- ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΑΓΙΩΝ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ (Νο 3) - .-= ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ =-.
quote:
22, η σελίδα που παρέθεσες με την σβησμένη ημερομηνία είναι από αυτό το βιβλίο, έτσι;----------------------
There are 10 types of people, those who know binary and those who don't.
Αδελφέ wwaker,ο χρησμός με τη σβησμένη ημερομηνία, υπάρχει στο βιβλίο,αλλά εγώ τον έχω από αλλού διορθωμένο,διότι στο βιβλίο (δεν ξέρω για ποιό λόγο) λέει άλλη ημερομηνία και άλλη μόνος του!
Αν κάποιος το έχει το βιβλίο, και έχει πέσει στα χέρια του και ο χρησμός μόνος του,θα καταλάβει τι λέω.
Οι συσσωρευμένες οικονομικές, εθνικές, πολιτικές, θεσμικές παθολογίες του νέου μικρομεσαίου πλέον ασθενούς φέρνουν από το 1984 στην παγκόσμια κοινότητα το ερώτημα και τα διλήμματα που τέθηκαν στις αρχές του αιώνα για το μεγάλο ασθενή. Τι θα γίνει με την Τουρκία; Πώς θα λυθεί αυτη η παθολογία; Πώς θα λυθεί το νέο Ανατολικό Ζήτημα; Με την εξαφάνιση των λαών όπως έγινε στο παρελθόν; Με νέες μορφές ρατσιστικής ενσωμάτωσης, ένα νέο απαρτχάιντ; Εμείς λέμε με την άνοιξη των λαών της Μικράς Ασίας, της Μεσοποταμίας. Με τη δημοκρατία, μια νέα πολιτεία από τον Όλυμπο μέχρι το Αραράτ και τα ελληνόφωνα ποτάμια του Τίγρη και του Ευφράτη. Όχι με ένα νέο Σουλτανισμό. Αυτός είναι ο δικός μας δρόμος για την παγκοσμιοποίηση των λαών και των δικαιωμάτων. [Μιχάλης Χαραλαμπίδης απαντώντας σ' ερώτηση Αρμενίων]
Με τον όρο Ανατολικό Ζήτημα (Α.Ζ.) χαρακτηρίζεται κατά παράδοση το περίπλοκο και μακροχρόνιο πρόβλημα πολιτικής κυριαρχίας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο, από την εποχή των πρώτων Τουρκικών κατακτήσεων στη Μικρά Ασία (11ος αιώνας) ως τις αρχές της τρίτης δεκαετίας του 20ού αιώνα. Πιο συγκεκριμένα, με την ονομασία αυτή (που καθιερώθηκε στη διπλωματική γλώσσα το 1822, κατά τις συζητήσεις στη Βερόνα για την Ελληνική Επανάσταση) γίνεται αναφορά στα δυσεπίλυτα πολιτικά και οικονομικά προβλήματα που προκλήθηκαν από την εξάπλωση των Οθωμανών στη Βαλκανική χερσόνησο και τη Μέση Ανατολή και —με μεγαλύτερη έμφαση— από τη βαθμιαία αλλά σταθερή υποχώρηση τους από τις Ευρωπαϊκές κυρίως κτήσεις τους προς τη Μικρά Ασία.
Χρονικά και γεωγραφικά όρια
Δεν υπάρχει ομοφωνία ως προς το χρονολογικό πλαίσιο του ζητήματος. Υποστηρίχθηκε ότι το πρόβλημα είναι «αιώνιο» και ότι έχει σχέση με την πανάρχαια πάλη ανάμεσα στην Ασιατική Ανατολή (στην οποία αποδόθηκε διαχρονικά ο δεσποτισμός και κάποιου είδους βαρβαρότητα) και στην Ευρωπαϊκή Δύση (που θεωρήθηκε ως θεματοφύλακας, ήδη από την εποχή της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, των αξιών που αποτέλεσαν τη βάση του λεγόμενου Δυτικού πολιτισμού)• και ότι συνεπώς στο ίδιο ιστορικό ζήτημα ανήκουν οι Μηδικοί πόλεμοι, οι αναμετρήσεις του Ρωμαϊκού κόσμου με τις Ασιατικές εκβλαστήσεις των Ελληνιστικών μοναρχιών, οι αγώνες των χριστιανικών λαών εναντίον του ισλαμικού επεκτατισμού (του Βυζαντίου στην Ανατολική Ευρώπη, των λαών της Ιβηρικής χερσονήσου, με την Reconquista, στη Δύση), οι σταυροφορίες, οι μακροχρόνιες προσπάθειες των λαών της Βορειοανατολικής Ευρώπης για την ανακοπή των επεκτάσεων της ταταρικής «χρυσής ορδής» κ.ο.κ. Διαμετρικά αντίθετες προς τις θεωρίες αυτές (που δεν ήταν άσχετες με ιδεολογικές προκαταλήψεις ή και με πολιτικές σκοπιμότητες του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα) είναι οι απόψεις που προτιμούν ένα στένεμα του χρονικού πλαισίου του Α.Ζ.: Το πραγματικό πρόβλημα αρχίζει μόλις κατά τα τέλη του 17ου και τις αρχές του 18ου αιώνα, τότε που εντείνεται ο ανταγωνισμός των Μεγάλων Δυνάμεων για τη διανομή της εδαφικής «κληρονομιάς» που άφηναν κατά τις αναδιπλώσεις τους οι Οθωμανοί• ή ακόμη πιο αργά, κατά τα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα, όταν, μετά τις εντυπωσιακές Ρωσικές κατακτήσεις Οθωμανικών εδαφών, απειλήθηκε η ανατροπή της Ευρωπαϊκής ισορροπίας δυνάμεων και το πρόβλημα μετατράπηκε σε Αγγλορωσικό ανταγωνισμό για τον έλεγχο των Στενών και γενικότερα των δρόμων που οδηγούσαν στη Μεσόγειο ή στον Ινδικό ωκεανό. Τέλος, υπάρχει και μια τρίτη θέση, που αναζητά χαρακτηριστικά του προβλήματος σε όλη τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας στην Ευρωπαϊκή ήπειρο, δηλ. μεταξύ του τέλους του 14ου αιώνα και της συνθήκης της Λωζάνης (1923). Δεδομένου όμως ότι η κατάκτηση των Ευρωπαϊκών επαρχιών του Βυζαντίου δεν ήταν παρά η δεύτερη φάση μετά την κατάκτηση των Μικρασιατικών του κτήσεων από τους Τούρκους (τους Σελτζούκους πρώτα και στη συνέχεια τους Οθωμανούς), μπορούμε να διαστείλουμε τη χρονική διάρκεια του Α.Ζ. ως την εποχή των πρώτων τουρκικών εξορμήσεων στη Μικρά Ασία, δηλ. ως τον 11ο αιώνα (με πρώτο βασικό σταθμό τη Bυζαντινή ήττα στο Μαντζικέρτ, το 1071).
Η χρονολόγηση του τέλους του Α.Ζ. δεν παρουσιάζει τις ίδιες δυσκολίες. Με τη λήξη του Α' Παγκόσμιου πολέμου (που ολοκλήρωσε τους εδαφικούς ακρωτηριασμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που είχαν προκαλέσει οι Βαλκανικοί πόλεμοι και η Ιταλική επέκταση ως τα Δωδεκάνησα) έκλεισε η μακραίωνη ιστορία του Οθωμανικού σουλτανάτου και χαλιφάτου, για να ανοίξει μια νέα περίοδος: η ιστορία του τουρκικού κράτους. Το νέο κράτος κέρδισε —ονομαστικά τουλάχιστον— τη θέση του στο σύστημα των Ευρωπαϊκών και Ανατολικομεσογειακών κρατών, προπάντων ύστερα από τις μεταρρυθμίσεις του Κεμάλ Ατατούρκ και την παγίωση των συνόρων του με τους ως τότε γείτονες, διεκδικητές των εδαφών του, πρώτα με τους Γεωργιανούς και Αρμενίους (στις Τουρκοσοβιετικές συμφωνίες του 1920-1921, 1925) και έπειτα με τους Έλληνες (στη συνθήκη της Λωζάνης του 1923 και το Ελληνοτουρκικό σύμφωνο του 1930).
Ασάφεια υπάρχει και στον γεωγραφικό προσδιορισμό του Α.Ζ. Μερικοί περιόριζαν το πρόβλημα μόνο στις Ευρωπαϊκές κτήσεις των Οθωμανών. Γι' αυτό και έβρισκαν την οριστική του λύση στην απώθηση τους πέρα από τον Βόσπορο. Άλλοι δεν μπορούσαν να παραβλέψουν —ορθά— ότι η Μικρά Ασία ήταν σχεδόν πάντοτε συνδεμένη γεωπολιτικά με την Ελληνική χερσόνησο και το Αιγαίο, ούτε να απομονώσουν το πρόβλημα από τους χριστιανικούς πληθυσμούς πού, ως τις αρχές τουλάχιστον του 20ού αιώνα (πριν δηλ. τις μαζικές διώξεις και τις σφαγές των Ελλήνων και ιδίως των Αρμενίων), ζούσαν στον Μικρασιατικό χώρο. Μερικοί έδωσαν κατά καιρούς μεγάλες γεωγραφικές διαστάσεις στο Α.Ζ., που έφταναν ως τα μουσουλμανικά κρατίδια της Β. Αφρικής (προτεκτοράτα συχνά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), ίσως για να δικαιολογήσουν την αποικιοποίηση ή και την κατάληψη μερικών από τις περιοχές εκείνες (όπως π.χ. της Λιβύης, της Αλγερίας ή ακόμη και του Μαρόκου). Πολλοί, τέλος, συμπεριέλαβαν τον ευρύτερο χώρο της Μέσης και ένα μέρος της Εγγύς Ανατολής, θεωρώντας —δικαιολογημένα— ότι δεν ήταν δυνατό να αποσυνδεθούν από το γενικότερο πρόβλημα χώρες που όχι μόνο ανήκαν στην Οθωμανική επικράτεια, αλλά που επιπλέον έγιναν αφορμές για μερικές από τις σοβαρότερες κρίσεις του Α.Ζ. Έτσι, π.χ., το κεντρικό πρόβλημα των Στενών συσχετίστηκε πρώτα (1833) με το Αιγυπτιακό ζήτημα (1831 κ.εξ.) και αργότερα (1853) και με το ζήτημα της «προστασίας» των ιερών καθιδρυμάτων της Παλαιστίνης. Με το ζήτημα, εξάλλου, των εσωτερικών μεταρρυθμίσεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (Tanzimat) συνδέθηκαν διάφορα αυτονομιστικά ή και εθνικά κινήματα της Εγγύς και της Μέσης Ανατολής, όπως, για παράδειγμα, η πρώτη κρίση του Λιβάνου (1860-1861), που οδήγησε στην αυτονόμηση της Συρίας, και το Αρμενικό ζήτημα, που, από το 1878, μετατράπηκε σε ένα από τα περισσότερο επώδυνα και δυσεπίλυτα προβλήματα του Α.Ζ. Συμπερασματικά, μπορούμε να ορίσουμε ως γεωγραφικά όρια του Α.Ζ. την καθαυτό επικράτεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δηλ. τον χώρο που περιλήφθηκε μεταξύ της Κριμαίας και της Ερυθράς θάλασσας, μεταξύ του Καυκάσου και της Λιβυκής ερήμου, μεταξύ των βορειότερων άκρων της Βαλκανικής και του Περσικού κόλπου.
Περιεχόμενο και ουσία του Α.Ζ.
Οι δυσκολίες για τη γενική αποδοχή ενός συγκεκριμένου χρονολογικού και γεωγραφικού πλαισίου του ιστορικού αυτού προβλήματος δεν πρέπει να αποδοθούν μόνο στις ποικίλες σκοπιμότητες που κυριάρχησαν κατά τις απόπειρες ορισμού του• οφείλονται περισσότερο στο γεγονός ότι δεν λαμβάνεται συχνά υπ' όψιν και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του ζητήματος, πού σε συνάρτηση με τον χρόνο και τον χώρο το διαφοροποιεί, σε τελευταία ανάλυση, από άλλα ανάλογα προβλήματα της νεώτερης ιστορίας. Ο χαρακτήρας αυτός, η ουσία και το αληθινό περιεχόμενο του Α.Ζ., δεν έγκειται βέβαια στις γενικές θεωρίες περί «αιωνίου ζητήματος» (που μετατρέπουν ένα συγκεκριμένο ιστορικό πρόβλημα στο καθαυτό πρόβλημα της παγκόσμιας κυριαρχίας, με όλους τους αναπόφευκτους, ρευστούς και συχνά αυθαίρετους χρονικούς και γεωγραφικούς συσχετισμούς)• ούτε ανευρίσκεται στον ρόλο των Οθωμανών για τη διάσωση της ισορροπίας δυνάμεων στην Ευρώπη (που εξαρτήθηκε περισσότερο από Δυτικοευρωπαϊκούς συντελεστές παρά από Ανατολικοευρωπαϊκούς, τουλάχιστον ως τις αρχές του αιώνα μας)• ούτε, τέλος, περιγράφεται πειστικά με αναφορές μόνο στην Αγγλορωσική αναμέτρηση για τον έλεγχο των δρόμων που εξασφάλιζαν τη Βρετανική κυριαρχία στις Ινδίες (άλλωστε η αντιπαράθεση αυτή μετατοπίστηκε γρήγορα σε άλλους, Ανατολικότερους χώρους). Η ιδιοτυπία του Α.Ζ. πρέπει να αναζητηθεί στους ίδιους τους Οθωμανούς και στον χαρακτήρα της κοινωνίας τους και του κράτους που δημιούργησαν. Το πρόβλημα λοιπόν τίθεται εξαρχής και έχει σχέση με τη «νομιμότητα» (με βάση τις αντιλήψεις κάθε εποχής) της Οθωμανικής κυριαρχίας, πρώτα στις Βυζαντινές επαρχίες της Μικράς Ασίας και της Νότιας Βαλκανικής και στη συνέχεια στην υπόλοιπη ΝΑ Ευρώπη και στον ευρύτερο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου. Η νομιμότητα αυτή αμφισβητήθηκε με τη γενική πεποίθηση των υπόδουλων λαών ή και των γειτονικών Ευρωπαϊκών κρατών (αλλά κάποτε και των ίδιων των Οθωμανών) για την προσωρινότητα της Οθωμανικής παρουσίας στην Ευρώπη.
