ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/ESOTERICA.GR/BOARD/- Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ - .-= ΜΥΘΟΣ & ΘΡΗΣΚΕΙΑ =-.

- Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ - .-= ΜΥΘΟΣ & ΘΡΗΣΚΕΙΑ =-.

strangewonderer28 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 1/2
strangewondererΜέλος
09/08/2002, 04:30:50
Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ
ΤΟΜΕΑΣ: ΘΡΗΣΚΕΙΑ
ΥΠΟΤΟΜΕΑΣ: ΤΕΛΕΤΕΣ
Οι τελετές - γιορτές ήταν πάντα για τους Αιγυπτίους μια στιγμή όπου πραγματοποιούταν η ένωση με την ανώτερη αρχή. Η Θρησκεία ήταν ο βασικός άξονας όλων αυτών των εκδηλώσεων.
Οι κυριότερες θρησκευτικές τελετές ήταν :
- Γιορτή του Νείλου ή Γιορτή του ενθουσιασμού
Άρχιζε στις 15 του μηνός Τωθ (Ιουλίου - Αυγούστου) και διαρκούσε μέχρι και 24 μέρες.Στη διάρκεια της τελετής ο βασιλιάς χόρευε μπροστά στο άγαλμα της θεάς Αθώρ στην Ντέντερα και πρόσφερε στη θεά μια υδρία με κρασί πριν αρχίσει η οινοποσία.

- Γιορτή του Οπετ (αφθονίας)
Ο θεός Αμμων άφηνε το ναό του στο Καρνάκ για να γυρίσει στo Λούξορ συνοδευόμενος από το βασιλιά συνοδευόμενος από το βασιλιά που ακολουθούσε τη βαριά βάρκα του Αμμωνα την οποία κρατούσαν 30 ιερείς.Αυτό το ταξίδι στο άδυτο, που συνοδευόταν από ιερείς και ιέρειες που έψαλαν ύμνους με τη συνοδεία σείστρων, πραγματοποιούνταν παρουσία του χαρεμιού και ήταν η πιο κατάλληλη στιγμή για τη σύλληψη του βασιλικού παιδιού.Η γιορτή κρατούσε μέρα νύχτα για 11 μέρες. Αφού είχαν πραγματοποιηθεί τελετές και προσφορές , η πομπή επέστρεφε στο Καρνάκ από το ποτάμι και μια μεγάλη τελετή προσφορών έκλεινε τις επίσημες μέρες.

- Γιορτή της Αρτοκλασίας
Γινόταν μια φορά το χρόνο στην οποία ο Φαραώ για 24 ώρες περίπου τεμάχιζε πελώρια στρογγυλά ψωμιά με αποτυπώματα σταυρών σε σχήμα Ανκ .Στη συνέχεια οι υπάλληλοι τα έκοβαν σε μικρά κομμάτια τόσα όσος ο αριθμός του πληθυσμού όλης της αυτοκρατορίας. Ετσι με βάρκες ή στους δρόμους μοιράζονταν αυτά τα κομματάκια ψωμιού που είχαν αγγίξει τα χέρια του Φαραώ σε όλους τους υπηκόους του.

- Μουμιοποίηση του νεκρού
Το σώμα του νεκρού έπρεπε να υποστεί ( μετά από τις τελετές που βοηθούσαν την ψυχή του μερικές φορές τοποθετώντας τη μέσα σε ένα άγαλμα ή σε ένα αγγείο) μια αρκετά πολύπλοκη διαδικασία αφαίρεσης του μυαλού, της καρδιάς, των πνευμόνων και των εντοσθίων.Μετά από πολλά λουτρά και βαλσαμώσεις και ποτισμένα με αρωματικές ουσίες τα βγαλμένα εντόσθια τοποθετούνταν μέσα σε 4 αγγεία που λέγονταν <κανωπικά> και τα πώματά τους αναπαρίσταναν τους 4 γιους του Ωρου (τα 4 στοιχεία, τις 4 Δυνάμεις). Τοποθετούνταν σε ειδική κιβωτό που τα κρατούσε κάθετα και χωρισμένα . Το σώμα δενόταν γύρω γύρω με επιδέσμους προσεχτικά από βασιλικό λινό τελετουργικά τυλιγμένο. Πάνω τοποθετούνταν φυλαχτά και μαγικές φράσεις για να εμποδίσουν το σώμα να ακολουθήσει την ψυχή στο ταξίδι της.Αφαιρούσαν το δέρμα από τα πέλματα και το αντικαθιστούσαν με σανδάλια από πάπυρο ή βασιλικό λινό με μάτια κάποιες φορές για να βλέπει που πατάει και για να μην ξαναπερπατήσει πάνω στη γη.Τη σαρκική καρδιά την αντικαθιστούσαν με άλλη από κεραμικό ή άλλο υλικό ιεροποιημένο.Τα μπράτσα τα σταύρωναν πάνω στο στήθος.

- Επικήδειες συνοδείες ή παρελάσεις
Κατά τη διάρκεια των ψυχοπομπικών προετοιμασιών γίνονταν προσφορές για την ψυχή με τη μορφή φαγητών τα οποία αργότερα έτρωγαν οι ίδιοι οι βοηθοί, οι υπηρέτες σαν ένα είδος θείας Κοινωνίας.Κανείς όμως δεν άγγιζε τις προσφορές στο απρόσιτο μέρος των τάφων.Επίσης γινόταν παρελάσεις με προσφορές λουλουδιών, αρωμάτων, ποτών ,φαγητών και ύμνων για τους μουμιοποιημένους Φαραώ.Αφού τελείωνε η τελετή,έβγαζαν τα υλικά αντικείμενα, τα οποία θεωρούσαν πλέον αποφορτισμένα από το ομοίωμά τους και τα κατέστρεφαν τελετουργικά είτε θάβοντας τα σε κοντινά πηγάδια είτε ,αν ήταν τρόφιμα , τα πρόσφεραν σε όσους είχαν λάβει μέρος στην παρέλαση και στους φύλακες της κοιλάδας των Νεκρών.
- Τελετή στέψης του Βασιλιά
- Η διαδοχή στο θρόνο πραγματοποιούνταν σε 2 στάδια : την Ανάρρηση και τη Στέψη .Η Ανάρρηση γινόταν με το θάνατο του βασιλιά ,λάμβανε χώρα κατά την ανατολή του ήλιου ενώ η στέψη έπρεπε να γίνει σε μια ευνοϊκή στιγμή του χρόνου ειδικά στην αρχή μιας φυσικής διαδικασίας όπως ο καινούριος χρόνος , η ανανέωση του κύκλου όταν γιόρταζαν στην Αβυδο την ταφή του Όσιρη. Οι τελετή κρατούσε 5 μέρες και γινόταν σε 7 στάδια:1) Μετά την προετοιμασία των βασιλικών εξαρτημάτων 2) Φέρνουν στην αίθουσα της τελετής τα σύμβολα, εικόνες των θεράποντων του Ωρου 3)Πατιέται το περιφρονημένο από τους ταύρους και τα γαϊδούρια κριθάρι.Ο Βασιλιάς δεν επιτρέπει να πατιούνται οι αφιερωμένοι στον Όσιρη σπόροι.Εφερναν μια βάρκα , μετά το δώρο των προσφορών.Αφιερωμένη στον προκάτοχο και στην ανάσταση του στο υπερπέραν, η στήλη Τζέντ ανορθώνεται.4)Φέρνουν στο βασιλιά προϊόντα της χώρας.Προσφέρεται γεύμα.5)Αρχίζει η στέψη οπου φοράνε στο βασιλιά τα κατάλληλα σύμβολα και του παραδίδουν τα σκήπτρα.Προσφέρεται θυσία και διαβάζονται κάποια λόγια στο βασιλιά.Αυτός μοιράζει ψωμί στους θεούς της Ανω και της Κάτω Αιγύπτου. 6)Είναι η μεταμόρφωση του προκάτοχου του βασιλιά. Ο βασιλιάς τυλίγει το στήθος και την πλάτη του με ένα ύφασμα (κενί) Έτσι αγκαλιάζονται ο Ωρος και ο Όσιρις, πραγματική επικοινωνία των πνευμάτων που αυξάνουν την εξουσία του νέου βασιλιά.Στη συνέχεια καλύπτουν ξανά το σώμα με 2 υφάσματα (Σεθ+Οσιρις).7)Οι τελετές τελειώνουν με γεύμα που σερβίρεται στους προύχοντες που προοιωνίζει την ευημερία της νέας βασιλείας .

- Γιορτή του βασιλικού Ιωβηλαίου
Αυτή η γιορτή πανηγύριζε την ανανέωση της βασιλικής εξουσίας .Ήταν μια επιβεβαίωση του βασιλιά στην ιδιότητα του. Σαν μονάρχης της Ανω και Κάτω Αιγύπτου μεταφέρεται στους ναούς του Ωρου και του Σεθ. Οι ιερείς θα του ξαναδώσουν το τόξο με το οποίο θα ρίξει ένα βέλος προς κάθε σημείο του ορίζοντα. Οι τελετές τελειώνουν με την επιστροφή των μεγάλων θεών στην αυλή για να τιμήσουν τους βασιλικούς προγόνους , τους θεούς που κατέχουν το διπλό ιερό.Στην αρχή το Ιωβηλαίο γινόταν με την συμπλήρωση 30 χρόνων βασιλείας ,αλλά κάποιοι μονάρχες το γιόρταζαν κατά επανάληψη και σε πιο σύντομο χρονικό διάστημα.Η ημέρα που διάλεγαν ήταν η επέτειος της στέψης.Αφού έκαναν τις τελετές εξαγνισμού η τελετουργία εκτυλισσόταν στο ναό. Ο βασιλιάς δεχόταν τιμές για 5 μέρες.Στην έναρξη της τελετής γινόταν μια λιτανεία όπου συμμετείχαν όλοι και ο βασιλιάς δεχόταν όρκους πίστης .Ο βασιλιάς έπρεπε φορώντας πρώτα το κόκκινο και μετά το άσπρο στέμμα να διασχίσει το χώρο με βήμα σταθερό προς καθένα από τα 4 σημεία του ορίζοντα. Μετά μεταφερόταν στο παρεκκλήσι του Ωρου όπου δεχόταν το Ουάς , σύμβολο ευημερίας.


silverwhisperΜέλος
26/02/2005, 23:07:57
το θεμα αυτο ανοιγεται με αφορμη καποια αναλυση που εγινε στο τηλεαστυ.
ο λογος για τους σταυλους του αυγεια.
η αποκωδικοποιηση ηταν παραλογη εως απιστευτη.
αλλα αν αυτα ηταν αληθειες?

τελος παντων,θα ηθελα να γινει το τοπικ αυτο μια λιστα απο τους ατελειωτους μυθους της αρχαιας ελληνικης θρησκειας.και αν γινεται να κανουμε και καμια αναλυση.(οχι οτι με ενδιαφερει ιδιαιτερα αυτο).

Δεν χρειαζεται να ξυπνας το πρωι αν δε σκοπευεις να αλλαξεις τον κοσμο...
Δεν ειναι τοσο το τι θα κανεις εσυ μεσα σε λιγα χρονια,μα αν ο χρονος δεν μπορει να κανει τιποτα σε σενα.

26/02/2005, 23:21:04
Τί θα 'λεγες να ξεκινούσαμε με αυτά τα οποία άκουσες στην εκπομπή;

.
.

3A

Virtus Junxit Mors Non Separabit (Whom virtue unites, death will not separate)

silverwhisperΜέλος
26/02/2005, 23:37:05
δε θες να τα ακουσεις...
τεσπα,πηρε λοιπον αυτη η φιλολογος(τρομαρα της) να αναλυει την καθε λεξη και να αποκωδικοποιει τα γραμματα και να κανει το ονομα αυγειας"εξουσια φωτος" και κατι τετοια.δε τα θυμαμαι ολα επειδη το πηρα πολυ στο ψιλο εκεινη τη στιγμη,αλλα μετα που το ξανασκεφτηκα αναρωτηθηκα:ρε μπας και...

το θεμα ομως

quote:
θελω να γινει το τοπικ αυτο μια λιστα απο τους ατελειωτους μυθους της αρχαιας ελληνικης θρησκειας

οκ?

Δεν χρειαζεται να ξυπνας το πρωι αν δε σκοπευεις να αλλαξεις τον κοσμο...
Δεν ειναι τοσο το τι θα κανεις εσυ μεσα σε λιγα χρονια,μα αν ο χρονος δεν μπορει να κανει τιποτα σε σενα.

26/02/2005, 23:54:29
quote:

οκ?

Ό,τι πεις, αλλά...

θέλεις δηλαδή να μπαίνει ο καθένας και να γράφει ότι θέλει σχετικά με κάποιο μύθο ή έχεις κάτι... κάποια σειρά κατά νου;

.
.

3A

Virtus Junxit Mors Non Separabit (Whom virtue unites, death will not separate)

27/02/2005, 00:50:51
Aγαπητή silverwhisper θα συμφωνήσω με την Zadok ότι θα έπρεπε να μπει μια στοιχειώδης σειρά γιατί οι μύθοι είναι παραπάνω από πολλοί.

Π.χ. να πεις αρχικά να συζητηθεί ο μύθος του Προμηθέα, ή του Διόνυσσου, ή της Σέμελης, κ.λ.π. Έτσι και αποσυμβολισμός να γίνεται -οσο μπορεί να γινει- και να μη λέει ο καθένας τα δικά του.


"ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΤΟ ΜΑΤΙ ΣΥΛΛΑΜΒΑΝΕΙ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΦΩΣ"
silverwhisperΜέλος
27/02/2005, 12:05:51
θα ελεγα να αρχιζαμε απο το Χαος.

Δεν χρειαζεται να ξυπνας το πρωι αν δε σκοπευεις να αλλαξεις τον κοσμο...
Δεν ειναι τοσο το τι θα κανεις εσυ μεσα σε λιγα χρονια,μα αν ο χρονος δεν μπορει να κανει τιποτα σε σενα.

ΠερσεφόνηΝέο Μέλος
28/02/2005, 12:41:45
Άκουσα για ελληνική μυθολογία και μπήκα. Είμαι στο σωστό όροφό?
Πράγματι, το Χάος ίσως είναι μια..καλή "αρχή"!!!
PHILOSOFOS-1Μέλος
28/02/2005, 17:46:25


ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ


O θεός ΉΛΙΟΣ ήταν γιός ενός μεγάλου ΤΙΤΑΝΑ του ΥΠΕΡΙΩΝΑ.
Είχε γυναίκα του την Ωκεανίδα κλυμένη και ο χαιδεμένος του γιός
ΦΑΕΘΩΝ. ΟΙ ΗΛΙΑΔΕΣ οι κόρες του η ΦΑΕΘΟΥΣΑ ΚΑΙ Η ΛΑΜΠΕΤΩ φύλαγαν
τις αγελάδες και τα πρόβατα του ΗΛΙΟΥ επτά κοπάδια απο πενήντα
πρόβατα το καθένα.

Σε τρία νησιά είχε χτίσει τα χρυσά παλάτια του ο ΗΛΙΟΣ.
Στήν ΑΙΑ στη Ρόδο και στη Θρηνακία.
Οι Τιτάνες και οι Τιτανίδες ήταν παιδιά του Ουρανού και της Γής
ήταν έξι αγόρια ο Ωκεανός ο Κοίος ,ο Κρείος ο Υπερίων,ο Υαπετός
και ο Κρόνος,η Θεία Ρεα Μνημοσύνη Θέμις Τήθης Φοίβη.

Ενα απο τα αγόρια ο Κρόνος έδιωξε απο τον θρόνο τον Ουρανό.
Αργότερα όμως ο γιός του Δία με τη βοήθεια των Κυκλώπων και των Εκατόγχειρων νίκησε τον Κρόνο και τους άλλους ΤΙΤΑΝΕΣ και όλου μαζί
τους έριξε στα ΤΑΡΤΑΡΑ Η ΑΔΗ.

Ο μεγάλος αυτός αγώνας των ΤΙΤΑΝΩΝ ονομάστηκε ΤΙΤΑΝΟΜΑΧΙΑ.
Οι Τιτάνες ήταν προσωποποίηση των μεγάλων δυνάμεων της φύσης.
Ο Ουρανός ήταν σύζυγος της Θεάς Γαίας και απο τους δύο αυτούς
θεούς άρχισε η ζωή.

Απο τον ΟΥΡΑΝΟ γεννήθηκε και τη ΓΗ γεννήθηκαν οι Εκατόγχειρες
Κύκλωπες οι Τιτάνες και οι Τιτανίδες.
Ο Ουρανός δεν αγαπούσε τα παιδιά του και μόλις γεννιόνταν τα έχωνε στά βάθη της γης.

Τοτε η γαία έδωσε ενα διαμαντένιο δρεπάνι σε έναν απο τους γιούς
των τον Κρόνο και αυτός έδιωξε τον Ουρανό και πήρε τη θέση του.
Οι αρχαίοι εβλεπαν στον ουρανό τρίγωνα δράκους,σκύλους,λέοντες
αετούς κυνηγούς κα.

Οι αρχαίοι φανταζόντουσαν δώδεκα εικόνες ζώων και τα ονόμασαν ζώδια.


εν συνεχεία

gh

PHILOSOFOS-1Μέλος
02/03/2005, 16:16:21

ΗΛΥΣΙΑ ΠΕΔΙΑ

Οι αρχαίοι πίστευαν πως όταν πέθαιναν οι μεγάλοι άνδρες,οι ήρωες,
οι σοφοί,οι δίκαιοι,οι θεοί τους μετέφεραν σε ένα παραδεισένιο
περιβόλι,στην άκρη της Γής,καντά στο μεγάλο Ωκεανό κα εκεί μέσα
περνούσαν μια ζωή ξένοιαστη χωρίς φροντίδες και λύπες.

Τον κήπο αυτόν τον λέγανε Ηλύσια πεδία και εκεί οι ψυχές ζούσαν
μέσα σε μια αιώνια άνοιξη.
Τα Ηλύσια πεδία ήταν ο τόπος της αληθινής ευτυχίας.

Οι ψυχές εκεί τρυγυρνούσαν ήρεμες ανάμεσα σε τρανταφυλλιές σε σμυρτιές ,και δε θυμόντουσαν τίποτα απο τη ζωή που είχαν ζήσει
πάνω στη γή,γιατί είχαν πιεί απο την πηγή της λήθης,το νερό
της λησμονιάς.

gh

ArhtosΜέλος
03/03/2005, 01:31:19

"Μύθος. Αναπόσπαστο κομμάτι της παράδοσης όλων των πολιτισμών. Σκιαγραφεί πάντα τον τρόπο σκέψης ενός λαού, ταυτόχρονα με τα ήθη, τα έθιμα, την λατρεία του, τις συνήθειες, τους φόβους του, τις ελπίδες του.
Η διάκριση του μύθου γίνεται με βάση τα διάφορα φιλολογικά κριτήρια. Έτσι, διακρίνεται ο μύθος από τον θρύλο, την λαϊκή παράδοση, την ιστορία. Ο μύθος είναι προϊόν της ανθρώπινης φαντασίας και είναι καθαρά λειτουργικός. Γεννιέται πάντα για μία συγκεκριμένη κατάσταση και με σκοπό να επενεργήσει κατά έναν ορισμένο τρόπο. Γι αυτό και η σωστή ερώτηση δεν είναι αν «ο μύθος είναι αληθινός» αλλά «για ποιον σκοπό αυτός δημιουργήθηκε»......
Αν εξετάσουμε τους μύθους του παρελθόντος από την «λειτουργική» τους πλευρά, μπορούμε να τους διακρίνουμε στις εξής κατηγορίες:
¨Ο τελετουργικός μύθος.
¨Ο μύθος της καταγωγής.
¨Ο μύθος του γοήτρου.
¨Ο μύθος της διδαχής.
¨ο εσχατολογικός μύθος.
......Συμπερασματικά, ο μύθος γίνεται ιστορία. Διατυπώνεται στην προφορική και στην γραπτή λαϊκή παράδοση και είναι αναπόσπαστο κομμάτι ενός λαού. Ο μύθος γεννιέται, αναπτύσσεται, εξελίσσεται, διαδίδεται και, κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες, δεν πεθαίνει. Ίσως αλλοιώνεται, μα δεν χάνεται. Οι μελετητές πάντα αναζητούν την αφετηρία και την πορεία της διάδοσης, ενώ οι μύθοι ταξιδεύουν επάνω σε εμπορικά πλοία και καραβάνια, διασχίζοντας θάλασσες, ερήμους, ολόκληρες ηπείρους. Τέλος, οι μύθοι διαμορφώνουν μια λατρεία, έναν πολιτισμό, μία ιδεολογία, μία γλώσσα και γραφή. Έτσι λοιπόν, οι μύθοι πράγματι γίνονται ιστορία, δεν είναι απλές και τυχαίες αφηγήσεις."

Μάρσια Σφακιανού-Μυθολογίας επιστήμη
http://www.pneuma.gr/myght.htm

να αρχίσει η καταγραφή γενικά και αόριστα μύθων???

---

Η Σφίγγα καταβρόχθιζε όσους δεν απαντούσαν ορθά στις ερωτήσεις της, είχε φτερά και μία μέρα πέταξε και εξαφανίστηκε. Από τότε, οι άνθρωποι βιώνουμε κάτι πολυ χειρότερο από το να μας καταβροχθίσει: το να μη γνωρίζουμε αν οι απαντήσεις μας είvαι oρθές.

ArhtosΜέλος
03/03/2005, 15:32:36
άλλωστε :
Την αλήθεια τη «φτιάχνει» κανείς ακριβώς όπως φτιάχνει και το ψέμα.

Δυστυχώς και η Γη με δικά μας έξοδα γυρίζει...

AZΩΕΛΜέλος
04/03/2005, 13:01:55

Arhtos…
ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΝ «ΦΤΙΑΧΝΕΙ» ΚΑΝΕΙΣ ΑΚΡΙΒΩΣ ΟΠΩΣ ΦΤΙΑΧΝΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΨΕΜΑ…

ΕΥΣΤΟΧΟ!


"ΟΥΚ ΑΙΣΧΥΝΩ ΤΑ ΙΕΡΑ ΟΠΛΑ ΟΥΔΕ ΛΕΙΨΩ ΤΟΝ ΠΑΡΑΣΤΑΤΗΝ ΟΠΟΥ ΑΝ ΣΤΟΙΧΗΣΩ ΑΜΥΝΩ ΔΕ ΚΑΙ ΥΠΕΡ ΙΕΡΩΝ ΚΑΙ ΟΣΙΩΝ ΚΑΙ ΟΥΚ ΕΛΑΤΤΩ ΠΑΡΑΔΩΣΩ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ, ΠΛΕΙΩ ΔΕ ΚΑΙ ΑΡΕΙΩ.........."

AZΩΕΛΜέλος
16/03/2005, 19:04:53
ΧΑΟΣ ΛΟΙΠΟΝ…
Χ= ΑΠΟΔΙΔΕΙ ΕΝΝΟΙΕΣ-ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ-ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΕΝΔΙΑΜΕΣΕΣ. ΘΝΗΤΟ
/ ΑΘΑΝΑΤΟ Χ ΤΕΜΝΟΝΤΑΙ.
ΡΗΓΜΑ- ΔΙΑΝΟΙΞΙΣ-ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΣ. ΥΠΟΚΡΥΠΤΕΙ ΚΙΝΗΣΗ ΡΗΓΜΑΤΙΚΗ, ΜΙΑ
ΤΟΜΗ ΕΚ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΓΕΝΕΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ, ΔΙΕΦΥΓΕ ΜΙΑ
ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΖΩΟΠΟΙΟΣ ΚΙΝΗΣΗ (ΟΠΩΣ ΜΗΤΡΑ) .
Η ΒΙΑΙΗ ΚΙΝΗΣΗ ΠΡΟΣ ΠΑΣΑΝ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΕΞ ΕΝΟΣ ΚΕΝΤΡΟΥ, ΕΧΕΙ ΡΟΗ,
ΕΧΕΙ ΡΟΠΗ, ΠΤΩΣΗ ΕΩΣ ΟΤΟΥ ΛΙΜΝΑΣΕΙ.

