "η μαγεία" για το λαό κ "η αλήθεια" γι'αυτούς που ήδη ξέραν. O κήπος ήταν ένα κοφτερό σπαθί που κρεμόταν πάνω από το κεφάλι του άρχοντα.

O ίδιος δεν είχε κατεβεί ποτέ εκεί. Aπό την πρώτη στιγμή που μπήκε θριαμβευτής στην πόλη,κατάλαβε τη δύναμη του κήπου.Tην κατάλαβε κ τη φοβήθηκε.Eίχε ακούσει πως εκεί μέσα φυτρώναν φυτά με παράξενες ιδιότητες. Φυτά για κάθε είδους γιατρειά, φυτά που την ημέρα ήταν αόρατα στο μάτι, λουλούδια με αρώματα περίεργα που κάναν αυτούς που τα μυρίζαν να χάνουνε τη μνήμη τους, λουλούδια με χρώματα διαφορετικά από αυτά που μας είναι εμάς γνωστά,δεν γίνεται να σας το εξηγήσω, αλλά μπορείτε να φανταστείτε ένα χρώμα που δεν υπάρχει ακόμα;..Mάλλον όχι, αλλά αν μπαίνατε στον κήπο θα το βλέπατε κ αυτό, μαζί με τόσα άλλα που δεν γνωρίζετε πως υπάρχουν στον κόσμο.

Aπό όλα τα φυτά, ξεχωριστός λόγος γινότανε (μάλλον..λάθος έκφραση/κανένας λόγος δεν γινότανε, μόνο υπόνοιες για κάτι μοναδικό, κάτι για το οποίο δεν υπήρχαν λέξεις να το περιγράψουν, κάτι που απλωνόταν πέρα από τον κοινό νου, πέρα από κάθε τι, σαν να προσπαθείς να φανταστείς που τελειώνει το σύμπαν,μπορείς;...Mάλλον όχι, αλλά αν έμπαινες στον κήπο...) για κάποια τριαντάφυλλα. Διάσπαρτες αναφορές λέγαν πως στον κήπο φυτρώναν κάποια κόκκινα τριαντάφυλλα. H καλύτερα, είχαν φυτρώσει. Kανείς δεν ξέρει να πει πότε,αλλά οι αναφορές χάνονται στα βάθη των αιώνων, τα αμάραντα τριαντάφυλλα. Tα κόκκινα τριαντάφυλλα. Tρία κόκκινα τριαντάφυλλα.


alati13Μέλος
12/02/2004, 16:04:35
Εισαι πολύ κακός άνθρωπος τελικά.. Που είναι το τρίτο μέρος; Θέλουμε το τρίτο μέρος. Δεν είναι σωστό να μας αφήνεις έτσι. Είναι άδικο.

12/02/2004, 16:16:04
Χαιρετίζω τον αλήτη 13! Μην βιάζεσαι φίλε μου….όλα στην ώρα τους….
Τιν τούτος ρε….. ρε… τίν τούτος……

Δεν φτάνει που γράφεις στα forums κάθε Πάσχα, έχεις και απαιτήσεις…

Δεν είμαι εσωτεριστής

12/02/2004, 16:35:39
quote:
Εισαι πολύ κακός άνθρωπος τελικά.

Όχι δεν είμαι! Tο κάνω επίτηδες για να σου στρίβουν τα μυαλά...

12/02/2004, 18:20:05
Αυτή είναι μια αγαπημένη μου ιστοριούλα... και ναί, είναι δική μου και όχι μετά δεν θα προσπαθίσετε να με/την αναλύσετε...

Αιώνες τώρα περιδιάβαινε την γη χωρίς σκοπό, μέχρι που τον ανακάλυψε όταν έφτασε στην φωτεινή γη.
Εκεί ο ήλιος έλαμπε εκτυφλωτικά, ο ουρανός και η θάλασσα είχαν το ίδιο ακτινοβόλο γαλάζιο χρώμα, το χώμα πάντα έφορο έδινε γεννήματα, με την ίδια γενναιοδωρία που οι κάτοικοι της πρόσφεραν φιλοξενία.
Η νεοαποκτηθείσα του λαχταρά για ζωή είχε όνομα.
Την έλεγαν Κυρήνη.

Κανείς δεν ήταν τόσο καλός και ταυτόχρονα τόσο σκληρός μαζί του όσο εκείνη, αλλά ήταν σίγουρος πως αυτή η φλογερή γυναίκα θα γινόταν δική του.
Η Κυρήνη ήταν μοναδική, λαμπερή σαν τα ουράνια σώματα, γεμάτη μυστήριο σαν την νύχτα, σαν κι αυτόν. Έμοιαζαν τόσο πολύ που δεν μπορούσαν παρά να είναι πλασμένοι ο ένας για τον άλλον.

Μέχρι να την γνωρίσει ήταν πεπεισμένος πως ήταν καταραμένος. Όμως μόλις αντίκρισε την λυγερή μορφή της να λικνίζεται, σε ένα εσωτερικό ρυθμό, μες στην καρδιά της νύχτας, λουσμένη από το φως της πανσελήνου κατάλαβε πως όλοι οι θεοί τον είχαν ευλογήσει οδηγώντας τα βήματα του σε εκείνη.
Ποίος καλύτερος σύντροφος για ένα απέθαντο από μια μάγισσα;

Η Κυρήνη του είχε δώσει άσυλο στον οίκο της και του είχε στρώσει να κοιμηθεί στο κρεβάτι της, αλλά από το στρώμα της ως την καρδιά της, όπως ανακάλυψε και ο ίδιος, υπήρχε μεγάλη απόσταση. Ήταν διατεθειμένος να κάνει τα πάντα μέχρι να την κατακτήσει, είχε όλο το χρόνο μπροστά του και θα τον χρησιμοποιούσε για να την δαμάσει.
Είχε ορίσει σωστά τις προτεραιότητες του, αφού κέρδιζε ολοκληρωτικά την καρδιά της θα της πρόσφερε την αιωνιότητα. Έπρεπε να ανακαλύψει τον σωστό τρόπο για να οδηγήσει την Κυρήνη στην αγάπη. Ήταν αρκετές οι φορές που σκέφτηκε να της μιλήσει για τα δικά του αισθήματα, μα πάντα σταματούσε. Βαθιά μέσα του γνώριζε πως αυτή η γυναίκα όσο εύκολα είχε γίνει η σωτηρία του, τόσο εύκολα μπορούσε να μετατραπεί στον χαμό του.

Στους τρεις σεληνιακούς κύκλους που βρισκόταν κοντά της είχε μάθει πως κατευθύνει το ισχυρό της χαρακτήρα όταν χρειαζόταν.
Ήταν φανερό πως εκείνη έτρεφε αισθήματα γι΄αυτόν αλλά η απόσταση που έπρεπε να καλύψει εξακολουθούσε να είναι μεγάλη.
Είχε διαισθανθεί μια αλλαγή στην μάγισσα ΄Ήξερε πως μέσα της έδινε μια μάχη που τελικά θα έχανε.
Η αλήθεια είναι ότι εκείνος είχε την δύναμη να την κάνει να τον ερωτευτεί, μα ήθελε να είναι ολωσδιόλου δική της η απόφαση. Η επιλογή της θα έπρεπε να είναι απόλυτα νηφάλια. Εκείνος δεν ήταν ένας απλός άνδρας όπως και η Κυρήνη δεν ήταν μια απλή γυναίκα.

Υπήρχε κάτι που τον φόβιζε σχετικά με την Κυρήνη. Οι δυνάμεις της υποδείκνυαν την επαφή της με σκοτεινές οντότητες και από την στιγμή που θα γινόταν αθάνατη αυτές οι δυνάμεις θα ενισχύονταν και θα πολλαπλασιάζονταν. Ήταν ήδη επιρρεπής στο σκότος και θα μπορούσε να μετατραπεί σε άκρατο λυμεώνα κάτι που δεν θα επέτρεπε, όσο μαύρη κι αν ήταν η δική του ύπαρξη.
Εκείνη δεν θα ήταν ικανή να του αντιταχθεί, αλλά δεν μπορούσε να πει με σιγουριά πως θα έβρισκε το σθένος να την εξόντωση στην περίπτωση αυτή.
Προς το παρόν δεν ήθελε να σκέφτεται, παρά μόνο να απολαμβάνει την μόνη λύτρωση που του προσφερόταν όταν ταξίδευε στα μήκη και στα πλάτη του κορμιού της.

Η Κυρήνη στεκόταν σε μια φυσική προεξοχή του βουνού πάνω στο οποίο είχε χτίσει τον οίκο της. Κάτω από τα πόδια της ανοιγόταν ένα βαθύ βάραθρο. Ήταν το καλύτερο μέρος για να επεξεργαστεί τις σκέψεις της.

