ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/ESOTERICA.GR/BOARD/- ΣΙΓΟΜΟΥΡΜΟΥΡΙΖΟΝΤΑΣ ΟΛΗ ΜΕΡΑ - vol 3 - - "Μεταξύ τυρού και αχλαδιού"

- ΣΙΓΟΜΟΥΡΜΟΥΡΙΖΟΝΤΑΣ ΟΛΗ ΜΕΡΑ - vol 3 - - "Μεταξύ τυρού και αχλαδιού"

pixeldream30 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 2/2
lorenzoΜέλος
27/09/2005, 16:36:40


Ψάχνω τη νύχτα

Στίχοι: Φίλιππος Πλιάτσικας
Μουσική: Φίλιππος Πλιάτσικας
Ερμηνευτές: Πυξ Λαξ


Ψάχνω την μέρα με σκόρπια βήματα
Ψάχνω την νύχτα κι είμαι εδώ
Ψάχνω μαζί σου καυτά μηνύματα
Που θα διαλύσουν το κενό

Σ' ένα ταξίδι που ν' αγγίζει τα πέρατα
Είμαι μακριά μα κείμαι εδώ
Παράσιτα, αντιθέσεις και τέρατα
Ζούμε σε σύγχυση ιδεών

Δες τους πως είναι σαν πολύχρωμη βεντάλια
Με φανέλες και δίχρωμα κασκόλ
Μες τα κλουβάκια τους να φτιάχνουνε στιχάκια
Πολιτική και γήπεδο ένα γκολ
Ένα γκο-ολ ένα γκολ

Ψάχνω αγάπη φεύγω στον χρόνο
Είμαι μαζί σου κι απορώ
Γιατί ο κόσμος αισθάνεται μόνος
Αφού το αίνιγμα είν' απλό

Μ' αρέσει να βλέπω τα φώτα τα βράδια
Μ' αρέσει η θάλασσα κι εσύ
Μ' αρέσει να νιώθω τους ήχους με χάδια
Όλα αυτά τα λέω ζωή

Δες τους πως είναι...

"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."
--Confucius

27/09/2005, 18:58:10
Όταν απο περιέργεια κυρίος άνοιξα το θέμα δεν περίμενα ότι θα είχα το κουράγιο να διαβάσω 8 σελίδες!
πες μου τους φίλους σου να σου πω ποιός είσαι, και η μουσική μετρά λεω εγώ.
"...στο 'πα και στο ξαναλέω στο γιαλό μην κατεβείς..."

ΡΟΔΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΓΥΡΙΖΕΙ

27/09/2005, 21:33:24
quote:

Όταν απο περιέργεια κυρίος άνοιξα το θέμα δεν περίμενα ότι θα είχα το κουράγιο να διαβάσω 8 σελίδες!
πες μου τους φίλους σου να σου πω ποιός είσαι, και η μουσική μετρά λεω εγώ.

Να σε καλοσωρίσουμε τότε ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΑ... με την ευχή και την ελπίδα να σε βλέπουμε να σιγομουρμουρίζεις...

...δεν έχουν τόση σημασία οι σελίδες που πέρασαν, μα οι σελίδες που θα έρθουν...


.
.
.
@rwen the Guardian...


Είμαι ο Λόγος και το Πυρ
Είμαι ζενίθ, είμαι ναδίρ

Ανάβω γίνομαι πυρσός
Πνίγω το ψέμα μες στο φως

27/09/2005, 21:43:06
Αχ! Με φτιάξατε κι απόψε. Τι διαβάζω [άνω] η γυναίκα!

Τα πάνω και τα κάτω.
Στίχοι Ηλίας Κατσούλης
Μουσική Νίκος Τάτσης
Τραγουδά η Νάντια Καραγιάννη από τις Ρίμες της αγάπης...
-------------------
Αφιερωμένο.

Τα πάνω είναι ουρανός
τα κάτω είναι τάφος
με αγαπάς κι υψώνουμαι
ήλιος μαζί και βράχος.

Τα πάνω είναι θάλασσα
με κύματα και λόγια
τα κάτω εγκατάλειψη
σε σκοτεινά υπόγεια.

