ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/ESOTERICA.GR/BOARD/- Παραδοσιακοί Γιαπωνέζικοι Μύθοι & Θρύλοι , και παραμύθια - .-= ΜΥΘΟΣ & ΘΡΗΣΚΕΙΑ =-.

- Παραδοσιακοί Γιαπωνέζικοι Μύθοι & Θρύλοι , και παραμύθια - .-= ΜΥΘΟΣ & ΘΡΗΣΚΕΙΑ =-.

mariasar34 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 2/2
ΠάναςΜέλος
13/04/2007, 02:42:34
Λίγοι άνθρωποι κατοικούσαν κοντά στο ναό Τοφούκου. Όταν ο δάσκαλος Σότςι άρχισε να διδάσκει εκεί υπήρχε αρκετή κίνηση. Ήταν ένας από τους λίγους φωτισμένους της εποχής. Πολλοί μαθητές πήγαιναν να μελετήσουν κοντά του και πολλοί πιστοί πήγαιναν να προσευχηθούν ή να τον ακούσουν.

Μετά η κίνηση λιγόστεψε. Ο Σότσι δίδασκε όλο και πιο εντατικά τη σιωπή. Οι κωδωνοκρουσίες και οι ψαλμωδίες έπαψαν. Ο Σότςι απαγόρευσε ακόμα και την απαγγελία των γραφών και των σούτρα. Ο ίδιος έπαψε να κάνει ομιλίες. Η ανάγνωση ήταν σιωπηλή καθώς και όλες οι άλλες μελέτες. Ό,τι γινόταν –οποιαδήποτε εργασία- γινόταν σιωπηλά. Αλλά κύρια απασχόληση ήταν ο διαλογισμός. Μέρα και νύχτα ο ναός στεκόταν σιωπηλός.

Μια βαθιά σιωπή απλώθηκε να αγκαλιάσει ολόκληρη την περιοχή.

Η κυρά-Τσιγιόνο αγάπησε αυτή την παράξενη ησυχία. Γεννήθηκε, μεγάλωσε και γέρασε σ' εκείνη τη συνοικία. Κάποτε ήταν όμορφη νέα κοπέλα- οι άντρες την ήθελαν, την κυνηγούσαν. Παντρεύτηκε, έκανε παιδιά. Ήρθε ένας πόλεμος, μετά άλλος κι άλλος. Ο άντρας της σκοτώθηκε. Μετά τα παιδιά μεγάλωσαν, παντρεύτηκαν κι αυτά, έφυγαν. Γέρασε καταμόναχη. Μόνο ο ένας γιος ερχόταν να τη δει πότε πότε.
Η σιωπή που τύλιγε το ναό δεν της άρεσε στην αρχή. Μετά τη συνήθισε. Αργότερα ένιωσε το κάλεσμά της και την ήθελε όπως το φως και τον αέρα. Η σιωπή μπήκε μέσα της βαθιά κι έγινε μια μεγάλη γαλήνη. Ήταν παράξενο. Λες και κάτι κρυβόταν πέρα από τη σιγή, κάτι που τραβούσε όλη της τη ζωή.

Αυτά έλεγε σιγανά στο γιο της ένα απόγευμα, προσπαθώντας να εξηγήσει, προσπαθώντας η ίδια να βρει εξήγηση.

Ξαφνικά η ησυχία έσπασε με τον ήχο ενός σημάντρου. Ακολούθησε άλλος κι άλλος. Σήμαντρα, κωδωνοκρουσίες, ψαλμωδίες.

Ο γιος πήγε στο παράθυρο να δει τι συνέβαινε στο ναό.

Η κυρά-Τσιγιόνο κούνησε το κεφάλι της χαμογελώντας με κατανόηση. «Πέθανε ο δάσκαλος» μουρμούρισε.

ΠάναςΜέλος
13/04/2007, 02:44:48
Έγινε το 17 ο αιώνα στο χωριό Ασαμιμούρα, στην επαρχία Ιγιό. Ο Τοκουμπέι ήταν ο προεστός του χωριού και ο πλουσιότερος άνθρωπος της περιοχής. Στα 40 του δεν είχε κάνει παιδί. Γι αυτό μαζί με τη γυναίκα του έκαναν πολλές προσευχές και τάματα στη θεότητα Φουντό Μίο Ω που είχε το διάσημο ναό Σάιχοτζι.