Η αμφισβήτηση δεν οφειλόταν μόνο σε θρησκευτικούς λόγους (παρά τον αναγκαστικά θρησκευτικό χαρακτήρα της αντιτουρκικής ιδεολογίας). Ξεκινούσε από τη γενική αντίληψη ότι οι Οθωμανοί σφετερίστηκαν πανάρχαια ιστορικά δικαιώματα κυριαρχίας άλλων λαών, τους οποίους μάλιστα δεν κατάφεραν να ενσωματώσουν εξαιτίας του αγεφύρωτου —θρησκευτικού και πολιτιστικού— χάσματος που τους χώριζε και που, αντί να μικραίνει με τον χρόνο (όπως έγινε σε άλλες, ανάλογες περιπτώσεις Ασιατικών λαών που ενσωματώθηκαν στον Ευρωπαϊκό χώρο), διευρυνόταν όλο και περισσότερο, (προπάντων από τις αρχές του 18ου αιώνα και μετέπειτα. Η άρνηση αποδοχής του καθεστώτος που δημιούργησε η Οθωμανική επέκταση στη ΝΑ Ευρώπη διαιωνίστηκε από το γεγονός ότι οι νέοι κυρίαρχοι δεν προσαρμόζονταν προς τα καθιερωμένα πρότυπα κοινωνικής και οικονομικής ζωής των γειτονικών χριστιανικών λαών, δεν συνδέονταν οργανικά με την πολιτική οργάνωση του Ευρωπαϊκού κόσμου και ότι, συνεπώς, κρατιόνταν σταθερά σε κάποιας μορφής διαρκή «ηθική αποξένωση», έξω από το πλαίσιο της Ευρωπαϊκής «Κοινωνίας». Συνεπώς ήταν ξένοι προς το «κοινό σώμα» της χριστιανικής Ευρώπης και γι' αυτό —εφόσον δεν ενσωματώνονταν— έπρεπε να απομακρυνθούν αργά ή γρήγορα προς την Ασία.
Το βάρος λοιπόν έπεφτε στην αδυναμία κάποιας ολοκλήρωσης (integration). Αυτό φάνηκε περισσότερο όταν, παρά την αμοιβαία δυσπιστία, άρχισαν να πραγματοποιούνται τα πρώτα «ανοίγματα» ανάμεσα στον Δυτικό κόσμο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, άλλοτε με τις ιδιόμορφες διπλωματικές προσεγγίσεις και συνηθέστερα με τις οικονομικές σχέσεις ή μάλλον τη μονοδρομική διείσδυση των Δυτικοευρωπαίων εμπόρων στις Ανατολικομεσογειακές αγορές. Γι' αυτό και η επιχειρηματολογία —τόσο η αντιτουρκική όσο και η φιλοτουρκική— περιστράφηκε κατά κανόνα γύρω από την αδυναμία ή την ικανότητα (έστω και με την υποστήριξη της Δύσης) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να εξελιχθεί σε κρατικόν οργανισμό Ευρωπαϊκού χαρακτήρα. Έτσι, το πρόβλημα της «δυτικοποίησης» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έγινε η λυδία λίθος της Ευρωπαϊκής πολιτικής έναντι της Υψηλής Πύλης, πολιτικής που πρόβαλλε άλλοτε την αναγκαιότητα της διανομής της επικράτειας του «μεγάλου ασθενή» και άλλοτε το δόγμα της ακεραιότητας της, άσχετα βέβαια αν και στη μία και στην άλλη περίπτωση οι πρωτοβουλίες είχαν την αφετηρία τους σε συγκεκριμένες (Δυτικοευρωπαϊκού ενδιαφέροντος) πολιτικές, διπλωματικές ή οικονομικές σκοπιμότητες (ο επεκτατισμός των Αψβούργων και των Ρώσων στην πρώτη, η χρησιμοποίηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως ανάχωμα στη Ρωσική κάθοδο ή ως χώρος οικονομικής επέκτασης στη δεύτερη). Για τους ίδιους λόγους, από την άλλη μεριά, προσπάθησαν και οι ίδιοι οι Τούρκοι, μετά τους αλλεπάλληλους ακρωτηριασμούς της Αυτοκρατορίας, να δώσουν, με τολμηρές μεταρρυθμίσεις, ευρωπαϊκό πρόσωπο σε ό,τι είχε απομείνει από την άλλοτε τεράστια επικράτεια της, ώστε να δοθεί έτσι ένα τέλος στο Α.Ζ.
Περίοδοι και σπουδαιότερες φάσεις
Πρώτη περίοδος (11ος αιώνας-1683)
Η περιοδολόγηση του Α.Ζ. μπορεί να γίνει με βάση την εξέλιξη των Οθωμανικών επεκτάσεων και αναδιπλώσεων. Από την αρχή των σελτζουκικών κατακτήσεων στην Ανατολική Μικρά Ασία (11ος αιώνας) αρχίζει η πρώτη περίοδος. Τη χαρακτηρίζουν οι συνεχείς εδαφικές κατακτήσεις, που ακολουθούν γενικά την ανιούσα. Έτσι, μετά τη μεταβίβαση της σκυτάλης από τους Σελτζούκους στους Οθωμανούς (1289 κ.εξ.), συνεχίζεται με ανανεωμένη ορμή η ραγδαία Τουρκική προέλαση από τα ανατολικά της Μικράς Ασίας προς τα Ιωνικά παράλια και, από τα μέσα του 14ου αιώνα, ύστερα από την κατάληψη της Καλλίπολης (1354), προς την Ελληνική χερσόνησο (1361: Αδριανούπολη• 1371: Τσιρμέν). Η εδραίωση τους στις νέες Ευρωπαϊκές πια κτήσεις πραγματοποιήθηκε σε λιγότερο από έναν αιώνα. Το 1389 παραβιάζουν τις πύλες προς τη Βόρεια Βαλκανική με τη μάχη στο Κοσσυφοπέδιο• λίγα χρόνια αργότερα (1396) εξουδετερώνουν την πρώτη προσπάθεια Βαλκανικού συνασπισμού• σε μισόν αιώνα, ύστερα από την εκμηδένιση, με τη νίκη τους στη Βάρνα (1444), της τελευταίας σοβαρής αντίστασης των χριστιανικών δυνάμεων της ΝΑ Ευρώπης, έχει πια κριθεί τελεσίδικα η τύχη ολόκληρης της Βαλκανικής. Η τελική εφόρμηση του Μεχμέτ Β' εναντίον της Βυζαντινής πρωτεύουσας και η Άλωση (1453) επισφράγισαν, απλά, έναν κύκλο στρατιωτικών επιχειρήσεων, που είχαν κιόλας προδιαγράψει τη μετέπειτα πορεία των πολιτικών γεγονότων.
Παρ' όλα αυτά, η Άλωση αποτέλεσε σταθμό του Α.Ζ. Από δω και στο εξής (και ως τις αρχές του 19ου αιώνα) η ευθύνη για την ανακοπή της Οθωμανικής πλημμυρίδας και γενικά για τις εξελίξεις στη ΝΑ Ευρώπη περνά στους ώμους της Δύσης. Άλλωστε, σε λιγότερο από τριάντα χρόνια, οι Οθωμανοί θα υποχρεώσουν τις Ευρωπαϊκές δυνάμεις να συνειδητοποιήσουν το πρόβλημα: Αφού αποσπάσουν μία μία όλες σχεδόν τις μικρές φραγκικές και Βυζαντινές κτήσεις (1455-1462: Αίνος, Π. Φώκαια, Μυτιλήνη- 1458: δουκάτο Αθηνών- 1460: δεσποτάτο Μιστρά- 1461: Τραπεζούντα- 1479-1481: κρατίδιο Τόκκων) και υποχρεώσουν τους Βενετούς να παραδώσουν την ως τότε σπουδαιότερη ναυτική τους βάση στην Ανατολική Μεσόγειο, την Εύβοια (1470), θα ενεργήσουν απόβαση στην Ιταλική χερσόνησο (1480-1481: κατάληψη Ότραντο). Μοιραίοι εξάλλου ήταν για τη Δύση οι επτά συνολικά Βενετοτουρκικοί πόλεμοι (1463-1479, 1499-1503, 1537-1540, 1570-1573, 1645-1669, 1684-1699, 1714-1718), που, με μία μόνο εξαίρεση (τον πόλεμο του 1684-1699, ο οποίος επέτρεψε την πρόσκαιρη επιστροφή των Βενετών στην Πελοπόννησο), κατέληξαν στην απορρόφηση από τους Οθωμανούς όλων σχεδόν των κτήσεων και των εμπορικών σταθμών της Γαληνότατης Δημοκρατίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Το ίδιο αρνητικές στάθηκαν και για τους Αψβούργους οι συγκρούσεις τους με τους Οθωμανούς ως τα τέλη του 17ου αιώνα: Η αιχμή των Τουρκικών επεκτάσεων έφτασε ως την πρωτεύουσα τους (1529: πρώτη πολιορκία της Βιέννης), υπονομεύοντας από τη μια μεριά τις ηγεμονιστικές τους προσπάθειες στην Ευρώπη και από την άλλη τη θέση τους έναντι της θρησκευτικής Μεταρρύθμισης.
Η παράλληλη εξάλλου προέκταση των Οθωμανικών θέσεων προς τη Μέση και την Εγγύς Ανατολή (1516-1517) δεν ήταν λιγότερο σημαντική: Αποτέλεσε τη δυναμική απάντηση στην Πορτογαλική πρόκληση στον Περσικό κόλπο και τον Ινδικό ωκεανό οδήγησε στην κατάκτηση των Αγίων Τόπων (με σοβαρές συνέπειες στις μετέπειτα σχέσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τους μελλοντικούς Δυτικοευρωπαίους διεκδικητές της θρησκευτικής «προστασίας» των χριστιανικών καθιδρυμάτων)• προκάλεσε την ενσωμάτωση στην Οθωμανική επικράτεια των ιερών χώρων του Μωαμεθανισμού (γεγονός που έδωσε στον σουλτάνο την μέσω του χαλιφάτου θρησκευτική ηγεμονία όλων των μουσουλμάνων)• δημιούργησε τις προϋποθέσεις (με την επέκταση του Οθωμανικού ελέγχου στα μεταπρατικά κέντρα του Ανατολικού εμπορίου) για τον περιορισμό των παραδοσιακών (βενετικών κυρίως) μονοπωλίων, την υπονόμευση της Ιταλικής οικονομίας και τη μετάθεση του οικονομικού βάρους προς τον Ατλαντικό (προκειμένου για το διεθνές εμπόριο) και την Κωνσταντινούπολη και τον Εύξεινο (για το Ανατολικομεσογειακό)• έφερε σε άμεση επαφή τους Οθωμανούς με τον ομόδοξο τους κόσμο των Βορειοαφρικανικών λαών και προετοίμασε έτσι την κατοπινή τους συνεργασία που θα στηρίξει την Οθωμανική ναυτική ισχύ και θα υπονομεύσει πρώτα τις Ισπανικές κτήσεις της περιοχής και αργότερα, από τα μέσα του 16ου αιώνα ως τις αρχές σχεδόν του 19ου αιώνα, την απρόσκοπτη λειτουργία του Μεσογειακού διαμετακομιστικού εμπορίου.
Η αντίδραση της Δυτικής Ευρώπης στον Οθωμανικό επεκτατισμό ήταν, κατά την πρώτη φάση του Α.Ζ., σπασμωδική και αλυσιτελής. Συγκροτήθηκαν βέβαια αλλεπάλληλοι αντιτουρκικοί «ιεροί» συνασπισμοί (κατά τα τέλη του 15ου, κατά τον 16ο και λιγότερο κατά τον 17ο αιώνα), αλλά οι περιστασιακές εκείνες ενώσεις εξυπηρετούσαν ή βραχυπρόθεσμους στόχους (τη διάσωση κάποιας βενετικής κτήσης ή αψβουργικής θέσης) ή σκοπούς αλλότριους (συνήθως καθαρά ενδοευρωπαϊκούς). Οι ανταγωνισμοί εξάλλου για την Ευρωπαϊκή ηγεμονία ανάμεσα στους Γάλλους και τους Αψβούργους (Ισπανούς και Αυστριακούς) όχι μόνο εξουδετέρωσαν κάθε ενδεχόμενη πολιτική ένωση της Ευρώπης εναντίον των Οθωμανών, αλλά επιπλέον οδήγησαν στις πρώτες προσεγγίσεις Δυτικών Δυνάμεων με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι προσεγγίσεις πήραν αμέσως οικονομικό χαρακτήρα, με τις υπογραφές των «Διομολογήσεων» (Capitulations) (1535/1536: Γαλλία• 1580/1581: Αγγλία- 1611: Κάτω Χώρες κ.ο.κ.), που έγιναν γρήγορα θεσμός και έδωσαν νέες διαστάσεις στο Α.Ζ.: Στο εξής η πολιτική μερικών Ευρωπαϊκών Δυνάμεων έναντι της Πύλης θα επηρεάζεται και από τις παρεχόμενες εμπορικές διευκολύνσεις. Από την άλλη πάλι πλευρά, η διάθεση της Πύλης για ανανέωση ή επέκταση των «διομολογήσεων» θα εξαρτάται από τη στάση που θα κρατούν τα ενδιαφερόμενα Ευρωπαϊκά κράτη έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τις εποχικές ή σταθερές της συγκρούσεις με τους Βενετούς, τους Ισπανούς, τους Αυστριακούς και αργότερα (από τον 18ο αιώνα και εξής) με τους Ρώσους.
Στην πρώτη περίοδο του Α.Ζ., παρά τη συνεχή εδαφική επέκταση, παρατηρούνται και τα πρώτα δείγματα της παρακμής. Προμηνύματα εμφανίστηκαν ακόμη και στην εποχή της ακμής, στα χρόνια δηλ. του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή (1520-1566), άσχετα βέβαια αν δεν έγιναν αισθητά παρά μόνο από μερικούς οξυδερκείς Βενετούς διπλωμάτες. Η κρίση δεν είχε ραγδαίο ρυθμό: Παρουσιάστηκε πρώτα στους διοικητικούς θεσμούς, δημιουργώντας κενά εξουσίας και προκαλώντας την ενίσχυση των φυγόκετρων τάσεων. Προς τα τέλη του 16ου αιώνα και στις αρχές του 17ου, η διοικητική διαφθορά (με την αγοραπωλησία των αξιωμάτων, την καθιέρωση του χρηματισμού των υπαλλήλων του κράτους σε όλες σχεδόν τις βαθμίδες της διοικητικής ιεραρχίας και την καταχρηστική οικονομική εκμετάλλευση των υπηκόων της Αυτοκρατορίας, χριστιανών και μουσουλμάνων) έγινε πια καθεστώς. Η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν άρχισε, με αργό, σχεδόν ανεπαίσθητο ρυθμό, και η οικονομική κρίση, που συνδυάστηκε με τη νοθεία του νομίσματος και τη μετάσταση του παραδοσιακού συστήματος των τιμαρίων στο εξουθενωτικό για τους μικρούς καλλιεργητές και γενικότερα τις παραγωγικές δυνάμεις καθεστώς των τσιφλικιών.
