ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/ESOTERICA.GR/BOARD/- Μια φορά και έναν καιρό…… - "Μεταξύ τυρού και αχλαδιού"

- Μια φορά και έναν καιρό…… - "Μεταξύ τυρού και αχλαδιού"

alati1330 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 2/2
04/03/2004, 19:32:12
Αγαπητο Κουνουπι πραγματι ολα εχουν το τιμημα τους και ποσο πιο σοφοι γινομαστε οταν μπορουμε να το καταλαβουμε και να μην θεωρουμε τους εαυτους μας ανωτερους απο τους αλλους νομιζοντας οτι μπορουμε να την γλυτωνουμε παντα ,οτι και να κανουμε.
Ο ανθρωπος που το νομιζει αυτο ειναι πολυ αλαζονας και στο τελος καταληγει να την πατησει ..οταν δε προσγειωθει στην πραγματικοτητα και δει οτι δεν μπορει να βγαινει παντα λαδι,ε τοτε εκει εχει καψει τα φτερα του ασχημα.
υ.γ. Εγω τουλαχιστον αυτο το νοημα καταλαβα απο την ιστοριουλα σου.

Καλο σας βραδυ

04/03/2004, 21:13:10
Καλή μου Ξωτικονονά, έχεις απόλυτο δίκιο... κάπου εκεί ήθελα να καταλήξω.

Όμως σαν ιστορία πως σας φάνηκε?
Ο λόγος κυλούσε... είχε ροή?
Υπάρχουν σημεία μη κατανοήτα?
Ήταν βάτη?

Το κουνούπι σε συγγραφική αναζήτηση....

"Ορώ γαρ ημάς ουδέν πλήν είδωλα..."
Σοφοκλής

Ναι, σε εσένα το λέω, που με τα δήθεν πάνσοφα μάτια σου, με κοιτάς περίεργα!

05/03/2004, 11:33:14
Όμως σαν ιστορία πως σας φάνηκε?
Ο λόγος κυλούσε... είχε ροή? Nαι, βεβαίως!
Υπάρχουν σημεία μη κατανοήτα? Όχι, δεν θα το έλεγα.
Ήταν βάτη?

Valnta+ λακωνικές απαντήσεις....

**Well done κουνούπι!!!//αν κ στεναχωρήθηκα που μου ξεπάστρεψες
την Γκαλέστα//είχα ταυτιστεί...

05/03/2004, 19:34:11
quote:

Valnta+ λακωνικές απαντήσεις....

**Well done κουνούπι!!!//αν κ στεναχωρήθηκα που μου ξεπάστρεψες
την Γκαλέστα//είχα ταυτιστεί...


Ευχαριστώ.... ευχαριστώ... ευχαριστώ....

Καλή μου λακωνική Valnta... άλλο φιδομαλλούσα και άλλο φαρμακερή οχιά...

Σας εύχομαι το καλύτερο και εκλογικοτατο ΣαββατοΚύριακο....

"Ορώ γαρ ημάς ουδέν πλήν είδωλα..."
Σοφοκλής

Ναι, σε εσένα το λέω, που με τα δήθεν πάνσοφα μάτια σου, με κοιτάς περίεργα!

08/03/2004, 22:41:51
Αν αυτό σας φανεί γνώριμο, μην απορείται είναι το πρώτο όνειρο που έγραψα στο θέμα της Valnta, αλλά είναι ολίγον πειραγμένο... για διαβάστε, γιατί πολύ νέκρα έχει πέσει στο μαγαζί....

Η Πύλη

Το όνομα μου είναι Μάντις και έχω μια ιστορία να σας πω.
Στο πρώτο από τα αλλεπάλληλα ταξίδια μου στο σύμπαν, βρέθηκα σε ένα τόπο αφιλόξενο. Εκεί βρήκα τον τρόπο να ξεκινήσω το ταξίδεμα μου και γνώρισα το φύλακα της Πύλης.
Αλλά ας πιάσουμε τα πράγματα από την αρχή…
Ήμουν και είμαι ένα όν της Φύσης, έχοντας κατανοήσει τον σκοπό της ύπαρξης μου, που είναι συλλογή γνώσης και η μεταβίβαση αυτής σε άλλα όντα, ταξιδεύω για την κατάκτηση της.
Όταν ξεκίνησα την πορεία μου ήμουν ένα φοβισμένο κοριτσάκι που όμως σφυρηλατήθηκα από την ζωή και μετασχηματίστηκα σε μια θαρραλέα γυναίκα με όπλο το μυαλό της και ασπίδα την ψυχική της δύναμη. Πριν ακόμη από «χρυσαλίδα» γίνω «πεταλούδα» έκανα το πρώτο μου ταξίδι…

Πατούσα ξυπόλυτη το άγονο, ξερό χώμα. Δεν ήξερα σε πια εσχατιά της γης είχα βρεθεί. Ο ήλιος, αδίστακτος, έκαιγε την πλάση γύρω μου. Καυτός, φονικός άνεμος μαστίγωνε την δύστυχη γη. Το ωχρό, άνυδρο χώμα, θρυμματιζόταν κάτω από τα πόδια μου και ρουφούσε άπληστα την υγρασία του δέρματος μου. Κίτρινο σκληρό φως ήταν αυτό του ηλιακού πατέρα. Έκανε τα μάτια μου να πονούν και τις αισθήσεις μου να είναι σε εγρήγορση.

