- τι ειναι ο χρονος? - .-= Η ΓΝΩΣΗ =-.
Έτσι όχι μόνο δεν πέφτει κανείς στην παγίδα της σύγκρουσης των αντιθετων, μα η λογική γινεται οξύτατη, μπορει να οδηγείται απο δημιουργια και την έμπνευση,
μα και απο τη φαντασία,
μιας και στο τέλος, βασιζόμενη μονο σε γεγονότα, απλά τα αφήνει όπως έρχονται.
Αν το κάνει φίλε κυφεα και σε ότι αφορά το εμπαιδομενο και αχρειαστο μέσα, (όχι φυσικά τη γνώση των επιστημών), τοτε αυτη η εξυπνάδα, θα φτάσει κάποια στιγμη να καταλάβει, πως απλά πρέπει να αφήσει (ότι αχρειαστο) μα δίχως αιτία, γιατί αν εχει αιτία (που θέλει κανείς με κάτι να τελειώσει) αυτη του η
απόφαση, δημιουργήσει ξανά χρόνο μέσα.
Το αναιτιο κυφεα, το αναιτιο
κοιτά, αν εδραιωθεις εκει,
Πλάτωνας, Ηράκλειτος, σπινοζα κλπ,
γινονται απολύτως κατανοοιτοι,
όπως και ο χρόνος.
quote:
ΠΛΑΤΩΝΑΣ :
Πέραν της υποκειμενιστικης βλεψεως των προαναφερθέντων, που δεν είναι δύσκολη σαν σύλληψη, έχω την πεποίθηση, μιας και το εργαλείο που διαθέτουμε είναι αυτο της λογικής, πως στην έρευνα μας δεν χρειάζεται να μας απασχολεί και τόσο το μεταφυσικο, (αν παρουσιασθεί καλώς), μα χρειάζεται να βασισθουμε σε ότι είναι αντικειμενικό, να είμαστε διλαδη απολυτα λογικοι.
Έτσι όχι μόνο δεν πέφτει κανείς στην παγίδα της σύγκρουσης των αντιθετων, μα η λογική γινεται οξύτατη, μπορει να οδηγείται απο δημιουργια και την έμπνευση,
μα και απο τη φαντασία,
μιας και στο τέλος, βασιζόμενη μονο σε γεγονότα, απλά τα αφήνει όπως έρχονται.
Ακριβώς , γι’αυτούς τους λόγους που αναφέρεις , φίλε Πλάτωνα , ξεκίνησα πρώτα με όσα λέει η φιλοσοφία γι’αυτό το τόσο δύσκολο θέμα του χρόνου , έχοντας υπόψη μου , στη συνέχεια , να μεταπηδήσω στο πώς στον διάβα των αιώνων το έχει ερμηνεύσει (στο βαθμό που μπόρεσε) η επιστήμη .
quote:
ΠΛΑΤΩΝΑΣ :
Αν το κάνει φίλε κυφεα και σε ότι αφορά το εμπαιδομενο και αχρειαστο μέσα, (όχι φυσικά τη γνώση των επιστημών), τοτε αυτη η εξυπνάδα, θα φτάσει κάποια στιγμη να καταλάβει, πως απλά πρέπει να αφήσει (ότι αχρειαστο) μα δίχως αιτία, γιατί αν εχει αιτία (που θέλει κανείς με κάτι να τελειώσει) αυτη του η
απόφαση, δημιουργήσει ξανά χρόνο μέσα.Το αναιτιο κυφεα, το αναιτιο
κοιτά, αν εδραιωθεις εκει,
Πλάτωνας, Ηράκλειτος, σπινοζα κλπ,
γινονται απολύτως κατανοοιτοι,όπως και ο χρόνος.
Μια ωραία διατύπωση που λέει μια μεγάλη αλήθεια ! ![]()

Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά
.............................
Διαβάζω την κάθε προσπάθεια σου φίλε κυφεα, αν και ειλικρινά στο θέμα του χρόνου, χρειάζεται να κοιτάξουμε αρκετούς φιλόσοφους. Ο Πλάτωνας είχε κάνει μια καλή προσπάθεια, μεταφέροντας παρμενιδη και ηρακλειτο στην σωκρατικη εξέταση, (πάντα η λογική), μα είχε και την αγραφη διδασκαλεια, που εκει δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς έλεγε. Κάνω μια υπόθεση, πως ισως να είχε δικές του η και πυθαγωριες βλέψεις για όσους μπορούσαν να ακούσουν.
Πολλα γράφει και ο πλωτινος, μόνο που όταν διάβασα τις εννεαδες, τον διάβασα μονορουφι. (δεν είχα άλλη ασχολία, δεν κράτησα σημειώσεις, και μου πείρε χρόνο, μιας και αν δεν καταλάβεις ένα κεφάλαιο, δεν προχωρας στο επόμενο. Αυτός και αν σε βγάζει απο το χρωνο. Πετάς.! :)
Τέλος, γνωρίζοντας απο τα γραπτά σου την αγάπη για την μάθηση, μα και αντικοιμενικοτητα, μην ξεχάσεις τον επίκουρο.
Μην σου φανεί παράξενο ότι γράψω, μα για μενα ηταν το κερασάκι στην τούρτα
Κρίμα που σώθηκαν τόσο λίγα, μα φτάνει το γράμμα στο μνεσαρχο, και γενικωτερα ο βίος του, για να καταλάβεις το φιλοσοφικό βαρος, και που ήταν.
quote:
ΠΛΑΤΩΝΑΣ : ... Πολλα γράφει και ο πλωτινος, μόνο που όταν διάβασα τις εννεαδες, τον διάβασα μονορουφι. (δεν είχα άλλη ασχολία, δεν κράτησα σημειώσεις, και μου πείρε χρόνο, μιας και αν δεν καταλάβεις ένα κεφάλαιο, δεν προχωρας στο επόμενο. Αυτός και αν σε βγάζει απο το χρωνο. Πετάς.! :)
Τέλος, γνωρίζοντας απο τα γραπτά σου την αγάπη για την μάθηση, μα και αντικοιμενικοτητα, μην ξεχάσεις τον επίκουρο.
Μην σου φανεί παράξενο ότι γράψω, μα για μενα ηταν το κερασάκι στην τούρτα
Κρίμα που σώθηκαν τόσο λίγα, μα φτάνει το γράμμα στο μνεσαρχο, και γενικωτερα ο βίος του, για να καταλάβεις το φιλοσοφικό βαρος, και που ήταν.