Η αδυναμία, εξάλλου, των σουλτάνων να εκσυγχρονίσουν την παραδοσιακή τέχνη του πολέμου των παλαιών «γαζήδων», ώστε να ανταποκριθούν (με την επιτυχία των προηγούμενων γενεών) στις υπέρμετρες τεχνικές απαιτήσεις που επέβαλλε η τεράστια εδαφική εξάπλωση της Αυτοκρατορίας, έφερε και τη στρατιωτική παρακμή. Το γεγονός αυτό —που ήταν πρωταρχικής σημασίας για ένα μιλιταριστικό κράτος σαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία— προκλήθηκε επίσης και από τη διοικητική αποδιοργάνωση και διαφθορά, από την αλλοίωση των θεσμών και την οικονομική κρίση, από παράγοντες δηλαδή που προκάλεσαν τη χαλάρωση της στρατιωτικής πειθαρχίας, τη διαρροή ενός τμήματος των στρατιωτικών αξιωματούχων στην έγγειο ιδιοκτησία και την αγροτική ζωή και την αλλαγή του χαρακτήρα των Γενιτσαρικών Σωμάτων.
Η παρακμή βέβαια δεν συνειδητοποιήθηκε από τους ίδιους τους Οθωμανούς πριν από τις αρχές του 17ου αιώνα. Ωστόσο τα πρώτα δυσάρεστα αποτελέσματα είχαν αρχίσει να προκαλούνται ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του δεύτερου μισού του 16ου αιώνα: Είναι η αποτυχία των Οθωμανών να εκπορθήσουν τη μικρή, αλλά καλά οχυρωμένη, Μάλτα (1565) και κυρίως η μεγάλη ναυτική τους ήττα στην αναμέτρηση τους με τον ενωμένο χριστιανικό στόλο (Ισπανίας, Βενετίας, Πάπα κ.λπ.) στα νησιά Εχινάδες, στη λεγόμενη ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571). Είναι ενδεικτικό ότι ορισμένοι σύγχρονοι με τα γεγονότα εκείνα παρατηρητές —όπως π.χ. ο Μονταίν (Montaigne) ή ακόμη και ο αυτόπτης μάρτυρας της ναυμαχίας της ναυπάκτου Μιγκέλ Θερβάντες (Cervantes)— διέκριναν τότε τα συμπτώματα της Οθωμανικής παρακμής και μάλιστα με αφορισμούς, που σε αδρές γραμμές αντιστοιχούν σε νεώτερους ορισμούς του Α.Ζ. Στις αρχές, εξάλλου, του 17ου αιώνα οι Οθωμανοί υποχρεώθηκαν να υπογράψουν —για πρώτη φορά— μια ισότιμη με τους αντιπάλους τους συνθήκη ειρήνης, την Αυστροτουρκική Συνθήκη του Szitva Torok (1606).
Στα χρονιά που ακολούθησαν η Οθωμανική στρατιωτική δύναμη δεν κατάφερε να επωφεληθεί ούτε από την παρακμή της παραδοσιακής της αντιπάλου, της Ισπανίας, ούτε από τη διαίρεση της χριστιανικής Ευρώπης και τον Τριακονταετή πόλεμο (1618-1648). Στα 1623, μάλιστα, η κατάσταση στην Κωνσταντινούπολη υπογράμμιζε —με την καθαίρεση από τους γενιτσάρους του Σουλτάνου Οσμάν Β' και τη γενική αναρχία που ακολούθησε— την προϊούσα αποσύνθεση. Τέλος, στα 1664 οι Οθωμανοί είχαν και την πρώτη τους αποτυχία σε χερσαίες συγκρούσεις, στη μάχη του Αγ. Γοτθάρδου, προμήνυμα της δυσμενούς πορείας των μελλοντικών αναμετρήσεων τους με την ανερχόμενη Αυστριακή στρατιωτική δύναμη.
Ωστόσο δεν είχε ακόμη σημάνει το τέλος των Οθωμανικών κατακτήσεων. Μετά την κατάκτηση της Χίου (1566) και της Κύπρου (1570-1571), η ενοποίηση του γεωπολιτικού χώρου της Ανατολικής Μεσογείου ολοκληρώθηκε με την κατάκτηση της Κρήτης (1645-1669). Και με μιαν έσχατη ακόμη πολεμική προσπάθεια, οι Οθωμανικές προφυλακές έφτασαν στο βορειότερο Ευρωπαϊκό τους σημείο, στην Πολωνοκρατούμενη ουκρανική Ποδολία (1672-1676). Αλλά η θεαματική εκείνη εξόρμηση, με την οποία αποκαταστάθηκε για ένα διάστημα η επικοινωνία ανάμεσα στις Βαλκανικές κτήσεις του Σουλτάνου (Μολδαβία, Βεσαραθία) και στο Ταταρικό προτεκτοράτο του της Κριμαίας, ήταν μοιραία: Προετοίμασε, από το ένα μέρος, την ενεργό ανάμιξη της Πολωνίας στην επόμενη πολεμική περιπέτεια των Οθωμανών (1682-1683, 1684-1699) και, από το άλλο, την άμεση γειτνίαση των εδαφών της Αυτοκρατορίας με τις νότιες κτήσεις του Ρωσικού κράτους, γεγονός που θα έχει αποφασιστικές συνέπειες στις μελλοντικές εξελίξεις του Α.Ζ.
Δεύτερη περίοδος (1684-1800)
Η επεκτατική προσπάθεια των Οθωμανών προς την Ποδολία και από το 1683 προς την Αψβουργική πρωτεύουσα ξεπερνούσε πια τις δυνατότητες της εξασθενημένης και παρακμασμένης Οθωμανικής στρατιωτικής δύναμης. Έτσι, ύστερα από μια εντυπωσιακή, αλλά άτυχη και πάλι, απόπειρα να καταλάβουν τη Βιέννη (Ιούλιος- Σεπτέμβριος 1683) οι Οθωμανοί άρχισαν να υφίστανται την πίεση τεσσάρων αντιπάλων: της Βενετίας στον Νότο, της ανανεωμένης Αυστρίας, της Πολωνίας και της αναδυόμενης Ρωσίας στον Βορρά.
Η νέα πραγματικότητα δεν θα είχε καταστροφικές συνέπειες για την Οθωμανική Αυτοκρατορία (αφού και άλλοτε είχε να αντιμετωπίσει αντίπαλους συνασπισμούς), αν δεν συνδυαζόταν με την οικονομική και τη στρατιωτική κρίση που, όπως είπαμε, είχε βέθαια εκδηλωθεί από τις αρχές του αιώνα, αλλά που τώρα είχε επιδεινωθεί με τις καταστροφικές δαπάνες του Κρητικού πολέμου (1645-1669). Οι προσπάθειες για την περιστολή των διοικητικών αυθαιρεσιών και για την ανακοπή της διάβρωσης της στρατιωτικής μηχανής, που αναλήφθηκε από τη «δυναστεία» των μεγάλων βεζίρηδων, των Koprulu (μέσα 17ου-αρχές 18ου αιώνα), δεν ήταν δυνατό να αλλάξει τη φορά των πραγμάτων. Γι' αυτό, από την εποχή αυτή και πέρα η ανοδική πορεία των προοδευτικών Οθωμανικών επεκτάσεων θα δώσει τη θέση της στην καθοδική καμπύλη των προοδευτικών αναδιπλώσεων• τις αλλοτινές συνθήκες ειρήνης, με τις οποίες παγιώνονταν οι κατακτήσεις των Οθωμανών, θα τις διαδεχθούν αλλεπάλληλες υπογραφές συνθηκών, που θα επισημοποιούν τη διανομή, μεταξύ των αντιπάλων, των εκκενούμενων Οθωμανικών εδαφών.
Έτσι, μεταξύ του 1684 (που άρχισε η δράση του αντιτουρκικού «Ιερού Συνασπισμού του Linz») και της συνθήκης του Ιασίου (1792) (που έκλεισε μια μεγάλη περίοδο Αυστρορωσικής συνεργασίας στα Βαλκάνια), οι Οθωμανοί έχασαν οριστικά πρώτα την Ουγγαρία (1684-1687), στη συνέχεια το μεγαλύτερο τμήμα των Σερβικών εδαφών πάνω από το Βελιγράδι (1687-1697, 1716-1717), την Ποδολία (1696), ολόκληρη σχεδόν την Κριμαία (1774-1783), την Μπουκοβίνα (1775) και ένα μεγάλο μέρος των Καυκασιανών τους κτήσεων (1790). Πρόσκαιρες εξάλλου απώλειες προδίκαζαν τη μελλοντική (κατά τον 19ο αιώνα) απόσπαση τους από την Οθωμανική επικράτεια.
Η επικύρωση των αλλαγών αυτών στον πολιτικό χάρτη της ΝΑ. Ευρώπης έγινε με τέσσερεις συνθήκες ειρήνης, που έχουν βασική σημασία για το Α.Ζ.: τη συνθήκη του Κάρλοβιτς (1699) —πρώτη μεγάλη διπλωματική ήττα των Οθωμανών και απαρχή της ανάδειξης της Αυστρίας σε ηγεμονεύουσα δύναμη της εκτεταμένης περιοχής της Βόρειας Βαλκανικής— τη συνθήκη του Πασάροβιτς (1718) —ολέθρια τόσο για τους Οθωμανούς, όσο και για τους Βενετούς (που απομακρύνονται οριστικά από την Ανατολική Μεσόγειο)—, τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774) —πρώτη μεγάλη διπλωματική νίκη των Ρώσων και σταθμός στην ιστορία όχι μόνο των Ρωσοτουρκικών σχέσεων αλλά και ολόκληρης της ΝΑ. Ευρώπης— και τη συμπληρωματική της προηγούμενης συνθήκη του Ιασίου (1792).
Στο ίδιο βέβαια διάστημα οι αντίπαλοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επέτρεψαν με τα λάθη τους ή και τις διαφωνίες τους κάποιες προσωρινές ανακοπές στην Οθωμανική υποχώρηση, όπως π.χ. με τη συνθηκολόγηση του Μεγ. Πέτρου στον Προύθο (1711) —που ανέστειλε τις Ρωσικές κατακτήσεις Οθωμανικών εδαφών για ένα τέταρτο αιώνα— ή τη συνθήκη του Βελιγραδίου (1739) —που ανάγκασε τους Αυστριακούς να εγκαταλείψουν τους συμμάχους τους Ρώσους και να αποδώσουν στην Πύλη όσα είχαν προσθέσει με το Πασάροβιτς στα εδαφικά τους κέρδη του Κάρλοβιτς. Δεν ήταν εξάλλου δυσμενής για τους Τούρκους και η συνθήκη της Σιστόβης (1791), που ματαίωνε τον απειλούμενο διαμελισμό της Αυτοκρατορίας τους, με βάση το περιβόητο «Ελληνικό σχέδιο» (1780-1782) της Αικατερίνης Β'. Ωστόσο, με εξαίρεση την ταπεινωτική για τους Ρώσους συνθηκολόγηση του Προύθου (που αμβλύνθηκε κάπως δύο χρόνια αργότερα κατά την επικύρωση της στην Αδριανούπολη το 1713) και την ανάκτηση της Πελοποννήσου (1715) από την εξουθενωμένη Βενετία, οι εφήμερες εκείνες Οθωμανικές επιτυχίες δεν οφείλονταν τόσο στις αντιδράσεις των ίδιων των Οθωμανών, αλλά κυρίως στις διπλωματικές παρεμβάσεις των Ευρωπαϊκών εκείνων δυνάμεων που προτιμούσαν τη διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από την ανάπτυξη στη θέση της άλλων, περισσότερο επικίνδυνων, δυνάμεων στην Ανατολική Ευρώπη.
Οι χώρες που άρχισαν να συνηγορούν υπέρ της Οθωμανικής ακεραιότητας ήταν τρεις κυρίως: η σταθερά σχεδόν φιλότουρκη (ήδη από το 1535) Γαλλία —στις διπλωματικές ενέργειες της οποίας χρωστούσε η Πύλη την ευνοϊκή γι' αυτήν συνθήκη του Βελιγραδίου του 1739—, η Αγγλία και η Ολλανδία —που παρενέβησαν για τη διακοπή των δυσμενών για τους Οθωμανούς εχθροπραξιών στα 1693, 1698-1699 και 1717-1718—, και από το 1790 η Πρωσία —που συνετέλεσε αποφασιστικά στη διάσπαση του αντιτουρκικού Αυστρορωσικού μετώπου κατά τον Δεύτερο Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1787-1792). Τελικά, τον κύριο ρόλο του θιασώτη της Οθωμανικής ακεραιότητας και της διατήρησης του status quo στη ΝΑ. Ευρώπη τον ανέλαβε από τα τέλη του 18ου αιώνα η Μεγάλη Βρετανία (και θα τον κρατήσει, με ελάχιστες αμφιταλαντεύσεις ως τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο). Ύστερα από μια σύντομη Αγγλορωσική συνεργασία (που την επέβαλαν τα συμφέροντα της Αγγλικής «Muscovy Company» κατά τη διάρκεια του Πρώτου Ρωσοτουρκικού πολέμου της Αικατερίνης Β', μεταξύ 1768-1774), οι Άγγλοι, εκτιμώντας τις νέες διαστάσεις που έπαιρνε, μετά τη Γαλλική Επανάσταση (1789), το πρόβλημα της ισορροπίας δυνάμεων στην Ευρώπη, και μεριμνώντας περισσότερο, μετά την απώλεια των Αμερικανικών τους κτήσεων (1776), για τους δρόμους που οδηγούσαν στις Ινδικές τους αποικίες, ανανέωσαν ριζικά τη στρατηγική τους στην Ανατολική Μεσόγειο: Στο εξής ακρογωνιαίος λίθος της πολιτικής τους στη ΝΑ. Ευρώπη και την Εγγύς Ανατολή θα είναι η με κάθε θυσία ανακοπή των Ρωσικών προεκτάσεων σε βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Αλλά το ενδιαφέρον των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων για τη διατήρηση του απέραντου ακόμη κράτους των σουλτάνων δεν είχε την αφετηρία του μόνο σε πολιτικές εκτιμήσεις ή γεωπολιτικές στρατηγικές• ξεκινούσε και από τα οικονομικά πλεονεκτήματα που παρουσίαζε η Οθωμανική Αυτοκρατορία για το Δυτικοευρωπαϊκό εμπόριο πρώτα (τέλη 16ου-18ου αιώνα), στη συνέχεια (τέλη 18ου-αρχές 19ου αιώνα) για την αναπτυσσόμενη δυτική βιομηχανία και, από τα τέλη του 19ου αιώνα και εξής, για το συσσωρευμένο Δυτικοευρωπαϊκό κεφάλαιο. Παράλληλος λοιπόν ήταν και ο στόχος για τη διάσωση ενός καθεστώτος πού, όπως είδαμε, είχε αρχίσει να διαμορφώνεται κατά την πρώτη κιόλας περίοδο με τις «διομολογήσεις», αλλά που τώρα, από τα μέσα προπάντων του 18ου αιώνα και εξής, διευρυνόταν με τη συμμετοχή και άλλων Ευρωπαϊκών κρατών (1665: Αυστριακές εμπορικές διευκολύνσεις στον Δούναβη- 1737: εμπορικά προνόμια στη Σουηδία• 1740: «διομολογήσεις» στο βασίλειο των Δύο-Σικελιών• 1747: στην Τοσκάνη• 1756: στη Δανία• 1782: στην Ισπανία- 1761, 1790: στην Πρωσία κ.ο.κ.).