Περπατούσα ακούραστα στην απέραντη ερημιά, μέχρι που έφτασα σε ένα χωριό. Μικρά σπίτια λευκά, ακίνητα και κακοφτιαγμένα πλαισίωναν όλους τους δρόμους. Πόρτα δεν υπήρχε πουθενά, μα ούτε και παράθυρο. Έμοιαζαν με ανθρώπους δίχως μάτια και στόμα, βουβούς, μαρμαρωμένους, χαμένους σε μια ξεχασμένη λήθη…

Πέρα από τον αέρα που ούρλιαζε άλλος ήχος δεν επιζούσε στην αιώνια ερημιά... μέχρι που άκουσα ένα κουδούνισμα και κοίταξα τα πόδια μου.
Γύρω από τους αστραγάλους μου φορούσα αλυσίδες με κουδουνάκια, που έκαναν κομμάτια την επιθυμία μου να περνάω απαρατήρητη, αλλά που και γιατί να μην γίνεται αισθητή η παρουσία μου; Σε αυτόν τον άγονο και έρημο τόπο, ποιος θα ενοχλούνταν από την παρουσία μου; Ποίου θα μπορούσα να ταράξω την ηρεμία;

Μια απαλή αίσθηση απλωνόταν σε όλο μου το σώμα και είδα πως ήμουν ντυμένη με ένα μεταξωτό λευκό ρούχο. Πιο λευκό από τα σπίτια γύρω μου, πιο λευκό από τα ξασπρισμένα κοκάλα της ανθρωπότητας.
Τα μαλλιά μου ήταν μακριά και κόκκινα. Πλεγμένα περίπλοκα, αλλά και λυτά μαζί, παρασύρονταν από τον άνεμο. Τόσο έντονα κόκκινα και μακριά, που κάτω από το κίτρινο φως, έμοιαζαν με αύρα.

Στάθηκα στην αρχή ενός μεγάλου και φαρδιού δρόμου. Ο άνεμος έγινε πιο ορμητικός και καυτός. Συνέχιζα να περπατώ, τίποτα δεν μπορούσε να με σταματήσει πια. Έπρεπε να φτάσω στο τέρμα, στον σκοπό μου και στην πλήρωση του.
Έμοιαζε σαν να περπατούσα μέρες, χρόνια… μια ολόκληρη ζωή. Η κούραση, η ζέστη, ο αέρας, δεν με άγγιζαν.
Τα μάτια της ψυχής μου είχαν εστιάσει στο βάθος του ορίζοντα, εκεί θα έφτανα, εκεί θα σταματούσα…
Βήμα - βήμα πλησίαζα και ξεμάκραινα. Στην πορεία μου ένιωσα ελπίδα και απελπισία, ευτυχία και δυστυχία, χαρά και μίσος και τελικά κατάλαβα… αισθάνθηκα αγάπη για τον σκοπό μου, για τον δρόμο μου… για εμένα…

Και η δύναμη αυτή με πλημμύρισε, όπως το κίτρινο φως του ήλιου, μόνο που δεν ήταν σκληρή, παρά απαλή σαν τα πέταλα ενός ρόδου, στοργική σαν το φιλί της μάνας, ηδονική σαν το χάδι του εραστή, δροσερή σαν την πρωινή πάχνη, ανάλαφρη σαν την ανοιξιάτικη αύρα, βαθιά σαν τα χάσματα της γης, απέραντη σαν το σύμπαν, σταθερή σαν θεϊκό βουνό, βαριά σαν την κληρονομιά των προγόνων μου.

Γονάτισε από το φορτίο το σώμα μου, μα η ψυχή μου φτερούγισε στην συνειδητοποίηση… και ήξερα πως έφτασα…
Σήκωσα το βλέμμα μου νωπό, αλλά καθαρό… τώρα πια μπορούσα να δω. Ήταν πάντα εκεί, μπροστά μου, δίπλα μου, πίσω μου. Μια την έβρισκα, μια την έχανα, μα πάντα την θωρούσα από μακριά, γιατί δεν είχα νιώσει το κλειδί της…
Αυτή πάντα με περίμενε και πάντα θα με περιμένει για να ανοίξει και να περάσω στο επόμενο ταξίδι μου.

