ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/ESOTERICA.GR/BOARD/- Παραδοσιακοί Γιαπωνέζικοι Μύθοι & Θρύλοι , και παραμύθια - .-= ΜΥΘΟΣ & ΘΡΗΣΚΕΙΑ =-.

- Παραδοσιακοί Γιαπωνέζικοι Μύθοι & Θρύλοι , και παραμύθια - .-= ΜΥΘΟΣ & ΘΡΗΣΚΕΙΑ =-.

mariasar34 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 1/2
mariasarΜέλος
05/04/2007, 16:05:00
Γεια σας,

Έχετε διαβάσει γιαπωνέζικες ιστορίες? ? ?

Κάποτε θυμάμαι όταν ήμουν μικρή, έβλεπα στη τηλεόραση, γιαπωνέζικα παραμύθια σε κινούμενα σχέδια (ξεκινούσε με έναν πανέμορφο δράκο ο οποίος πετούσε στον ουρανό και είχε πάνω του ένα παιδάκι). Αυτά ήταν βασισμένα σε παραδοσιακές ιστορίες από πολύ παλιά, οι οποίες μου αφήνανε έντονα συναισθήματα όταν τις παρακολουθούσα. Στο τέλος της ιστορίας όλα είχαν κάποιο δίδαγμα. Πολλές από αυτές τις ιστορίες είχαν πνεύματα καλά και κακά..

Τυχαία, λοιπόν βρήκα αυτές τις ιστορίες και αν θέλετε να τις μοιραστούμε. Αν γνωρίζετε κι εσείς κάποιες γιαπωνέζικες ιστορίες μπορείτε να τις γράψετε, μ’ αρέσουν πολύ!!!

Φιλιά
Μαρία


Μαρία

ΠάναςΜέλος
06/04/2007, 01:42:48
Δύο μοναχοί έπλεναν τις κούπες τους στο ποτάμι, όταν είδαν έναν σκορπιό να πνίγεται. Ο ένας μοναχός, αμέσως τον άρπαξε και τον άφησε δίπλα στην όχθη. Κατά την διάρκεια, ο σκορπιός τον τσίμπησε.
Καθώς συνέχισε να πλένει την κούπα του, ο σκορπιός και πάλι έπεσε στο νερό. Ο μοναχός και πάλι τον έσωσε, ενώ ο σκορπιός και πάλι τον τσίμπησε.
Ο άλλος μοναχός τον ρώτησε «αδελφέ μου, γιατί συνεχίζεις να τον σώζεις, αφού το γνωρίζεις ότι είναι στην φύση του σκορπιού να τσιμπάει;»
«Διότι είναι στην δική μου φύση να σώζω» απάντησε ο μοναχός.
ΠάναςΜέλος
06/04/2007, 01:43:58
Μια Ταοϊστική ιστορία αφηγείται έναν γέρο αγρότη που δούλευε στα χωράφια του πολλά χρόνια. Μια μέρα, το άλογό του τό ΄σκασε. Όταν το έμαθαν οι γείτονες, πήγαν να τον επισκεφτούν.
«Τι ατυχία...» έλεγαν με συμπάθεια.
«Ίσως...» απαντούσε ο αγρότης.
Την επόμενη μέρα, το άλογο επέστρεψε, φέρνοντας μαζί του 3 ακόμα άγρια άλογα.
«Τι καλή τύχη!» θαύμασαν οι γείτονες.
«Ίσως...» απαντούσε ο αγρότης.
Την επόμενη μέρα, ο γιός του αγρότη προσπάθησε να καβαλήσει ένα από τα άγρια άλογα. Μα έπεσε και έσπασε το πόδι του. Γι άλλη μια φορά οι γείτονες ήρθαν να συμπαρασταθούν.
«Τι ατυχία...» έλεγαν με συμπάθεια.
«Ίσως...» απαντούσε ο αγρότης.
Την επόμενη μέρα, στρατιωτικοί ήρθαν στο χωριό και επιστράτευσαν όλους τους νέους, εκτός από τον γιό του αγρότη, επειδή είχε σπασμένο πόδι.
«Τι καλή τύχη!» θαύμασαν οι γείτονες.
«Ίσως...» απαντούσε ο αγρότης...

ΠάναςΜέλος
06/04/2007, 01:46:40
Δύο μοναχοί ταξίδευαν μαζί. Όταν έφτασαν σε ένα ποτάμι, είδαν μια νέα γυναίκα ανήσυχη να κοιτά το ποτάμι. Όταν τους είδε, τους ρώτησε εάν μπορούν να την κουβαλήσουν στην απέναντι όχθη, διότι φοβόταν ότι θα πνιγεί. Ο ένας μοναχός δίστασε, μιας και απαγορεύεται σε μοναχούς να αγγίζουν γυναίκες. Ο άλλος όμως χωρίς δισταγμό, ανέβασε την γυναίκα στους ώμους του και την πέρασε απέναντι.
Καθώς συνέχιζαν το ταξίδι τους, ο πρώτος μοναχός δεν σταματούσε να επιπλήττει τον δεύτερο που κουβάλησε την γυναίκα. Μέχρι που τέλος ο δεύτερος δεν άντεξε άλλο και του αποκρίθηκε «αδελφέ μου, εγώ την κουβάλησα για λίγα λεπτά, μα εσύ ακόμα την κουβαλάς»
ΠάναςΜέλος
06/04/2007, 01:49:26
Ο άρχοντας παρακολουθούσε ανέκφραστα καθώς μερικοί στρατιώτες έφεραν στην αυλή τον κακοποιό με τα χέρια του δεμένα πίσω στην πλάτη. Τον έκαναν να γονατίσει στα χαλίκια του κήπου. Μετά, ενώ αυτός μουρμούριζε ικεσίες και ξεσπούσε σε κραυγές απειλής, οι ακόλουθοι έφεραν σακούλες ρυζιού γεμάτες βότσαλα και τις τοποθέτησαν γύρω του στοιβάζοντάς τις και πιέζοντάς τις σφιχτά ώστε να μην μπορεί να κινηθεί. Άλλοι έφεραν κουβάδες με νερό για να ξεπλύνουν τα αίματα μετά την εκτέλεση. Ο άρχοντας, φημισμένος πολεμιστής, είχε δει και είχε κάνει ο ίδιος πολλές εκτελέσεις. Όλα ήταν σωστά διευθετημένα.

«Κύριε!» έσκουξε ικετευτικά ο κατάδικος. «Μια αδυναμία μου μ' έσπρωξε στο έγκλημα. Συγχωρέστε με, δώστε μια ευκαιρία ακόμα!»