Α= ΧΩΡΟΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΩΣ. ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΑΤΟΜΩΝ, ΙΔΙΟΤΗΤΩΝ ΕΝΝΟΙΩΝ,
ΔΥΝΑΜΕΩΝ.
ΕΝΑΡΞΗ. ΑΕΙ. ΑΝΘΡΩΠΟΣ. ΤΟΠΟΥ-ΧΡΟΝΟΥ-ΓΕΝΕΣΕΩΣ ΑΡΧΗ.

Ο= ΟΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ. ΠΑΣ ΧΩΡΟΣ-ΕΚΤΑΣΗ. ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ
ΟΡΑΤΑ.

Σ= ΔΗΛΩΝΕΙ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ. ΕΠΙΣΗΣ ΔΕΙΧΝΕΙ ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΕΣ
ΚΙΝΗΣΕΙΣ.
ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΟΣ ΚΙΝΗΣΗ. ΣΕΙΕΙΝ. ΣΗΜΑ. ΔΗΛΩΝΕΙ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΕΚ ΦΥΣΕΩΣ Η’
ΥΠΗΡΞΕ ΑΣΤΑΘΗΣ, Η’ ΕΣΧΗΜΑΤΙΣΘΗΚΕ ΔΙΑ ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΙΚΩΝ ΚΙΝΗΣΕΩΝ
ΚΑΙ ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΜΟΡΦΗ.

ΧΑΟΣ= ΤΟΠΟΝ ΠΕΡΙΕΧΟΝΤΑ ΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΝ ΑΥΤΩ ΓΕΝΝΩΜΕΝΑ.
Ο ΧΩΡΟΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΙΧΕ «ΕΝ ΣΠΑΡΜΑΤΙ» ΟΛΑ ΟΣΑ ΘΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΟΥΝ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ.
ΤΟ ΑΠΕΡΑΝΤΟ ΚΕΝΟ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΚΤΕΙΝΕΤΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ.
ΤΟ «ΑΝΟΙΓΜΑ» ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΜΦΑΒΙΣΤΗΚΕ Η «ΑΡΧΗ».



"ΟΥΚ ΑΙΣΧΥΝΩ ΤΑ ΙΕΡΑ ΟΠΛΑ ΟΥΔΕ ΛΕΙΨΩ ΤΟΝ ΠΑΡΑΣΤΑΤΗΝ ΟΠΟΥ ΑΝ ΣΤΟΙΧΗΣΩ ΑΜΥΝΩ ΔΕ ΚΑΙ ΥΠΕΡ ΙΕΡΩΝ ΚΑΙ ΟΣΙΩΝ ΚΑΙ ΟΥΚ ΕΛΑΤΤΩ ΠΑΡΑΔΩΣΩ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ, ΠΛΕΙΩ ΔΕ ΚΑΙ ΑΡΕΙΩ.........."

AZΩΕΛΜέλος
16/03/2005, 19:06:12
ΕΜΦΑΝΙΣΤΗΚΕ Η ΑΡΧΗ, ΚΥΡΑ ΜΟΥ, ΚΑΙ ΟΧΙ ΕΜΦΑΒΙΣΤΗΚΕ!

.......ΣΕ ΕΜΕΝΑ ΤΟ ΛΕΩ!

"ΟΥΚ ΑΙΣΧΥΝΩ ΤΑ ΙΕΡΑ ΟΠΛΑ ΟΥΔΕ ΛΕΙΨΩ ΤΟΝ ΠΑΡΑΣΤΑΤΗΝ ΟΠΟΥ ΑΝ ΣΤΟΙΧΗΣΩ ΑΜΥΝΩ ΔΕ ΚΑΙ ΥΠΕΡ ΙΕΡΩΝ ΚΑΙ ΟΣΙΩΝ ΚΑΙ ΟΥΚ ΕΛΑΤΤΩ ΠΑΡΑΔΩΣΩ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ, ΠΛΕΙΩ ΔΕ ΚΑΙ ΑΡΕΙΩ.........."

Domina.LilithΜέλος
17/03/2005, 10:12:33

ΟΙ ΜΟΙΡΕΣ


Οι Μοίρες παριστάνονταν, συνήθως, ως τρεις γυναικείες μορφές που κλώθουν. Η κλωστή που κρατούν στα χέρια τους, είναι η ανθρώπινη ζωή· συμβολίζεται έτσι το πόσο μηδαμινή κι ασήμαντη αποδεικνύεται τελικά, αφού κόβεται με το παραμικρό, όπως μια κλωστή. Η πρώτη Μοίρα, η Κλωθώ, γνέθει το νήμα της ζωής, η δεύτερη, η Λάχεση, μοιράζει τους κλήρους, καθορίζει τι θα "λάχει" στον καθένα. Η τρίτη Μοίρα, τέλος, η Άτροπος, κόβει χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, όταν έρθει η ώρα, την κλωστή της ζωής των ανθρώπων. Οι Μοίρες είναι επομένως οι δυνάμεις που ευθύνονται για τα καλά και τα κακά της ζωής του κάθε θνητού, από τη γέννηση μέχρι το θάνατό του. Σε κάποιες περιπτώσεις οι άνθρωποι πίστευαν πως δεν ήταν τρεις, αλλά μία ή δύο, όπως, για παράδειγμα, συνέβαινε στο μαντείο των Δελφών, όπου λάτρευαν μόνο τη Μοίρα της Γέννησης και τη Μοίρα του Θανάτου.
Η λέξη "μοίρα" βγαίνει από το ρήμα "μοιράζω", είναι δηλαδή το "μερίδιο" και το "μερτικό", το κομμάτι που παίρνει ο καθένας από τη μοιρασιά ενός όλου. Έτσι, μοίρα σημαίνει πάνω απ' όλα το μερίδιο που διεκδικεί ο καθένας στη ζωή και την ευτυχία. Ας φανταστούμε τη μοιρασιά του κρέατος ενός ζώου. Τυχαίνει, καθώς το τεμαχίζουν, άλλος να πάρει μικρό ή μεγάλο "κομμάτι", με πολύ ή με λίγο λίπος· έτσι γίνεται και στη ζωή. Άλλοι ζουν πολλά χρόνια, άλλοι λιγότερα, άλλοι είναι ευτυχισμένοι κι άλλοι όχι.
Πίστευαν πως το νήμα της ζωής το έγνεθαν οι Μοίρες δυο φορές κατά τη διάρκειά της: μία κατά τη γέννηση και μία κατά το γάμο, γιατί ήταν δύο γεγονότα σημαντικά για την παραπέρα πορεία της. Ο Νέστορας, ο βασιλιάς της Πύλου, λόγου χάρη, αποτελούσε στην αρχαιότητα ένα ιδανικό ζωής, χάρη στην εύνοια της Μοίρας: έζησε πολύ και από το γάμο του απέκτησε πολλούς γιους. Η περίπτωση του Αχιλλέα αποτελεί, παράλληλα, χαρακτηριστικό παράδειγμα της αντίληψης ότι τα πολλά χρόνια ζωής δε σημαίνουν απαραίτητα πως αυτά είναι γεμάτα χαρά κι ευτυχία: Ο Αχιλλέας στην Ιλιάδα μιλά για τη μοίρα του, που ξέρει πως είναι διπλή από τη μητέρα του τη Θέτιδα: μπορεί να έχει μια μακρόχρονη, αλλά ασήμαντη ζωή, αν γυρίσει στην πατρίδα του, ή να επιλέξει να μείνει και να πολεμήσει στην Τροία, να διακριθεί για τα πολεμικά του κατορθώματα, αλλά και να πεθάνει νέος. Το όνομά του θα συνδεθεί με τη δόξα κι όλοι θα τον θυμούνται σαν φοβερό ήρωα στο παρόν και στο μέλλον, όπως και έγινε τελικά.
Ενδεικτικός για το ρόλο που έπαιζαν οι Μοίρες στη γέννηση του ανθρώπου είναι ο μύθος του Μελέαγρου. Όταν μια γυναίκα θέλησε να μάθει την τύχη του νεογέννητου γιου της, παραφύλαξε τις Μοίρες, τη νύχτα που θα έρχονταν να αποφασίσουν για τη ζωή του μωρού· άκουσε λοιπόν από την Κλωθώ πως θα γίνει όμορφο και από τη Λάχεση πως θα γίνει δυνατό. Η Άτροπος όμως, φώναξε πως πρόκειται το παιδί να πεθάνει σε λίγο κι έδειξε ένα πυρωμένο ξύλο που καιγόταν στο τζάκι.
Έπειτα, είπε πως αυτό θα συμβεί μόλις το δαυλί αποκαεί. Αφού έφυγαν οι Μοίρες από την κάμαρα, η μητέρα άρπαξε το μισοκαρβουνιασμένο ξύλο, το έσβησε και το έχωσε βαθιά μέσα σε μια κασέλα. Κράτησε για χρόνια κρυφό το μυστικό της ζωής του γιου της κι εκείνος μεγάλωνε κι ομόρφαινε. Όταν κάποτε πήγε για κυνήγι μαζί με τον αδερφό της μητέρας του, μάλωσε μαζί του για τη μοιρασιά και, πάνω στο θυμό του, τον σκότωσε. ΄Οταν εκείνη το έμαθε, έτρεξε αμέσως στην κασέλα, έβγαλε το δαυλί και το έριξε στη φωτιά. Μόλις κάηκε εντελώς, ο γιος της άφησε την τελευταία του πνοή.
Στον Τρωικό πόλεμο ο γιος του Δία, ο Σαρπηδόνας, μάχεται γενναία εναντίον του Πάτροκλου, ο οποίος όμως τον έχει σχεδόν νικήσει. Ο Δίας παρακολουθεί τη μονομαχία και πονάει για το γιο του· σκέφτεται λοιπόν ν' αντιταχτεί στη μοίρα και ν' αποφευχθεί ο θάνατος του Σαρπηδόνα, που πολύ τον αγαπούσε. Εμπιστεύεται στην Ήρα τη σκέψη του ν' αλλάξει τα γραμμένα, εκείνη όμως τον συνεφέρει με τα λόγια της· υπενθυμίζει τη μεγάλη δυσαρέσκεια που θα προκαλέσει στους υπόλοιπους θεούς. Εκείνος, τελικά, υποχωρεί και ρίχνει στη γη ματωμένες ψιχάλες, για να δείξει τη λύπη του. Λίγο παρακάτω, όταν ο Έκτορας μονομαχεί με τον Αχιλλέα και πρόκειται σε λίγο να σκοτωθεί, ο Δίας εκμυστηρεύεται στην Αθηνά πόσο πολύ θα ήθελε να μπορούσαν όλοι οι θεοί να συμφωνήσουν, ώστε ν' αλλάξουν τη μοίρα του και να τον γλιτώσουν. Η Αθηνά του αποκρίνεται ακριβώς όπως και η Ήρα, οπότε ο Δίας συμμορφώνεται και πάλι. Στην πιο κρίσιμη στιγμή, όμως, της αναμέτρησης, παίρνει μια χρυσή ζυγαριά, ώστε να κριθεί με αντικειμενικό τρόπο το ποιος θα επικρατήσει. Σε κάθε μεριά της βάζει από μια μοίρα του θανάτου και την ισορροπεί. Τελικά, βαραίνει η μεριά του Έκτορα που πρέπει τώρα να πεθάνει. Ο Απόλλωνας, που μέχρι τότε συνεχώς τον προστάτευε, τον εγκαταλείπει. Στα ομηρικά έπη, λοιπόν, η Μοίρα είναι κάτι το δεδομένο από την αρχή της ζωής. Οι Μοίρες όμως είναι απλώς το όργανο στην υπηρεσία των θεών, που εκτελούν τη θέλησή τους. Το νήμα της ζωής το γνέθουν ουσιαστικά εκείνοι, οι οποίοι καθορίζουν τα γεγονότα, τις περιπέτειες, τον πλούτο και το θάνατο για τον κάθε άνθρωπο. Οι θεοί μπορούν και έχουν τη δύναμη να αλλάξουν τη μοίρα, αφού οι ίδιοι την ορίζουν στην αρχή της ζωής των θνητών. Μια τέτοια αλλαγή όμως θα είχε πολύ άσχημες συνέπειες, γιατί θα διατάρασσε την αρμονία και την τάξη. Ο Δίας, λοιπόν, μπορεί ν' αλλάξει τη Μοίρα, μα προτιμά να μην το κάνει, γιατί κι οι άλλοι θεοί θα ζητούσαν να κάνουν το ίδιο για τους δικούς τους προστατευόμενους.

Η Μοίρα είναι πάνω απ' όλα ιδιοκτησία του, γι' αυτό και τον ονόμαζαν "Μοιραγέτη" (ηγέτη, οδηγό, αρχηγό των Μοιρών), παρόλο που εκείνη τον περιορίζει και αναγκάζεται να τη σεβαστεί. Η σύγκρουση αυτή είναι αναπόφευκτη, γιατί αφορά την ίδια τη ζωή κι αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ερωτηματικά της: ποιος είναι πιο πάνω, ο θεός ή "ό,τι είναι γραφτό να συμβεί;". Το ερώτημα απασχόλησε, όπως ήταν φυσικό, και όλους τους μεταγενέστερους ποιητές και φιλοσόφους.
Ήδη από την εποχή του Ησίοδου (7ος αι.) οι Μοίρες δεν είναι πια τα όργανα που εκτελούν τυφλά τη βούληση των θεών, μα έχουν και κάποιες δικές τους αρμοδιότητες και ρόλους. Παρόλα αυτά, ο Δίας είναι πάλι εκείνος που τους παραχώρησε την πολύ μεγάλη τους εξουσία, παραμένει δηλαδή "Μοιραγέτης". Αυτή η αντίληψη της παντοδυναμίας των θεών γενικά κυριαρχεί στην αρχαιότητα: οι θεοί υπακούν βέβαια στη Μοίρα, μόνο και μόνο όμως επειδή την έχουν οι ίδιοι ορίσει. Συναντάμε και σε μεταγενέστερες εποχές πολλές περιπτώσεις σύγκρουσης Μοίρας και θεών, όπου όμως τα γραμμένα καμιά φορά αλλάζουν· στην περίπτωση του Κροίσου, ο Απόλλωνας κατάφερε να πάρει για χάρη του από τις Μοίρες τρία χρόνια αναβολή, για την άλωση των Σάρδεων. Ο Απόλλωνας, πάλι, επενέβη στην περίπτωση του Άδμητου, που έπρεπε να πεθάνει· μέθυσε τις Μοίρες και τις ξεγέλασε, ώστε να δεχτούν να πεθάνει η γυναίκα του, η Άλκηστη, αντί για κείνον.Ας δούμε τους ρόλους που με τον καιρό απέκτησαν οι Μοίρες, όπως αναφέρθηκε παραπάνω: ο ποιητής Ησίοδος μας πληροφορεί πως υπήρχαν δύο εκδοχές για την καταγωγή τους. Σύμφωνα με την πρώτη, οι Μοίρες ήταν κόρες της Νύχτας, μοιράζουν τα καλά και τα κακά, μα και καταδιώκουν τους θεούς κι ανθρώπους για τα εγκλήματά τους, μέχρι να τους εκδικηθούν και να τους τιμωρήσουν με τρόπο φοβερό.
Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, ήταν κόρες του Δία και της Θέμιδας. Πρόσθεταν μάλιστα και μια τέταρτη αδερφή, την Τύχη, που θεωρούνταν ότι είχε και το μεγαλύτερο κύρος. Οι δύο αυτές εκδοχές συμβολίζουν και δύο διαφορετικούς ρόλους. Ως κόρες της Νύχτας είναι κακοποιές δυνάμεις, που συγγενεύουν με το σκοτάδι, τον Άδη και τον Κάτω Κόσμο. Από την άποψη αυτή, συνδέονται με τις Ερινύες, που επίσης είναι αδίστακτες τιμωροί των ανθρώπων. Ακριβώς όμως, επειδή οι πράξεις του ενός έχουν άμεσο αντίκτυπο στο σπίτι του και στους γύρω του, η κρίση των Μοιρών, που επιβάλλεται εντελώς αυθαίρετα και ανεξάρτητα από τους θεούς, φτάνει να αφορά και ολόκληρες οικογένειες, κάποτε για πολλές γενιές.
Άλλοτε φτάνουμε να μιλάμε και για μια ολόκληρη πόλη, όπου οι Μοίρες καλούνται να διαφυλάξουν και ν' αποκαταστήσουν την κοινωνική τάξη και τη δικαιοσύνη. Πρόκειται, πλέον, για το ρόλο τους σε επίπεδο κοινωνικό. Ως κόρες του Δία και της Θέμιδας, από την άλλη πλευρά, είναι δυνάμεις καλοπροαίρετες, ουράνιες και φωτεινές, που λαμπρύνουν με την παρουσία τους σημαντικά γεγονότα, όπως η ίδρυση των Ολυμπιακών αγώνων.
Είναι θεότητες της ευτυχίας και της ευλογίας, καθώς και όργανα της βούλησης των θεών. Μιλάμε, επομένως, για τα εντελώς αντίθετα απ' αυτά που αναφέραμε παραπάνω. Ο Πίνδαρος διηγούνταν πως εκείνες οδήγησαν με χρυσά άλογα τη Θέμιδα (που δεν ήταν όμως μητέρα τους, σύμφωνα με τον ποιητή) στον Όλυμπο, για να παντρευτεί τον Δία, επιβεβαιώνοντας έτσι την παραδοσιακή σχέσή τους με το γάμο, ως θεότητες ευγονίας και ευτυχίας. Τις βρίσκουμε να τραγουδούν στους γάμους της Θέτιδας, καθώς και του Δία και της Ήρας.
Όταν μια κοπέλα στην αρχαία Αθήνα γινόταν νύφη, πρόσφερε τις κοτσίδες της στις Μοίρες και οι γυναίκες ορκίζονταν στο όνομά τους. Επίσης, έχοντας άμεση σχέση με τη γέννηση των ανθρώπων, γιατί η δύναμη τους κατά κύριο λόγο τότε φανερώνεται, είναι πολύ συχνά παρούσες στις γέννες ως βοηθοί, όπως για παράδειγμα στη γέννηση του Ασκληπιού. Γι' αυτό και συνήθιζαν να τις λατρεύουν κάποτε μαζί με θεές σχετικές με τον τοκετό, όπως η Άρτεμη και η Ειλείθυια (που έφερνε τους πόνους της γέννας). Τις Μοίρες τις συναντάμε μέχρι σήμερα διατηρημένες στη λαϊκή μας παράδοση: είναι πάντα τρεις γυναίκες, συνήθως γριές, που γνέθουν για τον καθένα το νήμα της ζωής, μέχρι να τελειώσει το μαλλί ή να κοπεί απότομα. Παρουσιάζονται συνήθως στη γέννηση του μωρού, τη νύχτα μετά την τρίτη μέρα

Νo time to run, no place to hide, when your life is just a lonely ride as the lord of fire and ice. And all your dreams behind your eyes turned out to be just...lies...

Domina.LilithΜέλος
17/03/2005, 10:28:31
ΟΙ ΜΟΙΡΕΣ

Οι Μοίρες παριστάνονταν, συνήθως, ως τρεις γυναικείες μορφές που κλώθουν. Η κλωστή που κρατούν στα χέρια τους, είναι η ανθρώπινη ζωή· συμβολίζεται έτσι το πόσο μηδαμινή κι ασήμαντη αποδεικνύεται τελικά, αφού κόβεται με το παραμικρό, όπως μια κλωστή. Η πρώτη Μοίρα, η Κλωθώ, γνέθει το νήμα της ζωής, η δεύτερη, η Λάχεση, μοιράζει τους κλήρους, καθορίζει τι θα "λάχει" στον καθένα. Η τρίτη Μοίρα, τέλος, η Άτροπος, κόβει χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, όταν έρθει η ώρα, την κλωστή της ζωής των ανθρώπων. Οι Μοίρες είναι επομένως οι δυνάμεις που ευθύνονται για τα καλά και τα κακά της ζωής του κάθε θνητού, από τη γέννηση μέχρι το θάνατό του. Σε κάποιες περιπτώσεις οι άνθρωποι πίστευαν πως δεν ήταν τρεις, αλλά μία ή δύο, όπως, για παράδειγμα, συνέβαινε στο μαντείο των Δελφών, όπου λάτρευαν μόνο τη Μοίρα της Γέννησης και τη Μοίρα του Θανάτου.
Η λέξη "μοίρα" βγαίνει από το ρήμα "μοιράζω", είναι δηλαδή το "μερίδιο" και το "μερτικό", το κομμάτι που παίρνει ο καθένας από τη μοιρασιά ενός όλου. Έτσι, μοίρα σημαίνει πάνω απ' όλα το μερίδιο που διεκδικεί ο καθένας στη ζωή και την ευτυχία. Ας φανταστούμε τη μοιρασιά του κρέατος ενός ζώου. Τυχαίνει, καθώς το τεμαχίζουν, άλλος να πάρει μικρό ή μεγάλο "κομμάτι", με πολύ ή με λίγο λίπος· έτσι γίνεται και στη ζωή. Άλλοι ζουν πολλά χρόνια, άλλοι λιγότερα, άλλοι είναι ευτυχισμένοι κι άλλοι όχι.
Πίστευαν πως το νήμα της ζωής το έγνεθαν οι Μοίρες δυο φορές κατά τη διάρκειά της: μία κατά τη γέννηση και μία κατά το γάμο, γιατί ήταν δύο γεγονότα σημαντικά για την παραπέρα πορεία της. Ο Νέστορας, ο βασιλιάς της Πύλου, λόγου χάρη, αποτελούσε στην αρχαιότητα ένα ιδανικό ζωής, χάρη στην εύνοια της Μοίρας: έζησε πολύ και από το γάμο του απέκτησε πολλούς γιους. Η περίπτωση του Αχιλλέα αποτελεί, παράλληλα, χαρακτηριστικό παράδειγμα της αντίληψης ότι τα πολλά χρόνια ζωής δε σημαίνουν απαραίτητα πως αυτά είναι γεμάτα χαρά κι ευτυχία: Ο Αχιλλέας στην Ιλιάδα μιλά για τη μοίρα του, που ξέρει πως είναι διπλή από τη μητέρα του τη Θέτιδα: μπορεί να έχει μια μακρόχρονη, αλλά ασήμαντη ζωή, αν γυρίσει στην πατρίδα του, ή να επιλέξει να μείνει και να πολεμήσει στην Τροία, να διακριθεί για τα πολεμικά του κατορθώματα, αλλά και να πεθάνει νέος. Το όνομά του θα συνδεθεί με τη δόξα κι όλοι θα τον θυμούνται σαν φοβερό ήρωα στο παρόν και στο μέλλον, όπως και έγινε τελικά.
Ενδεικτικός για το ρόλο που έπαιζαν οι Μοίρες στη γέννηση του ανθρώπου είναι ο μύθος του Μελέαγρου. Όταν μια γυναίκα θέλησε να μάθει την τύχη του νεογέννητου γιου της, παραφύλαξε τις Μοίρες, τη νύχτα που θα έρχονταν να αποφασίσουν για τη ζωή του μωρού· άκουσε λοιπόν από την Κλωθώ πως θα γίνει όμορφο και από τη Λάχεση πως θα γίνει δυνατό. Η Άτροπος όμως, φώναξε πως πρόκειται το παιδί να πεθάνει σε λίγο κι έδειξε ένα πυρωμένο ξύλο που καιγόταν στο τζάκι.
Έπειτα, είπε πως αυτό θα συμβεί μόλις το δαυλί αποκαεί. Αφού έφυγαν οι Μοίρες από την κάμαρα, η μητέρα άρπαξε το μισοκαρβουνιασμένο ξύλο, το έσβησε και το έχωσε βαθιά μέσα σε μια κασέλα. Κράτησε για χρόνια κρυφό το μυστικό της ζωής του γιου της κι εκείνος μεγάλωνε κι ομόρφαινε. Όταν κάποτε πήγε για κυνήγι μαζί με τον αδερφό της μητέρας του, μάλωσε μαζί του για τη μοιρασιά και, πάνω στο θυμό του, τον σκότωσε. ΄Οταν εκείνη το έμαθε, έτρεξε αμέσως στην κασέλα, έβγαλε το δαυλί και το έριξε στη φωτιά. Μόλις κάηκε εντελώς, ο γιος της άφησε την τελευταία του πνοή.
Στον Τρωικό πόλεμο ο γιος του Δία, ο Σαρπηδόνας, μάχεται γενναία εναντίον του Πάτροκλου, ο οποίος όμως τον έχει σχεδόν νικήσει. Ο Δίας παρακολουθεί τη μονομαχία και πονάει για το γιο του· σκέφτεται λοιπόν ν' αντιταχτεί στη μοίρα και ν' αποφευχθεί ο θάνατος του Σαρπηδόνα, που πολύ τον αγαπούσε. Εμπιστεύεται στην Ήρα τη σκέψη του ν' αλλάξει τα γραμμένα, εκείνη όμως τον συνεφέρει με τα λόγια της· υπενθυμίζει τη μεγάλη δυσαρέσκεια που θα προκαλέσει στους υπόλοιπους θεούς. Εκείνος, τελικά, υποχωρεί και ρίχνει στη γη ματωμένες ψιχάλες, για να δείξει τη λύπη του. Λίγο παρακάτω, όταν ο Έκτορας μονομαχεί με τον Αχιλλέα και πρόκειται σε λίγο να σκοτωθεί, ο Δίας εκμυστηρεύεται στην Αθηνά πόσο πολύ θα ήθελε να μπορούσαν όλοι οι θεοί να συμφωνήσουν, ώστε ν' αλλάξουν τη μοίρα του και να τον γλιτώσουν. Η Αθηνά του αποκρίνεται ακριβώς όπως και η Ήρα, οπότε ο Δίας συμμορφώνεται και πάλι. Στην πιο κρίσιμη στιγμή, όμως, της αναμέτρησης, παίρνει μια χρυσή ζυγαριά, ώστε να κριθεί με αντικειμενικό τρόπο το ποιος θα επικρατήσει. Σε κάθε μεριά της βάζει από μια μοίρα του θανάτου και την ισορροπεί. Τελικά, βαραίνει η μεριά του Έκτορα που πρέπει τώρα να πεθάνει. Ο Απόλλωνας, που μέχρι τότε συνεχώς τον προστάτευε, τον εγκαταλείπει. Στα ομηρικά έπη, λοιπόν, η Μοίρα είναι κάτι το δεδομένο από την αρχή της ζωής. Οι Μοίρες όμως είναι απλώς το όργανο στην υπηρεσία των θεών, που εκτελούν τη θέλησή τους. Το νήμα της ζωής το γνέθουν ουσιαστικά εκείνοι, οι οποίοι καθορίζουν τα γεγονότα, τις περιπέτειες, τον πλούτο και το θάνατο για τον κάθε άνθρωπο. Οι θεοί μπορούν και έχουν τη δύναμη να αλλάξουν τη μοίρα, αφού οι ίδιοι την ορίζουν στην αρχή της ζωής των θνητών. Μια τέτοια αλλαγή όμως θα είχε πολύ άσχημες συνέπειες, γιατί θα διατάρασσε την αρμονία και την τάξη. Ο Δίας, λοιπόν, μπορεί ν' αλλάξει τη Μοίρα, μα προτιμά να μην το κάνει, γιατί κι οι άλλοι θεοί θα ζητούσαν να κάνουν το ίδιο για τους δικούς τους προστατευόμενους.