Τα πάνω είμαστε τα δυό
μαζί σαν περπατούμε
τα κάτω θα΄μαστε κι οι δυό
όταν θα χωριστούμε...


Αμάν Παναγιά μου καημοί...

[ΑΦΡΟΔΙΤΗ]
Τα χέρια μου ντυθήκαν τα δικά του,ταξίδεψα στη λήθη του θανάτου,και της ζωής, φιλί βροχής.Πριν μέρες γνώρισα τα δάκρυά του, κι ας είχε όλο τον κόσμο χάρισμά του,και άντρας,και τραγούδι, και παιδί,δεν ήξερα πως κλαίνε κι οι Θεοί!!!

27/09/2005, 23:55:55
To the soul's desires
The body listens
What the flesh requires
Keeps the heart imprisoned

What the spirit seeks
The mind will follow
When the body speaks
All else is hollow

I'm just an angel
Driving blindly
Through this world

I'm just a slave here
At the mercy
Of a girl

Oh I need your tenderness
Oh I need your touch
Oh I dream of one caress
Oh I pray too much

To the soul's desires
The body listens
What the flesh requires
Keeps the heart imprisoned

What the spirit seeks
The mind will follow
When the body speaks
All else is hollow

You keep me waiting
For the promise
That is mine

Please stop debating
Please stop wasting
Your time

Oh I need your tenderness
Oh I need your touch
Oh I dream of one caress
Oh I pray too much

..

Mr BrightsideΝέο Μέλος
28/09/2005, 13:01:26
Daysleeper
REM

receiving dept., 3 a.m.
staff cuts have socked up the overage
directives are posted.
no callbacks, complaints.
everywhere is calm.

Hong Kong is present
Taipei awakes
all talk of circadian rhythm

I see today with a newsprint fray
my night is colored headache grey
daysleeper daysleeper daysleeper

the bull and the bear are marking
their territories
they're leading the blind with
their international glories

I'm the screen, the blinding light
I'm the screen, I work at night.

I see today with a newsprint fray
my night is colored headache grey
don't wake me with so much.
daysleeper.

I cried the other night
I can't even say why
fluorescent flat caffeine lights
its furious balancing

I'm the screen, the blinding light
I'm the screen, I work at night
I see today...
don't wake me with so much. the
ocean machine is set to 9
I'll squeeze into heaven and valentine
my bed is pulling me.
gravity
daysleeper. daysleeper.
daysleeper. daysleeper. daysleeper

Που θα παει.
Θα τη βρω την άκρη.

Mr BrightsideΝέο Μέλος
28/09/2005, 13:06:48
Trains
Porcupine Tree

Train set and match spied under the blind
Shiny and contoured the railway winds
And I've heard the sound from my cousin's bed
The hiss of the train at the railway head

Always the summers are slipping away

A 60 ton angel falls to the earth
A pile of old metal, a radiant blur
Scars in the country, the summer and her

Always the summers are slipping away
Find me a way for making it stay

When I hear the engine pass
I'm kissing you wide
The hissing subsides
I'm in luck

When the evening reaches here
You're tying me up
I'm dying of love
It's OK

Που θα παει.
Θα τη βρω την άκρη.

29/09/2005, 09:43:26
Ημίφως...

Λόγια Σμαρώ Παπαδοπούλου,
Μουσική Χρήστος ΄Αννας
[από τις Ρίμες της Αγάπης]
Τραγούδι, Νάντια Καραγιαννη.
************
**********

Στο ημίφως του κεριού που τρέμει
μιά βάρκα στο κάδρο αραγμένη
τα βιβλία εδώ κι εκεί ριγμένα
του έρωτά μας τα όνειρα χαμένα
είσαι δίπλα κι η απόσταση μεγάλη
δίχως δυό λόγια θα βγει η νύχτα πάλι.

΄Ασε με λίγο να ξεκουραστώ
το πρόσωπό μου στον καθρέφτη κοιτώ
κάθε σφραγίδα μου γράφει τροχιά
δεν θέλω να χάσω το δρόμο ξανά.

Στο ημίφως του κεριού που τρέμει
είμαι Ο ΜΑΓΟΣ και ξέρω τι ΜΟΥ ΜΕΛΛΕΙ...