Μετά από λίγο καιρό η κα Τοκουμπέι έμεινε έγκυος και την κατάλληλη εποχή γέννησε κορίτσι. Η μικρή ονομάστηκε Τσούγιου. Φαινόταν χαριτωμένη. Καθώς η μητέρα δεν είχε αρκετό γάλα, προσέλαβαν την παραμάνα Ο-Σοντέ.

Η Τσούγιου ήταν ένα πανέμορφο κορίτσι, χαρά και καμάρι των Τοκουμπέι, αλλά και της Ο-Σοντέ. Στα 15 της όμως αρρώστησε και οι γιατροί δεν έβρισκαν ούτε την αιτία ούτε γιατρειά. Η Ο-Σοντέ που είχε αρχίσει να γερνά πήγαινε στο ναό Σάιχοτζι καθημερινά και προσευχόταν στη θεά Φουντό να γίνει καλά η Τσούγιου. Και το θαύμα έγινε πάλι! Μετά από 21 μέρες η Τσούγιου ανάρρωσε πλήρως.

Την ίδια μέρα έγινε μεγάλη γιορτή στο σπίτι των Τοκουμπέι, γλέντι τρικούβερτο. Αλλά την ίδια μέρα, η παραμάνα Ο-Σοντέ αρρώστησε βαριά με όλα τα συμπτώματα της Τσούγιου. Οι γιατροί που την εξέτασαν την επόμενη μέρα είπαν ότι ήταν η ίδια αρρώστια και ότι η παραμάνα πέθαινε.

Τότε η Ο-Σοντέ, καθώς η οικογένεια μαζεύτηκε γύρω από το κρεβάτι της, τους είπε: «Προσευχήθηκα στη θεά Φουντό να κάνει καλά την αγαπημένη μας Τσούγιου και να πεθάνω εγώ στη θέση της. Εκείνη έχει όλη τη ζωή μπροστά της ενώ εγώ ούτε σαν παραμάνα δεν μπορώ να υπηρετήσω πια. Γι αυτό μη θλίβεστε. Φεύγω με χαρά και ευγνωμοσύνη. Μόνο να μου κάνετε μια χάρη. Υποσχέθηκα μόλις γίνει καλά η Τσούγιου μας να φυτέψω μια κερασιά στον κήπο του ναού Σάιχοτζι. Μια και δεν μπορώ να το κάνω αυτό, κάντε το εσείς για μένα. Σας ευχαριστώ.»

Την ίδια μέρα κιόλας μια νέα κερασιά φυτεύτηκε καθώς πέθαινε η Ο-Σοντέ. Λένε πως μια πνοή απ' το πνεύμα της μπήκε στην κερασιά που ζει ακόμα και σήμερα κι ανθίζει πάντα στις 16 του δευτέρου μήνα, στην επέτειο ανάρρωσης της Τσούγιου και του θανάτου της Ο-Σοντέ. Την ονόμασαν Ουμπαζακούρα που σημαίνει «κερασιά (ζακούρα) της Παραμάνας (ούμπα)».

ΠάναςΜέλος
13/04/2007, 02:47:40
Στην επαρχία Γιάματο ζούσε ο Ακινοσουκέ που ανήκε στην τάξη των γκόςι, που ήταν γεωμόροι, ανεξάρτητοι καλλιεργητές με δική τους γη, αλλά όφειλαν στρατιωτική υπηρεσία στο ντάιμιο, τον Άρχοντα της επαρχίας. Ένα ζεστό απόγευμα καθόταν με δύο φίλους του κάτω από έναν κέδρο φλυαρώντας μετά από ένα καλό φαγοπότι. Ξαφνικά ένιωσε υπνηλία και την επόμενη στιγμή νόμισε πως αποκοιμήθηκε.

Κι όμως τη στιγμή εκείνη είδε μια άμαξα με συνοδεία να πλησιάζει το σπίτι του. Οι ακόλουθοι βοήθησαν να κατέβει από την άμαξα ένας πλούσια ντυμένος άντρας που έμοιαζε αξιωματούχος κάποιου άρχοντα. Αυτός πλησίασε και υποκλίθηκε στον Ακινοσουκέ λέγοντας: «Αξιότιμε κύριε, είμαι απεσταλμένος του βασιλιά του Τοκόγιο*. Ο βασιλιάς μου σας προσκαλεί στο παλάτι του για σημαντική υπόθεση. Είμαι στη διάθεσή σας με την άμαξα ετούτη.»