Φίλε Πλάτωνα , σκέφθηκα μετά από αυτά που έγραψες στο παραπάνω μήνυμά σου ότι , πριν αναφερθώ στην επιστήμη , καλό θα ήταν να επιμείνω λίγο στους φιλοσόφους και στη θέση που πήραν για το θέμα του χρόνου . Για να το διατυπώσω (νομίζω , όχι και με τόσο αδόκιμο τρόπο) , γενικότερα στον “Πολιτισμικό χρόνο” . Αυτό θα κάνω (αλλάζοντας λίγο ρότα) , από το επόμενο μήνυμά μου .
Επειδή , όμως , μου θύμισες τον Επίκουρο , που και αυτόν τον εντάσσω σε έναν από τους πυλώνες της αρχαίας ελληνικής γραμματείας , θάθελα να πω και γι’αυτόν τον γίγαντα της Φιλοσοφίας , δυό λόγια :
Ο Διογένης ο Οινοανδέας, ένας εκλεκτός Επικούρειος φιλόσοφος που έζησε κάπου πέντε αιώνες μετά τον δάσκαλό του (τον Επίκουρο) , έστησε μια τεράστια επιγραφή στην πατρίδα του, τα Οινόανδα της Λυκίας, με όλες τις αρχές της επικούρειας φιλοσοφίας, χάραξε μεταξύ των άλλων επάνω στην πέτρα και την φράση:
ΗΔΥ ΓΕΙΝΕΤΑΙ ΤΟ ΖΗΝ
ΟΤΑΝ ΑΠΗΙ ΘΑΝΑΤΟΥ ΦΟΒΟΣ
Που πάει να πει:
Γλυκειά γίνεται η ζωή
Όταν απουσιάζει ο φόβος του θανάτου.
Κι όσο για την ψευδοαπειλή της στέρησης της αθανασίας, να τι λέει ο Επίκουρος στην Επιστολή προς Μενοικέα :
ΓΝΩΣΙΣ ΟΡΘΗ ΤΟΥ ΜΗΘΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣ ΗΜΑΣ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟΝ
ΑΠΟΛΑΥΣΤΟΝ ΠΟΙΕΙ ΤΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΘΝΗΤΟΝ
ΟΥΚ ΑΠΕΙΡΟΝ ΠΡΟΣΤΙΘΕΙΣΑ ΧΡΟΝΟΝ
ΑΛΛΑ ΤΟΝ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ ΑΦΕΛΟΜΕΝΗ ΠΟΘΟΝ
Που σημαίνει ότι:
Η σωστή γνώση πως ο θάνατος δεν είναι τίποτα για εμάς
Κάνει απολαυστική τη θνητότητα της ζωής
Όχι επειδή της προσθέτει άπειρο χρόνο
Αλλά επειδή την απαλλάσσει από τον πόθο της αθανασίας .
Με απλά λόγια, για τους Επικούρειους δεν υφίσταται ούτε ο φόβος του θανάτου, ούτε ο φόβος καμιάς εξουσίας, ούτε η προσδοκία της ψευδοαθανασίας.
Δεν πίστευαν στην αθανασία της ψυχής, ούτε καν στην οποιαδήποτε άϋλη δήθεν υπόσταση της ψυχής.
Δεν πίστευαν σε τίποτα.
Η λέξη "πίστις" δεν υπάρχει στο λεξιλόγιό τους.
“Πιστοί” είναι όσοι εμπιστεύονται άκριτα την μια ή την άλλη εξουσιαστική ψευδολογία.
Για τους Επικούρειους όλα είναι υλικά - ακόμα και η ψυχή, ακόμη και η θεότητα - και όλα αποτελούνται από περιδινιζόμενους στροβίλους αιώνιων και άφθαρτων ατόμων, που ενώνονται και χωρίζονται αδιάκοπα, σημειώνοντας με τον τρόπο αυτό την αρχή και το τέλος της κάθε ύπαρξης, είτε για άστρο πρόκειται, είτε για πλανήτη, είτε για θεό, είτε για άνθρωπο, είτε για μικρόβιο.
Ο Επίκουρος ανέδειξε την ηδονή ως σκοπό της ζωής και θεμελίωμα της φιλοσοφίας του και την όρισε ως εξής στην Επιστολή προς Μενοικέα :
ΟΤΑΝ ΟΥΝ ΛΕΓΩΜΕΝ ΗΔΟΝΗΝ ΤΕΛΟΣ ΥΠΑΡΧΕΙΝ
ΟΥ ΤΑΣ ΤΩΝ ΑΣΩΤΩΝ ΗΔΟΝΑΣ
ΚΑΙ ΤΑΣ ΕΝ ΑΠΟΛΑΥΣΕΙ ΚΕΙΜΕΝΑΣ ΛΕΓΟΜΕΝ
ΩΣ ΤΙΝΕΣ ΑΓΝΟΟΥΝΤΕΣ ΚΑΙ ΟΥΧ ΟΜΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ
Ή ΚΑΚΩΣ ΕΚΔΕΧΟΜΕΝΟΙ ΝΟΜΙΖΟΥΣΙΝ
ΑΛΛΑ ΤΟ MHTE AΛΓEIN KATA ΣΩMA
MHTE TAPATTEΣΘAI KATA ΨYXHN
Που πάει να πει πως:
Όταν λέμε ότι ο σκοπός είναι η ηδονή,
Δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων
Και αυτές που βρίσκονται μέσα στις απολαύσεις
Όπως νομίζουν μερικοί που το αγνοούν και δεν το παραδέχονται
Ή είναι κακώς πληροφορημένοι
Αλλά (εννοούμε) να μην πονάει το σώμα
Και να μην ταράζεται η ψυχή.

Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά
Πάντως αν εχεις το νεοελληνικό Κείμενο (της επιστολης) σωστά μεταφρασμενο, βάλτο κάποια στιγμη. θα σου πω και το λόγο στη συνέχεια.