Η Πύλη, τεράστια, πέτρινη πλασμένη από την αρχή του κόσμου, ζευγαρωμένη με τον Φύλακα της. Αναπόσπαστο κομμάτι ο ένας του άλλου. Στην κορυφή της αψίδας στεκόταν ένας μαυροφορεμένος άντρας… ο αέναος Φύλακας…

Άπλωσε τα χέρια του σαν να ήταν φτερά και έκανε ένα βήμα στο κενό. Έπεφτε… έπεφτε… έπεφτε… από το τιτάνιο ύψος της.
Στάθηκε μπροστά μου, το σώμα του ήταν αιθερικό, αλλά και σκληρό όπως το σώμα του ταιριού του.

Τον κοίταξα στα μάτια, μαύρα μάτια, απύθμενα, χαοτικά. Εικόνες, εποχές, χρώματα, σχήματα, λέξεις, πρόσωπα… ξεχασμένα στους αιώνες, δικά μου, μελλοντικά… όλα υπήρχαν στο βλέμμα του.
Ακόμα κι όταν όλοι θα με έχουν ξεχάσει αυτός θα με κρατά στα μάτια του και θα περιμένει να μου ανοίξει την Πύλη για να περάσω ξανά, σκεφτικά και τον δέχτηκα με ένα χαμόγελο.

Το δέρμα του λευκό, ανέγγιχτο από τον ήλιο.
Τα χείλη του πιο πορφυρά και από το αίμα.
Έσκυψε και με φίλησε, άνοιξε τα χέρια του και με τύλιξε σε μια παγωμένη αγκαλιά και τον κατάλαβα... εκείνη την στιγμή ξεκινούσα για ένα νέο ταξίδι…

Ήταν ο Άγγελος του Θανάτου...


ΤΕΛΟΣ

"Ορώ γαρ ημάς ουδέν πλήν είδωλα..."
Σοφοκλής

Ναι, σε εσένα το λέω, που με τα δήθεν πάνσοφα μάτια σου, με κοιτάς περίεργα!

13/03/2004, 22:57:43
http://www.altfactor.gr/magazine/aplanet/iss9/greylanders.html

με απεραντο σεβασμο και αγαπη,ο μανος σας

WHISPERS OF THE DREAMS

28/03/2004, 00:17:14
Πρίν από λίγες μέρες ένα κοριτσάκι, που είναι πολύ μακριά, είχε την γιορτή του και εγώ το ξέχασα... Γι' αυτό θα του κάνω ένα δώρο που δεν χαλάει με τον καιρό, δεν φεύγει από τη μόδα και είναι πολύ πολύ προσωπικό όσο και δημόσιο...
Αγαπητή μου Silverwolf, αυτή η ιστορία είναι το δώρο σου. Από εδώ και πέρα είναι αφιερωμένη σε εσένα...όποια κι είναι η μοίρα της...

Νιώθω σαν μάνα που μόλις έφερε το παιδί της στον κόσμο...όσοι γράφουν ξέρουν τι εννοώ...χαίρομαι που τελείωσα, αλλά επίσης λυπάμαι που έγραψα ΤΕΛΟΣ.... και η αγωνία μου η ίδια με αυτής την μέλλουσας μάνας... θα είναι γερό (Θα είναι καλό το θέμα μου, για εμένα)?, θα μεγαλώσει σωστά (θα το αναπτύξω σωστά, για εμένα)?, θα προκόψει (θα αρέσει στον κόσμο, θα την διαβάσουν)?

Ιδού το παιδί μου... μόλις το "γέννησα" και το παραδίδω στα μάτια σας και στο μυαλό σας....