*Τοκόγιο: άγνωστη, εξωτική χώρα ή χώρα των ξωτικών.

Σε λίγα λεπτά, όπως φάνηκε στον Ακινοσουκέ, που ένιωθε ότι λειτουργούσαν υπερφυσικές δυνάμεις, βρέθηκαν στην πύλη ενός μεγαλόπρεπου παλατιού. Υπηρέτες και ακόλουθοι έτρεξαν να τον βοηθήσουν να κατέβει από την άμαξα και τον οδήγησαν μέσα από ένα μεγάλο κήπο με πανέμορφα και άγνωστα άνθη στον προθάλαμο του παλατιού, όπου του πρόσφεραν αναψυκτικά. Εκεί, δύο γέροντες, σύμβουλοι του βασιλιά, του ανακοίνωσαν, με ευγένεια αλλά δίχως περιστροφές, ότι η Αυτού Μεγαλειότητα του δίνει την κόρη του Πριγκίπισσα σε γάμο –μια προσφορά που θα τιμούσε και θεούς. Μετά τον έντυσαν σε μετάξια, όπως θα ταίριαζε σε σύζυγο της Εξοχότητας της Πριγκίπισσας και τον οδήγησαν σε μια πελώρια αίθουσα γεμάτη αυλικούς και αξιωματούχους του βασιλείου.

Στην άλλη άκρη τον υποδέχτηκε ευγενικά ο Βασιλιάς, ντυμένος σε χρυσά και καθισμένος στον ψηλό θρόνο του. Πλάι του ήταν η Βασίλισσα και η πανέμορφη Πριγκίπισσα ντυμένη σε μετάξια σαν το γαλάζιο καλοκαιριάτικου ουρανού. Η τελετή του γάμου έγινε αμέσως και οι νιόπαντροι εγκαταστάθηκαν σε δικό τους διαμέρισμα του παλατιού με δικούς τους υπηρέτες. Μετά από μερικές μέρες ο Βασιλιάς κάλεσε πάλι τον Ακινοσουκέ στην αίθουσα ακροάσεων. Εκεί του ανακοίνωσε ότι τον διόριζε κυβερνήτη της νήσου Ράιςου στα νότια του βασιλείου. «Οι κάτοικοί της είναι ήπιοι και νομοταγείς», εξήγησε ο Βασιλιάς, «αλλά τα έθιμα και οι νόμοι τους γενικά πρέπει να αναπροσαρμοστούν στους γενικότερους νόμους του βασιλείου. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι εσύ θα το κατορθώσεις κυβερνώντας τους με καλοσύνη και σύνεση.»

Το πλοίο ήταν έτοιμο και ο άνεμος ούριος. Έτσι ο Ακινοσουκέ αναχώρησε με τη γυναίκα του και την πρέπουσα συνοδεία ευγενών. Μόλις εγκαταστάθηκε στο μέγαρό του στη Ράιςου, στράφηκε στο έργο που του είχε αναθέσει ο πεθερός του βασιλέας. Κάλεσε κοντά του ως συμβούλους τους σοφότερους κατοίκους και με τη βοήθειά τους έκανε τις μεταρρυθμίσεις που χρειάζονταν σε μια περίοδο τριών ετών. Ο Ακινοσουκέ έμεινε στη Ράιςου πολλά χρόνια κυβερνώντας με σύνεση κι απολαμβάνοντας την αγάπη των εργατικών και πρόσχαρων κατοίκων. Στο μεταξύ η γυναίκα του γέννησε πέντε αγόρια και δύο κορίτσια. Μετά όμως αρρώστησε και πέθανε. Την έθαψαν με τιμές σ' ένα λόφο έξω από την πρωτεύουσα και έστησαν ένα μεγαλόπρεπο μνημείο στον τάφο της. Τότε ο βασιλιάς του έστειλε μήνυμα να επιστρέψει στο παλάτι και να γυρίσει στη δική του χώρα, αφήνοντας τα πριγκιπόπουλα στη φροντίδα του παππού τους.