«Μα οι γέροντες βρήκαν πως έχεις κάνει πολλά εγκλήματα. Σε καταδίκασαν δίκαια!» αποκρίθηκε μαλακά ο άρχοντας. Σαν πολεμιστής είχε σκοτώσει πολλές φορές και δεν ένιωθε οίκτο. Αλλά σκότωνε από αίσθηση καθήκοντος μόνο, ποτέ από μίσος ή ευχαρίστηση.

«Αν με σκοτώσετε θα εκδικηθώ!» ούρλιαξε τώρα ο κακοποιός. «Η οργή και το μίσος μου θα γίνουν εκδίκηση: το κακό που τώρα κάνετε θα επιστρέψει να σας τιμωρήσει.»

Ένα κύμα φόβου απλώθηκε στους ακολούθους. Ήταν γνωστό πως η τελευταία επιθυμία ενός ετοιμοθάνατου καθόριζε τη μελλοντική πορεία της ψυχής του. Έτσι, αν κάποιος θανατωνόταν ενώ ένιωθε τέτοια μανία, η διάθεσή του θα μετατρεπόταν σε φάντασμα που θα καταδίωκε τους υπαίτιους. Αυτό το γνώριζε και ο έμπειρος σαμουράι.

«Καλώς» είπε στον ίδιο τόνο. «Αν πράγματι θες να μας φοβίσεις δώσε μας μια ένδειξη… Να, βλέπεις την πέτρα που πατώ; …Ωραία, μόλις σου κόψω το κεφάλι δάγκωσέ την. Αν έχεις τη δύναμη να το κάνεις αυτό, τότε θα πιστέψω πως πράγματι μπορείς να μας τρομάξεις.» «Θα τη δαγκώσω… θα τη δαγκώσω…!» ούρλιαξε σαν αφηνιασμένος ο κατάδικος στρέφοντας τη ματιά του και όλη την προσοχή του στην πέτρα που πατούσε ο άρχοντας.

Το μακρύ σπαθί άστραψε, σφύριξε στον αέρα κατεβαίνοντας και μ' ένα «χρατς» το κεφάλι έπεσε στα χαλίκια, ενώ το σώμα λύγιζε και δύο πίδακες αίματος τινάζονταν από τον κομμένο λαιμό. Και το κεφάλι κύλησε μία, κύλησε δύο και τελικά έφτασε την πέτρα και τη δάγκωσε με λύσσα. Την επόμενη στιγμή έπεσε χάμω ακίνητο, εντελώς νεκρό.

Οι ακόλουθοι κοίταζαν με φρίκη –πότε το κεφάλι, πότε τον άρχοντα. Εντελώς ατάραχος εκείνος άπλωσε το κυρτό ξίφος με τη ματωμένη ατσάλινη λεπίδα να του το πλύνουν και να το σκουπίσουν με μαλακό ριζόχαρτο. Μετά απομακρύνθηκε αμίλητος κι αδιάφορος.

Πέρασαν μέρες και εβδομάδες. Οι ακόλουθοι ζούσαν σε φόβο προσμένοντας από στιγμή σε στιγμή την εμφάνιση του φαντάσματος. Ο φόβος πέρασε και στους άλλους υπηρέτες του αρχοντικού. Συχνά ένας ή άλλος έβλεπε ή άκουγε πράγματα που δεν υπήρχαν, νομίζοντας πως ξαφνικά ήρθε ο εκδικητής. Τελικά μερικοί από τους παλαιότερους πήγαν στον άρχοντα να ζητήσουν να γίνει μια τελετή εξορκισμού που θα τους προστάτευε.
«Περιττό» είπε ήρεμα ο σαμουράι. «Δεν χρειάζεται να φοβάστε τίποτα σε αυτή την περίπτωση. Αν υπήρχε κίνδυνος θα είχα κάνει την τελετή εξορκισμού.»

«Μα κύριε» είπε παρακλητικά ο αρχηγός «το κεφάλι δάγκωσε την πέτρα. Το είδαμε και εμείς το είδατε και σεις!»

«Ακριβώς! Γι αυτό δεν χρειάζεται να φοβάστε…» είπε με τόνο καθησυχαστικό. «Η τελευταία του επιθυμία ήταν να δαγκώσει την πέτρα. Σ' αυτό κατεύθυνε όλη του την προσοχή, όλη του τη ζωτική ενέργεια –όχι στην εκδίκηση! Γι αυτό το κατόρθωσε. Αν η επιθυμία του ήταν άλλη δεν θα το κατόρθωνε. Και τότε θα κάναμε τον εξορκισμό. Ήδη πέρασε ένας μήνας! Αν ήταν να έλθει, το φάντασμά του θα είχε παρουσιαστεί.»

ΠάναςΜέλος
06/04/2007, 01:51:16
Ο γιός ενός ταλαντούχου κλέφτη, ζήτησε από τον πατέρα του να του μάθει την τέχνη του. Ο γέρος κλέφτης συμφώνησε και το ίδιο βράδυ πήρε τον γιό του να διαρρήξουν μαζί ένα μεγάλο σπίτι. Καθώς οι ένοικοι κοιμόνταν, αθόρυβα ο γέρος έβαλε τον γιό του μέσα σ’ ένα δωμάτιο που είχε και μια ντουλάπα με ρούχα.

Του είπε να πάει μέσα στην ντουλάπα και να πάρει μερικά ρούχα. Μόλις μπήκε μέσα ο μικρός, ο πατέρας του έκλεισε την πόρτα και τον κλείδωσε μέσα. Μετά, βγήκε από το σπίτι, πήγε στην κεντρική πόρτα, την χτύπησε δυνατά ξυπνώντας τους ένοικους, κι εξαφανίστηκε γρήγορα. Ώρες αργότερα, ο γιός του επέστρεψε σπίτι τους εξουθενωμένος.

«Πατέρα, γιατί με κλείδωσες στην ντουλάπα;» ρώτησε θυμωμένος «αν δεν απελπιζόμουν τόσο από τον φόβο μη με πιάσουν, δεν θα κατάφερνα να διαφύγω. Επιστράτευσα όλη μου εφευρετικότητα για να ξεφύγω!»
Ο γέρος χαμογέλασε και αποκρίθηκε «γιέ μου, μόλις έλαβες το πρώτο μάθημα της τέχνης των διαρρήξεων»

ΠάναςΜέλος
06/04/2007, 01:52:49
Τέσσερις μαθητές της σχολής Τεν-τάι ήταν στενοί φίλοι. Επιδόθηκαν στο διαλογισμό με ζήλο. Υποσχέθηκαν ο ένας στον άλλο να τηρήσουν σιωπή για 7 ημέρες. Η πρώτη μέρα πέρασε θαυμάσια. Ο διαλογισμός τους πήγαινε μια χαρά ? κανένας τους δεν μίλησε. Το βράδυ, η λάμπα τους σε μια στιγμή άρχισε να τρεμοσβήνει. Ο ένας δεν κρατήθηκε.