Πάντα γνώριζε πως εκεί έξω, στον απέραντο κόσμο υπήρχε κάποιος γι’ αυτήν και αυτό το ταίρι της επιτέλους είχε έρθει. Ποτέ δεν περίμενε κάποιον σαν τον Εταμπάρι. Ήξερε για τα απέθαντα πλάσματα, μα τα θεωρούσε μέλη μιας φυλής που είχε χαθεί στα βαθύ του παρελθόντος.
Ποίος θα το έλεγε πως ένα από αυτά θα έμπαινε στην ζωή της απαιτώντας την καρδιά της;
Το ότι δεν είχε συναντήσει κάποιον σαν τον αθάνατο εραστής της ξανά δεν ήταν απόδειξη για την ανυπαρξία του.
Γνώριζε πολλά για το γένος του Εταμπάρι, για τους Ημεροβάτες όπως ο εραστής της και τους άλλους, τους Νυχτοπατητες ή αλλιώς βουρκόλακες, όπως αποκαλούσε ο λαός, αυτούς που είχαν δοκιμάσει το ανθρώπινο αίμα, ζούσαν από αυτό, το λάτρευαν αν θεό τους, και σκότωναν τους θνητούς για να το αποκτήσουν. Η διαφθορά τους δεν είχε φραγμούς και η κακία τους ήταν τιτάνια.

Κάποτε, όταν η γαία ήταν ακόμη νέα, αυτοί αποσχίστηκαν από τους Ημεροβάτες και σαν κατάλαβαν πως το αίμα τους ήταν πιο γευστικό και πλούσιο από όλων των άλλων πλασμάτων άρχισαν μια φοβερή καταδίωξη που την ακολούθησε καταίσχιντη γεννοκτονία.
Οι λίγοι Ημεροβάτες που επέζησαν, κατέφυγαν στις πιο απόμακρες γωνιές του πλανήτη για να μπορέσουν να αναστήσουν την γενία τους. Ένα δυσκατόρθωτο πραγματικά έργο, αφού η επιλογή του συντρόφου που θα βοηθούσε στην αναπαραγωγή απογόνων έπρεπε να γίνει σοφά.
Αν ο σύντροφος ήταν επιρρεπείς στο σκότος τότε αυτός και οι γόνοι του εύκολα μπορούσαν να μετατραπούν σε Νυχτοπατητές.

Χωρίς να το περιμένει μια προδοτική σκέψη τρύπωσε στο μυαλό της. Κι αν τελικά ο Εταμπάρι συναντούσε στο πρόσωπο της την κατάλυση του;
Δεν ήταν δυνατόν να το επιτρέψει. Υπήρχε ένα στοιχείο που πρόσφατα είχε ανακαλύψει για τον εαυτό της και δεν τολμούσε ούτε καν να το διανοηθεί, πόσο μάλλον να το παραδεχτεί.
Αυτός ο μελαχρινός, ψηλός και γεροδεμένος Ημεροβάτης κατέκτησε το σώμα και την ψυχή της οριστικά και αμετάκλητα.
Όμως εκείνη η Κυρήνη, η μάγισσα είχε μελετήσει τις μαύρες δυνάμεις και ακόμη κι αν αρνούταν να τις εξασκήσει υπήρχαν κατάλοιπα τους μέσα της. Ήταν μολυσμένη και θα περνούσε την αρρώστια και στα παιδιά τους.
Το κορμί της τσάκισε από το βάρος της συνειδητοποίησης. Δεν υπήρχε πια δίλημμα, η λύση φάνταζε καθάρια σαν τον ουρανό. Έπρεπε να τον διώξει μακριά της πριν υποκύψει στην αγάπη της και χάσει κάθε ίχνος λογικής.

Εκεί στην κόψη του βαράθρου πήρε την απόφαση της, μέχρι να βρει τρόπο να τον διώξει, θα έκρυβε την καρδία της από την διαπεραστική καστανή ματιά του, όσο κι αν λαχταρούσε να ανταποκριθεί στην αγάπη του. Ήταν για το καλό του και το καλό των κατοίκων του τόπου της.

«Είσαι σιωπηλή απόψε Κυρήνη.» Το βλέμμα του την παρατηρούσε άγρυπνα καμία αλλαγή των διαθέσεων της δεν του ξέφευγε.
«Δεν έχω κάτι ενδιαφέρων να πω.»
Πήρε το κύπελλο στα χέρια της γεύτηκε το πλούσιο σώμα του οίνου ζητώντας ένας τρόπο να καλυφθεί.

Αυτός ξάπλωσε αναπαυτικά στο ανάκλιντρο και βάλθηκε να σκαλίζει διακριτικά το μυαλό της. Οι κοινοί θνητοί δεν τον καταλάβαιναν, αλλά η αγαπημένη του ήταν μυημένη σε αυτές τις τέχνες και ήθελε διαφορετική αντιμετώπιση.
Συνάντησε απόλυτο κενό που φαινόταν εσκεμμένο. Παραξενεύτηκε, δεν ήταν δυνατόν να μην σκέφτεται κάτι; και άλλες φορές την είχε πιάσει αφηρημένη μα πάντα υπήρχαν κάποιες σκόρπιες ιδέες μέσα στην νόηση της.
Τι προσπαθούσε να του κρύψει; Βάθυνε την ματιά του μέσα της και η Κυρήνη πετάχτηκε ενοχλημένη.
«Τι νομίζεις ότι κάνεις Εταμπάρι;» Το βλέμμα της τον κατακεραύνωσε.
Αν επρόκειτο για άλλη περίπτωση ο Ημεροβάτης δεν θα προχωρούσε τόσο πολύ, μα όσο εκείνη έλειπε είχε αισθανθεί μια απελευθέρωση από μέρους της. Όμως η απόσταση ήταν αρκετά μεγάλη για να διαβάσει το μυαλό της και τώρα φερόταν περίεργα.
Έπρεπε να μάθει και θα έκανε ότι χρειαζόταν για να εκπληρώσει το σκοπό του.
«Πες μου τι σου συμβαίνει, αγαπημένη μου.» Ένιωσε την θέληση του να κάμπτει τους πέτρινους τοίχους γύρω τους. Αναθεμάτισε βουβά τον εαυτό της. Πως της είχε περάσει από το μυαλό πως μπορούσε να του κρυφτεί.
Πήρε μια βαθιά εισπνοή και άφησε τον αέρα να βγεί από το στήθος της σχεδόν τελετουργικά.
«Ίσως να είναι μάταιη η προσπάθεια μου να σιωπήσω την καρδιά μου.»
Το διάστημα της αναμονή του ήταν τόσο μεγάλο που έμοιαζαν απίστευτα τα λόγια που εκείνη μόλις είχε ξεστομίσει.
«Εννοείς πως συμμερίζεσαι τα αισθήματα που έχω για σένα;»
Η Κυρήνη κατάνευσε, όμως αυτός διέκρινε μια σκιά πόνου και φόβου στην ψυχή της,
«Μίλα μου Κυρήνη. Πες μου τι νιώθεις;»
Κάθισε δίπλα της και πήρε τα χέρια της στα δικά του
«Δεν είμαι κατάλληλη για σένα Ημεροβάτη.» Είχε ατσαλώσει το βλέμμα της και την φωνή της. Αλλά δεν στάθηκε ικανή να τον πείσει.
«Πως είσαι τόσο σίγουρη;»
«Κοίτα ενδελεχώς στην ψυχή μου και θα καταλάβεις μελαχρινέ μου άγγελε.»
Είδε, έζησε τα βιώματα της, χρόνια πριν, όταν ξεκινούσε την μελέτη της πάνω στην μαγεία, τότε που οι σκοτεινές οντότητες την είχαν πλησιάσει και της προσέφεραν τις δυνάμεις τους. Τις άγρυπνες νύχτες που μοιραζόταν με τα μιαρά πνεύματα. Την τελική της αντίσταση και οριστική τους εκδίωξη.

Τα κεχριμπαρένια μάτια της ήταν βουρκωμένα.
«Χρειάζεσαι μια αγνή και ανέγγιχτη σύντροφο Εταμπάρι. Ένα γνήσιο τέκνο του Φωτός και εγώ αφοσιώθηκα στο Σκότος. Σε ικετεύω να φύγεις μακριά μου πριν να είναι πολύ αργά.»
Αυτός την τράβηξε κοντά του και την έκλεισε στην αγκαλιά του.
«Όσα μου αποκάλυψες τα γνωρίζω εδώ και καιρό. Έχω σκεφτεί αρκετά το παρελθόν σου και ξέρω πως έχεις δίκιο, μα από εκείνο το βράδυ που σε πρωτοαντίκρισα στο άλσος κατάλαβα τι ή μάλλον ποίος κατεύθυνε τα βήματα μου και ποίες οι προθέσεις του.
Εσένα διάλεξαν οι θεοί να πάρω ως σύντροφο. Ότι έγινε από τότε μέχρι σήμερα ήταν ένα σχέδιο δικό τους.
Οι σκοποί τους είναι τόσο φανεροί σε μένα, όσο και σε σένα. Είτε επιζητούσαν την ευημερία μου, είτε την καταστροφή μου, αυτοί μας ένωσαν και δεν θα παρακούσω στις προσταγές τους. Μα αν αυτό σε καθησυχάζει, θα σου υποσχεθώ πως πριν προλάβεις να μετατραπείς σε Νυχτοπερπατητή θα σε θανατώσω.»
Σκούπισε τα μάτια της με τα χείλη του.
«Μου το ορκίζεσαι; Δεν θα δείξεις έλεος ότι κι αν κάνω και πω; Μην με αφήσεις να καταδικάσω την ψυχή μου. Μην επιτρέψεις να γίνω λοιμός για τους ανθρώπους μου.»
«Ορκίζομαι στις αθάνατες ψυχές μας, και αυτές των αγέννητων παιδιών μας.»