Επιστολή Επίκουρου προς Μενοικέα
" Όσο είναι κανείς νέος ας μην αναβάλλει για το μέλλον τη φιλοσοφία, μα κι όταν γεράσει ας μην βαριέται να φιλοσοφεί. Γιατί για κανέναν δεν είναι ποτέ νωρίς και ποτέ αργά για ότι έχει να κάνει με την υγεία της ψυχής του. Κι όποιος λέει πως δεν ήρθε ακόμα η ώρα για φιλοσοφία ή ότι πέρασε πια ο καιρός, μοιάζει με άνθρωπο που λέει πως δεν είναι ώρα τώρα για την ευτυχία ή πως δεν έμεινε πια καιρός γι' αυτήν. Πρέπει, λοιπόν, να φιλοσοφεί και ο γέρος και ο νέος: ο ένας ώστε καθώς γερνά, να νιώθει νέος μες στα αγαθά που του προσφέρει η χάρη των περασμένων ενώ ο άλλος, αν και νέος, να είναι συνάμα και ώριμος, αφού δεν θα 'χει αγωνία για το αύριο. Χρειάζεται, λοιπόν, να στοχαζόμαστε τα όσα φέρνουν την ευδαιμονία, αφού όταν την έχουμε, έχουμε τα πάντα, κι όταν τη στερούμαστε κάνουμε τα πάντα για να την αποκτήσουμε.
Να πράττεις και να μελετάς αυτά που συνεχώς σου παράγγελνα, θεωρώντας τα ως βασικές αρχές του καλώς ζην.
Πρέπει να 'χουμε κατά νου ότι από τις επιθυμίες άλλες είναι φυσικές και άλλες μάταιες. Από τις φυσικές, πάλι, άλλες είναι αναγκαίες κι άλλες απλώς φυσικές. Τέλος, ορισμένες από τις αναγκαίες επιθυμίες μας είναι δεμένες με την ευδαιμονία μας, άλλες με την ευεξία του σώματος μας κι άλλες με την ίδια μας την επιβίωση. Αν τα μελετήσουμε αυτά χωρίς ψευδαισθήσεις, θα είμαστε σε θέση να ανάγουμε κάθε επιλογή και κάθε αποφυγή μας στην υγεία του σώματος και στην γαλήνη της ψυχής, μιας και αυτά είναι ότι έχει να σου προσφέρει μια ευτυχισμένη ζωή.
Γιατί όλα γι' αυτό τα κάνουμε: για να μη πονούμε και για να μη μας ταράζει τίποτα. Απαξ και το εξασφαλίσουμε αυτό, κοπάζει η φουρτούνα της ψυχής, αφού το έμψυχο ον δεν έχει λόγο να περιπλανηθεί αναζητώντας κάτι άλλο, αναγκαίο για να συμπληρώσει την ευεξία της ψυχής και του σώματος. Γιατί τότε μόνο έχουμε ανάγκη από την ηδονή, όταν η απουσία της μας κάνει να υποφέρουμε. Ενώ όταν τίποτα δεν ζορίζει την ψυχή μας, δεν έχουμε ανάγκη να την επιδιώξουμε.
Και γι' αυτό λέω πως η ηδονή είναι αρχή και σκοπός του μακαρίως ζην: γιατί αναγνώρισα ότι είναι το πρωταρχικό και συγγενικό με τη φύση μας αγαθό και ότι αυτή είναι η αφετηρία για κάθε επιλογή και για κάθε αποφυγή μας, και ότι σ' αυτήν καταλήγουμε πάλι, όταν αποτιμάμε το κάθε αγαθό, έχοντας ως κριτήριο το τι αισθανόμαστε. Κι ακριβώς επειδή είναι το πρωταρχικό και σύμφυτο μ' εμάς αγαθό, για τούτο δεν επιλέγουμε αδιακρίτως κάθε ηδονή, αλλά συμβαίνει ορισμένες φορές να γυρίζουμε την πλάτη μας σε πολλές ηδονές, όταν τα προβλήματα που προκαλούν αυτές οι ηδονές είναι για μας μεγαλύτερα και υπάρχουν, από την άλλη, πολλοί πόνοι που τους θεωρούμε προτιμότερους από τις ηδονές, εφόσον η ηδονή που θα ακολουθήσει άμα τους υπομείνουμε για κάμποσο θα είναι για μας μεγαλύτερη. Κάθε ηδονή λοιπόν, ακριβώς επειδή η φύση της μας είναι συγγενική, είναι καλό πράγμα δεν συμβαίνει όμως να επιλέγουμε αδιακρίτως κάθε ηδονή. Ακριβώς όπως κάθε πόνος είναι κακό πράγμα κι ωστόσο δεν είναι όλοι οι πόνοι τέτοιοι που να μπορούμε να τους αποφεύγουμε.
Είναι καθήκον μας, εντούτοις, να τα κρίνουμε όλα αυτά παραβάλλοντας και συγκρίνοντας το ένα με το άλλο και εξετάζοντας προσεκτικά τι συμφέρει και τι όχι. Γιατί ορισμένες φορές μεταχειριζόμαστε το αγαθό ως κακό και αντιστρόφως.
Το να αρκείται κανείς σ' αυτά που έχει, το θεωρώ πολύ σπουδαίο αγαθό: όχι για να περιοριζόμαστε σώνει και καλά στα λίγα, αλλά για να αρκούμαστε στα λίγα όταν μας λείπουν τα πολλά με τη γνήσια πεποίθηση ότι την πολυτέλεια την απολαμβάνουν πολύ καλύτερα οι άνθρωποι που δεν την έχουν και τόσο ανάγκη, και ότι τα φυσικά πράγματα, όλα, μπορεί εύκολα να τα αποκτά κανείς, ενώ το περιττό το αποκτάς δύσκολα" ότι μια σκέτη σούπα θα σου δώσει ίση ευχαρίστηση με ένα πολυτελές γεύμα, όταν έχει φύγει όλο το δυσάρεστο αίσθημα από την έλλειψη τροφής και ότι το ψωμί και το νερό δίνουν τη μεγαλύτερη ηδονή όταν προσφέρονται σε κάποιον που τα έχει ανάγκη. Το να συνηθίζει λοιπόν κανείς στον απλό τρόπο ζωής κι όχι στην πολυτέλεια, δεν βοηθά μόνο την υγεία αλλά κάνει επίσης τον άνθρωπο ικανό να αντεπεξέρχεται με αποφασιστικότητα στις αναγκαίες ενασχολήσεις της ζωής' μας κάνει να το ευχαριστιόμαστε περισσότερο όταν, αραιά και πού, παίρνουμε μέρος σε πολυτελή γεύματα και μας προετοιμάζει να σταθούμε άφοβοι μπρος στα παιχνίδια της τύχης.