«Φέρε λίγο λάδι» φώναξε σε έναν υπηρέτη.

«Σιωπή!» παραπονέθηκε ο δεύτερος. «Υποτίθεται πως δεν μιλάμε».

«Μα είστε τόσο ανόητοι;» φώναξε ο τρίτος με έκπληξη. «Γιατί μιλάτε;»

Ο τέταρτος έμεινε ακίνητος κρατώντας τα μάτια του κλειστά.

«Εγώ πάντως συνεχίζω το διαλογισμό μου. Δεν μιλώ!» τους φώναξε θριαμβευτικά.

ΠάναςΜέλος
06/04/2007, 01:53:56
Δύο γειτονικοί ναοί είχαν, ο καθένας, ανάμεσα στους μαθητές τους κι ένα μικρό παιδί. Οι δάσκαλοι έστελναν τα παιδιά σε διάφορες μικροδουλειές. Το ένα πήγαινε κάθε πρωί να πάρει τρόφιμα από τη λαχαναγορά. Συχνά συναντιόταν με το άλλο από το γειτονικό ναό.

«Που πας;» ρώτησε το δεύτερο μια μέρα.

«Όπου με πάνε τα πόδια μου», αποκρίθηκε το πρώτο.

Η απάντηση έβαλε σε απορία το νεαρό. Έτρεξε στο δάσκαλό του να τον συμβουλευτεί.

«Την επόμενη φορά ρώτησέ τον την ίδια ερώτηση» είπε ο δάσκαλος. «Όταν εκείνος σου απαντήσει, θα του πεις, ‘Κι αν δεν είχες πόδια, τότε που πας;' Αυτό θα τον αποστομώσει».

Την επομένη ο νεαρός περίμενε τον άλλο στο δρόμο.

«Που πας;» ρώτησε μόλις ο άλλος πλησίασε.

«Όπου φυσά ο άνεμος», απάντησε ο άλλος.

Αυτό πάλι έβαλε το νεαρό σε απορία.

«Μην ανησυχείς», του λέει ο δάσκαλός του. «Την επόμενη φορά ρώτα τον που πάει αν δε φυσά άνεμος».

Την επομένη λοιπόν.

«Που πας;»

«Στην αγορά για λάχανα»!

ΠάναςΜέλος
06/04/2007, 01:58:01
Ο πολεμιστής Νομπουξίγκε πήγε στον Χάκουιν να μάθει.

«Υπάρχει στ' αλήθεια παράδεισος και κόλαση;» ρώτησε όταν βρέθηκε μπροστά στο δάσκαλο.

«Ποιος ρωτάει;» είπε ο Χάκουιν.

«Ένας σαμουράι!» απάντησε με τόνο περήφανο ο Ναμπουξίγκε.

«Σαμουράι, εσύ;» είπε ο Χάκουιν κοιτώντας τον περιφρονητικά. «Ποιος άρχοντας θα σε δεχόταν στο στρατό του; Η φάτσα σου σε δείχνει για ζητιάνο.»

Ο Ναμπουξίγκε θυμωμένος έκανε να σύρει το ξίφος του.

«Α! Έχεις και σπαθί!» συνέχισε ο Χάκουιν. «Φαίνεται τόσο σκουριασμένο, θα με γρατζουνίσει άραγε;»

Ο σαμουράι έβγαλε το ξίφος από τη θήκη.

«Εδώ ανοίγουν οι πύλες της κολάσεως», είπε ο Χάκουιν ατάραχος.

Ακούγοντας τα λόγια και βλέποντας την ηρεμία του δασκάλου, ο σαμουράι ξανάβαλε το ξίφος στη θήκη του και γονάτισε.

«Εδώ ανοίγουν οι πύλες του παραδείσου», είπε ο Χάκουιν.

ΠάναςΜέλος
06/04/2007, 02:00:08
Στα παλιά χρόνια στην Ιαπωνία οι γέροι που δεν μπορούσαν πια να εργαστούν μεταφέρονταν στα βουνά και αφήνονταν εκεί μόνοι. Αυτός ήταν ο νόμος. Ο νόμος άλλαξε χάρη στην αγάπη ενός γιου και τη σοφία του πατέρα του. Τα ονόματά τους δε διασώθηκαν.

Όταν ήρθε η ώρα ο γιος να μεταφέρει και να εγκαταλείψει τον πατέρα του στο βουνό, τον πήρε στην πλάτη του και άρχισε να εισχωρεί στη δασωμένη βουνοπλαγιά. Ο πατέρας, γεμάτος έγνοια για το παιδί του, κάθε τόσο έσπαγε ένα κλαδάκι και το άφηνε χάμω στο μονοπάτι για να μη χάσει το δρόμο της επιστροφής ο γιος. Όταν έφτασαν ψηλά μέσα σ' ένα φαράγγι κι ο γιος κατέβασε τον γέροντα από την πλάτη του, εκείνος του είπε να ακολουθήσει τα κλαδιά: έτσι ούτε το δρόμο θα έχανε ούτε θα καθυστερούσε. Συγκινημένος από τη φροντίδα του πατέρα ο γιος τον ξανάβαλε στην πλάτη κι επέστρεψε σπίτι τους. Αν τους ανακάλυπταν οι άνθρωποι του ντάιμιο (=μεγάλος άρχοντας, βαρόνος ή κόμης), θα τους τιμωρούσαν και τους δύο πολύ αυστηρά. Αλλά ο γιος, αποφασισμένος για όλα, έσκαψε μια υπόγεια σπηλιά στην πίσω αυλή κι έκρυψε το γέροντα εκεί, φροντίζοντας για την τροφή και τις άλλες ανάγκες του.

Μια μέρα ήρθε μήνυμα στο χωριό τους πως ο ντάιμιο ζητούσε σκοινί από στάχτες. Το είχε δει σε όνειρο και έπρεπε να το έχει. Κανένας από τους χωρικούς δεν ήξερε πώς να φτιάξει κάτι τέτοιο. Κανένας σε ολόκληρη την επικράτεια δεν μπόρεσε να το φτιάξει. Μόνο ο γέροντας στην υπόγεια σπηλιά είπε στο γιο του: «Στερέωσε σ' ένα μακρύ, φαρδύ σανίδι ένα κομμάτι σκοινί ζικ-ζακ και κάψε το. Ο γιος το παρουσίασε στον άρχοντα κι αυτός, ευχαριστημένος, τον επαίνεσε για την εξυπνάδα του και τον αντάμειψε.