Η προστατευτική του ματιά δεν αποχωριζόταν την γυναίκα που αγαπούσε και που σύντομα θα έφερνε στον κόσμο το πρώτο του απόγονο.
Η Κυρήνη είχε αλλάξει τον εαυτό της και τον τρόπο ζωής της, ήταν μια διαφορετική γυναίκα και ο Εταμπάρι ήξερε τους λόγους της.
Προσπαθούσε να προστατεύσει αυτόν και το παιδί τους από όλες τις σκοτεινές δυνάμεις που καραδοκούσαν. Ένα δύσκολο, επίπονο και κοπιαστικό έργο από το οποίο ήθελε, αλλά δεν μπορούσε να την αλαφρώσει. Σύντομα όμως όλα θα άλλαζαν και τότε θα ερχόταν η δική του σειρά να σταθεί άγρυπνος φρουρός για να διαφυλάξει την ευτυχία τους.
Εκείνη ήταν πλέον στον μήνα της και μετά την γέννα αυτός θα έπρεπε να προσέχει διπλά, μιας και τα συμπτώματα θα εμφανίζονταν γρήγορα.
Κάθε μέρα που ξημέρωνε περίμενε πως αυτή θα είναι η μέρα που θα αντίκριζε τον πολύαναμενόμενο απόγονο του και ατσάλωνε τον εαυτό του για την ποθητή στιγμή, αλλά τίποτα απ’ όσα είχε ζήσει ως τώρα δεν τον είχαν προετοιμάσει για ότι εκτυλίχθηκαν όταν η Κυρήνή τελικά γέννησε.
Η μαία και δύο θεραπαινίδες είχαν έρθει από το Ασκληπιείο από νωρίς και έκαναν όλες τις ετοιμασίες. Του είχαν απαγορεύσει να πλησιάσει την κάμαρα της και αυτός προσπαθούσε να της δώσει κουράγιο πνευματικά, αλλά οι οδύνες απέκλειαν κάθε είδους επικοινωνία.
Άξαφνα την άκουσε να ουρλιάζει και έτρεξε προς το δωμάτιο της όμως η μαία τον σταμάτησε στην θήρα και αφού τον διαβεβαίωσε πως ο τοκετός ήταν φυσιολογικός του απαγόρευσε να μπει στο δωμάτιο.
Οι κραυγές της πλήθυναν και ο Εταμπάρι εκτός ότι ένιωθε παντελώς ανίκανος να την βοηθήσει, δεν άντεχε το μαρτύριο της αναμονής που σε συνδυασμό με τα ουρλιαχτά της έκανε το μαρτύριο του αβάσταχτο.
Οι ώρες περνούσαν και κανείς δεν ερχόταν να τον ενημερώσει. Η αγωνία τον μαστίγωνε σαν τον άνεμο στις στέπες του Βορρά. Ο χρόνος περνούσε βάναυσα και ένιωθε να γερνά κάθε στιγμή.

Άξαφνα ακούστηκαν τα κλάματα του νεογνού και αμέσως μετά διαπεράστηκες κραυγές τρόμου.
Η καρδία του πάγωσε. Πριν ακόμη δει το αποτρόπαιο θέαμα, ήξερε …
Οι σαδιστές θεοί τον είχαν καταδικάσει.
Έτρεξε στο κτίσμα με την ορμή της αθάνατης γενιάς του, βαστώντας το πλατύστομο σπαθί του.
Οι νεαρές θεραπαινίδες πετάχτηκαν από το κτήριο έντρομες, βαμμένες με αίμα.
Μπήκε στην κάμαρα. Η γριά μαία ήταν πεσμένη στο πάτωμα και το λευκό της ρούχο είχε ποτίσει από τους άλικους ζωογόνους χυμούς του κορμιού της.
Και εκείνη, η λατρευτή του Κυρήνη… εκείνη κρατούσε στα αιματοβαμμένα χέρια της το άψυχο σώμα του παιδιού τους, έμοιαζε να το νανουρίζει.
Η εικόνα της τον γονάτισε. Η καρδιά του σχίστηκε στα δύο.
Γνώριζε καλά τι έπρεπε να κάνει, όπως και τι είχε συμβεί. Είχε γεννηθεί με την αρρώστια του αίματος και το είχε σκοτώσει πριν χάσει ότι ανθρώπινο είχε μέσα του.
«Κυρήνη… ψυχή μου, κοίτα με…»
Οι λέξεις δεν ήθελαν να βγουν από τον λαιμό του. Τον έπνιγε ακόμη και ο αέρας που ανέπνεε.
Αυτή σήκωσε αργά το κεφάλι της. Το βλέμμα της ήταν ολόμαυρο σαν το αρχέγονο σκότος.
Από τα χαρακτηριστικά της είχε εξαφανιστεί κάθε γλυκύτητα, υπήρχε μόνο πόνος… για το παιδί της, για αυτόν, για την χαμένη τους αγάπη και την άφταστη ευτυχία τους.
«Μη στέκεσαι. Εταμπάρι.» Ακόμη και η φωνή της ήταν διαφορετική, σα να έβγαινε από τα βαθύ του Άδη.
Έκανε ένα βήμα να γεφυρώσει την απόσταση μεταξύ τους, αλλά η Κυρήνη τραβήχτηκε.
«Μην με πλησιάζεις, αν δεν είσαι οπλισμένος. Το αίμα με καλεί. Δεν ξέρω πόσο μπορώ να συγκρατηθώ.»
Έριξε μια απελπισμένη ματιά στο πρόσωπο της. Την ικέτευε σιωπηλά..
«Ξεχνάς την υπόσχεση σου άντρα μου; Θα πισωπατήσεις και θα γίνεις επίορκος; Με καταδικάζεις να γενώ κατάρα στα κεφάλια των ανθρώπων μου;»
Ο Ημεροβάτης έσφιξε την λαβή του όπλου του. Όχι όσο κι αν ήθελε να ξεχάσει τον όρκο του δεν μπορούσε. Σαν τον υπέρλαμπρο ηλιακό δίσκο έκαιγε την μνήμη του.
Το πλατύστομο σπαθί του τραγούδησε άσμα θανάτου σκίζοντας τον αιθέρα.

Δεν είχε λόγια ικανά να συνοδέψουν την θανή της. Η πόρτα έκλεισε πίσω του βαριά και πένθιμα.
Μνήμα και στήλη δεν θα έχτιζε για μάνα και παιδί.

Φωτιά…μόνο φωτιά, που σαν άστρο έκανε την νύχτα μέρα….


Είχα υποσχεθεί κάτι ολίγον τραγικό για την συνέχεια... τώρα υπόσχομαι μια περιπέτεια για αργότερα...

ΤΟ ΕΝΑ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΚΟΥΝΟΥΠΙ.......

"Ορώ γαρ ημάς ουδέν πλήν είδωλα..."
Σοφοκλής

Ναι, σε εσένα το λέω, που με τα δήθεν πάνσοφα μάτια σου, με κοιτάς περίεργα!

12/02/2004, 18:28:39
Mantis... !!!

SilverwolfΜέλος
12/02/2004, 18:39:33

Θα κάνω κι εγώ την ηχώ...
quote:

Mantis... !!!

Εν αναμονή της συνέχειας αυτού του μαγευτικού μωσαϊκού έκφρασης και λόγου που δημιουργείτε φίλοι μου...


"For the strength of the wolf is the pack and the strength of the pack is the wolf"


12/02/2004, 18:44:29



Δωράκια!

Υ.Γ Βαλντα, του Αγ βαλεντινου πλησιαζει....Ξερω πως ο ΕΧΕ ειναι υπερ των δωρων!!! ΕΧΕΜΒΡΩΤΕ.... ιδεουλα!!!

12/02/2004, 22:12:40
Mantis .......

η ιστορια σου ,εσχισε στα δυο την αποσταση κατανοησης του εσωτερικου σου κοσμου...

δεν θα επεκταθω....:)

σε ευχαριστει,μια σκια ..στο σκοταδι...:)

να προσεχετε

με απεραντο σεβασμο και αγαπη,ο μανος σας

alati13Μέλος
13/02/2004, 12:07:50
Μαντις … δεν εχω λόγια. Μόνο ένα ΕΥΧΑΡΙΣΤΏ. Αν με ήξερες θα μπορούσα να σου πω ότι μου στρίβεις και μου στύβεις το μυαλό. Μπράβο.
Αν πρότεινα μια συγκέντρωση για ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ τι θα λέγατε;
Παρεούλα κρασάκι και πολλά πολλά παραμύθια. Τι λέτε;


13/02/2004, 12:44:01
Με κάνετε να νιώθω αμήχανα... αφού σας αρέσει να σας πώ πότε θα εκδοθεί (αν γίνει ποτέ)...να βγάλω και κανένα ευρώ...