Κάπου ανάμεσα…

Καθόμουν σε ένα μαντεμένιο παγκάκι και έστριβα ένα τσιγάρο, ήταν άνοιξη και ένα απαλό αεράκι μετέφερε τις ευωδιές των λουλουδιών, τα πουλάκια τιτίβιζαν και νερό κελάρυζε κάπου στο βάθος...
Ένα χρυσορόδινο χρώμα έβαφε τον ουρανό... μια αιώνια ανατολή...
Φορούσα ένα κίτρινο φόρεμα και είχα τα μαλλιά μου πιασμένα ψηλά.
Καθώς απολάμβανα τον αρωματικό καπνό του τσιγάρου μου ένας γεράκος υποβασταζόμενος από το μπαστούνι του, ήρθε και έκατσε δίπλα μου. Με κοίταξε, τον κοίταξα και του είπα "καλημέρα"... αυτός μου απάντησε "για εμένα πάντα καλή είναι"...
Για να πω την αλήθεια, νευρίασα λίγο με την έπαρση του, αλλά όλα ήταν τόσο υπέροχα που τίποτα δεν θα μου χαλούσε την διάθεση μου. Έκλεισα τα μάτια και έγειρα το κεφάλι μου προς τα πίσω, φυσώντας το καπνό απαλά...
Ο γεράκος, όμως, είχε όρεξη για κουβεντούλα...
"Θα βρέξει άκουσα"... κοίταξε τον ουρανό καχύποπτα και συνέχισε..." και δεν έφερα ομπρέλα"...
"Αν βρέξει θα σας δώσω εγώ την δική μου" του απάντησα χωρίς να τον κοιτάξω...
Τον ένιωσα να στριφογυρίζει άβολα και κατάλαβα πως δεν περίμενε αυτή την απάντηση.
"Πρέπει να πάρω τα φάρμακα μου και δεν έφερα νερό μαζί μου..." τον άκουσα να λέει...
"Ορίστε" του είπα και του έδωσα ένα μπουκαλάκι νερό που έβγαλα μέσα από την τσάντα μου.
Αυτός μουρμούρισε κάτι μέσα από τα δόντια του που με πολύ καλή θέληση θα μπορούσες να το μεταφράσεις ως ευχαριστώ και συνέχισε την στιγμή που έσβηνα το τσιγάρο μου...
"Πάλι καλά που το έσβησες γιατί με πειράζει ο καπνός"
"...και όχι μόνο..." συμπλήρωσα κάτω από την γλώσσα μου.
Και εκεί που είπα ότι αυτό ήταν τελείωσε η κουβεντούλα και η γκρίνια... τον άκουσα ξανά...
"Δεν με πιστεύεις ε?"
"Πως είπατε?" ρώτησα έκπληκτη
"Είσαι άθρησκη έμαθα..." μου είπε με ύφος δασκάλου που ετοιμαζόταν να ορίσει τιμωρία.
"Ναι, είμαι" απάντησα και συνέχισα "... ποίος είσαι εσύ?"
"Είμαι ο θεός των προγόνων σου" απάντησε αυτός βαρυσήμαντα.
Εκείνη την στιγμή σκέφτηκα... πάει ο παππούς λάλησε από τα πολλά φάρμακα, αλλά κάτι μου έλεγε πως ο γεράκος ήταν αυτός που υποστήριζε....
"Άθρησκη είμαι και όχι άθεη" του απάντησα
"Άρα δεν πιστεύεις στον γιο μου!" αναφώνησε ο γεράκος...
"Εσύ και ο γιος σου δεν είστε θεοί των Ελλήνων. Οι θεοί των προγονών μου είναι το Δωδεκάθεο, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα… Δικαίωμα μου δεν είναι να επιλέγω τι και ποιόν θα πιστέψω?" ρώτησα θιγμένη.
"Δικαίωμα σου είναι, αλλά σύντομα θα τεθεί θέμα σοβαρό και θα πρέπει να πάρεις μια απόφαση..."
"Τι θέμα και πάνω σε τι θα πρέπει να αποφασίσω?" ρώτησα περίεργη.
"Καθόμασταν δίπλα στο ποτάμι και κάναμε συμβούλιο... ήταν όλοι εκεί και δεν μπορούσαμε να αποφασίσουμε που να σε κατατάξουμε" με κοίταξε με ερευνητικό βλέμμα και συνέχισε..." και με έστειλαν οι άλλοι να σε ρωτήσω..."
"Μάλιστα... παππού δεν τα πιάνεις από την αρχή γιατί σε έχασα..." του είπα..
Ο γεράκος σηκώθηκε και με σκούντηξε με το μπαστούνι του.
"Έλα μαζί μου!"
Τον ακολούθησα και φτάσαμε δίπλα στο ποτάμι. Γύρω από ένα μεγάλο μακρόστενο πέτρινο τραπέζι κάθονταν όλοι οι θεοί που πέρασαν από την γη και συζητούσαν.
Ξαφνικά η συζήτηση σταμάτησε, όλοι γύρισαν και με κοίταξαν... ένας άντρας με χλαμύδα με πλησίασε...
"Επιτέλους! Ήρθες!... μας έχεις αναστατώσει... πρέπει να αποφασίσεις αμέσως, γιατί εκεί στην γη μαλώνουν για εσένα."
"Για ποίο πράγμα πρέπει να αποφασίσω... και αν δεν είμαι στην γη που είμαι?... και ποίος είσαι εσύ?"
Ο άντρας με κοίταξε έκπληκτος.
"Μα καλά δεν ξέρεις τίποτα?"
"Τι να ξέρω?... εγώ ένα τσιγάρο έκανα..."
"Είμαι ο Ερμής... ο αγγελιοφόρος των θεών?" με κοίταξε περιμένοντας ένα σημάδι αναγνώρισης.
"Μάλιστα... και που είμαι αν δεν βρίσκομαι στην γη?"
"χχμμμ... έχεις περίπου πεθάνει..." απάντησε λίγο νευρικά.
"...περίπου?"… κοιτάχτηκα «έτσι εξηγείται αυτό το φόρεμα …» είπα σχεδόν μουρμουριστά…