Η παραχώρηση εμπορικών προνομίων εκ μέρους της Πύλης στις Ευρωπαϊκές χώρες γινόταν συνήθως με γνώμονα τη στάση (φιλική ή ευμενώς ουδέτερη) των ενδιαφερόμενων κυβερνήσεων κατά τις κρίσιμες για την Αυτοκρατορία αναμετρήσεις της με τους δυτικούς αντιπάλους της. Οι σουηδικές λ.χ. διομολογήσεις του 1737 ήρθαν ως αποτέλεσμα της Τουρκοσουηδικής συνεργασίας εναντίον του κοινού τους αντιπάλου, της Ρωσίας, κατά τον πόλεμο του 1736-1739. Η ευνοϊκή εξάλλου παρέμβαση της Πρωσίας στην επόμενη Αυστρορωσική απειλή (του 1787-1791) προκάλεσε το 1790 την ευνοϊκή για τους Πρώσους ανανέωση της σύμβασης του 1761 (που συνοδεύτηκε μάλιστα και με μια ανάλογη, αλλά σπάνια στα χρονικά των διεθνών σχέσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη Δύση, συνθήκη συμμαχίας). Τέλος, η ανανέωση των «διομολογήσεων» με τη Γαλλία το 1740 (σταθμό στην ιστορία του θεσμού, που αποκτά τώρα μονιμότερο χαρακτήρα, με σταθερούς όρους και διαρκείς οικονομικές και νομικές προνομίες, οι οποίες θα διατηρηθούν σχεδόν αναλλοίωτες ως το τέλος του Α.Ζ.) ήταν καρπός των προσπαθειών που είχε καταβάλει ο Γάλλος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη μαρκήσιος ντε Βιλενέβ (de Villeneuve) για τον τερματισμό του καταστροφικού για τους Οθωμανούς Αυστρορωσοτουρκικού πολέμου του 1736-1739 και για την υπογραφή της απροσδόκητα ευνοϊκής για την Πύλη ειρήνης του Βελιγραδίου (1739). Παρ' όλα αυτά οι Οθωμανοί χρειάστηκε να παραχωρήσουν ακούσια εμπορικές συμβάσεις και σε αντίπαλες χώρες (όπως π.χ. στην Αυστρία μετά τη συνθήκη του Πασάροβιτς, στα 1718 και 1747, ή στη Ρωσία, μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, στα 1774, 1783, 1792, 1798 και 1812).
Η εμπορική διείσδυση των Ευρωπαίων στις αγορές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε —και κατά την πρώτη περίοδο του Α.Ζ., αλλά περισσότερο από τον 17ο αιώνα και εξής—σοβαρές και μακροχρόνιες συνέπειες: Καθιερώθηκε καταρχήν μια ανισότητα οικονομικών σχέσεων (σε βάρος πάντοτε της Ανατολής). Αυτό οφειλόταν όχι μόνο στη μονομέρεια των «διομολογήσεων» (που ευνοούσε τους ξένους εμπόρους de jure και de facto έναντι των ντόπιων), αλλά και στον χαρακτήρα των δύο οικονομιών, δηλ. της δυναμικής, κεφαλαιοκρατικής και τεχνολογικά αναπτυγμένης Δυτικοευρωπαϊκής οικονομίας, από τη μια πλευρά, και της στατικής, αγροτικής, τεχνολογικά καθυστερημένης και δυσπροσάρμοστης Ανατολικομεσογειακής, από την άλλη. Οι όροι λοιπόν του παιχνιδιού υπαγορεύτηκαν από τη Δύση και η σχεδόν ολοκληρωτική έλλειψη αμοιβαιότητας οδηγούσε αναπόφευκτα στην εξάρτηση. Έτσι, η Ανατολή δεν κατάφερε να εκμεταλλευτεί τη σπουδαία της θέση στο διαμετακομιστικό εμπόριο τριών ηπείρων, δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει παραγωγικά το τεράστιο ανθρώπινο δυναμικό της, δεν εξάντλησε τις δυνατότητες που της έδιναν οι ακένωτες πηγές της σε προϊόντα που χρειαζόταν η Δυτική οικονομία (στάρι, μεταλλεύματα και πρώτες ύλες), επειδή κάτι τέτοιο προϋπέθετε ανάλογες εσωτερικές πολιτικές και πολιτιστικές αλλαγές στη δομή της κοινωνίας, στον κρατικό μηχανισμό, στη νοοτροπία των υπηκόων του σουλτάνου. Η Οθωμανική όμως Αυτοκρατορία δεν ήταν σε θέση να «απαντήσει» θετικά στη Δυτική «πρόκληση»• αντίθετα, μείωνε συχνά τις δυνατότητες και των παραδοσιακών της ακόμη οικονομικών μηχανισμών με τις συνεχείς πολεμικές αναστατώσεις, τις καταχρήσεις των διοικητικών υπαλλήλων, την επίσημη περιφρόνηση προς τις εξωστρατιωτικές ενασχολήσεις και την παραγωγική δραστηριότητα, και την καχυποψία προς τους νεωτερισμούς, παράγοντες βέβαια που επενεργούσαν αρνητικά και προς το Δυτικό εμπόριο, αλλά που εξουδετερώνονταν ως έναν βαθμό με τις ειδικές ρήτρες των «διομολογήσεων».
Τα αποτελέσματα για τα μακροπρόθεσμα οικονομικά συμφέροντα της Ανατολικής Μεσογείου ήταν αρνητικά: Οι Βενετοί πρώτα και με τη σειρά τους οι Γάλλοι, οι Άγγλοι, οι Ολλανδοί και οι άλλοι Ευρωπαίοι έμποροι ήταν σε θέση να αγοράζουν από τις Ανατολικές αγορές φθηνές πρώτες ύλες, των οποίων ένα μέρος, κατεργασμένο πρώτα στις μανιφατούρες (και από τα τέλη του 18ου αιώνα στις βιομηχανίες) των χωρών τους, το μεταπουλούσαν στις ίδιες τις Οθωμανικές αγορές σε υψηλές τιμές. Στις καλύτερες περιπτώσεις οι ντόπιοι παραγωγοί και έμποροι, που δεν διέθεταν ούτε την οργάνωση, ούτε τα τεχνικά μέσα, ούτε τα κεφάλαια, ούτε την επιχειρηματικότητα και την επενδυτική τόλμη, αλλά ούτε την κρατική προστασία των ανταγωνιστών τους, αναγκάζονταν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα που δημιουργούσε η υπεροχή των ξένων και να υπαχθούν σταδιακά στις ανάγκες της ξένης οικονομίας. Αναπόφευκτα λοιπόν η Οθωμανική επικράτεια αποτέλεσε, για τους εμπορικούς λαούς της Δύσης, ένα πεδίο όπου ασκούνταν η οικονομική πολιτική που είχε κιόλας παγιωθεί στη Νοτιοδυτική Ασία, την Αφρική και σε τμήματα της Νότιας Αμερικής. Και είναι ενδεικτικό ότι οι εμπορικοί οργανισμοί που συντόνιζαν τις Δυτικοευρωπαϊκές προσπάθειες για την οικονομική εκμετάλλευση της Ανατολικής Μεσογείου (όπως π.χ. η Αγγλική «Levant Company», η Ολλανδική «Directie van den Levantschen Handel», η Γαλλική «Compagnie du Commerce de la Mediterranee») ήταν ανάλογοι προς τις εταιρείες που είχαν αναλάβει αντίστοιχους ρόλους στις υπερπόντιες αποικίες. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις, η ταύτιση των οικονομικών και των πολιτικών συμφερόντων ήταν ανάλογη με εκείνη που παρατηρήθηκε επίσης στις εμπορικές εταιρείες των αποικιών και που προετοίμασε εκεί τη μετάβαση από την αποικιοκρατική εκμετάλλευση στην άμεση κατάκτηση. Οι πρόξενοι, π.χ., αλλά και οι διπλωματικοί εκπρόσωποι της Αγγλίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ήταν κατά κανόνα αξιωματούχοι της «Levant Company». Είναι επίσης γνωστός ο πολιτικός ρόλος των Ρώσων εμπορικών προξένων και υποπροξένων (συνήθως Ελληνικής καταγωγής) σε λιμάνια και εμπορικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου πολλές φορές περνούσαν χρόνια για να εμφανιστεί Ρωσικό εμπορικό σκάφος.
Κάτω από τις συνθήκες αυτές δεν είναι δύσκολο να ερμηνευτεί και η τάση των δραστήριων υπηκόων του Σουλτάνου —προπάντων των Εβραίων, των Αρμενίων και των Ελλήνων— να επιζητούν με ειδικές αποφάσεις (μπεράτια) την «προστασία» των ξένων. Η διέξοδος αυτή πρόσφερε στους «προστατευόμενους» ποικίλα νομικά, οικονομικά αλλά και κοινωνικά πλεονεκτήματα. Έτσι κατάφεραν να εξουδετερώσουν ένα μέρος από τις εγγενείς δυσκολίες του οικονομικού και κοινωνικού περιβάλλοντος τους και να αναπτύξουν οικονομικές (κυρίως εμπορικές, και μάλιστα μεταπρατικές) δραστηριότητες, που θα βοηθήσουν με τον καιρό (από τα μέσα του 18ου αιώνα) το ντόπιο στοιχείο (ή τουλάχιστον εκείνο που ευεργετούνταν από την «προστασία») να
ανταγωνιστεί με σχετική επιτυχία και τους Ευρωπαίους εμπόρους.
Σχεδόν ταυτόχρονα με την έναρξη των διομολογήσεων άρχισε και η προσπάθεια δημιουργίας «θρησκευτικού προτεκτοράτου» στην Οθωμανική επικράτεια. Η αρχή έγινε από τους Γάλλους μονάρχες (συστηματικά από το 1581) και αφορούσε τους Αγίους Τόπους, τους καθολικούς (ελάχιστους τότε) υπηκόους του Σουλτάνου και τα καθολικά ιεραποστολικά τάγματα που δρούσαν προσηλυτιστικά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Περιπλοκές δημιουργήθηκαν προς τα τέλη του 18ου αώνα (και ακόμα περισσότερο μισόν αιώνα αργότερα), όταν θέλησε και η Ρωσία να αναλάβει ανάλογο ρόλο για λογαριασμό των ορθοδόξων, οι οποίοι όμως δεν αποτελούσαν μια μικρή μειονότητα, αλλά την πλειονότητα του χριστιανικού πληθυσμού ολόκληρης της Οθωμανικής επικράτειας.
Η προβολή εκ μέρους των ξένων ηγεμόνων δικαιωμάτων κηδεμονίας των «προστατευόμενων» ή ακόμη περισσότερο των ομόθρησκων υπηκόων της Αυτοκρατορίας συνδυάστηκε (από τις αρχές τουλάχιστον του 18ου αιώνα) με τις ελπίδες των υπόδουλων χριστιανικών λαών να απαλλαγούν από την κυριαρχία των Σουλτάνων.
Παλαιότερα (τέλη 15ου-τέλη 17ου αιώνα) είχαν εκμεταλλευτεί τις ελπίδες αυτές οι Βενετοί, αλλά (μόνο κατά τα μεσοδιαστήματα των πολέμων τους με τους Οθωμανούς), στη συνέχεια προσπάθησαν να τις αξιοποιήσουν οι Ισπανοί (τέλη 16ου-αρχές 17ου αιώνα) και οι Αυστριακοί (17ος-αρχές 18ου αιώνα) και από τα τέλη του 17ου αιώνα και εξής ως τα τέλη του 19ου, οι Ρώσοι. Γι' αυτό υπέθαλπαν με ποικίλους τρόπους, και με τη μεσολάβηση συνήθως ντόπιων πρακτόρων, ένα μόνιμο κλίμα ανησυχίας και απείθειας, που μερικές φορές κορυφωνόταν σε αντιτουρκικές εξεγέρσεις. Παρά την κινητοποίηση όμως των βαλκανικών λαών —και κυρίως των Ελλήνων— ο αποφασιστικός ρόλος στις εξελίξεις του Α.Ζ. κρατήθηκε σταθερά από τις ξένες δυνάμεις, οι οποίες, έστω και αν διακήρυτταν ως στόχο τους την απελευθέρωση των «ραγιάδων», αγνοούσαν εντελώς την ύπαρξη τους κατά την υπογραφή των συνθηκών ειρήνης με τους Τούρκους.
Η κατάσταση φάνηκε να αλλάζει γύρω στα 1800. Ως καταλύτης χρησίμευσε η σύνδεση της Γαλλικής Επανάστασης με το Α.Ζ., σύνδεση που αρχικά είχε έμμεσο (ιδεολογικό) χαρακτήρα, αλλά που από το 1797 [όταν με τη συνθήκη του Καμποφόρμιο (Campoformio), επισημοποιήθηκε το τέλος της βενετικής παρουσίας στα Επτάνησα και η αντικατάσταση της από τη Γαλλική] έγινε άμεση και δυναμική. Οι εξελίξεις —που οδήγησαν τελικά στη δημιουργία του πρώτου, έστω και υποτυπωδώς ανεξάρτητου, χριστιανικού κράτους στην Τουρκοκρατούμενη Ανατολή— έγιναν ραγδαίες μετά την εκστρατεία του Βοναπάρτη στην Αίγυπτο (1798): Στην αρχή προκλήθηκε η ρήξη στην πατροπαράδοτη γαλλοτουρκική φιλία- ακολούθησε η πρώτη προσέγγιση των Ρώσων με τους Οθωμανούς (1798), η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη ναυτική συνεργασία των δύο παραδοσιακών αντιπάλων, τη διέλευση (για πρώτη φορά στην ιστορία) του Ρωσικού στόλου από τον Εύξεινο στο Αιγαίο και κοινές Ρωσοτουρκικές επιχειρήσεις στο Ιόνιο για την κατάλυση της Γαλλοκρατίας στα Επτάνησα (1799). Το αδιέξοδο που δημιουργήθηκε μετά τον τερματισμό της Γαλλικής κυριαρχίας λύθηκε με την ίδρυση, με κοινή Ρωσοτουρκική συμφωνία (21 Μαρτίου 1800), της «Πολιτείας των Ενωμένων Επτά Νησιών».
Τρίτη Περίοδος (1800-1923)
Από την αυγή λοιπόν κιόλας του 19ου αιώνα ένας νέος παράγοντας προστίθεται στο Α.Ζ.: οι υπόδουλοι λαοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Δεν ήταν βέβαια ακόμη σε θέση να υπαγορεύσουν στους ως τότε ρυθμιστές του προβλήματος τη λύση που συνέφερε στους δικούς τους πόθους για εθνική αποκατάσταση. Αλλά η πρωτοβουλία άρχισε σιγά σιγά να περνά σ' αυτούς: πρώτα στους Έλληνες (που για λόγους ιστορικούς και γεωγραφικούς απέκτησαν πρωιμότερα —από τον 18ο αιώνα— τις απαραίτητες οικονομικές και πολιτιστικές προϋποθέσεις για την εθνική τους αφύπνιση) στη συνέχεια στους Σέρβους και τους Ρουμάνους, στη σειρά (μέσα περίπου 19ου αιώνα) στους Αρμενίους και τους Βουλγάρους, έπειτα (προς τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα) στους Αλβανούς και —κατά τις παραμονές του Α' Παγκόσμιου πολέμου— στους Άραβες.