Λίγο αργότερα, ο ντάιμιο του έστειλε ένα ομοιόμορφο κοντάρι από μπαμπού και του ζήτησε να βρει σε ποια άκρη ήταν αρχικά η ρίζα. Ο γιος το έδειξε στον πατέρα του και ζήτησε τη γνώμη του. «Ω, είναι απλό», είπε ο γέροντας. «Βάλτο αργά σε νερό και η άκρη που τείνει προς τα κάτω είναι η ρίζα- η άλλη που τείνει να βγει πάνω από το νερό είναι η κορυφή.» Ο γιος το έκανε και, πηγαίνοντας στο παλάτι, έδωσε στον άρχοντα το αποτέλεσμα.

Ο ντάιμιο εντυπωσιάστηκε πάλι. Αμέσως όμως παρουσίασε ένα τρίτο πρόβλημα. Ζήτησε από το χωρικό να του φτιάξει ένα ταμπούρλο που ηχεί δίχως να χρειάζεται να το χτυπά κανείς.

Ο γιος συμβουλεύτηκε πάλι τον πατέρα του. «Πήγαινε να αγοράσεις δέρμα» είπε εκείνος. «Μετά φέρε από το βουνό ένα μελίσσι.» Όταν ο γιος εκτέλεσε τις παραγγελίες, ο γέρος έφτιαξε ένα τύμπανο με το μελίσσι από μέσα και είπε στο γιο να το πάει στο ντάιμιο. Όταν ο ντάιμιο το πίεσε λίγο, οι μέλισσες μέσα κουνήθηκαν και ξαφνιασμένες πέταξαν στα τυφλά χτυπώντας στο δερμάτινο τοίχωμα που, φυσικά, βούιξε! Έτσι το ταμπούρλο ηχούσε χωρίς να το χτυπά κανείς. Κι ο άρχοντας ομολόγησε τη μεγάλη του έκπληξη στο πώς μόνος αυτός ο χωρικός σε όλη την επικράτεια μπόρεσε να λύσει τα προβλήματα.

«Άρχοντά μου» αποκρίθηκε ο χωρικός, «εγώ είμαι πολύ νέος για να έχω την πείρα και τη σοφία να λύσω τέτοια προβλήματα. Το ίδιο ισχύει και για τους άλλους κατοίκους της περιοχής μας. Μόνο κάποιος πολύ γηραιότερος θα μπορούσε να το κάνει. Η αλήθεια είναι πως εγώ βρήκα όλες τις λύσεις χάρη στη βοήθεια του πατέρα μου που είναι μεγάλος σε ηλικία κι έχει την απαραίτητη πείρα και σοφία.» Μετά, με τη σκέψη της πιθανής τιμωρίας, συνέχισε δακρύζοντας: «Δεν άντεξα να αφήσω το γέροντα πατέρα μου στο βουνό να πεθάνει μόνος κι αφρόντιστος. Τον έκρυψα στο σπίτι μας. Εκείνος βρήκε αυτές τις λύσεις.»

Ο άρχοντας εντυπωσιάστηκε. Καταλαβαίνοντας ξαφνικά πόσο πολύτιμοι για τη χώρα θα ήταν οι γέροντες με την πείρα και τη σοφία τους, αντέστρεψε το νόμο. Από τότε κι έπειτα απαγορεύτηκε στους ανθρώπους να εγκαταλείπουν τους γέροντες πατέρες τους στην άγρια ερημιά των βουνών.

ΠάναςΜέλος
06/04/2007, 02:01:47
Και ένα απο τα καλύτερα.

Κατά την διάρκεια ενός κρίσιμου πολέμου, ο Ιάπωνας στρατηγός αποφάσισε να επιτεθεί σε μια μάχη, παρόλο που ο στρατός του εχθρού ήταν σημαντικά υπεράριθμος σε σχέση με τον δικό του. Ο στρατηγός ήταν πεπεισμένος ότι μπορούσαν πάραυτα να νικήσουν, μα ο στρατός του ήταν φοβισμένος και γεμάτος αμφιβολία.

Καθώς λοιπόν ξεκινήσανε για τον δρόμο προς το σημείο που θα γινότανε η μάχη, σταματήσανε σε έναν ναό να προσευχηθούν. Αφού προσευχήθηκαν, ο στρατηγός πλησίασε στο ιερό, έβγαλε ένα νόμισμα και είπε δυνατά ώστε να τον ακούσουν όλοι «θα ρίξω τώρα το νόμισμα. Εάν είναι κορώνα, θα νικήσουμε. Εάν είναι γράμματα, θα ηττηθούμε. Είθε η μοίρα τώρα ν’ αποκαλυφθεί»

Έριξε το νόμισμα ενώ όλοι παρακολουθούσαν με αγωνία. Ήταν κορώνα!
Οι στρατιώτες αναφώνησαν με ενθουσιασμό και με ανανεωμένη αυτοπεποίθηση και θάρρος έφυγαν για την μάχη... την οποία και τελικά νίκησαν.

Ενώ γιόρταζαν την νίκη τους, ένας υπολοχαγός πλησίασε τον στρατηγό και με χαρά του είπε «τελικά, κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από την μοίρα!»
«Πράγματι...» του απάντησε χαμογελώντας ο στρατηγός, κι έβγαλε και του έδειξε το νόμισμα που είχε χρησιμοποιήσει: ήταν κορώνα και από τις 2 πλευρές.

mariasarΜέλος
11/04/2007, 14:41:47
Μια μέρα ένας άνθρωπος ενώ περπατούσε στην ερημιά, συνάντησε μια επιθετική τίγρη. Έτρεξε αλλά σύντομα έφτασε στην άκρη ενός ψηλού γκρεμού. Απελπισμένος θέλοντας να σώσει τον εαυτό του, έπιασε ένα αμπέλι και άρχισε να κατεβαίνει, αιωρούμενος πάνω από τον γκρεμό. Όπως ήταν κρεμασμένος εκεί, δυο ποντίκια εμφανίστηκαν από μια τρύπα του βράχου και άρχισαν να μασάνε το αμπέλι. Ξαφνικά, ο άνθρωπος παρατήρησε πάνω στο αμπέλι μια παχουλή άγρια φράουλα. Την άρπαξε και την έβαλε στο στόμα του. ήταν απίστευτα νόστιμη!

Μαρία

mariasarΜέλος
11/04/2007, 14:42:57
Υπήρχε πριν από αιώνες ένας σπουδαίος Υπουργός και Αξιωματούχος της Κίνας. Όμως, παρά την φήμη, τα πλούτη και την δύναμή του στην εξουσία, έτρεφε βαθύ σεβασμό στον πνευματικό του δάσκαλο, που επισκεπτότανε συχνά και στον οποίο πάντα συμπεριφερότανε με ευγένεια και ταπεινότητα.

Σε μια από τις επισκέψεις του, ρώτησε τον δάσκαλό του «σεβασμιότατε, τι είναι ο εγωισμός κατά την γνώμη σου;»
Αμέσως ο δάσκαλος κοκκίνισε από θυμό και είπε άγρια στον μαθητή του «τι ανόητη ερώτηση είναι αυτή;;!»