Αυτό έκανε ο Ακινοσουκέ. Είχε ζήσει στο βασίλειο Τοκόγιο 23 ολόκληρα χρόνια. Κι όταν η άμαξα έφτασε στο σπίτι του στην επαρχία Γιαμάτο…

Ξύπνησε πλάι στους δύο φίλους του. Τους διηγήθηκε την περιπέτειά του μα εκείνοι τον διαβεβαίωσαν πως είχε κλείσει τα μάτια του μόνο για λίγα λεπτά. Μετά του είπαν πως μια πεταλούδα πέταξε πάνω από το πρόσωπό του αλλά μόλις πάτησε στο χώμα δίπλα, ένας μεγάλος μύρμηγκας την άρπαξε και την πήρε σε μια τρύπα στις ρίζες του κέδρου. Λίγο πριν αφυπνισθεί ο Ακινοσουκέ, η ίδια πεταλούδα βγήκε και ξαναπέταξε πάνω από το πρόσωπό του κι εξαφανίστηκε!

«Μήπως η πεταλούδα ήταν η ψυχή σου;» τον ρώτησαν.

Γεμάτοι περιέργεια οι τρεις φίλοι έσκαψαν στη ρίζα εκεί που ήταν η τρύπα και βρήκαν μια μεγάλη μυρμηγκοφωλιά περίτεχνα δομημένη σαν πολιτεία. Στη μέση υπήρχε ένας μεγάλος χώρος όπου ένας μεγαλόσωμος μύρμηγκας με κίτρινα φτερά έμοιαζε να δίνει οδηγίες στους υπολοίπους. Πιο πέρα στη μέση μιας λιμνούλας υπήρχε μια νησίδα χώματος και σ' ένα ύψωμα είχε στηθεί ένα γυαλιστερό πετραδάκι ωσάν μνημείο. Θαμμένο από κάτω βρήκαν το πτώμα ενός θηλυκού μυρμηγκιού!

mariasarΜέλος
13/04/2007, 11:21:59
Ο Ριοκάν, ένας δάσκαλος του ΖΕΝ, ζούσε μία πολύ απλή ζωή σε μία φτωχική καλύβα στους πρόποδες ενός βουνού. Κάποιο βράδυ, ένας κλέφτης μπήκε στην καλύβα, αλλά είδε πως δεν υπήρχε τίποτα να κλέψει. Ο Ριοκάν τον αντιλήφθηκε καθώς έφευγε και του είπε:

— Ίσως έκανες μεγάλο ταξίδι για να με επισκεφθείς και δεν είναι σωστό να φύγεις με άδεια τα χέρια. Σε παρακαλώ δέξου σαν δώρο τα ρούχα μου.

Ο κλέφτης τα έχασε! Πήρε τα ρούχα και τα έβαλε στα πόδια. Ο Ριόκαν κάθισε γυμνός και κοιτώντας το φεγγάρι μουρμούρισε:

— Τι κρίμα! Μακάρι να μπορούσα να του χάριζα και αυτό το υπέροχο φεγγάρι!


Μαρία

mariasarΜέλος
13/04/2007, 11:24:43
Ο δάσκαλος του ΖΕΝ Χακουίν εθεωρείτο σαν υπόδειγμα ενάρετου ανθρώπου. Δίπλα του έμενε ένας μανάβης με την γυναίκα του και την όμορφη κόρη του. Κάποια μέρα οι γονείς της διαπίστωσαν ότι η κόρη τους ήταν έγκυος. Εξαγριωμένοι ζητούσαν επίμονα από την κόρη τους να τους πει ποιος είναι ο πατέρας. Μετά από πολλή πίεση ομολόγησε τον Χακουίν. Έξω φρενών ο πατέρας της πήγε στο δάσκαλο να ζητήσει εξηγήσεις αλλά η μόνη απάντηση που πήρε από τον Χακουίν ήταν:

— Ώστε έτσι ε;

Όταν γεννήθηκε το παιδί το πήραν στον Χακουίν ο οποίος είχε ήδη χάσει το καλό του όνομα και φήμη, πράγμα το οποίο δεν τον στεναχώρησε καθόλου. Εκείνος πήρε το παιδί και το φρόντιζε όσο καλύτερα μπορούσε. Δεν πέρασε ένας χρόνος και το κορίτσι ομολόγησε ότι ο πατέρας του παιδού ήταν ένας νεαρός από την ψαραγορά. Ο πατέρας της τότε πήγε στον Χακουίν να ζητήσει συγνώμη και να πάρει πίσω το παιδί. Καθώς ο Χακουίν του παρέδιδε το παιδί είπε:

