- Best of Deva Parinito - Απόψεις, Προτάσεις κ.ά.
Το τρένο φτάνει τελικά
ξανά μες στην Αθήνα.
Φιλιά σιδηροδρομικά,
καρδιά σε καραντίνα.
Φως σ’ ένα τούνελ ο έρωτας, σήματα όλο εκπέμπει
στου Πηνειού τις ρεματιές, φαράγγι μες σε Τέμπη.
Στενό μαρκάρισμα οι γραμμές,
σφύριγμα, τέρμα, αγκάλη.
Κι από τον Κίσαβο χλωμές,
ήξεις, αφίξεις, πάλι.
Φως σ’ ένα τούνελ το φιλί, λιανό κλαδί και σπάει,
στης εβδομάδας την αρχή, χαράματα ξυπνάει.
Το τρένο φεύγει ολοταχώς
ξανά από την Αθήνα.
Φρένο και ψυχολογικώς,
βλάβη για ‘κανα μήνα.
Δυο φίλοι αντάμωσαν τυχαία,
στου Βερολίνου την μεριά,
κι αποφασίσανε παρέα,
να κάνουν βόλτα στα στενά.
Ο ένας ήταν Γερμανός,
ο άλλος ήτανε Εβραίος.
‘Κει που περπάταγαν με φόρα,
φτάνουν στου Τείχους τα μπετά,
κοίτα να δεις, η μαύρη ώρα,
πως τους εμπαίζει ξαφνικά.
Μπροστά πηγαίνει ο Γερμανός,
πίσω πηγαίνει ο Εβραίος.
Στάθηκαν σαν μαρμαρωμένοι,
κι εξαφανίστηκε η λαλιά,
πιο δίπλα κάπου ήταν βαλμένη,
μια πινακίδα με καρφιά.
Κοιτά να δει ο Γερμανός,
κοιτά να δει και ο Εβραίος.
Τότε θαρρείς και σε κρεσέντο,
ξέσπασαν γέλια δυνατά,
η πινακίδα στο τσιμέντο,
έγραφε «Τείχος, Άντε γεια!»
Γελούσε τότε ο Γερμανός,
γελούσε τότε κι ο Εβραίος.
Κάπου εκεί στο μέσο άκρο,
Θα με βρείτε αραχτό,
τοπικής ομάδας παίχτης,
μα και ουράνιος συλλέκτης,
στο δικό μου αστερισμό.
Μες στου Κενταύρου το Άλφα ζω,
και μες στο Ωμέγα σβήνω
κι αν έρθει τούμπα ο ντουνιάς,
ω, άνθρωπε,
εγώ δεν σε προδίνω.
Κάπου εκεί στο μέσο άκρο,
στην ρωγμή καρδιάς και νου,
μέσα σε μια σπείρα φτάνεις,
την στιγμή μου συλλαμβάνεις,
και την κάνεις τ’ αλατιού.
Έρχονται σκέψεις μες στο νου,
πως δήθεν ήταν λάθος,
κακό δικού μου κεφαλιού,
το γρήγορο το πάθος.
Να πω πως είσαι αλλουνού,
Θα ‘τανε ίσως λύση
εγώ εδώ, εσύ αλλού,
Ανατολή και Δύση.
Τίποτε πια δεν φοβάμαι, ναι στην άρνηση,
κρύβει σιδερένιο θάρρος και η απάρνηση,
κι από ένα «όχι» σαν του Μεταξά,
εγώ θε’ να αρματώσω το «ναι» μου πιο καλά.
Έρχονται σκέψεις στην στιγμή,
μα φεύγουν άρον άρον
γιατί η κλέφτρα μου η ψυχή,
το φως κλέβει των φάρων.
Να πω πως δεν με συγκινείς,
θα ‘ταν μεγάλο θέμα,
κάλλιο εσύ να μ’ αρνηθείς,
παρά να ζω στο ψέμα.
Θα ‘θελα να ‘μουν ο Ρομπέν, γνωστός, μεγάλος άσσος,
να περπατώ στο Βάλινορ, στο χρυσαφένιο δάσος.
Παρέα με τα ξωτικά, της Μέσης Γης τα είδη
και στα μαλλιά σου τα λυτά, πανάκριβο στολίδι.
Αχ κυρά του δάσους, μάγισσα,
όλα πια για σένα τ’ άφησα,
μην φοβηθείς και μην ντραπείς όταν με δεις,
είμαι ο Ρομπέν της Μέσης Γης!