Όταν λοιπόν υποστηρίζουμε ότι σκοπός είναι η ηδονή, δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων και των αισθησιακών απολαύσεων, όπως νομίζουν κάποιοι από άγνοια κι επειδή διαφωνούν μαζί μας ή παίρνουν στραβά τα λόγια μας, αλλά εννοούμε το να μην υποφέρει κανείς σωματικούς πόνους και το να μην είναι η ψυχή του ταραγμένη . Γιατί τη γλυκιά ζωή δε μας την προσφέρουν τα φαγοπότια κι οι διασκεδάσεις, ούτε οι απολαύσεις με αγόρια και γυναίκες, ούτε τα ψάρια και τα άλλα εδέσματα που προσφέρει ένα πολυτελές τραπέζι, αλλά ο νηφάλιος στοχασμός, αυτός που ερευνά τα αίτια κάθε προτίμησης μας ή κάθε αποφυγής μας, και αποδιώχνει τις δοξασίες που με τόση σύγχυση γεμίζουν την ψυχή μας.
Αφετηρία για όλα αυτά, και μέγιστο αγαθό συνάμα, είναι η φρόνηση. Γι' αυτό και είναι πολυτιμότερη η φρόνηση κι από τη φιλοσοφία ακόμα, γιατί απ' αυτήν απορρέουν όλες οι αρετές: η φρόνηση που μας διδάσκει ότι δεν είναι δυνατόν να ζει κανείς χαρούμενα αν η ζωή του δεν έχει γνώση, ομορφιά και δικαιοσύνη, κι ούτε πάλι μπορεί να 'χει η ζωή του γνώση, ομορφιά και δικαιοσύνη αν δεν έχει και χαρά. Γιατί οι αρετές αυτές είναι σύμφυτες με το να ζει κανείς ευτυχισμένα, κι η ευτυχισμένη ζωή είναι αξεχώριστη από τις αρετές.
Ποιον άραγε θεωρείς καλύτερο από εκείνον που έχει αγνή και καθάρια γνώμη για τους θεούς και που 'χει ξεπεράσει τελείως το φόβο του θανάτου; Που έχει αναλογιστεί το σκοπό που έθεσε η φύση, που έχει αντιληφθεί πόσο εύκολα αγγίζει κανείς και κατακτά το όριο των καλών πραγμάτων και πόσο μικρή είναι η διάρκεια ή η ένταση των κακών. Εκείνον που κοροϊδεύει την Αναγκαιότητα -που κάποιοι την παρουσιάζουν ως την απόλυτη εξουσιάστρια των πάντων-, και βεβαιώνει ότι άλλα πράγματα συμβαίνουν αναγκαστικά, άλλα οφείλονται στην τύχη, άλλα όμως περνούν από το χέρι μας γιατί το βλέπει ότι η αναγκαιότητα δεν φέρει ουδεμία ευθύνη κι η τύχη είναι άστατη, όμως εκείνο που εξαρτάται από εμάς είναι ελεύθερο και φυσικά επιδέχεται τη μομφή όσο και τον έπαινο.
Αλλά και την Τύχη, ένας τέτοιος άνθρωπος δεν τη θεωρεί θεά όπως κάνουν οι πολλοί αφού από ένα θεό τίποτα δεν γίνεται άτακτα. Ούτε την θεωρεί ως αστάθμητη αιτία όλων των πραγμάτων γιατί δεν πιστεύει ότι από την τύχη δίνεται στους ανθρώπους το καλό ή το κακό ως προς την ευτυχία τους. Πιστεύει ότι η τύχη είναι απλώς μια αφετηρία για μεγάλα καλά ή μεγάλα δεινά. Πιστεύει πως είναι καλύτερα να ατυχήσει μετά από σωστή σκέψη παρά να σταθεί τυχερός όντας παράλογος. Γιατί στις ανθρώπινες πράξεις καλύτερα να πάει στραβά κάτι το οποίο βασίστηκε σε σωστή κρίση παρά να πετύχει ένας σκοπός που δεν τέθηκε με σωστή κρίση.
Αυτά λοιπόν, κι όσα σχετίζονται μαζί τους, να τα στοχάζεσαι μέρα και νύχτα, μόνος σου ή με κάποιον σαν και σένα, και ποτέ σου δεν πρόκειται να ταραχτείς, είτε στον ύπνο σου είτε στον ξύπνιο σου και θα ζήσεις σαν θεός ανάμεσα σε ανθρώπους. Γιατί δεν μοιάζει με θνητό ζώο ο άνθρωπος που ζει μέσα σε αθάνατα αγαθά.
Πρώτα-πρώτα, το θεό να τον θεωρείς ως ένα ον άφθαρτο και μακάριο, όπως μας τον παρουσιάζει η κοινή σε όλους τους ανθρώπους παράσταση του. Μην του προσάπτεις τίποτα το άσχετο με την αφθαρσία και αταίριαστο με τη μακαριότητα του. Πίστευε, αντίθετα, σε οτιδήποτε μπορεί να διαφυλάξει τη μακαριότητα και την αφθαρσία του.
Οι θεοί υπάρχουν, μιας και η γνώση που έχουμε γι' αυτούς είναι ολοκάθαρη. Δεν είναι όμως τέτοιοι όπως τους φαντάζεται ο πολύς ο κόσμος. Γιατί ο κόσμος δεν κρατά ακέραιη την αρχική παράσταση των θεών. Ασεβής δεν είναι αυτός που βγάζει από τη μέση τους θεούς στους οποίους πιστεύει ο πολύς κόσμος, ασεβής είναι αυτός που αποδίδει στους θεούς τις δοξασίες των πολλών. Οι απόψεις του κόσμου για το θεό δεν είναι ξεκάθαρες προλήψεις αλλά ψευδείς δοξασίες. Από δω και η ιδέα ότι οι θεοί προκαλούν στους κακούς τα μεγαλύτερα δεινά και ότι ευεργετούν τους καλούς. Διότι οι άνθρωποι είναι εξοικειωμένοι με τις δικές τους αρετές και αποδέχονται τους όμοιους των ενώ το διαφορετικό το θεωρούν ξένο και εχθρικό.