Στις πρωτοβουλίες των λαών αυτών συνετέλεσε και η αύξουσα παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που από τα τέλη του 18ου και κυρίως από τις αρχές του 19ου αιώνα έγινε αισθητή σε όλους σχεδόν τους τομείς της δημόσιας ζωής (στη διοίκηση και στον στρατό κατά κύριο λόγο). Η ανάγκη για την ανακοπή της κατάρρευσης —που σε πολλούς φαινόταν επικείμενη— έπεισε μερικούς Σουλτάνους της περιόδου εκείνης να επιχειρήσουν κάποιες μεταρρυθμιστικές προσπάθειες, κυρίως για τη βελτίωση της στρατιωτικής εκπαίδευσης και τον εκσυγχρονισμό της πολεμικής τέχνης και τακτικής. Στις προσπάθειες εκείνες συνέβαλαν οι Δυτικές χώρες πού, όπως είπαμε, είχαν επενδυμένα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα στη διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η συμβολή συνήθως έπαιρνε ανεπίσημο χαρακτήρα, με τη δράση Δυτικοευρωπαίων εμπειρογνωμόνων εκπαιδευτών του Οθωμανικού στρατεύματος (όπως π.χ. του Γάλλου αρνησίθρησκου Bonneval Πασά) ή αναδιοργανωτών του πυροβολικού και του μηχανικού (όπως π.χ.του Ουγγαρέζου βαρώνου de Tott). Σταθμό στις προδρομικές εκείνες «μεταρρυθμίσεις» αποτέλεσαν οι απόπειρες για τον εκσυγχρονισμό του στρατού από τον Σουλτάνο Σελίμ Γ' πρώτα (1789-1808) και —μετά την αποτυχία και την ανατροπή του— από τον Μαχμούτ Β' (1808-1839).
Η πίεση για μεταρρυθμίσεις έγινε ισχυρότερη από εξωτερικούς παράγοντες, προπάντων από τη Μεγάλη Βρετανία, ύστερα από τον ισχυρό κλονισμό της Αυτοκρατορίας κατά την Ελληνική Επανάσταση και ακόμη περισσότερο ύστερα από την άμεση Ρωσική επέμβαση κατά την πρώτη φάση της Αιγυπτιακής κρίσης (1833). Γι' αυτό και η έκδοση από τον Σουλτάνο του Χατί-σερίφ του Gulhane τα 1839 (με το οποίο διακηρυσσόταν, για πρώτη φορά στην ιστορία του Α.Ζ., η πρόθεση του Σουλτάνου να παραχωρήσει ισοπολιτεία και ισονομία στους χριστιανούς και μουσουλμάνους υπηκόους του, να αναδιοργανώσει το φορολογικό σύστημα και να εκσυγχρονίσει, με βάση Δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα, τον στρατό), μπορεί να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα των γεγονότων του 1833. Το ίδιο, η επικύρωση των αρχών του Χατί-σερίφ εκείνου με νέες διακηρύξεις και συγκεκριμένα με το «Χατί-χουμαγιούν» του 1856 (με το οποίο επιχειρήθηκαν ριζικότερες αλλαγές στη διοίκηση, προπάντων την επαρχιακή) μπορεί να θεωρηθεί ως άμεση συνέπεια του Κριμαϊκού πολέμου (1853-1856). Η σημασία ωστόσο του Χατί-χουμαγιούν του 1856 είναι ασφαλώς μεγαλύτερη, όχι μόνο για το περιεχόμενο του και για τον συστηματικότερο τρόπο με τον οποίο επιχειρήθηκε η εφαρμογή του (τόσο από τους μουσουλμάνους όσο, κυρίως, από τους χριστιανούς της αυτοκρατορίας), αλλά και για ένα ακόμη γεγονός: Επειδή η έκδοση του συνδυάστηκε με ειδική ρήτρα που περιλήφθηκε στις αποφάσεις της συνθήκης ειρήνης του Παρισιού (1856) και που όριζε ότι στο εξής η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα γινόταν δεκτή στην «Ευρωπαϊκή συναυλία» και ότι θα απολάμβανε τα πλεονεκτήματα του Ευρωπαϊκού δημοσίου δικαίου. Επρόκειτο στην ουσία για την πρώτη επίσημη διακήρυξη της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της ανάγκης να εξαλειφθούν τα γενεσιουργά αίτια του Α.Ζ. Έτσι άρχισε η μακρόχρονη περίοδος των Οθωμανικών μεταρρυθμίσεων (Tanzimat) με τις οποίες ετοιμάστηκε η Δυτικοποίηση της Αυτοκρατορίας. Έτσι, μέσα σε είκοσι χρόνια από το Χατί-χουμαγιούν, οι Οθωμανοί απέκτησαν ποινικόν (1858) και αστικόν κώδικα (1869-1876), Τράπεζα (1856, 1863), νέα διοικητική διαίρεση του κράτους (με τον οργανικό νόμο για τα βιλαέτια, 1864), Συμβούλιο Επικρατείας, Άρειο Πάγο (1868) και (έστω και λυμφατικά) Σύνταγμα και Κοινοβούλιο (1876-1877).
Οι συνέπειες των καινοτομιών εκείνων, παρά τον ονομαστικό συχνά χαρακτήρα τους, ήταν σοβαρές. Επιταχύνθηκαν οι διαδικασίες κοινωνικού μετασχηματισμού στο χριστιανικό κυρίως τμήμα του Οθωμανικού πληθυσμού (στους Έλληνες και Αρμενίους) και στους Εβραίους- πολλαπλασιάστηκαν οι ευκαιρίες παραγωγικών επαφών με τη Δυτική Ευρώπη, αλλά στην πραγματικότητα μόνο για ορισμένες κοινωνικές τάξεις των «ραγιάδων» και όχι της μουσουλμανικής πλειοψηφίας• συνδέθηκε αμεσότερα η Οθωμανική οικονομική ζωή με τους Δυτικούς μηχανισμούς, προπάντων ύστερα από τους αλλεπάλληλους δανεισμούς της Πύλης για την αντιμετώπιση των πρόσθετων (εξαιτίας των νέων διοικητικών αναγκών) κρατικών δαπανών και των αναπόφευκτων πτωχεύσεων (1875: πτώχευση και ολοκληρωτική αναστολή της εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους• 1881: επιβολή διεθνούς οικονομικού ελέγχου κ.ο.κ.) έγινε στενότερη η εξάρτηση της εσωτερικής πολιτικής της Αυτοκρατορίας από εξωγενείς παράγοντες, με αποτέλεσμα τον διαρκή συσχετισμό των εθνικών διεκδικήσεων των υποταγμένων λαών με την πίεση των Δυτικοευρωπαίων για την επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων και την ουσιαστικότερη εφαρμογή τους. Τελικά, από την προσπάθεια του Tanzimat ωφελήθηκαν κυρίως οι Δυτικοευρωπαϊκές χώρες που είχαν οικονομικά συμφέροντα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, στη συνέχεια το τμήμα των χριστιανικών λαών που μπόρεσε να ανταποκριθεί στην ιστορική εκείνη «πρόκληση» και, με αρκετή καθυστέρηση και σε περιορισμένη κλίμακα, ένα μέρος μόνο από το ως τότε κυρίαρχο μουσουλμανικό στοιχείο. Γι' αυτό οι μεταρρυθμίσεις, αντί να μειώσουν, αύξησαν τις παλαιές αντιθέσεις των εθνοτήτων, αφού πλάι στο θρησκευτικό και, κυρίως, στο πολιτιστικό χάσμα —που βάθαινε με το Tanzimat— προστίθενταν και οικονομικο-κοινωνικές διαφορές ταξικού χαρακτήρα. Οι αντιθέσεις έγιναν οξύτερες επειδή στις μεταρρυθμίσεις αντέδρασαν βίαια όχι μόνο η στρατιωτική και διοικητική ολιγαρχία —όπως και στα χρόνια του Σελίμ Γ' και Μαχμούτ Β'— αλλά και οι μεγάλες μάζες των μουσουλμάνων, που έβλεπαν τις νέες αρχές να αντίκεινται στις βασικές θέσεις του Ισλάμ και στις ισχυρές ακόμη μουσουλμανικές παραδόσεις. Θα χρειαστεί να φθάσουμε στο τέλος του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού για να αρχίσουν κάποιες αλλαγές στον τρόπο ζωής και στη νοοτροπία μερικών τουλάχιστον μικρών ομάδων της μουσουλμανικής κοινωνίας: γραφειοκρατών, αξιωματικών, απόφοιτων ευρωπαϊκών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της Οθωμανικής πρωτεύουσας (όπως π.χ. του ιδρυμένου από το 1869 Τουρκογαλλικού λυκείου του «Γαλατά Σεράι») ή ακόμη και Δυτικών σχολών. Τέλος, σημαντικό ρόλο στη «Δυτικοποίηση» του μουσουλμανικού στοιχείου έπαιξαν και οι ομόθρησκοι πρόσφυγες Ρωσοκρατούμενων συνήθως περιοχών της Κριμαίας και του Καυκάσου, που πριν καταφύγουν στην Αυτοκρατορία είχαν υποστεί τις επιδράσεις της Δύσης σε Ρωσικά αστικά κέντρα. Από τον μικρό αυτόν πυρήνα των Οθωμανών «νεωτεριστών» ξεκίνησε και η δημιουργία του Τουρκικού εθνικισμού, ο οποίος, ύστερα από μια περίοδο ιδεολογικής ρευστότητας και ουτοπιών (από τον κοινοβουλευτικό, φεντεραλιστικό «Οθωμανισμό» και τον συντηρητικό, θρησκειοκρατούμενο πανισλαμισμό προς τον μεγαλοϊδεατικό και ρατσιστικό τουρανισμό παντουρκισμό), πρόβαλε ως συγκεκριμένη πολιτική ιδεολογία με τον αρχικά φιλελεύθερο (1906-1908) και από το 1910 και εξής συγκεντρωτικό νεοτουρκισμό.
Η τελευταία λοιπόν φάση του Α.Ζ. χαρακτηρίζεται από τη δραματική αναμέτρηση και τον ανταγωνισμό τριών παραγόντων: των Οθωμανών —που βρίσκονταν σε διαρκή άμυνα, ως την εμφάνιση των Νεότουρκων—, των Δυτικών Δυνάμεων —που ήταν πάντοτε παρούσες, άλλοτε για να κηδεμονεύσουν τα ανεξάρτητα ή αυτόνομα Βαλκανικά κράτη, άλλοτε τις χριστιανικές «μειονότητες» της αυτοκρατορίας και άλλοτε την ίδια την Οθωμανική κυβέρνηση —και των χριστιανικών λαών της περιοχής— που αγωνίζονταν ταυτόχρονα εναντίον των Οθωμανών (για την εθνική τους αποκατάσταση ή την εδαφική τους επέκταση), αλλά και αναμεταξύ τους (για την όσο το δυνατόν ταχύτερη απόσπαση μεριδίων της καταρρέουσας Σουλτανικής «κληρονομιάς»). Έτσι, μέσα από την αντιπαράθεση αυτών των τριών παραγόντων προκλήθηκαν αλλεπάλληλες κρίσεις που σχεδόν όλες οδήγησαν σε ακρωτηριασμούς της Οθωμανικής επικράτειας, σε επεμβάσεις των ξένων δυνάμεων στα εσωτερικά ζητήματα του κράτους των Σουλτάνων και στη δημιουργία νέων κρατών ή νέων εκκρεμοτήτων που γεννούσαν νέες κρίσεις. Μετά την Ελληνική Επανάσταση λοιπόν άρχισε η Αιγυπτιακή κρίση (1831-1833, 1839-1841), στη συνέχεια ο Κριμαϊκός πόλεμος (1853-1856), το ζήτημα του Λιβάνου (1860-1861), η μεγάλη Ανατολική κρίση του 1876-1878, το Κριμαϊκό ζήτημα (1858-1898), ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος (1897), το Αρμενικό ζήτημα (πριν από τη διεθνοποίηση του, το 1878, αλλά κυρίως μετά τις σφαγές του 1894-1896), το Μακεδόνικο ζήτημα (1878-1908), ο Ιταλοτουρκικός πόλεμος (1911-1912), οι δύο Βαλκανικοί πόλεμοι (1912- 1913), ο Αρμενοτουρκικός (1920) και, τέλος, ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος (1919-1922).
Με τις κρίσεις αυτές άλλαξε ριζικά ο πολιτικός χάρτης της ΝΑ. Ευρώπης και της Ανατολικής Μεσογείου: Μέσα σε έναν αιώνα, και παρά τις προσπάθειες για τη διατήρηση του status quo, αναδύθηκαν συχνά (ύστερα από μικρές περιόδους αυτονομίας) νέα εθνικά κράτη: η Ρουμανία (1862-1876/ 1878), το Μαυροβούνιο (1860-1878- ένωση με την ανεξάρτητη από το 1876/1878 Σερβία το 1918), η Βουλγαρία (1878• ένωση με την αυτόνομη Ανατολική Ρωμυλία το 1885), η Αλβανία (1913-1920) και τα αραβικά κράτη της Μέσης Ανατολής (1916-1920).
Σε όλες αυτές τις εξελίξεις, παρά τον καταλυτικό ρόλο του ανερχόμενου εθνικισμού, η παρουσία των Μεγάλων Δυνάμεων ήταν επιβλητική. Έγιναν βέβαια μερικές απόπειρες για τον συντονισμό των προσπαθειών των Βαλκανικών λαών (όπως π.χ. κατά τις Ελληνοσερβικές προσεγγίσεις του 1866-1868) ή κάποιες κινήσεις για τη λύση του Α.Ζ. μέσω κάποιας ομοσπονδοποίησης, όχι μόνο των χριστιανικών λαών της Βαλκανικής, αλλά και των άλλων εθνοτήτων (ανεξάρτητα από το θρήσκευμα) της Οθωμανικής επικράτειας, αλλά χωρίς ουσιαστικές συνέπειες. Ως μοναδική περίπτωση πραγματικής και δυναμικής συνεργασίας για τη λύση του Α.Ζ. μπορεί να θεωρηθεί ο Α' Βαλκανικός πόλεμος (1912-1913). Εξάλλου χωρίς την άμεση τουλάχιστον παρέμβαση εξωτερικών παραγόντων πραγματοποιήθηκαν οι αναμετρήσεις των ίδιων των εθνικών κρατών μεταξύ τους, όπως π.χ. κατά τον Β' Βαλκανικό πόλεμο, τον Αρμενοτουρκικό και τον Ελληνοτουρκικό, τουλάχιστον κατά τις τελευταίες τους φάσεις.