Εγώ στου Σάουρον την αυλή, θε’ να φυτέψω κρίνο
και δαχτυλίδι θα σου βρω, μονόπετρο και φίνο.
Παρέα με τα ξωτικά, της Μέσης Γης τα είδη,
στα χρυσαφένια σου μαλλιά, αλαργινό ταξίδι.
Αχ Λευκή κυρά μου, μάγισσα,
όλα πια για σένα τ’ άφησα,
μην φοβηθείς και μην ντραπείς όταν με δεις,
είμαι ο Ρομπέν της Μέσης Γης!
Με το θέμα κλειδωμένο και κλειστό,
ο καθένας προχωρεί στο πηγαιμό του,
άλλος μπαίνει, άλλος βγαίνει, μα εγώ
στέκω τώρα με τραγούδι στο χαμό του.
Όσες λέξεις κι αν σου πω, δεν το μπορώ,
να σου δώσω αυτό που θες κι ό,τι σου λείπει.
Σαν σογκούν, σαν αντρειωμένος, τιμωρώ,
το «εγώ» μου που ζητά κι εγκαταλείπει.
Σαν σε δω, το ξέρω πάλι θα σου πω,
του δικαίου λόγους π’ άφησα στην μοίρα,
μα πιο δίκαιο είναι τώρα που απορώ,
τι σου έδωσα και τι από εσένα πήρα.
Όσες λέξεις κι αν σου πω, μην τις ακούς,
δεν σημαίνουν ό,τι αισθάνομαι, ό,τι νιώθω
χαρακίρι με καημούς, πεντάρφανους,
κι η Πανσέληνος να κλαίει απ’ τον πόθο.
Μα το βρήκα και γι’ αυτό σου τραγουδώ,
το μυστήριο που πάντα σε γοητεύει,
και στο λέω είν’ το δύσκολο, απλό,
φτάνει να ‘βρεις μια καρδιά να σε παιδεύει.
Βρε τι κι αν είμαι άτομο,
μορφή σε γαλαξία,
αν σ’ αγαπώ με την καρδιά,
αυτό έχει μόνο αξία.
Βρε τι κι αν αστροπερπατώ,
σε υπερσμήνη εντός μου,
αν νιώσεις πως με αγαπάς,
θα είσαι ο άνθρωπός μου.
Κι αν είσαι σ’ άλλο αστερισμό, κι αστέρι σ’ άλλη τάξη,
αφού πολύ σ’ ασπάζομαι, τι πρόκειται ν’ αλλάξει ?
Αν είσαι παλιοθήλυκο,
διάττοντας που φθίνει,
αφού βαθιά μου σ’ αγαπώ,
ποιος είναι που θα κρίνει ?
Μωρέ κι ο κόσμος να χαθεί,
κι εσύ να μην το ξέρεις,
η αγάπη μου θα σου σταθεί,
όπου και να υποφέρεις.
Κι αν είσαι σ’ άλλο αστερισμό, κι αστέρι σ’ άλλη τάξη,
αφού πολύ σ’ ασπάζομαι, τι πρόκειται ν’ αλλάξει ?
Άλλος έξω, άλλος μέσα, κι άλλος ψάχνει να βρει μπέσα,
στου esoterica την βίλα, φέρε σπίρτο, φέρνω ξύλα.
Άντε ν’ ανάψουμε φωτιά κι άσ’ την να καίει,
βαλ’ το τραγούδι του «εντός» και πάτησε το play.
Κι αν το πατήσεις φίλε μου, πάρε νερό και χώμα,
φτιάξε κι εμένα απ’ την αρχή, πνοή δώσ’ μου και σώμα.
Άλλος έξω, άλλος μέσα, μα στο μεταξύ η μπέσα,
στου esoterica το ντέφι, τρεις λαλούν, δυο κάνουν κέφι.
Συντονιστή μου, ρύθμισε πάλι την κονσόλα,
και ας μην κάτσει η μπίλια μας μεμιάς στο «πάρ’ τα όλα»
Κι εσύ διαχειρίστρια, αμπάρωσε κι εμένα,
μες στην γλυκιά σου φυλακή, πιο μέσα κι από σένα !
Άλλος έξω, άλλος μέσα, και το έξω είναι μέσα,
είναι μέσα στην ζωή, κι απ’ το μέσα πιο πολύ.
Τι να σου πω άλλο πια ?
Για σύνελθε λίγο αγορά !
Στο μέλι τα μέλη κολλάνε,
με τις δικές μου απόχες τρυγάνε,
με τον δικό μου κεντρί, με τσιμπάνε !
Τι να σου πω άλλο πια ?