Κοίτα να συνηθίσεις στην ιδέα ότι ο θάνατος για μας είναι ένα τίποτα. Κάθε καλό και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθηση μας όμως θάνατος σημαίνει στέρηση της αίσθησης. Γι' αυτό η σωστή εκτίμηση ότι ο θάνατος δεν σημαίνει τίποτα για μας, μας βοηθά να χαρούμε τη θνητότητα του βίου: όχι επειδή μας φορτώνει αμέτρητα χρόνια αλλά γιατί μας απαλλάσσει από τον πόθο της αθανασίας . Δεν υπάρχει, βλέπεις, τίποτα το φοβερό στη ζωή του ανθρώπου που 'χει αληθινά συνειδητοποιήσει ότι δεν υπάρχει τίποτα το φοβερό στο να μη ζεις. Άρα είναι ανόητος αυτός που λέει ότι φοβάται το θάνατο, όχι γιατί θα τον κάνει να υποφέρει όταν έρθει αλλά επειδή υποφέρει με την προσδοκία του θανάτου.
Γιατί ότι δεν σε στεναχωρεί όταν είναι παρόν, δεν υπάρχει λόγος να σε στεναχωρεί όταν το προσδοκείς. Το πιο ανατριχιαστικό, λοιπόν, από τα κακά, ο θάνατος, είναι ένα τίποτα για μας, ακριβώς επειδή όταν υπάρχουμε εμείς αυτός είναι ανύπαρκτος, κι όταν έρχεται αυτός είμαστε ανύπαρκτοι εμείς. Ο θάνατος λοιπόν δεν έχει να κάνει ούτε με τους ζωντανούς ούτε με τους πεθαμένους, αφού για τους ζωντανούς δεν υπάρχει, ενώ οι τελευταίοι δεν υπάρχουν πια. Βέβαια, οι πολλοί άλλοτε πασχίζουν ν' αποφύγουν το θάνατο σαν να 'ναι η πιο μεγάλη συμφορά, κι άλλοτε τον αποζητούν για ν' αναπαυθούν από τα δεινά της ζωής.
Απεναντίας ο σοφός ούτε τη ζωή απαρνιέται ούτε την ανυπαρξία φοβάται. Γιατί δεν του είναι δυσάρεστη η ζωή αλλά ούτε και θεωρεί κακό το να μη ζει. Κι όπως με το φαγητό δεν προτιμά σε κάθε περίπτωση το πιο πολύ μα το πιο νόστιμο, έτσι και με τη ζωή: δεν απολαμβάνει τη διαρκέστερη μα την ευτυχέστερη. Κι είναι αφελής όποιος προτρέπει τον νέο να ζει καλά και τον γέρο να δώσει ωραίο τέλος στη ζωή του* όχι μόνο γιατί η ζωή είναι ευπρόσδεκτη αλλά γιατί το να ζεις καλά και να πεθαίνεις καλά είναι μία και η αυτή άσκηση. Όμως πολύ χειρότερος είναι εκείνος που λέει πως καλό είναι να μη γεννηθείς «αλλά μιας και γεννήθηκες, βιάσου να διαβείς τις πύλες του Άδη» Αν το λέει επειδή το πιστεύει, γιατί δεν αποσύρεται από τη ζωή; Στο χέρι του είναι να το κάνει, αν το 'χει σκεφτεί σοβαρά. Αν πάλι το λέει στ' αστεία, είναι ελαφρόμυαλος σε πράγματα που δεν σηκώνουν αστεία.
Πηγή: «ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ» Εκδόσεις ΘΥΡΑΘΕΝ
http://oxenos.blogspot.com/2009/11/blog-post.html

Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά
Σου ζήτησα αυτο το σπάνιο διαμάντι, γνωρίζοντας τον ζήλο και αγαπη που πάντοτε δείχνεις προς την φιλοσοφία.
Το ίδιο το έχω, και διαβασα πριν χρόνια, στην ιταλική γλώσσα.
Τι σχέση εχει με το χρόνο που συζητάμε.
Υπεθεσε κυφεα πως ειμαι ένας φιλόσοφος και φιλος.
Πως ΕΣΥ εισαι αρκετά διαβασμένος και έξυπνος, (σίγουρα) ώστε να μπορείς να διακρινεις καθε κακοτοπια, καθε ελαφροκουβεντα, και κάθε τόσο πως βρισκόμαστε και συζητάμε.
Φτάνει μια στιγμη ομως, εκει που σου εκθετω τα ομορφα της φιλοσοφίας, το να εισαι ελευθερος απο κάθε φόβο, συμπεριλαμβανομένου του θανάτου, και με ρωτάς.
Φίλε ζω σε σύγκρουση, μπορούμε να κάνουμε κάτι πιο συγκεκριμένα?
Έτσι λοιπόν σου προτείνω να πάμε μια βόλτα, μέχρι που φτάνουμε σε ενα πλατύ κ´ γρήγορο ποτάμι.
Ας υποθέσουμε πως καπνιζεις, βγαζεις το πακέτο, εχει ένα τελευταιο τσιγγαρο μέσα, το αναβεις και μετα πετάς στο ποτάμι το πακέτο. Ασσος. Το κοιτάμε μαζι καθώς παρασερνεται απο τα νερά, μια δεξια μια αριστερά, μεχρι που φτανει σε ένα κατραχτη, και όοπς, οταν φτανει...χάνεται...
Σε ρωτώ λοιπόν τι έγινε?
Με κοιτάς αμήχανα, και εγω βρίσκω εκει κοντά ένα αλλο, πακέτο, γράφει μαλβορο, στο δίνω και σου λέω, ξανακαντο.
Επαναλαμβανεις, και μετα σου δίνω ένα τρίτο, καρελια.
Κοιτάς όλο περιέργεια τα κουτάκια που το ρεύμα τα παει μια δεξια και μια αριστερά, εως να εξαφανιστούν.
Αυτη είναι η ζωη..καταλαβα, μου λες, μα γιατί ήταν διαφορετικά τα πακέτα.
Το όνομα τους είναι διαφορετικο.
Ναι μα εμένα πως θα με βοηθήσει? ξαναρωτας.