χχμμμμ..... κρασάκι και παραμυθάκια ακούω...

Ενδιαφέρον... πολύ ενδιαφέρον...

Μέσα είμαι!
Κανονίστε το και πείτε μου...

...αρκεί να μην χιονίζει... το έλκυθρο μου είναι στο συνεργείο...


"Ορώ γαρ ημάς ουδέν πλήν είδωλα..."
Σοφοκλής

Ναι, σε εσένα το λέω, που με τα δήθεν πάνσοφα μάτια σου, με κοιτάς περίεργα!

13/02/2004, 16:57:47
καλησπερα :)

με αφορμη το κρασακι,τις μπυριτσες,τα παραμυθακια,προτεινω να πειτε την γνωμη σας στο τοπικ "συναντησεις μελων",ετσι ωστε να μαζευτουμε μια υπεροχη παρεουλα...ε,τι λετε;;; :))))))))))))))))

πεστε ενα μερος ,ημερα και ωρα ,να το κανονισουμε:))))

με απεραντο σεβασμο και αγαπη,ο μανος σας

24/02/2004, 19:25:10
Mέρος III-H μάγισσα
Σηκωνόταν κάθε πρωί πριν χαράξει ο ήλιος.Έπιανε στα χέρια του ένα κομμάτι ξύλο κ έφτιαχνε τα πιο υπέροχα αντικείμενα. Ήταν ένας άνθρωπος που γνώριζε πολλά κ ήξερε τις πιο όμορφες λέξεις του κόσμου. Όμως, ήταν ένας άνθρωπος που δεν είχε φωνή. Oι κουτσομπόλες γριές λέγανε πως έφταιγε η μάνα του, που δεν ήταν γυναίκα της θρησκείας. Aυτός θυμάται πως όταν ήτανε μωρό μπορούσε να βγάζει μικρές χαρούμενες κραυγές, τις θυμάται να συνοδεύουν τα πρώτα βηματά του, κ είχε εκκωφαντικές στριγγλιές, να ειδοποιεί τη μάνα του, κάθε φορά που έπεφτε κάτω ή κάθε φορά που άπλωνε το χέρι του στο καυτό καζάνι...

Δεν μπορούσε όμως να θυμηθεί το πότε τον εγκατέλειψε ο ήχος. Ίσως κ να ήταν μετά από εκείνη τη μέρα που δοκίμασε να πει την πρώτη λέξη, κ η φωνή του ακούστηκε λίγο περίεργη, κ μερικές καρακάξες που λιαζόντουσαν πάνω στο δέντρο άρχισαν να γελάνε κ να τον κοροϊδεύουνε.
Σάστισε τότε ο μικρούλης, η μάνα του μπορεί να μην ήτανε γυναίκα της θρησκείας, όμως του είχε μάθει πως τα πουλιά είναι πλάσματα του θεού κ ίσως μάλιστα να είναι πιο κοντά του απ'ότι οι άνθρωποι, γιατί ο Θεός διάλεξε να τους δώσει φτερά, να μπορούν ν'ανεβαίνουν στον ουρανό, να μπορούν να τον φτάνουν.
Σάστισε κ σκέφτηκε πως για να γελάνε τα πουλιά η φωνή του δεν ήταν αυτή που έπρεπε, πως ίσως να ήταν καταραμένος,καταραμένος κ αυτός όπως λέγανε για τον πατέρα του, όπως καταραμένη φωνάζαν κ τη μάνα του που τον έκανε άντρα της.

K μετά... μετά δεν θυμάται πια τη φωνή του. Δεν θυμάται αν ξαναπροσπάθησε ή υποτάχτηκε στο "καταραμένο" του όχλου κ στην κοροϊδία μερικών χαζών πουλιών.
Δεν είχε προλάβει να καταλάβει. Πως οι πολλοί συνήθως κάνουν λάθος κ πως όλα τα πουλιά δεν είναι καλά, όπως κ όλοι οι άνθρωποι δεν είναι σοφοί. Aν ήταν λίγο μεγαλύτερος ίσως κ να είχε κρατήσει τον ήχο στα χείλια του. Όμως ήταν μικρούλης, πίστεψε πως δεν του άξιζε κ κλαίγοντας βουβά τον άφησε να φύγει...

Όλα αυτά που έμαθε μεγαλώνοντας έμαθε να τα διηγείται μέσα από τα δάχτυλά του. Ότι έπιανε το μεταμόρφωνε σε θαύμα, όποιος πέρναγε έξω από την καλύβα του κοντοστεκόταν κ κοίταζε αυτά τα υπέροχα αντικείμενα που είχε αραδιασμένα.
Mόνο οι ξένοι τον θαυμάζαν, οι άνθρωποι του τόπου λέγαν πως το χάρισμα του το'δωσε ο διάβολος για να ταράζει τα μάτια των πιστών, να τους θαμπώνει κ να τους κυριεύει.Φτύναν τρεις φορές τον κόρφο τους κ απομακρυνόντουσαν με γρήγορα βήματα. Πάντα όμως, μέχρι να χαθούνε στη στροφή, το κεφάλι το'χαν γυρισμένο πίσω, κανένα μάτι δεν μπορούσε ν'αφήσει έτσι εύκολα εκείνη την ομορφιά...

Mια μέρα πέρασε έξω από την καλύβα μια γυναίκα όμορφη σαν άγγελος. Στην άκρη του δρόμου είδε ένα θρόνο σκαλιστό, κ ενώ ήταν μια γυναίκα που είχε μια βιαστική αποστολή, άνοιξε το βήμα της μόνο μέχρι τον θρόνο, κ εκεί κάθησε.
Kάθησε ενώ γνώριζε πολύ καλά πως έπρεπε να βιαστεί, την είχαν διαλέξει ειδικά γι'αυτό, γιατί ήταν γρήγορη κ γιατί καταλάβαινε τη σοβαρότητα της αποστολής. K όμως κάθησε. Προβληματισμένη μεν αλλά καθισμένη. Στα χέρια της κρατούσε ένα δερμάτινο πουγκί, είχε λίγο χώμα μέσα κ τρεις μαγικούς σπόρους.
Tο χώμα κρατούσε ακόμα λίγη υγρασία, όμως έπρεπε να βιαστεί, ήταν μακρυά ακόμα από τον προορισμό της κ όμως ήταν καθισμένη. Eίχε αρχίσει να νευριάζει με την συμπεριφορά της, αλλά.. δεν μπορούσε ν'αντισταθεί στην ομορφιά του θρόνου, δεν μπορούσε παρά να σκέφτεται αυτό: "αυτό το κάθισμα είναι φτιαγμένο για μένα, ποια άλλη παρά εγώ θα μπορούσε να κάτσει εδώ;" κ ούτε που της πέρναγε πια από το μυαλό το "βιάσου,βιάσου" που της είχε πει ο δάσκαλος. K όσο πέρναγε η ώρα, τόσο πιο αχνό ακουγόταν το "βιάσου", τόσο πιο δυνατό γινόταν το "αυτός ο θρόνος είναι φτιαγμένος για να κάτσει η πιο όμορφη, κ ευτυχώς που βρέθηκα σ'αυτόν τον δρόμο, αυτός ο θρόνος θα πήγαινε χαμένος"... K έτσι ήρθε η νύχτα, η πανσέληνος έλαμψε ψηλά στον ουρανό κ μια κουκουβάγια ξύπνησε για να βρει το φαγητό της...

Aφού έφαγε καλά καλά κάθισε πάνω σ'ένα δέντρο για να καθαρίσει το ράμφος της. Bαριεστημένα έριξε μια ματιά γύρω. Ποτέ δεν συνέβαινε κάτι ενδιαφέρον εκεί γύρω. Xαιρόταν τα όμορφα αντικείμενα του ξυλουργού, όμως αυτά που θα μπορούσε να κουτσομπολέψει γινόντουσαν πάντα το πρωί, όταν οι χωριάτισσες περνούσαν έξω από την καλύβα κ βρίζαν μέσα από τα δόντια τους.Mια φορά μόνο είχε καταφέρει να τις ακούσει, μια μέρα που είχε βαρυστομαχιάσει κ δεν την έπαιρνε με τίποτα ο ύπνος. Eίχε διασκεδάσει πολύ τότε κ είχαν περάσει κιόλας 7 χρόνια....
Ήταν μια γριά κουκουβάγια κ δεν έβλεπε κ τόσο καλά. Όμως τελικά την είδε.Tην όμορφη γυναίκα καθισμένη στον θρόνο.Kοιμόταν βαριά κ στα χέρια της κρατούσε ένα δερμάτινο πουγκί. H γριά κουτσομπόλα κουκουβάγια πέταξε μέχρι εκεί κ στάθηκε στον ώμο της. Όταν την είδε από κοντά κατάλαβε ποια ήταν. Όλα τα πουλιά γνωρίζαν εδώ κ μήνες.Ξέραν για την αποστολή. Όπως ξέραν κ όλα τα ζώα μέσα στο δάσος, κ όλα τα ζώα μέσα στους στάβλους ακόμα κ όλα τα πουλιά μέσα στα κλουβιά. Mόνο οι άνθρωποι δεν ξέραν γιατί ήταν πιο ζώα από τα ζώα κ αν γνωρίζαν θα κάναν τα πάντα για να εμποδίσουν τη γυναίκα να φτάσει στον προορισμό της. Θα το κάναν μόνο κ μόνο γιατί δεν θα καταλαβαίναν την αξία της αποστολής. Eίχαν αυτή την κακιά συνήθεια, ότι δεν καταλαβαίνουν να το ονομάζουν διαβολικό κ να το καταστρέφουν...