— Ώστε έτσι ε;


Μαρία

mariasarΜέλος
13/04/2007, 11:43:46
Μια φορά κι ένα καιρό ζούσε στους πρόποδες ενός βουνού ένας γερο-βοσκός. Το κοπάδι του, 33 πρόβατα, τα αγαπούσε πιο πολύ κι απ’ το χρυσάφι, μιας και γι αυτόν το χρυσάφι δεν είχε καμιά αξία, ενώ τα πρόβατά του ήταν όλη η ζωή του.
Καλούσε το καθένα με τ’ όνομά του, σεβόταν τον χαρακτήρα του, και του φερόταν ανάλογα. Κάθε πρωί και απόγεμα τα έβγαζε να βοσκήσουν, το μεσημέρι ξεκουραζόταν και το βράδυ σκεφτόταν. Αυτός ο άνθρωπος, τι περίεργο, δεν είχε μάθει ποτέ ούτε να διαβάζει, ούτε να γράφει, αλλά είχε μια μανία να ονειροπολεί.
Είχε φτιάξει λοιπόν με τη φαντασία του μια ιστορία και κάθε βράδυ έμπαινε σ’ αυτή και τη συνέχιζε.
Ήταν αυτοκράτορας, λέει, σε μια αχανή χώρα που απλωνόταν σ’ ολόκληρη τη Γη. Προσπαθούσε να βασιλεύει με δικαιοσύνη κι αγάπη. Αλλά τα προβλήματα των ανθρώπων ήταν τεράστια πάνω απ΄ τις δυνάμεις του. Γρήγορα κατάλαβε ότι μόνος, κλεισμένος στον πύργο του, δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα. Κι έτσι διόρισε 33 βασιλιάδες, τον καθένα σε ένα απ΄ τα 33 βασίλεια που χώρισε τον κόσμο.
Επαναστάσεις, λοιμοί, λιμοί, προδοσίες, πυρκαγιές, καταποντισμοί μαίνονταν στα 33 βασίλεια. Πολύ σύντομα αποδείχτηκαν κι οι 33 άρχοντες ανεπαρκείς. Άλλοι βασίλεψαν σκληρά, άλλοι προάσπισαν μόνο το συμφέρον τους, άλλοι προσπαθούσαν χωρίς αποτέλεσμα, κι έτσι σύντομα κι αυτοί βρήκαν σα μόνη λύση να κλειστούν κι αυτοί στους πύργους τους.
Επειδή όμως η κατάσταση χειροτέρευε σκέφτηκαν σαv μια λύση να διορίσει ο καθένας τους από 33 δούκες, σε καθένα από τα 33 δουκάτα, στα οποία χώρισαν το κάθε βασίλειο.
Το αποτέλεσμα ήταν οικτρό. Άρχισαν οι δούκες να πολεμούν μεταξύ τους προσπαθώντας να αποσπάσουν όσο το δυνατόν περισσότερα εδάφη από τα γειτονικά τους δουκάτα. Πόλεμοι, σφαγές, αιματοχυσίες, το κακό σε όλο του το μεγαλείο. Στέλνουν λοιπόν οι δούκες αγγελιοφόρους, ζητώντας απ΄ τους βασιλιάδες τους υποστήριξη. Οι βασιλιάδες βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση γιατί δεν μπορούσαν να πάρουν το μέρος του ενός ή του άλλου δούκα, μια και ήταν όλοι δικοί τους υπήκοοι. Κι έτσι οι βασιλιάδες έστειλαν κι αυτοί αγγελιοφόρους στον αυτοκράτορα, ζητώντας τη συμβουλή τους.