Η Μοίρα είναι πάνω απ' όλα ιδιοκτησία του, γι' αυτό και τον ονόμαζαν "Μοιραγέτη" (ηγέτη, οδηγό, αρχηγό των Μοιρών), παρόλο που εκείνη τον περιορίζει και αναγκάζεται να τη σεβαστεί. Η σύγκρουση αυτή είναι αναπόφευκτη, γιατί αφορά την ίδια τη ζωή κι αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ερωτηματικά της: ποιος είναι πιο πάνω, ο θεός ή "ό,τι είναι γραφτό να συμβεί;". Το ερώτημα απασχόλησε, όπως ήταν φυσικό, και όλους τους μεταγενέστερους ποιητές και φιλοσόφους.
Ήδη από την εποχή του Ησίοδου (7ος αι.) οι Μοίρες δεν είναι πια τα όργανα που εκτελούν τυφλά τη βούληση των θεών, μα έχουν και κάποιες δικές τους αρμοδιότητες και ρόλους. Παρόλα αυτά, ο Δίας είναι πάλι εκείνος που τους παραχώρησε την πολύ μεγάλη τους εξουσία, παραμένει δηλαδή "Μοιραγέτης". Αυτή η αντίληψη της παντοδυναμίας των θεών γενικά κυριαρχεί στην αρχαιότητα: οι θεοί υπακούν βέβαια στη Μοίρα, μόνο και μόνο όμως επειδή την έχουν οι ίδιοι ορίσει. Συναντάμε και σε μεταγενέστερες εποχές πολλές περιπτώσεις σύγκρουσης Μοίρας και θεών, όπου όμως τα γραμμένα καμιά φορά αλλάζουν· στην περίπτωση του Κροίσου, ο Απόλλωνας κατάφερε να πάρει για χάρη του από τις Μοίρες τρία χρόνια αναβολή, για την άλωση των Σάρδεων. Ο Απόλλωνας, πάλι, επενέβη στην περίπτωση του Άδμητου, που έπρεπε να πεθάνει· μέθυσε τις Μοίρες και τις ξεγέλασε, ώστε να δεχτούν να πεθάνει η γυναίκα του, η Άλκηστη, αντί για κείνον.Ας δούμε τους ρόλους που με τον καιρό απέκτησαν οι Μοίρες, όπως αναφέρθηκε παραπάνω: ο ποιητής Ησίοδος μας πληροφορεί πως υπήρχαν δύο εκδοχές για την καταγωγή τους. Σύμφωνα με την πρώτη, οι Μοίρες ήταν κόρες της Νύχτας, μοιράζουν τα καλά και τα κακά, μα και καταδιώκουν τους θεούς κι ανθρώπους για τα εγκλήματά τους, μέχρι να τους εκδικηθούν και να τους τιμωρήσουν με τρόπο φοβερό.
Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, ήταν κόρες του Δία και της Θέμιδας. Πρόσθεταν μάλιστα και μια τέταρτη αδερφή, την Τύχη, που θεωρούνταν ότι είχε και το μεγαλύτερο κύρος. Οι δύο αυτές εκδοχές συμβολίζουν και δύο διαφορετικούς ρόλους. Ως κόρες της Νύχτας είναι κακοποιές δυνάμεις, που συγγενεύουν με το σκοτάδι, τον Άδη και τον Κάτω Κόσμο. Από την άποψη αυτή, συνδέονται με τις Ερινύες, που επίσης είναι αδίστακτες τιμωροί των ανθρώπων. Ακριβώς όμως, επειδή οι πράξεις του ενός έχουν άμεσο αντίκτυπο στο σπίτι του και στους γύρω του, η κρίση των Μοιρών, που επιβάλλεται εντελώς αυθαίρετα και ανεξάρτητα από τους θεούς, φτάνει να αφορά και ολόκληρες οικογένειες, κάποτε για πολλές γενιές.
Άλλοτε φτάνουμε να μιλάμε και για μια ολόκληρη πόλη, όπου οι Μοίρες καλούνται να διαφυλάξουν και ν' αποκαταστήσουν την κοινωνική τάξη και τη δικαιοσύνη. Πρόκειται, πλέον, για το ρόλο τους σε επίπεδο κοινωνικό. Ως κόρες του Δία και της Θέμιδας, από την άλλη πλευρά, είναι δυνάμεις καλοπροαίρετες, ουράνιες και φωτεινές, που λαμπρύνουν με την παρουσία τους σημαντικά γεγονότα, όπως η ίδρυση των Ολυμπιακών αγώνων.
Είναι θεότητες της ευτυχίας και της ευλογίας, καθώς και όργανα της βούλησης των θεών. Μιλάμε, επομένως, για τα εντελώς αντίθετα απ' αυτά που αναφέραμε παραπάνω. Ο Πίνδαρος διηγούνταν πως εκείνες οδήγησαν με χρυσά άλογα τη Θέμιδα (που δεν ήταν όμως μητέρα τους, σύμφωνα με τον ποιητή) στον Όλυμπο, για να παντρευτεί τον Δία, επιβεβαιώνοντας έτσι την παραδοσιακή σχέσή τους με το γάμο, ως θεότητες ευγονίας και ευτυχίας. Τις βρίσκουμε να τραγουδούν στους γάμους της Θέτιδας, καθώς και του Δία και της Ήρας.
Όταν μια κοπέλα στην αρχαία Αθήνα γινόταν νύφη, πρόσφερε τις κοτσίδες της στις Μοίρες και οι γυναίκες ορκίζονταν στο όνομά τους. Επίσης, έχοντας άμεση σχέση με τη γέννηση των ανθρώπων, γιατί η δύναμη τους κατά κύριο λόγο τότε φανερώνεται, είναι πολύ συχνά παρούσες στις γέννες ως βοηθοί, όπως για παράδειγμα στη γέννηση του Ασκληπιού. Γι' αυτό και συνήθιζαν να τις λατρεύουν κάποτε μαζί με θεές σχετικές με τον τοκετό, όπως η Άρτεμη και η Ειλείθυια (που έφερνε τους πόνους της γέννας). Τις Μοίρες τις συναντάμε μέχρι σήμερα διατηρημένες στη λαϊκή μας παράδοση: είναι πάντα τρεις γυναίκες, συνήθως γριές, που γνέθουν για τον καθένα το νήμα της ζωής, μέχρι να τελειώσει το μαλλί ή να κοπεί απότομα. Παρουσιάζονται συνήθως στη γέννηση του μωρού, τη νύχτα μετά την τρίτη μέρα

ΟΙ ΜΟΥΣΕΣ

Για τις Μούσες υπήρχαν πολλές διαφορετικές εκδοχές στην αρχαιότητα, που αφορούσαν τόσο την καταγωγή τους, όσο και τον αριθμό τους. Φαίνεται, πάντως, ότι στα πολύ παλιά χρόνια ήταν Νύμφες των βουνών και των νερών, που σιγά σιγά όμως "προβιβάστηκαν" και απέκτησαν με τον καιρό συγκεκριμένες αρμοδιότητες.
Πίστευαν πως κατοικούσαν στον Όλυμπο και τραγουδούσαν με τις ακούραστες φωνές τους θείες μελωδίες και ύμνους, παίζοντας λύρα.
Το θέμα των τραγουδιών τους ήταν πάντα η αρχοντική καταγωγή των θεών, τους οποίους εγκωμιάζουν. Κυρίως όμως υμνούν τον Δία και το μεγαλείο του, καθώς ήταν εκείνος που δημιούργησε τον "κόσμο" με την έννοια ότι έβαλε σε τάξη το σύμπαν και όρισε τους κανόνες που διέπουν τη ζωή των θεών και ανθρώπων. Το πόσο στενά δεμένες ήταν μαζί του φαίνεται από το ότι τις αποκαλούσαν "Ολυμπιάδες". Σπανιότερα δόξαζαν με τα τραγούδια τους το γένος των ανθρώπων και τους φημισμένους ήρωες. Το αρμονικό τους τραγούδι μάγευε το βασιλιά των θεών και των ανθρώπων, γέμιζε με ευφορία τις ψυχές όλων των θεών και γοήτευε ολόκληρη τη φύση η οποία στεκόταν ασάλευτη κάθε φορά που οι Μούσες ακούγονταν από την κορυφή του Ολύμπου, για να τις αφουγκραστεί: ο ουρανός, τα άστρα, η θάλασσα και τα ποτάμια, όλα σιωπούσαν ευλαβικά...
Οι Μούσες τραγούδησαν για να γιορταστούν οι γάμοι της Θέτιδας με τον Πηλέα και της Αρμονίας με τον Κάδμο. Τραγούδησαν ακόμη θρηνητικά στην ταφή του Αχιλλέα. Ο Πλάτωνας αναφέρει τον εξής μύθο: όταν γεννήθηκαν οι Μούσες και μαζί τους η ποίηση και η μουσική, κάποιοι θνητοί γοητεύθηκαν τόσο πολύ, που συνεχώς τραγουδούσαν· ξεχνούσαν να φάνε και να πιούνε κι έτσι πέθαιναν σιγά σιγά, χωρίς να υποφέρουν. Απ' αυτούς κατάγονται τα τζιτζίκια, που είναι προστατευόμενα των Μουσών και που συνεχώς τραγουδούν ξεχνώντας πείνα, δίψα και κούραση, μέχρι να πεθάνουν. Τότε πηγαίνουν στις Μούσες και τους λένε τα ονόματα των πιστών τους οπαδών, που είδαν στη Γη κατά το σύντομο πέρασμά τους.
Έλεγαν πως οι Μούσες γεννήθηκαν, επειδή ο Δίας, που γιόρταζε το γάμο του, ρώτησε τους καλεσμένους του, τους άλλους θεούς, αν τους έλειπε τίποτα. Εκείνοι τότε του απάντησαν πως θα έπρεπε να φτιάξει κάποιες θεότητες που θα υμνούσαν τον Δία με στίχους και μουσική αντάξια των κατορθωμάτων και του μεγαλείου του.
Ως προς την καταγωγή τους, οι πιο πολλοί πίστευαν πως μητέρα τους ήταν η Μνημοσύνη, που κοιμήθηκε μαζί με τον Δία στην Πιερία (δηλαδή την περιοχή βόρεια του Ολύμπου), για εννιά διαδοχικές νύχτες. Ένα χρόνο μετά η Μνημοσύνη γέννησε εννιάδυμα, κοντά στην κορυφή του Ολύμπου: εννιά κόρες, που τις μάγευε όλες η μουσική και η ποίηση και που από τότε αποτέλεσαν μια λαμπρή χορωδία. Τα ονόματά τους ήταν τα εξής: Κλειώ, Ευτέρπη , Θάλεια, Μελπομένη, Ερατώ, Τερψιχόρη, Πολύμνια, Ουρανία, Καλλιόπη. Ως προς τον αριθμό και την καταγωγή τους, οι άλλες εκδοχές ήταν πως ήταν κόρες του Ουρανού και της Γαίας, ή του Απόλλωνα, ακριβώς επειδή κι ο ίδιος σχετίζεται άμεσα με τη μουσική. Ο Απόλλωνας, μάλιστα, διεύθυνε τη χορωδία τους, γι' αυτό και ονομαζόταν Μουσαγέτης - "ηγέτης", διευθυντής των Μουσών. Θεωρούσαν, επίσης, κάποιοι ότι ήταν λιγότερες από εννιά, ίσως και τρεις ή τέσσερις. Γενικά, πάντως, ήταν συνηθισμένο στην αρχαιότητα για τους ομαδικούς θεούς να υπάρχει σύγχυση σ' αυτά τα θέματα.
Η λατρεία των Μουσών ξεκίνησε από την Πιερία, δηλαδή την περιοχή στην οποία γεννήθηκαν, γι' αυτό και τις έλεγαν "Πιερίδες". Έλεγαν πως ο Πίερος, βασιλιάς της Μακεδονίας σύμφωνα με τη μυθολογία, έφερε από κει τη λατρεία τους στη Βοιωτία. Ο Πίερος, μάλιστα, απέκτησε εννιά κόρες, στις οποίες έδωσε το όνομα των Μουσών, Πιερίδες. Ήταν όμως τόσο αλαζονικές, ώστε προκάλεσαν τις Μούσες να παραβγούν μαζί τους στο τραγούδι. Οι Μούσες τις νίκησαν, όπως ήταν φυσικό, και για να τις τιμωρήσουν, τις μεταμόρφωσαν σε φλύαρες κίσσες. Όταν αυτές τραγουδούσαν, σκοτείνιαζε και κανείς δεν τις άκουγε. Στη Βοιωτία, λοιπόν, οι Μούσες κατοικούσαν στο βουνό Ελικώνας, που έγινε και το κέντρο της λατρείας τους. Γι' αυτό άλλωστε και τις ονόμαζαν "Ελικωνιάδες". Αργότερα κάποιοι συγγραφείς τις τοποθετούσαν στον Παρνασσό.
Με μεγάλο ζήλο λατρεύονταν, επίσης, οι Μούσες στους Δελφούς, λόγω της στενής σχέσης τους με το θεό Απόλλωνα, στον οποίο ανήκε το μαντείο. Εκεί η λατρεία Απόλλωνα και Μουσών έφτασε να συγχωνευτεί εντελώς. Στην Αθήνα τις τιμούσαν ιδιαίτερα: μεταξύ άλλων, ονόμαζαν μια κορυφή κοντά στην Ακρόπολη "Μουσείον" προς τιμή τους κι ο Πλάτωνας είχε χτίσει βωμό στο όνομά τους στην Ακαδημία του. Οι Μούσες έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλείς σ' ολόκληρη την Ελλάδα· ίχνη της λατρείας τους βρέθηκαν στην Πελοπόννησο, τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη, όπου μάλιστα λεγόταν ότι είχε γίνει ο αγώνας τραγουδιού μεταξύ Μουσών και Σειρήνων. Επικράτησαν φυσικά οι πρώτες, που τιμώρησαν τις φαντασμένες Σειρήνες, κόβοντας τα φτερά τους· εκείνες έπεσαν στη θάλασσα και πνίγηκαν. Ακόμη τις τιμούσαν και σε πολλές πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας (ελληνικές αποικίες της Κάτω Ιταλίας και Σικελίας), ενώ στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου είχε ιδρυθεί στα χρόνια μετά το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου το "Μουσείο", ένα φημισμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα, με διευθυντή του τον αρχιερέα στην υπηρεσία των Μουσών.
Στα έργα του Ομήρου, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, οι Μούσες, ως θεές της ποίησης, κατέχουν πολύ σημαντική θέση· όταν ο ποιητής αρχίζει την αφήγηση του κάθε έπους, ζητά από τη Μούσα να τον βοηθήσει. Οι Μούσες τα ξέρουν όλα και τα έχουν δει όλα, πρέπει λοιπόν να τον βοηθήσουν να θυμηθεί γεγονότα του παρελθόντος, που ο ίδιος έχει μόνο ακουστά και που ο νους του αδυνατεί να συγκρατήσει. Στα ομηρικά έπη, λοιπόν, εμφανίζονται, πάνω απ' όλα, ως θεότητες της Μνήμης.
Στον Όμηρο επίσης αναφέρεται η περιπέτεια του αοιδού Θάμυρη από τη Θράκη, που καυχήθηκε πως θα μπορούσε να νικήσει τις Μούσες στο τραγούδι. Εκείνες, τότε, τον τύφλωσαν και του στέρησαν την ικανότητα να γράφει στίχους και να παίζει λύρα. Στην Οδύσσεια, ο φημισμένος τραγουδιστής των Φαιάκων Δημόδοκος ήταν ο αγαπημένος της Μούσας, που του έδωσε, όμως, μαζί με την τέχνη να γράφει υπέροχα τραγούδια κι ένα ολέθριο δώρο: του στέρησε το φως των ματιών του. Φαίνεται πως οι τυφλοί αοιδοί ήταν κάτι συνηθισμένο έτσι κι αλλιώς στην εποχή του Ομήρου. Είναι γνωστό ότι η απουσία της όρασης οξύνει τη μνήμη κι αυτό πρέπει να έκανε τους αοιδούς πολύ δυνατούς στο να θυμούνται και να απαγγέλλουν απέξω αναρίθμητους στίχους, όπως γινόταν τότε.
Ο ποιητής Ησίοδος, όταν ξεκινά τη "Θεογονία" του, μας διηγείται μια ιστορία που ο ίδιος έζησε: μια μέρα, όταν έβοσκε τα πρόβατά του στη Βοιωτία, την πατρίδα του, τον πλησίασαν οι Μούσες στο βουνό Ελικώνας και του έδωσαν ένα κλαδί δάφνης: του χάρισαν το δώρο της ποίησης. Για πρώτη φορά στην ευρωπαϊκή ποίηση ο ποιητής παρουσιάζεται να έχει συνειδητοποιήσει τη θέση του στην τέχνη· ότι δημιουργεί ως αυτόνομη οντότητα κι ότι οι Μούσες οι ίδιες παρέχουν την εγγύηση για την καλλιτεχνική αξία των όσων ο ίδιος συνθέτει. Εδώ οι Μούσες δεν ευλογούν και δε βοηθούν απλώς τον ποιητή, αλλά τον μυούν στην τέχνη.
Όπως αναφέρθηκε οι Μούσες θεωρούνταν θεές της μουσικής και της ποίησης, που εν χορώ υμνούσαν τον Δία με τις μελωδικές τους φωνές. Στον Όμηρο είδαμε και μια άλλη τους διάσταση: θεές της Μνήμης και κατ' επέκταση εκείνες που διασώζουν αξίες και ηθικές αρχές και διδάγματα από το παρελθόν. Μ' άλλα λόγια, ό,τι μια κοινωνία θεωρεί βασικό για την επιβίωσή της. Μέχρι τα τέλη της αρχαιότητας οι εννιά Μούσες ήταν μια αδιάσπαστη ομάδα, λίγο λίγο όμως και γύρω στα τέλη της ρωμαϊκής εποχής η καθεμιά τους περιορίστηκε σε μιαν ιδιαίτερη περιοχή. Οι διάφοροι συγγραφείς δε συμφωνούν πάντα μεταξύ τους, ως προς τη διάκριση αυτή· παρόλ' αυτά έγινε με τον καιρό λίγο πολύ αποδεκτή και έχει φτάσει ως τις μέρες μας.
Η Καλλιόπη, η πρώτη των Μουσών και πιο σεβαστή απ' όλες, ήταν η Μούσα του ηρωικού έπους, η Κλειώ ήταν η Μούσα της ιστορίας, η Ευτέρπη της αυλητικής τέχνης, η Τερψιχόρη της λυρικής ποίησης (ενώ πιο παλιά ήταν η Μούσα του χορού), η Ερατώ του υμέναιου και του γάμου, άρα και της ερωτικής ποίησης. Η Μελπομένη ήταν η Μούσα της τραγωδίας, η Θάλεια της κωμωδίας, η Ουρανία της αστρονομίας και τέλος η Πολύμνια της μιμικής, δηλαδή της παντομίμας. Πρέπει να σημειώσουμε ότι τους επικούς ποιητές τους ενέπνεαν ακόμη η Ουρανία και η Κλειώ.
Είτε όλες μαζί, ως μια ενιαία ομάδα, είτε η καθεμιά ξεχωριστά, οι Μούσες συμβόλιζαν το μεγαλείο της τέχνης· το ωραίο όχι μόνο στη μορφή, μα και στο περιεχόμενο. Είναι φωτεινές και ήπιες μορφές που μέχρι σήμερα προσωποποιούν την παρηγοριά που φέρνει η τέχνη και η ηθική στη ζωή των ανθρώπων, καθώς και την ομορφιά που της δίνει.


