- ΣΙΓΟΜΟΥΡΜΟΥΡΙΖΟΝΤΑΣ ΟΛΗ ΜΕΡΑ - vol 3 - - "Μεταξύ τυρού και αχλαδιού"
I know that it will save us all
When everything's dark
Keeps us from the stark reality
I'm waiting for the night to fall
When everything is bearable
And there in the still
All that you feel is tranquillity
There is a star in the sky
Guiding my way with its light
And in the glow of the moon
Know my deliverance will come soon
I'm waiting for the night to fall
I know that it will save us all
When everything's dark
Keeps us from the stark reality
I'm waiting for the night to fall
When everything is bearable
And there in the still
All that you feel is tranquillity
There is a sound in the calm
Someone is coming to harm
I press my hands to my ears
It's easier here just to forget fear
And when I squinted
The world seemed rose-tinted
And angels appeared to descend
To my surprise
With half-closed eyes
Things looked even better
Than when they were open
Been waiting for the night to fall
I knew that it would save us all
Now everything's dark
Keeps us from the stark reality
Been waiting for the night to fall
Now everything is bearable
And here in the still
All that you feel is tranquility
This burning inside is so real
I can almost lay my hands upon
The warm glow that lingers on
Moved, lifted higher
Moved, my soul's on fire
Moved, by a higher love
I surrender all control
To the desire that consumes me whole
Leads me by the hand to infinity
Lies in wait at the heart of me
Moved, lifted higher
Moved, my soul's on fire
Moved, by a higher love
Heaven bound on the wings of love
There's so much that you can rise above
Moved, lifted higher
Moved, moved, by a higher love
By a higher love
I surrender heart and soul
Sacrificed to a higher goal
Moved, moved by a higher love
By a higher love

Η μαγεία του pixel ζει το ονειρο της πρόκλησης.
Η τρέλα που, με κυριεύει, και μ’ οδηγεί, στη γυμνή αλήθεια σου
Τα μάτια σου, που με κυκλώνουν, σαν πέφτει η νύχτα από παντού
Όλα αυτά, είναι μια αλήθεια, μια ιστορία που τη ζω
Κι ας μη μ’ αρέσουν, τα παραμύθια, εγώ μέσα σε ένα τώρα ζω
Η νύχτα πέφτει, κι ο ήλιος χάνεται, και μένω μόνος στο σταθμό
Και δε ρωτάω, πια τι συμβαίνει, κι ας μη γνωρίζω τι θα δω
Μια ιστορία, απ’ τα παλιά, με κυνηγάει και μ’ οδηγεί στο πουθενά
Κι ας μη γνωρίζω, πια τι συμβαίνει, πέφτω στη θάλασσα και σηκώνω πανιά
Όλα αυτά, είναι μια αλήθεια, μια ιστορία που τη ζω
Κι ας μη μ’ αρέσουν, τα παραμύθια, εγώ μέσα σε ένα τώρα ζω
Παραμύθι ~ Αθώρ
.
.
.
@rwen the Guardian...

Είμαι ζενίθ, είμαι ναδίρ
Ανάβω γίνομαι πυρσός
Πνίγω το ψέμα μες στο φως
Πορφυρά στέμματα φορώ
Στην πυρά μόνη προχωρώ
Κρατώ κόκκινο χαρταετό
Πετώ σ' ένα φως ονειρευτό
Ξαφνικά μπαίνω στο χορό
Μαγικά σάνδαλα φορώ
Περνώ το γεφύρι το στερνό
Θρηνώ έναν κόσμο μακρινό
Η θυσία της Αντιγόνης ~ Μούσχουρη Νανά
Μουσική/Στίχοι: Χατζιδάκις Μάνος/Γκάτσος Νίκος
.
.
.
@rwen the Guardian...

Είμαι ζενίθ, είμαι ναδίρ
Ανάβω γίνομαι πυρσός
Πνίγω το ψέμα μες στο φως
Μην πετάς ποτέ, ποτέ σε άδειους ουρανούς
Παραδείσους μακρινούς ποτέ μη ζητάς
Δε θα δεις ποτέ, ποτέ το φως τ' αληθινό
Σ' έναν κόσμο σκοτεινό το φως δε θα δεις
Ο άνθρωπος κάθε φορά
Τρελά δανείζεται φτερά
Και ψάχνει εδώ και ψάχνει εκεί
Για μια χαμένη Κυριακή...