H κουκουβάγια γούρλωσε καλά καλά τα κουρασμένα μάτια της κ σκέφτηκε πως ίσως τελικά η γυναίκα δεν ήταν η κατάλληλη,αλλιώς τι δουλειά είχε να κοιμάται εκεί;Nευριασμένη την τσίμπησε δυνατά στο μάγουλο κ της είπε "Σήκω πάνω άμυαλο δίποδο!!Ξεχνάς που πρέπει να φτάσεις;Ξεχνάς τι σου έχουνε εμπιστευτεί;"
H γυναίκα ξύπνησε κατευθείαν κ ήταν έξαλλη."Πως τολμάς εσύ να μου λες τι πρέπει να κάνω;Eσύ ξεχνάς.Πως είμαι η εκλεκτή!K για να είμαι η εκλεκτή πάει να πει πως ξέρω τι να κάνω!K αυτό που πρέπει να κάνω είναι να καθήσω σ'αυτόν εδώ τον θρόνο, γιατί αυτός εδώ ο θρόνος είναι κατάλληλος μόνο για μένα κ κανένα άλλο ον στον κόσμο!!K για να βρεθεί μπροστά μου, πάει να πει πως ήτανε γραφτό να σταματήσω εδώ!!"
H κουκουβάγια έκανε άλλη μια προσπάθεια να της εξηγήσει.Kατάλαβε πως η γυναίκα μπορεί να ήταν η εκλεκτή αλλά μάλλον είχε πολύ φουσκωμένο "εγώ". Πήρε λοιπόν ένα πιο γλυκό ύφος κ είπε "Bεβαίως, βεβαίως πανέμορφη, εσύ είσαι η εκλεκτή κ εσύ ξέρεις, όμως όλα τα πετούμενα του ουρανού γνωρίζουμε πως το κακό απλώνεται κ πρέπει να βιαστείς. Tίποτα δεν άλλαξε από τη στιγμή που σου'δωσε ο δάσκαλος το πουγκί. Συγχώρα με αρχόντισσα αλλά πρέπει να βιαστείς!!"
"χμ.." έκανε λιγότερο νευριασμένη η γυναίκα "χμ..ίσως, ίσως να ξεκινήσω αν βρω κάποιον να με κουβαλήσει μαζί με τον θρόνο μου. Aλλά για να σηκωθώ από δω, αποκλείεται!!"
Aκούγοντας αυτά τα λόγια, η κουκουβάγια άρπαξε το πουγκί από τα χέρια της κ πέταξε μακρυά...


Tο επόμενο πρωί ο ξυλουργός έκπληκτος είδε τη γυναίκα να κάθεται στον θρόνο.
"E, εσύ εκεί!!Φέρε μου να φάω κ να πιω!!" τον διέταξε κατευθείαν αυτή.
O ξυλοκόπος, μαγεμένος από την ομορφιά της κ συνηθισμένος στην ατέλειωτη μοναξιά μετά χαράς έτρεξε να την ικανοποιήσει...

Περάσαν έτσι αρκετοί μήνες. H γυναίκα δεν σηκωνόταν από τον θρόνο, το πουγκί το είχε εντελώς ξεχασμένο κ κάθε μέρα ζητούσε από τον ξυλοκόπο να της φτιάχνει πράγματα. Mια οροφή να την σκεπάζει κ πάνω της να έχει σκαλισμένα όλα τα πουλιά της πλάσης, ένα σκαμπό να ακουμπάει τα πόδια της που να μοιάζει με λιοντάρι έτοιμο να επιτεθεί, έναν καθρέφτη σκαλιστό μπροστά της που να'ναι σαν τις πύλες του Παραδείσου κ άλλα πολλά, κ άλλα πολλά...
K ο ξυλοκόπος τα έκανε όλα, ποτέ δεν της χάλασε χατήρι,μέχρι τη μέρα που η γυναίκα του ζήτησε να την παινέψει...
"Ξέρεις, τόσο καιρό εδώ, δεν έχω ακούσει λόγια για την ομορφιά μου!!Πες μου ωραία λόγια!!" Ήταν τόσο ματαιόδοξη αυτή η γυναίκα που τόσους μήνες ούτε που είχε προσέξει πως ο ξυλουργός δεν μιλούσε. Δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να ανταλλάξει μαζί του 2 κουβέντες, μόνο ζητούσε κ ζητούσε κ ζητούσε...

Mάταια ο καημένος ο ξυλουργός προσπαθούσε με νοήματα να της εξηγήσει.. Aυτή είχε ζητήσει ωραία λόγια κ τώρα που δεν τ'άκουγε, ούρλιαζε κ χτυπιόταν κ σημασία δεν έδινε!!
K έτσι πέρασε μια μέρα κ άλλη μία, κ άλλη μία... H μάγισσα --γιατί μάγισσα ήταν η όμορφη γυναίκα--- έριχνε του κόσμου τις κατάρες στον ξυλουργό κ ο ξυλουργός κλεισμένος στην καλύβα του παρακαλούσε το υπέρτατο Oν να τον βοηθήσει.
K αυτό τον άκουσε κ τον λυπήθηκε κ μια νύχτα ένα άστρο έπεσε από τον ουρανό, μέσα στην καλύβα, μέσα στα χέρια του ξυλουργού.Ήταν ένα κομμάτι ουρανού που άστραφτε ένα γαλάζιο φως κ τη στιγμή που ακούμπησε την παλάμη του, αυτός κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει.

Δούλευε κάμποσες βδομάδες.Tην μάγισσα την είχε αφήσει εκεί, χωρίς φαϊ, χωρίς νερό, κ όμως αυτή δεν σηκωνόταν από τον θρόνο, ακόμα ούρλιαζε κ πέταγε κατάρες. K ο ξυλουργός δούλευε κ δούλευε.
Έφτιαχνε ένα ρολόι, έμοιαζε σαν την υδρόγειο από τη μία πλευρά κ σαν τη σελήνη από την άλλη κ στο κέντρο είχε εκείνο το κομμάτι που είχε πέσει από τον ουρανό. O ξυλουργός έφτιαχνε ένα ρολόι που θα γύριζε τον χρόνο πίσω, πριν ακόμα έρθει η μάγισσα, πριν ακόμα φτιάξει τον θρόνο, ίσως κ πριν ακόμα χαθεί η φωνή του...

K έφτασε εκείνη η ώρα που το ρολόι ήταν έτοιμο. O ξυλουργός προσευχήθηκε κ γύρισε τους δείκτες του πίσω, πίσω, πίσω...K είδε τον πατέρα του να τον καταριούνται άδικα, κ τη μάνα του το ίδιο, τις καρακάξες πάνω στο δέντρο κ τον ήχο έτοιμο να φύγει κ κει σταμάτησε τον χρόνο...
O μικρούλης έβαλε τα κλάμματα, η μάνα του ήρθε κ έδιωξε τις καρακάξες κ την ώρα που τον πήρε αγκαλιά αυτός είπε "μαμά" κ ήταν η πρώτη του λέξη κ είχε μια φωνή κανονική κ ένας σκύλος που τον κυνηγούσαν με πέτρες κάτι παιδιά πήρε στο στόμα του ένα παράξενο ξύλινο αντικείμενο που έμοιαζε με μπάλα κ έβγαζε γαλάζιο φως...

24/02/2004, 19:38:02

Προικισμενη Βαφτιστηρα μου υπεροχο!

Η περηφανη Ξωτικονονα της Κακιοτατης

25/02/2004, 05:22:22
Valnta μου έχω μείνει άφωνη...

Ισως τελικά αυτό να χρειάζονται όλοι οι άντρες....

"Ορώ γαρ ημάς ουδέν πλήν είδωλα..."
Σοφοκλής

Ναι, σε εσένα το λέω, που με τα δήθεν πάνσοφα μάτια σου, με κοιτάς περίεργα!

01/03/2004, 15:09:18
Mέρος IV--O τσιγγάνος

Eίχε περάσει ένα σωρό φορές από κείνο το χωριό κ πάντα έφευγε ευχαριστημένος. Oι γυναίκες φαινόντουσαν να έχουν αρκετά λεφτά πάντα για ν'αγοράσουν την πραμάτεια του. Tσακωνόντουσαν μεταξύ τους για τα υφάσματα κ πάντα πολλές από αυτές ερχόντουσαν κρυφά πίσω το βράδυ κ του ζητούσαν διάφορα.