ΟΙ ΝΥΜΦΕΣ

Οι Νύμφες ήταν γυναικείες μορφές θεϊκής καταγωγής, νεαρές στην ηλικία, που ζούσαν μέσα στην άγρια φύση, τριγύριζαν στα βουνά, συνοδεύοντας την Άρτεμη και παίζοντας μαζί της. Ήταν όλες τους πανέμορφες, η Άρτεμη όμως ξεχώριζε με τη θωριά της ανάμεσά τους. Τραγουδούσαν και χόρευαν μαζί με τον Πάνα στα λιβάδια και στις πλαγιές, συνήθως κοντά στις πηγές. Υμνούσαν με τις γλυκιές φωνές τους τους Ολύμπιους θεούς και ιδιαίτερα τον πατέρα του Πάνα, τον Ερμή. Μαζί τους χόρευε και η Αφροδίτη, μαζί με τις Χάριτες, όπως λέει ο Όμηρος, στο βουνό Ίδα, στην Τροία. Άλλοτε το χορό τους τον οδηγεί ο ίδιος ο θεός Απόλλωνας. Οι Νύμφες θεωρούνταν γενικά κάτι μεταξύ θεών και θνητών, όχι καθαυτό θεές. Δεν ήταν αθάνατες, ζούσαν όμως πάρα πολύ και τρέφονταν με αμβροσία.
Συγγένευαν με μεγάλους θεούς, ενώ ο Ερμής θεωρούνταν γιος Νύμφης, της Μαίας. Γενικά, επικρατούσε η αντίληψη πως ήταν κόρες του Δία. Άλλοι, πάλι, τις θεωρούσαν κόρες ποταμών: είτε του μεγαλύτερου ποταμού που υπήρχε, του Ωκεανού, είτε του Αχελώου, είτε κόρες των τοπικών ποταμών ενός τόπου. Έτσι, κάθε περιοχή είχε τα ποτάμια της και καθένα απ' αυτά είχε γεννήσει τις Νύμφες της περιοχής αυτής, λ.χ. ο ποταμός Πηνειός ήταν ο πατέρας των Νυμφών της Θεσσαλίας και ο ποταμός Ξάνθος ήταν ο γεννήτορας των Νυμφών της Τροίας. Πολύ συχνά εκείνες έδιναν τα ονόματά τους στις κοντινές πόλεις, όπως έγινε με τη Νύμφη Σπάρτη, που ήταν κόρη του ποταμού Ευρώτα. Υπήρχαν όμως και κάποιες Νύμφες, οι οποίες λέγονταν Μελίες και είχαν γεννηθεί από τις σταγόνες του αίματος του Ουρανού, που έπεσαν στη Γη, όταν ο Κρόνος, ο γιος του, του έκοψε τα γεννητικά του όργανα.
Ήταν κατεξοχήν πνεύματα του γλυκού νερού και βρίσκονταν στα ποτάμια, στις πηγές και μέσα στα βουνά από τα οποία πήγαζαν ποτάμια. Συνόδευαν πάντα το νερό, τονίζοντας έτσι τη μεγάλη του σημασία για την ύπαρξη ζωής. Χωρίς αυτό ούτε βλάστηση, ούτε γονιμότητα υπάρχει. Μέσω λοιπόν της ζωογόνας δύναμης του νερού οι Νύμφες εξαπλώθηκαν στα βουνά και στα δάση και συνδέθηκαν με τη βλάστηση. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο θεωρούνται κόρες του Ωκεανού ή άλλων ποταμών.
Έτσι οι Νύμφες κατέληξαν να είναι τριών ειδών: 1) Ναϊάδες, δηλαδή Νύμφες των ποταμών, των πηγών και των κρηνών και είναι οι πιο γνωστές, 2) Ορεστιάδες, που κατοικούσαν στα βουνά όπου υπάρχουν πηγές και 3) Δρυάδες ή Αμαδρυάδες, δηλαδή Νύμφες των μοναχικών δέντρων και των λιβαδιών και ταυτίζονταν με τις Μελίες.Οι Ναϊάδες κατοικούσαν μέσα σε σπηλιές, που βρίσκονταν κοντά σε νερό ή μέσα σ' αυτό, κάτω από την επιφάνεια των ποταμών. Μέσα στις σπηλιές τους απολάμβαναν τις χαρές του έρωτα με τον Ερμή ή τους Σιληνούς. Ζούσαν όσο και οι πηγές, κοντά στις οποίες κατοικούσαν: όταν στέρευαν εκείνες, οι Ναϊάδες έσβηναν. Το ίδιο συνέβαινε με τις Αμαδρυάδες -που το όνομά τους σημαίνει "δέντρο και γυναίκα ταυτόχρονα"- τα πεύκα, τα έλατα και οι δρυς άρχιζαν να μεγαλώνουν με το που άρχιζε η ζωή μιας Νύμφης. Ήταν δέντρα δυνατά και ζούσαν για πολλά χρόνια, ενώ οι θνητοί απαγορευόταν να τα αγγίξουν με τσεκούρι.
Ο λόγος ήταν ότι θεωρούνταν δέντρα ιερά και τα ιερά άλση που σχημάτιζαν ήταν χώροι αφιερωμένοι στους θεούς. Όταν ερχόταν η ώρα της Νύμφης να πεθάνει, μαραινόταν πρώτα το δέντρο της μέσα στη γη. Κάποτε μια Νύμφη, εκεί που χόρευε με τις όμοιές της, χλόμιασε παρατηρώντας τη βελανιδιά της να κουνιέται πέρα δώθε. Άφησε το χορό γεμάτη ανησυχία· πολύ γρήγορα χάλασε η φλούδα, έπεσαν τα κλαδιά και ταυτόχρονα η ψυχή της Νύμφης πέταξε, αποχαιρετώντας το φως του Ήλιου. Οι Νύμφες, όταν βρέχει, χαίρονται, γιατί τρέφονται τα δέντρα, ή κλαίνε, όταν οι βελανιδιές χάνουν τα φύλλα τους.
Για τις Ναϊάδες, ιδιαίτερα, υπάρχουν πολλοί μύθοι, που αφορούν τις ερωτικές τους περιπέτειες. Έλεγαν ότι κάποτε ο Ύλας, σύντροφος του Ηρακλή, πλησίασε σε μια πηγή, για να γεμίσει την υδρία του. Εκεί συνήθιζαν να μαζεύονται οι Νύμφες και να τραγουδούν ύμνους στην Άρτεμη ολονυχτίς. Ο Ύλας είχε φτάσει ακριβώς την ώρα που οι Νύμφες άρχισαν να συγκεντρώνονται και μια απ' αυτές, η Εφυδάτια, που κατοικούσε μέσα στην πηγή, σήκωσε το κεφάλι της και τον αντίκρισε. Θαμπώθηκε από τη θεϊκή του ομορφιά και τον ερωτεύτηκε. Εκείνος, σκυμμένος είχε βουτήξει την υδρία του μέσα στο νερό, χωρίς να υποπτεύεται πως κάποιος τον παρακολουθεί με προσοχή. Η Νύμφη θέλησε ν' αρπάξει την ευκαιρία και να τον φιλήσει· τον αγκάλιασε από το λαιμό και τον τράβηξε μαζί της στο βυθό. Οι σύντροφοί του έψαξαν να τον βρουν, μα δεν μπορούσαν με κανένα τρόπο να εξηγήσουν την εξαφάνισή του. Πολύ γνωστές επίσης ήταν οι ιστορίες των ερώτων των Νυμφών με βοσκούς, που συνήθως έβοσκαν τα πρόβατά τους στις όχθες των ποταμών. Έπειτα οι Νύμφες έφερναν στον κόσμο γιους θνητούς, αλλά σοφούς και γενναίους.
Εξίσου ονομαστές ήταν οι ιστορίες για τους έρωτες του Απόλλωνα με Νύμφες και ιδιαίτερα η ιστορία της Δάφνης. Ο θεός την πολιορκούσε με μεγάλη επιμονή, χωρίς επιτυχία. Μόλις του δόθηκε η κατάλληλη ευκαιρία, άρχισε να την κυνηγάει. Τη στιγμή που ήταν έτοιμος να την αρπάξει, η Δάφνη παρακάλεσε απεγνωσμένα τη μάνα της, τη Γαία, να τη βοηθήσει. Τότε, πραγματικά, άνοιξε η γη και κατάπιε τη Δάφνη, ενώ στη θέση της φύτρωσε ένα φυτό που πήρε το όνομά της.
Μια άλλη Νύμφη, η Ωκυρρόη, κόρη ενός ποταμού της Σάμου, επιχείρησε να φύγει με μια βάρκα από το νησί, για να γλιτώσει από τα χέρια του θεού. Μάταια όμως προσπαθούσε, γιατί ο Απόλλωνας μεταμόρφωσε το βαρκάρη που τη μετέφερε σε ψάρι και τη βάρκα της σε βράχο.
Σύμφωνα με την παράδοση, οι Νύμφες ήταν γνωστές τροφοί πολλών και σημαντικών θεών ή ηρώων· ήταν δηλαδή εκείνες που αναλάμβαναν την ανατροφή τους, όταν βρίσκονταν σε πολύ μικρή ηλικία. Τους θήλαζαν και αποτελούσαν τις αντικαταστάτριες των μανάδων τους. Πρώτα πρώτα, ο ίδιος ο Δίας ανατράφηκε απ' αυτές στην Κρήτη. Ακολουθούν η Ήρα, η Περσεφόνη, ο Ερμής, ο Πάνας και ο Διόνυσος. Από τότε οι Νύμφες αποτελούν μέλη του Διονυσιακού θιάσου, μαζί με τους Σατύρους. Ακόμη, η θεά Αφροδίτη είχε εμπιστευθεί τον Αινεία, το γιο της, στις Νύμφες του τρωικού βουνού Ίδη. Στις Ναϊάδες απέδιδαν διάφορες ιδιότητες: έλεγαν πως μπορούσαν να κάνουν τα νερά μιας πηγής ιαματικά, γι' αυτό και συχνά πρόσφεραν οι θνητοί θυσίες προς τιμή τους. Οι πιο ονομαστές περιπτώσεις Ναϊάδων με παρόμοιες ικανότητες βρίσκονταν στην Πελοπόννησο και τη Σικελία· εκεί, στις θερμές πηγές της Ιμέρας, έλεγαν ότι πήγαινε ο Ηρακλής για ν' ανανεωθεί η δύναμή του.
Πίστευαν ακόμη πως οι Ναϊάδες είχαν ιατρικές θεραπευτικές ικανότητες, κυρίως λόγω της σχέσης τους με τον Απόλλωνα, καθώς και το χάρισμα να προφητεύουν τα μελλούμενα. Για την ακρίβεια, επικρατούσε η αντίληψη πως ήξεραν να ερμηνεύουν τη θέληση της ανώτερης θεότητας· η Ερατώ τις επιθυμίες του Πάνα ή η Δάφνη αυτές της Γαίας. Στο σπήλαιο Σφραγίδιο του βουνού Κιθαιρώνας υπήρχε μαντείο των Νυμφών, ενώ πολλοί θνητοί, προικισμένοι με μαντικές ικανότητες, έλεγαν πως τις ικανότητές τους τις είχαν λάβει από κείνες. Επίσης, θεωρούνταν μητέρες πολλών σοφών θνητών, μάντεων και γιατρών, όπως η Χαρικλώ του Τειρεσίας, η Φιλύρα του Χείρωνα και η Κορωνίδα, μάνα του Ασκληπιού.Οι Νύμφες λατρεύονταν σε πολλά μέρη σ' όλη την Ελλάδα, δεν υπήρχαν όμως ναοί αφιερωμένοι σ' αυτές. Οι θυσίες προς τιμή τους γίνονταν κοντά σε πηγές ή μέσα σε σπηλιές. Ο Οδυσσέας και οι κάτοικοι της Ιθάκης τις τιμούσαν με εκατόμβη, δηλαδή θυσία εκατό βοδιών. Συχνή ήταν και η ύπαρξη των βωμών τους μέσα σε ιερά άλλων θεών.Όμως οι Νύμφες δεν είχαν δράση πάντοτε ευεργετική για τους θνητούς κι υπήρχαν φορές που προκαλούσαν μεγάλο κακό. Αν, για παράδειγμα, τύχαινε να δει κανείς μια Νύμφη την ώρα που έκανε το λουτρό της μέσα στην πηγή, έχανε τα λογικά του. Ήταν, όμως, και γενικότερα ικανές να προκαλέσουν σύγχυση του νου στους θνητούς και να τους κάνουν τρελούς. Οι άνθρωποι που καταλαμβάνονταν από έκσταση κι ενθουσιασμό, έφευγαν από τα σπίτια τους και πήγαιναν στα βουνά, όπου κρύβονταν μέσα σε σπηλιές.
Οι Νύμφες έχουν επιζήσει στη λαϊκή μας παράδοση μέχρι σήμερα· είναι οι γνωστές μας νεράιδες, που ζουν στα βουνά, στις νεραϊδοσπηλιές και τις νεραϊδόβρυσες. Θεωρείται πάντοτε επικίνδυνο να τις συναντήσει κανείς, αφού υπάρχουν ακόμη οι μύθοι για τους "νεραϊδοπαρμένους", όπως ήταν ο Ύλας στην αρχαιότητα. Μόνο οι σαββατογεννημένοι και "αλαφροΐσκιωτοι" μπορούν να τις αντιλαμβάνονται και να τις βλέπουν να χορεύουν.Τελειώνοντας, αξίζει να τονίσουμε για μια φορά ακόμη το ότι οι Νύμφες λατρεύονταν ως στοιχεία των πηγών και των ποταμών, δηλαδή γενικότερα του νερού. Η σημασία του νερού ως δύναμη ζωής και γονιμότητας είναι μεγάλη και ζωτική σε μια μεσογειακή χώρα, όπως είναι η Ελλάδα. Το νερό είναι πηγή ζωής και βοηθά την ανάπτυξη και αναζωογονεί κάθε ζωντανό οργανισμό. Γι' αυτό και η αντίληψη για τις Νύμφες διευρύνθηκε ακόμη περισσότερο: έφτασαν να τις θεωρούν πνεύματα της βλάστησης, θέλοντας έτσι να συμβολίσουν γενικότερα την οργιαστική δύναμη της φύσης. Κι όπως το νερό τρέφει τα πάντα, έτσι και οι Νύμφες θεωρούνταν τροφοί των φυτών, των ζώων και των ανθρώπων.

ΟΙ ΧΑΡΙΤΕΣ


Οι Χάριτες στην αρχαιότητα συμβόλιζαν ό,τι πιο ευγενικό, όμορφο και αγνό υπήρξε ποτέ στη Γη. Ήταν το ιδανικό της σεμνότητας, της άψογης συμπεριφοράς και της ευπροσηγορίας. "Χάρις" σήμαινε, πρώτα πρώτα, χαρά· τη χαρά που εκπέμπει κανείς, όταν τον χαρακτηρίζουν ευγενικά συναισθήματα, μα και τη χαρά και την τέρψη που προκαλεί στους γύρω του. Η "Χάρις" ήταν ακόμη συνώνυμο της ίδιας της χάρης και της ερασμιότητας, καθώς και της ευεργεσίας και της ευγνωμοσύνης.
Ήταν κόρες του Δία και της Ωκεανίδας Ευρυνόμης. Υπήρχαν όμως και διάφορες άλλες εκδοχές για την καταγωγή τους. Μητέρα τους θεωρείται η Ήρα ή η Ευνομία ή η Λήθη ή η Αφροδίτη και πατέρας τους ο Ουρανός ή ο Διόνυσος. Υπήρχε, επίσης, ασάφεια σχετικά με το πόσες ήταν και πώς ονομάζονταν, καθώς και πολλές διαφορετικές εκδοχές από τόπο σε τόπο. Σε παλαιότερες εποχές ήταν μία ή δύο και ήταν γνωστές ως σύζυγοι μεγάλων θεών ή ως θεότητες στην υπηρεσία της Αφροδίτης. Πρώτος ο Όμηρος αναφέρει τη Χάρη, που ήταν σύζυγος του Ήφαιστου. Ακόμη διηγείται ότι μία από τις Χάριτες την παντρεύτηκε ο Ύπνος· του την είχε υποσχεθεί η Ήρα, ως αντάλλαγμα για να κοιμίσει εκείνος κρυφά τον Δία και να μπορέσουν οι θεοί να αναμιχθούν στον πόλεμο της Τροίας. Αργότερα οι Χάριτες επικράτησε να θεωρούνται ως τρεις αχώριστες αδερφές, κόρες του Δία και της Ευρυνόμης, με τα ονόματα Αγλαΐα, Ευφροσύνη και Θάλεια. Κατοικούσαν κοντά στην κορυφή του Ολύμπου κι από κει κανόνιζαν τα πάντα, υμνολογώντας ασταμάτητα τον πατέρα τους και βασιλιά των θεών. Τη ζωή τους την περνούσαν κυρίως σε γιορτές και ήταν απαραίτητες στα συμπόσια των θεών. Χωρίς αυτές οι κάτοικοι του Ολύμπου ούτε γλεντούσαν, ούτε χόρευαν. Κάθονταν συνήθως δίπλα στον Απόλλωνα και δοξολογούσαν τον Δία, ομορφαίνοντας τις συγκεντρώσεις με την παρουσία και τις μελωδικές φωνές τους. Ήταν, επίσης, μέλη της χορευτικής ομάδας του Ολύμπου, μαζί με την Ήβη, τον Γανυμήδη, τις Ώρες, την Αρμονία και την Αφροδίτη. Ήταν άλλωστε φίλες της μουσικής, των ασμάτων, της ποίησης, του χορού και της ρητορικής και τις βρίσκουμε πολύ συχνά μαζί με τις Μούσες. Όλα τα καλά των θνητών, όλα τους τα προτερήματα κι ό,τι αγαθό απολάμβαναν, οφείλονταν στις Χάριτες: η ομορφιά, η σοφία, η δόξα αλλά και η διασκέδαση, η ευχαρίστηση, η χαρά και η ευτυχία, ήταν δικό τους έργο. Πάνω απ' όλα όμως ήταν οι θεές της σωματικής χάρης και της ομορφιάς που μαγεύει. Ήταν αυτές που προίκιζαν τους ανθρώπους με θέλγητρα· με τα χαρίσματα, δηλαδή, που ωθούν τους ανθρώπους στον έρωτα και στην ηδονή, με την πιο ευγενική και σεμνή διάσταση που μπορούν αυτές οι έννοιες να πάρουν. Μ' αυτόν τον τρόπο η ανθρώπινη ζωή αποκτά νόημα και ουσία. Οι ίδιες οι Χάριτες, άλλωστε, είχαν πολλά χαρίσματα και ήταν ικανές να διεγείρουν την επιθυμία: τα μαλλιά, το πρόσωπο, τα χέρια τους είχαν λαμπερή ομορφιά και η συμπεριφορά τους ήταν αξιαγάπητη.
Οι Χάριτες μπορούν να παρομοιαστούν με μια "Τριπλή Αφροδίτη": ο "Αφροδισιακός" τους χαρακτήρας είναι εντελώς φανερός και διάχυτος. Άλλωστε, η Αφροδίτη ήταν η θεά με την οποία κυρίως σχετίζονται στη μυθολογία, καθώς πρόκειται για τη θεά της ομορφιάς και του έρωτα.
Οι Χάριτες τη συνόδευαν, μαζί με το θεό Έρωτα και την Πειθώ. Κάποτε η Αφροδίτη είχε μια δυσάρεστη περιπέτεια: βρέθηκε δεμένη στο δίχτυ του Ήφαιστου, μαζί με τον εραστή της, τον Άρη. Κατέφυγε έπειτα στην Πάφο της Κύπρου, όπου οι Χάριτες ανέλαβαν να την περιποιηθούν: τη λούζουν, την αλείφουν με αθάνατο λάδι, την ντύνουν με υπέροχα ρούχα και τη στολίζουν. Με την ίδια επιμέλεια και με τον ίδιο τρόπο αναδεικνύουν την ουράνια ομορφιά της, όταν ετοιμάζεται να πάει να ξελογιάσει τον Τρώα Αγχίση. Ο αφροδισιακός χαρακτήρας των Χαρίτων προβάλλεται έντονα και μέσα από την τέχνη τους να κατασκευάζουν αρωματικά λάδια, με τα οποία έκαναν το δέρμα να ευωδιάζει κι ενίσχυαν, έτσι, την ερωτική επιθυμία. Οι ίδιες ήταν φημισμένες αρωματοποιοί. Οι Χάριτες είχαν σχέσεις με πολλούς άλλους θεούς, που ήταν πάντοτε αγαθές και καμιά έριδα δεν τις διατάρασσε ποτέ: με τον Διόνυσο, τη Δήμητρα, τον Ερμή, τον Ήφαιστο, την Αθηνά· συνοδεύουν επίσης συχνά τον Δία και την Ήρα. Όταν ο Απόλλωνας άρχισε να κρούει τη λύρα του, πριν καλά καλά γεννηθεί, οι Χάριτες έστησαν χορό μαζί με άλλες θεές. Κι όταν η Άρτεμη μπήκε μέσα στο ναό του αδερφού της, στους Δελφούς, εκείνες άρχισαν να υμνούν μαζί της τη Λητώ, τη μητέρα τους, παρέα με τις Μούσες. Ο Όλυμπος χωρίς αυτές δε θα είχε καμιά χάρη και στα συμπόσια πάντα η πρώτη κούπα ήταν αφιερωμένη σ' αυτές, στο Διόνυσο και στις Ώρες.
Τόποι λατρείας αφιερωμένοι στις Χάριτες υπήρχαν σε πάρα πολλά μέρη της Ελλάδας - στην Αθήνα, μάλιστα, υπήρχε ναός τους στην Ακρόπολη και αγάλματά τους στημένα σε πολύ κεντρικά σημεία. Το αρχαιότερο ιερό τους βρισκόταν στον Ορχομενό της Βοιωτίας. Εκεί υπήρχαν τρεις ακατέργαστες πέτρες, που έλεγαν ότι είχαν πέσει από τον Ουρανό. Αυτές τις θεωρούσαν προσωποποίηση των τριών Χαρίτων και σ' αυτές έκαναν προσφορές· πολύ αργότερα τους αφιέρωσαν αγάλματα. Η λατρεία αυτών των "ουρανοκατέβατων" λίθων φανερώνει ότι υπήρχε η άποψη της καταγωγής των Χαρίτων από τον Ουρανό, που πολλοί θεωρούσαν ότι ήταν πατέρας τους. Αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι σε πολλά άλλα μέρη τα ονόματα κι η λατρεία τους σχετίζονται και με τη Σελήνη.
Στη Βοιωτία τελούνταν γιορτές προς τιμή τους, που ονομάζονταν "Χαρίτεια" και που ήταν μουσικοί και ποιητικοί αγώνες. Τη νύχτα οι πιστοί χόρευαν κι έπειτα πρόσφεραν γλυκίσματα από αλεύρι και μέλι. Οι γιορτές αυτές θύμιζαν πραγματικά "μυστήρια" και οι Χάριτες λατρεύονταν εκεί ως θεότητες της φύσης, οι οποίες πρόσφεραν γονιμότητα στο φυτικό κόσμο.


ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ


Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μορφές της ελληνικής μυθολογίας είναι ο Ασκληπιός. Το όνομά του έχει συνδεθεί με την επιστήμη της ιατρικής και θεωρείται μάλιστα ότι ήταν ο πρώτος γιατρός. Γιος ενός θεού και μιας θνητής, ο Ασκληπιός δε συγκαταλεγόταν στους ισχυρούς θεούς που κατοικούσαν στον Όλυμπο, αλλά θεωρούνταν απλός ήρωας, που είχε θεϊκή καταγωγή. Υπήρξε όμως ιδιαίτερα αγαπητός στους ανθρώπους, που τον τιμούσαν και τον σέβονταν. Ίσως επειδή δεν ήταν απλησίαστος και δεν προκαλούσε φόβο όπως οι υπόλοιποι θεοί. Αντίθετα, η θέση του ήταν πάντα κοντά στους ανθρώπους, για το καλό των οποίων πρόσφερε τις γνώσεις του. Η φήμη του είχε απλωθεί σ' όλο τον ελλαδικό χώρο, αλλά κι έξω απ' αυτόν. Ο ιατρός θεός φρόντιζε να εξαπλωθεί η ιατρική και να θεραπεύονται όλο και περισσότεροι άνθρωποι, να χτίζει ειδικά κτίρια όπου εκεί συγκεντρώνονταν οι ασθενείς αναζητώντας θεραπεία. Τη δραστηριότητά του συνέχιζαν στα ιερά του Ασκληπιού οι ιερείς του, οι Ασκληπιάδες.
Ήταν τόσο μεγάλη η λατρεία του Ασκληπιού που αντιμετωπιζόταν ισοδύναμα με τους άλλους θεούς. Άλλωστε κι ο Ασκληπιός, όπως κι ο Ηρακλής, στο τέλος αποθεώθηκε, έγινε δηλαδή δεκτός στη θεϊκή κατοικία του Ολύμπου.
Η καταγωγή του, όπως είπαμε, ήταν θεϊκή. Υπήρξε ο καρπός ενός από τους πολλούς έρωτες του Απόλλωνα. Ο ωραίος θεός ερωτεύτηκε μια βασιλοπούλα, την όμορφη Κορωνίδα, κι απέκτησε μ' αυτήν ένα γιο. Προτού όμως γεννηθεί το βρέφος η νέα παραδόθηκε στον έρωτα ενός ξένου, που λεγόταν Ισχύς. Γρήγορα μετάνιωσε για την επιπόλαιη πράξη της, ήταν όμως πλέον αργά. Ο Απόλλωνας, που κατάλαβε την απάτη της, εξοργισμένος ζήτησε από την αγαπημένη του αδερφή, την Άρτεμη, να τιμωρήσει τη νεαρή Κορωνίδα για την ασέβειά της. Η Ολύμπια θεά τότε σκότωσε με τα βέλη της την ίδια κι άλλες γυναίκες μαζί. Ίσως μάλιστα αυτή να ήταν η αιτία μιας μεγάλης θανατηφόρας επιδημίας που έπεσε στην περιοχή. Γι' αυτό πολλές φωτιές άναβαν για να καίνε τα πτώματα.
Όταν οι ανελέητες φλόγες τύλιξαν το νεκρό σώμα της βασιλοπούλας, ο Απόλλωνας που παρακολουθούσε, δεν άντεξε να βλέπει να πεθαίνει μαζί της και το παιδί του. Αμέσως όρμησε στη φωτιά, έβγαλε από την κοιλιά της μητέρας του το ζωντανό ακόμη βρέφος και το πήγε στη Μαγνησία, στον Κένταυρο Χείρωνα.
Ο Κένταυρος γνώριζε πολύ καλά τις ιδιότητες των βοτάνων. Μεγαλώνοντας κοντά του ο Ασκληπιός έμαθε την ιατρική τέχνη. Άρχισε να γίνεται μάλιστα τόσο γνωστός για τις θεραπευτικές του ικανότητες, ώστε από κάθε γωνιά της Ελλάδας έρχονταν να τον βρουν άνθρωποι άρρωστοι ή τραυματισμένοι, απογοητευμένοι, πολλές φορές, ότι θα γίνουν μια μέρα καλά. Ο Ασκληπιός τους διέψευδε και θεράπευε κάθε είδος νοσήματος. Άλλοτε τους έδινε την υγειά τους με βότανα, άλλοτε με θαυματουργικές αλοιφές που κατασκεύαζε ο ίδιος κι άλλοτε με μαγικά και προσευχές. Άλλους θεράπευσε από τη μανία, όπως λένε ότι έκανε στις κόρες του Προίτου, όταν η Ήρα τους έστειλε τρέλα. Άλλους τους έκανε και πάλι να περπατήσουν και σ' άλλους έδινε πίσω το φως τους.
Ενδεικτικό της μεγάλης δραστηριότητας που ανέπτυξε είναι ότι βρέθηκαν πάρα πολλά ιερά του διασκορπισμένα στον ελλαδικό χώρο. Βέβαια, πολλά δημιουργήθηκαν από τους ιερείς του. Το πιο ξακουστό είναι το Ασκληπιείο της Επιδαύρου και ακολουθούν της Αθήνας, της Κως, απ' όπου κατάγεται και ο πατέρας της ιατρικής επιστήμης ο Ιπποκράτης, και της Περγάμου. Όταν οι ασθενείς προσέρχονταν στο ιερό αναζητώντας θεραπεία, δεν τους επιτρεπόταν η είσοδος, παρά μετά τον εξαγνισμό τους. Έπλεναν το σώμα τους, τελούσαν θυσία προς το θεό και έκαναν αυστηρή νηστεία. Το βράδυ γίνονταν δεκτοί στο ιερό όπου και θα περνούσαν τη νύχτα τους. Ο Ασκληπιός, ως γιος του Απόλλωνα, είχε και μαντικές ικανότητες ή όπως πιστεύουν πολλοί φανέρωνε στους θνητούς τις αποκαλύψεις του πατέρα του σ' αυτόν, όπως παράδειγμα έκανε κι η Πυθία. Είτε αυτό ήταν αληθινό είτε όχι, ο Ασκληπιός έδινε πάντως τις ιατρικές του συνταγές με τη μορφή χρησμών. Οι ιερείς του υποστήριζαν, στους ασθενείς που διανυκτέρευαν στο ιερό του, πως ο θεός θα τους επισκεφτεί με μορφή ονείρου και θα τους φανέρωνε το φάρμακο που θα τους θεράπευε
. Ο μεγάλος ιατρός θεός όμως, όχι απλά θεράπευε κάθε ασθένεια, αλλά μπορούσε ν' αναστήσει ακόμη και νεκρούς. Έτσι όταν η θεά Άρτεμη του ζήτησε ν' αναστήσει τον αγαπημένο της Ιππόλυτο, τον επανέφερε στη ζωή.

Αυτή η θαυματουργική ικανότητά του στάθηκε αιτία του θανάτου του. Λέγεται ότι με την ανάσταση κάποιου νεκρού θύμωσε πολύ ο Δίας και τυφλωμένος από την οργή του χτύπησε τον Ασκληπιό με τον κεραυνό του. Άλλοι λένε ότι δεν ήταν η προσωπική οργή που έσπρωξε το βασιλιά των θεών να σκοτώσει τον Ασκληπιό, αλλά η οργή του Άδη. Ο θεός του Κάτω Κόσμου διαμαρτυρήθηκε στον Δία πως ο γιος του Απόλλωνα δεν άφηνε τους ανθρώπους να πεθάνουν, κι όλο και λιγότεροι έρχονταν στο βασίλειό του. Ο πατέρας του, ο Απόλλωνας, πληγώθηκε βαθιά για το χαμό του γιου του. Τον είχε ήδη σώσει από το θάνατο μια φορά, όταν βρισκόταν στην κοιλιά της μητέρας του. Όμως, αυτή τη φορά ήταν ανήμπορος ν' αντιδράσει. Ήταν τόση η λύπη και η οργή του, που για να εκδικηθεί για το θάνατο του αγαπημένου του γιου, σκότωσε τους Κύκλωπες. Αυτοί είχαν δωρίσει στον Δία τον κεραυνό που κρατούσε πάντα στο χέρι του και που μ' αυτόν έκοψε το νήμα της ζωής του Ασκληπιού.


ΑΤΛΑΝΤΑΣ


O Άτλας ήταν η μυθική μορφή που κρατούσε στους ώμους του το θόλο του Ουρανού πάνω από τη Γη. Ήταν γιος Τιτάνα ή Τιτάνας ο ίδιος, ενώ μπορεί να ήταν και ο αρχηγός των Τιτάνων, κατά μία εκδοχή. Πατέρας του ήταν ο Ιαπετός ή ο Ουρανός ή ο Αιθέρας ή ο Ποσειδώνας. Μητέρα του ήταν η Ωκεανίδα Κλυμένη ή η Ασία ή η Ημέρα ή η Λιβύη. Αδέρφια του Άτλαντα ήταν ο Προμηθέας, ο Επιμηθέας και ο Μενοίτιος, ενώ ως σύζυγοί του αναφέρονται η Αίθρα, που ήταν κόρη του Ωκεανού, ή η Πλειόνη, επίσης Ωκεανίδα, ή ακόμη η Εσπερίδα, η κόρη του Έσπερου, που θεωρούνταν επίσης αδερφός του.Από τα παιδιά του Άτλαντα, τα περισσότερα ήταν αστέρια του Ουρανού: ο Υάς, οι Υάδες, καθώς και οι εφτά Πλειάδες, τ' αστέρια της Πούλιας. Γιος του ήταν επίσης ο Έσπερος, γνωστός για την ευσέβεια του χαρακτήρα του. Ο Άτλαντας είχε και δύο κόρες που δεν ήταν αστέρια: την Πασιφάη, που έγινε μητέρα του Άμμωνα, και την Καλυψώ, που αγάπησε τον Οδυσσέα και προσπάθησε να τον κρατήσει για πάντα κοντά της. Ας δούμε όμως ποιες ήταν οι Πλειάδες. Λέγονταν επίσης και Ατλαντίδες ή Εσπερίδες και ζευγάρωσαν με μεγάλους θεούς. Έφεραν στον κόσμο θεούς ή γενάρχες και μάλιστα οι τέσσερις απ' αυτές έσμιξαν με τον Δία. Οι Πλειάδες ήταν οι εξής: η Αλκυόνη, η Μερόπη, η Στερόπη, η Κελαινώ, η Ηλέκτρα, η Ταϋγέτη και η Μαία. Η Μαία ήταν η πιο ξακουστή, γιατί έγινε η μητέρα του Ερμή, του πονηρού φτερωτού θεού. Βλέποντας τη γενιά του καθώς και τους απογόνους του, είναι φανερό ότι είχε συγγένεια με πολλά ουράνια σώματα και φαινόμενα. Πρόκειται λοιπόν για ένα θεό του Ουρανού.
Μετά την Τιτανομαχία, ο Δίας τιμώρησε τον Άτλαντα. Ο πιθανότερος λόγος για τον οποίο καταδικάστηκε, ήταν μάλλον γιατί συμμάχησε με τους αντιπάλους του Δία, τους Τιτάνες, είτε γιατί μαζί με τα τρία αδέρφια του κρατούσαν γενικά περιφρονητική στάση απέναντι στον Δία ποτέ δεν τον αποδέχτηκαν ως βασιλιά των θεών.
Μια άλλη πιθανή εξήγηση είναι ότι ο Δίας τον εκδικήθηκε, γιατί κατασπάραξε τον Διόνυσο, μαζί με τους άλλους Τιτάνες.
Μετά την επικράτηση των Ολυμπίων οι τέσσερις γιοι του Ιαπετού εισέπραξαν την τιμωρία τους: ο Επιμηθέας και ο Μενοίτιος κατακεραυνώνονται και γκρεμίζονται από τον Δία στο Έρεβος. Ο Προμηθέας καρφώνεται στον Καύκασο στο ανατολικό άκρο της Γης. Ο Άτλαντας βυθίζεται στα Τάρταρα βαθιά κάτω από τη Γη στο δυτικό άκρο, κοντά στα σύνορα του Χάους, εκεί όπου οι Εσπερίδες φυλάνε τα χρυσά μήλα και στο σημείο που βρίσκονται οι ρίζες της Γης, του Πόντου, του Ουρανού και του Τάρταρου.
Στο εξής θα ήταν καταδικασμένος να στηρίζει με τη δύναμή του τον Ουρανό πάνω από τη Γη.
Οι άνθρωποι πίστευαν εκείνη την εποχή πως ο Κόσμος ήταν σαν ένα τεράστιο κτίριο με θεμέλια, κίονες και οροφή. Ο Άτλας θα κρατούσε την κολόνα ή τις κολόνες, όπου πατά ο Ουρανός στη Γη ή τον άξονα του Κόσμου.
Άλλοι πάλι φαντάζονταν πως θα σήκωνε στους ώμους του το θόλο του Ουρανού ή τον Ουρανό και τη Γη μαζί.
Το καθήκον του Άτλαντα και ο ρόλος του αντικατοπτρίζεται και στο όνομά του: συγγενεύει με το επίθετο "αταλάντευτος", που σημαίνει στερεός, σταθερός, ανθεκτικός, αυτός που υπομένει να σηκώνει βάρη. Οι ποιητές τον χαρακτήριζαν πνεύμα ισχυρό και ακλόνητο.
Επιπλέον, ο Άτλαντας, λόγω της θέσης του κατείχε απέραντη σοφία και γνώση οικουμενική! Ηξερε όλα τα βάθη της θάλασσας και τα περίεργα που κρύβονται στις αβύσσους του Ωκεανού. Γνώριζε τα μυστικά του Ουρανού, όπως και το ότι ο Κόσμος είναι μια μεγάλη σφαίρα.
Κάποτε ο Ηρακλής έρχεται σ' αυτά τα μακρινά μέρη για να πάρει τα μήλα των Εσπερίδων και να πραγματοποιήσει έτσι έναν από τους δώδεκα άθλους του. Συναντά τον Άτλαντα, που πηγαίνει ο ίδιος να φέρει τα μήλα από τον κήπο των Εσπερίδων, αφήνοντας για λίγο το φορτίο του στους ώμους του Ηρακλή. Ο Άτλας όμως σκέφτηκε πονηρά, θέλησε ν' αρπάξει την ευκαιρία και ν' απαλλαγεί από τα βάσανά του, προτείνοντας στον Ηρακλή να πάει ο ίδιος τα μήλα στον Ευρυσθέα, βασιλιά του Άργους, που τα είχε ζητήσει από τον ήρωα. Εκείνος, ευτυχώς, ήταν προσεκτικός -όπως τον είχε συμβουλέψει ο Προμηθέας- τον οποίο είχε ήδη ελευθερώσει ο Ηρακλής από τα δεσμά του στον Καύκασο. Έτσι κατάλαβε το τέχνασμα του Άτλαντα και προσποιήθηκε πως δέχεται. Ζήτησε τότε από τον Τιτάνα να ξαναπάρει για μια στιγμή το φορτίο, ώστε ο ίδιος να βάλει στον ώμο του, που δήθεν πονούσε από το βάρος, ένα μαξιλαράκι. Ο Άτλας τον πίστεψε, το ξαναφορτώθηκε τάχα για λίγο και ο Ηρακλής μπόρεσε να επωφεληθεί από την αλλαγή πήρε τα μήλα κι έφυγε, αφήνοντας πίσω του τον Άτλαντα, αιώνια καταδικασμένο.
Υπάρχει και μια διαφορετική εκδοχή. Ληστές είχαν αρπάξει τις κόρες του Άτλαντα, τις Εσπερίδες. Ο Ηρακλής καταφέρνει να τους σκοτώσει και να ξαναφέρει τις κόρες πίσω στον πατέρα τους. Εκείνος τότε, για να τον ανταμείψει, του μεταφέρει τις απέραντες γνώσεις του, τα μυστικά του Ουρανού και την αστρονομία.
Κάποτε και ο Περσέας έφτασε στα μέρη του Άτλαντα. Αυτός όμως του φέρθηκε εχθρικά και προσπάθησε να εξοντώσει τον Περσέα. Ο Περσέας κρατούσε μαζί του τη φοβερή κεφαλή της Μέδουσας, που απολίθωνε όποιον την κοιτούσε. Μ' αυτόν τον τρόπο εξουδετερώνει τον Άτλαντα και τον μετατρέπει σε ψηλό βράχο, είναι από τότε ένα πελώριο βουνό που αλλιώς το έλεγαν κολόνα του Ουρανού και που, σύμφωνα με την παράδοση, βρισκόταν στη σημερινή Λιβύη της Αφρικής έξω από τη Μεσόγειο, προς την πλευρά του Ωκεανού, γι' αυτό και ο Ωκεανός ονομάζεται Ατλαντικός. Άλλοι τον τοποθετούσαν σε χώρα ακόμα πιο μακρινή.
Ένας άλλος μύθος μας πληροφορεί ότι ο Άτλαντας ήταν ο πρωτότοκος γιος του Ποσειδώνα. Ο ίδιος τον είχε ορίσει βασιλιά σ' ένα παραμυθένιο νησί, πέρα από τον Ωκεανό. Το νησί αυτό ονομάστηκε από τον ίδιο Ατλαντίδα.
Ο ρόλος του Άτλαντα είναι, όπως είδαμε, να κρατά τον Ουρανό, καθώς στέκεται ανάμεσα σ' αυτόν και στη Γη. Μ' αυτή την έννοια, ο Άτλαντας είναι ένας τρόπος να συμβολίζεται η πράξη της δημιουργίας του Κόσμου. Ο Κόσμος προέκυψε από το Χάος, που μέχρι τότε επικρατούσε και όπου όλα ήταν ανακατεμένα μεταξύ τους. Κάποια στιγμή τα στοιχεία του Σύμπαντος χωρίστηκαν και ο Κόσμος διακρίθηκε στα μέρη του. Έτσι και ο Άτλαντας χωρίζει τον Ουρανό από τη Γη, κάτι δηλαδή σαν αυτό που είχε πράξει ο Κρόνος για πρώτη φορά.
Φαίνεται πως για τους αρχαίους ο Άτλας και οι τέσσερις γιοί του Ιαπετού συμβόλιζαν τους ακρογωνιαίους λίθους στο οικοδόμημα του κόσμου, καθώς και τα σημεία προσανατολισμού τους. Επίσης, με τη θέση και τις απέραντες γνώσεις που είχε θεωρούνταν δικαιολογημένα ο εφευρέτης και πρώτος δάσκαλος της αστρονομίας.


ΓΛΑΥΚΟΣ

O Γλαύκος ήταν δαίμονας της θάλασσας και λατρευόταν σε πολλά νησιά και παραθαλάσσιες περιοχές της Ελλάδας. Τον φαντάζονταν ως κήτος ή με ανθρώπινη μορφή, που είχε γένια από φύκια και όστρακα κολλημένα σ' όλο του το σώμα. Συνόδευε το Νηρέα στις θαλάσσιες περιπλανήσεις του, μαζί με τις Αλκυόνες και τις Νηρηίδες, το φίλο του Μελικέρτη και τα άλλα πνεύματα του νερού. Οι ναυτικοί απευθύνονταν σ' αυτόν, για να τους προστατέψει από τους κινδύνους, τον αγαπούσαν και τον τιμούσαν· τον αποκαλούσαν από σεβασμό "Γέροντα" ή "Γέρο θαλασσινό", όπως άλλωστε και τον Φόρκη, τον Τρίτωνα, τον Πρωτέα και τον Νηρέα. Πίστευαν πως μια φορά το χρόνο διέσχιζε τις θάλασσες και επισκεπτόταν όλα τα νησιά και τα λιμάνια, για να δείξει σ' όλους την αγάπη του. Όπως και άλλοι θεοί της θάλασσας, είχε προφητικές ικανότητες και μάλιστα έλεγαν ότι ο ίδιος ο Απόλλωνας είχε μαθητεύσει κοντά του.
Ο παλιότερος μύθος για τον Γλαύκο προέρχεται από την παραλιακή πόλη Ανθηδόνα της Βοιωτίας, απέναντι από την Εύβοια. Οι ψαράδες εκεί διηγούνταν πως ο Γλαύκος ήταν κάποτε συνάδελφός τους. Μια μέρα, εκεί που ήταν ξαπλωμένος σ' ένα λιβάδι για να ξεκουραστεί από το ψάρεμα, πρόσεξε ότι ένα από τα ψάρια που είχε πιάσει δάγκωσε το χορτάρι -το ίδιο που και ο ίδιος ήταν ξαπλωμένος- ξαναζωντάνεψε κι έπεσε στη θάλασσα. Έκπληκτος αποφάσισε να δοκιμάσει και ο ίδιος· ένιωσε τότε μια υπερκόσμια δύναμη και πήδηξε στη θάλασσα. Οι θεοί θέλησαν να τον κρατήσουν ανάμεσά τους ως αθάνατο και του αφαίρεσαν τη θνητή του υπόσταση.
Μεταγενέστεροι μύθοι έλεγαν πως πήδησε στη θάλασσα από απελπισία, επειδή οι θεοί τον έκαναν βέβαια αθάνατο, δεν του χάρισαν όμως και την αιώνια νεότητα. Μια άλλη πιθανή εκδοχή ήταν ότι λούστηκε στα νερά μιας πηγής που χάριζε την αθανασία. Επειδή οι συμπατριώτες του δεν τον πίστεψαν κι εκείνος δεν μπορούσε να τους αποδείξει τη νέα του φύση, έπεσε στη θάλασσα. Τέλος, έλεγαν ότι ο Γλαύκος ρίχτηκε στο πέλαγος από αγάπη για τον αγαπημένο του φίλο Μελικέρτη· ο Μελικέρτης ήταν θνητός, που πριν τον Γλαύκο είχε πέσει στη θάλασσα και οι θεοί τον είχαν κάνει αθάνατο. Ως θαλασσινός δαίμονας ονομαζόταν έπειτα Παλαίμονας.
Παππούς του Γλαύκου ήταν ο Λάρυμνος και ως γονείς του αναφέρονται οι ακόλουθοι: ο Ανθηδόνας και η Αλκυόνη, ο Πόλυβος και η Εύβοια, ο Κοπέας και η Εύβοια ή ο Ποσειδώνας και κάποια Ναϊάδα. Πίστευαν πως ο Γλαύκος είχε αγαπήσει την Ύδνα, κόρη ενός περίφημου δύτη, του Σκύλλου, καθώς και τη Σύμη, κόρη του Ιαλυσού και της Δωρίδας. Τη Σύμη την απήγαγε και την έφερε στην ακτή της Μικράς Ασίας, όπου και εγκαταστάθηκαν σ' ένα νησάκι. Από τότε το νησί αυτό έχει το όνομα της κόρης.
Ο Γλαύκος είχε αγαπήσει κι άλλες κοπέλες, οι έρωτές του αυτοί, όμως, ήταν άτυχοι. Είχε προσπαθήσει να κατακτήσει την όμορφη Σκύλλα, εκείνη όμως τον απέκρουσε. Εκείνος τότε, με τη βοήθεια της Κίρκης ή του Ποσειδώνα, τη μάγεψε και την έκανε τέρας φοβερό.
Επίσης πλησίασε την Αριάδνη, όταν ο Θησέας την είχε εγκαταλείψει στη Νάξο. Ο Γλαύκος ήρθε τάχα να την παρηγορήσει, τον σταμάτησε όμως έγκαιρα ο Διόνυσος και τον έδεσε.Την ικανότητά του να προλέγει το μέλλον την είχε χρησιμοποιήσει για να βοηθήσει αρκετούς ταξιδιώτες. Είχε παρουσιαστεί στον Μενέλαο, κοντά στο ακρωτήριο Μαλέας, για να του προφητέψει τα μελλούμενα, καθώς και στους Αργοναύτες για το ταξίδι τους. Άλλωστε, είχε ήδη λάβει μέρος ο ίδιος στη ναυπήγηση του καραβιού τους, της Αργώς.
Οι ψαράδες, γενικά, τον φαντάζονταν να κάθεται ψηλά σ' ένα βράχο και να προλέγει τις συμφορές τους, θρηνώντας ταυτόχρονα για τη δική του αθανασία. Εκείνοι, κουρνιασμένοι στη βάρκα τους, προσπαθούσαν με κάθε τρόπο ν' αποτρέψουν το κακό, με προσευχές στους θεούς να τους εξευμενίσουν.