Αντίθετα, σε άλλα καίρια ζητήματα οι αποφάσεις πάρθηκαν ερήμην των ενδιαφερόμενων λαών ή με περιθωριακή τη δική τους παρουσία, όπως, για παράδειγμα, στη Συνδιάσκεψη της Κωνσταντινούπολης (1876), στη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και στο Συνέδριο του Βερολίνου (1878), στην Αγγλοτουρκική σύμβαση για την Κύπρο (1878), στην Αγγλική κατάληψη της Αιγύπτου (1882) ή στις συνεννοήσεις των Δυτικών Δυνάμεων για τη διανομή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πρώτα σε «ζώνες οικονομικής επιρροής» (για την απρόσκοπτη οικονομική εκμετάλλευση της χώρας κατά την επιβλητική οικονομική εξόρμηση του Ευρωπαϊκού Ιμπεριαλισμού στις τελευταίες δύο δεκαετίες του 19ου και την πρώτη δεκαπενταετία του 20ού αιώνα) καί, στα 1915-1917, σε ουσιαστικές ζώνες κατοχής.
Εξάλλου στο κεντρικό πρόβλημα του Α.Ζ., στο ζήτημα του καθεστώτος των Στενών, ο ρόλος των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων ήταν και πάλι πρωταγωνιστικός, τουλάχιστον ως τη Συνθήκη της Λωζάνης. Έτσι, ύστερα από τις δύο Ρωσοτουρκικές συνθήκες του 1798 και 1805 (που επέτρεψαν στον Ρωσικό στόλο τις πρώτες ελεύθερες διελεύσεις του από τον Εύξεινο στο Αιγαίο), οι Άγγλοι έσπευσαν να επιβάλουν την αρχή του κλεισίματος των Στενών σε όλα τα πολεμικά σκάφη με την Αγγλοτουρκική σύμβαση του 1809 (που ουσιαστικά περιόριζε την απόλυτη Οθωμανική κυριαρχία, υποβάλοντας τη στρατηγική εκείνη θέση υπό διεθνή έλεγχο). Ακολούθησε η απροκάλυπτη Ρωσική επέμβαση του 1833, που οδήγησε στην ευνοϊκή για την Πετρούπολη συνθήκη του Χουνκιάρ Ισκελεσί, γεγονός που προκάλεσε και πάλι τις Βρετανικές αντιδράσεις και την υπογραφή νέας σύμβασης στα 1841 (που επανέφερε και ενίσχυε το καθεστώς της συνθήκης του 1809). Η επόμενη, δυναμικότερη σε σχέση με το παρελθόν, Ρωσική επέμβαση κατά τον Κριμαϊκό πόλεμο προκάλεσε και πάλι τη Βρετανική αντεπίθεση και όχι μόνο την επαναφορά σε ισχύ της σύμβασης του 1841 με τη συνθήκη του Παρισιού του 1856, αλλά και την ουδετεροποίηση του Ευξείνου Πόντου. Το ταπεινωτικό αυτό για τους Ρώσους καθεστώς άλλαξε με νέα σύμβαση (Λονδίνο 1871) και αφού είχε προηγηθεί μονομερής κατάργηση του από την Πετρούπολη. Η έκρηξη του Α' Παγκόσμιου πολέμου και η επιθυμία των Αγγλογάλλων να εξασφαλίσουν τη Ρωσική συμμαχία οδήγησε στις μυστικές συνεννοήσεις του 1915, που πρόβλεπαν την «τελική λύση» του ζητήματος των Στενών με τη μεταπολεμική προσάρτηση τους (μαζί με την Ίμβρο και την Τένεδο) στη Ρωσική επικράτεια. Η Οκτωβριανή όμως Επανάσταση του 1917 ανέτρεψε τους υπολογισμούς εκείνους. Έτσι, ύστερα από την άτυχη επιχείρηση των δυνάμεων της Αντάντ (Entente) στη χερσόνησο της Καλλίπολης (1915-1916) και μια προσωρινή κατοχή των Στενών από τους συμμάχους, το καθεστώς τους άλλαξε με τη συνθήκη των Σεβρών (1920), που πρόβλεπε το άνοιγμα τους σε όλα τα σκάφη (πολεμικά-εμπορικά), την ουδετεροποίηση και τον αφοπλισμό των δύο ακτών (Ελληνικής-Τουρκικής) και την ίδρυση Διεθνούς Επιτροπής των Στενών. Η Τουρκική νίκη ωστόσο του 1922 ανέτρεψε και εκείνη τη ρύθμιση. Με τη συνθήκη της Λωζάνης (1923) διατηρήθηκε βέβαια η αρχή της ελεύθερης ναυσιπλοΐας και του αφοπλισμού των Στενών, αλλά η Τουρκία είχε και την κυριαρχία των δύο ακτών του Ελλησπόντου και τον κύριο λόγο στην Επιτροπή των Στενών. Τελικά, οι διεθνείς συνθήκες επέτρεψαν στην Άγκυρα να αναθεωρήσει ακόμη μια φορά, με ευνοϊκότερους γι' αυτήν όρους, τη συνθήκη της Λωζάνης σε ό,τι αφορούσε στα Στενά. Με την ειδική σύμβαση του Μοντρέ (Μοntreux) το 1936, καταργήθηκαν ο αφοπλισμός των ακτών και η Διεθνής Επιτροπή και θεσπίστηκαν ποικίλες διακρίσεις για την ελεύθερη (σε καιρό ειρήνης) και ελεγχόμενη (σε καιρό πολέμου) διέλευση των εμπορικών και πολεμικών σκαφών. Το γεγονός ότι η σύμβαση εκείνη κατοχύρωνε ικανοποιητικά και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Τουρκίας και μερικές από τις απαιτήσεις των παράκτιων κρατών του Ευξείνου (και ιδιαίτερα της Σοβιετικής Ένωσης) απέτρεψε και άλλες αναθεωρήσεις του καθεστώτος των Στενών. Γι' αυτό και η απροσδόκητη κρίση που δημιουργήθηκε από τον Στάλιν στα 1945-1946, για την εξασφάλιση Σοβιετικών βάσεων στα Δαρδανέλλια ή ακόμα και για την αναθεώρηση των Τουρκοσοβιετικών συνθηκών του 1921 και 1925, δεν οδήγησε τελικά στην ανατροπή των ρυθμίσεων του 1936.
του Αντγου ε.α Αγγελοπούλου Χριστοφόρου
Γενικού Διευθυντού της Ελληνικής Εταιρείας Στρατηγικών Μελετών
Αποσπάσματα από τον ημερήσιο ελληνικό Τύπο
της 19ης Οκτ 2004 σχετικά με την επίσημη τριήμερη
επίσκεψη του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Αλβανία:
« Παραμονές της επίσκεψης ,σωματεία Τσάμηδων προγραμμάτιζαν δυναμικές διαδηλώσεις στα Τίρανα τις οποίες ματαίωσαν αφού έλαβαν διαβεβαιώσεις από την επίσημη πολιτική ηγεσία ότι θα θέσει η ίδια τα θέματα στον Έλληνα Πρόεδρο» ...............(εφημερίδα Καθημερινή).
«Και όταν επιτακτικά και επίμονα του τέθηκε ,καταρχήν από τον ίδιο τον Αλβανό Πρόεδρο Μοϊσιου και αργότερα από Αλβανή δημοσιογράφο θέμα Τσάμηδων στην Ελλάδα και ζήτημα με τις περιουσίες τους ο Έλληνας Πρόεδρος απήντησε αυστηρά με κατηγορηματικό τρόπο ΄΄για μένα το θέμα είναι ανύπαρκτο.΄΄» ..........(εφημερίδα Νέα)
Ο Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός
Η Γέννηση του Αλβανικού Εθνικισμού και Μεγαλοϊδεατισμού
Η γενεσιουργός αιτία του Ζητήματος των Τσάμηδων θα πρέπει να αναζητηθεί ταυτόχρονα με την δημιουργία του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού.
Λίγο πριν από την περίοδο που η Οθωμανική Αυτοκρατορία άρχισε να καταρρέει (περίοδος Ανατολικής Κρίσης 1885-1887) η Οθωμανική εξωτερική πολιτική διαβλέπουσα την αδυναμία της να διατηρήσει στο μέλλον τις Βαλκανικές κατακτήσεις της και προκειμένου να εμποδίσει την διανομή τους μεταξύ των ορθοδόξων βαλκανικών κρατών σύμφωνα με τις σχετικές προβλέψεις της Συνθήκης του Αγ. Στεφάνου (Μάρτιος 1878), επιδίωξε την δημιουργία του Αλβανικού έθνους δίνοντας για πρώτη φορά εθνική υπόσταση στον αλβανικό παράγοντα της περιοχής. Όπως είχαν διαμορφωθεί οι συνθήκες ένα είδος «προτεκτοράτου» ελεγχόμενο από εκτουρκισθέντες «μουσουλμάνους Αλβανούς αδελφούς» είναι ότι το καλύτερο μπορούσε να επιδιώξει .
Τις παραμονές του Συνεδρίου του Βερολίνου με την ενθάρρυνση και ανοχή των Τούρκων αλλά και την βοήθεια της Ιταλίας συστάθηκε στο Κοσσυφοπέδιο η οργάνωση "Αλβανική Ένωση για τα Δικαιώματα του Αλβανικού Έθνους" γνωστή ως "Λίγκα του Πρίζρεν" με έδρα την Κωνσταντινούπολη η οποία βαθμιαία επέκτεινε τις δραστηριότητές της μέχρι τα Ιωάννινα και την Πρέβεζα.
Έτσι κατά το Συνέδριο του Βερολίνου (Ιούλιος 1878) που επακολούθησε παρουσιάσθηκαν για πρώτη φορά οι αντιπρόσωποι της Λίγκας ως παρατηρητές . Μέσα στα πλαίσια της παραπάνω πολιτικής και της περιστασιακής σύμπτωσης των συμφερόντων μεταξύ Τούρκων και Αλβανών, η Λίγκα του Πρίζρεν ζητά από την Πύλη την ένωση όλων των «αλβανικών εδαφών» που μέχρι τότε ήταν διηρημένα στα Βιλαέτια (οθωμανικές διοικητικές περιφέρειες) Σκόρδας, Κοσσυφοπεδίου, Μοναστηρίου και Ιωαννίνων σ΄ένα "αυτόνομο" Βιλαέτι υπό την επικυριαρχία της Πύλης
Το ΄΄αυτόνομο Βιλαέτι΄΄της Λίγκας του Πριζρέν
Είναι φανερό ότι η περιοχή που καλύπτει το επιδιωκόμενο τότε να δημιουργηθεί αυτόνομο Βιλαέτι στην ουσία οριοθετεί και την μέχρι σήμερα διεκδικούμενη Μεγάλη Αλβανία .
Στη φάση αυτή συγκεκριμενοποιείται πλέον και ο «Αλβανικός Εθνικισμός» και εκφράζονται κατά πρώτον οι διεκδικήσεις για τη δημιουργία Αλβανικού Έθνους Τελικά με την υποστήριξη της Αυστρίας αλλά και της Ιταλίας τον Δεκέμβριο του 1912 αναγνωρίζεται από τις Μεγάλες Δυνάμεις το Αλβανικό κράτος ενώ στις 17 Μαΐου 1913 με την Συνθήκη του Λονδίνου τα οριστικά σύνορα και ο διακανονισμός όλων των άλλων θεμάτων του νεοσύστατου κράτους ανατέθηκαν στις Μεγάλες Δυνάμεις . Κατά τις προκαταρκτικές διαβουλεύσεις (Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη) οι Αλβανοί αντιπρόσωποι της προσωρινής κυβερνήσεως προέβαλαν απαιτήσεις που περιελάμβαναν ολόκληρο το Κοσσυφοπέδιο και οι περιοχές Σκοπίων, Μοναστηρίου που κατέχονταν από τη Σερβία και προς νότο ,την περιοχή μέχρι λίγο ΒΔ της Καστοριάς, αμέσως ανατολικά του Μετσόβου μέχρι τον Αμβρακικό δηλαδή την περιοχή του «Βιλαετίου Ιωαννίνων» που ταυτίζεται με τη σημερινή ελληνική Ήπειρο την οποία η αλβανική προπαγάνδα παρουσιάζει στο σύνολο της ως Τσαμουριά .
Την περίοδο αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί ότι συγκεκριμενοποιήθηκε και ο Αλβανικός Αλυτρωτισμός και Μεγαλοϊδεατισμός αφού η οριστικοποίηση των συνόρων άφησε έξω τις περιοχές των «Αλβανών αδελφών» που κατά την αλβανική αντίληψη δικαιωματικά τους ανήκαν δηλαδή Κοσσυφοπέδιο, Μαυροβούνιο, Σκόπια και προς νότο ή Ήπειρος που έμειναν εκτός του νέου αλβανικού κράτους.
Έκτοτε οι Αλβανοί ουδέποτε συμβιβάσθηκαν με τα όρια που διεθνώς αναγνωρίσθηκαν με την σύσταση του Αλβανικού κράτους υποστηρίζοντας ότι σε αυτά έπρεπε να συμπεριληφθούν και τα υπόλοιπα «αλβανικά εδάφη» όπως αυτά είχαν προβλεφθεί από την Λίγκα του Πρίζρεν το 1878.
Αποτελεί κατά συνέπεια μόνιμο εθνικό στόχο και κύριο άξονα της εθνικής αλβανικής πολιτικής "η απελευθέρωση των σκλαβωμένων Αλβανών" και η ενσωμάτωση των αλβανικών εδαφών στην Αλβανία η δημιουργία δηλαδή της Μεγάλης Αλβανίας
Το Ζήτημα των Τσάμηδων
Δημιουργία του Ζητήματος των Τσάμηδων από το 1912 έως το 1935
Τσαμουριά κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ονομαζόταν η περιοχή της Ηπείρου που περιελάμβανε τις επαρχίες Παραμυθιά, Φιλιατίου, Πάργας και Μαργαριτίου (με την περιφέρεια Θυαμίδος) καθώς και μερικά χωριά του Δελβίνου και άρχιζε από την εκβολή του Αχέροντα φτάνοντας μέχρι του Βουθρωτό προς τα μεσόγεια δε μέχρι τις Δυτικές υπώρειες του Ολύτσικα (Τομάρου).
Γεωγραφικά ο χώρος αυτός συμπίπτει με την κατά την αρχαιότητα χώρα της Ηπείρου Θεσπρωτία κατοικημένη από το ελληνικό φύλλο των Θεσπρωτών. Συναφές με την Τσαμουριά είναι και το όνομα Τσάμης και Τσάμηδες που προέρχεται πιθανότατα από την παραφθορά του αρχαίου ονόματος του Ποταμού Καλαμά (Θυαμίς-Τσιαμίς-Τσάμης).
.Κατά μια άποψη οι Τσάμηδες δεν είναι ούτε τουρκικής ούτε αλβανικής καταγωγής αλλά πρόκειται για το μέρος εκείνο του ελληνικού πληθυσμού της Θεσπρωτίας (Χριστιανοί από τον ΣΤ΄ αιώνα περίπου) οι οποίοι κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και ιδιαίτερα τον ΙΣΤ΄ αιώνα (ατυχή επανάσταση του Εθνομάρτυρα Μητροπολίτη Τρίκκης Διονυσίου το 1611) εξισλαμίσθηκαν είτε δια της βίας είτε θεληματικά ενώ παράλληλα η εξάρτηση και οι σχέσεις τους με τους Αλβανούς Αγάδες της περιοχής οδήγησε στην άρνηση της ελληνικής γλώσσας και υιοθέτηση της αλβανικής..