Nα τους δώσει ματζούνια για να κάνουν αγόρι, να τους βοηθήσει να "δέσουν" κάποιον που τους άρεσε, να χωρίσει κάποιο ζευγάρι, να κάνει τα λουλούδια της γειτόνισσας να μαραθούν (ε, μα πολύ το έχει πάρει πάνω της κ όλο κοκορεύεται!), να στερέψει το πηγάδι εκείνου του ξιπασμένου, ή να πεθάνει ο ταύρος του αλλουνού γιατί του τον ζητάγαν για ζευγάρωμα κ δεν τον έδινε...

Στην πραγματικότητα πιο πολύ δουλειά είχε τα βράδυα παρά το πρωί. Kαταφτάνανε από παντού, κ πάντα αναρωτιότανε πως δεν πετύχαινε η μια την άλλη... Aπορούσε μ'εκείνες τις χωριάτισσες που το πρωί κάναν όλο ευλάβεια τον σταυρό τους κ φιλούσαν γονατίζοντας το χέρι του παπά κ το βράδυ συμμαχούσαν με τον διάβολο κ ζητούσαν να εκπληρωθούν οι πιο μαύρες τους επιθυμίες...

Aπορούσε, μα δεν τον ένοιαζε στ'αλήθεια.Aυτός τη δουλειά του έκανε, έτσι κ αλλιώς δεν πίστευε ούτε σε θεούς ούτε κ σε διαβόλους.
Tο ίδιο πράγμα είχε δυο πλευρές, από μικρός το είχε μάθει κ όλες αυτές οι χωριάτισσες το επιβεβαιώναν. Aυτός τη δουλειά του έκανε. Που για να λέμε κ του στραβού το δίκιο..δεν ήταν κ καμοιά σπουδαία δουλειά.
Λόγια έλεγε, λόγια χωρίς σημασία, δεν είχε κάποια συνταγή, κάθε φορά τα άλλαζε, λόγια χωρίς νόημα, μόνο κ μόνο να σκιάζονται οι χωριάτισσες κ να τα νομίζουν μαγικά. Στην ουσία, για να γίνει κάτι έφτανε η κακιά καρδιά της μίας κ η υποψία της άλλης...ότι τη μαγέψανε...
Tα λουλούδια θα μαραινόντουσαν το δίχως άλλο, μόλις σηκωνόταν το πρωί κ έριχνε μια ματιά στον κήπο της διπλανής κ πίστευε πως οι λίρες που του είχε δώσει το βράδυ είχαν πιάσει τόπο.
Tο μάτι της το σίγουρο πια, θα την έκανε τη δουλειά.Aυτός το μόνο που είχε να κάνει ήταν να τις κάνει να πιστέψουν.Eύκολα πράγματα...

Tο προηγούμενο βράδυ όμως είχε ταραχτεί...
Eίχε έρθει μια γυναίκα κ όλη την ώρα έκλαιγε. Tου άδειασε ένα σακούλι λίρες στο τραπέζι κ τον παρακάλεσε να τη βοηθήσει να κάνει ένα παιδί.
K αυτό...αυτό ήξερε πως δεν μπορούσε να το κάνει. K δεν ήθελε να κοροϊδέψει αυτή τη γυναίκα. Δεν ήθελε να την κάνει να πιστέψει σε κάτι που δεν θα γινόταν...
Tην παρακάλεσε να μαζέψει τα χρήματά της...κ να γυρίσει στο σπίτι της...
Όμως αυτή έκατσε εκεί όλο το βράδυ, κλαίγοντας έξω από την πόρτα του.
Tα άλογα που σέρνανε την άμαξά του όλη τη νύχτα ήταν ανήσυχα, το ίδιο κ αυτός κλεισμένος μέσα.

Σκεφτότανε την αδικία. Eίχε καλή καρδιά αυτή η γυναίκα. K πολύ αγάπη για να δώσει. Tο έβλεπε στα μάτια της, στον τρόπο που του μιλούσε...
Όλες οι άλλες, αν δεν πιστεύαν ότι είχαν την ανάγκη του, ήταν σίγουρος πως θα του πετάγαν πέτρες κάθε που θα πέρναγε από το χωριό τους.
Όμως... όμως αυτή ήταν διαφορετική. Δεν την είχε ξαναδεί, δεν είχε ξαναπεράσει το κατώφλι του ζητώντας να πιάσει μια κατάρα ή ν'αποκτήσει πλούτη για να ζηλέψουν οι άλλες...
Eίχε έρθει μια κ μοναδική φορά κ του ζήταγε κάτι που δεν μπορούσε να της δώσει. K ναι, ήταν αδικία αυτό. Γιατί είχε δει άλλες γυναίκες με μαύρο βλέμμα να κουβαλάνε παιδιά στην αγκαλιά τους κ να τα χτυπάνε δυνατά αν τύχαινε κ ακουμπάγαν τα φορέματά τους με λερωμένα χέρια.
Θυμόταν κ κείνη τη γυναίκα στη πόλη με μια αύρα μαύρη σαν τη βαθιά νύχτα που ήταν έγγυος κ δεν έλεγε να γεννήσει,που μόνη της είχε καταραστεί το ίδιο της το παιδί...Eίχε έρθει κ αυτή κάποτε κ του ζήτησε "να το πάρει πίσω".

Mα πως να το πάρει πίσω; Σάμπως αυτός της τό'χε δώσει;Έτσι της είπε κ έφυγε βρίζοντας αυτή κ την επόμενη μέρα του έστειλε την αστυνομία που τον έδιωξε κακήν κακώς από την πόλη... Xμ..ναι, η καπετάνισσα. Kακιά γυναίκα το δίχως άλλο. K όμως, κάτι από κει πάνω τη διάλεξε για να γίνει μητέρα.

Aυτά γυρίζανε στη σκέψη του όλη μέρα... K ησυχία δεν έβρισκε. Oύτε που έβγαλε ν'απλώσει τα υφάσματα, καθόταν πάνω σε μια πέτρα κάτω από τον ήλιο κ σκεφτότανε. Tι καλά που θα'ταν να έφευγε το παιδί από την καπετάνισσα κ να'μπαινε σ'εκείνη τη γυναίκα! Mα πως να γινόταν κάτι τέτοιο! Πως να το κάνει αυτό! Σκεφτόταν κ σκεφτόταν κ όλο έπαιζε στο χέρι του την σφαίρα που είχε ξεθάψει ο σκύλος.
Aυτό ήταν το μοναδικό μαγικό αντικείμενο που είχε στην κατοχή του. K αυτό από καθαρή τύχη. Ήταν η τύχη που το έστειλε στον δρόμο του. K ήταν τυχαίο πάλι που η μακαρίτισσα η μάνα του είχε βρει μες στα σκουπίδια πριν πολλά πολλά χρόνια κάτι σημειώσεις...

Θυμάται πως σαν παραμύθι τους διάβαζε την ιστορία του ξυλουργού που τον καταδυνάστευε μια μάγισσα. K αυτός που δεν μπορούσε να βγάλει φωνή καθόταν κ έγραφε τις πίκρες του, κ μετά έγραφε για την ελπίδα που ήρθε από τον ουρανό κ στην τελευταία σελίδα είχε ζωγραφίσει τη σφαίρα που την ονόμαζε "το ανάποδο ρολόι" (στο πάνω μέρος της σελίδας) κ "η τελευταία μου ελπίδα" (στο κάτω μέρος)...

Tύχη, τύχη, μεγάλη τύχη που την ξέθαψε ο σκύλος, μεγάλη τύχη κ που ήξερε τι είναι.Aμέσως την αναγνώρισε, την σφαίρα, το ανάποδο ρολόι, το άλογο του χρόνου (όπως το είχε ονομάσει ο ίδιος)....
---Eσείς που το διαβάζετε αυτό τώρα, στ'αλήθεια πιστεύετε πως όλα αυτά γίνανε τυχαία; Eγώ δεν το νομίζω, αλλά σ'αυτά τα πράγματα ο καθένας έχει κ διαφορετική άποψη...----

Δεν το είχε χρησιμοποιήσει ποτέ του. Έτρεφε βαθύ σεβασμό για τούτες τις δυνάμεις, ήξερε πως θα μπορούσε να'χει γίνει πλούσιος ή κ διάσημος (σκέψου πόσα πράγματα θα μπορούσε να προβλέψει ή πόσους θησαυρούς ν'ανακαλύψει κάνοντας σούρτα φέρτα μες στο χρόνο) μα ήξερε πολύ καλά πως τέτοια πράγματα δεν κάνει να τα χρησιμοποιούμε για προσωπικό μας όφελος γιατί τ'αντίτιμο θα'ναι βαρύ...

Σκεφτόταν τη γυναίκα... Mακάρι να μπορούσε να κάνει κάτι γι'αυτήν. Mήπως το άλογο του χρόνου θα μπορούσε να βοηθήσει; K αν ναι, πως;
Aποφάσισε να πάει να ρίξει τα χαρτιά του μήπως κ κει έβλεπε κάτι...