Ο Υπουργός αμέσως πετάχτηκε πάνω ξαφνιασμένος από την αντίδραση του δασκάλου του και φανερά εκνευρισμένος, έτοιμος να βάλει τις φωνές στον δάσκαλο.
Τότε ο δάσκαλος τον πρόλαβε χαμογελώντας ήρεμα και του είπε «ΑΥΤΟ, εξοχότατε, είναι εγωισμός».


Μαρία

mariasarΜέλος
11/04/2007, 14:47:54
Ο δάσκαλος Ζεν Roshi Kapleau δέχτηκε να διδάξει μια ομάδα ψυχαναλυτών για το Ζεν. Αφ’ ότου συστήθηκε στην ομάδα, από τον διευθυντή του ερευνητικού ινστιτούτου, ο Roshi κάθισε κάτω ήσυχα, πάνω σε ένα μαξιλάρι. Ένας μαθητής πήγε και κάθισε κάτω, δίπλα στον δάσκαλο και τον ρώτησε «τι είναι Ζεν;»

Ο Roshi έβγαλε μια μπανάνα, την ξεφλούδισε και άρχισε να την τρώει.
«Αυτό είναι όλο;» είπε ο μαθητής «δεν μπορείς να μου δείξεις κάτι άλλο;»
«Έλα πιο κοντά παρακαλώ» είπε ο δάσκαλος. Ο μαθητής υπάκουσε κι ο Roshi κούνησε την φλούδα της μπανάνας μπροστά του. Ο μαθητής απογοητευμένος, έφυγε.

Ένας άλλος μαθητής από το ακροατήριο, σηκώθηκε και είπε «καταλάβατε;». Κανείς δεν απάντησε. «Μόλις είδατε μια εξαιρετική εξήγηση του Ζεν. Έχετε άλλες ερωτήσεις;» πρόσθεσε.

Μετά από αρκετές στιγμές σιωπής, κάποιος είπε «Roshi, δεν είμαι ικανοποιημένος από την εξήγησή σου. Μας έδειξες κάτι που δεν είμαι σίγουρος ότι καταλαβαίνω. Σίγουρα μπορείς να μας ΠΕΙΣ κάτι για το Ζεν»
«Εάν επιμένετε στα λόγια» απάντησε ο Roshi «τότε το Ζεν είναι ένας ελέφαντας που ζευγαρώνει μ’ έναν ψύλλο».


Μαρία

ΠάναςΜέλος
13/04/2007, 02:19:25
Ο ίδιος Ναν-ίν μια μέρα δέχτηκε έναν πολυμαθέστατο καθηγητή του πανεπιστημίου ο οποίος ήθελε να μάθει περί Ζεν. Άρχισαν να συνομιλούν. Ο καθηγητής αμέσως εξέθεσε τις απόψεις του, τη μία μετά την άλλη χωρίς να σταματά.

Ο δάσκαλος σέρβιρε τσάι. Γέμισε πρώτα το φλυτζάνι του καθηγητή. Εξακολούθησε όμως να βάζει τσάι έτσι που το φλυτζάνι ξεχείλισε.

Ο καθηγητής βλέποντας το τσάι να χύνεται και μέσα στο πιατάκι δεν μπόρεσε να κρατηθεί. «Ξεχείλισε, προσέξτε!» φώναξε. «Δε χωράει άλλο!»

«Ακριβώς» είπε ήρεμα ο Ναν-ίν. «Όπως το φλυτζάνι, κι ο νους σας ξεχειλίζει με τις θεωρίες και τις απόψεις σας. Πώς θα σας διδάξω Ζεν αν δεν τον αδειάσετε πρώτα; Δε χωράει άλλο!»

ΠάναςΜέλος
13/04/2007, 02:22:37
Οι σπουδαστές του Ζεν συνήθως παραμένουν με το δάσκαλό τους δέκα χρόνια προτού οι ίδιοι μπορέσουν να διδάξουν άλλους. Έτσι ο Τέννο άρχισε να διδάσκει αφού πια συμπλήρωσε 10 χρόνια μαθητείας.

Μια βροχερή μέρα επισκέφτηκε το μεγάλο δάσκαλο Ναν-ίν. Άφησε την ομπρέλα και τα τσόκαρά του στο διάδρομο και πέρασε στο σαλόνι όπου καθόταν ο Ναν-ίν.

Ο ηλικιωμένος δάσκαλος υποδέχτηκε τον νέο με εγκαρδιότητα.

«Θα'θελα να ξέρω», του λέει σε μια στιγμή χαμογελώντας, «που ακριβώς άφησες τα τσόκαρά σου: στα δεξιά ή αριστερά της ομπρέλας σου;»

Ο Τέννο δεν μπορούσε να απαντήσει αμέσως. Σάστισε, κοκκίνισε. Κατάλαβε ότι δεν ήταν ικανός ακόμα να εφαρμόζει την πειθαρχία του Ζεν κάθε στιγμή.

Υποκλίθηκε: «Κύριε, θέλω να γίνω μαθητής σας».

Έτσι ο Τέννο σπούδασε στον Ναν-ίν άλλα 6 χρόνια.

ΠάναςΜέλος
13/04/2007, 02:26:41
Ο Ματατζούρο Γιαγκίτζου ήταν γιος φημισμένου σαμουράι. Ο πατέρας προσπάθησε από μικρό να τον μυήσει στις πολεμικές τέχνες και ειδικά στην ξιφομαχία. Παρόλη την καλή του πρόθεση ο μικρός Ματατζούρο παρέμεινε αδέξιος. Ο πατέρας του, αφού είδε κι απόειδε, θύμωσε και τον έδιωξε από το σπίτι λέγοντας: «Με ντρόπιασες. Δε θα γίνεις ποτέ σαμουράι. Φεύγα, δεν είσαι γιος μου».

Ο νεαρός Ματατζούρο ταξίδεψε στο όρος Φουτάρα όπου ζούσε ο μεγάλος ξιφομάχος Μπάνζο. Αυτός δεν ήθελε να τον δεχτεί γιατί έβλεπε πως του έλειπε η ικανότητα.

«Αλλά αν εργαστώ σκληρά», επέμενε ο νεαρός, «πόσα χρόνια θα χρειαστώ για να γίνω κύριος της τέχνης του ξίφους;»

«Όλη σου τη ζωή», απάντησε ανένδοτος ο Μπάνζο.

«Είμαι πρόθυμος να υποστώ κάθε δοκιμασία, φτάνει να με διδάξετε», ξανάπε ο Ματατζούρο. «Αν γίνω αφοσιωμένος υπηρέτης σας, πόσο καιρό θα πάρει;»

«Ω, δέκα χρόνια περίπου»,είπε πιο μαλακά τώρα ο Μπάνζο.