ΟΙ ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ


Οι Διόσκουροι ήταν παιδιά του Δία και της Λήδας και αδέρφια της ωραίας Ελένης. Ήταν θεοί του φωτός και προσωποποιούσαν για τους Έλληνες την εντιμότητα, τη γενναιοψυχία, την τόλμη, την ευγένεια και την αρετή. Ήταν προστάτες των καραβιών και των ναυτικών. Οι Έλληνες τους λάτρευαν και τους τιμούσαν σαν θεούς, ενώ συχνά ζητούσαν από αυτούς συμπαράσταση και βοήθεια στις δύσκολες ώρες. Ήταν οι προστάτες και σωτήρες των θνητών. Σύμφωνα με το μύθο, η Λήδα, από την ένωσή της με τον Δία, γέννησε δυο αβγά. Από το πρώτο γεννήθηκε η Ελένη, ενώ από το δεύτερο δύο δίδυμα αγόρια, οι Διόσκουροι, ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ο Κάστορας ήταν γιος του νόμιμου συζύγου της Λήδας, του Τυνδάρεου, βασιλιά της Σπάρτης, και γι' αυτό ήταν θνητός, ενώ ο Πολυδεύκης ήταν γιος του Δία και επομένως αθάνατος. Ο Όμηρος τοποθετεί τη γέννησή τους στον Ταΰγετο, άλλοι κοντά στο νησί Πέφιο και τέλος μια τρίτη εκδοχή αναφέρει ότι ο Ερμής τους μετέφερε στην αχαϊκή πόλη Πελλήνη, όπου και μεγάλωσαν.Οι δυο νέοι ήταν αχώριστοι και κέρδιζαν πάντοτε το θαυμασμό και τη συμπάθεια των γύρω τους για την ευγένεια της ψυχής, το θάρρος, τη γενναιότητα και τις ικανότητές τους.
Ο Κάστορας αναδείχτηκε σε ασύγκριτο καβαλάρη και δαμαστή αλόγων, ενώ ο Πολυδεύκης σε ατρόμητο και ανίκητο πυγμάχο. Πολυάριθμοι θρύλοι γεννήθηκαν γύρω από τα πρόσωπα αυτών των μυθικών ηρώων. Από τους πιο γνωστούς είναι οι εξής:
Όταν ο βασιλιάς της Αθήνας Θησέας, μαζί με τον επιστήθιο φίλο του Πειρίθου, αρχηγό των Λαπήθων, έκλεψαν την πανέμορφη Ελένη, σε ηλικία εφτά και κατ' άλλους έντεκα χρόνων, μέσα από το ναό της Ορθίας Αρτέμιδας, οι Διόσκουροι ξεκίνησαν εκστρατεία για να ελευθερώσουν την αδερφή τους. Τη νεαρή Ελένη είχε κρύψει η μητέρα του Θησέα Αίθρα στις Αφίδνες. Οι Διόσκουροι, αφού νίκησαν το βασιλιά των Αφιδνών, τον Αφίδνα, ελευθέρωσαν την αιχμάλωτη Ελένη και κατέστρεψαν την πόλη του Θησέα την Αθήνα.Ένας ναός στο Άργος αφιερωμένος στην Ελευθερία θεωρείται ότι χτίστηκε από την Ελένη, σε ανάμνηση του γεγονότος της απελευθέρωσής της από τον Θησέα. Το παιδί που γεννήθηκε από τον παράνομο αυτόν έρωτα ήταν κατά την παράδοση η Ιφιγένεια, την οποία η Ελένη εμπιστεύτηκε στην αδερφή της Κλυταιμνήστρα, σύζυγο του Αγαμέμνονα.
Σύμφωνα με το μύθο, οι Διόσκουροι πήραν μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία για την αρπαγή του χρυσόμαλλου δέρατος. Η συμβολή τους στην επιτυχία της εκστρατείας ήταν μεγάλη. Ο Πολυδεύκης σκότωσε το βασιλιά των Βεβρύκων Άμυκο ή, σύμφωνα με άλλη εκδοχή, αφού τον νίκησε, του χάρισε τη ζωή. Οι Διόσκουροι πολέμησαν, μαζί με τους υπόλοιπους Αργοναύτες, το φοβερό χάλκινο γίγαντα Τάλω, που εμπόδιζε οποιονδήποτε ξένο να πατήσει τη γη του βασιλιά Μίνωα, στην Κρήτη. Τον Τάλω, κατά το μύθο, εξόντωσε η Μήδεια. Όταν, ακόμα, η Αργώ κινδύνευε να βυθιστεί από τα μανιασμένα κύματα, κάπου κοντά στα παράλια της Θράκης, οι Διόσκουροι έσωσαν το πλοίο και τους συντρόφους τους. Δυο φωτεινά αστέρια κατέβηκαν από τον ουρανό και στάθηκαν πάνω από τα κεφάλια των θρυλικών ηρώων. Τα κύματα ημέρωσαν, η θάλασσα γαλήνεψε και η Αργώ συνέχισε το ταξίδι της. Οι Διόσκουροι φέρονται ακόμη να πολέμησαν και ενάντια στους γιους του Ιπποκόοντα, που είχαν διώξει τον Τυνδάρεο από το θρόνο της Σπάρτης.
Σχετικά με το τέλος των δυο ηρώων υπάρχουν αρκετές εκδοχές που πλέκονται γύρω από τον ίδιο βασικά μύθο. Τη σύγκρουση των Διόσκουρων με τους Λυγκέα και Ίδα, γιους του Αφαρέα, αδερφού του Τυνδάρεου. Ο Ίδας ήταν, κατά τον Όμηρο, ο δυνατότερος των θνητών, ενώ ο Λυγκέας είχε τόσο διαπεραστικά μάτια που τρυπούσαν ακόμη και μέταλλα.Τα τέσσερα ξαδέρφια μάλωσαν κάποτε στη μοιρασιά ενός κοπαδιού από βόδια. Τη μοιρασιά είχε αναλάβει ο Ίδας. Πρότεινε να κόψουν ένα βόδι στα τέσσερα και να το μοιραστούν. Όποιος θα έτρωγε γρηγορότερα το μερίδιό του, θα κέρδιζε το μισό κοπάδι, ενώ ο δεύτερος το άλλο μισό. Οι υπόλοιποι δέχτηκαν. Ο Ίδας όμως αφού έφαγε γρήγορα το δικό του κομμάτι, έφαγε και το μερίδιο του αδερφού του.
Κέρδισε λοιπόν και πήρε όλο το κοπάδι στην πατρίδα του, τη Μεσσηνία. Θυμωμένοι οι Διόσκουροι, εισέβαλαν στη Μεσσηνία, πήραν την αγέλη και έστησαν καρτέρι στα δυο αδέρφια.
Ο Πολυδεύκης σκότωσε τον Λυγκέα, αλλά ο Ίδας σκότωσε τον Κάστορα. Κατ' άλλους απλώς τον τραυμάτισε, αλλά τη στιγμή εκείνη επενέβη ο Δίας. Έριξε τον κεραυνό του και έκαψε τον Ίδα μαζί με τον άμοιρο Κάστορα που βρισκόταν δίπλα του. Απαρηγόρητος ο Πολυδεύκης παρακάλεσε τον πατέρα του, τον Δία, να λυπηθεί τον αγαπημένο του αδερφό και να του χαρίσει τη ζωή, γιατί ούτε γι' αυτόν πια θα είχε κανένα νόημα η ζωή. Ο Δίας, που εισάκουσε τις παρακλήσεις του γιου του, εμφανίστηκε μπροστά του. Η μοίρα του Κάστορα δεν μπορούσε ν' αλλάξει, γιατί των θνητών η μοίρα είναι ο θάνατος και ο Κάστορας ήταν γιος ενός θνητού, του Τυνδάρεου.
Ο Πολυδεύκης όμως είχε μπροστά του δύο επιλογές: ή να ζήσει για πάντα στον Όλυμπο, μαζί με τους αθάνατους, ή να μοιραστεί την τύχη του αδερφού του και να ζει τη μισή του ζωή στον ουρανό και την άλλη μισή κάτω από τη γη. Χωρίς άλλη σκέψη, ο Πολυδεύκης δέχτηκε τη δεύτερη επιλογή. Από τότε τα δυο αδέρφια ζουν εναλλάξ στον ουρανό. Με το μύθο αυτόν οι Έλληνες προσπαθούσαν να εξηγήσουν το φαινόμενο της ανατολής και της δύσης, του ήλιου και της σελήνης. Ο πανίσχυρος και αθάνατος Ήλιος, -που είναι ο Πολυδεύκης- χάνεται κάθε βράδυ κάτω από τη Γη, για το χατίρι της Σελήνης -του Κάστορα- που την ίδια στιγμή παίρνει τη θέση του στον ουρανό.
Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή οι Διόσκουροι συγκρούστηκαν με τους Αφαρίδες, γιατί οι πρώτοι έκλεψαν τις κόρες του Λεύκιππου, Φοίβη και Ιλάειρα, την ημέρα που γίνονταν οι γάμοι τους με τον Ίδα και τον Λυγκέα. Οι Αφαρίδες όμως τους κυνήγησαν και στη σύγκρουση σκοτώθηκαν ο Ίδας και ο Λυγκέας, καθώς και ο άμοιρος Κάστορας, κατ' άλλους από το χέρι του Ίδα και κατ' άλλους από τον κεραυνό του Δία. Τότε ο απαρηγόρητος Πολυδεύκης ζήτησε από τον Δία να μοιραστεί την τύχη του αδερφού του στη ζωή και στο θάνατο.


ΗΒΗ


H Ήβη κόρη του Δία και της Ήρας. Σύμφωνα με ένα μύθο η Ήρα δεν έσμιξε με τον Δία, αλλά έγινε μητέρα της Ήβης μ' έναν πολύ περίεργο τρόπο: όταν κάποτε ο Απόλλωνας την είχε καλέσει σ' ένα γεύμα, έφαγε άγρια μαρούλια κι έτσι έμεινε έγκυος. Η Ήβη συμβόλιζε πάνω απ' όλα τη νιότη, τη ζωντάνια, την ορμή και την ομορφιά αυτής της ηλικίας του ανθρώπου. Αυτή είχε αναλάβει να προσφέρει στους θεούς νέκταρ και αμβροσία. Η αμβροσία ήταν η τροφή που τους διατηρούσε πάντα νέους και τους προφύλασσε από τη φθορά του χρόνου.
Έτσι, οι θεοί ήταν πάντα δυνατοί και ωραίοι και η Ήβη αποτελούσε την προσωποποίηση της αιώνιας νεότητας. Ωστόσο, το ρόλο του οινοχόου, κάποια στιγμή, η Ήβη έπαψε να τον έχει, όταν γλίστρησε κι έπεσε και η θέα της γύμνιας της σοκάρισε τους θεούς. Κάτι τέτοιο ήταν ανάρμοστο για τα ήθη των κατοίκων του Ολύμπου κι από τότε τη θεώρησαν ανάξια να επιτελεί τα καθήκοντά της. Την αντικατέστησε πολύ γρήγορα ο Γανυμήδης, που είχε τη φήμη του "ωραιότερου των θνητών", καθώς και του αγαπημένου του Δία. Έλεγαν πως για την ομορφιά του τον είχε αρπάξει ένας αετός με εντολή του Δία και τον ανέβασε στον Όλυμπο ή τον είχε απαγάγει ο ίδιος ο Δίας, για να τον θέσει στην υπηρεσία του.
Συνέχισε, όπως ήταν φυσικό, η Ήβη να κατοικεί μαζί με τους θεούς και μετά την αντικατάστασή της. Ήταν μέλος της χορευτικής ομάδας του Ολύμπου, μαζί με τον Γανυμήδη, τις Χάριτες, τις Ώρες, την Αρμονία, την Αφροδίτη και ίσως και την Άρτεμη. Το χορό συνόδευαν με μουσική οι Μούσες και ο Απόλλωνας με τη λύρα του. Πολύ δυνατή ήταν και η σχέση της Ήβης με τη μητέρα της. Τη βοηθούσε σ' όλες τις δουλειές που είχε να κάνει κι ετοίμαζε το αμάξι της, όταν έπρεπε να φύγει. Ακόμη, φρόντιζε και περιποιόταν τον αδερφό της, τον πολεμόχαρο Άρη, κάθε φορά που γυρνούσε από τις μάχες του.
Η Ήβη αποτέλεσε και την επισφράγιση της συμφιλίωσης της Ήρας και του Ηρακλή, που ήταν βέβαια γιος του Δία, είχε όμως άλλη μητέρα. Όταν ο ήρωας έγινε δεκτός ως μέλος των θεών του Ολύμπου, εκείνη τον αρραβωνιάστηκε και έπειτα τον παντρεύτηκε. Από το γάμο τους γεννήθηκαν δυο παιδιά, ο Αλεξιάρης και ο Ανίκητος. Επιπλέον, με το γάμο αυτόν ο Ηρακλής θα έμενε για πάντα νέος, μακριά από κάθε κακό, χάρη στην αμβροσία που του εξασφάλιζε η γυναίκα του. Λέγεται, μάλιστα, πως ο ανιψιός του Ηρακλή, ο Ιόλαος, μπόρεσε να ξαναβρεί τα πρώτα του νιάτα, χάρη στην Ήβη, έπειτα από μεσολάβηση του Ηρακλή.

Νo time to run, no place to hide, when your life is just a lonely ride as the lord of fire and ice. And all your dreams behind your eyes turned out to be just...lies...

ArhtosΜέλος
17/03/2005, 13:34:12
συγχαρητήρια και στις δύο....
τώρα με οδηγείτε στο διάβασμα (καθόλου απλό..) και στην αποτύπωση...

----
Δυστυχώς και η Γη με δικά μας έξοδα γυρίζει...

Domina.LilithΜέλος
17/03/2005, 15:09:08
ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΕΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ (ΠΡΙΝ ΤΟΥΣ ΟΛΥΜΠΙΟΥΣ)

ΚΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΡΕΑ

Ο Κρόνος διαδέχτηκε στην εξουσία τον Ουρανό. Χρειαζόταν όμως και μια γυναίκα για να τον συντροφεύει και να τον βοηθάει στο δύσκολο έργο του. Ερωτεύτηκε λοιπόν την αδερφή του Ρέα, που ήταν και η πιο αγαπημένη κόρη της Γης. Είδε την ψηλή κορμοστασιά της, το κατάλευκο δέρμα της και τα μακριά μαλλιά της και μαγεύτηκε.
Η Ρέα, εκτός από την ομορφιά της, είχε καλό χαρακτήρα. Της άρεσε όμως να κάνει συντροφιά με τις αδερφές της και να περιποιείται τη μητέρα της. Γι' αυτό δεν ήθελε να παντρευτεί τον Κρόνο. Μάταια αυτός της υποσχόταν αιώνια πίστη και οι υπόλοιπες Τιτανίδες προσπαθούσαν να την πείσουν να δεχτεί. Η Ρέα δεν ήθελε να χάσει την κοριτσίστικη ευτυχία της τόσο γρήγορα· ήθελε να χαρεί το φως της Ημέρας που στερήθηκε τόσα χρόνια εξαιτίας του σκληρόκαρδου πατέρα της.
Η Γη όμως που έβλεπε πόσο λυπημένος και μόνος ήταν ο αγαπημένος της γιος, του υποσχέθηκε ότι σύντομα θα έκανε δική του τη Ρέα. Αυτός πέταξε από τη χαρά του και φίλησε με σεβασμό το χέρι της γριάς μητέρας του. Η Γαία λοιπόν κάλεσε την κόρη της και αγκαλιάζοντάς την, της είπε ότι ήτανε γραφτό να παντρευτεί τον Κρόνο και να γίνει δίπλα του η πρώτη από τις Τιτανίδες, η βασίλισσα του Κόσμου. Η Ρέα που πάντα άκουγε τις συμβουλές της, με δάκρυα στα μάτια δέχτηκε να παντρευτεί.
Ο γάμος ήταν πράγματι θεϊκός. Ο Κρόνος έλαμπε από χαρά δίπλα στην πεντάμορφη Ρέα. Οι Τιτάνες και οι Τιτανίδες τους έφεραν πολύτιμα δώρα. Η Γη ήταν συγκινημένη που έβλεπε τον πιο γενναίο και αποφασιστικό γιο της να παντρεύεται την αγαπημένη της κόρη. Ακολούθησε γλέντι που κράτησε μερόνυχτα ολόκληρα και συμμετείχε ολόκληρη η πλάση. Μονάχα ο Ουρανός κοίταζε θυμωμένος από ψηλά το νιόπαντρο ζευγάρι, αλλά και όλα τα υπόλοιπα παιδιά του που ξέφυγαν από τη φυλακή όπου τα είχε ρίξει. Στο βάθος όμως ήξερε ότι και ο Κρόνος θα πάθαινε κάποτε τα ίδια από κάποιο παιδί του.
Έτσι, ο Κρόνος και η Ρέα ζούσαν ευτυχισμένοι και αγαπημένοι περνώντας αρμονικά τα πρώτα χρόνια της ζωής τους έξω από τα Τάρταρα. Κυβερνούσαν με φρόνηση ολόκληρο το σύμπαν και γιόρταζαν με μεγάλα γλέντια την επέτειο της απελευθέρωσής τους μαζί με τα υπόλοιπα αδέρφια τους. Κάποια μέρα η Ρέα ανακοίνωσε πανευτυχής στον Κρόνο ότι περίμενε το πρώτο της παιδί και έτρεξε χαρούμενη να το πει στις αδερφές της και στη μητέρα της. Μόλις άκουσε το νέο ο Κρόνος, αμέσως ήρθε στο μυαλό του η τρομερή εικόνα του πληγωμένου Ουρανού και θυμήθηκε το φοβερό χρησμό που του είπε ο πατέρας του πριν απομακρυνθεί για πάντα ψηλά στον ουράνιο θόλο: "Κάποτε θα πάθεις και εσύ το ίδιο από το παιδί σου". Μαύρες σκέψεις άρχισαν να κυριεύουν το μυαλό του. Δεν μπορούσε να ηρεμήσει ούτε λεπτό και γι' αυτό έτρεξε στη σεβαστή Γαία για να επιβεβαιώσει το χρησμό. Δυστυχώς όμως κι αυτή, η οποία είχε μαντικές ικανότητες, του είπε ότι ήταν γραφτό να χάσει την κοσμική εξουσία από κάποιο παιδί του.
Από εκείνη τη στιγμή ο Κρόνος έγινε τελείως διαφορετικός. Ήταν διαρκώς νευριασμένος και σκυθρωπός. Δεν έλεγε γλυκόλογα, ούτε περιποιόταν τη Ρέα όπως άλλοτε. Μα το χειρότερο ήταν πως δεν μπορούσε να κλείσει μάτι από τη στενοχώρια του. Η Μέρα διαδεχόταν τη Νύχτα, μα έβρισκε πάντα τον Κρόνο ξύπνιο και ανήσυχο.
Η Ρέα δεν μπορούσε να εξηγήσει αυτή την κατάσταση, αλλά έπλεε σε πελάγη ευτυχίας γιατί περίμενε το πρώτο της παιδί.
Και να που σε λίγο την έπιασαν οι πόνοι της γέννας. Βογκούσε και έσκουζε από τους πόνους και οι φωνές της ανατάραζαν ολόκληρο το σύμπαν. Ο Κρόνος ήταν πολύ ανήσυχος, μα όχι από συμπόνια για τη γυναίκα του αλλά από στενοχώρια για το μέλλον του θρόνου του. Πλάι στη Ρέα έτρεξαν οι αδερφές της και η μάνα της που είχε γεννήσει μόνη της τόσα παιδιά και ήταν η πιο έμπειρη απ' όλες. Έτσι, με τις φροντίδες της Γης, η Ρέα γέννησε την πρωτότοκη κόρης της, την Ήρα, που ήταν γραφτό να γίνει η πρώτη θεά ανάμεσα στις Ολύμπιες.
Η Ήρα ήταν όμορφη και χαριτωμένη, μεγάλωσε γρήγορα και έπαιζε όλη μέρα με τις ξαδέρφες της, τις Ωκεανίδες. Ήταν το καμάρι της Ρέας και η αδυναμία της γιαγιάς της. Ευτυχισμένη κυκλοφορούσε ανάμεσα στους τεράστιους Τιτάνες. Ο Κρόνος δεν την έβλεπε με καλό μάτι, μα για να μη βάλει σε ανησυχίες τη γυναίκα του, κάθε φορά που τον πλησίαζε η Ήρα της χαμογελούσε και έπαιζε μαζί της. Αυτό όμως που σκεφτόταν όλη μέρα και όλη νύχτα ήταν πώς θα έβρισκε έναν τρόπο να εξαφανίσει την κόρη του. Έπρεπε να φανεί προσεχτικός για να μην πάθει καμιά συμφορά όπως ο πατέρας του. Τα ζοφερά Τάρταρα επομένως δεν ήταν η καλύτερη λύση για το πρόβλημά του.
Μια μέρα είδε την Ήρα μόνη της να παίζει κρυφτό με τα σύννεφα. Γύρισε προσεκτικά το κεφάλι του για να δει μήπως ήταν κάποιος κοντά. Μόλις βεβαιώθηκε ότι δεν τον έβλεπε κανένας, άρπαξε την κόρη του και πριν καλά καλά η μικρή προλάβει ν' αντιδράσει άνοιξε το τεράστιο στόμα του και την κατάπιε. Η Ήρα χωρίς να συνειδητοποιήσει τι της είχε συμβεί, βρέθηκε φυλακισμένη στο τεράστιο στομάχι του πατέρα της. Σε λίγο άρχισε να κλαίει και να οδύρεται· του κάκου όμως, κανένας δεν μπορούσε να την ακούσει.
Μόλις έπεσε η νύχτα, η Ρέα άρχισε να ανησυχεί· ποτέ η Ήρα δεν είχε αργήσει τόσο πολύ. Άρχισε λοιπόν να ψάχνει παντού την κόρη της. Έψαξε καλά μέσα σε όλα τα σύννεφα, κοίταξε μέσα στα δάση μήπως και η μικρή θεά είχε αποκοιμηθεί κουρασμένη από το πολύωρο παιχνίδι. Ρωτούσε τις Ωκεανίδες και τους Τιτάνες μήπως την είχαν δει. Όλα μάταια, κανένας δεν ήξερε τίποτα για την Ήρα. Η Ρέα άρχισε να κλαίει, αλλά συνέχισε το ψάξιμο και μαζί της άρχισαν να φωνάζουν τη μικρή όλες οι Τιτανίδες. Πέρασαν μέρες και νύχτες, η θεϊκή μάνα γύρισε πάνω κάτω τον ουρανό και τη γη, μα χωρίς αποτέλεσμα. Τελικά απογοητευμένη έτρεξε στη μητέρα της που τα γνώριζε όλα να ρωτήσει για την τύχη της κόρης της. Η Γη με πόνο πολύ της αποκάλυψε την τρομερή αλήθεια.
Όταν το άκουσε η Ρέα, έγινε έξαλλη και έτρεξε οργισμένη στον Κρόνο. Του φώναζε και τον χτυπούσε για να αφήσει ελεύθερη την Ήρα. Αυτός όμως αρκετά απαθής, της είπε πως ό,τι έγινε πια δεν μπορούσε ν' αλλάξει και κανένας δε θα έβγαζε την Ήρα μέσα από το στομάχι του. Η Ρέα έβαλε τα κλάματα, άρχισε να χτυπιέται και να τραβάει τα μαλλιά της, τον θερμοπαρακαλούσε και τον ικέτευε. Μάταια όμως, δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να τον μεταπείσει.
Σε λίγο καιρό η Ρέα ένιωσε πάλι κάτι να σαλεύει στα σπλάχνα της. Τη χαρά της όμως την έπνιγε ο φόβος για την τύχη του νέου της παιδιού. Έτσι, σκαρφίστηκε ένα σχέδιο. Όταν ήρθε η ώρα της γέννας μάζεψε μαύρα, πυκνά σύννεφα κι εκεί μέσα μαζί με τις δυο φρόνιμες αδερφές της, τη Μνημοσύνη και τη Θέμιδα, περίμενε να φέρει το νέο της καρπό.Πράγματι, χωρίς πολλές ταλαιπωρίες, ξεπετάχτηκε ένα ακόμη χαριτωμένο κοριτσάκι, η Εστία. Το νεογέννητο όμως άρχισε να κλαίει, όπως ήταν φυσικό. Το θεϊκό του κλάμα έφτασε στ' αυτιά του Κρόνου που πετάχτηκε αμέσως από το θρόνο του. Έτρεξε και βρήκε τη Ρέα ιδρωμένη και κατάκοπη να κρατά σφιχτά στον κόρφο της το βρέφος. Με χείλη που έτρεμαν και μάτια δακρυσμένα κοίταζε ικετευτικά τον παντοδύναμο άντρα της. Ο Κρόνος άρπαξε με θυμό τη μικρή Εστία και μονομιάς την έβαλε στο τεράστιο στόμα του και την κατάπιε. Μετά είπε απειλητικά στη Ρέα:
- Ξέρε το ότι δεν έχω σκοπό να παραδώσω τόσο εύκολα το θρόνο μου· κι εσύ σαν γυναίκα μου πρέπει να με βοηθήσεις και να μου παρασταθείς. Γι' αυτό άλλη φορά, εσύ η ίδια μόλις γεννάς τα παιδιά μου θα μου τα παραδίδεις.
Έπειτα γύρισε πάλι στο παλάτι του και κοιμήθηκε ήσυχος που για λίγο καιρό δε θα είχε την έγνοια της γέννας
Η Ρέα απελπισμένη σχεδόν το πήρε απόφαση ότι με τέτοιο σκληρόκαρδο άντρα δεν πρόκειται να χαρεί κανένα παιδί της. Τα έβαζε μάλιστα με τις αδερφές της και με τη μάνα της που την πίεζαν, όταν ήταν κοπέλα ακόμη, να πάρει για άντρα της αυτόν τον απαίσιο παιδοφάγο. Έτσι όταν γέννησε μετά από καιρό την καρπερή Δήμητρα, παρέδωσε με τα ίδια της τα χέρια το σπαργανωμένο βρέφος στο σκληρό Κρόνο. Αυτός έκανε μια χαψιά την κόρη του και ευχαριστημένος που η Ρέα αυτή τη φορά δε σκαρφίστηκε κανένα κόλπο, χάιδεψε τα μακριά άσπρα γένια του και ήσυχος συνέχισε το έργο του. Τα παιδιά βέβαια του Κρόνου και της Ρέας ήταν αθάνατα όπως και οι γονείς τους. Έτσι συνέχιζαν να ζούνε μέσα στην ιδιόμορφη φυλακή τους, το τεράστιο στομάχι του πατέρα τους. Η Ήρα μάλιστα που ήταν μεγαλύτερη απ' όλες τις κόρες και πρόλαβε να ζήσει μερικά χρόνια έξω από το παράξενο κελί της, ανέλαβε να φροντίζει τις νεογέννητες αδερφές της και τις μεγάλωσε η ίδια. Όταν άρχισαν να καταλαβαίνουν, τους εξήγησε ποια ήταν η συμφορά που περνούσαν όλες μαζί κι άρχισαν κι αυτές να νιώθουν απεριόριστο μίσος για τον πατέρα τους.
Σε λίγο καιρό πλάι στις αδερφές προσγειώθηκε ένα ακόμη βρέφος. Ήταν ο θαλασσοσείστης Ποσειδώνας. Και να πώς είχαν γίνει τα πράγματα:
Η Ρέα ήταν έτοιμη να γεννήσει. Αυτή τη φορά ο Κρόνος ήταν περισσότερο ανήσυχος από ποτέ. Κάτι του έλεγε μέσα του πως μετά από τόσα θηλυκά η Ρέα θα του έκανε γιο και ο τρόμος του ήταν μεγαλύτερος.
Πράγματι, η Ρέα γέννησε τον Ποσειδώνα. Αυτή θέλοντας να ξεγελάσει τον εαυτό της πίστευε πως ο Κρόνος όταν έβλεπε τον όμορφο γιο του θα άλλαζε γνώμη και θα τον άφηνε να ζήσει.
Συνέβη όμως το αντίθετο. Μόλις ο Κρόνος είδε αρσενικό παιδί, το άρπαξε με λύσσα και το κατάπιε αμέσως, πριν προλάβει καν ν' ανοίξει τα μάτια του. Γιατί φυσικά ένας γιος ήταν πολύ πιο επικίνδυνος και είχε μεγάλες πιθανότητες να του πάρει το θρόνο. Την ίδια τύχη είχε και ο μελαμψός Πλούτωνας. Η Ρέα με τα ίδια της τα χέρια παρέδωσε απαρηγόρητη το μαυρομάτη γιο της στον τρομερό παιδοφάγο. Ο Κρόνος, ικανοποιημένος από τη γυναίκα του, κατάπιε μονομιάς κι αυτό το μαυριδερό βρέφος χωρίς πολλές κουβέντες.
Η πληγωμένη μάνα όμως δεν μπορούσε να πάρει απόφαση το φοβερό της μαρτύριο. Μόλις κατάλαβε τη νέα της εγκυμοσύνη, έτρεξε στη γερόντισσα Γαία. Εκεί ξέσπασε σε αναφιλητά και φιλώντας τα χέρια και τα πόδια της Παγκόσμιας Μητέρας ζητούσε τη βοήθειά της. Η Γη θυμήθηκε τα δικά της βάσανα όταν ο τρομερός Ουρανός φυλάκιζε το ένα πίσω από τ' άλλο τα παιδιά της στα σκοτεινά Τάρταρα. Ένιωθε καλά την αγανάκτηση και το παράπονο της κόρης της. Τη συμβούλεψε λοιπόν να ζητήσει χρησμό από τον πατέρα της. Η Ρέα ταράχτηκε μόλις το άκουσε, γιατί ήξερε ποια ήταν τα αισθήματα του Ουρανού για όλους τους Τιτάνες και τις Τιτανίδες. Καθώς όμως ένιωθε να μεγαλώνει στα σπλάχνα της το νέο βρέφος, πήρε την απόφαση.
Εννιά ολόκληρες μέρες ταξίδευε πάνω σ' ένα παχύ σύννεφο για να φτάσει στα μέρη του Αιθέρα, εκεί όπου ήταν χτισμένο το παλάτι του Ουρανού. Μόλις αντίκρισε το γέροντα πατέρα της, έπεσε στα γόνατα και του φίλησε τα πόδια και τις άκρες του γαλάζιου χιτώνα του. Με δάκρυα στα μάτια του είπε:
- Παντοδύναμε γεννήτορα, συγχώρα με για όσα δεινά σου προκαλέσαμε εγώ και τα θεϊκά αδέρφια μου. Μα τώρα ξέχασε όσα έγιναν και δώσε μου την ιερή συμβουλή σου για τη συμφορά που με βρήκε. Εσύ που όλα τα βλέπεις από τα αέρινα παλάτια σου, ξέρεις το κακό που μου κάνει τόσα χρόνια ο άντρας μου. Όμως τώρα που πάλι κάτι σαλεύει μέσα στα σπλάχνα μου, πες μου, πάνσοφε πατέρα, πώς θα το γλιτώσω από το μίσος του άκαρδου Κρόνου;
Ο Ουρανός μόλις άκουσε τα λόγια της κόρης του, τη σπλαχνίστηκε. Από την άλλη θυμήθηκε το φοβερό έγκλημα του Κρόνου πριν από πολλούς αιώνες, που έγινε αιτία να χάσει την εξουσία του κόσμου. Έτσι, για να βοηθήσει την κόρη του, αλλά κυρίως για να εκδικηθεί το γιο του, έδωσε τη θεϊκή συμβουλή. Είπε στη Ρέα ότι έπρεπε να πάει να γεννήσει στην Κρήτη και στη συνέχεια να επιστρέψει στον Κρόνο και να προσποιηθεί μια ψεύτικη γέννα. Η Ρέα χαρούμενη, ευχαρίστησε με δάκρυα τον πατέρα της και γύρισε με ήσυχο ταξίδι πίσω στη γη.
Όταν πια έφτασαν οι μέρες να γεννήσει, είπε στον Κρόνο ότι θα πήγαινε ένα ταξίδι στην Κρήτη, στις ανιψιές της, τις Νύμφες της Ίδης, γιατί τις είχε πεθυμήσει και επιπλέον ήθελε να ξεκουραστεί στον καθαρό αέρα. Ο Κρόνος προειδοποίησε τη γυναίκα του να μη σοφιστεί κάποιο καινούριο κόλπο για να σώσει το παιδί της, γιατί αυτή τη φορά η οργή του θα ήταν μεγάλη.
Η Ρέα έφτασε στην Κρήτη. Εκεί τη βοήθησαν οι Νύμφες της Ίδης να γεννήσει τον Δία, το μελλοντικό κυβερνήτη του κόσμου. Οι Κουρήτες και οι Κορύβαντες χτυπώντας δαιμονισμένα τα δόρατά τους πάνω στη γη κάλυψαν το κλάμα του μωρού για να μη φτάσει στ' αυτιά του πατέρα του. Η Ρέα εμπιστεύτηκε το νεογνό στις Νύμφες και επέστρεψε στο παλάτι του Κρόνου. Στο δρόμο βρήκε ένα λιθάρι που είχε το σχήμα μωρού και το πήρε μαζί της. Μόλις έφτασε στο παλάτι προσποιήθηκε ότι την έπιασαν οι πόνοι της γέννας. Βογκούσε και φώναζε για να ξεγελάσει τον Κρόνο που περίμενε να καταπιεί το νιογέννητο παιδί του. Κατόπιν, φάσκιωσε το λιθάρι που είχε βρει και κλαίγοντας σπαραχτικά με ψεύτικα δάκρυα, το έδωσε στο φοβερό σύζυγό της. Αυτός το κατάπιε ανίδεος και άρχισε πάλι ήσυχος να ασχολείται με τις υποθέσεις του κόσμου.
Πέρασαν πολλά χρόνια, ο Δίας στο μεταξύ με τις φροντίδες των Νυμφών θέριεψε και έγινε ένα δυνατό και όμορφο παλικάρι. Η Μήτιδα, η αγαπημένη του Νύμφη, του εξήγησε τίνος γιος ήταν. Τότε ο Δίας έτρεξε στο παλάτι του Κρόνου, του αποκάλυψε την ταυτότητά του και του ζήτησε το θρόνο και το σκήπτρο του. Ο Κρόνος όμως ήταν αποφασισμένος να μην παραδώσει τόσο εύκολα την εξουσία του. Έτσι άρχισε μια πάλη ανάμεσα στον πατέρα και το γιο, που κράτησε χρόνια ολόκληρα. Τελικά ο νεαρός Δίας κατάφερε να νικήσει το γέροντα πατέρα του και τον έδεσε με βαριές αλυσίδες πάνω στο θρόνο του. Μετά τον υποχρέωσε να πιει ένα μαγικό βότανο που του είχε δώσει η Μήτιδα. Αμέσως ο Κρόνος άρχισε να βγάζει από το στόμα του τα παιδιά που είχε καταπιεί. Και πρώτα πρώτα έβγαλε τη φασκιωμένη πέτρα που του είχε δώσει η Ρέα ξεγελώντας τον. Ο Δίας φύλαξε αυτή την πέτρα και αργότερα την τοποθέτησε πάνω στον Παρνασσό, στο ιερό του Πύθωνα που οι αρχαίοι πίστευαν ότι ήταν ο ομφαλός της γης.
Στη συνέχεια βγήκαν ο μελαχρινός Πλάτωνας και ο γαλανομάτης Ποσειδώνας. Κατόπιν ξεπήδησαν από το στόμα του Κρόνου η Δήμητρα, η Εστία και η Ήρα. Μόλις συνήλθαν από την παραζάλη τους και συνήθισαν τα μάτια στο φως της ημέρας, ο Δίας τους εξήγησε τι είχε γίνει. Τα έξι αδέρφια αντάλλαξαν αγκαλιές και φιλιά για πολλές ώρες. Μετά κάθησαν γύρω από τη σεμνή Ρέα, τη μάνα τους, που ξέσπασε σε δάκρυα χαράς. Όλοι μαζί υποσχέθηκαν στον Δία ότι θα τον βοηθούσαν να γίνει ο νέος άρχοντας του κόσμου

ΓΙΓΑΝΤΕΣ - ΓΙΓΑΝΤΟΜΑΧΙΑ

Οι Γίγαντες γεννήθηκαν από το σώμα της Γης όταν έσταξε πάνω του αίμα από την πληγή του Ουρανού μετά τον ακρωτηριασμό του από τον Κρόνο. Με τον ίδιο τρόπο γεννήθηκαν και οι Ερινύες και οι Μέλιες Νύμφες. Οι Γίγαντες ήταν όντα τρομακτικά και υπερφυσικά. Είχαν μορφή ανθρώπου μα ήταν τρομεροί στην όψη, πελώριοι στο ανάστημα και ακαταμάχητοι στη δύναμη. Το σώμα τους ήταν φολιδωτό και κατέληγε σε ουρά σαύρας. Είχαν πυκνά μαλλιά και μακριά γένια. Στα τριχωτά χέρια τους κρατούσαν μακριά και λαμπερά ακόντια. Μολονότι είχαν θεϊκή καταγωγή ήταν θνητοί ή τουλάχιστον για να σκοτωθούν έπρεπε να χτυπηθούν ταυτόχρονα από ένα θεό και ένα θνητό. Άλλες παραδόσεις έλεγαν ότι κάποιοι από τους Γίγαντες ήταν αθάνατοι όσο πατούσαν στο έδαφος όπου είχαν γεννηθεί. Επικρατέστερο μέρος για τη γέννησή τους είναι η Παλλήνη της Χαλκιδικής, μια περιοχή εξαιρετικά άγρια.
Οι Γίγαντες ήταν πολύ περισσότεροι από τους Τιτάνες, τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες. Υπολογίζονται γύρω στους εκατό. Κατοικούσαν στις δυτικές ακτές του Ωκεανού όπου συχνά τους επισκέπτονταν οι θεοί και έπαιρναν μέρος στα συμπόσιά τους. Αυτό γινόταν στις γιορτές όταν οι Γίγαντες πρόσφεραν εκατόμβες. Ακόμα και στο δρόμο, όταν τους συναντούσαν οι θεοί, πήγαιναν μαζί τους. Η δύναμη των Γιγάντων ήταν αφάνταστη. Μπορούσαν να ξεκολλούν με ευκολία βράχους ολόκληρους και να τους εκσφενδονίζουν μακριά.
Η Γη ήταν οργισμένη από την τύχη που είχαν οι Τιτάνες μετά το τέλος της Τιτανομαχίας. Μολονότι είχε βοηθήσει τον εγγονό της με κάθε τρόπο για να επικρατήσει, δεν άντεχε να βλέπει τους γιους και τις κόρες της φυλακισμένους στα Τάρταρα. Έτσι, όταν είδε την τεράστια δύναμη που είχαν οι Γίγαντες, τους ξεσήκωσε σε πόλεμο εναντίον των Ολυμπίων. Ο Δίας και τα αδέρφια του έπρεπε να περάσουν άλλη μια δοκιμασία. Ξέσπασε μια τρομερή μάχη που έμεινε γνωστή με το όνομα Γιγαντομαχία.
Η επίθεση των Γιγάντων μάλιστα έγινε χωρίς καμιά προειδοποίηση. Ξαφνικά οι θεοί του Ολύμπου δέχτηκαν βροχή από βράχους, αναμμένους δαυλούς και ολόκληρα φλεγόμενα δέντρα. Οι Γίγαντες ξερίζωναν τα βουνά και τα τοποθετούσαν το ένα πάνω στο άλλο για να σκαρφαλώσουν στην ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου, εκεί όπου ήταν χτισμένα τα θεϊκά παλάτια. Η Γη και ο Ουρανός αναστατώθηκαν. Έγινε σωστή κοσμοχαλασιά: στεριές βούλιαζαν και ποτάμια άλλαζαν πορείες. Οι οροσειρές τραντάζονταν συθέμελα και σαν φύλλα δέντρων έτρεμαν ο Όλυμπος, η Όσσα, το Πήλιο, η Πίνδος, το Παγγαίο και ο Άθως.
Οι θεοί του Ολύμπου ζώστηκαν τα άρματα και ετοιμάστηκαν για πόλεμο. Αρχηγός στο θεϊκό στρατόπεδο ήταν ο Δίας, οπλισμένος όχι μόνο με την αστραπή και τον κεραυνό, όπως στην Τιτανομαχία, αλλά και με την αιγίδα, το δέρμα κατσίκας που είχε πάνω το κεφάλι της Γοργόνας. Η τρομερή μορφή της έσπερνε τον πανικό ή απολίθωνε όποιον την αντίκριζε.
Πλάι του πιστή σύμμαχος η κόρη του η Αθηνά, η θεά των μαχών, που μόλις είχε γεννηθεί πάνοπλη από το τεράστιο κεφάλι του. Φορώντας την πανοπλία της και με το γοργώνειο στο στήθος πολέμησε καλύτερα και από άντρας. Γι' αυτό ο Ζευς (Δίας) ονομάστηκε γιγαντοφόνης και γιγαντολέτωρ και η Αθηνά προσονομάστηκε γιγαντολέτειρα, δηλαδή αυτοί που σκότωσαν τους Γίγαντες. Παραστάτες του Δία ήταν η Νίκη και η φοβερή μάνα της η Στύγα. Πρωτοπαλίκαρά του ήταν ο Ποσειδώνας, ο Απόλλωνας και ο Ήφαιστος ,που σε κάποια στιγμή που είδε κουρασμένο τον Ήλιο τον πήρε πάνω στο δικό του άρμα. Μα και οι θεές πρόσφεραν με κάθε τρόπο τη βοήθειά τους, η Ήρα, η Αφροδίτη, η Άρτεμη, η Εκάτη και οι Μοίρες. Μόνο η Δήμητρα δε συμμετείχε στον αγώνα αυτόν γιατί είχε ιδιαίτερη συγγένεια με τη Γη, προστάτευε τους καρπούς που φύτρωναν στο ιερό της χώμα.
Καθένας θεός και καθεμιά θεά σκότωσαν έναν ή περισσότερους από τους Γίγαντες που οι πιο γνωστοί ήταν ο Πορφυρίωνας, ο Αλκυονέας, ο Εγκέλαδος, ο Εφιάλτης, ο Εύρυτος, ο Κλυτίας, ο Πολυβώτης, ο Πάλλας, ο Ιππόλυτος, ο Γρατίωνας, ο Άγριος και ο Θέωνας. Ο πόλεμος κρατούσε πολύ καιρό μα με κανέναν τρόπο οι Ολύμπιοι δεν μπορούσαν να νικήσουν. Τότε η Αθηνά έμαθε τον πανάρχαιο χρησμό που έλεγε πως οι Γίγαντες θα χαθούν μόνο αν κάποιοι θνητοί πολεμήσουν στο πλάι των αθανάτων. Μόλις το άκουσε ο Δίας έστειλε την Αθηνά να φωνάξει δυο θνητούς γιους του, τον Ηρακλή τον οποίο είχε αποκτήσει με την Αλκμήνη και τον Διόνυσο που τον γέννησε με τη Σεμέλη. Η Γη αμέσως άρχισε να ψάχνει ένα μαγικό βοτάνι που θα έκανε ατρόμητους τους Γίγαντες από τα βέλη των θνητών. Ο Δίας για να την καθυστερήσει απαγόρευσε στον Ήλιο, τη Σελήνη και την Αυγή να ανατείλουν. Έτσι, επικράτησε για πολλές μέρες σκοτάδι μέχρι που ο Δίας βρήκε πρώτος το μαγικό βοτάνι και το κατέστρεψε. Έτσι η πορεία προς τη νίκη ξεκίνησε. Σε λίγο κατέφθασε ο Ηρακλής που υπήρξε ο πολυτιμότερος σύμμαχος της Αθηνάς σ' αυτόν τον αγώνα και με τα βέλη του σκότωσε πάρα πολλούς Γίγαντες. Μάλιστα, επειδή ήταν γιος του Δία, μπορούσε όταν κουραζόταν από την πολύωρη μάχη, ν' ανεβαίνει στο άρμα του θεϊκού πατέρα του. Ο Διόνυσος ήρθε με τη συνοδεία του, τους Σάτυρους και τους Κορύβαντες, καβάλα πάνω σε γαϊδούρια που με τους κρότους και τα γκαρίσματά τους πολλές φορές τρόμαζαν τους Γίγαντες. Ένα άλλο όπλο του Διόνυσου ήταν και ο θύρσος, το σύμβολό του, ένα μακρύ ραβδί στολισμένο με κισσό. Οι δυο γιοι του Δία για τη γενναιότητα και το θάρρος που έδειξαν στη Γιγαντομαχία ανταμείφθηκαν και έγιναν αθάνατοι.
Οι αρχαίοι μυθογράφοι ασχολήθηκαν με τη Γιγαντομαχία και μέσα από τα έργα τους μας περιγράφουν πολλές σημαντικές σκηνές της.
Ο Ηρακλής χτύπησε πρώτα με το τόξο του τον Αλκυονέα. Αυτός ήταν ο μεγαλύτερος από τους Γίγαντες και σύμφωνα με μια παράδοση, ο αρχηγός τους. Ο Αλκυονέας έπεσε κάτω με τρομερό κρότο. Αλλά τη στιγμή που ο ήρωας πανηγύριζε για την επιτυχία του, τον είδε να σηκώνεται πάλι υψώνοντας απειλητικά το τεράστιο κορμί του.
Ήταν μάλιστα έτοιμος να εκτοξεύσει στον Ηρακλή έναν τεράστιο βράχο που βρισκόταν δίπλα του. Ευτυχώς η Αθηνά κατάφερε να τον εμποδίσει. Μετά εξήγησε στον Ηρακλή που ακόμη δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του, ότι ο Αλκυονέας ήταν αθάνατος όσο πατούσε στο χώμα που τον γέννησε. Τότε ο ήρωας φορτώθηκε στις στιβαρές πλάτες του το Γίγαντα, τον μετέφερε έξω από το πεδίο της Φλέγρας όπου είχε γεννηθεί και τον εξόντωσε τελειωτικά με τα βέλη του. Οι κόρες του, οι Αλκυονίδες, απελπισμένες από το θάνατο του πατέρα τους, ρίχτηκαν στη θάλασσα και μεταμορφώθηκαν σε πουλιά (τις αλκυόνες).
Ο Πορφυρίωνας που φιλοδοξούσε να εξουσιάσει τη Δήλο και τους Δελφούς και η Γη του είχε υποσχεθεί να τον ζευγαρώσει με την Ήβη, την κόρη της Ήρας, παρακολουθούσε την εξόντωση του αδερφού του και όρμησε να εκδικηθεί τον Ηρακλή. Και σίγουρα ο τρομερός Γίγαντας θα καταπλάκωνε μ' ένα βουνό τον ήρωα. Ευτυχώς όμως ο Δίας μηχανεύτηκε ένα κόλπο την τελευταία στιγμή. Διέταξε την Αφροδίτη να κυριέψει το Γίγαντα με ερωτικό πάθος για την Ήρα που βρισκόταν εκεί κοντά. Η Αφροδίτη έστειλε το γιο της τον Έρωτα εναντίον του Πορφυρίωνα και ξαφνικά αυτός αδιαφορώντας για τον Ηρακλή άρχισε να κυνηγάει την Ήρα για να σμίξει μαζί της. Τη στιγμή ακριβώς που είχε συλλάβει τη θεϊκή βασίλισσα και είχε σκίσει τα μεγαλόπρεπα πέπλα της, ο Ηρακλής βρήκε την ευκαιρία να τον εξοντώσει με το βέλος του.
Ανάλογο ρόλο έπαιξε και η ίδια η Αφροδίτη στη διάρκεια της Γιγαντομαχίας. Σε μια δύσκολη στιγμή που δεκαπέντε Γίγαντες είχαν περικυκλώσει απειλητικά τον Ηρακλή, αυτή μετέφερε με τη θεϊκή δύναμή της τον ήρωα σ' ένα σπήλαιο. Κατόπιν, έδειξε το καταπληκτικό της σώμα στους Γίγαντες. Αυτοί μονομιάς κυριεύτηκαν από ερωτικό πάθος και άρχισαν να τρέχουν πίσω από τη θεά. Η Αφροδίτη τους οδήγησε έτσι στη σπηλιά όπου είχε κρύψει τον Ηρακλή. Επειδή οι Γίγαντες δε χωρούσαν να περάσουν όλοι μαζί την είσοδο της σπηλιάς, έμπαιναν μέσα ένας ένας. Ο Ηρακλής με μεγάλη ευκολία κατάφερε να τους εξοντώσει και τους δεκαπέντε. Η Αθηνά, πολεμική θεά, δεν κατέφυγε σε τέτοια γυναικεία κόλπα. χρησιμοποιώντας το δόρυ και το ακόντιό της πολέμησε αντρίκεια. Στην αρχή πάλευε πολλές ώρες με τον Πάλλαντα. Ο Γίγαντας ήταν τρομερά δυνατός, όμως η Αθηνά χρησιμοποιώντας πολεμικά κόλπα και έξυπνη στρατηγική κατάφερε να τον εξοντώσει. Στη συνέχεια τον έγδαρε και από το δέρμα του κατασκεύασε τη δική της αιγίδα, που την έκανε ατρόμητη.
Ο Εγκέλαδος, όταν είδε το φριχτό τέλος του Πάλλαντα, το έβαλε στα πόδια. Η Αθηνά όμως τον αντιλήφθηκε και τον καταδίωξε. Επειδή δυσκολευόταν να τον φτάσει, άρπαξε τη Σικελία και την πέταξε κατά πάνω του. Το νησί βρήκε το στόχο του και καταπλάκωσε το Γίγαντα. Έτσι εξηγούνταν από τους αρχαίους οι εκρήξεις της Αίτνας, που δεν ήταν τίποτα άλλο από τα τινάγματα του Εγκέλαδου που ψυχομαχούσε.
Μια παρόμοια περιπέτεια με τον Εγκέλαδο είχε και ο Πολυβώτης. Αυτόν ανέλαβε να τον αντιμετωπίσει ο Ποσειδώνας. Η μάχη μέσα στη θάλασσα ήταν τρομερή. Τεράστια κύματα σηκώθηκαν και κόντευαν να φτάσουν τα παλάτια του Ουρανού, ψηλά στον Αιθέρα. Ο Ποσειδώνας όμως είχε το προνόμιο ότι βρισκόταν στο δικό του χώρο, μέσα στο υγρό του βασίλειο. Με το όπλο που του είχαν χαρίσει οι Κύκλωπες, την τρομερή τρίαινα, κατάφερε να τρυπήσει πολλές φορές το κορμί του Γίγαντα. Το αίμα του κυλούσε ασταμάτητα και κοκκίνισε ολόκληρη τη θάλασσα· μη μπορώντας να τα βγάλει πέρα τράπηκε σε φυγή. Ο θαλασσοσείστης Ποσειδώνας όμως άρπαξε ένα κομμάτι από την Κω, το πέταξε με μεγάλη δύναμη στον Πολυβώτη και τον πλάκωσε. Το κομμάτι της Κω που καταπλάκωσε το Γίγαντα είναι το γνωστό νησάκι Νίσυρος.Στη Γιγαντομαχία έλαβε μέρος και ο Απόλλωνας, ο γιος του Δία από τη Λητώ. Πιο γνωστή είναι η μάχη που έδωσε με το Γίγαντα Εφιάλτη. Τα μαγικά του βέλη έπεφταν σαν βροχή πάνω στο τρομερό τέρας. Στην αρχή ο Εφιάλτης έμοιαζε να μην καταλαβαίνει τίποτα. Ο Ηρακλής όμως που είχε μάθει από την Αθηνά όλα τα μυστικά για την εξόντωση των εχθρών, έτρεξε για να βοηθήσει. Ο Εφιάλτης ήταν ένας από τους Γίγαντες για τους οποίους υπήρχε χρησμός ότι θα εξοντωνόταν μόνο αν τους χτυπούσε παράλληλα ένας θνητός και ένας αθάνατος. Έτσι όταν ο Απόλλωνας τόξευσε το αριστερό μάτι του Γίγαντα, ο Ηρακλής σημάδεψε το δεξί. Τότε ο Εφιάλτης, τυφλωμένος και με το αίμα να τρέχει σαν ποτάμι πάνω στα γένια του και το τεράστιο σώμα του, ξεψύχησε. Η Γη για να εκδικηθεί τον Ηρακλή άρχισε από τότε να στέλνει τη μορφή του Εφιάλτη στα όνειρα των θνητών.
Ο Διόνυσος μαζί με τους Σάτυρους έτρεψαν σε φυγή τον Εύρυτο. Ο γιος του Δία τον καταδίωξε και μ' ένα χτύπημα του θύρσου του κατάφερε να σκοτώσει το Γίγαντα. Αλλά η λύσσα του ήταν τόσο μεγάλη ώστε παρακάλεσε τον πατέρα του να τον μεταμορφώσει σε λιοντάρι. Ο Δίας άκουσε το γιο του και έτσι σε λίγο ο Διόνυσος με μορφή λιονταριού κατασπάραξε το νεκρό Εύρυτο. Ο Πελώρεος που είδε το τέλος του αδερφού του βάλθηκε να εκδικηθεί το φονιά. Άρπαξε λοιπόν με μεγάλη ορμή το όρος Πήλιο και το εκτόξευσε ενάντια στον Διόνυσο, τους Σάτυρους και τους Κορύβαντες. Ευτυχώς που ο Άρης παρακολουθούσε τη σκηνή και έπιασε το βουνό στον αέρα. Έτσι γλίτωσε τον Διόνυσο και την παρέα του από βέβαιο θάνατο. Ο Ποσειδώνας στη συνέχεια κυνήγησε τον Πελώρεο και όταν τον είδε να πηδά μέσα στα νερά του Σπερχειού ποταμού για να γλιτώσει, τον χτύπησε με την τρίαινά του και τον σκότωσε.
Τον Ευρυμέδοντα, που σύμφωνα με μια παράδοση ήταν αυτός ο αρχηγός των Γιγάντων, τον σκότωσε ο ίδιος ο Δίας. Και να πώς έγινε η τρομερή πάλη μεταξύ τους: Ο Ευρυμέδοντας ήθελε να σκοτώσει ο ίδιος τον Δία έτσι ώστε σε περίπτωση νίκης των Γιγάντων, να γίνει αυτός ο κυρίαρχος του κόσμου. Έψαχνε λοιπόν μέσα στην αναταραχή τον αρχηγό των Ολυμπίων. Σε κάποια στιγμή διέκρινε τον αστραποβόλο κεραυνό και όρμησε με λύσσα εναντίον του. Η Γη προσπάθησε με κάθε τρόπο να βοηθήσει το γιο της. Έτσι έκανε να φυτρώσουν από το σώμα του χιλιάδες δηλητηριώδη φίδια. Ο Ευρυμέδοντας άρχισε μ' όλη του τη δύναμη να χτυπά τον Δία, που όμως προστατευόταν από τη θεϊκή αιγίδα του. Σε κάποια στιγμή ο Δίας κατάφερε να βάλει το πρόσωπο της Γοργόνας μπροστά στα μάτια του Γίγαντα. Τότε αυτός κυριεύτηκε από τρόμο. Ο Δίας έριξε πάνω του τον κεραυνό και σε λίγο το κορμί του τυλίχτηκε στις φλόγες. Κόρη του Ευρυμέδοντα ήταν η Περίβοια, που ζευγαρώθηκε με τον Ποσειδώνα και έφερε στον κόσμο τον Ναυσίθοο, πατέρα του Αλκίνοου, του βασιλιά των Φαιάκων.
Ο Ήφαιστος στη διάρκεια της Γιγαντομαχίας χρησιμοποιούσε ως όπλα του τα διάφορα υλικά που είχε μέσα στο θεϊκό εργαστήρι του. Επάνω στη φωτιά έλιωνε διάφορα μέταλλα, όπως ατσάλι, σίδερο, χαλκό και πυρακτωμένα τα εκτόξευε στους Γίγαντες. Μ' αυτόν τον τρόπο κατάφερε να εξοντώσει έναν πολύ επικίνδυνο Γίγαντα, τον Μίμαντα. Τη στιγμή που αυτός χτυπιόταν με τον Δία και την Αθηνά και τους είχε φέρει σε δύσκολη θέση, ο Ήφαιστος του έριξε βλήματα πυρακτωμένου σιδήρου. Τότε ο Γίγαντας ένιωσε το κορμί του να ζεματάει, άρχισε να ουρλιάζει, έπεσε κάτω και κυλιόταν απελπισμένα στο έδαφος. Ο Δίας τότε βρήκε την ευκαιρία και τον πλάκωσε μ' ένα βουνό. Από τότε είναι θαμμένος κάτω από το όρος Μίμαντας που βρίσκεται στις Ερυθρές απέναντι από τη Χίο. Ο φτερωτός Ερμής και σ' αυτόν τον πόλεμο χρησιμοποίησε την πονηριά του. Κατέβηκε στον Άδη και ζήτησε από το θείο του, τον μελαψό Πλούτωνα, την κυνέα, που τον έκανε αόρατο. Πέταξε αμέσως πάλι στη χώρα της συμπλοκής και φορώντας το μαγικό κράνος πλησίασε τον Ιππόλυτο. Ο Γίγαντας άρχισε ξαφνικά να βλέπει τεράστιους βράχους να σηκώνονται μόνοι τους από τη γη και να πέφτουν επάνω του. Σε λίγο άρχισε να νιώθει τσιμπήματα, κλοτσιές, γροθιές σ' όλο του το κορμί μα δεν έβλεπε κανέναν να βρίσκεται κοντά του. Τότε νόμισε πως τρελάθηκε από την οχλαγοή και τους κρότους και τράπηκε μόνος του σε φυγή. Ο Ερμής τον κυνήγησε και κατάφερε με μεγάλη ευκολία να τον αποτελειώσει.
Αλλά και οι υπόλοιπες θεές που πήραν μέρος στη Γιγαντομαχία κατάφεραν να δώσουν ένα χέρι βοήθειας στους βασικούς πρωταγωνιστές. Έτσι, η Εκάτη κατάφερε ρίχνοντας αμέτρητους αναμμένους δαυλούς να εξοντώσει τον Κλυτία. Αυτός δεν προλάβαινε να αποφύγει τον έναν και αμέσως έφτανε ο άλλος δαυλός. Σε κάποια στιγμή που άφησε ελεύθερα τα χέρια του για να ξεκουραστούν, η Εκάτη του πέταξε μια βροχή αναμμένους δαυλούς. Ο Γίγαντας τυλίχτηκε στις φλόγες χωρίς να προλάβει ν' αντιδράσει. Έτσι βρήκε φριχτό θάνατο. Επίσης, η Άρτεμη, η θεά του κυνηγιού, ρίχνοντας τα θεϊκά βέλη της σκότωσε τον Γρατίωνα. Τέλος, οι Μοίρες, οι κόρες του Δία, στάθηκαν στο πλευρό του εξοπλισμένες με τα χάλκινα ρόπαλά τους. Αυτές σκότωσαν τον Άγριο και τον Θέοντα. Ο φοβερός Αδαμάστορας βλέποντας τον έναν πίσω από τον άλλο τους αδερφούς του να εξουδετερώνονται από τους Ολύμπιους, σε μια τελευταία προσπάθεια διαφυγής από τη μοίρα άρπαξε ολόκληρη την οροσειρά της Ροδόπης και την έριξε καταπάνω τους. Ο Ήλιος που περνούσε εκείνη την ώρα με το άρμα του, την τελευταία στιγμή κατάφερε ν' αλλάξει την πορεία των βουνών και έσωσε τους θεούς. Τότε αυτοί είδαν πως δεν ήταν εύκολο να τα βγάλουν πέρα με τον αδάμαστο Αδαμάστορα, παρά μόνον εάν ένωναν όλοι μαζί τις δυνάμεις τους. Όρμησαν λοιπόν επάνω του ο Δίας, ο Άρης, ο Ερμής, ο Απόλλωνας, ο Ήφαιστος και μαζί ο Ηρακλής και ο Διόνυσος και μετά από πολλές ώρες πάλης κατάφεραν να τον εξοντώσουν.
Όλους τους υπόλοιπους Γίγαντες τους ξέκανε με τον κεραυνό του ο Δίας και με τα βέλη του ο Ηρακλής. Όταν πια τους εξόντωσαν όλους, οι θεοί κάθισαν να ξαποστάσουν χαρούμενοι για τη νίκη τους. Αμέσως μετά άρχισαν να τακτοποιούν τα θεϊκά τους παλάτια που σχεδόν είχαν καταστραφεί ύστερα από τέτοια κοσμοχαλασιά.
Μετά από χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι συνέχιζαν να βρίσκουν μέσα στη γη κόκαλα από σκοτωμένους Γίγαντες. Έδειχναν βράχους που είχαν εκσφενδονίσει αυτοί ή οι θεοί, όπως ένα βράχο στη Λυκαονία, που έλεγαν πως τον είχε ρίξει ο Δίας· νησιά σαν τη Νίσυρο, τη Λήμνο και την Πορφυριώνη στην Προποντίδα· βουνά σαν τον Μίμαντα και ηφαίστεια σαν το Βεζούβιο και την Αίτνα που κρατούσαν στα σπλάχνα τους τους Γίγαντες. Άλλοι ιστορούν πως επίτηδες η Γη με στοργή είχε θάψει τους γιους της βαθιά κάτω από τα βουνά ή πως είχε μεταμορφώσει τους ίδιους σε βουνά.


ΤΙΤΑΝΕΣ ΚΑΙ ΤΙΤΑΝΙΔΕΣ


Με την αποχώρηση του Ουρανού από την κοσμική εξουσία, αμέσως μετά την εκτέλεση του σχεδίου της Γης, ο Κρόνος ελευθέρωσε από τα σκοτεινά Τάρταρα τους αδερφούς και τις αδερφές του, τους Τιτάνες και τις Τιτανίδες. Αυτοί αμέσως τον αναγνώρισαν για νέο άρχοντα του Κόσμου στη θέση του Ουρανού και τον βοήθησαν να σταθεροποιήσει την εξουσία του. Έτσι, με τη βοήθειά τους ο Κρόνος απαλλάχτηκε από τους τρομερούς Κύκλωπες και τους γιγάντιους Εκατόγχειρες, παρά τις έντονες αντιρρήσεις της μητέρας του, που ήθελε να έχει στο πλάι της όλα τα παιδιά της. Ο Κρόνος πήρε για γυναίκα του την αδερφή του Ρέα. Έτσι, οι δυο τους έγιναν το δεύτερο θεϊκό ζευγάρι μετά τον Ουρανό και τη Γη και θα κυβερνούσαν μαζί τον κόσμο..
Ο Κρόνος, καθώς ήταν ο ανώτερος από τους Τιτάνες, ανέλαβε να ρυθμίζει το χρόνο, τις αλλαγές των εποχών και να κατευθύνει την κίνηση των πραγμάτων. Έγινε δηλαδή ο ρυθμιστής ολόκληρου του σύμπαντος, ο παντοδύναμος εξουσιαστής
Η Ρέα στο πλάι του Κρόνου, πρώτη ανάμεσα στις αδερφές της, βοηθούσε τον άντρα της καθορίζοντας κι αυτή τη ροή των πραγμάτων (Ρέα = αυτή που ρέει). Καθόριζε μέσα στο βασίλειο του Κρόνου - Χρόνου την κίνηση και τη διαδοχή. Αργότερα έγινε θεά της γονιμότητας και έβγαλε από τα σπλάχνα της τους πρώτους Ολύμπιους θεούς. Δίπλα στο πρώτο ζευγάρι κάθονταν οι υπόλοιποι Τιτάνες και Τιτανίδες σε μεγαλόπρεπους θρόνους και βοηθούσαν τον Κρόνο να ασκεί την εξουσία του. Ανέλαβαν όλοι να φροντίζουν και να προστατεύουν από ένα μικρότερο τμήμα του κόσμου. Οι περισσότεροι έσμιξαν μεταξύ τους και γέννησαν πολυάριθμες μικρότερες θεότητες.
Ο Ωκεανός, ο μεγαλύτερος γιος του Ουρανού και της Γης, βασίλεψε στο υγρό στοιχείο. Ήταν ένας τεράστιος ποταμός που κυλούσε γύρω από την ολοστρόγγυλη Γη και άπλωνε το σώμα του σ' όλα τα σημεία του ορίζοντα, στην Ανατολή, τη Δύση, το Βορρά και το Νότο. Ο Ωκεανός ήταν η προσωποποίηση του νερού και ζευγάρωσε με τη Τηθύ, τη μικρότερη από τις Τιτανίδες η οποία προστάτευε το υγρό στοιχείο και προσωποποιούσε τη γόνιμη θηλυκή θεότητα της θάλασσας. Ο Ωκεανός θαμπώθηκε από την ομορφιά της αδερφής του, τον ξετρέλαναν τα καταγάλανα μάτια της και τα κυματιστά της μαλλιά. Εξάλλου, και η ίδια ήθελε να βρίσκεται όλη μέρα και όλη νύχτα μέσα στα νερά. Από το σμίξιμό τους απέκτησαν αναρίθμητα παιδιά. Έτσι ο Ωκεανός θεωρείται ο πατέρας όλων των ποταμών.
Ο Ησίοδος αναφέρει ότι γιοι του ήταν ο Νείλος, ο Αλφειός, ο Γράκχος, ο Πηνειός, ο Σαγγάριος, ο Εύηνος, ο Ηριδανός, ο Στρυμόνας, ο Μαίανδρος, ο Αχελώος, ο Αλιάκμονας, ο Σκάμανδρος, ο Νέστος, ο Γρανικός, ο Ροδιός, ο Λάδωνας και άλλοι τουλάχιστον τρεις χιλιάδες ποταμοί. Από την Τηθύ επίσης απέκτησε πενήντα κόρες, τις Ωκεανίδες· ανάμεσά τους ήταν η Στύγα, η μεγαλύτερη απ' όλες, η Ηλέκτρα, η Δωρίδα, η Ιάνειρα, η Διώνη, η Τύχη, η Πρυμνώ, η Ιππώ, η Καλλιρρόη, η Ζευξώ, η Καλυψώ, η Ξάνθη, η Πετραία και η Ασία. Αυτές προστάτευαν τα ρυάκια και τις πηγές και ήταν γενικά θεότητες του νερού, όπως και οι σεβαστοί γονείς τους. Ο Κόττος, ο δεύτερος γιος του Ουρανού, είχε γιγαντιαίες διαστάσεις· αυτόν είδε πρώτα ο Ουρανός και άρχισε να φυλακίζει στα Τάρταρα όλα τα παιδιά του. Παρόλα αυτά ήταν αρρενωπός και με όμορφα μέλη. Αντιπροσώπευε την αντρική δύναμη και ομορφιά. Μόλις ο Κρόνος ελευθέρωσε τα αδέρφια του από τα Τάρταρα, ο Κόττος αντίκρισε τη λαμπερή Τιτανίδα Φοίβη, που προσωποποιούσε το φως, και μαγεύτηκε από την ομορφιά της. Και η Φοίβη όμως ανταποκρίθηκε στον έρωτα του αδερφού της. Από το ζευγάρωμά τους γεννήθηκαν η Λητώ και η Αστερία. Η Φοίβη δηλαδή και ο Κόττος είναι η γιαγιά και ο παππούς του Απόλλωνα ο οποίος είχε μητέρα τη Λητώ.
Ο Υπερίονας ήταν κι αυτός ένα από τα θύματα του Ουρανού. Μόλις ξέφυγε από τα Τάρταρα και βγήκε στην επιφάνεια της Γης φάνηκε ολόκληρο το μεγαλείο του. Το εκτυφλωτικό του φως άστραψε προς όλες τις κατευθύνσεις. Το όνομά του σημαίνει αυτός που πηγαίνει πάνω από τη γη. Μερικές φορές χρησιμοποιείται για να δηλώσει τον ήλιο. Συμβόλιζε την αιώνια λαμπρότητα. Ερωτεύτηκε την αδερφή του, τη Τιτανίδα Θεία, τη θεϊκιά. Και αυτή γοητευμένη από τη λαμπερή του εμφάνιση του παραδόθηκε. Από ένα τέτοιο πανέμορφο ζευγάρι γεννήθηκαν τρία εξαιρετικά παιδιά: ο Ήλιος, που διέσχιζε πάνω στο άρμα του ολόκληρη τη μέρα τον Ουρανό από τη μια άκρη ως την άλλη, η Σελήνη, που άπλωνε τις ασημένιες ακτίνες της μέσα στο σκοτάδι της Νύχτας, και η Ηώ, η ροδοδάχτυλη Αυγή.
Ο Τιτάνας Ιαπετός δε ζευγάρωσε με Τιτανίδα, αλλά με την Κλυμένη, κόρη του Ωκεανού και της Τηθύος, δηλαδή την ανιψιά του. Απ' αυτήν απέκτησε τον πελώριο Άτλαντα που βαστούσε στους ώμους του τον Ουρανό, τον Μενοίτιο, τον Προμηθέα και τον Επιμηθέα. Με τον Ιαπετό μέσω του Προμηθέα συνδέεται και ο Δευκαλίωνας, ο γενάρχης των ανθρώπων μετά το μεγάλο κατακλυσμό του Δία. Άλλοι πάλι διηγούνται ότι ο Ιαπετός παντρεύτηκε μια άλλη Ωκεανίδα, την Ασία ή την εγγονή του Ωκεανού, την Ασωπίδα ή ακόμη και τη Λιβύη. Ο Κρείος είναι ένας από τους Τιτάνες που δε γνωρίζουμε ακριβώς τα καθήκοντα τα οποία ανέλαβε στην εξουσία του Κόσμου. Πιθανώς, να ήταν κι αυτός κάποια θεότητα του Ουρανού. Ενώθηκε με τη Νύμφη Ευρυβία και έφερε στον κόσμο τρεις γιους: τον Αστραίο, που συμβολίζει τα άστρα, τον Πάλλαντα και τον Πέρση. Ο Αστραίος ζευγάρωσε με την κόρη του Υπερίονα και της Φοίβης, την ολόδροση Αυγή, και απέκτησαν τρεις γιους, τον Ζέφυρο, τον Νότο και τον Βοριά, τους φοβερούς ανέμους.
Η Θέμιδα και η Μνημοσύνη είναι οι δυο Τιτανίδες που διέφεραν από τα υπόλοιπα αδέρφια τους. Αυτές δεν έσμιξαν με τους θεϊκούς Τιτάνες, ούτε στάθηκαν στο πλευρό τους κατά το δεκάχρονο πόλεμο που έκαναν ενάντια στον Δία και στους άλλους Ολύμπιους θεούς. Η Θέμιδα προστάτευε τους Αιώνιους Νόμους. Ήταν η πιο σοβαρή και η πιο σεμνή από τις υπόλοιπες Τιτανίδες. Δε δέχτηκε να παντρευτεί ούτε τον Ιαπετό, ούτε τον Κρείο που την είχαν ερωτευτεί. Αντίθετα, η ίδια ερωτεύτηκε τον Δία και απέκτησε απ' αυτόν πολλά παιδιά. Έτσι γέννησε τις Ώρες, τις τρεις Μοίρες, την Κλωθώ, την Άτροπο και τη Λάχεση, την παρθένα Αστάρτη και τις Νύμφες του ποταμού Ηριδανού. Βοήθησε τον αγαπημένο της στη Γιγαντομαχία και τον συμβούλεψε να ντυθεί με τη φοβερή αιγίδα. Είναι η μοναδική από τους Τιτάνες που είναι καλοδεχούμενη στον Όλυμπο, ακόμη και μετά την ολοκληρωτική νίκη των Ολύμπιων θεών. Την τιμούσαν όλοι, όχι μόνο για τις σχέσεις της με τον Δία, αλλά και επειδή είχε επινοήσει τους χρησμούς (μαντείες), τις τελετουργίες και τους νόμους.
Η Μνημοσύνη ήταν γενικά η προσωποποίηση της μνήμης, της ανάμνησης. Ήταν η πιο σοφή απ' όλες τις Τιτανίδες και η αγαπημένη αδερφή της Θέμιδας. Απέκρουσε βίαια τον έρωτα του αδερφού της Κρείου και είχε καλές σχέσεις με τους Ολύμπιους. Λένε μάλιστα ότι και αυτή ερωτεύτηκε τον Δία. Αυτός ενώθηκε μαζί της στα δάση της Πιερίας για εννιά βράδια συνέχεια. Μετά από ένα χρόνο η Μνημοσύνη του έκανε εννιά κόρες, τις Μούσες, που είχαν το θρόνο τους ψηλά στον Ελικώνα.
Οι Τιτάνες αντιπροσώπευαν για τους αρχαίους τις δυνάμεις της φύσης καθώς και τις δυνάμεις των φυσικών φαινομένων. Αυτές οι δυνάμεις εξουσίαζαν τον κόσμο τον πρώτο καιρό της δημιουργίας. Μόνο η Θέμιδα και η Μνημοσύνη αντιπροσώπευαν περισσότερο νοητικές καταστάσεις, τη δικαιοσύνη και τη μνήμη, γι' αυτό συνέχισαν την πορεία τους πλάι στους Ολύμπιους θεούς

___________________________________________________________________

Νo time to run, no place to hide, when your life is just a lonely ride as the lord of fire and ice. And all your dreams behind your eyes turned out to be just...lies...

PHILOSOFOS-1Μέλος
18/03/2005, 17:22:38
ΑΓΑΠΗΤΗ DOMINA ΕAN ΜΠΟΡΕΙΣ ΑΝΤΙΓΡΑΨΕ Η ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕ ΚΑΙ ΤΑ

ΑΛΛΑ ΜΥΘΟΛΟΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΙ ΘΕΩΡΗΜΑΤΑ ΑΜΑΖΟΝΕΣ ΚΑΙ ΝΕΜΕΣΙΣ.

ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
ΠΟΛΥ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΓΡΑΨΕΣ

gh