Το σπέρμα του διαχωρισμού των Τσάμηδων ως μια ξεχωριστή κοινότητα στην περιοχή Θεσπρωτίας φαίνεται ότι δημιουργήθηκε κατά την περίοδο του Βαλκανικού Πολέμου και μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου από τον Ελληνικό Στρατό.
Το Φεβρουάριο του 1913 που λευτερώθηκε η Ήπειρος, οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες που ήταν μεχρι τότε Τούρκοι υπήκοοι, Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σύμφωνα με τη Συνθήκης Ειρήνης της Αθήνας, κατέστησαν Έλληνες υπήκοοι.
Μετά τη δημιουργία του αλβανικού κράτους και κατά την περίοδο των εργασιών της Πρεσβευτικής Συνδιάσκεψης (Σεπτέμβριος 1913) και της Διεθνούς Επιτροπής Καθορισμού των Νοτίων Συνόρων οι Αλβανοί επιδιώκοντας την υλοποίηση της Μεγάλης Αλβανίας της Λίγκας του Πριζρέν, υποκίνησαν ορισμένους Τσάμηδες να διεκδικήσουν την προσάρτηση της Θεσπρωτίας στο νέο Αλβανικό κράτους χωρίς όμως αποτέλεσμα . Ατυχώς όμως για την Ελλάδα τελικά η ελληνική Βόρειος Ήπειρος περιελήφθη στα σύνορα του νέου κράτους.
Το θέμα λαμβάνει συγκεκριμένη πλέον μορφή συνδυασμένο άμεσα με τον Αλβανικό Μεγαλοϊδεατισμό από την περίοδο των διαπραγματεύσεων της Συνθήκης της Λωζάνης.
Σύμφωνα με την Σύμβαση Ελλάδος-Τουρκίας της 30 Ιανουαρίου 1923 περί ανταλλαγής πληθυσμών και σύμφωνα με έκθεση της Μεικτής Επιτροπής της KτΕ κρίθηκε ότι το Μουσουλμανικό στοιχείο στην Ελλάδα έχει «Τουρκική καταγωγή και συνείδηση» και κατά συνέπεια θεωρείται ανταλλάξιμο.
Η Αλβανία αποβλέπουσα στα πολλαπλά οφέλη εκ της δημιουργίας μιας αλβανικής μειονότητας στην Ελλάδα και με την παρακίνηση και υποκίνηση της Ιταλίας προβάλλει την αξίωση να εξαιρεθούν οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες της ανταλλαγής παρουσιάζοντάς τους ως Αλβανούς. Σε αντίθετη περίπτωση η Αλβανία θα ελάμβανε μέτρα κατά των Βορειοηπειρωτών.
Το 1924 οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες υποβάλλουν υπόμνημα προς την ΚτΕ διαμαρτυρόμενοι για την απολοτρίωση των τσιφλικιών και από την ελληνική διοίκηση αν και γνώριζαν ότι το ίδιο είχε γίνει και με τα τσιφλίκια των Χριστιανών προκειμένου να αποκατασταθούν οι πρόσφυγες από την Μικρά Ασία.
.Αποτελεί δε γεγονός ότι η ελληνική κυβέρνηση είχε στείλει στη Θεσπρωτία από το 1923 περίπου 18.000 Μικρασιάτες πρόσφυγες για εγκατάσταση στη περιοχή σε ανταλλαγή ισάριθμων περίπου Μουσουλμάνων Τσάμηδων που θεωρήθηκε ότι υπόκειντο στις προβλέψεις σχετικής Συνθήκης. Η αλβανική προπαγάνδα κινήθηκε δραστικά χρησιμοποιώντας κάθε μέσο (χρήματα, απειλές, εκβιασμούς ακόμη και δολοφονίες) για να εξουδετερώσει αυτές τις κινήσεις. Σαν αποτέλεσμα οι μουσουλμάνοι της Θεσπρωτίας για να αποφύγουν την ανταλλαγή με το υπ΄αριθμ. 2874/2 από 18-2-1926 Υπόμνημά τους προς την Ελληνική Κυβέρνηση, υποστήριξαν ότι είναι : "Αλβανοί την φωνήν και το γένος, μουσουλμάνοι το θρήσκευμα, αλλά πολίται Έλληνες από του ευτυχούς γεγονότος του 1912-1913".
Η Ελλάδα όμως δεν επωφελήθηκε από την ευκαιρία που της παρουσιαζόταν. Ήδη είχε καταλάβει την εξουσία στην Ελλάδα ο Αντιστράτηγος Θεόδωρος Πάγκαλος, ο οποίος, στα πλαίσια της γενικότερης πολιτικής του προσέγγισης με την Αλβανία, «πάγωσε» το 1925 κάθε προσπάθεια σχηματισμού ρεύματος εξόδου μεταξύ των Μουσουλμάνων της Τσαμουριάς ενώ εκκρεμούσε η μετανάστευση 5.οοο περίπου Τσάμηδων τους οποίους είχε δεχθεί η Τουρκία.
Οι μέχρι εκεί «καλές προθέσεις» του Θ. Πάγκαλου φαίνεται όμως ότι δεν αρκούσαν στην αλβανική πλευρά η οποία πιέζει με κάθε τρόπο για τα δικαιώματα των «αδελφών αλβανών Τσάμηδων» επιδιώκοντας έτσι εμμέσως πλην σαφώς να αναγνωρισθεί η ύπαρξη αλβανικής μειονότητας στην Θεσπρωτία.
Στις αρχές του 1926 η ελληνική κυβέρνηση δέχθηκε να εξαιρέσει από την ανταλλαγή των πληθυσμών "όλους τους Τσάμηδες". Ταυτόχρονα κίνησε τη διαδικασία χορήγησης αμνηστίας σε όσους Μουσουλμάνους της Τσαμουριάς, είχαν επιβληθεί ποινές επειδή ενεργούσαν προπαγάνδα υπέρ της Αλβανίας και έκανε απροσδόκητα λόγο για ύπαρξη στην Ελλάδα «Αλβανικής μειονότητας» Παράλληλα διέλυσε όλους τους βορειοηπειρωτικούς συλλόγους, η ύπαρξη των οποίων ενοχλούσε ιδιαίτερα τα Τίρανα.
Η εφαρμογή αυτής της εξωτερικής πολιτικής από την κυβέρνηση Θ. Πάγκαλου, έναντι της Αλβανίας και ειδικότερα σ ότι αφορά στο ζήτημα των Τσάμηδων υπήρξε βαρύτατο σφάλμα. με μακροχρόνιες επιπτώσεις για τον ελληνισμό της Θεσπρωτίας ο οποίος πλήρωσε βαρύ τίμημα τα κατοπινά χρόνια μέχρι το 1944.
Έτσι το σύνολο των Τσάμηδων έμεινε στη Θεσπρωτία ενώ οι 18.000 Έλληνες πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία μετακινήθηκαν αναγκαστικά προς τη Μακεδονία.
Το 1927 η Αλβανία θέτει έντονα το θέμα της αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων κτημάτων. Η ελληνική κυβέρνηση κάνει σαφές ότι δεν θα αναγνωριζόταν στους Αλβανούς κτηματίες δικαίωμα αποζημίωσης μεγαλύτερης από εκείνη που θα καταβαλλόταν στους Έλληνες.
Ο Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός ήδη χρησιμοποιούσε κάθε μέσον για τον διεθνή διασυρμό της Ελλάδας και την προβολή του «μειονοτικού προβλήματος» των δήθεν καταπιεζόμενων από τους Έλληνες Τσάμηδων.
Τον Μάρτιο του 1928 ταυτόχρονα με το θέμα της ειδικής αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων κτημάτων, ο Αλβανός ΥΠΕΞ προσφεύγει στην ΚτΕ και θέτει καθαρά πλέον θέμα αναγνώρισης των Τσάμηδων ως μειονότητα εντός της ελληνικής δημοκρατίας.
Είναι φανερό ότι τα Τίρανα, σε εφαρμογής μιας σταθερής πολιτικής τους, προσπαθούσαν ανοιχτά πια, την ασήμαντη αυτή μειονότητα να την ανάγουν σε εστία αλβανικού αλυτρωτισμού μέσα στο ελληνικό έδαφος με σκοπό αφ' ενός να δικαιολογήσουν τις ήδη εκδηλωθείσες στην Αλβανία αλλυτρωτικές διεκδικήσεις έναντι της Ελλάδος αφ' ετέρου να εκβιάσουν για την αποδοχή της λύσης που επεδίωκαν για το ζήτημα των κτημάτων
Η απόρριψη, τον Ιούνιο του 1928, της αλβανικής προσφυγής στο Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών (50η Σύνοδος του Συμβουλίου της ΚΤΕ), επέφερε την αλλαγή της αλβανικής πολιτικής που άρχισε να εφαρμόζει έναντι της Ελλάδος μία τακτική « ήπιων τόνων» με την οποία επιδιώκει την σταδιακή επιδίωξη των στόχων της .
Από τα τέλη όμως του 1930, η αλβανική πλευρά άρχισε να εκφράζει οξύτερες διαμαρτυρίες κατά της ελληνικής και - το κυριότερο - να διατυπώνει και πάλι αιτιάσεις την δήθεν άδικη μεταχείριση των Τσάμηδων από τις Αρχές της Ηπείρου και για το θέμα των αποζημιώσεων.
Το 1935 τελικά παρασχέθηκε με Νόμο η δυνατότητα προσφυγής στην Επιτροπή απαλλοτριώσεων εκείνων οι οποίοι θεωρούσαν ότι είχαν παράπονα για το θέμα των αποζημιώσεων και έγιναν μεμονωμένα πρόσφυγες οι οποίες και επανεκδικάσθηκαν .Έτσι το θέμα νομικά έκλεισε οριστικά.
Ελληνοϊταλικός Πόλεμος 1940
Κατά την τραγική αυτή περίοδο οι Τσάμηδες, επιδιώκουν να εκμεταλλευθούν την κατοχή της χώρας μας για να υλοποιήσουν τα οράματα του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού.
Συνεργαζόμενοι με τους κατακτητές , Ιταλούς και αργότερα Γερμανούς, διαπράττουν φρικαλέα εγκλήματα στην προσπάθεια τους να πετύχουν τον αφελληνισμό της περιοχής ενώ ταυτόχρονα επιχειρούν να κηρύξουν την αυτοδιάθεση της Θεσπρωτίας με απώτερο σκοπό την ένωση της με την «Μητέρα Αλβανία».
Περί το τέλος του πολέμου εντάσσονται στα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής και συγκρούονται με τις αντιστασιακές δυνάμεις του ΕΔΕΣ 1που δρούσαν στην περιοχή και τελικά με την κατάρρευση του Άξονα φοβούμενοι τις συνέπειες των τρομερών εγκλημάτων που διέπραξαν εγκαταλείπουν θεληματικά την περιοχή και εγκαθίστανται μόνιμα στην Αλβανία. Είναι φανερό ότι όλοι οι Τσάμηδες που εγκατέλειψαν την Ελλάδα δεν μπορεί να ήταν εγκληματίες. Μαζί με τους εγκληματίες έφυγαν και κάποιοι φιλήσυχοι πολίτες φοβούμενοι κατά την τραγική και ταραγμένη εκείνη συγκυρία μήπως ίσως θεωρηθούν και αυτοί υπεύθυνοι των φρικαλεοτήτων που διέπραξαν στο σύνολο τους σχεδόν οι ομόθρησκοί τους .
Ο αποδεδειγμένος επίσημα αριθμός των Τσάμηδων που εγκατέλειψαν την περιοχή είναι 18.5762.
Οι Πρόσφατες Εξελίξεις
Από τις αρχές του 1990 ταυτόχρονα με τις εξελίξεις στην Αλβανία προς την κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού και των ανοιγμάτων προς τη Δύση εμφανίζονται έντονα και οι υποβόσκουσες εθνικιστικές τάσεις του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού και οι αντίστοιχες αλλυτρωτικές για τους «αλβανούς μουσουλμάνους αδελφούς» των γειτονικών χωρών.
Οι στην συνέχεια εξελίξεις στο Κοσσυφοπέδιο στη Νοτ. Σερβία και τα Σκόπια επιβεβαιώνουν την εφαρμογή μιας μακροπρόθεσμης Εθνικής Στρατηγικής που ακολουθεί τις διαδοχικές φάσεις « πρόκληση εθνοτικής σύγκρουσης-αυτονομία -ανεξαρτησία -συνένωση με Αλβανία» με τελικό στόχο την Μεγάλη Αλβανία. Ταυτόχρονα από το 1990 παρουσιάζεται μια έντονη δραστηριότητα πολύπλευρης προβολής του Ζητήματος των Τσάμηδων και σε επίπεδο διεθνών και διμερών πολιτικών σχέσεων αλλά και μέσω οργανώσεων στο εσωτερικό της Αλβανίας και στη διασπορά.
Οι παραπάνω δραστηριότητες επικεντρώνονται στη διεθνή προβολή του Ζητήματος των Τσάμηδων μέσω μιας έντονης προπαγάνδας με ευρεία χρήση του διαδικτύου, επιδίωξη εκπροσώπησης σε διάφορους διεθνείς οργανισμούς (ΜΚΟ), προσφυγή σε επίσημους διεθνείς οργανισμούς ,εξασφάλιση υποστήριξης από άλλα κράτη όπως η Τουρκία και σύνδεση του όλου θέματος με τον Μουσουλμανικό Φονταμεταλισμό.
«Ο Χάρτης της Τσαμουριάς» κατά την Ιστοσελίδα της Αλβανικής οργάνωσης CAMERIA
Το Ζήτημα των Τσάμηδων εξ άλλου φαίνεται ότι συνδυάσθηκε άμεσα - ως μέρος του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού - και με τις εξελίξεις στο Κοσσυφοπέδιο ,Πρέσεβο και Σκόπια και κατά ανεπιβεβαίωτες δημοσιογραφικές πληροφορίες συνδέθηκε με πιθανή στρατιωτική δράση του Αλβανικού Απελευθερωτικού Στρατού (UCK).
Το Ζήτημα των Τσάμηδων - Υπαρκτό Πρόβλημα
Το Ζήτημα των Τσάμηδων είναι υπαρκτό για τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα μετά δε τις πρόσφατες Βαλκανικές εξελίξεις θα πρέπει να θεωρείται «πρόβλημα» υπό την μορφή του «ενδεχομένου» για την χώρα μας «κινδύνου» αφού είναι συνυφασμένο διαχρονικά και αναπόσπαστα με τον Αλβανικό Μεγαλοϊδεατισμό και βρίσκεται σε δυναμική εξελικτική τροχιά.