«Ο πατέρας μου γερνάει- σύντομα θα πρέπει να τον φροντίζω», εξήγησε ο νεαρός. «Αν εργαστώ εντατικά, πόσο θα πάρει;»

«Τριάντα χρόνια ίσως», είπε ο Μπάνζο.

«Πώς αυτό;» ρώτησε έκπληκτος ο Ματατζούρο. «Πρώτα μου λέτε 10 χρόνια, τώρα 30! Θα υποστώ κάθε κακουχία, φτάνει να γίνω κύριος της τέχνης όσο το δυνατό πιο σύντομα.»

«Τότε πρέπει να μελετήσεις 60 χρόνια. Ένας νέος που βιάζεται τόσο πολύ να πετύχει τρανά αποτελέσματα δεν πρόκειται να μάθει γρήγορα.»

Ο νεαρός κοκκίνισε αναγνωρίζοντας τη δίκαιη επίπληξη του δασκάλου για την ανυπομονησία του. «Καλά, δέχομαι όλους τους όρους σας.» Ο Μπάνζο του είπε να μη μιλήσει ποτέ για ξιφομαχία ή πολεμική τέχνη και να μην αγγίξει σπαθί ή άλλο όπλο. Έτσι ο Ματατζούρο έγινε υπηρέτης: μαγείρευε, έπλενε τα πιάτα, έπλενε ρούχα, έφτιαχνε το στρώμα του δασκάλου, σκούπιζε την αυλή, κλπ. Τρία χρόνια πέρασαν με αυτό τον τρόπο: ποτέ δεν είπε λέξη για ξιφομαχία. Συνέχισε λοιπόν την υπηρεσία του. Όταν όμως σκεφτόταν το μέλλον ένιωθε θλίψη. Δεν είχε αρχίσει ακόμα να μαθαίνει την τέχνη στην οποία είχε αποφασίσει να αφιερώσει όλη του τη ζωή.

Μια μέρα ο Μπάνζο πλησίασε από πίσω το νεαρό καθώς ονειροπολούσε και ξαφνικά του έδωσε ένα δυνατό χτύπημα με ένα ξύλινο σπαθί. Την επομένη πάλι ο δάσκαλος πλησίασε αθόρυβα το Ματατζούρο καθώς αυτός μαγείρευε ρύζι και τον χτύπησε δυνατά. Από τότε ο νεαρός άρχισε να φυλάγεται από τις αναπάντεχες επιθέσεις του δασκάλου: τα χτυπήματα του Μπάνζο ήταν φοβερά. Η ανάγκη αυτοάμυνας έγινε πιο επιτακτική καθώς οι επιθέσεις έγιναν συχνότερες. Έτσι ο νεαρός δόκιμος έφθασε σε κατάσταση αδιάκοπης επαγρύπνησης και ετοιμότητας.

Μ'αυτόν τον τρόπο ο Ματατζούρο έμαθε την πολεμική τέχνη τόσο γρήγορα και τόσο καλά που ο κύριός του δεν μπορούσε να συγκρατήσει το χαμόγελο της ικανοποίησής του.

Ο Ματατζούρο έγινε ο ανώτερος ξιφομάχος της εποχής του.

ΠάναςΜέλος
13/04/2007, 02:30:16
Στα παλιά χρόνια έξω από τη μεγάλη πόλη ζούσε ένας νεαρός αγρότης. Οι γονείς του είχαν πεθάνει κι αυτός φρόντιζε το μικρό αγρό που είχε κληρονομήσει καλλιεργώντας ρύζι. Η ιστοριούλα δεν μας λέει ούτε το δικό του όνομα ούτε της πόλης –μόνο ότι ήταν καλοσυνάτος αλλά φτωχός.

Μια μέρα, καθώς πότιζε, ξαφνικά ένας πελαργός, χτυπώντας παράξενα τις λευκές φτερούγες του, έπεσε από τον ουρανό, σκούζοντας, στα πόδια του. Το όμορφο πουλί ήταν πληγωμένο: ένα βέλος είχε καρφωθεί κάτω από τη μία φτερούγα του. Ο νεαρός αμέσως έβγαλε το βέλος, ξέπλυνε την πληγή και της έβαλε λίγη λάσπη και φαρμακευτικά χόρτα.

«Πρόσεχε τώρα καημένε μου» του είπε. «Πήγαινε στο καλό και μην πετάς σε κυνηγότοπους.»

Ο πελαργός υψώθηκε αργά στον αέρα, έκανε τρεις κύκλους πάνω από τον αγρότη και με μια διαπεραστική κραυγή εξαφανίστηκε στα βάθη του ορίζοντα.

Μετά από λίγες μέρες, καθώς γύριζε το βράδυ στο σπίτι του, ο νεαρός με έκπληξη βρήκε μια ωραία κοπέλα να τον περιμένει στην είσοδο. Στην αρχή νόμιζε πως είχε φτάσει σε λάθος σπίτι. Αλλά η κοπέλα τον καλωσόρισε χαμογελαστή.

«Αυτό είναι το σπίτι σου κι εγώ είμαι η γυναίκα σου!» τον βεβαίωσε.

«Δεν είναι δυνατόν!» αποκρίθηκε αυτός. «Είμαι τόσο φτωχός που καμιά κοπέλα δεν θα με παντρευόταν.»

Εκείνη όμως τον καθησύχασε. Είχε φέρει ένα σακούλι ρύζι κι ετοίμασε το βραδινό τους. Ο νέος άντρας τελικά δέχτηκε την όλη κατάσταση.

Έτσι ζούσαν πια σα ζευγάρι. Ένα πράγμα τον παραξένεψε: το σακούλι με το ρύζι δεν έλεγε ν' αδειάσει και πάντα βρίσκονταν αρκετά λαχανικά για το φαγητό τους. Αλλά δεν είπε τίποτα. Ζούσαν ευτυχισμένοι. Μια μέρα η νιόπαντρη κοπέλα ζήτησε από τον άντρα της να της στήσει έναν αργαλειό σ' ένα μικρό δωμάτιο στο πίσω μέρος του σπιτιού. Αυτό έγινε. Μετά του είπε να μην κοιτάξει μέσα στο δωμάτιο και να μην την ενοχλήσει ποτέ όταν υφαίνει. Για επτά μέρες κλείστηκε στο δωμάτιο. Μόνο ο ήχος του αργαλειού ακουγόταν όλο αυτό τον καιρό. Για τον άντρα οι επτά μέρες πέρασαν σαν επτά χρόνια.

Μετά η γυναίκα του βγήκε κάπως ταλαιπωρημένη. Στα χέρια της κρατούσε ένα τόπι ατλάζι κεντημένο με χρυσά κι ασημένια μοτίβα.

«Πάρτο» του είπε. «Είναι θαυμαστό ύφασμα. Πήγαινέ το στην αγορά στην πόλη. Θα πάρεις πολλά λεφτά.»

Ο αγρότης μας το επόμενο πρωί πήγε στην πόλη και πράγματι πούλησε το ύφασμα σε υψηλή τιμή. Με τα χρήματα θα μπορούσε να αγοράσει πολλά πράγματα ακόμα και ζώα και να μεγαλώσει το κτήμα του.

Χαρούμενος γύρισε στο σπίτι του το απόγευμα. Εκεί η γυναίκα του ήταν κλεισμένη πάλι στο εργαστήρι της. Μόνο ο ήχος του αργαλειού ακουγόταν πάλι κι απόρησε πώς
εκείνη μπορούσε να υφαίνει τόσο όμορφο ύφασμα αφού δεν είχε κλωστή. Που την έβρισκε; Θυμήθηκε και την απορία του για το σακούλι που δεν άδειαζε από ρύζι! Κάποιο μυστήριο κρυβόταν εδώ. Και μόνο η γυναίκα του μπορούσε να το διαλευκάνει.

Έτσι σιωπηλά πήγε στη πόρτα του εργαστηρίου και κόλλησε το μάτι του σε μία χαραμάδα –και έμεινε εμβρόντητος. Στον αργαλειό καθόταν η όμορφη κοπέλα που ήταν η γυναίκα του. Μα ήταν συγχρόνως και πουλί –ένας μεγάλος πελαργός με κάτασπρες φτερούγες. Και η μαγική αυτή μορφή χρησιμοποιούσε για νήμα τις ίνες από τα φτερά της!

Η μορφή σταμάτησε αμέσως να υφαίνει και στράφηκε προς τον κατάπληκτο νέο. «Δεν κράτησες την υπόσχεσή σου άντρα μου» είπε η φωνή της γυναίκας, ενώ η μορφή παγιωνόταν σε πελαργό. «Τώρα που με είδες έτσι δεν μπορώ πια να παραμείνω στον κόσμο των ανθρώπων. Είμαι ο πελαργός που έσωσες. Για να σε ανταμείψω ήρθα και σε υπηρέτησα ως γυναίκα σου. Δεν πειράζει όμως. Τώρα έχεις χρήματα ώστε να μη ζεις πια σε στέρηση. Αυτό το μισοτελειωμένο ύφασμα στο αφήνω ενθύμιο.»

Κράζοντας απαλά ο πελαργός απογειώθηκε και χάθηκε στο γαλάζιο του ουρανού. Δεν ξαναγύρισε.


ΠάναςΜέλος
13/04/2007, 02:35:52
Όταν πέθαναν οι γονείς του Μινοκίτςι, ο καλός γέροντας ξυλοκόπος Μοσάκου υιοθέτησε το ορφανό. Ο Μινοκίτςι μεγάλωσε στη φροντίδα της γυναίκας του Μοσάκου, την οποία θεωρούσε μητέρα, και νωρίς ακολούθησε τον «πατέρα» του στο δάσος –ξυλοκόπος κι αυτός. Κάθε μέρα πήγαιναν σ' ένα δάσος 4-5 μίλια μακριά από το χωριό τους και μάζευαν τα ξύλα που πουλούσαν.

Ο Μινοκίτςι ήταν δεκαοχτώ ετών όταν πέθανε ο Μοσάκου. Ήταν χειμώνας. Μια χιονοθύελλα τους έπιασε καθώς γύριζαν από το δάσος στο σούρουπο με τα φορτία τους. Λόγω κρύου και σκοταδιού αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε μια έρημη καλύβα. Δεν υπήρχε παράθυρο, μόνο η πόρτα. Δεν υπήρχε μαγκάλι ή πάκι για να ανάψουν κάποια φωτιά και να ζεσταθούν. Αμπάρωσαν την πόρτα και ξάπλωσαν να αναπαυθούν τυλιγμένοι στα αχυρένια αδιάβροχά τους. Νόμιζαν πως η θύελλα θα σταματούσε γρήγορα.

Ο Μινοκίτςι άκουγε τον αέρα να βογκά και το χιόνι να χτυπά τους τοίχους της καλύβας σφυρίζοντας. Πρόχειρα φτιαγμένη από πλίνθους η καλύβα έτριζε και κουνούσε ολόκληρη. Παρά το κρύο αποκοιμήθηκαν. Ο νεαρός ξύπνησε νιώθοντας ένα στρόβιλο χιονιού να περνά πάνω από το κεφάλι του. Γύρισε και είδε την πόρτα ανοιχτή. Στην αντανάκλαση του χιονιού είδε επίσης μια γυναίκα –παράξενη, ντυμένη ολόλευκα- να σκύβει πάνω από το Μοσάκου και να φυσά την ανάσα της στο πρόσωπό του – σαν συννεφάκια ομίχλης. Ακαριαία η γυναικεία μορφή γύρισε κι έσκυψε πάνω από το νέο. Το πρόσωπό της ήταν πολύ κοντά του. Ω! ήταν τόσο όμορφη! Μα τα μάτια της ήταν λαμπερά, γκρίζα και κρύα προκαλώντας φόβο. Ο Μινοκίτςι προσπάθησε να μιλήσει, να ανοίξει το στόμα του, μα δεν μπορούσε.
«Είσαι όμορφο αγόρι, Μινοκίτςι» ψιθύρισε η λευκοφόρα γυναίκα. «Γι αυτό δε θα πάθεις τίποτα τώρα, όμως πρόσεχε! Αν πεις λέξη γι αυτό που είδες απόψε –ακόμα και στη μητέρα σου- θα το ξέρω και θα σε θανατώσω. Να θυμάσαι!»

Το πρωί δύο κυνηγοί βρήκαν τους δύο άντρες στην καλύβα. Η θύελλα είχε κοπάσει. Ο Μοσάκου είχε πεθάνει από το κρύο. Ο Μινοκίτςι ήταν παγωμένος αλλά ζωντανός και με τη φροντίδα της χήρας μητέρας του ανάρρωσε γρήγορα. Τρόμαζε όταν θυμόταν την οπτασία της ασπροντυμένης γυναίκας αλλά δεν ήταν σίγουρος αν ήταν όνειρο ή πραγματικότητα. Θυμόταν και την απειλή της κι έτσι δεν είπε τίποτα σε κανέναν.
Οι μέρες περνούσαν κι ο Μινοκίτςι ξαναγύρισε στη δουλειά του ξυλοκόπου, μόνος πια. Ένα βράδυ του επόμενου χειμώνα, λίγο έξω από το χωριό, συνάντησε μια κοπέλα που πήγαινε στην ίδια κατεύθυνση. Ήταν λεπτοκαμωμένη με όμορφο πρόσωπο κι ευχάριστη φωνή. Αφού χαιρετίστηκαν με σεβασμό, έπιασαν κουβέντα. Το κορίτσι λεγόταν Ογιούκι (κοινό όνομα που σημαίνει Χιονάτη). Πρόσφατα είχε χάσει και τους δυο γονείς της και πήγαινε στο Γέντο όπου ζούσαν οι θείοι της που θα της έβρισκαν ίσως εργασία σε κάποιο αρχοντικό ως υπηρέτρια. Ο νεαρός μαγεύτηκε από την ωραία κοπέλα και της ζήτησε να τον παντρευτεί και να μείνει μαζί τους. Η Ογιούκι επίσης έδειχνε να ελκύεται από τον αρρενωπό ξυλοκόπο και δέχτηκε να πάει σπίτι του και να γνωρίσει τη μητέρα του.