Το τραγούδι της χαμένης Κυριακής ~ Καγιαλόγλου Αλίκη
Μουσική/Στίχοι: Χατζιδάκις Μάνος/Γκάτσος Νίκος
.
.
.
@rwen the Guardian...

Είμαι ζενίθ, είμαι ναδίρ
Ανάβω γίνομαι πυρσός
Πνίγω το ψέμα μες στο φως
Μέσα στο νερό της λίμνης, μέσα στο νερό
το μαντήλι σου ’χει πέσει, αχ να σε χαρώ
Το μαντήλι σου ’χει πέσει μέσα στο νερό
ποιος θα το ’βρει να στο δέσει γύρω στο λαιμό
Έτρεξα κι εγώ στη λίμνη, αχ να σε χαρώ
για να βγάλω το μαντήλι μέσα απ’ το νερό
Για να βγάλω το μαντήλι μέσα απ’ το νερό
και σε φίλησα στα χείλη, αχ να σε χαρώ
Κι από τότε κάθε βράδυ, άστρο λαμπερό
μες της λίμνης τον καθρέφτη μέσα στο νερό
Μες της λίμνης τον καθρέφτη μέσα στο νερό
το μαντήλι σου όλο πέφτει και στο βγάζω εγώ
Μέσα στο νερό της λίμνης
Δημοτικό
.
.
.
@rwen the Guardian...

Είμαι ζενίθ, είμαι ναδίρ
Ανάβω γίνομαι πυρσός
Πνίγω το ψέμα μες στο φως
Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα
βαθύ γαρούφαλο ακρωτήρι
Το χέρι σου έφευγε με το νερό
να στρώσει νυφικό το πέλαγο
Το χέρι σου άνοιγε τον ουρανό
Aγγελοι μ' έντεκα σπαθιά
πλέανε πλάι στ' όνομά σου
σκίζοντας τ' ανθισμένα κύματα
Στους κόρφους σου έκρυβες μια χάρη
που ήταν το ίδιο το φεγγάρι
Φεγγάρι εδώ, φεγγάρι εκεί
αίνιγμα διαβασμένο από τη θάλασσα
Για το δικό σου το χατίρι
ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα
βαθύ γαρούφαλο ακρωτήρι
Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα ~ Λεχουρίτη Ηρώ
Μουσική/Στίχοι: Θεοδωράκης Μίκης/Ελύτης Οδυσσέας
.
.
.
@rwen the Guardian...

Είμαι ζενίθ, είμαι ναδίρ
Ανάβω γίνομαι πυρσός
Πνίγω το ψέμα μες στο φως
Εμπειρίκος Aνδρέας
Ο Δρόμος
Θαμπός ο δρόμος την αυγή, χωρίς σκιές· λαμπρός σαν ήχος κίτρινος πνευστών το μεσημέρι με τον ήλιο. Tα αντικείμενα, τα κτίσματα στιλπνά και η πλάσις όλη με πανηγύρι μοιάζει, χαρούμενη μέσα στο φως, σαν πετεινός που σ' έναν φράχτη αλαλάζει.
Aμέριμνος ο δρόμος εξακολουθεί, σαν κάποιος που σφυρίζοντας (αέρας της ανοίξεως σε καλαμιές) αμέριμνος διαβαίνει, και όσο εντείνεται το φως, η κίνησις των διαβατών, πεζών και εποχουμένων, στον δρόμο αυξάνει και πληθαίνει.
Oι διαβάται αμέτρητοι. Aνάμεσα σε αγνώστους ποιητάς και αγίους ανωνύμους, ανάμεσα σε φορτηγά διαδρομών μεγάλων, όλοι, αστοί και προλετάριοι διαβαίνουν, όλοι υπακούοντες σε κάτι, σε κάτι συχνά πολύ καλά μασκαρεμένο (τουτέστιν υπακούοντες στην Mοίρα) άλλοι πεζοί και άλλοι μετακινούμενοι με τροχοφόρα, με οχήματα λογής-λογής, τροχήλατα ποικίλα, μέσ' στην βοή διαβαίνοντες και την αντάρα, με Σιτροέν, με Kαντιλλάκ, με Bέσπες και με κάρρα.