Το πρώτο πακέτο είσαι ΕΣΥ κυφεα, τωρα, μα έχεις φτάσει και παρατήσεις τον εαυτο σου, απο την όχθη. Κάθε μέρα κανείς την κινηση αυτη, όταν ανοιγεις τα ματια, μπαίνεις στο χρόνο και στο γίγνεσθαι. Είναι διαφορετικα μόνο τα νερά. Και στον ύπνο σου ακομα μπαίνεις, κατα κάποιο τροπο...μα δεν το θυμάσαι.
Πως μπορει να με βοηθήσει αυτο? ρωτάς.
Πρωτα χρειάζεται να καταλάβεις πως μόνο αυτός που παρατηρεί τον εαυτο του μπορει να βγει στην όχθη, και να βλέπει το πακέτο. Οι περισσοτεροι άνθρωποι, είναι συνεχώς τα διαφορα πακέτα, μέσα στο χρόνο, μέσα στη ροή...
Το καταλαβα, μα αυτο είναι όλο, ρωτάς αμήχανα.
Όχι φυσικά, είναι και η άλλη όχθη, απέναντι. Αυτη μας είναι εντελώς άγνωστη. (μην το συνδέουμε με τη γνωστή άλλη όχθη της μνήμης ενός ποταμού, που γνωρίζουμε)
Και τι υπάρχει εκει, τόσο διαφορετικο απο εδω, ρωτάς.
Τοτε, βγάζω απο την τσέπη μου και σου δίνω το Κείμενο που έγραψε στο φίλο του, ο επίκουρος.
Είναι δύσκολο να μην σε παρασύρουν τα νερά, μέχρι να πας απέναντι. Το τι υπάρχει, ΕΣΥ θα το δεις. Αυτη είναι μόνο μια βάρκα, στα μέτρα σου.
Στα μέτρα μου?
Ναι φίλε μου, στα μέτρα σου. Χρειάζεται να συχρονιζεις τη συνείδηση καθημερινά, ισως και για καιρο. Λιγα λεπτά κάθε πρωί, και λίγα πριν πας για ύπνο, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για να φτάσεις στην άλλη όχθη.
Μα είναι σαν να λέω το πατερημων!
Όχι κυφεα, το Κείμενο δεν παρακαλεί τίποτα. Είναι μια συνεχής διαδικασία η αυτογνωσία.
Λέει,
Πρώτα-πρώτα, το θεό να τον θεωρείς ως ένα ον άφθαρτο και μακάριο, όπως μας τον παρουσιάζει η κοινή σε όλους τους ανθρώπους παράσταση του. Μην του προσάπτεις τίποτα το άσχετο με την αφθαρσία και αταίριαστο με τη μακαριότητα του. Πίστευε, αντίθετα, σε οτιδήποτε μπορεί να διαφυλάξει τη μακαριότητα και την αφθαρσία του.
Ζητά μόνο να περάσεις στην άλλη όχθη, όχι σε κάποια άλλη ζωη, μα τούτη τι στιγμη...
Αυτά λοιπόν, κι όσα σχετίζονται μαζί τους, να τα στοχάζεσαι μέρα και νύχτα, μόνος σου ή με κάποιον σαν και σένα, και ποτέ σου δεν πρόκειται να ταραχτείς, είτε στον ύπνο σου είτε στον ξύπνιο σου και θα ζήσεις σαν θεός ανάμεσα σε ανθρώπους. Γιατί δεν μοιάζει με θνητό ζώο ο άνθρωπος που ζει μέσα σε αθάνατα αγαθά.
Υπάρχει κάτι άλλο, ρώτησες χαμογελαστος.
Ναι κυφεα, προσεξε,
Αλλά και την Τύχη, ένας τέτοιος άνθρωπος δεν τη θεωρεί θεά όπως κάνουν οι πολλοί αφού από ένα θεό τίποτα δεν γίνεται άτακτα. Ούτε την θεωρεί ως αστάθμητη αιτία όλων των πραγμάτων γιατί δεν πιστεύει ότι από την τύχη δίνεται στους ανθρώπους το καλό ή το κακό ως προς την ευτυχία τους. Πιστεύει ότι η τύχη είναι απλώς μια αφετηρία για μεγάλα καλά ή μεγάλα δεινά.
Το τίποτα δεν γινεται ΑΤΑΚΤΑ!
Πριν φυγουμε φιλε, σκύψαμε μαζι, μαζέψαμε απο ένα άλλο πακέτο, και το πετάξαμε στη ροή του χρόνου...![]()
quote:
ΠΛΑΤΩΝΑΣ :
...Όχι φυσικά, είναι και η άλλη όχθη, απέναντι. Αυτη μας είναι εντελώς άγνωστη. (μην το συνδέουμε με τη γνωστή άλλη όχθη της μνήμης ενός ποταμού, που γνωρίζουμε)
Και τι υπάρχει εκει, τόσο διαφορετικο απο εδω, ρωτάς.
Τοτε, βγάζω απο την τσέπη μου και σου δίνω το Κείμενο που έγραψε στο φίλο του, ο επίκουρος.
Είναι δύσκολο να μην σε παρασύρουν τα νερά, μέχρι να πας απέναντι. Το τι υπάρχει, ΕΣΥ θα το δεις. Αυτη είναι μόνο μια βάρκα, στα μέτρα σου.
Στα μέτρα μου?
Ναι φίλε μου, στα μέτρα σου. Χρειάζεται να συχρονιζεις τη συνείδηση καθημερινά, ισως και για καιρο. Λιγα λεπτά κάθε πρωί, και λίγα πριν πας για ύπνο, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για να φτάσεις στην άλλη όχθη.
Η επιστολή του Επίκουρου . Μετά το μήνυμά σου αυτό , φίλε Πλάτωνα , τη μελέτησα προσεκτικά , σήμερα το απόγευμα , αρκετές φορές . Είναι πράγματι ένα αριστούργημα . Ένα δυνατό εργαλείο . Μια γερή βάρκα , όπως λες κι’εσύ , για να πας στην απέναντι όχθη . Ξέρεις τι μ’ απασχολεί . Δεν ξέρω αν ο κωπηλάτης (εγώ στη συγκεκριμένη περίπτωση) , έχει τη δύναμη και την ικανότητα να ξεπεράσει τις δυσκολίες ενός τέτοιου ταξιδιού . . .