Ένας άλλος άντρας με βουδιστικό ράσο πλησίασε.
«Ο Βούδας?» τον ρώτησα
Το στρογγυλό του πρόσωπο έλαμψε από την αναγνώριση και έγνεψε θετικά.
«Καλό μου παιδί, υπάρχει κάτι που θυμάσαι? Τι έκανες πριν βρεθείς στον κήπο μας?»
«Να σας πω… είχα πάει εκδρομή και έπιασε βροχή… έπαθα πνευμονία και πέθανα?»
ρώτησα ταραγμένη.
«Όχι… όχι» πετάχτηκε η θεά Κάλλη που καθόταν λίγο παραπέρα.
«Μα καλά τι θεοί είστε εσείς που δεν μπορείτε να μου πείτε τι έγινε?… καλά δεν καθόμουν εγώ στο παγκάκι και κάπνιζα…» ξέσπασα νευριασμένη.
«Μην εξάπτεσαι, θα θυμηθείς τι σου συνέβη…» προσπάθησε να με καθησυχάσει ο Βούδας, αλλά τον κοίταξα εχθρικά και μαζεύτηκε αμέσως.

Ξαφνικά ένα δυνατό βαθύ γέλιο ακούστηκε κάπου πίσω μου…
«Φίλε μου ειρηνικέ Βούδα, δεν βλέπεις την φωτιά που καίει μέσα της? Δεν ανήκει στους πιστούς σου…»
«Κάποτε την άκουσα να λέει λόγια μου…» είπε ο Βούδας σχεδόν απορημένα.
«Όλοι κάποια στιγμή λένε και κάτι δικό σου.» Απάντησε ο θεός που είχε γελάσει.
«Κάποια στιγμή είπα και λόγια του Γιαχβέ, αλλά δεν σημαίνει αυτό ότι είμαι δική του… « τους έριξα μια θυμωμένη ματιά και συνέχισα, « Επειδή είπα λόγια που βγήκαν μέσα από τις γραφές σας δεν σημαίνει ότι σας ανήκω!… τι είναι εδώ? Παζάρι?»
«Η θνητή έχει δίκιο.» Μια θεά με χλαμύδα και ένα δόρυ στο χέρι σηκώθηκε από το τραπέζι.
«Πατέρα πρέπει να αποκαλύψουμε το κομμάτι της μνήμης της που έχει χαθεί και να δει μόνη της τι συνέβη.» πρότεινε η θεά στον Δία που καθόταν κοντά της.
«Αυτή είναι μια απροσδόκητη τροπή και εντελώς αντικανονικό!» διαμαρτυρήθηκε ένας άλλος θεός που καθόταν στην άλλη άκρη του τραπεζιού.
Ο πιθηκόμορφος Χανουμάν πετάχτηκε από την θέση του.
«Αλλάχ έχουμε το δικαίωμα να το κάνουμε! Μπορεί τελικά να μην είναι έτοιμη να φύγει από την ζωή και να προχωρήσει στην επόμενη… πρέπει να μάθει και να αποφασίσει!»

Φωνές σηκώθηκαν σε μια διαμάχη και σειόταν ο τόπος. Έκατσα σε μια πέτρα μέχρι να πάρουν μια απόφαση. Δίπλα μου άκουσα κάτι να σέρνεται και είδα ένα φίδι να με πλησιάζει.
«Άσε αυτούς να μαλώνουν και εγώ θα σου δείξω όλα όσα έχουν συμβεί…» η συριστή φωνή του έσταζε μέλι και φαρμάκι μαζί.
«Σίγουρα δεν σε επικαλέστηκα κάποια στιγμή εσένα!» είπα υποτιμητικά
«σσς… κάθε φορά που έβριζες κάποιον ή που έκανες βλάστημες σκέψεις ήταν επίκληση σε εμένα…. Σσς η κακία κυλά μέσα σου, άρα μου ανήκεις…»
«Τότε ανήκω σε όλους τους θεούς, αφού κάποια στιγμή επικαλέστηκα τον λόγο τους» απάντησα στον όφη.

Οι φωνές έπαψαν και ο Ερμής με πλησίασε.
«Αποφασίσαμε να σου αποκαλύψουμε τις τελευταίες σου στιγμές με την ελπίδα πως θα επιλέξεις και θα σταματήσει η διαμάχη στη γη.»
Σηκώθηκα από την πέτρα πιο πολύ για αποκτήσω απόσταση από το φίδι.
«Τι πρέπει να κάνω?» ρώτησα καθώς ο Ερμής με οδηγούσε πίσω στο τραπέζι των θεών.
«Εσύ… τίποτα! Εμείς θα τα κάνουμε όλα… τι θεοί είμαστε, άλλωστε…» απάντησε με αυτοσαρκαστική διάθεση ο Χανουμάν που ακολουθούσε.