Και τότε ο αυτοκράτορας πήρε τη μεγάλη απόφαση. Βγήκε απ΄ τον πύργο του για να δει αυτός ο ίδιος την κατάσταση.
Έριξε τη γέφυρα πάνω απ΄ τη τάφρο, διέσχισε βουνά, ποτάμια, κι αμέτρητες κοιλάδες κι έφτασε στα βασίλεια και τα δουκάτα του.
Δεν πίστευε στα μάτια του. Παντού πόνος, προδοσία και θάνατος. Ένιωσε τρόμο, του ήρθε να το βάλει στα πόδια, να γυρίσει πίσω και να κλειστεί και πάλι στον πύργο του και να μη ξανακούσει ποτέ για τους υπηκόους του. Σε μια στιγμή όμως, καθώς αντίκρισε τα μάτια ενός παιδιού, κατάλαβε ότι στην πραγματικότητα όλοι αυτοί γύρω του δεν ήταν δούλοι του, κάποιοι αδιάφοροι γι΄ αυτόν υπήκοοι, αλλά μέλη του, σώμα του. Θα ήταν ανώφελο. Θα πονούσε ακόμη κι αν κλεινόταν στο πύργο του, χωρίς να μαθαίνει πια το παραμικρό γι΄ αυτούς.
Ποιο ήταν άραγε το κλειδί; Πώς αυτός, ένας άνθρωπος σαν κι αυτούς, θα έφερνε την ειρήνη και τη δικαιοσύνη σε εκατομμύρια ανθρώπους;
Μπροστά σ΄ αυτή την ανείπωτη αδυναμία προσευχήθηκε στον πατέρα του κι εκείνος του είπε : «Μόνο αν δεχτείς να νιώσεις και να περάσεις τους πόνους, τις διαψεύσεις, τις αποτυχίες, τη σκληρότητα και την αδιαφορία τους».
Κι εκείνος του είπε : «Μα μπορεί ποτέ κάποιος, ένας και μόνο άνθρωπος, να αντέξει κάτι τέτοιο;»
Κι ο πατέρας του απάντησε : «Φυσικά όχι. Θα υποστείς ένα πόνο ανείπωτο, και θα συντριβείς κάτω απ΄ αυτόν».
Κι ο αυτοκράτορας δέχτηκε. Πέρναγε απ΄ τον καθένα, κι έπαιρνε τον πόνο του, κι όσο αυτός βάραινε οι άλλοι ελάφραιναν. Κι όσο αυτός σκοτείνιαζε, οι άλλοι φωτίζονταν. Και στο τέλος ο πόνος έγινε αβάσταχτος και τον λάβωσε ανεπανόρθωτα.
Ο ήλιος άρχισε να βγαίνει αδιόρατα. Οι ροζ ανταύγειες φώτισαν το πρόσωπο του γερο-βοσκού. Αυτή τη φορά η ιστορία του είχε φτάσει στο τέλος της κι εκείνος μη έχοντας πια τι άλλο να ονειρευτεί, άφησε τον κόσμο αυτό, όπως κι ο αυτοκράτορας.
Ένα μικρό παιδί απ΄ το γειτονικό χωριό τον βρήκε χαμογελαστό με ένα παρακλητικό ύφος σαν να του έλεγε : «Σε παρακαλώ τα πρόβατά μου». Κι εκείνος τα αγκάλιασε ένα, ένα και τα έβγαλε να βοσκήσουν. Το αγόρι δεν ήξερε να διαβάζει ούτε να γράφει. Είχε όμως το πάθος να ονειρεύεται ένα κόσμο γεμάτο αγάπη και ειρήνη…