Τα νερά του ποταμού συνεχώς ανανεούμενα , ορίζουν τη ροή του χρόνου . . . Κάθε γεγονός , κατά τη διάρκεια αυτής της κίνησης , είναι κι’ένα τελεσίδικο και μη ανακλητό βήμα προς την κατεύθυνση αυτή . . . Έτσι τα γεγονότα σημαδεύουν ανεξίτηλα την πορεία του χρόνου , που δεν έχει τρόπο να ανακληθεί ή να καταργηθεί κινούμενος προς την αντίθετη κατεύθυνση , δηλ. το παρελθόν .

Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά
Η επιστολή του Επίκουρου . Μετά το μήνυμά σου αυτό , φίλε Πλάτωνα , τη μελέτησα προσεκτικά , σήμερα το απόγευμα , αρκετές φορές . Είναι πράγματι ένα αριστούργημα . Ένα δυνατό εργαλείο . Μια γερή βάρκα , όπως λες κι’εσύ , για να πας στην απέναντι όχθη . Ξέρεις τι μ’ απασχολεί . Δεν ξέρω αν ο κωπηλάτης (εγώ στη συγκεκριμένη περίπτωση) , έχει τη δύναμη και την ικανότητα να ξεπεράσει τις δυσκολίες ενός τέτοιου ταξιδιού . . .
"...........................
Φίλε κηφεα,
Δεν νομίζω πως είναι θέμα ικανότητας.
Ισως κάποιος (προικησμενος), λόγω κάποιας ικανότητας, να αρκεσθει σε ότι αποκομίζει απο αυτη του την ικανότητα. Ισως δεν τον απασχολήσουν ποτε, τέτοια ζητήματα, αν μη αλλο καποια στιγμη, έρθει λιγωτερο σε αυτούς, το προικησμα τους.
Το σύνδρομο του Βουδα, ( δική μου έκφραση), παρουσιαζεται όταν χάνεται κάποιος δικός μας, η όταν π.χ βρισκόμαστε σε ένα νεκροταφείο.
Φαντασου ένα γιο βασιλεία, να μεγαλώνει μέσα σε πλούτη και ηδονες, και ξαφνιακα κάπου στα 25 του, να ανακαλύψει πως υπάρχει αρρώστια, γήρανση, θανατος.
Φαντάζομαι πως ήρθαν τα πάνω κάτω, γιατί αποκλεισμένος και αγνοώντας τα, η ζωη του ήταν υπεροχη μέχρι εκείνο το σημείο.
Αν κοιτάξεις προσεχτικά τι γράφει ο επεικουρος, θα δεις πως επικεντωνει την έρευνα του, ακριβώς εκει.
Η δύναμη λοιπόν έρχεται, όχι απο κάποιο νιρβανα που δεν γνωρίζουμε, ούτε απο την αταραξια ψυχής που αγνοούμε,
μα απο την σωβαρη ερώτηση που θέτουμε στον εαυτο μας,
έχοντας
απο τη μια τη ζωη, και απο την άλλη το θάνατο.
Αυτο είναι όλο?
Όταν ο επίκουρος λέει, πως δεν χρειάζεται να ανησυχούμε, γιατί όταν υπάρχει ο θανατος, εμείς δεν υπάρχουμε,
το λέει γιατί ειδε τι υπάρχει?
θέλει να μας φέρει αντιμέτωπους με το φόβο?
Πιθανό και τα δυο, γιατί
Απλα ειδε πως φοβόμαστε, για το τι θα μας συμβεί!
Πως δημιουργείται ο Χρόνος μέσα μας.
Δεν διωχνεις το φοβο, διλ.με μια ιδέα ένα γεγονός,
ούτε καταργείται όπως σωστά παρακάτω γράφεις,
ζώντας τη ζωη σε αναμνήσεις,
μα φέρνοντας το παρόν στη ζωη μας,
ζώντας με βαθιά κατάνοηση,
με φιλοσοφια και σταθερά εξέταση,
συν τη φρονηση
(που φέρνει χαρα, και που είναι αδύνατη, χωρίς γνωση/αυτογνωσία/ομορφια, μα και δίκαιη συμπεριφορά)
Απο εκει βρίσκεις δύναμη, για το δυσκολότερο ταξίδι
quote:
ΠΛΑΤΩΝΑΣ :
Φίλε κηφεα,
Δεν νομίζω πως είναι θέμα ικανότητας.
Ισως κάποιος (προικησμενος), λόγω κάποιας ικανότητας, να αρκεσθει σε ότι αποκομίζει απο αυτη του την ικανότητα. Ισως δεν τον απασχολήσουν ποτε, τέτοια ζητήματα, αν μη αλλο καποια στιγμη, έρθει λιγωτερο σε αυτούς, το προικησμα τους.
Το σύνδρομο του Βουδα, ( δική μου έκφραση), παρουσιαζεται όταν χάνεται κάποιος δικός μας, η όταν π.χ βρισκόμαστε σε ένα νεκροταφείο.
Φαντασου ένα γιο βασιλεία, να μεγαλώνει μέσα σε πλούτη και ηδονες, και ξαφνιακα κάπου στα 25 του, να ανακαλύψει πως υπάρχει αρρώστια, γήρανση, θανατος.
Φαντάζομαι πως ήρθαν τα πάνω κάτω, γιατί αποκλεισμένος και αγνοώντας τα, η ζωη του ήταν υπεροχη μέχρι εκείνο το σημείο.
Αν κοιτάξεις προσεχτικά τι γράφει ο επίκουρος, θα δεις πως επικεντρώνει την έρευνα του, ακριβώς εκει.
Η δύναμη λοιπόν έρχεται, όχι απο κάποιο νιρβανα που δεν γνωρίζουμε, ούτε απο την αταραξια ψυχής που αγνοούμε,
μα απο την σωβαρη ερώτηση που θέτουμε στον εαυτο μας,
έχοντας
απο τη μια τη ζωη, και απο την άλλη το θάνατο.
Αυτο είναι όλο?
Όταν ο επίκουρος λέει, πως δεν χρειάζεται να ανησυχούμε, γιατί όταν υπάρχει ο θανατος, εμείς δεν υπάρχουμε,
το λέει γιατί ειδε τι υπάρχει?
θέλει να μας φέρει αντιμέτωπους με το φόβο?
Πιθανό και τα δυο, γιατί
Απλα ειδε πως φοβόμαστε, για το τι θα μας συμβεί!