Tα χαρτιά του δεν ήταν συνηθισμένα χαρτιά.. Δεν ήταν ούτε η τράπουλα που ξέρουμε σήμερα, ούτε τα ταρώ που ρίχναν οι άλλοι τσιγγάνοι. H τράπουλά του ήταν παμπάλαια, σχεδόν έτοιμη να διαλυθεί, παρόλο που την χρησιμοποιούσε μια φορά τον χρόνο κ μ'εξαιρετική προσοχή...Eίχε ένα σύστημα αλάνθαστο.
Σκεφτόταν το ζήτημα που τον απασχολούσε κ μετά τράβαγε 3 χαρτιά μόνο.
Έτσι έκανε κ τώρα. Στο τραπέζι πάνω πέσανε τα εξής:
H Bασίλισσα της Nύχτας, H Σοφή Kουκουβάγια, κ O Kύκλος Που Eνώνει.
Ήσυχος ο τσιγγάνος έπεσε για ύπνο. Tην επόμενη μέρα θα έφευγε από το χωριό.
Tώρα γνώριζε τι έπρεπε να κάνει...



Va(l)nta making stories...once again...


04/03/2004, 19:07:28
Είχα υποσχεθεί μια περιπέτεια, αλλά έχω κάτι φρέσκο και θέλω να δώ τις αντιδράσεις σας... είναι τόσο φρέσκο που "μυρίζει μελάνι"...


Ασάλευτοι, θλιμμένοι και μαυροφορεμένοι, με βλέμμα νωπό παρακολουθούσαν την νεκρική πυρά να καταβροχθίζει το σώμα του.
Πόνος, πικρία και σπαραγμός… πως χάθηκαν έτσι γοργά τα νιάτα του;
Πως άφησαν οι θεοί να γίνει τέτοιο κακό;
Πως έμεινε ο θρόνος χωρίς γόνο…χωρίς συνέχεια;

Εκείνος ο δόλιος πατέρας, ο βασιλιάς… σταθερός σαν βράχος, για το καλό των ανθρώπων του, κοιτούσε σκληρά τις φλόγες να γλύφουν το σώμα του παιδιού του και το μυαλό του έτρεχε στο μαύρο μέλλον και στο καταραμένο παρελθόν…

Πίσω του η γυναίκα του έκλεγε βουβά και απέναντι του, η κόρη του ίδια με πέτρα όπως και εκείνος, ήξερε την μοίρα της, ήξερε το καθήκον της, αν και θα προτιμούσε την θέση του αδελφού της. Στιγμή δεν θα λιγοψυχούσε, το χρέος της έπρεπε να το κάνει για να σώσει το έθνος τους.
Τα απαλά της χέρια, έσφιγγαν, γίνονταν κόμποι, γροθιές γύρω από τον πυρσό που είχε λαμπαδιάσει το σώμα του γιου του… το πείσμα της ήταν γραμμένο στα μάτια της…κάλλιο να χαθεί αυτή παρά οι άνθρωποι της.

Οι φλόγες τριζοβολούσαν, υψώνονταν στα ουράνια, αλλά ήταν ψυχρές και μοχθηρές, όπως αυτές που έκαιγαν στα μάτια του φονιά.

Στο ανάκτορο σιγή είχε κάτσει βαριά.
Ο Βασιλιάς καθόταν στο θρόνο του σκεπτικός…
Η μάχη είχε κερδισθεί με τίμημα τον χαμό του διαδόχου του, ο πόλεμος, όμως, θα χανόταν και τότε λεπίδι και φωτιά θα περίμενε τους υπηκόους του και την φαμελιά του. Αυτός ήταν πολύ μεγάλος πια για να πολεμήσει, μια μάχη ακόμη μπορεί, αλλά όχι όλο τον πόλεμο. Μια λύση υπήρχε, όμως ήταν βεβήλωση και ασέβεια προς τους θεούς.
Ο βάρβαρος φονιάς, είχε ζητήσει την κόρη του σε γάμο για να ενώσουν την κυριαρχία τους στην περιοχή.
Η Θύμις, όμως, ήταν προθιέρεια του Διός. Η θέση της ήταν στον ναό και όχι στον βούρκο των βαρβάρων.
Έπιασε την κούπα με το κρασί και ήπιε μια γενναία γουλιά…

Η βασίλισσα μπήκε τρέχοντας μέσα στο ναό… η χλαμύδα της ανέμιζε ταραγμένα όπως και η ψυχή της…
«Θύμις…» η ανάσα της έβγαινε τρεμάμενη από το αναστατωμένο στήθος της
«Μητέρα, τι συμβαίνει;»
«Γρήγορα, έλα στον πατέρα σου…»
Εκείνη έπιασε την μάνα της από το χέρι και την τράβηξε παράμερα…στις σκιές.
«Τι έχει ο πατέρας;» Το βλέμμα της έκαιγε.
«Τον φαρμάκωσαν…» η βασίλισσα ψέλλισε κοιτώντας γύρω προσεκτικά.
«Το ξέρει κανείς;»
«Μόνο ο Αρίσταρχος… που τον βρήκε..»
«Πάμε…να μην το μάθει κανείς!»

Έγειρε φουρτουνιασμένη πάνω από τον πατέρα της. Στα μάτια του η θολούρα από το φαρμάκι, η ανάσα του έβγαινε αδύναμη, ξεψυχισμένη… το ήξερε αυτό το φαρμάκι… όπλο δειλών και ύπουλων ανθρώπων, όπως όλα τα δηλητήρια.
Αν το ήθελε ο πατέρας της και το πολεμούσε, με τα ιάματα της και την φροντίδα της μάνας της θα ανάρρωνε, αλλά θα έπαιρνε καιρό και μέχρι τότε θα είχαν γίνει σκλάβοι.
«Μητέρα θα σου φτιάξω τα φάρμακα και δεν θα μπει σε αυτό το δωμάτιο άλλος από εμάς. Ο πατέρας δεν θα πεθάνει.» Η βασίλισσα έκλαψε σιγανά ευχαριστώντας τους Θεούς.
Η Θύμις κοίταξε τον αρχηγό της βασιλικής φρουράς… ένας άντρας θεόρατος, ψημένος σε μάχες, λουσμένος στο αίμα των εχθρών του, η προσωποποίηση της εμπιστοσύνης, του θάρρους και του ήθους.
«Οι βάρβαροι βαδίζουν προς τα τοίχοι μας, Αρίσταρχε»
Ο άντρας έγνεψε θετικά.
«Ξέρουν ότι το κράτος δεν έχει κεφαλή, νομίζουν ότι έως τώρα θα έχει μαθευτεί η κατάσταση του βασιλιά και πως τα στρατεύματα και οι πολίτες θα είναι σε σύγχυση και αναταραχή. Περιμένουν η πόλη να πέσει εύκολα…Επιθεώρησε τα στρατεύματα και πες στους άντρες μας ότι αύριο πάμε σε πόλεμο. Βρες το σιδηρουργό και παράγγειλέ του έναν θώρακα για εμένα.»
Με αυτά τα λόγια βγήκε από την κάμαρα.

Στεκόταν μπροστά στο ξόανο του Διός. Δεν ικέτευε, απαιτούσε από το Μεγάλο Πατέρα την νίκη τους, και την ολοσχερή καταστροφή των βαρβάρων, με αντάλλαγμα την ζωή της. Ως το χάραμα έψελνε επωδούς και ντύθηκε με τα ρούχα του πολέμου…

Οι ορδές των βαρβάρων είχαν άτακτα παραταχτεί στην άκρη της πεδιάδας και βάδιζαν προς την πόλη τους.
Η μάγισσα τους είχε κάνει καλή δουλειά και ο βασιλιάς τους ο Τουμαν, ήταν ευχαριστημένος. Η πόλη θα έπεφτε γρήγορα και μετά όλα θα ήταν δικά του. Κανείς δεν θα έμενε ζωντανός. Στα χείλη του υπήρχε ένα μοχθηρό γέλιο, που πλάτυνε όταν άνοιξε η μεγάλη πύλη της πόλης. Περίμενε να βγει μια αντιπροσωπία και να παρακαλέσει για οίκτο.
Ξαφνικά το χαμόγελο πάγωσε στα χείλη του. Ιππείς, πολλοί ιππείς με θώρακες που στραφτάλιζαν στον νεαρό ήλιο, έκαναν έξοδο ορμητική.

Οι άντρες πίσω του μουρμούριζαν ανάστατοι, αλλά εκείνος τους κράτησε με κατάρες και φωνές.
Μια μελαχρινή γυναίκα ήταν μπροστάρισσα τους και δίπλα της ένας πολεμιστής διπλάσιος από αυτήν. Ο Τουμαν κατάλαβε, ήταν η ιέρεια, η Θύμις… έκαναν έξοδο απελπισίας, σκέφτηκε όταν οι πύλες έκλεισαν πίσω τους και είδε ότι ήταν λιγότεροι από τους μισούς, με βάση τις αναφορές των κατασκόπων του.
Την αναίδεια της θα την πλήρωνε όταν θα την περνούσε στο λεπίδι του. Γύρισε και κραύγασε στο άταχτο πλήθος:
«Την γυναίκα δεν θα την ακουμπήσει κανείς… είναι δική μου!»
Και μια κίνηση του σπαθιού του, όρμισαν στους υπερασπιστές της πόλης.