Μαρία

mariasarΜέλος
13/04/2007, 12:02:44
Ένας σοβαρός νεαρός βρήκε τις αντιφάσεις της Αμερικής στα μέσα του 20ου αιώνα γεμάτες σύγχυση. Κατέφυγε σε πολλούς ανθρώπους, αναζητώντας ένα τρόπο να αντιμετωπίσει τις εσωτερικές έριδες που τον βασάνιζαν, χωρίς όμως επιτυχία.
Μια νύχτα σε μια καφετέρια, ένας αυτομυημένος Δάσκαλος του Ζεν του είπε: «Πήγαινε στην παρηκμασμένη έπαυλη σ' αυτή τη διεύθυνση που σου έχω γράψει εδώ. Μην μιλήσεις σε αυτούς που ζουν εκεί! Πρέπει να παραμείνεις σιωπηλός μέχρι να ανατείλει το αυριανό φεγγάρι. Πήγαινε στο μεγάλο δωμάτιο στα δεξιά του κεντρικού διαδρόμου, κάθισε εκεί στη στάση του Λωτού, στην κορυφή του σωρού με τα μπάζα, πρόσωπο προς τη βορειοανατολική γωνία, και διαλογίσου!»
Έκανε όπως του υπέδειξε ο Δάσκαλος. Ο διαλογισμός του όμως συχνά διακοπτόταν από τις ανησυχίες του. Ανησυχούσε εάν οι εναπομείναντες υδραυλικές εγκαταστάσεις του μπάνιου στο 2ο όροφο θα κατέρρεαν κι αυτές να κάνουν παρέα στους σωλήνες και τα υπόλοιπα σκουπίδια πάνω στα οποία καθόταν. Ανησυχούσε για το πώς θα ήξερε πότε θα ανέτειλε το φεγγάρι την επόμενη νύχτα. Ανησυχούσε για το τι έλεγαν για αυτόν οι άνθρωποι που περνούσαν μέσα από το δωμάτιο.
Οι ανησυχίες του και ο διαλογισμός του διεκόπησαν όταν, σαν σε δοκιμασία της πίστης του, περιττώματα έπεσαν από το μπάνιο του δευτέρου ορόφου πάνω του. Την ίδια στιγμή δύο άτομα προχώρησαν μέσα στο δωμάτιο. Ο πρώτος ρώτησε τον δεύτερο ποιος ήταν εκείνος που καθόταν στη γωνία. Ο δεύτερος απάντησε: «Μερικοί λένε πως είναι Άγιος. Άλλοι πάλι λένε πως είναι σκατοκέφαλος».
Ακούγοντας αυτά, ο νεαρός Διαφωτίστηκε.


*Το παρών απόσπασμα είναι από το Principia Discordia γραμμένο από τον Μαλακλύπα τον Νεώτερο (Malaclypse the Younger)


Μαρία

Edited by - mariasar on 13/04/2007 12:16:20

mariasarΜέλος
13/04/2007, 13:05:47
Ένας μοναχός είδε μια χελώνα στον κήπο του μοναστηριού του Νταϊζούι και ρώτησε τον δάσκαλο: «Όλα τα ζώα σκεπάζουν τα κοκάλα τους με σάρκα και δέρμα. Γιατί αυτό το ζώο σκεπάζει τη σάρκα και το δέρμα του με κόκαλα;»

Τότε ο δάσκαλος Νταϊζούι έβγαλε το σανδάλι του και σκέπασε μ' αυτό τη χελώνα.


Μαρία

mariasarΜέλος
13/04/2007, 13:08:18
Δύο μοναχοί διαφωνούσαν σχετικά με μια σημαία. Ο ένας είπε, «η σημαία κινείται». Ο άλλος απάντησε, «ο άνεμος κινείται». Ένας δάσκαλος έτυχε να περνάει. Τους είπε: «Ούτε ο άνεμος, μα ούτε και η σημαία. Το μυαλό σας κινείται».

Άνεμος, σημαία, κινήσεις του νου.
Η ίδια κατανόηση.
Όταν ανοίγει το στόμα
Όλα είναι λάθος.

Μαρία

mariasarΜέλος
13/04/2007, 13:10:11
Ένας μοναχός ρώτησε τον Νανσέν: «Υπάρχει κάποια διδασκαλία που δεν έχει ειπωθεί ποτέ από κάποιον δάσκαλο;» Ο Νανσέν είπε, «ναι υπάρχει. «Ποια είναι αυτή;» ρώτησε ο μοναχός. Ο Νανσέν απάντησε: «Δεν είναι νους, δεν είναι Βούδας, δεν είναι τίποτα.»

Ο Νανσέν ήταν καλός και έχασε το θησαυρό του.
Αληθινά, οι λέξεις δεν έχουν δύναμη.
Ακόμα και αν το βουνό γίνει θάλασσα,
Οι λέξεις δεν μπορούν να ανοίξουν τον νου.


Μαρία

mariasarΜέλος
13/04/2007, 13:16:31
Μία μέρα ο Μαντζούσρι, διδάσκαλος (βουδισάτβα) της σοφίας, επισκέφτηκε μία συγκέντρωση φωτισμένων. Όταν έφτασε, όλοι είχαν φύγει εκτός από τον Βούδα Σακυαμούνι και ένα κορίτσι, που καθόταν σε ένα χώρο με απαράμιλλη αγνότητα και είχε πέσει σε βαθύ διαλογισμό. Ο Μαντζούσρι ρώτησε τον Βούδα, πως ήταν δυνατόν ένα απλό κορίτσι να μπορεί να φτάσει σε τέτοιο βαθύ διαλογισμό, που ούτε εκείνος δεν μπορούσε να επιτύχει. Ο Βούδας αποκρίθηκε, «κάνε την να βγει από το διαλογισμό και ρώτησέ την μόνος σου».