Πως δημιουργείται ο Χρόνος μέσα μας.Δεν διωχνεις το φοβο, διλ.με μια ιδέα ένα γεγονός,
ούτε καταργείται όπως σωστά παρακάτω γράφεις,
ζώντας τη ζωη σε αναμνήσεις,
μα φέρνοντας το παρόν στη ζωη μας,
ζώντας με βαθιά κατάνοηση,
με φιλοσοφια και σταθερά εξέταση,
συν τη φρονηση
(που φέρνει χαρα, και που είναι αδύνατη, χωρίς γνωση/αυτογνωσία/ομορφια, μα και δίκαιη συμπεριφορά)
Απο εκει βρίσκεις δύναμη, για το δυσκολότερο ταξίδι
Αυτά που έχω σημειώσει με έντονα γράμματα στο μήνυμά σου , μου έφεραν κάτι σχετικό στο μυαλό , που είχα διαβάσει στον Ηράκλειτο . Έψαξα και το βρήκα στην περικοπή 88 . Γράφει εδώ ο Ηράκλειτος :
Ταυτό τ’ενί ζων και τεθνηκός και <το> εγρηγορός και καθεύδον και νέον και γηραιόν . Τάδε γαρ μεταπεσόντα εκείνα έστι κακείνα πάλιν μεταπεσόντα ταύτα .
Που σημαίνει :
Είναι δυνατόν το ίδιο να είναι , ζωντανός και πεθαμένος και ξυπνητός και κοιμισμένος και νέος και γέρος . Γιατί αυτά μεταβάλλοντας την κατάσταση είναι εκείνα και εκείνα πάλι μεταβάλλοντας την κατάσταση αυτά .
Την περικοπή περισώζει ο Πλούταρχος στο έργο του “Παραμυθητικός προς Απολλώνιον” 106E .
Στο σχετικό χωρίο ο Πλούταρχος ασχολείται με το φαινόμενο της ζωής και του θανάτου . Παραθέτει στίχους από αρχαίες τραγωδίες και σημειώνει πως ο θάνατος δεν πρέπει να στενοχωρεί τον άνθρωπο καθώς τον απαλλάσσει από τόσα δεινά .
Μεταγράφει κατόπιν τον λόγο του Ηράκλειτου και αμέσως μετά παρατηρεί ότι όπως κάποιος μπορεί με τον ίδιο πηλό να πλάσσει κάτι και ύστερα να το χαλάσει για να κάνει κάτι άλλο και πάλι να το χαλάσει κ.ο.κ. , το ίδιο συμβαίνει με τον άνθρωπο , την ζωή και τον θάνατο . Οι απώτεροι πρόγονοι γεννούν τους πατέρες , αυτοί εμάς , εμείς τα παιδιά μας κ.ο.κ. Η μεταλλαγή μεταξύ ζωής και θανάτου γίνεται διαχρονικά από γενεά σε γενεά , όπως ο Πλούταρχος φαίνεται να κατανοεί τον Ηράκλειτο .
Η πρόταση , όμως , με την οποία κλείνει η περικοπή θεωρώ πως είναι αποκαλυπτική . Ο Ηράκλειτος δεν γράφει “τάδε γαρ μεταπεσόντα εκείνα γίνονται”, αλλά “. . . εκείνα έστι”.
Εάν εννοούσε κάποια διαχρονική μεταβολή της μιας κατάστασης στην άλλη , θα είχε χρησιμοποιήσει το ρήμα “γίνομαι”, όπως στην πρ. 1 και ιδιαίτερα όπως στην πρ. 20 όπου προφανώς αναφέρεται σε κάποια διαχρονική μεταβολή . Εδώ όμως θέλει να τονίσει πως , ενώ “φαίνονται” να αλλάζουν , στην πραγματικότητα “είναι” τα ίδια . Δυστυχώς δεν νομίζω πως υπάρχει κάποιο ρήμα που να μπορεί να εκφράσει μία τέτοια ιδέα και για τούτο μεταχειρίζεται , πετυχημένα νομίζω , το ρήμα “μεταπίπτω” σαν την καλύτερη επιλογή . Θα μπορούσε να είχε μεταχειριστεί ρήματα που υπάρχουν από την εποχή του Ομήρου , όπως το “μετατρέπω” , που θα θύμιζε όμως τις “τροπές” της ύλης της πρ. 31 , ή το ρήμα “μεταστρέφω” , που θυμίζει μάλλον μία επί τόπου στροφή. Το ρήμα “μεταλλάσσω” , που υπάρχει στον Ηρόδοτο , σημαίνει οριστική αλλαγή σε κάτι άλλο και το “εναλλάσσω” δεν υπάρχει την εποχή του Ηράκλειτου . Δεν ήθελε πιθανώς να γράψει την μετοχή “μεταβαλλόμενα” , παρόλη την σχέση του ρήματος με το “μεταπίπτω” , γιατί θα επεσήμανε κάτι πρόσκαιρα μεταβλητό , ενώ το ρήμα “μεταπίπτω” περιγράφει κάτι αιφνίδιο .
Έχω , επομένως , την γνώμη πως σε ετούτη την περικοπή , η θεωρία των αντιθέτων του Ηράκλειτου δεν αναφέρεται σε διαδοχή , σε κάποιο αποτέλεσμα μιάς συγκεκριμένης διαδικασίας . Για τον Ηράκλειτο τα αντίθετα είναι το ίδιο πράγμα , ενώ στον άνθρωπο απλώς φαίνονται σαν να είναι αντίθετα . Ο λόγος για τον οποίο φαίνονται σαν αντίθετα μπορεί να είναι διαφορετικός σε κάθε περίπτωση , αλλά πρόκειται ουσιαστικά για το ίδιο πράγμα με άλλη φαινομενική μορφή .
Ξεστράτισα λίγο , αλλά προβληματίστηκα αν πράγματι , όπως λες παραπάνω , “ . . . η δύναμη που χρειαζόμαστε , για το . . . ταξίδι στην απέναντι όχθη , έρχεται απο την σωβαρη ερώτηση που θέτουμε στον εαυτο μας, έχοντας . . . απο τη μια τη ζωη, και απο την άλλη το θάνατο.”
Ναι , φίλε μου , συμφωνώ . Ο άνθρωπος πρέπει να ζει το παρόν με κατανόηση προς τους συνανθρώπους του , με φρόνηση και αυτογνωσία . . .

Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά