- Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο 5ος κι η Ελληνική Επανάσταση - .-= ΜΥΘΟΣ & ΘΡΗΣΚΕΙΑ =-.
quote:
EPAITHS: EPAITHS Ο αφορισμός έφερε αμηχανία και απογοήτευση σε όλους τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας δέν χρειάστηκε να βρεθεί ο ασήμαντος Καλεβράς του συγγραφέα μου Κορδάτου, το λέει η απλή λογική.
ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΑΦΟΡΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΥΨΗΛΑΝΤΗ
Αγαπητέ Αναγνώστη
Η απλή λογική, λέει ότι ένας θρησκευτικός αφορισμός, μπορεί όντως να έχει επιπτώσεις σε θρησκευόμενους έως θρησκόληπτους πληθυσμούς. Άλλωστε, μέχρι την περίπτωση του Υψηλάντη, οι αφορισμοί της Εκκλησίας (ή οι απειλές περί αφορισμών) έπιαναν τόπο και χρησιμοποιούνταν ακόμα και προληπτικώς για αδικήματα του κοινού ποινικού δικαίου.
Είπαμε όμως, να καταφέρουμε να δούμε τα γεγονότα της εποχής με φρέσκα ματιά και χωρίς προλήψεις, υπονοούμενα και υπαινιγμούς. Και αυτό, πρωτίστως σημαίνει να βασιστούμε στα όσα δεδομένα διαθέτουμε, προκειμένου να δούμε την έκταση των επιπτώσεων του αφορισμού, το είδος των επιπτώσεων και τις αντιδράσεις που οι επιπτώσεις αυτές προκάλεσαν.
Ας δούμε τι αναφέρει σχετικά, ο Ιωάννης Φιλήμων στο «Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως»: «…ίνα λάβωσι δημοσιότητα πλατυτέραν ταύτα πάντα, ειδικοί έξαρχοι απεστάλησαν μετά πάσης σπουδής και κατά πάσας τας διευθύνσεις, φέροντες και ετέρας του πατριάρχου εγκυκλίους (σ.σ. πρόκειται για την επιστολή κοινοποίησης του αφορισμού που παρέθεσα παραπάνω), νουθετικάς προς τους εκκλησιαστικούς και πολιτικούς προϊσταμένους. Ειδικώτερον δε, εκ των αρχιερέων διετάγησαν δια την αυτήν υπηρεσίαν τρεις και ανεχώρησαν απνευστί, ο μεν Ρέοντος Διονύσιος εις την Πελοπόννησον, ο δε Ναυπάκτου και Άρτης, Άνθιμος εις την Στερεάν και τις άλλος εις το Αιγαίον, ως τα μάλλον ύποπτα μέρη (…) Ολίγω προ της 23ης Μαρτίου, (σ.σ. εδώ ο Φιλήμων κάνει σφάλμα στην ημερομηνία, καθώς ο αφορισμός συνετάχθη την 11η Μαρτίου) επέμφθησαν και εγκύκλιος του πατριάρχου και συνοδικός αφορισμός εις τας ηγεμονείας Βλαχίας και Μολδαυίας, συστάσει της πύλης προς τα εν Κωνσταντινουπόλει προσβεία και τούτων πάλιν προς τους εν ταις Ηγεμονείαις προξένους, κατά του Υψηλάντου και των υπ’ αυτόν επαναστατών. Και εκεί μεν αποτέλεσμα ουσιώδες επήνεγκον ταύτα δια το πνεύμα των ιθαγενών αρχόντων και την σύντονον επενέργειαν των διαφόρων προξένων, περιλαμβανομένου μεταξύ αυτών και του ρωσσικού Αλεξάνδρου Πίνη, δυτικού τω δόγματι. Εν τη Πελοποννήσω όμως, τω Αιγαίω και πολλαίς της στερεάς επαρχίαις τα τοιαύτα εξενώτισαν. Εν δε τη Αιτωλία και Ακαρνανία, Άρτη και Ασπροποτάμω, Αγραία και Κρήτη, Ολύμπω και εφεξής, καίτοι αναγνωσθέντα, ηκούσθησαν ως «φωνή βοώντος εν ερήμω», διότι βραδύτερον επανέστσαν και αύται. Ουχί άρα χάττια και φιρμάνια, αφοριστικά και εγκύκλιοι, τα μεν απάτη στυγερά, τα δε βίας εσχάτης έργα, απετέλεσαν την ακινησίαν των άλλων επαρχιών, αλλά μόνη η κατά πολλούς λόγους επικειμένη αδυναμία. Τις ποτέ των ορθοδόξων Ελλήνων ουκ εσεβάσθη εν πνεύματι καρδίας τας πράξεις και νουθεσίας του πατριάρχου; Αλλά και τις εξ αυτών ηγνόει επί της παρούσης εποχής, ότι οι λόγοι του πατριάρχου ήσαν αλλότριοι όλως του πνεύματος της εκκλησίας, επιβεβλημένη θέλησις του τυράννου;»
Αξίζει να σημειωθεί, ότι οι δύο αρχιερείς για τους οποίους γράφει ο Φιλήμων ότι εστάλησαν με τους πατριαρχικούς αφορισμούς παραμάσχαλα, συμμετείχαν στα επαναστατικά δρώμενα της εξεγερμένης Ελλάδας. Ο Ρέοντος Διονύσιος, καταγράφεται στα Αρχεία της Εθνικής Παλιγγενεσίας να συμμετέχει μεταξύ άλλων και στην Επιτροπή που συνέταξε για λογαριασμό της Εθνοσυνέλευσης του Άστρους (1823), τον πρώτο ποινικό κώδικα της ελεύθερης Ελλάδας, μαζί με τον επίσκοπο Ταλαντίου, τους ιερομονάχους Βενιαμίν Λέσβιο, Γεράσιμο Παπαδόπουλο και Γρηγόριο Κωνσταντά, και τους αγωνιστές, Πανούτζο Νοταρά, Ιωάννη Ζαΐμη, Γεώργιο Αινιάν και Ιωάννη Κοντουμά, «ερανειζομένη από τους νόμους των ημετέρων αειμνήστων βυζαντινών αυτοκρατόρων (σ.σ. για να μην ξεχνιώμαστε…) και άλλοθεν». Ο Άνθιμος από την άλλη, καθυστέρησε να μετάσχει στο πολιτικό γίγνεσθαι της απελευθερωμένης Ελλάδας, καθώς μέχρι το 1825, ήταν φυλακισμένος των Τούρκων, οι οποίοι ποτέ δεν πίστεψαν πως μετέβαινε στην Ελλάδα για να διαδώσει τους αφορισμούς (βλ. Πέτρου Γεωργαντζή: «Ο ‘’αφορισμός’’ του Αλέξανδρου Υψηλάντη», Καβάλα 1998)
Ας αφήσουμε όμως τον Φιλήμωνα και ας δούμε τι γράφει ένας αγγλόφιλος εκσυγχρονιστής και διόλου «πατριαρχικός» ιστορικός και πολιτικός – ο Σπυρίδων Τρικούπης: «Τα κεραυνοβόλα ταύτα έγγραφα, υπεγράφησαν εις πλειοτέραν φρίκην επί της αγίας Τραπέζης και εστάλησαν δι’ εξάρχων εις τας επαρχίας. Και εν μεν ταις ηγεμονείαις έφεραν αποτέλεσμα, αλλ’ όχι και εν τη Ελλάδι. Τοιαύτα έγγραφα εκίνησαν άλλοτε τους ευλαβείς λαούς της Ελλάδος κατά των κλεπτών. Αλλ’ οι καιροί δεν ήσαν οι αυτοί, και ο σημερινός αγών ήτον υψηλής φύσεως. Δια τούτο, ούτε αι εκκλησιαστικαί αύται παραινέσεις ησύχασαν ως άλλοτε τους Έλληνας, ούτε αι απειλαί τους ετάραξαν, ούτε οι αφορισμοί και αι κατάραι τους αφώπλισαν».
Και οι δύο ιστορικοί μας, αναγνωρίζουν ότι τα αφοριστικά δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα στην Ελλάδα. Ειδικά οι Ρουμελιώτες, είχαν κάθε λόγο να θυμούνται την αρχική ενημέρωση που τους είχε παράσχει ο Υψηλάντης, πριν στείλει ο Γρηγόριος τα πρώτα αφοριστικά κατά του κινήματος του Αλήπασα (βλ. αναγνώστη στη σελ. 27 την παράγραφο με τίτλο «ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΥΨΗΛΑΝΤΗ (Μέρος 3ον) ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ «ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ»). Συμφωνούν ωστόσο, ότι οι επιστολές του Πατριάρχη είχαν επίπτωση στη Μολδοβλαχία – ενώ ο Φιλήμων δίνει και τη διάσταση της ενίσχυσης των εντυπώσεων αυτών, εκ μέρους των ξένων πρεσβειών και δη της Ρωσίας.
Έχουμε στοιχεία αναγνώστη για το τι συνέβη στη Μολδοβλαχία; Ο Γεώργιος Λάιος, στο έργο του «Ανέκδοτες επιστολές και έγγραφα του 1821» μας δίνει μια μικρή εικόνα:
Ο ΓΙΩΡΓΑΚΗΣ ΟΛΥΜΠΙΟΣ ΕΙΣΒΑΛΕΙ ΣΤΟ ΝΑΟ ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΤΟΥ ΑΦΟΡΙΣΜΟΥ. ΟΙ ΠΡΟΚΡΙΤΟΙ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΝΑ ΣΤΗΡΙΖΟΥΝ ΤΟΝ ΥΨΗΛΑΝΤΗ…
Ο αυστριακός Κάρολος Goll, ο οποίος δρα στο Βουκουρέστι ως άτυπος ανταποκριτής της αυστριακής εφημερίδας “Allgemaine Zeitung” στέλνει στις 14 Απριλίου του 1821, επιστολή προς τον αρχισυντάκτη της, στον οποίον γράφει μεταξύ άλλων τα εξής:
«Την ίδια μέρα (σ.σ. 8 Απριλίου 1821), διαβάστηκε η προκήρυξη του ηγεμόνα Καλλιμάχη μαζί με τον αφορισμό του Πατριάρχη, σε δυο εκκλησίες. Αλλά στη δεύτερη εκκλησία, όταν η ανάγνωση μπροστά στο λαό είχε φθάσει μέχρι τη μέση, εισόρμησε μέσα ο Γιωργάκης Ολύμπιος και απαγόρεψε να διαβαστεί παρακάτω. Σ΄αυτήν την προκήρυξη, που είναι ένα ολόκληρο φύλλο, γνωστοποιείται στον Μητροπολίτη, στους Επισκόπους, στους Βογιάρους και στο λαό η αποπλανητική επίθεση του Υψηλάντη και διαβεβαιούται ότι η Πύλη και η Ρωσία ευρίσκονται σε αρμονικές σχέσεις. Επομένως, όχι μόνο δεν πρέπει να παρασυρθούν με το μέρος των επαναστατών παρά πρέπει να αρπάξουν τα όπλα και να εξοντώσουν τον κοινό εχθρό. Γενικά η προκήρυξη υπόσχεται ηγεμονική αμοιβή σε κείνους που θα το κάμουν αυτό, ενώ αντιθέτως θάνατος και χαμός τους περιμένει εκείνους, που άμεσα ή έμμεσα θα πάρουν το μέρος του Υψηλάντη. Αλλά η προκήρυξη αυτή, έμεινε χωρίς καμιά επίδραση, τόσο στο Μητροπολίτη, όσο και στους Βογιάρους. Μόνο οι Βογιάροι δευτέρας τάξεως και η εμπορική τάξη απεφάσισαν να μείνουν ουδέτεροι και να περιμένουν την εξέλιξη των γεγονότων. Αντιθέτως τις τελευταίες ημέρες κατέφθασαν νεαροί Έλληνες από την Οδησσό, από τη Βιέννη, από τη Βουδαπέστη και επερίμεναν την άφιξη του Υψηλάντη για να αναλάβουν υπηρεσία…
…ΜΕΧΡΙ ΠΟΥ ΕΝΗΜΕΡΩΝΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗ ΡΩΣΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΙΕΡΑ ΣΥΜΜΑΧΙΑ. ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΗΘΙΚΗ ΣΥΝΤΡΙΒΗ
(…) Στις 10 Απριλίου το απόγευμα, ήρθε το ταχυδρομείο και έφερε την εφημερίδα που δημοσιεύει τη δήλωση και την απάντηση των Μοναρχών για το Θόδωρο (σ.σ. τον Βλαδιμηρέσκου) και για τον Υψηλάντη. Η κατάπληξη που κατέλαβε τους Έλληνες υπήρξε απερίγραπτη, προ παντός του Σκουφά, ο οποίος έχει νοικιάσει την ταχυδρομική συγκοινωνία εδώ και στη Μολδαυία. Από όλες τις μεριές ακούεται να λένε: «είμαστε χαμένοι!» και οι περισσότεροι από εκείνους, που μέχρι τη στιγμή αυτή εμάζευαν στρατό για τον Υψηλάντη, έβγαλαν διαβατήρια για τις αυστριακές χώρες…
(…)Στις 12 του μηνός, ήταν πια οριστικό ότι 700 Τούρκοι έφτασαν από τη Σιλίστρια στο Kalarasch και από εκεί στο Obelischtje. Τότε η σύγχυση έφτασε στο κατακόρυφο. Ο Υψηλάντης μεταξύ άλλων έδωκε τη διαταγή, να παρθούν πίσω τα υφάσματα που είχαν δοθεί στους ράφτες για να φκιάσουν στρατιωτικές ενδυμασίες. Ούτε ρωτούσαν καν, αν ήταν έτοιμες ή κομμένες κι άραφτες. Τις επήραν πίσω έτσι όπως ήταν, και το ίδιο βράδυ ο Υψηλάντης απεχώρησε με 300 άντρες προς το Τεργοβίστι.
Στις 13 Απριλίου τον ακολούθησε ο Δούκας με την οπισθοφυλακή από 3000 άντρες περίπου. Οι Έλληνες εξέφρασαν τη γνώμη, ότι ο Υψηλάντης ήθελε να κάμει ένα στρατηγικό ελιγμό. Αλλά όλοι ξέρουμε πολύ καλά τον ελιγμό του. Απλούστατα θέλει να πιάσει το βουνό. Όταν 3000 στρατός φεύγει με τέτοια βιασύνη μπροστά σε 700 άντρες, τότε μπορεί κανείς να κρίνει τι είδους ελιγμός είναι αυτός. Πού είναι οι 3000 μπαγιονέττες, τα 30 κανόνια, οι λόγχες, τα κοντάρια; Όλα τα παράτησαν στη μέση κι έφυγαν.
Μέχρι το μεσημέρι της 14ης Απριλίου, δεν είδε κανείς εδώ, ούτε έναν Τούρκο. Εν τούτοις η προσωρινή κυβέρνηση, δηλαδή ο Μητροπολίτης, ο βεστιάρης Βαλιάνου, ο σπαθάρης κλπ. ετοιμάζονται να δραπετεύσουν, γιατί κι αυτοί επίσης φοβούνται τους Τούρκους, επειδή επέτρεψαν στο Βουκουρέστι όλες αυτές τις επαναστατικές ταραχές…»
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΣ: «ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΣ Ο ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ!»
Ένα δεύτερο εξαιρετικά ενδιαφέρον στοιχείο, συνιστά η επιστολή του αγωνιστή Αναστάσιου Εμμ. Παπά από τη Βιέννη, προς τον αδελφό του Αθανάσιο. Η επιστολή φέρει την ημερομηνία 18 Απριλίου. Στο εξαιρετικά συγκινητικό αυτό γράμμα, ο Παπάς, γνωστοποιεί στον αδελφό του ότι πρόκειται να κατέβει να πολεμήσει στο πλευρό των αγωνιζομένων Ελλήνων, αφήνοντας την ασφάλεια της Βιέννης. Παραθέτω ένα απόσπασμα της ρομαντικής αυτής επιστολής που καταγράφει (προφανώς μεταγλωττισμένα στη δημοτική) ο Λάιος:
«Το αποφάσισα, ναι, το αποφάσισα! Έχετε γεια! Σπεύδω προς τα ένδοξα πεδία των μαχών του Μαραθώνα και των Θερμοπυλών! Εκεί με περιμένει το στεφάνι ενός πραγματικού στρατιώτη, ή ίσως ακόμα και ο θάνατος. Αλλά για μένα είναι το ίδιο. Ο θάνατος για την Πατρίδα είναι το γλυκύτερο χάρισμα. Ας γίνει ό,τι μου κλώθει η μοίρα μου. Αν πεθάνω, μη λυπάσαι αδερφέ μου! Για την Πατρίδα πεθαίνω ευχαρίστως. Το ξέρεις πόσες φορές έδειξα τόλμη στη ζωή μου απλώς για να γνωρίσω τον κόσμο. Τώρα τον έμαθα κάπως, μπορούσα λοιπόν να μείνω αδιάφορος; Αυτό μη μου το ζητάτε, γιατί κάνετε θανάσιμο αμάρτημα. Χτες εδιάβασα τις κατάρες και τους εξορκισμούς του Πατριάρχη και της Συνόδου ενάντια στους επαναστάτες και σε κείνους που τους ακολουθούν. Αλλά τέτοιοι εξορκισμοί δεν έχουν πέραση, γιατί είναι φκιαγμένοι κατά διαταγή του Σουλτάνου. Ο σκοπός μας είναι ιερός και τέτοιες γυναικείες κατάρες δεν τον πιάνουν. Δώσε κουράγιο στη μητέρα μας και διαβεβαίωσέ την, ότι σε μένα θα βρει ένα πραγματικό παλληκάρι και μάλιστα πολύ γρήγορα. Έτσι μου λέει η θεία Πρόνοια».
ΣΧΟΛΙΟ: Με τα ως άνω δεδομένα αναγνώστη, εγώ προσωπικά καταλήγω στα εξής συμπεράσματα:
1) Ο αφορισμός προκάλεσε όντως αμηχανία και απογοήτευση σε μερίδες των τοπικών κοινωνιών της Μολδοβλαχίας, όπου εκστράτευε ο Υψηλάντης, απείρως όμως μικρότερη εκείνης που προήλθε από την καταδίκη της Επανάστασης εκ μέρους της Ρωσίας.
2) Ο αφορισμός προκάλεσε την ουδετεροποίηση και επιφυλακτικότητα ορισμένων μεσαίων στρωμάτων των εν λόγω κοινωνιών, ενώ οι ηγεσίες εξακολουθούσαν να στηρίζουν τον Υψηλάντη, πεπεισμένες για την αλήθεια των υποσχέσεων περί ρωσικής βοήθειας - η αποφασιστική δε, στάση του ήρωα Γεωργάκη Ολύμπιου, πιθανότατα να έδωσε την τονωτική ένεση ψυχραιμίας που χρειαζόταν ο απλός λαός.
3)Η καταδίκη της Επανάστασης εκ μέρους του Τσάρου και του Καποδίστρια, έφερε ωστόσο την απόγνωση: Και ο παραμικρός δισταγμός, ελιγμός, αμφιβολία, διογκωνόταν, ανατροφοδοτώντας το κλίμα της απελπισίας. Κάτι τέτοιο, αναμφίβολα προκαλούσε αναταραχή και στο ήδη ανομοιογενές στράτευμα του Υψηλάντη, που πλέον άρχισε να καταλαβαίνει ότι είχε εγκαταλειφθεί μονάχο απέναντι στους Τούρκους.
4) Ακόμα και οι Έλληνες της Διασποράς κατανοούσαν ότι ο Πατριάρχης αφόριζε την Επανάσταση κατ’ ανάγκην. Ο Παπάς καταλογίζει στον Γρηγόριο γυναίκεια συμπεριφορά («αδερφίστικη» θα λέγαμε σήμερα στην καθομιλουμένη), χωρίς να γνωρίζει βεβαίως στη Βιέννη που βρισκόταν, την τρομερή απόφαση για σφαγή των Ελλήνων που είχε λάβει ο Σουλτάνος και τα τρομερά διλήμματα της ελληνικής αριστοκρατίας. Ακόμα όμως και ο χαρακτηρισμός περί «γυναίκειου αφορισμού», υποδηλώνει μομφή κατά του Πατριάρχη για δειλία και όχι για συνειδητή τουρκοφιλία. Ακόμα κι εκείνοι που καταδικάζουν τον Πατριάρχη μέσα στον επαναστατικό τους ενθουσιασμό, γνωρίζουν ότι η απόφασή του είναι «κατά διαταγή του Σουλτάνου».
5) Οι αφορισμοί δεν έχουν καμία πέραση στην επαναστατημένη Ελλάδα, είτε διότι φτάνουν αργά, είτε διότι οι Ρουμελιώτες θυμούνταν τις προηγούμενες προειδοποιήσεις του Υψηλάντη, είτε επειδή «το ποτάμι δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω». Άλλωστε, όπως λέει και ο Τρικούπης, «ο σημερινός αγών ήτο υψηλής φύσεως». Τουλάχιστον ο ένας από τους τρεις επισκόπους που προορίζονταν να μεταφέρουν στους Έλληνες το μήνυμα της καταδίκης της Επανάστασης, μετέχει αργότερα στις επαναστατικές διαδικασίες και μάλιστα σε επιτελικές θέσεις, ενώ ο δεύτερος φυλακίζεται από τους Τούρκους, προτού φθάσει στην πατρίδα του.
Το παραπάνω πλαίσιο, πιστεύω πως οριοθετεί τις συνέπειες του αφορισμού.
quote:
Οφείλω λοιπόν εδώ να σου πω, πως με υπαινιγμούς και μισόλογα, ούτε ιστορία γράφεται, αλλά ούτε και συζήτηση περί ιστορίας γίνεται. Το «φαντάζομαι ότι με τις γνώσεις που έχεις θα το καταλαβαίνεις» δεν είναι επιχείρημα, εκτός αν θέλεις να αφήσουμε το θέμα που συζητάμε και να δούμε για ποιον λόγο συγκρούστηκαν ο Υψηλάντης με τον Βλαδιμηρέσκου. Αν το επιθυμείς όμως, αυτό, θα πρέπει να μου εξηγήσεις το λόγο και τη συσχέτισή του με το thread μας.
Εδώ και 30 σελίδες που έχει φτάσει το θέμα μας η συντριπτική πλειοψηφία των μυνημάτων που είναι μάλιστα γραμμένα απο εσένα, που έχεις την ενεργότερη παρουσία με μεγάλη διαφορά απο όλους τους υπόλοιπους είναι ΕΚΤΟΣ ΘΕΜΑΤΟΣ! Δέν αναφέρονται στο πρόσωπο του πατριάρχη Γρηγόριου του 5ου που είναι ο τίτλος του θέματος παρα σε Καποδίστριες, Υψηλάντηδες, Φαναριώτες ή οτιδήποτε άλλο.
Απορώ γιατί εξοργίστηκες έτσι γιατί έγραψα και εγώ ένα μήνυμα εκτός θέματος, απορώ γιατί σε εξόργησε τόσο πολύ η αναφορά μου στο όνομα του Βλαδιμηρέσκου!
Δέν αποτελεί και αυτός ένα απο τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα της εποχής εκείνης όπως ο Υψηλάντης, ο Καποδίστρια, και όλους τους υπόλοιπους που έχεις αραδιάσει στα κατεβατά σου?
Και κάτι τελευταίο δέν είναι η πρώτη φορά και ούτε είσαι ο μοναδικός που εκλαμβάνει κολακευτικά θετικά σχόλια για το πρόσωπο σου σάν ειρωνία, η νοοτροπία αυτή δέν μου αρέσει και δέν την ακολουθώ.
quote:
Το σχόλιό σου αυτή τη φορά μου φαίνεται τελείως ακατανόητο. Κατ’ αρχάς δεν βλέπω καμία σχέση ανάμεσα στο απόσπασμά μου που παρεθέτεις και το σχόλιό σου που ακολουθεί. Πουθενά στο απόσπασμα δεν γίνεται λόγος περί Υψηλάντη ή Βλαδιμηρέσκου. Γίνεται λόγος για τη σύσκεψη των προκρίτων των Ελλήνων της Πόλης και την απόφασή τους να γλυτώσουν από την απόφαση του Σουλτάνου περί σφαγής των Ελλήνων, προσφέροντάς του μια αποκήρυξη της Επανάστασης, εικονική ή πραγματική.
Σε πάρα πολλά μυνήματα με προκαλείς ασταμάτητα εμένα τον αριστερό αναγνώστη όπως υποννοείς γι'αυτό και σκόπιμα μαύρισα τα γράμματα να σου αναφέρω ποιούς εννοούσε ο ομοιδεάτης Κορδάτος όταν έλεγε μεγαλοβιομηχάνους και σία. ΝΑΙ λοιπόν εννοούσε και τους Φαναριώτες, τις μεγαλοφαναριώτικες οικογένειες στις οποίες ανήκε και η οικογένεια του Υψηλάντη έχοντες το μεγαλύτερο μέρος της εξουσίας στις βόρειες ηγεμονίες ΜΕ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ των Τούρκων.
Θεωρώ αδύνατο να ξεφεύγουν οι άνθρωποι αυτοί απο την αναφορά του Κορδάτου.
Edited by - EPAITHS on 11/07/2007 08:36:10
quote:
1)Ο Υψηλάντης δεν είχε σε καμία περίπτωση την πολυτέλεια να διασπάσει τις δυνάμεις του και να πολεμά σε δύο μέτωπα, μόνον και μόνον για να διατηρήσει στη Μολδοβλαχία τους φαναριώτες αριστοκράτες,
Οι δυνάμεις στην νότια επαναστατημένη Ελλάδα αποδείχτηκε οτι δέν έχουν καμιά σχέση με αυτές του Υψηλάντη αφού ήταν τοπικές. Ο Υψηλάντης θα μπορούσε άνετα να διατηρήσει όλες τις δυνάμεις του στην Μολδοβλαχία.
quote:
2)Οι Φαναριώτες αριστοκράτες διορίζονταν ως ηγεμόνες στη Μολδοβλαχία από τους Τούρκους και δεν ήταν καν μόνιμοι στη θέση αυτή, ώστε να μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως ο Υψηλάντης ήταν ταυτισμένος με έναν συγκεκριμένο οίκο.
Αλλά απο συγκεκριμένες επιφανείς οικογένειες ΜΟΝΟ.
quote:
5)Η επιτυχία του κινήματος του Βλαδιμηρέσκου, ήταν πρώτης τάξεως επιδίωξη για τους σχεδιασμούς του Υψηλάντη
Να γράψω και λίγα λόγια για τον Βλαδιμηρέσκου μπάς και μπήκα στον κόπο να αναφέρω το όνομα του και να ακούσω τα εξ'αμάξης απο τον Trainman για το σφάλμα μου αυτό!!!
Ο Βλαδιμηρέσκου βασικά ήθελε την Βλαχία όπως έγραψε σε προκήρυξη του, και σε γράμμα που απέστειλε στον σουλτάνο να μήν διοικείται η Βλαχία απο τις λίγες μεγαλοφαναριώτικες οικογένειες αλλά απο απλούς ανθρώπους μέσα απο τον λαό εκλεγόμενους με αξιοκρατικά και ΟΧΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΑ κριτήρια.
Είχε υποσχεθεί στον Υψηλάντη την βοήθεια του, όταν αποφάσιζε να γίνει η επανάσταση ο Υψηλάντης όμως του υποσχέθηκε ΨΕΥΔΩΣ οτι η Ρωσική βοήθεια είναι δεδομένη. Το σχέδιο εξέγερσης το προσυπέγραψε με τους Γιωργάκη Ολύμπιο και τον Νικόλαο Φαρμάκη. Αλλά αποστάτησε βασικά ο στρατός του περισσότερο παρά ο ίδιος όταν είδε οτι Ρωσική βοήθεια δέν υπήρχε, διαμαρτυρήθηκε έντονα μάλιστα στον Υψηλάντη γι'αυτό σε προσωπική συνάντηση.
Οι Φιλικοί (λές και θα άλλαζαν τρομακτικά τα πράγματα άν συμμετείχε ο στρατός του που είχε τρομοκρατηθεί απο τον πολυάριθμο Τουρκικό στρατό, χωρίς να υπάρχει ίχνος Ρωσικής βοήθειας) θεώρησαν την απουσία του σάν κύρια αιτία της συντριβής στο Δραγατσάνι τον σκότωσαν, τεμάχισαν το πτώμα του και το έριξαν σε ένα πηγάδι.
Αυτά τα λίγα.
quote:
EPAITHS: Εδώ και 30 σελίδες που έχει φτάσει το θέμα μας η συντριπτική πλειοψηφία των μυνημάτων που είναι μάλιστα γραμμένα απο εσένα, που έχεις την ενεργότερη παρουσία με μεγάλη διαφορά απο όλους τους υπόλοιπους είναι ΕΚΤΟΣ ΘΕΜΑΤΟΣ! Δέν αναφέρονται στο πρόσωπο του πατριάρχη Γρηγόριου του 5ου που είναι ο τίτλος του θέματος παρα σε Καποδίστριες, Υψηλάντηδες, Φαναριώτες ή οτιδήποτε άλλο.
quote:
EPAITHS: Το σχέδιο εξέγερσης το προσυπέγραψε με τους Γιωργάκη Ολύμπιο και τον Νικόλαο Φαρμάκη. Αλλά αποστάτησε βασικά ο στρατός του περισσότερο παρά ο ίδιος όταν είδε οτι Ρωσική βοήθεια δέν υπήρχε, διαμαρτυρήθηκε έντονα μάλιστα στον Υψηλάντη γι'αυτό σε προσωπική συνάντηση.
• Όταν ο Θεόδωρος Βλαδιμηρέσκου, μυημένος στη Φιλική Εταιρεία, έχοντας ορκιστεί υπακοή στην Ανωτάτη Αρχή και σύμφωνος με το σχεδιασμό της, στρέφεται κατά του Υψηλάντη και συνεννοείται με τους Αυστριακούς - και μέσω των Αυστριακών, με τους Τούρκους - τότε τα πάντα εξηγούνται από σένα πολύ εύκολα, με μια παράγραφο: Φταίει ο ψεύτης Υψηλάντης που τον έμπλεξε, φταίει ο Υψηλάντης που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των Φαναριωτών γιατί ανήκε στους «μεγαλοβιομηχάνους και σία».
• Όταν ο Πατριάρχης, υπογράφει έναν αφορισμό υπό την τεκμηριωμένη απειλή της γενικής σφαγής των Ελλήνων, αφού έχει σκάσει η φούσκα περί της ρωσικής βοήθειας και κατόπιν γενικής απόφασης των εκπροσώπων του συνόλου των κοινωνικών τάξεων των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, τότε είναι απλώς «μισέλληνας» - και ο Trainman που παρουσιάζει τα γεγονότα, «αραδιάζει κατεβατά εκτός θέματος».
quote:
Trainman: Ο Υψηλάντης δεν είχε σε καμία περίπτωση την πολυτέλεια να διασπάσει τις δυνάμεις του και να πολεμά σε δύο μέτωπα, μόνον και μόνον για να διατηρήσει στη Μολδοβλαχία τους φαναριώτες αριστοκράτες,
quote:
EPAITHS: Οι δυνάμεις στην νότια επαναστατημένη Ελλάδα αποδείχτηκε οτι δέν έχουν καμιά σχέση με αυτές του Υψηλάντη αφού ήταν τοπικές. Ο Υψηλάντης θα μπορούσε άνετα να διατηρήσει όλες τις δυνάμεις του στην Μολδοβλαχία.
Ο Υψηλάντης, δεν είχε σε καμία περίπτωση την πολυτέλεια να διασπάσει τις δυνάμεις του και να πολεμά σε δύο μέτωπα, τόσο εναντίον του Βλαδιμηρέσκου, όσο και εναντίον των Τούρκων, μόνον και μόνον για να διατηρήσει στη Μολδοβλαχία τον ήδη εξεγερμένο Μιχαήλ Βόδα και τον άφαντο Καλλιμάχη. Κανείς στρατηγός δεν μπαίνει σε άνευ λόγου δευτερεύουσες αψιμαχίες πριν δώσει τη μεγάλη αποφασιστική μάχη.
Όπως σημείωσα στη σελ. 27, στο κεφάλαιο με τίτλο «ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΥΨΗΛΑΝΤΗ», ο Υψηλάντης εσκόπευε να κατέβει στην κυρίως Ελλάδα – ενώ κατέδειξα ως απώτερο στόχο της επαναστατικής προετοιμασίας και την κατάκτηση της Πόλης.
quote:
EPAITHS: Να γράψω και λίγα λόγια για τον Βλαδιμηρέσκου μπάς και μπήκα στον κόπο να αναφέρω το όνομα του και να ακούσω τα εξ'αμάξης απο τον Trainman για το σφάλμα μου αυτό!!!
Είχε υποσχεθεί στον Υψηλάντη την βοήθεια του, όταν αποφάσιζε να γίνει η επανάσταση ο Υψηλάντης όμως του υποσχέθηκε ΨΕΥΔΩΣ οτι η Ρωσική βοήθεια είναι δεδομένη.
Συνεχίζοντας τα εκτός θέματος κατεβατά μου, οφείλω να τονίσω πως ο Βλαδιμηρέσκου δεν είχε απλώς υποσχεθεί βοήθεια στην Υψηλάντη, αλλά ήταν μυημένος στη Φιλική Εταιρεία. Μυητής του ήταν ο ιππότης Κωνσταντίνος Σαμουρκάσης, κατά πάσα πιθανότητα συγγενής και του Ιωάννη Σαμουρκάση, ενός από τους τρεις μετέπειτα τοποτηρητές του Καλλιμάχη στην Ηγεμονία της Βλαχίας.
Σχετικά με την χρηματοδότηση του Κινήματος του Βλαδιμηρέσκου, σημειώνει ο αγωνιστής Ηλίας Φωτεινός, στο έργο του «Οι εν Βλαχία άθλοι της Ελληνικής Επαναστάσεως»:
«Εις μεγίστην απορίαν ευρίσκοντο τινές εξ αυτών δια το πόθεν εξοικονόμησεν ο Θεόδωρος τας απ’ αρχάς πληρωμάς των ανδρών μηνιαίων μισθών, και των προς τροφήν αναγκαίων, τοσούτων ανθρώπων, καθ’ όσον καιρόν δεν εκτάνθη ούτος εις αρπαγάς, και διεκήρυττε προσποιούμενος την δικαιοσύνην. Εν ω τοις πάσιν ήτο γνωστόν, ότι όχι μόνον ηπόρει χρημάτων, αλλ’ ήτον και με ικανήν ποσότητα καταχρεωμένος εις διάφορα άτομα. Πολλοί όμως εβεβαίοναν, και ήθελον τούτο ως πιθανόν, ότι καθ’ ημέραν έμελλε ν’ αναχωρήση εκ Βουκουρεστίου, ως ερέθη, εφωδιάσθη με σημαντικήν χρημάτων ποσότητα από τους υπαλλήλους του Ρωσικού Προξενείου. Επειδή και τα της φιλικής Εταιρίας καταβαλλόμενα χρήματα εσυνάζοντο παρά των ρηθέντων και παρεδίδοντο εις τον Ταμίαν Ιατρόν Μιχαήλ Χρισταρήν και Ιωάννην Νικολαόπωλον, ομοίως και τα απ’ αρχής μυστικοσυμβούλια εγίνοντο μετά των ρηθέντων συχνότερα εις την οικίαν του Βορνίκου Κωνσταντίνου Σαμουρκάση, ως μετέπειτα εδείχθησαν πραγματικώς. Είναι δε αναμφίβολον και παντός λόγου επιδεκτικώτατον, ότι ο ρηθείς Σαμουρκάσης, καθό Ρωσσικός ιππεύς (καβαλέρος) ήτον υπέρ άλλον τινά και σχετικώτατος του Ρωσικού Προξενείου. Ο δε Θεόδωρος αύθις ων και ούτος Ρωσσικός αξιωματικός (οφφικιάλος) και προ χρόνων οικείος άνθρωπος του Σαμουρκάση, δεν εδυσκολεύθη να συνεννοηθή ευκόλως με αυτόν, περί της μελετωμένης επιχειρήσεως. Διο και δεν έλειπεν αδιακόπως από τας μυστικοσυνελεύσεις των, εφοδιαζόμενος με διάφορα σχέδια μέχρι της εσχάτης ημέρας της από Βουκουρέστιον αναχωρήσεώς του. Επομένως και όσοι των σημαντικοτέρων οπλαρχηγών του Θεοδώρου ανεφάνησαν εις το μετά ταύτα συνοπαδοί και ομόφρονές του, καθώς ο Χατζη Πρόδανος, Μακεδόνσκης, Πολκόβνικος Ιώβας, Καπετάν Γεώργιος Ολύμπιος, Ιωάννης Φαρμάκης, Μπουλούκμπασης Γκέντσης και έτεροι, ήσαν υπό του Ρωσσικού Προξενείου την υπεράσπισιν. Ενί λόγω όλος ο διοργανισμός, τα σχέδια και κάθε είδους ευκολίας μέσα της Ελληνικής επαναστάσεως, υπεκινήθησαν μυστικώς από τον διερμηνέα αυτού Γεώργιον Λεβεντίδην τον Πελοποννήσιον (σ.σ. θυμίσου αναγνώστη, την αναφορά μας για το πώς επεκτάθηκε η οργάνωση της Φιλικής Εταιρείας με τα περίφημα «πατριαρχικά γράμματα», στη σελίδα 20 και στο κεφάλαιο με τίτλο «Η ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ») και γραμματέα του Δομνάδον…»
quote:
EPAITHS: Βασικά ο Υψηλάντης δέν ήταν και τόσο αθώα περιστερά, πέρα απο την μεγάλη αγάπη προς την πατρίδα του κοίταζε σε ισάξιο βαθμό και τα δικά του συμφέροντα. Τα συμφέροντα των μεγαλεμπόρων, των φεουδαρχών, των μεγαλοκτηματιών με μιά λέξη των φαναριωτών απο τις τάξεις των οποίων προήλθε.
quote:
EPAITHS: Ο Βλαδιμηρέσκου βασικά ήθελε την Βλαχία όπως έγραψε σε προκήρυξη του, και σε γράμμα που απέστειλε στον σουλτάνο να μήν διοικείται η Βλαχία απο τις λίγες μεγαλοφαναριώτικες οικογένειες αλλά απο απλούς ανθρώπους μέσα απο τον λαό εκλεγόμενους με αξιοκρατικά και ΟΧΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΑ κριτήρια.
* Από την προκήρυξη του Βλαδιμηρέσκου προς τους κατοίκους της Ρωμάνας Τσάρας (Φεβρουάριος 1821): «Δράμετε ουν γενικώς αδελφοί! Ν’ αφανίσωμεν με κακόν το κακόν δια να γείνη εις ημάς αγαθόν, και εκλέγοντες εκ των κακών αρχόντων τους αγαθούς, εκείνους και να γνωρίσωμεν ως ημετέρους, κακείνοι μεθ’ ημών θέλουν συνεργήσει εις το καλόν, δια να είναι και υπέρ του εαυτού των καλόν ως υποσχόμεθα (…) Σας πιστοποιώ προς τούτοις, ότι ουδείς εξ υμών ήθελεν έχει την άδειαν (…) να εκτανθή μέχρις ενός κόκκου από οικίαν εμπόρου τινός πολίτου, ή εγχωρίου, ή και απλώς εγκατοίκου, διότι, αι κακώς και αδίκως αποκτημέναι πλούσιαι περιουσίαι των κλεπτών Αρχόντων, όσων δηλαδή δεν ήθελαν είσθαι σύμφωνοι με το πνεύμα μας, και δεν ήθελαν ακολουθήσει την εδικήν μας απόφασιν υπόσχομαι εκείναι μόναι να αφαιρεθώσι δια γενικήν ωφέλειαν…»
• Από την επιστολή του Βλαδιμηρέσκου προς τον Σουλτάνο (Φεβρουάριος 1821): «Διό δεόμεθα μετά θερμών δακρύων, ίνα εξαποσταλή βασιλικός άνθρωπος, ουχί ομόθρησκός μας, δια να εξετάση και ίδη την της Τσάρας αθλίαν κατάστασιν και με την ενέργειαν της δικαιοσύνης να κάμη την ανήκουσαν επιδιόρθωσιν δια να παύσωσι πλέον αι αρπαγαί, και ν’ αποδίδωμεν μόνον το αποφασισμένον δικαίωμα εις την κραταίαν βασιλείαν, καθώς μέχρι τούδε εδίδομεν, ούτω και εις το εξής δεν αρνούμεθα, αλλά πιστοί και υποτελείς ήμεθα και εσμέν και εσόμεθα εις αιώνας. Όντες ευέλπιδες ότι και ημείς δεν θέλομεν στερηθή εκείνο το της κραταιάς βασιλείας έλεος, με το οποίον μας επερίθαλψε παλαιόθεν, καθώς και με το όνομα παρακαταθήκης του ελεήμονος Θεού μας ετίμησε, και εις πάσαν νέαν Ηγεμονίαν πατρικώς μας εφρόντισε…»
Από την Προκήρυξη του Υψηλάντη προς το λαό της Βλαχίας (3 Μαρτίου 1821): «Άνδρες Δάκες! Πορευόμενος όπου η φωνή της πατρίδος μου με προσκαλεί, έρχομαι και προς υμάς, ως άγγελος και της υμετέρας πολιτικής ανεξαρτησίας και ευδαιμονίας. Αιώνας αρκετούς η δυστυχής πατρίς σας κλίνουσα τον αυχένα εις τον απάνθρωπον ζυγόν του τερατώδους δεσποτισμού, είχε χάσει και αυτά τα λείψανα των δικαιωμάτων της, εν ω η τυραννία των Ηγεμόνων σας, είχεν εξαμβλύνει τας πνευματικάς δυνάμεις σας, και εξαχρειώσει τον εθνικόν εκείνον χαρακτήρα, δι ου ηδυνήθητε εις τους αρχαίους χρόνους να φυλάξητε την πολιτικήν σας ανεξαρτησίαν, και ν’ αντιπαραταχθήτε χρόνους ικανούς εις τας εφόδους των ασπόνδων εχθρών της ανθρωπότητος. Η ώρα τέλος πάντων και της ανακτήσεως της ελευθερίας σας εκτύπησεν, ένα μέγα έθνος, μέγα δια τα προπατορικά του κατορθώματα, μέγα δια την εις τας δυστυχίας του απαραδειγμάτιστον γενναιότητα, τρέχει το λαμπρόν στάδιον της ελευθερίας του, και μακράν δεν είναι να θεωρήση τους καρπούς των γενναίων και ενδόξων του αγώνων…»
quote:
EPAITHS: (λές και θα άλλαζαν τρομακτικά τα πράγματα άν συμμετείχε ο στρατός του που είχε τρομοκρατηθεί απο τον πολυάριθμο Τουρκικό στρατό, χωρίς να υπάρχει ίχνος Ρωσικής βοήθειας)
quote:
EPAITHS: Βασικά ο Υψηλάντης δέν ήταν και τόσο αθώα περιστερά, πέρα απο την μεγάλη αγάπη προς την πατρίδα του κοίταζε σε ισάξιο βαθμό και τα δικά του συμφέροντα. Τα συμφέροντα των μεγαλεμπόρων, των φεουδαρχών, των μεγαλοκτηματιών με μιά λέξη των φαναριωτών απο τις τάξεις των οποίων προήλθε.
Δηλαδή: Ο στρατός των 3000 ανδρών του Βλαδιμηρέσκου, θα έκαμε τη μεγάλη κοινωνική επανάσταση ενάντια στους Φαναριώτες, που στηρίζονταν από τους Τούρκους, αλλά δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τον ίδιο τον τουρκικό στρατό, επειδή ο φαναριώτης «μεγαλοβιομήχανος και σία» Α. Υψηλάντης, δεν εξασφάλισε τη ρωσική αυτοκρατορική «μεγαλοκτηματιακή» βοήθεια ενάντια στους «μεγαλοβιομήχανους και σία» και τους Τούρκους!
Κοινωνική επανάσταση με ξένα κόλλυβα, χαρισμένα μάλιστα από τον ίδιο τον ταξικό εχθρό, ούτε ο Κορδάτος θα μπορούσε να φανταστεί!
Στο μεταξύ βεβαίως, ο Υψηλάντης δεν θα έχανε και τίποτα αν οι 3000 αυτοί άνδρες δεν συνέχιζαν να συμμετέχουν στην Επανάσταση, ούτε βεβαίως εάν στρέφονταν ευθέως εναντίον του κατόπιν της συνεννόησης του Βλαδιμηρέσκου με τους Τούρκους. Δεν θα έχανε τίποτα εάν ο Βλαδιμηρέσκου καλούσε τους χωρικούς να πάψουν να τροφοδοτούν τη στρατιά του, ή αν τους καλούσε να στραφούν εναντίον των τελευταίων προυχόντων που θα τον στήριζαν στο κίνημά του εναντίον των Τούρκων…
quote:
EPAITHS: Σε πάρα πολλά μυνήματα με προκαλείς ασταμάτητα εμένα τον αριστερό αναγνώστη όπως υποννοείς…
Παρότι δεν είσαι ο μόνος αριστερός αναγνώστης του thread, αν προκαλείσαι από τις απρόσωπες αναφορές μου στα πάσης φύσεως σφάλματα, ή και ανοησίες αριστερών συγγραφέων, δεν μπορώ παρά να σου υποσχεθώ ότι θα σε προκαλέσω ξανά, όποτε το κρίνω αναγκαίο.
Στο μεταξύ, θα σε παρακαλούσα να ξαναδιαβάζεις τα όσα γράφει ο απέναντι προτού αρχίσεις να απαντάς εν θερμώ, ιδίως τώρα το καλοκαίρι που ο καύσωνας δίνει αφορμές για άχρηστες, προσωπικής φύσεως, παρεξηγήσεις.
Είχαμε αφήσει τη διήγησή μας στο σημείο που ο Γρηγόριος έχει εκδώσει τον αφορισμό, κατόπιν της κοινής απόφασης των εκπροσώπων των κοινωνικών τάξεων των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, ύστερα από την απόφαση του Σουλτάνου να εξοντώσει τους Έλληνες. Είδαμε τις δύο σχετικές πατριαρχικές επιστολές προς τους Μητροπολίτες της Μολδαβίας και της Βλαχίας, όπου τους ενημερώνει για την καταδίκη της Ρωσίας και τους προτρέπει «εν οχετοίς δακρύων», να σώσουν τις ζωές του ποιμνίου τους από την απειλή του Σουλτάνου, αποστρεφόμενοι το κίνημα του Υψηλάντη.
Είδαμε επίσης, πώς ο Γρηγόριος απέστειλε στην Ελλάδα άλλους τρεις επισκόπους προκειμένου να διαδώσουν το μήνυμα της καταδίκης της Επανάστασης – εκ των οποίων ο ένας φυλακίστηκε από τους Τούρκους, ο δε άλλος, ακόμα κι αν μετέφερε το μήνυμα του αφορισμού, αυτό δεν είχε την παραμικρή επιρροή (του τρίτου τα στοιχεία αγνοούνται). Ψηλαφίσαμε τις όποιες επιπτώσεις είχε ο αφορισμός στους πληθυσμούς της Βλαχίας και στο στρατόπεδο των επαναστατών και τις συγκρίναμε με εκείνες της καταδίκης της εξέγερσης εκ μέρους του Τσάρου και του Καποδίστρια – κι ο καθένας πιστεύω, έχει ήδη βγάλει τα προσωπικά του συμπεράσματα.
Ο Γρηγόριος ωστόσο, στέλνει στο Μοριά και άλλες δύο επιστολές που δεν έφτασαν στον προορισμό τους, μέσω ενός Έλληνα υψηλής κοινωνικής στάθμης: του Ρήγα Παλαμήδη, βεκίλη του Μοριά στην Υψηλή Πύλη. Αν λοιπόν, αναγνώστη, είχε ενδιαφέρον να διαβάσουμε τις επιστολές που έστειλε ο Γρηγόριος στους Μητροπολίτες Μολδαυίας και Βλαχίας, πολλαπλό ενδιαφέρον έχει να δούμε και την επιστολή που έστειλε στον πρωθιερέα της Πελοποννήσου και μυημένο Φιλικό, μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Γερμανό. Η επιστολή έχει σταλεί την 13η Μαρτίου του 1821, δύο ημέρες μετά τον αφορισμό και βρίσκεται καταχωρημένη στα Γενικά Αρχεία του Κράτους:
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΡΟΣ Π.Π. ΓΕΡΜΑΝΟ: «ΣΤΕΙΛΕ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΩΣ ΣΤΟ ΜΟΡΙΑ ΔΕΝ ΚΟΥΝΙΕΤΑΙ ΦΥΛΛΟ!»
Γρηγόριος ελέω Θεού αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης.
Ιερότατε μητροπολίτα Παλαιών Πατρών, υπέρτιμε και έξαρχε πάσης Αχαΐας, εν αγίω πνεύματι αγαπητέ αδελφέ και συλλειτουργέ της ημών μετριότηητος κύριε Γερμανέ, χάρις είη σου τη ιερότητι και ειρήνη παρά Θεού. Ο κατάρατος της Πογδανίας ηγεμών Μιχαήλ, συμφωνήσας μετά του φυγάδος Αλεξάνδρου Υψηλάντη και τινας άλλους εκεί ομοιοκακοήθεις με το πρόσχημα της ελευθερίας, εκήρυξαν αποστασίαν κατά του βασιλείου κράτους. Η είδησις εδόθη επαγγελματικώς από τον εξοχώτατον πρέσβυν της Ρωσίας, ανατρέψαντα και όσα εκείνοι διέδωκαν, ως έχουσι τάχα συναινούσαν και την ρωσικήν δύναμιν και γράμματα δε εφωράθησαν εις διάφορα μέρη σταλέντα και έγινε γνωστόν εις το βασιλικόν κράτος το κακοηθέστατον αυτών σχέδιον, με ασυνειδησίαν απαραδειγμάτιστον εκήρυξαν ότι το σχέδιόν των είναι εθνικόν. Πόσον αυτή η φήμη διετάραξε το κράτος, αφήνομεν να συμπεράνη η ιερότης σας. Αμέσως λοιπόν επεχείρησεν εις του κακοηθεστάτου εκείνου σχεδίου ανατροπήν. Η Εκκλησία επιτήδεια γράμματα πανταχού καταρτίζουσα τους ομογενείς εις το πιστόν του ρεαγιαλικίου, εκ των οποίων παρά πόδας σταλήσονται και εις αυτά τα μέρη. Εν τοσούτω ημείς εδώκαμεν εγγύησιν και δια το Γένος και κατ’ εξοχήν δια τους κατά τόπον αρχιερείς, δια να διαλυθώσι δε αι αναφυείσαι υπόνοιαι, είναι ανάγκη, άμα τω λαβείν η ιερότης σου, να απέλθης εις Τριπολιτζάν και συγκαλεσάμενος όλους τους αρχιερείς της Πελοποννήσου να υπογράψητε κοινήν αναφοράν ολοσφράγιστον, δηλωτικήν της κοινής αυτόθι ησυχίας και άκρας ευπειθείας εις το βασίλειον κράτος και να την προφθάσης εις χείρας μας, δια να εμφανισθή εις το κραταιόν δοβλέτι, προς παράστασιν της των ομογενών αθωότητος, έως ότου να προφθασθώσι και τα γενικώτερα εντεύθεν γράμματα με επίτηδες έξαρχον. Πόσον αναγκαία είναι αυτή η πράξις και σωτηριώδης, γνωρίζεις εκ των ολίγων. Εν δε ταις αναφοραίς ανάγκη να γίνεται παράκλησις εκ μέρους της Πελοποννήσου, δια να εμφανισθούν και εις αυτό το βασίλειον κράτος. Ποίησον λοιπόν ως σοι γράφοντες παρακελευόμεθα και μη άλλως εξ αποφάσεως, ότι περιμένομεν κατά πρώτον μετά των αναφορών και την αποτελεσματικήν σου απόκρισιν, η δε του Θεού χάρις είη μετά της ιερότητός σου.
Ο Κωνσταντινουπόλεως εν Χριστώ αδελφός αωκα Μαρτίου ιγ.
ΣΧΟΛΙΟ: Η επιστολή αυτή, πιστεύω αναγνώστη, πως είναι ενδεικτική της πρόθεσης του Πατριάρχη Γρηγόριου. Δύο τινά συμβαίνουν: Ή ο Γρηγόριος τελικώς, ακόμα και στις 13 Μαρτίου του 1821, δεν γνωρίζει απολύτως τίποτε για τα όσα συμβαίνουν στο Μοριά και μάλιστα στο όνομά του, ή γνωρίζει –και ακόμα και αυτήν την ύστατη ώρα, τα καλύπτει. Την επιστολή του λοιπόν στον Παλαιών Πατρών Γερμανό, την στέλνει τρόπον τινα, με διαδικασίες εξπρές, ενώ οι υπόλοιπες, «αφοριστικές» επιστολές που στέλνονται με αρχιερείς στην Ελλάδα, στέλνονται «παρά πόδας». Για ποιο λόγο; Επαφίεται σε σένα αναγνώστη να κρίνεις.
Τι γράφει ο Γρηγόριος;
1) Ξεκινά την επιστολή του με τις συνήθεις καταδίκες του Υψηλάντη και του Σούτσου, είτε εκ πεποιθήσεως, είτε εξ ανάγκης, καθώς γνωρίζει πως η επιστολή ενδεχομένως να διαβαστεί και από τούρκους αξιωματούχους
2) Κατηγορεί στην επιστολή τους Υψηλάντη και Σούτσο, ότι προσπάθησαν να παρουσιάσουν την επανάσταση ως εθνικό σχέδιο, ενώ αυτό ήταν δήθεν αποκλειστικά δικό τους – και με τον τρόπο αυτό αθωώνει όλους τους υπόλοιπους
3) Δηλώνει πως έχει δώσει εγγύηση στο Σουλτάνο πως οι υπόλοιποι Έλληνες και ιδίως οι αρχιερείς της Ορθόδοξης Εκκλησίας, δεν πρόκειται να κινηθούν εναντίον της Αυτοκρατορίας
4) Ζητά από τον Γερμανό, να συγκαλέσει τους προκρίτους της Πελοποννήσου και να δηλώσουν στο Σουλτάνο ότι στην Πελοπόννησο δεν κινείται φύλλο, αλλ’ αντιθέτως βασιλεύει «ησυχία και άκρα ευπείθεια»
5) Του υπογραμμίζει πως την επιστολή αυτή, πρέπει να την στείλει το ταχύτερο, προτού καν φθάσουν οι αρχιερείς με τις «αφοριστικές» επιστολές.
6) Ιδιαίτερη έμφαση δίνει, μέσα στην απαντητική επιστολή να γράψει ο Γερμανός, παράκληση στον Γρηγόριο, να παρουσιάσει το γράμμα του στο Σουλτάνο, ώστε να φανεί ότι σχεδόν αυθορμήτως οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου καταδικάζουν τον Υψηλάντη.
Τι λείπει από την επιστολή αναγνώστη; Το βασικότερο: Η πρόληψη της Επανάστασης. Αν εξαιρέσουμε την σχεδόν τυπική υβριστική εισαγωγή, (με την προσθήκη και πάλι, ότι η Ρωσία ανήρεσε τους ισχυρισμούς των Φιλικών), το γράμμα ολόκληρο αναλώνεται στο πώς θα καθησυχαστεί ο Σουλτάνος και όχι στο πώς θα αποτραπεί η εξέγερση στην Πελοπόννησο.
Ας υπογραμμίσουμε για τελευταία φορά δύο πράγματα: Πρώτον ότι ο Γρηγόριος έχει εγγυηθεί προσωπικά την πειθάρχηση των Ελλήνων και των αρχιερέων του και Δεύτερον, ότι με βάση τα όσα έχουμε γράψει στα κεφάλαια με τίτλο «Η ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ» στις προηγούμενες σελίδες, ο Γρηγόριος γνωρίζει πολύ καλά τι ψήνεται στην Πελοπόννησο απ’ όπου και κατάγεται.
Ας τα θυμηθείς αναγνώστη, όταν θα έρθει, συντομότατα, η ώρα να μιλήσουμε για την εκτέλεση του Πατριάρχη.
Αγαπητέ Αναγνώστη
Είχαμε πει, ότι ο αφορισμός του Υψηλάντη και του Σούτσου, συνοδεύθηκε με μια «αμνήστευση» των Ελλήνων εκ μέρους του Σουλτάνου και με ενεργοποίηση της συμφωνίας, να εκτελεστούν μονάχα οι «υπεύθυνοι», οι «ένοχοι» της συνομωσίας. Αυτό, ακόμα κι αν ήταν εύκολο στα λόγια, δεν θα μπορούσε να είναι εύκολο στην πράξη. Γιατί την ώρα που απειλείται ένα κράτος από έναν εσωτερικό εχθρό, ούτε η – έτσι κι αλλιώς ανύπαρκτη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία – ανεξάρτητη Δικαιοσύνη δραστηριοποιείται, ούτε υπάρχει χρόνος για ανακρίσεις. Συνήθως δε, τα χειρότερα κατακάθια της κοινωνίας βγαίνουν στο προσκήνιο με τιμές λαϊκού ήρωα.
Για το ξεχασμένο σήμερα, αιματοκύλισμα του Φαναρίου, υπάρχουν ωστόσο και άλλοι λόγοι: Μπορεί ο Πατριάρχης να αφόρισε τον Υψηλάντη και ο Καλλιμάχης να κάλεσε εκ του μακρόθεν τους Βλάχους να τον εγκαταλείψουν, ωστόσο, ούτε ο Υψηλάντης κατέθεσε τα όπλα, ούτε και κανείς από τους Έλληνες της Πόλης, έσπευσε να ενημερώσει τον Σουλτάνο για τους «πραγματικούς ενόχους».
Τίποτε, μα τίποτε δεν εξασφάλιζε στο Σουλτάνο, ότι ο αφορισμός του Γρηγορίου και η νομιμοφροσύνη των Φαναριωτών ήταν αληθινά και όχι προσχηματικά. Κι αν ο Σουλτάνος κόμπιασε στην αρχή να ξεκινήσει με δική του πρωτοβουλία τις σφαγές, τις ανέλαβε για λογαριασμό του ο τουρκικός όχλος.
Δεν είναι εύκολο να προσδιορίζουμε το πότε ξεκίνησε η καταιγίδα – αν αυτό έγινε πριν τον αφορισμό, ή μετά. Ανάμεσα σ’ αυτούς που θέλουν την καταιγίδα να ξεκινά πριν από τον αφορισμό του Γρηγορίου, είναι και ο άγγλος αυτόπτης μάρτυρας, Robert Walsh, ο ιερέας της Αγγλικής πρεσβείας, ο οποίος περιγράφει σχετικά στο βιβλίο του “A Residence at Constantinople, during a period including the commencement, progress, and termination of the Greek and Turkish Revolutions (London 1836) πώς ενημερώθηκε από έναν ηλικιωμένο άγγλο κάτοικο της Πόλης τα της έκρηξης της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία. (Η μετάφραση από τα αγγλικά, είναι δική μου):
ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ ΜΑΖΕΥΟΝΤΑΙ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΡΑΓΙΑΔΕΣ
"Μου είπε ότι είχε ζήσει πενήντα χρόνια στη χώρα και ποτέ δεν την είδε σε καθεστώς επικίνδυνης οχλαγωγίας σαν αυτή που επικρατούσε. Σκέφτηκα ότι από τη συνήθη του συμπεριφορά, αστειευόταν με μένα, αλλά τον βρήκα τελείως σοβαρό. Με ενημέρωσε ότι μόλις είχε συγκεκριμένες πληροφορίες για μια γενική εξέγερση των Ελλήνων σε όλη την τουρκική αυτοκρατορία: Ότι ο Πρίγκιπας Υψηλάντης, του οποίου ο πατέρας ήταν γνωστότατος, είχε εισέλθει στη Μολδαβία από τη Ρωσία, είχε σηκώσει τη σημαία της εξέγερσης στην οποία, όλοι οι Έλληνες των επαρχιών είχαν προσχωρήσει και ότι κάθε μέρα αναμενόταν να εκστρατεύσουν στην Κωνσταντινούπολη, όπου ολόκληρος ο πληθυσμός των Ορθοδόξων (Oriental) Χριστιανών τους περίμενε για να ενωθεί μαζί τους. Και ότι μια ολοκληρωτική καταστροφή των προσώπων και της περιουσίας όλων των Δυτικοευρωπαίων πρέπει να αναμένεται κατά τις ταραχές. Σε επιβεβαίωση, μου έδειξε μια ελληνική προκήρυξη, την οποία είχε μόλις λάβει από κάποιον από τους εμπορικούς του ανταποκριτές. Με διαβεβαίωσε παράλληλα, ότι τέτοια ήταν η μυστικότητα με την οποία το πελώριο αυτό εγχείρημα διεξαγόταν, που, ούτε καν η παραμικρή υποψία ή φήμη ενός τέτοιου πράγματος δεν είχε διαρρεύσει από τους πολυάριθμους Έλληνες με τους οποίους εκείνος και άλλοι έμποροι, είχαν καθημερινές και εκτεταμένες συναλλαγές. Κατά την επιστροφή μου στο Πέρα, βρήκα πως μια ολοκληρωτική αλλαγή είχε λάβει χώρα σε μερικές ώρες από την εμφάνιση και τους τρόπους του κόσμου. Δεν υπήρχε καμία εφημερίδα να μεταδώσει την είδηση οιουδήποτε γεγονότος, αλλά η προσωπική επικοινωνία είναι ένα πιο γρήγορο μέσο ενημέρωσης. Τα νέα για την εξέγερση, είχαν μόλις διαρρεύσει και ο κόσμος τα είχε αρπάξει και διαδώσει στόμα με στόμα με την ταχύτητα μιας πυρκαγιάς. Οι Αρμένιοι που έχουν μαγαζιά στο Γαλατά έσπευδαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους στο Πέρα. Μια ομάδα απ’ αυτούς, ανέβαιναν ένα λόφο μπροστά μου και κοιτούσαν τριγύρω κάθε λεπτό με τη μεγαλύτερη ανησυχία. Είναι ένας ήσυχος, συνεσταλμένος λαός και έδειχναν να εργάζονται υπό την αντίληψη κάποιου μεγάλου κακού. Οι Τούρκοι, περιδιαβαίνανε αργά, κρατώντας με το ένα χέρι τη λαβή από τα γιαταγάνια τους, και στρίβοντας το μουστάκι τους με το άλλο, ενώ οι Έλληνες και οι Εβραίοι, οπουδήποτε τύχαινε να τους συναντούν, ξεστράτιζαν από μπροστά τους σε κάποιο μαγαζί ή καφενέ που τύχαινε να είναι ανοιχτός".
Ο Walsh, προβαίνει στη συνέχεια σε μια ανάλυση του κινήματος του Υψηλάντη και της προϊστορίας της οικογένειάς του, και εκείνης του Σούτσου. Προσπαθεί να είναι ακριβής και σχολαστικός και τα καταφέρνει σε μέγιστο βαθμό, παρότι πέφτει και σε λάθη, οφειλόμενα στο ότι δεν γνωρίζει βεβαίως λεπτομέρειες για την οργάνωση της Φιλικής.
Ο ΣΟΥΛΤΑΝΟΣ ΔΕΝ ΠΕΙΘΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΦΟΡΙΣΜΟ. ΝΕΑ ΣΥΣΚΕΨΗ ΜΕ ΤΟΝ ΣΤΡΟΓΓΟΝΩΦ (24/3/1821)
Συνεχίζουμε την εξιστόρησή μας, με αναφορές από τους τούρκους ιστορικούς, τις οποίες παραθέτει ο Νικηφόρος Μοσχόπουλος στο έργο του «Η Ελληνική Επανάστασις κατά τους Τούρκους Ιστοριογράφους».
"…Συγχρόνως ο εν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτής της Αυστρίας, ειδοποίησε την Πύλην, ότι ο αυτοκράτωρ της Ρωσίας, ευρισκόμενος εις το εν Λάυμπαχ Συνέδριον, απεδοκίμασε τον Υψηλάντην, αποδώσας το κίνημά του εις τον ελαφρόν του χαρακτήρα.
Εις το συνελθόν κατόπιν των εκ Μολδαβίας ειδήσεων τουρκικόν υπουργικόν συμβούλιον, ανεγνώσθησαν άπαντα τα σχετικά έγγραφα, ως και η περί ης ανωτέρω ρωσική διακοίνωσις. Ελέχθη τότε, ότι η δήλωσις αύτη δεν συμβιβάζεται προς τα πράγματα, διότι είναι απίστευτον, πώς ήτο δυνατόν ρώσος στρατηγός, ως ο Υψηλάντης, να στρατολογή και εξοπλίζη σώμα στρατιωτικόν άνευ της συγκαταθέσεως της ρωσικής κυβερνήσεως. Επομένως, ούτε η διακοίνωσις του πρεσβευτού της Ρωσίας, ούτε η ανακοίνωσις του πρεσβευτού της Αυστρίας εθεωρήθησαν ικανοποιητικαί. Ως εκ τούτου, εκρίθη αναγκαίον να ληφθούν επειγόντως τα απαιτούμενα μέτρα και δοθούν εις τας απανταχού του κράτους αρχάς αι δέουσαι οδηγίαι, όπως αφ’ ενός μεν ανακαλυφθούν και τιμωρηθούν οι ένοχοι, αφ’ ετέρου δε, προληφθεί η εξάπλωσις του κινήματος".
Ποια ήταν αναγνώστη τα μέτρα;
Tα μέτρα τα οποία ελήφθησαν συνεπεία των εις τας εν Κωνσταντινουπόλει και εις τας επαρχιακάς αρχάς δοθεισών διαταγών ήσαν τα εξής: Η δύναμις των εν τη πρωτευούση και τοις περιχώροις περιπολιών ηυξήθη και ανετέθη η επίβλεψις και φρούρησις της μεν κυρίως Πόλεως εις τον γενιτσάρ-αγάν, των δε έξω των τειχών και επί των δύο οχθών του Βοσπόρου προαστείων, εις τον μποσταντζή-μπασήν, του Σταυροδρομίου εις τον αρχηγόν του πυροβολικού, του δε Γαλατά εις τον μπας-τσαούσην του Ναυτσάθμου (τερσανά), τέλος, εις τον Καπιτάν-πασά. Εδόθησαν όμως εκ νέου διαταγαί να μη καταπιέζωνται εκ της αφορμής ταύτης οι ραγιάδες.
Μαζί με τις διαταγές αυτές για φρούρηση της Πόλης, «χωρίς να καταπιέζονται οι ραγιάδες», δίδεται και η εντολή να καταγραφούν όλοι οι χριστιανοί και να αφοπλιστούν.
Την ίδια μέρα της σύσκεψης του Σουλτάνου με τον Στρογγονώφ, ο Χαλέτ Εφέντης, ο ισχυρός άνδρας της Πύλης, (βλ. αναγνώστη το κεφάλαιο παραπάνω, με τίτλο «Ο ΣΟΥΛΤΑΝΟΣ ΣΤΗΝ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ – Η ΣΥΣΚΕΨΗ ΤΩΝ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΩΝ - Η ΔΙΑΤΑΓΗ ΓΙΑ ΤΗ ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ») απευθύνεται προς τον Γενιτσάρ Αγά. Από την επιστολή του, συνάγεται το συμπέρασμα πως η Πύλη συνειδητοποιεί πλέον οριστικά, πως το Κίνημα του Υψηλάντη δεν είναι μια μεμονωμένη κίνηση, αλλά πως όλες οι αναφορές που είχαν υπάρξει προηγούμενα, ήσαν αληθινές – και πως το σχέδιο της Επανάστασης είναι ευρύτατο:
Ο ΧΑΛΕΤ ΕΦΕΝΤΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΡΧΗΓΟ ΤΩΝ ΓΕΝΙΤΣΑΡΩΝ:
«Ανεκοινώθη ήδη δι’ υψηλού φιρμανίου εις το αυτοκρατορικόν οτζάκι (σ.σ. γενιτσάρους), και εις άπαντα τον μωαμεθανικόν λαόν, ότι μεταξύ του ρωμέικου έθνους παρατηρίται επαναστατική κίνησις και ότι εκείνοι εξ αυτών οίτινες κλίνουν περισσότερον προς την Επανάστασιν, συνέλαβον το παράβολον σχέδιον, όπως συνεννοούμενοι προκαλέσουν εις την κραταιάν αυτοκρατορίαν μεγίστην εξέγερσιν (…) Επειδή η κραταιά αύτη αυτοκρατορία είναι κράτος μωαμεθανικόν και ο Κύριος της πίστεως και της κυβερνήσεως ημών είναι μέγας, αναμένεται ότι (…) θα κατανικηθούν οι άπιστοι ούτοι».
Ο Χαλέτ Εφέντης, προκειμένου να αποσείσει τις ευθύνες που θα του καταλογιστούν, πιέζει ωστόσο και καταφέρνει κάτι παραπάνω: Τέσσερις μέρες, μετά τη σύσκεψή του με τον πρέσβη της Ρωσίας, ο Σουλτάνος κηρύσσει περίπου, ιερό πόλεμο για προάσπιση του Ισλάμ, στηλιτεύοντας όσους έχουν παρασυρθεί από την τριφηλή ζωή και έχουν εγκαταλείψει την πολεμική αρετή των προγόνων τους. Το Διάγγελμα έχει εκδοθεί στις 28/3/1821. Παραθέτουμε ένα απόσπασμα:
ΤΟ ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ ΤΟΥ ΣΟΥΛΤΑΝΟΥ: «ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ. ΔΕΝ ΝΟΥΘΕΤΩ ΠΛΕΟΝ, ΑΛΛΑ ΣΚΟΤΩΝΩ»
«Γνωστά είναι εις όλους τα εν Βλαχία και Μολδαβία γεγονότα και η αποδεδειγμένως επικατάρατος κακουργία του ρωμέικου έθνους. Ελπίζεται εκ της μεγαθυμίας του Θεού, ότι θεία συνάρσει το επεισόδιον τούτο θέλει ταχέως κατασταλεί (…) Όσους δεν τα αφήσουν όλα αυτά, όσους δεν τηρούν την εντολήν «όλοι οι πιστοί είναι αδελφοί», αλλά εξακολουθούν τον νωχελή και τρυφηλόν βίο, παραμελούν τα καθήκοντά των και έρχονται αργά εις την εργασίαν των, δεν θα τους νουθετήσω πλέον. Θα τους σκοτώσω. Να ανοίξουν τα μάτια των, διότι αυτό δεν ομοιάζει προς άλλα πράγματα. ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ. Αι αυτοκρατορικαί μου συμβουλαί, αποτελούν υπηρεσίαν προς την ψυχικήν ένωσιν των πιστών Μουσουλμάνων και την μωαμεθανικήν θρησκείαν».
Ο ακαδημαϊκός Δ. Κόκκινος, παραθέτει κάπως διαφορετικά το Διάγγελμα:
«Οι άπιστοι, μάρτυρες των ακολασιών των υπουργών και των υπαλλήλων του κράτους μου και προβλέποντες ότι ούτοι δεν ήσαν ικανοί ν’ αντισταθούν, ετόλμησαν να κινήσουν ένοπλον χείρα. Ηξεύρουν τούτο όλοι οι μεγιστάνες, οι υπουργοί και οι υπάλληλοι του κράτους μου, και όμως ουδείς δεικνύει τον επιβαλλόμενον ζήλον. Οι γραφείς μεταβαίνουν εις την εργασίαν των μόλις ην 3ην ώραν, αι υποθέσεις δεν διεξάγονται όπως πρέπει. Αλλά όλαι αι ώραι δεν είναι ώραι τρυφής.
Ιδού τα οικτρά αποτελέσματα της τοιαύτης ζωής. Εψυχράνθησαν οι μουσουλμάνοι. Αι ραδιουργίαι μεταξύ των υπαλλήλων δεν παύουν. Δια τούτο δεν θα συμβουλεύω εις το εξής, αλλά θα παραδίδω εις τας χείρας του δημίου τους διάγοντας παρόμοιον βίον, τους περιφρονούντας την θέλησίν μου να φέρωνται προς αλλήλους ως αδελφοί, τους τρέφοντας αμοιβαίον μίσος, τους μη εκτελούντας τα καθήκοντά των, τους μεταβαίνοντας αργά εις την εργασίαν των, τους κακολογούντας αλλήλους.
Ας ανοίξουν καλά τους οφθαλμούς των οι άνθρωποι αυτοί. Αι σημεριναί περιστάσεις δεν είναι όπως αι παρελθούσαι. Πρόκειται περί θρησκείας. Ο αυτοκρατορικός σκοπός μου είναι να κερδίσω τας καρδίας των αληθών πιστών και να ενισχύσω τον νόμον του Μωάμεθ. Είθε να αγρυπνήσετε όλοι. Αμήν!»
Ποια είναι η σκιά των γεγονότων αυτών, στην καθημερινότητα της Πόλης; Δίνω και πάλι το λόγο στον αγγλικανό ιερέα Robert Walsh:
Η ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ ΑΡΧΙΖΕΙ
"Ο Σουλτάνος από πλευράς του, απάντησε στην Προκήρυξη του Υψηλάντη. Είπε ότι «οι επονείδιστοι στασιαστές, είχαν απειλήσει με την καταστροφή μιας θρησκείας που προστατευόταν από το Θεό – και πως ήταν ουσιώδες, κάθε Μουσουλμάνος να συμμορφωθεί προς τα δεδομένα των καιρών, να αποκηρύξει τις χάρες της κοινωνικής ζωής και να επιστρέψει σ’ εκείνες του στρατοπέδου, οι οποίες ήσαν η αρχέγονη κατάσταση του τουρκικού έθνους. Ότι τώρα θα πρέπει να συμμορφωθούν με στρατιωτικές συνήθειες των προγόνων τους και ο κάθε άνθρωπος να εφοδιαστεί με όπλα.
Όταν η διαταγή αυτή εξεδόθη, ολόκληρος ο τουρκικός πληθυσμός ξεπρόβαλε οπλισμένος, κάθε άνδρας με ένα ζεύγος πιστόλες και ένα γιαταγάνι. Ακόμα και παιδιά στην ηλικία των οκτώ, ή εννιά ετών, εμφανίστηκαν έτσι. Φαντάσου έναν πληθυσμό από περισσότερους από 100.000 μανιασμένους τύπους, όλους οπλισμένους με κάποιο θανατηφόρο όπλο, να έχουν ξεχυθεί καταπάνω στους αόπλους κατοίκους, ενάντια στους οποίους οι πλέον ισχυρές προκαταλήψεις είχαν διεγερθεί. Τους είχαν δώσει να καταλάβουν, ότι ο στόχος των αντιπάλων τους ήταν να ξεριζώσουν τον Μωαμεθανισμό και υπέθεταν ότι ο κάθε μη-Τούρκος αποσκοπούσε σ’ αυτό. Σταματούσαν όλους τους Ραγιάδες στον Τοφανά και το Γαλατά, όπου οι δουλειές τους, τους έφερναν συνεχώς - και τους προσέβαλαν, τους λήστευαν ατιμωρητί, συχνά εξυβρίζοντας και κακοποιώντας εκείνους που δεν είχαν τίποτε να δώσουν.
Ένα διάβημα έγινε για το ζήτημα αυτό στην Πύλη κι εκδόθηκε ένα φιρμάνι το οποίο διαβάστηκε στα τζαμιά και διακήρυττε ότι τα δυτικοευρωπαϊκά έθνη ήσαν υπό την εγγύηση του κράτους και πρέπει να προστατευτούν – και προς αυτήν την κατεύθυνση, οργανώθηκαν και περίπολα. Οι στρατιώτες τους διακρίνονταν για το άσπρο τους φουλάρι, αλλά παρά ταύτα ήσαν αδύναμοι να παράσχουν οιαδήποτε προστασία. Η γενική αναστάτωση ήταν τόσο μεγάλη και εκτός ελέγχου, που σε μερικές περιπτώσεις, φοβόντουσαν να την αντιμετωπίσουν και σε άλλες συμμετείχαν και οι ίδιοι. Σε μια φυσιολογική κατάσταση, ο Τούρκος είναι ήσυχος και επιμελής και οι υπηρεσίες του είναι αξιόπιστες. Αλλ’ όταν οι προκαταλήψεις και τα πάθη του είναι διεγερμένα, είναι απάνθρωπος, παρακινούμενος από σκυλίσια θηριωδία. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, η φρουρά αυτή, μολύνθηκε από τα συναισθήματα του υπολοίπου του λαού και προέβη στις ίδιες υπερβάσεις.
Νοιώθοντας σιγουριά από την υποτιθέμενη ασφάλεια των περιπόλων, πέρασα από την πόλη ως συνήθως. Μονάχα Τούρκοι φαίνονταν να παρελαύνουν στους δρόμους – όλος ο υπόλοιπος πληθυσμός είχε εξαφανιστεί. Ο δρόμος του Πέρα είναι στενός, παρά ταύτα υπάρχει ένα υπερυψωμένο πεζοδρόμιο και στις δυο του πλευρές, που μόλις χωρά δύο άτομα να το περπατήσουν. Ένας άτυχος Έλληνας, είχε αποτολμήσει να πάει σε ένα μικρομάγαζο για να αγοράσει κάτι και επέστρεφε βιαστικά, όταν συνάντησε έναν Τούρκο που περπατούσε μόλις μπροστά μου. Ο Έλληνας κόλλησε στον τοίχο, όσο μπορούσε για να τον αφήσει να περάσει, όταν ο Τούρκος, εσκεμμένα έσυρε το γιαταγάνι του και τον τρύπησε επί τόπου. Ο δυστυχής έπεσε νεκρός και ο δολοφόνος του περπάτησε πάνω από το πτώμα του και, σκουπίζοντας το ματωμένο του γιαταγάνι, μπήκε σε ένα καφενείο, όπου τον είδα αργότερα να καπνίζει ήσυχος το τσιμπούκι του. Τέτοια γεγονότα προέκυπταν διαρκώς και δεν ήταν ασύνηθες για έναν Τούρκο να δοκιμάζει το πιστόλι του στον πρώτο Έλληνα που θα έβλεπε στο δρόμο. Και κάθε μέρα, κάποιος δυστυχής, πληγωμένος ή νεκρός, μεταφερόταν βιαστικά στους ώμους μπροστά από την πύλη του μεγάρου μας".
(Η συνέχεια αύριο...)
Edited by - Trainman on 16/07/2007 03:29:16
ΤΟ ΑΙΜΑΤΟΚΥΛΙΣΜΑ ΤΟΥ ΦΑΝΑΡΙΟΥ – Μέρος 2ον
ΣΑΝΙ ΖΑΝΤΕ: ΒΑΡΑΓΑΝ ΚΙ ΟΙ ΑΝΑΠΗΡΟΙ…
Ας αφήσουμε προσωρινά αναγνώστη τις περιγραφές του άγγλου ιερωμένου κι ας επιστρέψουμε στις μετρημένες περιγραφές των τούρκων ιστοριογράφων και εν προκειμένω, του Σανί Ζαντέ, όπως μας τις μεταφέρει στο σύγγραμμά του, ο Νικηφόρος Μοσχόπουλος:
«Επειδή οι περισσότεροι εκ της νεολαίας της Κωνσταντινουπόλεως εστερούντο αγωγής και άλλως τε δεν ηδύναντο να διακρίνουν το καλόν και το κακόν, ήτο φυσικόν να ενεργήσουν ως να επρόκειτο περί παιδικών παιγνιδίων…Ήρχισαν να πυροβολούν ασκόπως με τυφέκια και πιστόλια εντός των συνοικιών, εις τους δρόμους, εις τας αυλάς των τζαμίων, εις τας αποβάθρας, εντός των ακατίων και γενικώς εις όλα τα μέρη των συγκεντρώσεων, ούτως ώστε ο άλλοι κάτοικοι ευρίσκοντο νύκτα και ημέραν διηνεκώς υπό το κράτος παραζάλης και τρόμου…Επειδή δε, η αρχή ενεθάρρυνεν ακόμη και μερικούς αναπήρους και γέροντας μη έχοντας όπλα όπως οπλισθούν, κατήντησε να φονεύουν κατά λάθος, άλλος τον πατέρα και την μητέρα του, άλλος την σύζυγον και την αδελφήν του. Με την ευκαιρίαν αυτήν, άνθρωποι του κάτω όχλου εφόνευον ραγιάδες…Ούτως ο Χαλέτ εφέντης, ένεκα προσωπικών λόγων ώπλισε όλους τους Τούρκους εν Κωνσταντινουπόλει και έθεσεν αυτούς εις κατάστασιν επιστρατεύσεως. Αλλά μεταξύ τόσων ανθρώπων υπήρχον και κακοποιοί, οίτινες, άμα έλαβον τα όπλα, ήρχισαν να επιτίθενται κατά του τυχόντος (…) Τούρκοι λωποδύται ελήστευον εν μέση οδώ Χριστιανούς, άλλοι εισερχόμενοι εις πρατήρια και καταστήματα αφήρουν ολοφάνερα εμπορεύματα χωρίς να πληρώνουν. Τους δυστροπούντες Χριστιανούς εφόνευον λέγοντες εν είδει αστειότητος: «Γκιαούρης δεν είναι και αυτός; Όλοι ίδιοι είναι. Πριν αρχίσωμεν από τους εις τας επαρχίας πρέπει να τελειώνουμε με τους εδώ»…»
Ένα περιστατικό με κάποιον χριστιανό έμπορο, Αρμένιο και όχι Έλληνα, μας περιγράφει ο Robert Walsh στη διήγησή του, “A Residence at Constantinople, during a period including the commencement, progress, and termination of the Greek and Turkish Revolutions (London 1836)’’:
Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΤΟΥ ΑΡΜΕΝΙΟΥ
«Στρατεύματα τώρα περνούσαν συνεχώς από την Ασία και αθροίζονταν στην Κωνσταντινούπολη, της τάξης των 20.000, απ’ όπου και στέλνονταν, μεγάλα αποσπάσματα προς τις επαρχίες. Προτού φύγουν, διέπρατταν κάθε δυνατό ανοσιούργημα ενάντια στους δυστυχείς Ραγιάδες. Οι Αρμένιοι διακρίνονταν από τον παθητικό τους χαρακτήρα – ήσαν τελείως ασύνδετοι με τους Έλληνες – και πολύ σπάνια είχε ακουστεί να έχουν ασχοληθεί με οιαδήποτε αναταραχή. Ανάμεσα σε άλλες πράξεις, την ακόλουθη μου διηγήθηκε ένας από τους ιερείς τους, ότι είχε συμβεί την προηγούμενη μέρα. Ένας από τους καινούργιους επίστρατους, μπήκε στο μαγαζί ενός αρμένη εμπόρου και διάλεξε ύφασμα για πανωφόρι. Έμεινε ανικανοποίητος με την τιμή και έφυγε. Την επόμενη ημέρα επέστρεψε, είπε ότι θα πληρώσει ό,τι του ζητήθηκε και ο μαγαζάτορας έσκυψε πάνω από το τόπι για να το μετρήσει. Οι Αρμένιοι φορούνε ένα ψηλό καπέλο ονόματι καλπάκι, που μοιάζει με ανάποδο κύβο ζάχαρης, καθώς το κεφάλι τοποθετείται στη μικρή πλευρά. Οι κάπες τους είναι έτσι, που όταν σκύβουν, εμφανίζεται πάντα ένας μακρύς λαιμός. Αυτό αποτέλεσε ένα αντικείμενο ιδιαίτερα θελκτικό για τον ανικανοποίητο Τούρκο. Έσυρε το γιαταγάνι του και με ένα χτύπημα έκοψε το κεφάλι του από το σώμα. Έπεσε στο κομμάτι από το ύφασμα που αγόραζε: Έτσι, το τύλιξε και το πήρε μαζί του. Το ακέφαλο σώμα του Αρμένιου, βρέθηκε να κολυμπά στο αίμα μέσα στο μαγαζί του. Ο Τούρκος μετά, παρουσίασε το κεφάλι και κόμπασε για το κατόρθωμά του, αλλά κανείς Αρμένης δεν τόλμησε να διαμαρτυρηθεί».
Ας συνεχίσουμε αναγνώστη τη μακάβρια διήγησή μας, υπενθυμίζοντας ότι τα γεγονότα που παραθέτουμε, διεξάγονται τον Μάρτιο του 1821. Κάποιοι συγγραφείς, όπως ο αυτόπτης Walsh, τα τοποθετούν πριν τον αφορισμό, κάποιοι άλλοι μετά. Εμείς, επειδή αναγνωρίζουμε ακόμα και στους αυτόπτες μάρτυρες το δικαίωμα να κάνουν λάθος όταν αφηγούνται κάποια γεγονότα μερικά χρόνια μετά, αλλά κι επειδή ο Walsh τοποθετεί τον αφορισμό μετά τις πρώτες εκτελέσεις των Φαναριωτών, τα τοποθετούμε μετά τον αφορισμό. Σίγουρο είναι ωστόσο, ότι τα σύννεφα, είχαν αρχίσει να μαζεύονται πιο πριν – μαζί με τις πρώτες τις πιστολιές…
Ας διαβάσουμε και πάλι ένα απόσπασμα του Φιλήμωνα, αν όχι για οτιδήποτε άλλο, παρά για την ωραία του καθαρεύουσα. Είτε έδειχνες λυπημένος, είτε χαρούμενος, η τύχη σου, λέει, ήταν προδιαγεγραμμένη:
«Την ιδίαν απανταχού ελάμβανον τύχην και εκείνοι όσοι υπετίθεντο παρά των Τούρκων, ή χαίροντες, λόγω ότι επεθύμουν την επανάστασιν, ή λυπούμενοι, λόγω ότι ουκ έβλεπον έτι τον Υψηλάντην έξω των τειχών της Κωνσταντινουπόλεως, ή λόγω ότι απεδοκίμαζον τα κατά των ενόχων και υπόπτων αυστηρά μέτρα της εξουσίας. Έτι δε πλέον και αν τις ενεδύετο καλώς, ή ηρώτα περί των διατρεχόντων, ή εξύρει συνεχώς το γένειον, δίκην έδιδε θανάτου, ως μη συμμεριζόμενος δήθεν της κοινής αθυμίας. Εκ τούτου οι πάντες ενεδύοντο πεπαλαιωμένα ως πτωχοί και ταπεινώς περιεπάτουν ως δούλοι, κάτω κεκφυφότες και ουδόλως τους οφθαλμούς στρέφοντες εκ δεξιών ή εξ ευωνύμων. Ωσεπιπολύ δε κατ’ οίκον εμόναζον ως πεφυλακισμένοι, και εν ταις οδοίς εσίγων ως ιχθύες άφωνοι, εφ’ όσων αν έβλεπον και έπασχον. Προσέτι δε, και όταν τα βάρβαρα σμήνη εξεστράτευον, διερχόμενα ή δια ξηράς, ή δια θαλάσσης τον Βόσπορον, τρόμος τους Χριστιανούς κατελάμβανεν εκ των αγρίων φωνών, εκ των απείρων εκείνων πυροβολισμών κατά τας οδούς και κατά των οικιών αδιαφόρως. Τις ετόλμα προελθείν εκ των θυρίδων, ή εξελθείν της οικίας, έως παρέλθωσιν οι στρατευόμενοι, και μάλιστα, ότε συνώδευον ούτοι σημαίαν; Ούτως, εάν πρότερον η τουρκική εξουσία, ως σύστημα ανομίας και αυθαιρεσίας άνευ ορίων εκαλείτο τύραννος, εάν πρότερον ο τουρκικός όχλος, ως σώμα υλισμού, απαιδευσίας και κτηνωδίας, ωνομάζετο βάρβαρος, επί της παρούσης εποχής και εξουσία και όχλος ουδέν είχον κατάλληλον όνομα, διότι η αγρία διαγωγή αυτών παντός ονόματος κακού την καταλληλότητα υπερέβαινε».
Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΩΝ «ΕΝΟΧΩΝ»
Αυτά έγιναν στο όνομα της θρησκείας από τον αφιονισμένο τουρκικό όχλο. Δεν διέφεραν ωστόσο, ουσιωδώς, από τα μέτρα τιμωρίας των «ενόχων», τα οποία εξεπόνησε ο Σουλτάνος. Ποιοι ήσαν οι «ένοχοι»; Πόσοι ήσαν; Πώς διακρίνονταν από τους αθώους;
Λεπτομέρειες – αλλά αξίζει να παραθέσουμε το σκεπτικό: Ένοχος έπρεπε να είναι, όποιος φέρει το ίδιο επώνυμο με κάποιον που, αποδεδειγμένα συνεργαζόταν με τον Υψηλάντη, ή τον Μιχαήλ Σούτσο (Βόδα). Ένοχος θα έπρεπε να είναι και ο ταχυδρόμος του Σούτσου, ο γιατρός του, ή ο μανικιουρίστας του. Ένοχος θα έπρεπε να είναι, όποιος είχε τολμήσει να την κοπανήσει στις αρχές του Μαρτίου – άρα ήξερε τα περί της επικείμενης Επανάστασης, άρα ήταν μυημένος. Ένοχος θα έπρεπε να είναι, όποιος είχε στείλει την οικογένειά του έστω εκτός Κωνσταντινούπολης, καθώς κι εκείνος θα έπρεπε να είναι στο κόλπο. Ένοχος θα έπρεπε να είναι όποιος γνώριζε τα της Επανάστασης αλλά δεν είχε πάει στις αρχές για να την καταδώσει. Ένοχος θα έπρεπε να ήταν στη συνέχεια, όποιος καταγόταν από την Πελοπόννησο, ή από άλλες περιοχές που επαναστατούσαν. Τέλος, ένοχος θα έπρεπε να είναι και όποιος ήταν αθώος, αλλά θα έπρεπε να εκτελεστεί ως ένοχος για παραδειγματισμό.
Ο κατάλογος αυτός, δεν περιείχε, ούτε έναν, ούτε δέκα, ούτε εκατό ενόχους. Περιείχε…χίλιους πεντακόσιους! Κι αν ο τουρκικός όχλος ηδονιζόταν να σφάζει τους αόπλους χριστιανούς διαβάτες στο δρόμο, τα κομμένα κεφάλια των ευγενών και των πλουσίων, θα έπρεπε λογικά να ανεβάζουν το όργιο στο ζενίθ.
«Η θυσία – γράφει ο Φιλήμων – ήρξατο εν Κωνσταντινουπόλει από της 24ης Μαρτίου, καθ΄ ην πρώτοι εκαρατομήθησαν ο Νικόλαος Σκαναβής, άλλοτε ποστέλνικος και καϊμακάμης του ηγεμόνος Ιωάννου Καρατσά, εξηκοντούτης δε περίπου την ηλικίαν. Ο γαμβρός τούτου και πρώην διερμηνεύς του στόλου Μιχαήλος Μάνος διότι Μάνοι άλλοι ηκολούθουν τω Υψηλάντη. Ο Θεόδωρος Ρίζος, μέγας λογοθέτης της Μεγάλης Εκκλησίας, διότι ο νεώτερος αδελφός αυτού Ιάκωβος Ρίζος υπούργευε παρά τω ηγεμόνι Μολδαυίας Σούτσω και ο Αλέξανδρος Φωτεινός, διότι ο πατήρ τούτου ιατρός διετέλει παρά τω αυτώ ηγεμόνι. Ταυτότης άρα επωνύμου και συγγένεια εχρησίμευον αντί πάσης αποδείξεως ενοχής, δι’ όν λόγον, ήτοι, ως ανήκων εις φαναριωτικόν γένος, εμαρτύρησε δια της αγχόνης κατά την οδόν Ιχθυοπωλείου (Βαλούκ-παζάρ), πρώτος των εγκρίτων συνοδικών, ο μητροπολίτης Εφέσου Διονύσιος Καλλιάρχης. (σ.σ. Εδώ αναγνώστη, ο Φιλήμων υπαινίσσεται αυτό που αναπτύξαμε ήδη στη σελίδα 13 στην παράγραφο «Η «ΘΕΟΘΕΝ ΤΥΡΑΝΝΙΑ» ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ», ότι δηλαδή, ο Διονύσιος, υπήρξε αδελφός του Εφόρου του Σούτσου, Αναστάσιου Καλλιάρχη). Ούτος, παρασκευαζομένου του δημίου, ωμίλησεν ατάραχος κατά της αδίκου καταδίκης αυτού, και συνέστησε τω σουλτάνω την επί των ραγιάδων αγαθότητα αντί της τοιαύτης σκληρότητος. Εις των παρευρεθέντων Ελλήνων, επειδή ανεστέναξε τότε και εδάκρυσεν ιδών εις την άτιμον συρόμενον αγχόνην ένα έγκρτον μητροπολίτην, αμέσως ηρπάγη και από του προσώπου της γης εξηλείφθη. Ο δε δήμιος, εμπαίζων βεβαίως και ουχί σπουδάζων, ηρώτησε κατά το τουρκικόν έθιμον τον Εφέσου, «τουρκίζεις, ίνα σωθής;» και ούτες απεκρίθη, «Εκτέλεσον την προσταγήν του βασιλέως».
«Τα πρώτα ταύτα σφάγια της σουλτανικής μανίας διεδέχθησαν άλλα, την 26η και 27η, ήγουν ο Λεβίδης ο και Τσαλίκης, ο Στεργιαννάκης Τσουρπατσόγλους, τρεις καλόγηροι, τρεις ταχυδρόμοι του αυθέντου της Μολδαυίας και οκτώ άλλοι ολίγον γνωστοί. Την 3η Απριλίου έφθασε ταχυδρόμος εξ Αθηνών, αναγγέλλων δι΄ ων έφερε γραμμάτων, ότι απεστάτησεν όλη η Πελοπόννησος. Παράφρων έτι μάλλον έγεινεν ο σουλτάνος επί τη ειδήσει ταύτη και ήρχισε να φονεύη απονώτερον συμπληρώνει ο Τρικούπης.
Ας δούμε πώς περιγράφει ο Walsh την «τιμωρία των ενόχων»…
Αυτή η γενική και αδιάκριτη επίθεση από τον όχλο, εξέλαβε και μια πιο οριστική μορφή και σε λίγες μέρες, επεδείχθη υπό τον τύπο της τουρκικής δικαιοσύνης (sic). Ένας αριθμός Ελλήνων με κοινωνική υπόληψη και επιρροή, ήσαν ύποπτοι συνεννόησης με τους στασιαστές και μηνύθηκαν κατά τρόπο πλέον χαρακτηριστικό των ανατολικών συνηθειών σε ποινικές δίκες. Ένας κύριος που επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη μονάχα για μια σύντομη περίοδο, ήταν ανυπόμονος να επωφεληθεί του ελεύθερού του χρόνου και παρά τον κίνδυνο, απεφάσισε να πλησιάσει το λιμάνι και να δει την Ισταμπούλ πριν την αναχώρησή του. Μια προσωρινή παύση των ταραχών είχε σημειωθεί κι έτσι πήρε μαζί του δύο γενίτσαρους και προχώρησε. Περνώντας μέσα από το Φανάρι, έμαθε ότι πέντε Έλληνες είχαν συλληφθεί εκείνο το πρωί – και την ώρα που μάθαινε τα νέα, ένας νεαρός, λαμπρά ενδεδυμένος, συρόταν στο δρόμο όπου στεκόταν. Ο χιτώντας του είχε σκιστεί και είχε καλυφθεί με λάσπη, το τουρμπάνι του και οι παντόφλες του είχαν χαθεί λυθεί στην προσπάθεια και το κεφάλι και τα πόδια του έχασκαν γυμνά.
Όταν έφθασε στη γωνία του δρόμου και του επέτρεψαν για μια στιγμή να πάρει ανάσα, έμοιασε σαν να πάσχιζε να διαμαρτυρηθεί – αλλά δύο Τούρκοι, πιέζοντάς τον στους ώμους τον ανάγκασαν να πέσει στα γόνατα και στη στάση αυτή, ένας τρίτος ήλθε από πίσω του με τη σπάθη του. Αυτό είναι ένα σπαθί με καμπύλη λεπίδα, με την κόψη του στο εσωτερικό και εξαιρετικά κοφτερό, χρησιμοποιούμενο πάντα ως εργαλείο αποκεφαλισμού. Με ένα μονάχα οριζόντιο χτύπημα, αποχώρισε το κεφάλι από το λαιμό του. Το σώμα του πετάχτηκε στη λάσπη στη μέση του δρόμου για να ποδοπατηθεί από τους διαβάτες και το κεφάλι του τοποθετήθηκε περιφρονητικά ανάμεσα στους μηρούς του. Οι εκτελεστές κατόπιν πέρασαν βιαστικά, αφήνοντας και τα δύο να φαγωθούν από τα σκυλιά που μαζεύτηκαν τριγύρω. Ανάμεσα στα θύματα που αποκεφαλίστηκαν με αυτόν τον τρόπο και εκτέθηκαν τη μέρα εκείνη, ήσαν δύο Έλληνες κύριοι, με τα ονόματα του Μάνου και νομίζω, Αντζερλή. (σ.σ. πρόκειται προφανώς για τους Μιχαλάκη Μάνο και Μιχαλάκη Χατζερή). Έχαιραν ιδιαίτερης εκτιμήσεως και σεβασμού από τους Δυτικοευρωπαίους, τόσο για την αγάπη τους προς τη λογοτεχνία και την επιστήμη, όσο και για την ευγένεια και τον αξιαγάπητο χαρακτήρα τους.
Συνελήφθησαν και οι δύο χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, μέσα στα σπίτια τους, όπου δεν είχαν κανένα προαίσθημα για τη μοίρα τους, εκτός του γενικού φόβου στον οποίον όλοι οι Έλληνες υπόκειντο. Οδηγήθηκαν ή σύρθηκαν στο πρώτο σταυροδρόμι και χωρίς εξήγηση ή περαιτέρω ανάκριση εκτελέστηκαν έτσι. Ένας απ’ αυτούς, γνώριζε πολύ καλά τον Τούρκο που τον έφερε και ο οποίος του μιλούσε με ένα φιλικό, ενθαρρυντικό τρόπο. Τον ρώτησε εάν είχε κουραστεί, αλλιώς να σταματούσαν. Ο δυστυχής άνθρωπος, τον ευχαρίστησε και καθώς ξεκινούσε να πάρει ανάσα, ο φίλος του ο Τούρκος έδωσε το σήμα στον εκτελεστή, ο οποίος τον αποκεφάλισε όπως τους υπολοίπους.
ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΕ ΦΡΙΧΤΑ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ
Αντίστοιχες πληροφορίες μας δίνουν και άλλοι – ξένοι – αυτόπτες μάρτυρες, όπως ο γερμανός τεχνίτης Johann Wilhelm August Streit. Αγνοώντας τη γερμανική, παραθέτω αποσπάσματα από το βιβλίο του «Η Κωνσταντινούπολη το έτος 1821» όπως μας τα δίνει ο Κυριάκος Σιμόπουλος στο έργο του, «Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ‘21»:
«Ο οθωμανικός όχλος, σε φοβερή έξαψη, ρίχτηκε στα σπίτια των Ελλήνων αρχόντων και άρχισε τη λεηλασία. Βασάνιζαν τους ενοίκους με θηριωδία, έκοβαν μύτες και αφτιά και τους γκρέμιζαν ύστερα από τα παράθυρα στο δρόμο (…)
Πύρωναν στη φλόγα τα μεταλλικά τμήματα των όπλων και τα έμπηγαν στα ξεγυμνωμένα κορμιά. Τους έψηναν στα κάρβουνα σιγά-σιγά, πρώτα τα πόδια, ύστερα τα χέρια και ολόκληρο το κορμί, ώσπου να ξεψυχήσουν. Περνούσαν πυρακτωμένα σύρματα στη μύτη, έκαιγαν τα βλέφαρα των θυμάτων με πυρωμένα σίδερα (…)
Τα θύματα σπαρταρούσαν και ούρλιαζαν. Στα οπίσθα πολλών είχαν καρφώσει μαχαίρια και σπαθιά. Κάθε τόσο έκοβαν και ένα κομμάτι σάρκα».
Ο Στρέιτ αναφέρει, όπως και ο Walsh, πως οι γενίτσαροι όντως προσπάθησαν να αποκαταστήσουν την τάξη, κατά τις εντολές που είχαν να προλάβουν τους φόνους των αθώων, μα του κάκου. «Ο όχλος αγρίεψε περισσότερο – παραφράζει τον Στρέιτ ο Σιμόπουλος και όρμησε στο σεράι του σουλτάνου, αδιαφορώντας για τις βολές των πυροβολαρχιών. Στο μεταξύ ελευθερώθηκαν από τις φυλακές οι εγκληματίες και ξεχύθηκαν στους δρόμους «ουρλιάζοντας από χαρά». Θα κινδύνευαν και τα ανάκτορα, γράφει ο Γερμανός αυτόπτης, αν δεν δινόταν εντολή στους γενίτσαρους να μην παρενοχλούν τη σφαγή των Ελλήνων».
«Εκείνο το πρωινό, γύρω στα 4000 πτώματα και των δύο φύλων, κεφάλια, πόδια κείτονταν στους δρόμους της Πόλης. Χωρίς να λογαριάσουμε όσους σκοτώθηκαν στα σπίτια τους, ή κρεμάστηκαν από τα παράθυρα»
Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΥ «ΜΕΓΑΛΕΜΠΟΡΟΥ, ΜΕΓΑΛΟΒΙΟΜΗΧΑΝΟΥ, ΜΕΓΑΛΟΓΑΙΟΚΤΗΜΟΝΑ, ΤΟΥΡΚΟΔΟΥΛΟΥ κλπ. κλπ.»…
Ο νεαρός Στρέιτ παρακολούθησε τη φοβερή σφαγή από το εργαστήριο του αφεντικού του, που βρισκόταν στην πλατεία του Μουφτή (…) Κάτι μεθυσμένοι Τούρκοι είδαν τον Στρέιτ και δύο παραγιούς που κυτούσαν από το παράθυρο και τους κάλεσαν να πάρουν μέρος στη σφαγή. Τους όπλισαν και τους ανάγκασαν να ενταχθούν σε μια συμμορία. Μπήκαν στο σπίτι ενός πλούσιου Έλληνα κοσμηματοπώλη – το μαγαζί του, που βρισκόταν στο ισόγειο, ήταν κιόλας κατεστραμμένο. Αφού καταλεηλάτησαν το σπίτι, ανακάλυψαν στο ανώγειο την οικογένεια: πατέρα, μητέρα, δύο θυγατέρες και μία υπηρέτρια.
«Η μια κόρη, ένα λεπτό και όμορφο κορίτσι, όταν ένας Τούρκος θέλησε να της επιτεθεί, πήδηξε από το παράθυρο στο κενό. Κατέβασαν την οικογένεια στην πλατεία. Εκεί ξεγύμνωσαν την άλλη κόρη και την υπηρέτρια και έκοψαν πρώτα τους μαστούς και ύστερα τη μύτη τους. Ο γιος, ένας εύρωστος νέος 24 χρόνων, χύμηξε πάνω στον Τούρκο, τον γρονθοκόπησε στον κρόταφο, άρπαξε το ματωμένο γιαταγάνι από το χέρι του και μ’ ένα χτύπημα από πάνω προς τα κάτω, του έκοψε τη μύτη έτσι που έμεινε κρεμασμένη από τα χείλη του. Μέσα σ’ ένα λεπτό, τον είχαν κιόλας κατακομματιάσει εκατό σπαθιά…»
Ένας φαρμακοποιός θανάτωσε 200 Τούρκους που πολιορκούσαν το σπίτι του. Δηλητηρίασε με αρσενικό όλα τα κρασοβάρελα που είχε στο κελλάρι και ύστερα αυτοκτόνησε κόβοντας το λαιμό του με ένα ξουράφι. «Οι Τούρκοι ήπιαν, φαρμακώθηκαν και πέθαναν κουλουριασμένοι σαν τα σκουλήκια μπροστά στο σπίτι»
Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΜΟΥΡΟΥΖΗ
Από την εκδικητική μανία του Σουλτάνου, δεν θα μπορούσαν να ξεφύγουν οι δύο εν ενεργεία Δραγουμάνοι του – οι αδελφοί Μουρούζη.
Σύμφωνα με την επίσημη τουρκική εκδοχή που παραθέτει ο οθωμανός ιστορικός, Ντζεβντέτ Πασάς, ο μέγας διερμηνέας της Πύλης, Κωνσταντίνος Μουρούζης, «έχων εκ μέρους του προστάτου αυτού Χαλέτ Εφέντη εντολήν να στέλλη παραινετικάς επιστολάς εις μερικούς των μελών της Εταιρείας, της οποίας και αυτός ήτο μέλος, έγραφεν εις εν γράμμα του αποστελλόμενον εις Βλαχίαν, πράγματα διφορούμενα, λέγων μεταξύ άλλων: «Ήτο άραγε φρόνιμον να γίνουν τώρα όλα αυτά τα όλως άκαιρα; Ήτο άραγε καιρός δια τοιαύτα;» Την 4ην Απριλίου 1821, κληθείς υπό του κεχαγιά της μεγάλης βεζυρείας, επεπλήχθη υπό τούτου, ειπόντος: «Τι είναι αυτά που γράφεις εις αυτά τα γράμματα;». Ο Μουρούζης απήντησε δι’ υπεκφυγών, λέγων ότι εκάστη γλώσσα έχει και τους ιδιαιτέρους της τρόπους εκφράσεως. Η δικαιολογία όμως αύτη, εις ουδέν ωφέλησεν. Αμέσως δε, συμφώνως προς εκδοθείσαν διαταγήν, μετεφέρθη, φέρων ακόμη την σαμουρόγουναν και το καλπάκι του, έμπροσθεν του περιπτέρου Αλάι-κιοσκιού όπου και εθανατώθη. Το σώμα του αφέθη εκτεθειμένον επί τρεις ημέρας προς παραδειγματισμόν των άλλων».
Άλλη, πιο διαδεδομένη εκδοχή (την οποία συμμερίζονται και οι Έλληνες ιστορικοί), είναι αυτή που περιγράφει ο Σπυρίδων Τρικούπης στην «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως»:
«Μέγας διερμηνεύς τω καιρώ εκείνω ήτον ο Κωστάκης Μουρούζης, ούτινος ο φιλογενέστατος οίκος διηνεκές και προσφιλές έργον είχε τον φωτισμόν των ομογενών του. Ο ανήρ ούτος, αν και κατείχεν υψηλήν θέσιν και υπό την μάχαιραν έκειτο του δημίου, εις ουδέν τα καθ’ εαυτόν ελογίσθη προκειμένης της αναστάσεως της πατρίδος. Εν ω δε εισήρχετο μίαν των ημερών εις την Πύλην κατά το σύνηθες, τω εδόθη παρά πάσαν προσδοκίαν γράμμα του Υψηλάντου, λέγον τα κατά τας ηγεμονείας συμβάντα και θαρρύνον αυτόν, ως μεμυημένον τα της Εταιρίας, εις τον αγώνα. Ο Μουρούζης λαβών το γράμμα παρ’ αγνώστου και ενώπιον πολλών, και νομίσας ότι δεν έπρεπε να το αποκρύψη μήπως κινήση υποψίας, το εκοινοποίησε τω ρεήζ-εφέντη, αποδίδων αυτό εις ραδιουργίαν, και επανήλθεν εις την οικίαν του ανενόχλητος. Αλλά την 4 Απριλίου μεταπεμφθείς παρά τω ρεήζ εφέντη και αποσταλείς παρ’ αυτού εις τον αρχιβεζίρην, απήχθη εκείθεν εις το Μπάμπι-Χουμαϊούν και εκεί απεκεφαλίσθη φορών την στολήν του»
Ο Επιτετραμμένος Κωνσταντινουπόλεως της Ολλανδίας, Gaspar Testa σε έκθεσή του, (περιοδικό «Παρνασσός» τόμος ΙΗ – 1976), δίνει μια περαιτέρω πτυχή της ίδιας εκδοχής: Αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Κατά μίαν διάδοσιν, φαίνεται ότι επρόδωσε την πίστιν, μεταφράσας μερικά ελληνικά έγγραφα σχετικά προς την μεγάλην συνωμοσίαν, ίνα καλύψη διάφορα άτομα του έθνους του, τα οποία εξέθετεν η αλληλογραφία αύτη. Ο σουλτάνος, υπ’ όψιν του οποίου ετέθησαν τα κείμενα ταύτα, επιθυμών να βεβαιωθή περί της ακριβείας αυτών, διέταξε να γίνη μετάφρασις υπό ενός ιδιαιτέρου γραμματέως του, κατέχοντος την ελληνικήν ως και τρίτη χωριστά υπό ενός των Ελλήνων κηπουρών, δια του τρόπου δε, τούτου, απεκαλύφθη η απάτη του Μουρούζη και ετιμωρήθη αμέσως δια θανάτου. Άλλοι υποστηρίζουν ότι επειδή εγένετο εγγυητής υπέρ των Μανιατών, οίτινες ύψωσαν επίσης το λάβαρον της επαναστάσεως, κατεδικάσθη ο δραγουμάνος ούτος…»
Την ίδια εκδοχή, δίνει και ο Walsh: Κάποιος άγνωστος, μέρα μεσημέρι, ενεχυρίασε στον Κ. Μουρούζη μιαν επιστολή, υποτίθεται του Υψηλάντη, ο οποίος τον καλούσε να μετάσχει του πατριωτικού αγώνα. Εκείνος, φοβούμενος προβοκάτσια, παρέδωκε την επιστολή στους Τούρκους, απαλείφοντας μία παράγραφο που εξέθετε συγκεκριμένους Έλληνες. Και ο Σουλτάνος, διαπιστώνοντας την αποκοπή αυτή, διέταξε τη θανάτωσή του. Ο Walsh, καταγράφει και άλλη μία φήμη, προφανώς τουρκικής προέλευσης: Ότι ο δραγουμάνος του στόλου, Νικόλαος Μουρούζης ρώτησε το δήμιο εάν μπορεί να σώσει τη ζωή του γενόμενος μουσουλμάνος κι εκείνος του απάντησε: «Την ψυχή σου θα τη σώσεις στην άλλη ζωή, αλλά τη ζωή σου όχι – κι εκείνος πέθανε χριστιανός». Όποιος θέλει, την πιστεύει την εκδοχή αυτή. Εμείς την καταγράφουμε, ως οφείλουμε.
Για την οικογένεια Μουρούζη, γράφει ο Ξάνθος στα Απομνημονεύματά του:: «Τα δύο καλλίτερα σχολεία της Χίου και των Κυδωνιών, εκ των οποίων εδύνατο να διαδωθή κάποιος φωτισμός εις τους ομογενείς μας, καθώς και η μεγάλη πρόοδος, την οποίαν οι ομογενείς εφαίνοντο, ότι έκαμαν εις το εμπόριον και εις το ναυτικόν, γνωρίζομεν, ότι είχον κεντήσει την ζηλοτυπίαν τινών και τας εκ τούτων εμπνευσθείσας υποψίας εις τους τυράννους μας, οίτινες επερίμεναν την ευκαιρίαν δια να φέρωσι την καταστροφήν. Και αν από τα 1806 και έπειτα δεν έγινε, χρεωστείται η χάρις εις την οικογένειαν των Πριγκήπων Μουροζίδων και μάλιστα του μακαρίτου Πρίγκιπος Δημητράκη Μουρούζη, όστις φρονίμως και με πολλήν επιτηδειότητα διεσκέδασε την τοιαύτην καταδρομήν».
Ο διόλου φιλο-φαναριώτης, Κωνσταντίνος Κούμας (Ιστορίαι των ανθρωπίνων πράξεων τόμος ΙΒ, Βιέννη 1882) αναφέρει: «Αλλά έως την 10 Απριλίου έφθασεν άλλη αγγελία ότι επανέστη η Πελοπόννησος, η πατρίς του Πατριάρχου και αι νήσοι Ύδρα, Σπέτσαι και Ψαρά, όπου διατρίβων προ δύο μηνών ο Διερμηνευτής του Στόλου Νικόλαος Μουρούζης υπωπτεύθη συνένοχος της Επαναστάσεως. Και ούτος μεν ετεταρτημοριάσθη ευθύς ενώπιον των οφθαλμών του Σουλτάνου, ο δε πρεσβύτερος αδελφός του Κωνσταντίνος Μουρούζης, αναμφιβόλως ο αγαθοφρονέστατος πάντων των συγχρόνων του Φνααριωτών, Μέγας Διερμηνεητής τυχών κατά δυστυχίάν απεκεφαλίσθη προ του Σουλτανικού πυλώνος…»
Τέλος, ο Ιωάννης Φιλήμων, παραθέτει μία ρομαντική διήγηση, κατά πάσα πιθανότατα μυθώδη, κατά τη μόδα της εποχής: Ότι ο Κ. Μουρούζης, λίγα λεπτά πριν από την εκτέλεσή του, φώναξε τουρκικά στο Σουλτάνο: «Αιμοβόρε σουλτάνε, σουλτάνε άδικε, σουλτάνε άθλιε. Η τελευταία ώρα της βασιλείας σου εσήμανεν. Αι αγριότητές σου θα τιμωρηθούν. Ο Θεός θα εκδικήση το ελληνικόν έθνος». Με τέτοιες μυθώδεις διηγήσεις πορεύτηκαν οι επαναστάτες της κυρίως Ελλάδας αλλά και οι μαθητές των μετέπειτα δεκαετιών. Με τα στιχάκια του Διάκου την ώρα που τον σούβλιζαν, με το φιλί του Ιμπραήμ στο στόμα του Παπαφλέσσα…
ΕΝΑΣ ΤΕΛΙΚΟΣ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ
Σε 20000 υπολογίζει ο Walsh τους ξεκλιρισμένους Έλληνες της πόλης – νεκρούς και εξορισμένους – ενώ ο Τρικούπης κάνει λόγο για «δεκάκισχιλίους Χριστιανούς θυσιασθέντες».
Πλάι στην Πόλη, δεινά κατακλύζουν και την πολύπαθη Σμύρνη. «Η Σμύρνη – γράφει ο Τρικούπης – η δευτερεύουσα πόλις του κράτους, εκινδύνευσε να χαθή όλη τον καιρόν εκείνον. Οι κάτοικοι της πόλεως Τούρκοι, οι δια την ησυχίαν και ασφάλειάν της αφοπλισθέντες προ πολλού, εξωπλίσθησαν όλοι, έτοιμοι αφορμής δοθείσης να καταστρέψωσι τους Χριστιανούς. Ό,τι δε ερριψοκινδύνευσεν έτι μάλλον την πόλιν, ήτον η συρροή πλήθους ενόπλων Τούρκων εις τα πέριξ, επί σκοπώ να πέσωσιν εκείθεν όπου εξερράγη ηε πανάστασις. Ο ένοπλος ούτος όχλος, αίσχος πάσης κυβερνήσεως και θανάσιμος πληγή πάσης κοινωνίας, εζήτει αναφανδόν την γενικήν σφαγήν των εν Σμύρνη Χριστιανών, αλλ’ οι εντόπιοι Τούρκοι, έχοντες εν τη πόλει τας οικογενείας των και μη φοβούμενοι τους Χριστιανούς, αόπλους όντας, δεν επέτρεψαν την είσοδον αυτού εις την ειρηνικήν πόλιν. Αλλ’ επί τη απαγορεύσει ταύτη εξηγριώθη και έπεσεν εις τα πέριξ της πόλεως χωρία, όπου, μηδενός εναντιουμένου, εσφάζοντο οι απορτάτευτοι χωρικοί ως πρόβατα, ητιμάζοντο αι γυναίκες και υρπάζετο η περιουσία…»
Τελικά, «την νύκτα της 30 Μαρτίου, έπεσε κατά περίστασιν εν τη πόλει τουφεκία. Φωναί ηκούσθησαν εν τω άμα λέγουσε «έβαλαν σπαθί». Αι φωναί αύται επανελήφθησαν, επιστεύθησαν και όλοι οι κάτοικοι Χριστιανοί εχύθησαν εις το παραθαλάσσιον προς διάσωσιν εις τα πλοία (σ.σ. αυτό που έλεγε η Ρεπούση, «συνωστισμός»!) – τινές δε, εξ αιτίας του κυριεύοντος αυτούς φόβου ερρίφθησαν εις την θάλασσαν και επνίγησαν, ως αν τους κατεδίωκαν τω όντι φονείς, αλλ’ η πόλις διεσώθη ως εκ θαύματος κατ’ εκείνην την περίστασιν».
Στην Κύπρο, παρότι οι Τούρκοι, ερευνώντες, δεν βρήκαν όπλα, απαγχόνισαν το σύνολο των αρχιερέων του νησιού, με επικεφαλής το μητροπολίτη Κυπριανό, με εξαίρεση 36 εξ αυτών που δέχθηκαν να εξισλαμιστούν (και να ανοίξει άλλη μια θλιβερή σελίδα στην κυπριακή ιστορία – εκείνη των κρυπτοχριστιανών). «Τα πτώματα των σφαγέντων έμειναν εκτεθειμένα επί ημέρας, κατακοπέντα και παραμορφωθέντα από τους βανδάλους, απαγορευθείσης της ταφής. Αι περιουσίαι των θανατωθέντων εδημεύθησαν, ή περιήλθαν εις την κατοχήν των αγάδων».
Είναι το πιάνο της αδελφής των Μουρούζηδων, της Σμαράγδας, γυναίκας του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου (όχι του «δικού μας») και μητέρας της Λουκίας Καραθεωδωρή. Ο Walsh, μιλά για την μικρή της κόρη, την Έλενα…
«Τέτοιες μέρες, είχα επισκεφθεί συχνά τα πρωινά μερικές δυστυχείς ελληνικές οικογένειες, που είχαν ξεπέσει από την υψηλότερη τάξη και πλούτο στα άδυτα της ταπείνωσης και της φτώχειας, όπου οι άνδρες είχαν όλοι εξολοθρευθεί και οι γυναίκες αγωνίζονταν απροστάτευτες, μέσα από σκηνές μέγιστου τρόμου και οδύνης. Περνώντας μέσα από την Κωνσταντινούπολη με έναν φίλο, αποσβολώθηκα από τον ήχο ενός πιάνου. Δεν φανταζόμουν ότι εντός των τειχών της πόλης αυτής, βρισκόταν ένα τέτοιο όργανο. Και ψάχνοντας, βρήκα ότι, κομμάτι του σκοτεινού σπιτιού απ’ όπου ερχόταν ο ήχος, καταλάμβανε μία από τις πλέον ξεχωριστές οικογένειες ανάμεσα στην αριστοκρατία του Φαναρίου. Ήταν εκείνη της Πριγκίπισσας Σμαράγδας Μουρούζη, η οποία ήταν παντρεμένη με τον Χατμάνο Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, έναν μορφωμένο και διαφωτισμένο άνθρωπο, φίλο της πνευματικής απομόνωσης και έχοντας αφιερώσει τη ζωή του όλη στην διδασκαλία της πολυμελούς οικογένειάς του.
Ζούσε στη Θεράπεια, όταν ξεκίνησε η ελληνική επανάσταση και χωρίς καμία άλλη απόδειξη, άλλη από το ότι ήταν Έλληνας, το σπίτι του δημεύθηκε, η περιουσία του κατασχέθηκε, ο ίδιος οδηγήθηκε στη Μικρά Ασία, όπου υποτίθεται ότι στραγγαλίστηκε ή ότι προοριζόταν γι’ αυτό himself και η γυναίκα και οι κόρες του είχαν αφεθεί στην απόλυτη φτώχεια, ανάμεσα σε μία φρουρά από αχρείους (ruffian) στρατιώτες. Ο θείος και τα δύο της αδέλφια είχαν ήδη θανατωθεί και ανά πάσα στιγμή περίμενε το ίδιο για το σύζυγο και τους γιούς της. Οι στρατιώτες ήταν μέρος της φρουράς στην γραμμή του Μπουγιούκντερε, και ο διοικητής τους, Ιμπραήμ Πασάς της Νικομηδείας, ήταν ένας γενναιόδωρος άνδρας με μια κομψή αλλά τραχειά όψη και ένα άτομο του πλέον ατίθασου αισθησιασμού.
Η Έλενα, η δεύτερη κόρη της Πριγκίπισσας, ήταν πολύ όμορφη και ιδιαίτερα προικισμένη, γύρω στα δεκαπέντε. Σ’ αυτήν κάρφωσε τα μάτια του και συνεχώς περιφερόταν γύρω απ’ το σπίτι σαν την ύαινα. Έκαμε αρκετές προσπάθειες να την φέρει υπό την ισχύ του, αλλά το κορίτσι ήταν προσκολλημένο στη μητέρα του και χωρίς κτηνώδη δύναμη, την οποία εκείνος φοβόταν να χρησιμοποιήσει, δεν μπορούσε να τις χωρίσει. Όταν η Έλενα είδε το πρόσωπό του συνεχώς να την κοιτάζει από το παράθυρο και συνδέοντάς τον με το φόνο και την στέρηση όλων όσων αγαπούσε, κατελήφθη από ακατάσχετο τρόμο και δεν μπορούσε ν’ αντέξει την εικόνα. Εξαφανίστηκε και δεν μπορούσε να βρεθεί πουθενά. Για αρκετό καιρό φαινόταν σ’ ένα μοναστήρι όπου είχε καταφύγει για να κρύψει τον εαυτό της και να έχει τη δυνατότητα να βάλει τελεία στη ζωή της σε περίπτωση που το αντικείμενο του τρόμου της την ανεκάλυπτε.
Εκείνος μετακινήθηκε σε μια άλλη διοίκηση και επετράπη στην οικογένειά της να ζήσει στο Φανάρι. Ήταν μια ικανοποίηση να ξεφύγει από τους βάρβαρους στρατιώτες, αλλά όχι να μένει εδώ. Όλοι οι Έλληνες που επέζησαν της πρώτης σφαγής, εστάλησαν σ’ αυτό και σε άλλα μέρα σαν σε φυλακές, όπου θα μπορούσαν πάντα να βρίσκονται υπό τα όμματα των Τούρκων και να βρίσκονται σε περίπτωση που αποφασιζόταν η εκτέλεσή τους. Ένοιωθα ένα βαθύ ενδιαφέρον για την οικογένειά της και συχνά τους επισκεπτόμουν στα καταλύματά της σε άθλια και σκοτεινά διαμερίσματα. Ήταν η Έλενα που έπαιζε το πιάνο. Αγωνιούσε να αποκτήσει ευρωπαϊκά χαρίσματα και πέτυχε στην επιθυμία της. Ανάμεσα στη μουσική που έπαιζε, ήταν ένας σκοπός, ιδιαίτερα αγαπητός σ’ αυτήν, χωρίς να γνωρίζει το όνομά του. Την ενημέρωσα ότι τα λόγια έλεγαν: «Η ελπίδα είπε μια γοητευτική ιστορία, ότι η χαρά θα γυρνούσε σύντομα». Δέχθηκε τον οιωνό με ενθουσιασμό, μια χαρά στη λύπη αρκετά συγκινητική και δεν σταματούσε να παίζει τη μελωδία με το πλέον συγκινησιακό αποτέλεσμα.
Αλλά παρότι η αιτία της αρρώστιας της είχε απομακρυνθεί, τα αποτελέσματα ήσαν μοιραία. Ο οργανισμός της είχε δεχθεί ένα τόσο έντονο σοκ, δια της ευαισθησίας της, που σύντομα βούλιαξε από κάτω. Όταν οι καιροί έγιναν πιο γαλήνιοι, η οικογένειά της αναγκάστηκε να μετακομίσει στον Άγιο Δημήτριο, ένα υγιές χωριό απέναντι απ’ το Πέρα, για τον καλό του αέρα. Ήμουν τόσο ανήσυχος για τη μοίρα της, που καθιέρωσα μια επικοινωνία δια τηλεγράφου με την αδελφή της με την οποία κάθε πρωί πληροφορούμουν για την κατάσταση της υγείας της και την διασκέδαζε να κρατά την μακρινή συνομιλία. Ένα πρωί, το προσυμφωνημένο σημείο δεν επεστράφη – φαντάστηκα τη μοιραία αιτία – η Έλενα ήταν νεκρή. Είχα λάβει από την Εταιρεία των Προσευχητάριων μια σειρά από αντίτυπα της λειτουργίας μας, μεταφρασμένα σε διάφορες γλώσσες, ανάμεσα στις οποίες και στα ελληνικά. Της έδωσα ένα στη μητρική της γλώσσα, και προσκολλήθηκε με πάθος σ’ αυτό. Η καλή της κατανόηση, αμέσως αντελήφθη την υπεροχή της δικής μας λειτουργίας από τις ανόητες δεισιδαιμονίες της δικής της. Ενώ ήταν περιορισμένη στο κρεββάτι, διάβαζε συνεχώς το βιβλίο και όταν πέθανε, βρέθηκε κάτω από το μαξιλάρι της, ανοιχτό στην τελετή της κηδείας.
Δεν ήσαν μονάχα οι οικογενειακές της συνθήκες μόνον που ήγειραν το ενδιαφέρον μου για το κορίτσι αυτό – η πρότερη κοινωνική της τάξη και διάκριση, και η ολοκληρωτική ερείπωση και εγκατάλειψη που η κατάσταση της χώρας αυτής τους είχε καταδικάσει – αλλ’ οι προσωπικές της διεκδικήσεις ήταν του ύψιστου βαθμού. Εμφανίστηκε σε μένα, όπως είχα συλλάβει ένα αρχαίο ελληνικό άγαλμα, εμψυχωμένο και επενδυμένο με όλες τις λεπτές ποιότητες των σύγχρονών της γυναικών. Η μορφή της, η ένδυση και ο νους έμοιαζαν να μορφοποιούν ένα τέτοιο υπόδειγμα. Τα βιβλία που αγαπούσε, ήσαν οι αρχαίοι έλληνες ποιητές, και ιστορικοί. Συχνά μου διάβαζε Όμηρο από το πρωτότυπο, αλλά η μοντέρνα προφορά ήταν πολύ διαφορετική όντως, από εκείνη που μαθαίναμε στα σεμινάριά μας. Βοήθησε τον φίλο μου κο Ληβς, στην μετάφρασή του της Αγίας Γραφής στη σύγχρονη ελληνική γλώσσα για το καλό της χώρας της και επέδειξε ικανότητα, συναίσθημα και ενδιαφέρον για ό,τι ήταν καλό και επαινετό».
* Μου έχει ξεφύγει κατά λάθος ένα...himself στη δεύτερη παράγραφο
* Στην ίδια παράγραφο αντί του "γενναιόδωρος" θα ήταν καλύτερα να διαβαστεί "ογκώδης" (πρόκειται περί της λέξης "large")
* Όσο για την λέξη "προικισμένη" στην τρίτη παράγραφο, αυτή αποτελεί μετάφραση του "accomplished" και θα μπορούσε να διαβαστεί και ως "γυναίκα κανονική" - δηλαδή ότι είχε ένα κανονικά ανεπτυγμένο γυναικείο σώμα στα 15...
quote:
Ostria (σελ.25) : Αγαπητέ Trainman πολύ ενδιαφέρουσες οι παρατηρήσεις σου. Τελικά υπάρχουν ένα σωρό πράγματα που έχουν μείνει στην αφάνεια. Ελπίζω στο μέλλον να μας μιλήσεις και για το αποτέλεσμα της μικρής έρευνας σου.
quote:
ΕΡΙΩΠΙΣ (σελ.25): Θα μιλήσουμε και για το μισοφέγγαρο;
Φίλε Bartimaeus, ο Trainman ετοιμάζεται να "πηδήξει" πλατφόρμα.
quote:
Bartimaeus (σελ.25): Να μιλήσουμε για το μισοφέγγαρο, φίλε Λουκά, και μάλιστα στη Δυτική Θράκη...
Άραγε ποιος να ήταν ο ρόλος του τάγματος των μπεκτασήδων, της αδελφότητας των Αχήδων και των Ρουμ Αμπταλαρή στη βαθμιαία εξισλάμιση και τελικά στον εκτουρκισμό της Θράκης;
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΔΕΡΒΙΣΗΔΕΣ
Μου ζητήθηκε να παραθέσω ορισμένα στοιχεία από την φιλάνθρωπη δράση των Μπεκτασήδων στον ελλαδικό χώρο – μια δράση η οποία ωστόσο συνυπάρχει με την προστασία του γενιτσαρικού πολεμικού τάγματος από το ίδιο δερβίσικο κλάδο.
Μέχρι στιγμής, προσπάθησα να αποφύγω την παγίδα της αγιογραφίας – κι αυτό θα προσπαθήσω κι εδώ. Δεν είμαι σε θέση να γράψω την ιστορία του μπεκτασισμού στην Ελλάδα και δεν γνωρίζω και κανέναν που να είναι σήμερα σε θέση να πράξει το ίδιο. Θα παραθέσω ωστόσο λίγα δεδομένα, τα οποία και έμμεση σχέση με το thread μας έχουν και γενικότερο ιστορικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν.
Τα δεδομένα δεν αφορούν μονάχα τον συγκεκριμένο πνευματικό κλάδο, αλλά γενικά τη στάση ανθρώπων, που, αν και είχαν διαφορετική θρησκεία από τη δική μας και ανήκαν σε ένα άλλο, εχθρικό έθνος, κατάφεραν να υπερβούν τα στεγανά αυτά και μάλιστα στις οριακές εκείνες στιγμές της επαναστατικής σύγκρουσης.
Ο ΔΙΩΓΜΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ – ΕΝΑΣ ΕΝΤΙΜΟΣ ΤΟΥΡΚΟΣ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ
Τα παρακάτω στοιχεία αναγνώστη, έχουν άμεση σχέση με τα όσα περιγράψαμε στα προηγούμενα post μας και τα ενισχύουν. Τα δανειζόμαστε από το εξόχως κατατοπιστικό σύγγραμμα του καθ. Απόστολου Βακαλόπουλου, «Η Θεσσαλονίκη στα 1430, 1821 και 1912-1918».
Στο σύγγραμμά του, ο Βακαλόπουλος μας παραθέτει εκτενή αποσπάσματα από την αναφορά του τούρκου πρωτοδίκη (μολλά) Χαϊρουλάχ Ιμπν Σινασή Μεχμέτ αγά, στον Σουλτάνο.
Ο Χαϊρουλάχ υπήρξε πιστός Τούρκος, αλλά και παράλληλα, ευαίσθητος και ακριβοδίκαιος άνθρωπος. Στη Θεσσαλονίκη βρίσκεται το Σεπτέμβριο του 1820, στο ζενίθ της προεπαναστατικής προετοιμασίας: Τον εντυπωσιάζει το γεγονός ότι οι Έλληνες παραβαίνουν τη διαταγή του Σουλτάνου και γυρίζουν στους δρόμους έφιπποι - και ότι η Μητρόπολη, αλλά και οι άλλες εκκλησίες, χτυπούν καθημερινά τις καμπάνες τους. Από τις πρώτες κιόλας μέρες της παραμονής του στην πόλη, συλλαμβάνεται ένας έλληνας πατριώτης, ο οποίος μάθαινε στα παιδιά του το Θούριο του Ρήγα. Λίγες μέρες αργότερα, επισκέπτεται τον μουτεσελίμη (υπο;)διοικητή Θεσσαλονίκης Γιουσούφ μπέη στο διοικητήριο – έναν άνθρωπο τυραννικό και βάναυσο απέναντι στους χριστιανούς. «Οι άπιστοι ρωμιοί του βιλαγετιού δείχνουν εδώ και καιρό κάποιαν ύποπτη κίνηση. Ετοιμάζουν εξέγερση ενάντια στην κυβέρνηση και στην εξουσία του σουλτάνου. Γι’ αυτό πρέπει αλύπητα να τους χτυπούμε όπου τους βρίσκουμε» ανέφερε ο Γιουσούφ. Ο Χαϊρουλάχ εκφράζει τις αντιρρήσεις του – θα ήταν προτιμότερο να τους φερόμαστε φιλικά, λέει, ώστε να μην έχουν παράπονα…
Αφού συμβουλεύτηκε το Κοράνιο, ο Χαϊρουλάχ επισκέφτηκε τον τοποτηρητή του δεσπότη Θεσσαλονίκης, επίσκοπο Κίτρους Μελέτιο και του είπε να νουθετήσει το ποίμνιό του να είναι πιστό στους νόμους και να υπακούει στις διαταγές του μουτεσελίμη. Ο Μελέτιος τον άκουσε με προσοχή, βρήκε πως είχε δίκαιο και όταν αποχωρίστηκαν, τον παρεκάλεσε να διαβιβάσει στο σουλτάνο την πίστη και την αφοσίωση όλων των Ελλήνων της Θεσσαλονίκης.
Με τη διαβεβαίωση αυτή του επισκόπου φεύγει ο Χαϊρουλάχ – για να μπει πάραυτα στη μαύρη λίστα του υποδιοικητή της Θεσσαλονίκης. Με την κατηγορία ότι είναι «γκιαούρης», ο τούρκος μολλάς, ρίχνεται στα μπουντρούμια του Λευκού Πύργου (Κανλή Κουλέ) στις 27 Φεβρουαρίου 1821. Αργότερα, ο έντιμος Τούρκος θα περιγράψει τα δεινά που υπέστη στο Λευκό Πύργο, σε αναφορά του προς τον Σουλτάνο:
«Η Πύργος αυτός ήταν γεμάτος από ειδών-ειδών ανθρώπους και μάλιστα απίστους. Η ζωή εκεί μέσα είναι φρικτή, κι αν δεν έχη κανείς συντροφιά του τη σκέψη του παντοδύναμου Αλλάχ, δύσκολα μπορεί να ζήση. Είδα, κραταιότατε αυθέντη μου, φτωχά ανθρώπινη πλάσματα, που μέναν εκεί μέσα τρεις και τέσσερις μήνες, Ρωμιοί ως επί το πλείστον, γιατί συνάντησαν στο δρόμο τον Γιουσούφ και δεν τον χαιρέτισαν, όπως θάπρεπε, ή ακόμα, γιατί μαζεύονταν στην εκκλησία του Μηνά εφέντη (σ.σ. Αγίου Μηνά) και συζητούσαν για το πατριαρχείο και τον «πατρίκ εφέντη» (σ.σ. πατριάρχη). Πολλοί απ’ αυτούς ήταν πιασμένοι από την υγρασία και την πείνα, γιατί πρέπει να ξέρης, γαληνότατε πατισάχ μου, ότι μόνο νερό δίδουν εδώ στους φυλακισμένους. Γνώρισα τον πρόκριτο των απίστων της Θεσσαλονίκης, τον Μαλάκη εφέντη, άνθρωπο θεοσεβούμενο και τίμιο, που τον φυλάκισαν, γιατί λέγει, ήταν «μουτεβελής» (επίτροπος) της μητρόπολης. Όμως το πιο τραγικό ήταν, που δυο μέρες ύστερα από μένα, έφεραν μισοπεθαμένο κάποιον μεγάλο άπιστο από το σώμα του Φαναριού, τον Παπάζ Εφέντη, γιατί ετοιμαζόταν να φύγη για την χώρα των Βλάχων, να δώση το μήνυμα του ξεσηκωμού των ραγιάδων ενάντια στην εξουσία Σου. Ο αμαρτωλός αυτός είχεν έλθει στη Θεσσαλονίκη μερικές μέρες πριν και είχε μαζί του κι ένα γράμμα του πατριάρχη για τον Μακάρ εφέντη (τον Κίτρους Μελέτιο). Κι ίσα ίσα τη στιγμή που πήγαινε στο μητροπολιτικό μέγαρο, τον έπιασαν δύο «μπαζί μποζούκ» (άτακτοι) και τον κουβάλησαν χτυπώντας και δέρνοντάς τον στο Κονάκι. Εκεί, χωρίς καν να τον αφήσουν να μιλήσει, του έδωσαν εκατό καμτσικιές και τον έστειλαν στον «Κανλή Κουλέ». Βέβαια, αν ήταν φταίχτης, δίκαια τιμωρήθηκε. Όμως, αν δεν ήταν; Δεν θα δώσουμε όλοι, πιστοί και άπιστοι, λόγο των πράξεών μας στη μέλλουσα ζωή; Και ο Γιουσούφ Βέης, δεν θα τιμωρηθή άραγε στον άλλο κόσμο για όσα φρικτά έκαμε εδώ;
Ο Παπάζ εφέντης αυτός έμεινε μαζί μας τρεις μέρες και κατόπιν τον πήραν για να τον παραδώσουν στον γενιτσάρ αγά να τον θανατώση. Πριν φύγει, συγχώρα με γι’ αυτό αυθέντα μου, τον αγκάλιασα και τον φίλησα, γιατί στ’ αλήθεια ήταν τίμιος άνθρωπος κι αν έφταιξε, ήταν απ’ την καλή του την καρδιά.
Οι μέρες μου περνούσαν εκεί μέσα θλιβερές και πικραμένες με τη συντροφιά των άπιστων και μερικών άλλων άτυχων, όπως εγώ, μουσουλμάνων. Οι άπιστοι μαζεύονταν γύρω μου και καταριόνταν το Γιουσούφ, λέγοντας πως το αίμα των Ρωμιών της Θεσσαλονίκης θα τον έπνιγε σαν βρυκόλακας».
Ο καλός άγγελος του Χαϊρουλάχ, εμφανίζεται ως από μηχανής, με μια επιστολή του Σουλτάνου προς τον Γιουσούφ, να επιστρέψει ο μολλάς στην Κωνσταντινούπολη. Ο αιμοβόρος μουτεσελίμης, που δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, τον απελευθερώνει και τον παρακαλεί να τον συγχωρέσει και να μείνει για λίγο ακόμη στη Θεσσαλονίκη, γιατί οι Έλληνες ήσαν έτοιμοι να εξεγερθούν.
Για να προλάβει την εξέγερση, ο Γιουσούφ, έχει ήδη συλλάβει προκρίτους και ζητά ομήρους από τους Έλληνες και από τους αγιορείτες καλόγερους. «Κι έτσι, μέσα στο Κονάκι βρίσκονταν φυλακισμένοι πάνω από 400 χριστιανοί, που οι εκατό τους ήταν μοναχοί. Όλοι αυτοί, όπως είναι δα φυσικό, κακοπερνούν στα χέρια του Γιουσούφ. Τους μαστιγώνει, τους βρίζει, τους εξευτελίζει και τους θανατώνει ακόμη. Ο Θεός ας λυπηθή και τους χριστιανούς κι αυτόν» γράφει ο μολλάς.
Με την έκρηξη της Επανάστασης στη Μακεδονία στα μέσα Μαΐου, οι μισοί από τους ομήρους σφάζονται μπροστά στα μάτια του Γιουσούφ. Η Θεσσαλονίκη μεταβάλλεται σ’ ένα απέραντο σφαγείο.
«Τι δεν είδαν τα μάτια μου κραταιότατε πατισάχ. Τι δεν αντίκρυσαν…Και σαν να μην έφταναν όλ’ αυτά, την πρώτη μέρα του φεγγαριού του Μαΐου (18-19 Μαΐου), ο μουτεσελίμης Γιοσούφ Βέης διέταξε να του φέρουν τον Μακάρ εφέντη (σ.σ. Κίτρους Μελέτιο) και τους άλλους αγιάνιδες (σ.σ. προκρίτους) των Ρωμιών. Τους έφεραν δεμένους και τότε ράγισεν η καρδιά μου βλέποντας τον Μακάρ εφέντη με τα’ άσπρα του γένεια και τα μακριά του μαλλιά ακατάστατα, να παραδίδεται στα χέρια των «μπασί μποζούκ» και να κομματιάζεται στη μεγάλη πλατεία του Καπανιού. Ενός άλλου γέροντα σεβάσμιου, του παπά Γιάννη, της εκκλησίας του Μηνά εφέντη, του έκοψαν τα πόδια και τα χέρια. Κι έπειτα, κρατώντας τα κομμένα χέρια του, με τα δάχτυλά του έβγαλαν τα μάτια του. Έναν τρίτο, που τον γνώριζα από το καφενείο και που οι άπιστοι τον έλεγαν Χρίστο εφέντη, τον κρέμασαν στο μεγάλο τσινάρ (πλατάνι) του Ορτάτς εφέντη τζαμισί…»
ΟΙ ΔΕΡΒΙΣΗΔΕΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΚΡΥΒΟΥΝ ΤΟΥΣ ΡΩΜΙΟΥΣ
Ο Βακαλόπουλος συμπληρώνει: «Άλλες τραγικές σκηνές ξετυλίγονταν μέσα στο μητροπολιτικό ναό. Εκεί είχαν καταφύγει πλήθη Ελλήνων, για να σωθούν. Άλλ’ ο τουρκικός όχλος έσπασε τις πόρτες και χύθηκε μέσα σφάζοντας. Όσοι δε σκοτώθηκαν εκεί, δέθηκαν δυο-δυο και μεταφέρθηκαν στο Καπάνι, όπου και τους έσφαξαν. Λίγοι μόνο κατώρθωσαν να ξεφύγουν και να κρυφτούν στον εκεί κοντά, τεκέ των δερβίσηδων – πιθανώτατα του Fetie τεκέ, που βρισκόταν απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου. Μόνοι οι δερβίσηδες αυτοί φέρθηκαν με συμπόνια στους Έλληνες».
ΔΕΡΒΙΣΙΔΕΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
Δύο γεγονότα αποδελτιώνει ο Κυριάκος Σιμόπουλος στον πρώτο τόμο του έργου του «Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ‘21»:
Το πρώτο αφορά την άλωση της Τριπολιτσάς, όπως μας την μεταφέρει ο γάλλος φιλέλληνας λοχαγός Maxime Raybaud. Σύμφωνα με τον γάλλο στρατιωτικό, κατά τη διάρκεια της γενικής σφαγής, οι δερβίσηδες μιας μουσουλμανικής σχολής, αντιστάθηκαν ώσπου εξάντλησαν τα πολεμοφόδια. «Εξοντώθηκαν όλοι και τα μέλη τους διασκορπίσθηκαν».
Αντιστοίχως, ο ιταλός αξιωματικός Brengeri, στο χρονικό του με τίτλο “Adventures of a Foregner in Greece” που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “London Magazine” τον Σεπτέμβριο του 1826, διηγείται ένα άλλο περιστατικό:
Την πρωτοχρονιά του 1822, οι Έλληνες αιχμαλώτισαν κάτω από το κάστρο της Ακροκορίνθου) ένα δερβίση. Ισχυριζόταν πως βγήκε γιατί απελπίσθηκε από τις στερήσεις. Ένα αραπόπουλο όμως, που αιχμαλωτίσθηκε την ίδια μέρα, αποκάλυψε ότι ο δερβίσης ήταν κατάσκοπος και μετέφερε σημειώματα. Οι Έλληνες τον βασάνισαν για να ομολογήσει, αλλά εκείνος κράτησε κλειστό το στόμα του. «Σήκωσαν το σπαθί πάνω από το κεφάλι του. Ο δερβίσης έμεινε αδιάφορος. Σε κάθε ερώτηση απαντούσε: «Είμαι μάρτυρας». Στο τέλος βαρέθηκαν να τον χτυπούν. Τότε ο δερβίσης ζήτησε ένα τσιμπούκι, κάθησε σταυροπόδι κι άρχιζε να καπνίζει ατάραχος» αναφέρει ο ιταλός φιλέλληνας.
ΔΥΟ ΤΟΥΡΚΟΙ ΑΝΤΙΤΑΣΣΟΝΤΑΙ ΣΤΗ ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
Τα παρακάτω δεδομένα, οφείλουμε στον Ολλανδό πρόξενο στην Αθήνα, Gaspar Tesla, την αφήγηση του οποίου παραθέτει παραφραστικά ο Κυριάκος Σιμόπουλος στο προαναφερθέν έργο του:
«Στο μεταξύ, οι Τούρκοι ζήτησαν από τον καδή ένα «μουρασελέ» (απόφαση θανατικής καταδίκης) για να σφάξουν τους Έλληνες. Ο καδής αρνήθηκε, λέγοντάς τους: «Κόψτε μου το κεφάλι καλύτερα κι ύστερα κάνετε ό,τι θέλετε». Τον μεταχειρίσθηκαν σαν γκιαούρη και τον έδιωξαν από την Ακρόπολη.
Και ο βοεβόδας επίσης αντιτάχθηκε στο σχέδιο της σφαγής και προσπάθησε να προφυλάξει όσο γινόταν τους Έλληνες. Οι Τούρκοι τον αποκάλεσαν κι αυτόν γκιαούρη. Έπιασαν πολλούς παπάδες και τους ανέβασαν στο κάστρο. Λένε πως μερικοί δερβίσηδες που έφυγαν από την Αθήνα για τη Χαλκίδα, σκοτώθηκαν στο δρόμο από τους επαναστάτες. Ωστόσο, δύο δερβίσηδες, άγνωστο από πού, έφθασαν στην Ύδρα. Οι Υδραίοι τους συμβούλεψαν να μην βγουν στην Αττική. Πήγαν στον Πόρο όπου τους απογύμνωσαν εντελώς. Ύστερα πέρασαν στη Σαλαμίνα, όπου οι κάτοικοι τους υποδέχτηκαν φιλόξενα. Έφθασαν χθες στην Αθήνα».
Ο καδής των Αθηνών, ονομαζόταν Χαλήλ εφέντης: «Για μια στιγμή, είχαν σκεφθή οι Τούρκοι, να σφάξουν όλους τους χριστιανούς της Αθήνας. Εναντιώθηκε όμως ο Τούρκος Κατής Χαλήλ Εφέντης, ένας καλοκάγαθος ανατολίτης, που τους έπεισε να πάρουν μόνο ομήρους. Χάρη στο Χαλήλ εφέντη σώθηκε από την ομαδική σφαγή – ανάλογη με της Χίου και των Ψαρών – ο χριστιανικός πληθυσμός της Αθήνας. Ο Δημήτριος Καμπούρογλους είχε προτείνει κάποτε να δώσουν σε έναν από τους αθηναϊκούς δρόμους το όνομα του ιστορικού αυτού Κατή» αναφέρει στο έργο του «Ιστορία των Αθηνών» (Αθήνα 1973), ο Επαμεινώνδας Στασινόπουλος.
«Εις τον άνδρα τούτον οφείλεται ανδριάς παρ’ ημών» συμφωνεί και ο Διονύσιος Σουρμελής στο έργο του «Ιστορία των Αθηναίων κατά των υπέρ Ελευθερίας Αγώνα…» (Αθήναι 1853)
Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ ΜΠΕΚΤΑΣΗΔΩΝ ΤΗΣ ΜΕΝΔΕΝΙΤΣΑΣ
Πηγαίνοντας αναγνώστη από την Αθήνα στη Λαμία, θα δεις λίγα χιλιόμετρα μετά τις Θερμοπύλες, μια ταμπέλα προς τ’ αριστερά, για ένα χωριό που βρίσκεται στην κορυφή ενός αρκετά υψηλού λόφου, στο οποίο δεσπόζουν ακόμα τα ερείπια ενός μεσαιωνικού φράγκικου καστέλου. (http://www.strabon.org/portfolio/picture.php?cat=260&image_id=2136)
Η Μενδενίτσα, το περί ου ο λόγος γραφικό χωριό, είναι ένα εξαιρετικό αξιοθέατο της περιοχής - και το φράγκικο καστέλο, ένας τόπος πολιτιστικών δραστηριοτήτων υπό την αιγίδα του υπουργείου Πολιτισμού. Αν τύχει αναγνώστη, να περνάς από την περιοχή και έχεις λίγο χρόνο στη διάθεσή σου, μην παραλείψεις να επιχειρήσεις την παράκαμψη για μια πολιτιστική αυτοψία, ή και για λίγα νόστιμα ντόπια κοψίδια.
Η Μενδενίτσα υπήρξε κατά πάσαν πιθανότητα και ο τόπος ενός άλλου σημαντικού όσο και αποτρόπαιου συμβάντος, το οποίο περιγράφει ο όντως ευγενέστατος Ιωάννης Φιλήμων στον τρίτο τόμο του έργου του «Δοκίμιον Ιστορικόν Περί της Ελληνικής Επαναστάσεως»:
«Παρά τον Διάκον έφθασε εις τον Οπούντα αυθημερόν και ο εκ της Αγόργιανης υφοπλαρχηγός του Πανουριά, Κομνάς Τράκας, μετά διακοσίων, επίκουρος απεσταλμένος τω Δυοβουνιώτη. Ματαίως επεχείρησαν οι Έλληνες την εξ εφόδου κυρίευσιν του φρουρίου, μικρού μεν και ημελημένου, ως είπομεν, αλλ’ οχυρωτάτου φύσει, ως εγειρομένου επί υψηκόμου και αποκρήμνου θέσεως. Είδον τότε ο Δυοβουνιώτης και ο Διάκος αλώσιμον τούτο δια μόνης πολιορκίας και πείνης, και αφήσαντες εκεί δύναμιν ανάλογον, προεχώρησαν εις τας Θερμοπύλας. Η πολιορκία διήρκεσεν ολιγοήμερος, μάλλον δε πενθήμερος, παραδοθέντων των Τούκρων δι’ έλλειψιν των αναγκαίων. Τότε κατεστράφη και η εκεί τουρκική μονή (τεκές) του τάγματος των εκ συστήματος φιλανθρώπων Βεκτασίδων Τούρκων. Ουδείς υπήρχε λόγος προς την καταστροφήν καταστήματος, τόσο ευεργετικού γινομένου πάσι τοις διερχομένοις οιουδήτινος γένους και θρησκείας. Ιδίως δε ο τούτου Σεβ-βαβάς (ηγούμενος πατήρ) υπεσχέθη την εις τον στρατόν των Ελλήνων χορηγίαν, όσων δύναται πάντοτε τροφίμων, εάν η μονή διατηρηθή. Ακούεται όμως ο ορθός λόγος και η επιείκεια εν τοιαύτη ώρα; Κι η μονή επυρπολήθη, και οι μονάζοντες, εν οις και ο γέρων Σεχ-βαβάς, εθυσιάσθησαν.
Η ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΤΕΚΕ ΤΩΝ ΦΑΡΣΑΛΩΝ
Ανάλογα φιλάνθρωπη δράση και μάλιστα με διάρκεια στο χρόνο, είχε η αρβανίτικη μονή του Τεκέ των Φαρσάλων, (Ντουρμπαλή Σουλτάν Τεκέ) που βρίσκεται έξω από το χωριό Ασπρόγεια (Ιρινί) δεξιά στο δρόμο που ενώνει το Βόλο με τα Φάρσαλα.
Στο χώρο της μονής του Ντουρμπαλή Σουλτάν υπήρξε πιθανότατα αρχαίο ελληνικό ναΐδριο, στα ερείπια του οποίου κτίστηκε αργότερα χριστιανικό ορθόδοξο μοναστήρι αφιερωμένο στην Αγία Ειρήνη (δίνοντας και το όνομα στην ευρύτερη περιοχή – Ιρινί) το οποίο έδωσε τη θέση του σε ένα φράγκικο αντίστοιχο αφιερωμένο στον Αη-Γιώργη. Τον Αη Γιώργη τιμώντας οι δερβίσηδες Μπεκτασί, εγκαινίασαν αργότερα στον ίδιο χώρο το δικό τους Τεκέ, ο οποίος συνέχισε να λειτουργεί μέχρι το 1972.
Χαρακτηριστικά αξίζει να καταγραφεί η αναφορά του υποπροξένου της Ελλάδας στο Βόλο, Ι.Δ. Τζιώτη (1878), που περιγράφει, το πώς την ταραγμένη εκείνη περίοδο της ελληνικής επανάστασης στη Θεσσαλία, ο αρβανίτικος τεκές προσέφερε καταφύγιο στους χριστιανικούς πληθυσμούς, απέναντι στους εγκάθετους ρουμανόβλαχους:
«Συμμορία ληστών βλαχοποιημένων, οπλισθείσα δι’ όπλων εγκατέλειπε τας τάξεις της και λυμαίνεται τα χριστιανικά χωρία τα μεταξύ Αλμυρού, Βόλου και Φαρσάλων κείμενα, διαπράττουσα όσα και οι Γκέκηδες διέπραξαν. Πολλά χριστιανικά χωρία εγκαταλείφθησαν, οι δε κάτοικοι ηναγκάσθησαν να καταφύγωσι υπό την προστασίαν των εν τω τεκέ φρουρούντων αλβανών, όπως προφυλαχθώσι κατά των ανθρωπόμορφων τούτων τεράτων…»
Μια ωραία περιγραφή του κλίματος του Τεκέ, μας δίνει ο Ανδρέας Καρκαβίτσας σε αφήγημά του που πρωτοδημοσίευσε στα 1892 στην «Εικονογραφημένη Εστία» με τίτλο «Ο Τεκές των Μπεκτασίδων» και που με ιδιαίτερη ικανοποίηση είδαμε να επανεκδίδεται πρόσφατα.
Οι μπεκτασήδες του Ντουρμπαλή Σουλτάν, ίδρυσαν με δικά τους χρήματα στα 1858, την ορθόδοξη εκκλησία του Αη-Γιώργη στην Ασπρόγεια, ενώ κάθε 25η Μαρτίου, ο ηγούμενός τους παρακολουθούσε τη δοξολογία, αφήνοντας μάλιστα και ένα γενναίο ποσό στο παγκάρι της. Η μονή προίκισε επίσης πολλά κορίτσια από τα γύρω χωριά, ενώ έδινε δανεικά κι αγύριστα σιτάρι στους χωρικούς για το διάστημα ανάμεσα στα Χριστούγεννα και το καινούργιο αλώνι.
Την 26η Μαΐου του 1942, σε αντίποινα για το ξέσπασμα της εθνικής αντίστασης στη Θεσσαλία, οι Ιταλοί εκτέλεσαν προς εκφοβισμό των κατοίκων, τον ηγούμενο του Τεκέ, Κιαζίμ Ιμπραήμ Μπαμπά, (ή και για να βάλουν στο χέρι τις λίρες της μονής, σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή) μαζί με δεκάδες άλλους πατριώτες από άλλα χωριά. Τη θέση του Κιαζήμ, έλαβε, μονάχος πλέον, ο Σαΐντ Μπαμπά, που εστάλη από το αλβανικό προξενείο στον Τεκέ μεσούσης της Κατοχής. Τον Σεΐτ συνάντησε στον Τεκέ, ο καπετάνιος Δημήτρης Τάσος (Μπουκουβάλας), επικεφαλής του ιππικού του ΕΛΑΣ στη Θεσσαλία, κατόπιν προσκλήσεως του πρώτου, εγγυώμενος για λογαριασμό της Ελεύθερης Ελλάδας την απρόσκοπτη λειτουργία της μονής. Σύμφωνα με αναφορές ντόπιων, ο Τεκές φιλοξενούσε συνέχεια αντάρτες, αλλά και τάιζε τους γύρω κατοίκους.
Τα δύσκολα για την Ελλάδα, χρόνια, του ανταρτοπολέμου, ο Σαΐντ αναγκάστηκε, όπως χιλιάδες άλλοι Έλληνες, να προβεί σε δήλωση…αποκήρυξης του κομμουνισμού, στο πρόσωπο του πνευματικού του πατέρα, του αρχιεπισκόπου Τιράνων – ενώ στα 1960, τα κτήματα του Τεκέ, «ως εχθρική, αλβανική περιουσία», τάχθηκαν υπό καθεστώς μεσεγγύησης (κατάσχεση από το κράτος μέχρι την οριστική λύση του εμπολέμου και διευθέτηση του ιδιοκτησιακού τους καθεστώτος) και αφαιρέθηκε από τον Σαΐντ η παραμικρή δικαιοδοσία στην περιουσία της μονής, είτε κτήματα, είτε ζώα.
Εννέα χρόνια μετά το θάνατο του μπαμπά και αφού η μονή είχε συληθεί πλήρως, χαρακτηρίστηκε διατηρητέα από το υπουργείο Πολιτισμού, χωρίς αυτό να εμποδίζει το υπουργείο Οικονομικών το οποίο είχε τη διαχείριση του χώρου της μονής, να την μετατρέψει σε στάβλο – καθεστώς που διατηρήθηκε υπό την ανοχή, αν όχι και επιδοκιμασία των τοπικών αρχών και κοινωνιών, μέχρι το 1999.
Σήμερα, ο Τεκές, αν και αποτελεί ελληνικό πολιτιστικό μνημείο, έχει περιέλθει υπό την «προστασία» αλβανών μεταναστών οι οποίοι έχουν προβεί μεν σε καθαρισμό και ευπρεπισμό της έκτασης, αλλά και σε αυθαίρετες αλλαγές της εσωτερικής του διακόσμησης, χωρίς κανείς να ενδιαφέρεται επισήμως για τη συνέχεια…
Υ.Γ.: Αν ενδιαφερθεί κάποιος αναγνώστης, ίσως καταφέρω να αναρτήσω και κάποιες φωτογραφίες σχετικά με τον Τεκέ των Φαρσάλων…