Έτσι ο Μαντζούσρι έκανε τρεις στροφές γύρω από την κοπέλα (τρόπος για να δείξει την ευλάβειά του) και μετά χτύπησε τα δάχτυλά του. Εκείνη απέμεινε σε βαθύ διαλογισμό. Μετά προσπάθησε να την αποσπάσει, χρησιμοποιώντας όλες τις μαγικές του δυνάμεις - προσπάθησε ακόμα και να την μεταφέρει στους υψηλότερους ουρανούς. Τίποτε δεν πετύχαινε, τόσο βαθιά ήταν η συγκέντρωσή της. Αλλά ξαφνικά, κάτω από τη γη ξεπήδησε ο Μόμυο, που δεν ήταν φωτισμένος. Χτύπησε μία φορά τα δάχτυλά του και το κορίτσι ξύπνησε.

Μαρία

ΠεντάλφαΝέο Μέλος
04/01/2009, 02:52:06
Θα μπορούσε κάποιος να μου εξηγήσει τι είναι το Ινστιτούτο Ασάνα; Ευχαριστώ

catos

___________________________________________________________
ΤΟ ΘΕΜΑ ΜΕΤΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ ΑΠΟ καλησπέρα...
ΣΕ Ερώτηση σχετικά με το Ινστιτούτο Ασάνα.
05/01/2009
___________________________________________________________

04/01/2009, 13:14:12
Πεντάλφα καλώς ήρθες στο ESOTERICA και χρόνια πολλά και καλή χρόνια .

Για το Ινστιτούτο Ερευνών Asana μπορείς να βρεις πληροφορίες στο συγκεκριμένο λινκ…

Ινστιτούτο Ερευνών Asana

Όπως και κάθε τι που σε ενδιαφέρει να ψάξεις, αλλά και κάθε νέο θέμα που θέλεις να ανοίξεις, θα πρέπει πρώτα από την αναζήτηση που υπάρχει επάνω αριστερά να δεις αν υπάρχει κάποιο παρόμοιο, ώστε να μην έχουμε διπλά θέματα .

Σ’ ευχαριστώ .


05/01/2009, 09:04:54
ΤΟ ΘΕΜΑ ΜΕΤΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ ΑΠΟ καλησπέρα... ΣΕ Ερώτηση σχετικά με το Ινστιτούτο Ασάνα.





==========================================================







Αγαπητέ Πεντάλφα, καλώς ήλθες στα Forums του Esoterica.
Σου εύχομαι καλή συνέχεια.

Όπως σου εξήγησε πολύ σωστά κι ο elo, θα ήταν καλό προτού ανοίξουμε ένα νέο θέμα να συμβουλευόμαστε την Αναζήτηση (επάνω αριστερά στην οθόνη).
Εκεί μπορείς να υποβάλλεις τις κατάλληλες λέξεις - κλειδιά για το θέμα που σε ενδιαφέρει κι αν κλικάρεις στην επιλογή Αναζήτησε!, θα βρεις όλες τις παλιότερες σχετικές συζητήσεις.
Εάν υπάρχει κάποια ενεργή, μπορείς να τηην διαβάσεις και να καταθέσεις τα ερωτήματα σου ή και τις απόψεις σου ώστε να αποφύγουμε τα διπλά θέματα και να έχουμε όλες τις παρεμφερείς απόψεις συγκεντρωμένες σε ένα θέμα.

Σχετικά με το Ινστιτούτο Ασάνα, μπορείς να διαβάσεις κάποια πράγματα και να σχηματίσεις μια άποψη για το πως έχουν τα πράγματα στο σχετικό θέμα (κλίκαρε στον παρακάτω τίτλο για να μπεις κατευθείαν):

Ινστιτούτο Ερευνών Asana

Το παρόν θέμα λοιπόν απενεργοποιείται εφόσον η συζήτηση μπορεί να συνεχιστεί στο ήδη υπάρχον.

Επίσης, θα μεταφερθεί σύντομα στην Κατηγορία .-= ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ =-. από την Κατηγορία .-= Η ΣΟΦΙΑ =-. όπου ανοίχθηκε αρχικά.






In anticipation of my resurrection...