Με έβαλαν να καθίσω και ένα σύννεφο χαμήλωσε μπροστά μου, εικόνες άρχισαν να προβάλλονται, εικόνες δικές μου…
Είχε αρχίσει να βρέχει αναπάντεχα και μαζεύαμε βιαστικά τα πράγματα που είχαμε απλώσει για το πίκνικ μας, τρέξαμε στο αυτοκίνητο βρεγμένοι ως το κόκαλο, αλλά γελώντας, δεν μπορούσε μια καλοκαιρινή μπόρα να μας χαλάσει την διάθεση.
Μου έπιασε το χέρι και μετά με φίλησε, όπως μόνο αυτός μπορούσε.
Όταν χωρίσαμε μου είπε:
«Θέλεις να φύγουμε ή να περιμένουμε να σταματήσει η βροχή?»
Κοίταξα τον ουρανό μέσα από το τζάμι…
«Ας φύγουμε, δεν βλέπω να σταματά η βροχή σύντομα.»
Έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο και με ένα απαλό γουργούρισμα της μηχανής ξεκινήσαμε.
Βγήκαμε στον κεντρικό δρόμο και ένιωσα το αμάξι να αναπτύσσει ταχύτητα, στο κασετόφωνο ο Νταλάρας τραγουδούσε ρεμπέτικα και εγώ σιγομουρμούριζα μαζί του… ήταν μια όμορφη στιγμή και ένιωθα ανάλαφρη.
Κανείς μας δεν είδε το σκύλο που πετάχτηκε μέσα από τους θάμνους. Τα φρένα στρίγκλισαν και το αυτοκίνητο αντί να σταματήσει ντελαπάρισε και σφηνώθηκε στο χαντάκι στην άκρη του δρόμου.

Κάπου στο βάθος ακούγονταν φωνές και σειρήνες, ένιωσα χέρια να με σηκώνουν, προσπάθησα να ακούσω, να δω, αλλά τίποτα δεν ήταν καθαρό, όλα μπλέκονταν και τα μάτια μου δεν ήθελαν να ανοίξουν. Πονούσα παντού, ήθελα να ουρλιάξω από τον πόνο, όμως δεν ήξερα πως…
Οι φωνές σώπασαν σε αντίθεση με τις σειρήνες που έμοιαζαν να με ακολουθούν. Αυτές οι σειρήνες μου προκαλούσαν ένα δυσοίωνο συναίσθημα… κάτι δεν είχε πάει καλά… εκείνος ήταν εντάξει? … ή μήπως…
Προσπαθούσα να συγκεντρωθώ, να καταλάβω, να θυμηθώ, αλλά όλα εξακολουθούσαν να είναι θολά, όμως κατάφερα να ακούσω την φωνή του να μου μιλά καθησυχάστηκα, τον αισθανόμουν να μου κρατά το χέρι.
Ήθελα να αναστενάξω από ανακούφιση, μα ήμουν τόσο κουρασμένη…
Παραδόθηκα, ήθελα μόνο να κοιμηθώ…
Ένιωσα πάλι ανάλαφρη, αιθέρια, άϋλη, άνοιξα τα μάτια μου και ανακάθισα στο φορείο, ένας νοσοκόμος χρησιμοποιούσε πάνω στο σώμα μου την συσκευή ανάνηψης, αυτός με κοιτούσε βουβός και ένα μονότονο μακρόσυρτο μπιπ κάλυπτε την σιωπή του.
Τίποτα από αυτά δεν με άγγιζε, όλα ήταν εντάξει, είχα φτάσει στο τέλος και στην αρχή. Δεν ένιωθα φόβο, δεν ένιωθα πόνο, παρά μόνο περιέργεια και ανυπομονησία.
Ξαφνικά τα πάντα χάθηκαν, βυθίστηκα πάλι στον πόνο και στο σκοτάδι, με είχαν επαναφέρει…
Μου φάνηκε αιώνας μέχρι να φτάσουμε στο νοσοκομείο και τότε πάλι φωνές με υποδέχτηκαν. Έχασα το χέρι του και την φωνή του και ένιωσα τρόμο για την συνέχεια.
Τι θα γινόταν τώρα?
Που πήγαινα και δεν τον άφηναν να με ακολουθήσει?
Τουλάχιστον είναι καλά… αυτή η σκέψη ισορροπούσε το μυαλό μου.

Το σταθερό επαναλαμβανόμενο μπιπ ήρθε ξανά, μόνο αυτό και η απόλυτη σιωπή. Υπήρχε μια παρουσία την ένιωθα, αλλά κανένας άλλος ήχος.
Το άνοιγμα της πόρτας έσπασε λυτρωτικά την ησυχία. Βήματα που με πλησίαζαν και σταματούσαν κοντά μου, και μετά μια φωνή…
«Σε λίγο θα την αποσυνδέσουν.» ο αδελφός μου είπε και ένιωσα πάλι μια αγαλλίαση να με πλημμυρίζει.
«Κάλεσα το γραφείο τελετών… θα πάμε την αδελφή σου στο χωριό… θα είναι κοντά μας» Η παρουσία που ένιωθα πριν ήταν η μανά μου.
«Μητέρα… αφού ξέρεις ότι δεν ήθελε να την θάψουν. Είναι όρος και στην διαθήκη της… έχω κανονίσει με την Ολυμπιακή, αύριο το πρωί πετάμε για Ρουμανία.»
« Ο πατέρας σου και εγώ το αποφασίσαμε… δεν θα επιτρέψουμε αυτήν την παρωδία. Θα γίνει κανονική κηδεία και όχι ότι τρελό είχε σκεφτεί η αδελφή σου. Ξαγρύπνια, μετά στην εκκλησία και μετά στο νεκροταφείο… και το γλέντι που ήθελε να το ξεχάσεις!»
«Μάνα!» η φωνή του αδελφού μου ακούστηκε έντονη, θυμωμένη… κάπου μέσα μου το ήξερα ότι θα γινόταν αυτό… οι γονείς μου ποτέ δεν κατάλαβαν γιατί δεν πίστευα στην Εκκλησία και γιατί δεν ήθελα να με θάψουν, αλλά προτιμούσα να με κάψουν.
«Θα μαζευτεί όλη η οικογένεια και θα το συζητήσουμε… όλοι έχουν λόγο…»
«Κανένας δεν έχει λόγο πάνω στην τελευταία επιθυμία ενός ανθρώπου. Από την στιγμή που την γνωρίζεις, την υπακούς… ας μην κάνουμε τα πράγματα πιο δύσκολα. Κάνε όσες λειτουργίες και μνημόσυνα θέλεις, μόνο σεβάσου ότι ζήτησε.»
«Μπορεί να ανέχτηκα την αθρησκία σας, αλλά δεν θα περάσει τώρα το δικό σας! Θα την θάψουμε σε καθαγιασμένο μέρος και θα γίνει κανονική κηδεία… πάει και τελείωσε!»

Το σύννεφό διαλύθηκε και τους είδα όλους να με κοιτάνε με περιέργεια και ανυπομονησία.
Έστριψα άλλο ένα τσιγάρο και το άναψα σχεδόν τελετουργικά.
Ρούφηξα τον καπνό και τον άφησα να βγει αργά κοιτώντας τον να απλώνεται στην ατμόσφαιρα.
«Μάλιστα…» μουρμούρισα…
«Λοιπόν? Τι έχεις να πεις?» Ο γεράκος με το μπαστούνι με ρώτησε βιαστικά.
«Τι να πω… περιμένετε ν αποφασίσω τώρα? Δεν είναι φανερό ότι δεν ανήκω στους πιστούς του χριστιανικού δόγματος? «
«Ναι, αλλά που βάζεις τον εαυτό σου?» ρώτησε ο Ερμής
Τον κοίταξα για μια στιγμή και μετά πέρασα το βλέμμα μου έναν γύρω…
«Πουθενά!» Απάντησα.
«Αυτό δεν είναι δυνατόν!» Διαμαρτυρήθηκε ο Αλλάχ
«Γιατί?» ρώτησα προκλητικά.
«Πρέπει να διαλέξεις!» Είπε ο Μανιτού.
«Ποιος θα με αναγκάσει?» του πέταξα με αυθάδεια.
«Ποιος από εσάς είναι ικανός να κερδίσει την πίστη μου?» συνέχισα στο ίδιο ύφος.
Οι θεοί με κοίταξαν σοκαρισμένοι και πάλι άκουσα το βαθύ γέλιο κοντά μου.
Γύρισα προς το μέρος του, ήταν ένας άντρας οπλισμένος με ξίφος… ή ο Άρης ή ο Μίθρα…
«Σας το είχα πει ότι είναι σκληρό καρύδι και αντιδραστική… μόνο μια λύση υπάρχει και το ξέρετε.»
«Ποια λύση?» Απόρησα.
«Δεν υπάρχει περίπτωση! Έχουμε κάνει περισσότερα απ’ όσα πρέπει!» Δήλωσε ο Σίβα.
«Ποιος ορίζει τους κανόνες?» Ρώτησα και συνέχισα. « Θεοί δεν είστε? Δεν κάνετε ότι θέλετε?»
Ένα μουρμουρητό σηκώθηκε και ο πολεμικός θεός με πλησίασε.
«Ωραία κίνηση… τους έθιξες, τώρα μπορεί και να αποφασίσουν θετικά.»
«Ευχαριστώ, αλλά πάνω σε ποιο θέμα?»
«Να σε στείλουμε πίσω… πριν το ατύχημα, έτσι θα λυθεί το πρόβλημα, για τώρα τουλάχιστον.»
«Μπορεί να γίνει αυτό? Μπορούν να με στείλουν πίσω?»
«Οι Μοίρες δεν έχουν κόψει ακόμη το νήμα σου…όλα μπορούν να συμβούν αυτή τη στιγμή.»
Τον κοίταξα χαμογελώντας.
«Ο Άρης?» ρώτησα και εκείνος κούνησε θετικά το κεφάλι του.
«Χάρηκα που σε έχω σύμμαχο.» Του είπα με ευγνωμοσύνη.
«Και εγώ χάρηκα που βρέθηκε κάποιος να ταράξει τα νερά… Σπάνια συμβαίνει κάτι τέτοιο εδώ πάνω… έχουμε γίνει σαν την Βουλή…»
Γέλασα σιγανά με το σχόλιο του…

Γελούσαμε μέσα στο αυτοκίνητο ενώ η βροχή έπεφτε δυνατά μέσα στο κατακαλόκαιρο.
Μου έπιασε το χέρι και με τράβηξε πάνω του, φιληθήκαμε.
Όταν χωρίσαμε με ρώτησε:
«Θέλεις να φύγουμε ή να περιμένουμε να σταματήσει η βροχή?»
Κοίταξα τον ουρανό μέσα από το τζάμι…
«Ας μείνουνε, βλέπω να σταματά η βροχή σύντομα.»

Άνοιξε το κασετόφωνο και η φωνή του Νταλάρα τραγουδούσε ρεμπέτικα, κάπου πιο χαμηλά ένας σκύλος περνούσε βιαστικά το δρόμο και ακόμη πιο χαμηλά, στην πόλη, η ζωή κυλούσε μέσα στην καθημερινότητα της….


ΤΕΛΟΣ

"Ορώ γαρ ημάς ουδέν πλήν είδωλα..."
Σοφοκλής

Ναι, σε εσένα το λέω, που με τα δήθεν πάνσοφα μάτια σου, με κοιτάς περίεργα!

Edited by - Mantis on 28/03/2004 15:46:49

SilverwolfΜέλος
28/03/2004, 14:47:42
quote:

Ιδού το παιδί μου... μόλις το "γέννησα" και το παραδίδω στα μάτια σας και στο μυαλό σας....

Ευχαριστώ


"For the strength of the wolf is the pack and the strength of the pack is the wolf"


28/03/2004, 22:24:32
Mantis :))))))))))))))))))))))))))

μια σκια ,σας χαιρετα,απο το βασιλειο της,ο ηλιος δε φορεσε την χρυσαφι στολη του και ο αρης ,μανδυα πορφυρο,σκεφτεται στην σεληνη ,να δωρισει....

το φιλι της αρτεμις,μια πληγη,επειδης,καποτε γυμνη την αντικρυσαν,δακρυ δεν κυλησε,δεν αρμοζει σε θεα....

μα η αθηνα,πανοπλη,με την ασπιδα της ,προστατευει εκεινους ,που ρεει στις φλεβες τους,αρετης ποταμι και με το δορυ της ,χαραζει πορεια,προς την μνημοσυνη.....

η αφροδιτη,γυρευει την περσεφονη της ,που η μιση ειναι στο φως(ελευθερη κυπρος) και η υπολοιπη στο σκοτος ακομη κατοικει....

ο αδης,που ανοιχτους λογαριασμους μαζι του εχουμε....πολλους,μια αμφιδρομη αντιπαθεια,που μπλεκει σε ιστο αλληλοσεβασμου....,επιδιωκει την ουδετεροτητα,στο θεμα......

κουραστηκα να περιμενω ,τον "απο μηχανης θεο",που σε αρχαιες τραγωδιες ,θεατρικων παραστασεων περιοριζει την υπαρξη του και ετσι ,προσμενουμε ,τον "πατο",απο το κουτι της πανδωρας,να αναδειξει,νεους ελληνες θεους και θεες,σα την μελινα μερκουρη τον τασο ισαακ,τον σολωμο σολωμου......

στην πυρα οι μαυρες σκεψεις και τα δακρυα,που η διαιωνιση τους ,μοναχα στο παρον ,μας στηνουν,οχι λουλουδια,οχι κασες,οχι καντηλια ,μοναχα ενα με την φυση,η φυση μας,το ειναι μας,η παρουσια μας,σε ολες τις διαστασεις,του χωρου και του χρονου,σε θαλασσα η σε βουνο,η σε πεδιαδες.......

ενας "θανατος",που νοημα παιρνει,στην πιο μιζερη "ζωη" του....,μια στιγμη,που ολες οι μαχες,σκορπιζονται και ενα γινονται με το ολο,...
μια ταπεινη υπαρξη,που προσμενει να δει ,την στιγμη,που δεν του εφερε,ο "χρονος"....


με απεραντο σεβασμο και αγαπη,ο μανος σας

WHISPERS OF THE DREAMS

29/03/2004, 23:42:25
Μάνο μου...

"Ορώ γαρ ημάς ουδέν πλήν είδωλα..."
Σοφοκλής

Ναι, σε εσένα το λέω, που με τα δήθεν πάνσοφα μάτια σου, με κοιτάς περίεργα!