Αναμφισβήτητα οι Τσάμηδες αποτελούν μια υπαρκτή πληθυσμιακή ομάδα τόσο στην Αλβανία όσο και την διασπορά η οποία αναπόφευκτα επηρεάζει και την εξωτερική και την εσωτερική πολιτική της χώρας τους . Τούτο διότι είναι αναμφίβολο ότι πιέζουν προς την κατεύθυνση της καταβολής αποζημιώσεων χωρίς να παραβλέπεται και η προβολή αλλυτρωτικών διεκδικήσεων κυρίως από εθνικιστικά στοιχεία. Ταυτόχρονα είναι δεδομένο ότι το Ζήτημα των Τσάμηδων είτε κεκαλυμμένα (αποζημιώσεις) είτε ευθέως αποτελεί αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης από τον εθνικιστικό αλβανικό παράγοντα σ’ ότι αφορά την υλοποίηση του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού και εκεί συγκεκριμενοποιείται κυρίως το πρόβλημα για την Ελλάδα.
Σήμερα δεν διαπιστώνεται διακριτή παρουσία Τσάμηδων στη χώρα μας, θα πρέπει όμως να αναμένεται μια αναλογική παρουσία μέσα στο σύνολο των Αλβανών μεταναστών οι οποίο (αλβανοί μετανάστες) όμως για την Ήπειρο και ειδικότερα την Θεσπρωτία εκτιμώνται ως εξαιρετικά περιορισμένοι (0,2-0,3% του γηγενούς ελληνικού πληθυσμού κατά την τελευταία απογραφή του 2001) ώστε να είναι δυνατόν να στηριχθούν γεωπολιτικές διεκδικήσεις και ανάλογη στρατηγική από πλευράς αλβανικού παράγοντα κατά τα πρότυπα Κοσσυφοπεδίου και Σκοπίων.
Η θεληματική αποχώρηση των 18546 Τσάμηδων από την Θεσπρωτία το 1944 θα πρέπει να θεωρείται γεγονός εθνικής σημασίας για τη χώρα μας. Εάν τούτο δεν είχε συμβεί, οι Τσάμηδες λόγω των υψηλών ρυθμών πληθυσμιακής ανάπτυξης το πιθανότερο θα αποτελούσαν σήμερα μια υπερτερούσα πληθυσμιακή εθνοτική ομάδα στην περιοχή με αυτονόητες συνέπειες για την περιοχή και την Ελλάδα γενικότερα.
Είναι όμως πιθανή και δυνατή υπό ορισμένες συνθήκες η δημιουργία μιας περιορισμένης πραγματικής ή πλασματικής εθνοτικής παρουσίας μέσω του μεταναστευτικού ρεύματος κυρίως για δημιουργία εντυπώσεων3 λόγω ελαστικότητας του μεταναστευτικού Νόμου και της αδυναμίας ελέγχου του όλου συστήματος (είσοδος, νομιμοποίηση, παραμονή, εγκατάσταση, μετακίνηση)
Η Αλβανική Πολιτική
Η σημερινή Αλβανία:
Επίσημα είναι εκ των πραγμάτων υποχρεωμένη να συγκαλύψει το όραμα της Μεγάλης Αλβανίας με μια «δυτικόστροφη» πολιτική των «ανοικτών συνόρων», «ελεύθερης μετακίνησης» και «ελεύθερης επικοινωνίας» του αλβανικού πληθυσμού.
Στα παραπάνω πλαίσια το Ζήτημα των Τσάμηδων :
Ως μέρος του «Εθνικού Θέματος» υποστηρίζεται από όλα τα αλβανικά πολιτικά κόμματα.
Προβάλλεται σε διεθνές και διμερές επίπεδο ως θέμα ενδιαφέροντος της Αλβανίας για τα δικαιώματα μιας «αλβανικής μειονότητας».
Επιδιώκεται η διεθνοποίηση του θέματος με σκοπό την αναγνώριση των Τσάμηδων ως μειονότητα μέσω ΜΚΟ και του αλβανικού Λόμπυ.
Δεν συνδέεται άμεσα με εδαφικές διεκδικήσεις σε βάρος της Ελλάδος
Οι προβαλλόμενες διεκδικήσεις συγκεκριμενοποιούνται με την αξίωση για καταβολή αποζημιώσεων στους Τσάμηδες για την απώλεια των περιουσιών τους.
Εκτιμώμενες Βαλκανικές Εξελίξεις
O αλβανικός παράγων δεν αναμένεται να εμπλακεί άμεσα με το θέμα των Τσάμηδων όσο εκκρεμούν οι εξελίξεις στο Κοσσυφοπέδιο, Νοτ. Σερβία και ΠΓΔΜ που αποτελούν και τους μείζονος σημασίας και προτεραιότητος αλλυτρωτικούς του στόχους, αλλά θα το συντηρεί εφαρμόζοντας μια πολιτική «χαμηλών εντάσεων» (διμερείς σχέσεις, προπαγάνδα, προσφυγή σε διεθνείς οργανώσεις κ.λ.π) και μια στρατηγική περιορισμένων επί μέρους στόχων (αναγνωρίσεως μειονότητας, αποζημιώσεων κ.λ.π) λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών αποτρεπτικών ιδιαιτεροτήτων του θέματος (Διεθνής θέση και ισχύς της Ελλάδος κ.λ.π).
Σε περίπτωση όμως περαιτέρω ευνοϊκών εξελίξεων στο Κοσσυφοπέδιο και ΠΓΔΜ από πλευράς αλβανικών επιδιώξεων θα διαμορφωθούν ανάλογα και στρατηγικές «μεγαλυτέρων απαιτήσεων» και για την περίπτωση της Τσαμουριάς.
Πλέον όμως των παραπάνω εάν ποτέ οι αστάθμητες εξελίξεις στην Βαλκανική οδηγήσουν σε ευρύτερη Βαλκανική κρίση με εμπλοκή του συνόλου σχεδόν των Βαλκανικών χωρών κατά την θεωρία του Ντόμινο είναι δυνατόν να εμφανισθούν μαξιμαλιστικές επιδιώξεις και σ’ότι αφορά την χώρα μας.
Κατά συνέπεια παρά το ότι ελληνικές δυνατότητες από πλευράς Εθνικής Ισχύος εκτιμώνται ως υπέρ αρκετές για την αντιμετώπιση οποιωνδήποτε «ενδεχομένων» που μπορεί να επιχειρήσει ο αλβανικός παράγων στη χώρα μας, εκτιμάται ως σκόπιμο και αναγκαίο και ότι αφορά το Ζήτημα των Τσάμηδων να μελετηθούν και σχεδιασθούν πολιτικές και μέτρα για κάθε «ενδεχόμενο» όσο και να φαίνεται απομεμακρυσμένο.
Ειδικότερα:
Πολιτικές
Ανεξάρτητα της επίσημης ελληνικής εξωτερικής πολιτικής η οποία ορθώς δεν αποδέχεται την ύπαρξη θέματος Τσάμηδων, θα πρέπει το υπόψη Ζήτημα των Τσάμηδων να αναγνωρισθεί στα πλαίσια των εθνικών μας θεμάτων ως «υπαρκτό πρόβλημα» για την ελληνική πραγματικότητα το οποίο ως αναπόσπαστο μέρος του ευρισκομένου ήδη σε τροχιά υλοποίησης Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού είναι δυνατόν να δημιουργήσει μελλοντικούς ενδεχομένως κινδύνους για τη χώρα μας η αντιμετώπιση των οποίων θα πρέπει έγκαιρα να μελετηθεί και σχεδιασθεί.
Η Ελλάς δεν θα πρέπει να αναγνωρίσει ούτε το προβαλλόμενο από πλευράς επίσημης αλβανικής πολιτικής δικαίωμα αποζημιώσεων των Τσάμηδων αφού μια τέτοια αναγνώριση στην ουσία νομιμοποιεί διεθνώς τους Τσάμηδες ως «υπαρκτή μειονότητα» που εκδιώχθηκε βίαια από την Ελλάδα και τους συνδέει με την διεκδικούμενη περιοχή της Θεσπρωτίας.
Τσάμηδες και Μεταναστευτικό
Με δεδομένο ότι η ανυπαρξία εθνοτικής ομάδας Τσάμηδων στην Ελλάδα και ειδικότερα στην Θεσπρωτία ,θα πρέπει να καταβληθεί από ελληνικής πλευράς κάθε προσπάθεια για την μη δημιουργία μιας πραγματικής ή και τεχνητής μειονότητας Τσάμηδων στην περιοχή αυτή μέσω του Μεταναστευτικού Ρεύματος των ευρισκομένων στην Ελλάδα Αλβανών.
Κατά συνέπεια η έγκριση παραμονής Αλβανών μεταναστών να γίνεται ελεγχόμενη και λελογισμένα ώστε να αποφεύγεται κυρίως η εγκατάστασή της σε παραμεθόριες περιοχές και ιδιαίτερα στην Ήπειρο όπου στρέφονται οι αλβανικές αλλυτρωτικές επιδιώξεις.
Προσφυγή σε Διεθνείς Οργανισμούς ή Θεσμικά Όργανά των
Θα πρέπει να μελετηθεί από ελληνικής πλευράς ο τρόπος αντίδρασης για την διαφαινόμενη ήδη αλβανική πολιτική προσφυγής σε νομικά και θεσμικά όργανα των Διεθνών Οργανισμών αλλά και της Ελλάδος (όπως του Συνηγόρου του Πολίτη )για τη διεκδίκηση συγκεκριμένων οικονομικών και άλλων διεκδικήσεων που έχουν σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα ή δικαιώματα μειονοτήτων.
Η Αλβανική Προπαγάνδα
Η ελληνική αντίδραση στην αλβανική προπαγάνδα είναι αναγκαία,έστω και συγκεκαλυμμένα, συντονιζόμενη όμως και κατευθυνόμενη από τον αρμόδιο κρατικό φορέα. Η ενεργοποίηση ΜΚΟ και Οργανώσεων Αποδήμων και του ελληνικού Λόμπυ κυρίως στις ΗΠΑ και η ευρεία χρησιμοποίηση Διαδικτύου μέσω ΜΚΟ ή ελληνικών οργανώσεων της διασποράς ή και ακόμη μεμονωμένων ατόμων για την αντίκρουση της αλβανικής προπαγάνδας αποτελούν μερικά από τα κύρια μέτρα που μπορεί να ληφθούν.
Το «Μείζον Πρόβλημα»
Συμπερασματικά το «Ζήτημα των Τσάμηδων» αποτελεί πρόβλημα για την χώρα μας στην έκταση που αποτελεί παράμετρο του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού ο οποίος θα πρέπει να θεωρείται και η κυρία μελλοντική απειλή για την ασφάλεια και σταθερότητα στην Βαλκανική .
Εάν κάποιοι καθίσουν κάποτε γύρω από ένα τραπέζι για να αποφασίσουν «πόσο μεγάλη Αλβανία» τους συμφέρει να δημιουργήσουν και τραβήξουν μερικές γραμμές στο χάρτη, τότε είναι βέβαιο ότι κάποιοι θα ζημιωθούν και τότε κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι η Ελλάς θα μείνει έξω από αυτό το παιχνίδι.
Στην εποχή των ασύμμετρων απειλών και των συναφών κινδύνων θα ήταν σφάλμα να αποκλείσει και παραβλέψει κανείς το ενδεχόμενο μίας τέτοιας εξέλιξης .
Κατά συνέπεια η ελληνική εξωτερική πολιτική θα πρέπει να εστιασθεί στην αντιμετώπιση του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού εντάσσοντας στο πλαίσιο αυτό και το Ζήτημα των Τσάμηδων στο μέτρο βέβαια που του αναλογεί, ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο.
1Μάχες Παραμυθιάς και Μενίνας Ιούνιο και Αύγουστο 1944 αντίστοιχα.
2Σύμφωνα με την επίσημη απογραφή του Νομού Θεσπρωτίας της 16ης Οκτωβρίου 1940, ο συνολικός πληθυσμός του ήταν 62.457 κάτοικοι, από τους οποίους Έλληνες Χριστιανοί 44.352 (ποσοστό 71%) και Μουσουλμάνοι, Έλληνες υπήκοοι 18.576 (ποσοστό 27%)
3Στην ιστοσελίδα της οργάνωσης CAMERIA πλέον της αναφερομένης "γενοκτονίας" των Τσάμηδων από τους Έλληνες (εορτάζεται ως επέτειος η "γενοκτονίας της 27 Ιουνίου 1944"),υποστηρίζεται ότι στην Ελλάδα διαβιούν περίπου 1.000.000 Τσάμηδες και το σύνολο των Αλβανών συμπεριλαμβανομένων και των Αρβανιτών είναι περίπου 3.000.000.
Θα παρακολουθώ το θέμα,αλλά δεν πρόκειται να παρέμβω με άλλες απόψεις και αποκαλύψεις μέχρι να μάθεις να σέβεσαι,δυστυχώς για πολλούς διότι είχα αρκετά να πω αυτές τις μέρες.
Κύπρος- Συναντήσεις Ταλάτ με Γκιούλ- Ράις και Ανάν
24/10/2005 16:31
Κύπρος -Στο Παρίσι ο πρόεδρος Παπαδόπουλος για επίσκεψη εργασίας. 24/10/2005 16:24
Στην Τριπολη λεμε:μια φορα το λεμε του ανθρωπου και 10 του γαϊδαρου!
ΣΤΙΤΣ, όπως είπαμε, τα κατεβατά που βάζεις δεν βοηθάνε: δεν μπορούμε να τα διαβάσουμε λόγω μεγέθους. Ανέβασέ τα στον pathfinder καλύτερα και δώσε μας το link.
----------------------
There are 10 types of people, those who know binary and those who don't.
Δε στέλνεις τη γνώμη σου για το Τραχώνι στον πατήρ Μάξιμο με email, να δούμε τι θα σου απαντήσει.
Λίγο πιο ευγενικά διατυπωμένη βέβαια.
Να δούμε, είναι τόσο καθίκι ανθέλληνας σιωνιστής όσο λες, ή κάποια παρεξήγηση έγινε?
Κι αν το Τραχώνι είναι αρρωστημένη απάτη του Ι. Ιωάννου, κι αν ο Βασιλεύς Ιωάννης είναι απατηλό όνειρο του Λέοντα του Σοφού (με τις 4 πεθαμένες συζύγους), που όλοι οι άλλοι επανέλαβαν αναμασημένο, ΑΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΜΕ ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΗ.
Γιατί μπορεί ο καθήμενος στον λευκό ίππο να μην είναι ο Βασ. Ιωάννης του Λέοντα και των μεταγενέστερών του.
Ειδες τι ποιοτητα ειχε?
Ο γιαννακης του μιλαγε ευγενικα,και ο μαξιμος τον ελεγε αμορφωτο και ενα σωρο αλλα που δεν θυμαμαι τωρα.
Χωρια που δεν χανει ευκαιρια να βγει στο γυαλι,τον εχω δει και σε αλλες εκπομπες.
Ως εκ τουτου δεν θα ασχολειθω με την παρτη του.ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΓΑΙΔΑΡΟΣ!
Edited by - ΝΙΚΟΣGR on 25/10/2005 00:39:44