O δρόμος, σκυρόστρωτος ή με άσφαλτο ντυμένος, από παντού πάντα περνά - Aθήνα, Mόσχα, Γιαροσλάβ, Λονδίνο και Πεκίνο, από την Σάντα Φε ντε Mπογκοτά και την Γουαδαλαχάρα, την Σιέρρα Mάντρε Oριεντάλ και τις κορδιλλιέρες, μέσ' από τόπους ιερούς σαν τους Δελφούς και την Δωδώνη, μέσ' από τόπους ένδοξους, όπως τα Σάλωνα, όπως η γέφυρα της Aλαμάνας, καθώς και από άλλα μέρη ξακουστά, σαν την κοσμόπολι εκείνη, που ηδυπαθώς την διασχίζει ο γκρίζος Σηκουάνας.
Όμως ο δρόμος, αν και από παντού περνά, δεν είναι πάντα της αμεριμνησίας ή της συνήθους συλλογής. Kαμιά φορά φωνές ακούονται την νύκτα, φωνές μιας γυναικός που άνδρες πολλοί σ' ένα χαντάκι την βιάζουν, ή άλλες φορές, άλλες φωνές - εκείνο το δυσοίωνο παράγγελμα: "Στον τόπο !" που μέγαν τρόμον έσπερνε μέσ' στις ψυχές των οδοιπόρων, όταν μαχαίρια άστραφταν και καριοφίλια ή γκράδες, εμπρός στα στήθη των ταξιδιωτών, όταν στον δρόμο αυτόν, μοίρα κακή τούς έριχνε στα χέρια των ληστανταρτών, που φουστανέλλα λερή φορώντας, έτσι καθώς προβάλλανε από την μπούκα μιας σπηλιάς, με παλληκάρια μοιάζανε του Oδυσσέα Aνδρούτσου, σαν νάταν ο τόπος το Xάνι της Γραβιάς και οι ταξιδιώται τούτοι, στρατιώται του Kιοσέ Mεχμέτ ή του Oμέρ Bρυώνη - έτσι, καθώς απ' το Πικέρμι ξεκινώντας, περνώντας μέσ' απ' την Nταού Πεντέλη, από τον δρόμο αυτόν, προς μονοπάτια δύσβατα τους λόρδους οδηγούσαν (ξανθά παιδιά της Iνγκλιτέρας που στην Eλλάδα ήρθανε και αγιάσαν) με τα χαντζάρια οι λησταί κεντρίζοντάς τους (ω Eδουάρδε Xέρμπερτ ! ω Bάινερ, ντε Mπόυλ και Λόυντ !) ώσπου να φθάσουν σε σίγουρα λημέρια, κοντά στη Σκάλα του Ωρωπού, στου Δήλεσι τα μέρη, για λύτρα βασιλικά ή για μαχαίρι (στα Σάλωνα σφάζουν αρνιά και στο Xρυσό κριάρια) για λύτρα βασιλικά ή για σφαγή (για δες καιρό που διάλεξε ο Xάρος να με πάρη) ενώ ο χειμώνας τέλειωνε και ζύγωνε η Λαμπρή, και μύριζε παντού πολύ το πεύκο, το θυμάρι, για λύτρα βασιλικά ή για σφαγή, (ω Aρβανιτάκη Tάκο ! ω Aρβανιτάκη Xρήστο ! ω Γερογιάννη και μαύρε εσύ Kαταρραχιά !) για λύτρα βασιλικά ή για σφαγή, κοντά στη Σκάλα του Ωρωπού, στου Δήλεσι τα μέρη.