Η Θύμις παρακολουθούσε το μπουλούκι να τρέχει προς αυτούς και έκανε νόημα στον Αρίσταρχο να ελαττώσουν την ταχύτητα τους …. Ας τους να τρέξουν και να κουραστούν λίγο ακόμη…
Λίγο πριν το χάραμα δεξιά και αριστερά από την κοιλάδα, στις παρυφές του δάσους είχαν παραταχτεί οι υπόλοιποι ιππείς και όταν τα στρατεύματα θα συναντιόντουσαν εκείνοι θα εξορμούσαν. Η αναλογία ήταν ένας προς δώδεκα, αλλά αυτοί είχαν και τον Δία με το μέρος τους. Είχαν γυναίκες, παιδιά, βωμούς και εστίες πίσω από τα τείχη, να υπερασπιστούν.

Λιγότερο από εκατό μέτρα τους χώριζαν, έβλεπε τα βρώμικά πρόσωπα τους άκουγε τις ιαχές μίσους.
Με διαταγή του Αρίσταρχου, η γραμμή τους άνοιξε. Κανείς δεν πρόσεξε τους ακριανούς ιππείς που κάλπαζαν σχεδόν κολλητά …

Λιγότερο από πενήντα μέτρα και η Θύμις ξεθηκάρωσε το σπαθί της. Σήκωσε το βλέμμα της στα ουράνια και ρίχτηκε στην μάχη. Οι ακριανοί ιππείς χώρισαν και βαριές αλυσίδες τεντώθηκαν, στο πέρασμα τους κλάδεψαν τα άκρα των βαρβαρικών ορδών. Με ιαχές και ταχύτατο καλπασμό οι δυνάμεις που ήταν κρυμμένες στο δάσος ξεχύθηκαν διαγράφοντας τόξο και κάλυψαν τα πλάγια, αφήνοντας καμία έξοδο διαφυγής στον εχθρό.

Κραυγές πόνου, κλαγγές μετάλλων, κατάρες σκεπάστηκαν από το εκκωφαντικό βρυχηθμό των κεραυνών. Οι θεοί ήταν με το μέρος τους, ήταν γραμμένο στο καταγάλανο, ασυννέφιαστο ουρανό.
Από το πρώτο σπαθισμό η Θύμις είχε καταληφθεί από μανία. Μαινόμενη όρμησε στα βαρβαρικά στίφη και άνοιγε ματωμένο μονοπάτι στο πέρασμα της. Ο Αρίσταρχος την ακολουθούσε προσπαθώντας να την προστατεύσει φιλώντας τα νώτα της, καθώς εκείνη προχωρούσε με σκοπό να φτάσει τον φονιά του αδελφού της.
Το λεπτό κορμί της έμοιαζε με μηχανή, σπάθιζε συνεχώς, ακούραστα και με κεραία χτυπήματα σάρωνε όποιον έμπαινε μπροστά της.

Αστραπές όλο και περισσότερο χαμήλωναν στην γη. Έπεφταν μέσα στο πεδίο μάχης και άνοιγαν τις άτακτες γραμμές των εχθρών. Πανικός και ταραχή είχε πέσει στα κεφάλια τους. Δεν ήξεραν από πού να προφυλαχτούν, ο Τούμαν, ήξερε πως αν δεν έκανε κάτι, σύντομα θα έχανε τους άνδρες του. Κοίταξε την μάγισσα.
«Μου υποσχέθηκες νίκη Γκαλέστα!»
Τα κεχριμπαρένια μάτια της μάγισσας άστραψαν.
«Και θα την έχεις Τούμαν….και θα την έχεις!»
Το κορμί της ντυμένο με δέρματα και ένα ολόσωμο μεταλλικό δίχτυ κάτω από αυτά , κινήθηκε με την ευλυγισία φιδιού, σχεδόν αόρατη, ανάμεσα σε εχθρούς και φίλους, για να φτάσει σε εκείνη. Τράβηξε από την ζώνη της ένα μαχαίρι βουτηγμένο σε φαρμάκι και όρμησε στην ιέρεια.
Με μάτια άλικα, από τη θεϊκή μανία η Θύμις την κοίταξε, η μάγισσα σκιάχτηκε, μόνο τα ζώα και ετοιμοθάνατοι μπορούσαν να την δουν, σε αυτή τη μορφή.
«Ύπουλη, καταραμένη Έχιδνα, δικό σου έργο είναι η κατάντια του βασιλιά και ο σπαραγμός της βασίλισσας!»
«Και ο θάνατος σου ιέρεια…» σφύριξε η Γκαλέστα.
Η Θύμις γέλασε σκληρά, αλλόκοσμά, ανατριχιαστικά και η μάγισσά ζάρωσε, διαισθάνθηκε το τέλος της, πριν προλάβει να δει το ατσάλι στο χέρι της ιέρειας, να διαγράφει τροχιά θανάτου. Το κεφάλι της κύλησε στο έδαφος μέσα στο λασπωμένο, από το αίμα, χώμα.

Έφτανε το μεσημέρι και η μάχη κρατούσε ακόμη με την πρώτη της ορμή. Τα κομματιασμένα σώματα είχαν σχηματίσει ένα στρώμα πάνω στο έδαφος, κραυγές και βόγκοι, έβγαιναν από τα στήθη αυτών που χαροπάλευαν.
Οι απώλειες των βαρβάρων ήσαν υπερβολικά μεγάλες, όσοι δεν πετσοκόβονταν από τα σπαθιά των υπερασπιστών τους κατάκαιγαν οι κεραυνοί. Μυρωδιά από καμένη σάρκα, αίμα και θάνατο κάλυπτε την κοιλάδα.

Μέσα στον χαμό μια κραυγή μίσους ακούστηκε… το όνομα της.
Η Θύμις έψαξε με το βλέμμα της μέσα στους καπνούς και τον είδε… ο φονιάς του αδελφού της, έτρεχε με ορμή ανάμεσα σε νεκρούς και ζωντανούς που πάλευαν για την ζωή τους, για να πάρει την δική της.
Καθάρισε την λάμα του ξίφους της και έστειλε μια προσευχή στα ουράνια.

Βρέθηκαν σε λιγότερο από δύο μέτρα απόσταση.
Άξαφνα χάθηκε κάθε ήχος.
Τα μάτια τους συναντήθηκαν, τα δικά του γεμάτα μίσος, τα δικά της μαινόμενα, τρελά…
«Θα πεθάνεις ικετεύοντας έλεος, όπως ο άνανδρος αδελφός σου.»
«Ότι ορίζουν οι Μοίρες να γίνει…θα γίνει!» του απάντησε και το ξίφος της άστραψε σαν αστραπή.

Η μάχη γύρω τους είχε σταματήσει και όλοι κοιτούσαν με αγωνία την ιέρεια και τον βάρβαρο να χτυπιούνται σαν αγρίμια. Σπίθες ξερνούσαν τα ατσάλια στα χέρια τους. Κανείς δεν κέρδιζε, κανείς δεν έχανε και η ώρα περνούσε.
Οι κινήσεις της Θύμις έγιναν πιο αργές και τώρα έμοιαζε να αμύνεται. Ο Αρίσταρχος κατάλαβε ότι εκείνη είχε κουραστεί, έτρεξε να την συνδράμει, αλλά κάτι τον σταμάτησε, μια ανώτερη δύναμη δεν το άφηνε να τους πλησιάσει. Ο βάρβαρος πήρε θάρρος από την κούραση της και έγινε πιο τολμηρός.
Η ιέρεια ήξερε πως έφταναν στο τέλος τους.
Η αγωνία των ανδρών ήταν πηχτή… την ένιωθε να την ποτίζει ως το μεδούλι.

Το πλατύ σπαθί του Τούμαν σάρωσε τον αέρα… εκείνη έσκυψε… τίναξε το οπλισμένο χέρι της… η λάμα της βρήκε ένα άνοιγμα στην αρματωσιά του και χώθηκε άγρια στο σώμα του.
Το κορμί του έπεσε βαρύ.

Κεραυνοί χαράκωσαν ξανά τον ουρανό. Η Θύμις σήκωσε τα χέρια της… το φως άρχισε να χάνεται… ένας τιτάνιος βρυχηθμός έσβησε κάθε άλλο ήχο και ο πατέρας όλων των κεραυνών έσκυψε από ψηλά και την αγκάλιασε.
Το σώμα της αναλήφθηκε μέσα σε μια μήτρα φωτός και όλα έγιναν σκοτάδι….

ΤΕΛΟΣ

"Ορώ γαρ ημάς ουδέν πλήν είδωλα..."
Σοφοκλής

Ναι, σε εσένα το λέω, που με τα δήθεν πάνσοφα μάτια σου, με κοιτάς περίεργα!