Η Ογιούκι δεν πήγε στο Γέντο. Η παρουσία και η συμπεριφορά της άρεσε στη μητέρα του Μινοκίτςι. Έτσι οι δυο νέοι παντρεύτηκαν. Η Ογιούκι αποδείχτηκε καλή σύζυγος και καλή θυγατέρα.

Μετά από πέντε χρόνια η μητέρα πέθανε και τα τελευταία της λόγια ήταν έπαινοι και ευλογίες για την Ογιούκι. Στο ίδιο διάστημα η Ογιούκι γέννησε ισάριθμα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, όλα όμορφα και γεμάτα υγεία. Όλο το χωριό την αγαπούσε και τη θεωρούσε εξαιρετική γυναίκα. Σε όλους έκανε εντύπωση ότι, παρά τις γέννες, το πρόσωπό της έμενε νεανικό και το κορμί της λεπτό και λυγερό. Ενώ οι χωρικές, ειδικά μετά από τεκνοποιία, γερνούν σχετικά γρήγορα, η Ογιούκι διατήρησε τη φρεσκάδα της ακόμα κι όταν γέννησε άλλα πέντε παιδιά. Ένα βράδυ, αφού κοιμήθηκαν τα παιδιά, η Ογιούκι κάθησε να κεντήσει στο φως της χάρτινης λάμπας. Ο άντρας της καπνίζοντας πλάι στο τζάκι την κοιτούσε με αγάπη. Ήταν χειμώνας και η χιονοθύελλα μαινόταν έξω. Ο αγέρας λυσσομανούσε και το χιόνι χτυπούσε τους τοίχους σφυρίζοντας. Βλέποντας τη γυναίκα του να σκύβει πάνω στο κέντημά της θυμήθηκε εκείνη τη λευκοφόρα μορφή κείνο το βράδυ να σκύβει πάνω από το Μοσάκου.

«Η ομορφιά σου μου θυμίζει μια άλλη γυναίκα», της είπε, «Ω όχι, δεν ήταν γυναίκα μα ξωτικό, νεράιδα, ποιος ξέρει…»

Και της μίλησε για κείνο το βράδυ και τη Λευκή Μορφή.

Και τότε απότομα η γυναίκα του εξαϋλώθηκε. Το σώμα της ψήλωσε κι έγινε αχνό σα νιφάδες χιονιού και τα μάτια της γκρίζα και κρύα. Ήταν εκείνη η λευκή οπτασία πάλι.

«Ω άντρα μου, ήμουν εγώ, η Γιούκι… Μα σου είπα πως θα σε σκότωνα αν το έλεγες ποτέ σε κανένα. Έχε χάρη που σ' αγάπησα και γέννησα τα παιδιά μας. Αν δε τα φροντίζεις σίγουρα θα γυρίσω και θα σε σκοτώσω. Τώρα φεύγω.»

Η φωνή της έγινε σαν το βογγητό του αέρα και το σφύριγμα του χιονιού και έσβησε όπως διαλύθηκε η μορφή της σε μια ανάσα φωτεινής ομίχλης που χάθηκε κυματιστά μέσα στην καμινάδα. Συχνά ο Μινοκίτςι καθόταν στη χιονοθύελλα κι άκουγε τον άνεμο να φυσά και να βογγά, άκουγε το χιόνι να σφυρίζει και να μαίνεται και σκεφτόταν την όμορφη Ογιούκι. Όμως η Λευκή Οπτασία, η αγαπημένη του Χιονάτη δεν ξαναπαρουσιάστηκε.

ΠάναςΜέλος
13/04/2007, 02:39:25
Ένα βράδυ, καθώς ο δάσκαλος Κότζουν καθόταν σε διαλογισμό, ένας κλέφτης πήδηξε από το παράθυρο. Κρατώντας απειλητικά ένα ξίφος άρπαξε το δάσκαλο από τον ώμο: «Τα λεφτά σου ή τη ζωή σου!»

«Καλά, ήταν ανάγκη να με διακόψεις;» είπε ήρεμα ο Κότζουν. Θα βρεις τα χρήματα μέσα σ' εκείνο το σεντούκι.»

Ο κλέφτης άνοιξε το σεντούκι κι άρχισε να γεμίζει με χρήματα τη σακούλα που είχε φέρει.

«Ε!» φώναξε ο Κότζουν. «Φτάνει! Μην τα παίρνεις όλα. Θα χρειαστώ λίγα να συντηρώ τους φτωχότερους μαθητές μου.»

Ο κλέφτης ξαφνιάστηκε, σταμάτησε όμως. Άφησε τα υπόλοιπα χρήματα εκεί που ήταν κι έκανε να φύγει από το παράθυρο πάλι.

«Ε!» φώναξε πάλι ο Κότζουν. «Οι επισκέπτες μπαίνουν και βγαίνουν από την πόρτα. Και να μάθεις να ευχαριστείς το πρόσωπο που σου κάνει ένα δώρο!»

Πολύ παραξενεμένος ο κλέφτης έκανε μια υπόκλιση, είπε ευχαριστώ και έφυγε από την πόρτα.

Μετά από λίγες μέρες η αστυνομία συνέλαβε τον κακοποιό επ' αυτοφώρω ενώ έκλεβε κάποιο άλλο σπίτι. Εκείνος ομολόγησε τότε όλες τις κλοπές που είχε κάνει μέχρι τότε, συμπεριλαμβανομένου και του Κότζουν. Ο δάσκαλος κλήθηκε να δώσει κατάθεση.

«Αυτός ο άνθρωπος δεν είναι κλέφτης, τουλάχιστον στη δική μου περίπτωση» δήλωσε. «Μ' επισκέφτηκε ένα βράδυ. Εγώ του έδωσα χρήματα κι εκείνος μ' ευχαρίστησε.»

Όταν ο άνθρωπος –που δεν μπόρεσε ν' αποφύγει την καταδίκη για άλλες κακές πράξεις- αποφυλακίστηκε, πήγε στον Κότζουν κι έγινε μαθητής του.