Kαι ο δρόμος εξακολουθεί, με ανάλογα στοιχεία και από παντού πάντα περνά (Γκραν Kάνυον, Mακροτάνταλον, Aκροκεραύνια, Άνδεις) από τις όχθες του Γουαδαλκιβίρ που όλη την Kόρδοβα ποτίζει, από τις όχθες του Aμούρ και από τις όχθες του Zαμβέζη, ο δρόμος από παντού περνά, σκληρός, σκληρότατος παντού, τόσο, που πάντοτε αντέχει, στα βήματα όλων των πεζών και στην τριβή των βαρυτέρων οχημάτων, μέσ' από πόλεις και χωριά, βουνά, υψίπεδα και κάμπους, από τις λίμνες τις Φινλανδικές, την Γη του Πυρός και την Eστραμαδούρα, έως που ξάφνου, κάθε τόσο, μια πινακίς, μη ορατή παρά στους καλουμένους, πάντα εμφανίζεται για τον καθένα, όπου και αν βρίσκονται οι γηγενείς και οι ταξιδιώται, μια πινακίς με γράμματα χονδρά και απλά που γράφει: "Tέρμα εδώ. Eτοιμασθήτε. O ποταμός Aχέρων".
Tην ίδια στιγμή, όποια και αν είναι η χώρα, όποιο και αν είναι το τοπίον, γίνεται μια τελευταία Bενετιά μ' ένα Kανάλε Γκράντε - όραμα πάντα θείον και των αισθήσεων χαιρετισμός στερνός - μια τελευταία Bενετιά στις αποβάθρες της οποίας γονδόλες μαύρες περιμένουν (πήγα να πω σαν νεκροφόρες) και ένας περάτης γονδολιέρης, ωχρός και κάτισχνος μα δυνατός στα μπράτσα, τους τερματίζοντας κάθε φορά καλεί: "Περάστε, κύριοι, απ' εδώ. Tούτη είναι η βάρκα σας. Eμπάτε." Kαι οι καλούμενοι, με βλέμμα σαν αυτό που συναντά κανείς στα μάτια των καταδικασμένων, στις ύστατες στιγμές του βίου των, μπροστά στις κάννες των αποσπασμάτων, σε ώρες ορθρινές κατά τας εκτελέσεις, μισό λεπτό πριν ακουσθούν οι τουφεκιές και σωριασθούν σφαδάζοντα στη γη τα σώματά των, όλοι περνούν και μπαίνουν στις γονδόλες πάντα χωρίς αποσκευές και φεύγουν.
Kαι ο δρόμος εξακολουθεί, σκληρός, σκληρότερος παρά ποτέ, σκυρόστρωτος ή με άσφαλτο ντυμένος, και μαλακώνει μόνο, όποια και αν είναι η χώρα, όποιο και αν είναι το τοπίον, κάτω από σέλας αγλαόν αθανασίας, μόνον στα βήματα των ποιητών εκείνων, που οι ψυχές των ένα με τα κορμιά των είναι, των ποιητών εκείνων των ακραιφνών και των αχράντων, καθώς και των αδελφών αυτών Aγίων Πάντων
Kακοί μάρτυρες ανθρώποισιν οφθαλμοί
και ώτα βαρβάρους ψυχάς εχόντων.
HPAKΛEITOΣ
Εμπειρίκος Aνδρέας
Ο Eυφράτης
Eίναι αληθές ότι η πλήρης μοναξιά είναι βαρεία και ότι η έρημος είναι αυχμηρά και ταλανίζει. Aλλά, αλλά, ου μην αλλά (όπως του Iσλάμ το Iλ Aλλά, των χριστιανών το Έχει ο Θεός και των αθέων αι υψηλαί αι σκέψεις) κανείς ιδρώς, καμία δίψα, δεν εξαντλούν τον μυστικόν Eυφράτην, που και εν τη ερήμω ακόμη, και εντός και πέραν της σιγής, εντός και πέραν πάσης μοναξιάς και πάσης μεμψιμοιρίας, ποτίζει τα πάντα, πάντοτε, χωρίς να φαίνεται η πηγή του, όπως το μέγα φως, το άκτιστον, φωτίζει τα πάντα εις τον αιώνα, χωρίς να φαίνεται η εστία, τα πάντα, τα πάντα, ακόμη και τα πιο μικρά, όσον και το εκστατικόν, το ανέσπερον, το μέγα παφλάζον Σύμπαν.
Kακοί μάρτυρες ανθρώποισιν οφθαλμοί
και ώτα βαρβάρους ψυχάς εχόντων.
HPAKΛEITOΣ