Αφού συ δεν βλέπεις καλά.
Το νόημα, ελπίδα δεν έχει,
απ’ το δικό μου το μέρος απέχει,
με το δικό μου το αίμα, συντρέχει !
Τι να σου πω άλλο πια ?
Πονάν, θες δεν θες, τα καρφιά.
Γύφτοι, σοφοί, πόρνες, βλάχοι,
με την δική μου την λέξη όπου λάχει,
με τον δικό μου τον τρόπο, εν τάχει !
Τι να σου πω άλλο πια ?
Για σύνελθε λίγο αγορά !
Τα κόκαλα έχουν μεδούλι,
μα εμένα με φτύνουν ακόμα κι οι δούλοι,
σ’ εμένα γυρνάνε στο τέλος τους, ούλοι !
(Ελπίζω να βάλει πολλά πράγματα στην θέση τους και να φέρει την ηρεμία στο φόρουμ σας.)
Τον Γενάρη του 2005, ο Μανώλης βρισκόταν στην Θεσσαλονίκη, εμφανιζόμενος στην μπουάτ «Βάρδια» της Τούμπας για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Σε κάποια από τις συναντήσεις μας, τέθηκε το θέμα των λαϊκών τραγουδιών. Ο Μανώλης υποστήριζε πως η έννοια «λαός» έχει χάσει πια την αυθεντικότητά της και πως είναι εξαιρετικά δύσκολο πλέον να γραφτούν τραγούδια που πηγάζουν μέσα από κάποιες ιδιάζουσες κοινότητες, ως αντιπροσωπευτικά δείγματα του λαού.
Του είπα πως το πιο «λαϊκό» πράγμα σήμερα είναι το internet. Γούρλωσε τα μάτια του και με κοίταξε. Μου είπε «Ναι! Ας γράψουμε έναν δίσκο από το internet για το internet. Αυτός θα ήταν λαϊκός δίσκος.» Συμφώνησα.
Ο Μανώλης φυσικά, δεν θα μπορούσε ποτέ να συμμετέχει σε κάποιο φόρουμ, όχι για κάποιον ιδιαίτερο λόγο, αλλά λόγω περιορισμένου χρόνου που έχει στην διάθεσή του. Έτσι ανατέθηκε σε μένα, να βρω μια ιντερνετική κοινότητα ανταλλαγής απόψεων, να γίνω μέλος της, και να βιώσω όλο αυτό το «παιχνίδι». Επέλεξα το φόρουμ σας για τον τίτλο του. Ήρθα κοντά σας, σας μίλησα, μερικούς από εσάς, τους γνώρισα κιόλας, και έτσι, όλο αυτό το διάστημα, βλέποντας τις συμπεριφορές σας, τις χαρές σας, τις λύπες σας, τους διαπληκτισμούς σας, συμμετείχα κι εγώ σαν ένα απλό nickname, με τον δικό μου τρόπο. Μέσα από αυτόν τον χώρο, από τα μέλη του, από τις συναντήσεις μας, ξεπήδησε αυτός ο δίσκος.
Αν στενοχώρησα κάποιους, τους ζητώ συγνώμη, μα αισθάνομαι πως ο ρόλος μου στο φόρουμ σας έχει πια τελειώσει και αυτήν την στιγμή που διαβάζετε αυτές τις γραμμές, ο Μανώλης έχει στα χέρια του, αυτό που μου ζήτησε.
Απευθύνομαι στο εκπρόσωπο του Esoterica.gr, σχετικώς με την χρήση του ονόματος του φόρουμ, σε κάποιο τραγούδι. Αν έχει οποιαδήποτε αντίρρηση γι’ αυτό, ας στείλει e-mail στην διεύθυνση mrasoul@hotmail.com. Σε καμία περίπτωση, εγώ και όλοι οι συνεργάτες και συντελεστές του δίσκου, δεν θα θέλαμε να λειτουργήσουμε αυθαίρετα, χωρίς την δική του άδεια.
Μπορεί με κάποια μέλη σας να μάλωσα, με κάποια άλλα να συμφώνησα, αλλά ολόκληρη η συμμετοχή μου εδώ, εξυπηρέτησε την διακαή επιθυμία – και την δική μου, αλλά και του Μανώλη – να εμφανίσουμε στον κόσμο έναν τρέχοντα λαϊκό δίσκο με αυθεντικά τραγούδια, που θα προέρχονται μέσα από κάποια κοινωνία ανθρώπων και θα μιλούν κατ’ ευθείαν, με τα δικά τους λόγια.
Αυτό ήταν όλο.
Σας ευχαριστώ και σας εύχομαι, καλή συνέχεια σε ότι κι αν κάνετε.
Ίσως να ξαναγράψω στο φόρουμ σας, αργότερα. Ίσως όχι.
Σας χαιρετώ,
Ένας ντέβα.
Much pleasure; then from thee much more must flow"
o
o
o
Remembrances of Death
Death, be not proud, though some have called thee
Mighty and dreadful, for thou art not so;
Master MK, Vanitas
|
o
|
Mosaic, Pompei
|
o
|
Pieter Claesz, Vanitas, 1645
|
o
|
Hendrik Goltzius 1594
|
o
|
Giuseppe Arcimboldo, Vanitas
|
o
|
Williem Van Drielenburg, S. Gerolamo e Vanitas, 1677
|
o
|
Guercino, Et in Arcadia Ego
|
o
|
Saint Jerome, Michelangelo
|
o
|
Thanatos (Mors)
For those whom thou thinkst thou dost overthrow
Die not, poor Death, nor yet canst thou kill me.
|
o
|
|
o
|
Gustave Dore, Grim Reaper
|
o
|
Nineteenth Century tarot Card
|
o
|
Colin DePlancy
|
o
|
Jacek Malczewski, Thanatos
|
o
|
Thanatos (Mors)
And soonest our best men with thee do go
Rest of their bones and soul's delivery.
Hieronymus Bosch, Death and the Misery
|
o
|
Arnold Bocklin
|
o
|
|
o
|
|
o
|
|
o
|
|
o
|
German Plague mural
|
o
|
Stained Glass
|
o
|
Renaissance era Tomb
|
o
|
Death assailing a youngman-Giovanni diPaolo, 1443
|
o
|
Jacek Malczewski, Thanatos
|
o
|
Medieval Illuninated manuscript
|
o
|
Thou art slave to Fate, Chance, kings, and desperate men,
And dost with poison, war, and sickness dwell
Mellery, Immortality and Death
|
o
|
Medieval Triumph
|
o
|
James Ensor
|
o
|
Knight and Death, Theodor Baierl
|
o
|
"The Silent Reaper," punch, 1858
|
o
|
|
o
|
Renaissance Stone-carving
|
o
|
From Harper's, 1861, depicting Jefferson Davis as the Reaper
|
o
|
Gustave Dore
|
o
|
Albrecht Durer, Knight, Death, and Devil
|
o
|
|
o
|
|
o
|
He gazed at the flowers with tearful eyes,
He kissed their drooping leaves;
It was for the Lord of Paradise
He bound them in his sheaves.
Edited by - Valnta on 05/12/2005 17:55:09
And poppies or charms can make us sleep as well
And better than thy stroke. Why swellst thou then?
|
o
|
|
o
|
There is a Reaper whose name is Death,
And, with his sickle keen,
He reaps the bearded grain at a breath,
And the flowers that grow between.
``Shall I have nought that is fair?'' saith he;
``Have nought but the bearded grain?
Though the breath of these flowers is sweet to me,
I will give them all back again.''
|
o
|
Felicien Rops, Lady Death
|
o
|
19th Century
|
o
|
19th Century
|
o
|
Medieval
|
o
|
"Death and the King," German
|
o
|
Pierre Cecile Puvis, 1872
|
o
|
Alfred Rethel, Death the Friend
|
o
|
Gaetano Previati , Cronos
|
o
|
"My Lord has need of these flowerets gay,''
The Reaper said, and smiled;
"Dear tokens of the earth are they,
Where he was once a child."
The Angel of Death
One short sleep past, we wake eternally,
And death shall be no more; Death, thou shalt die!
~John Donne
Martin- the Destroying angel
|
o
|
Thomas Cooper Gotch, Death the Bride
|
o
|
Evelyn DeMorgan, the Angel of Death
|
o
|
Marianne Stokes, death and the maiden
|
o
|
Carlos Schwabe, Death and the Grave Digger
|
o
|
George Frederic Watts: Time, Death, and Judgement
|
o
|
Simeon Solomon, Angel of Death
|
o
|
Elihu Vedder , The Cup of Death
|
o
|
Evelyn De Morgan, the Field of the Slain
|
o
|
Carlos Schwabe, Day of the dead
|
o
|





































































