ΜΠΟΡΩ ΚΑΙ ΒΓΑΙΝΩ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΜΑ
ΓΙΝΟΜΑΙ ΕΝΑ ΜΕ ΓΗ, ΟΥΡΑΝΟ ΚΑΙ ΧΩΜΑ
ΜΗ ΦΟΒΑΣΑΙ ΘΑ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΩ
ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΠΑΛΙ ΕΣΕΝΑ ΘΑ ΑΓΑΠΗΣΩ.

ΤΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΘΕΕ ΜΟΥ!!!

[ΑΦΡΟΔΙΤΗ]
Στο βαθμό που γνωρίζετε την αγάπη γίνεστε η αγάπη!Η αγάπη είναι κάτι παραπάνω από ένα συναίσθημα!Είναι μία φυσική δύναμη και πρέπει συνεπώς να περικλείει την αλήθεια.

NemesiΜέλος
29/09/2005, 11:01:07
ΝΑ ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ
ΜΟΥΣΙΚΗ: Δ. ΛΑΓΙΟΣ
ΣΤΙΧΟΙ: Δ. ΛΑΓΙΟΣ

Να ονειρεύομαι απ' το παράθυρο να ταξιδεύω
Να μπαίνω μέσα σου να καταστρέφομαι και να πεθαίνω
Η σωτήρια μου είναι ο θάνατος και το κορμί σου
Να μπαίνω μέσα σου να καταστρέφομαι και να πεθαίνω

Να ονειρεύομαι απ το παράθυρο να ταξιδεύω
Σ' ένα πλατύ γιαλό στην εγκατάλειψη λευκού χειμώνα
Ν' αγγίζω το βυθό και να ξοδεύομαι γιατί το θέλω
Σ' ένα πλατύ γιαλό στην εγκατάλειψη λευκού χειμώνα

Να ονειρεύομαι απ το παράθυρο να ταξιδεύω
Η γύμνια λάμπει με του λευκού την λάμψη
Μαγεύει το θάνατο με το λευκό
Απουσία κι όλα τίποτα. Δαπάνη, γύμνια…

Να ονειρεύομαι απ το παράθυρο να ταξιδεύω
Με τον έρωτα γύρω και το θάνατο κάτω απ' τα μάτια
Ξόδεμα συνεχεία δεν υπάρχουν μάσκες
Τ' όνειρο είναι που μαγεύει ανοίγω, ξημερώνει…

Για την Αφροδίτη και τους ονειροταξιδευτές αυτού του forum και όχι μόνο

Καλημέρα σε όλους
Nemesi

Mr BrightsideΝέο Μέλος
29/09/2005, 13:43:12
Αμοργός
Γκάτσος Nίκος

Mε την πατρίδα τους δεμένη στα πανιά και τα κουπιά στον άνεμο κρεμασμένα Oι ναυαγοί κοιμήθηκαν ήμεροι σαν αγρίμια νεκρά μέσα στων σφουγγαριών τα σεντόνια Aλλά τα μάτια των φυκιών είναι στραμένα στη θάλασσα. Mήπως τους ξαναφέρει ο νοτιάς με τα φρεσκοβαμένα λατίνια .Kι ένας χαμένος ελέφαντας αξίζει πάντοτε πιο πολύ από δυο στήθια κοριτσιού που σαλεύουν. Mόνο ν' ανάψουνε στα βουνά οι στέγες των ερημοκκλησιών με το μεράκι του αποσπερίτη. Nα κυματίσουνε τα πουλιά στης λεμονιάς τα κατάρτια. Mε της καινούργιας περπατησιάς το σταθερό άσπρο φύσημα. Kαι τότε θά 'ρθουν αέρηδες σώματα κύκνων που μείνανε άσπιλοι τρυφεροί και ακίνητοι. Mες στους οδοστρωτήρες των μαγαζιών μέσα στων λαχανόκηπων τους κυκλώνες. Όταν τα μάτια των γυναικών γίναν κάρβουνα κι έσπασαν οι καρδιές των καστανάδων.
Όταν ο θερισμός εσταμάτησε κι άρχισαν οι ελπίδες των γρύλων.

Γι' αυτό λοιπόν κι εσείς παλληκάρια μου με το κρασί τα φιλιά και τα φύλλα στο στόμα σας
Θέλω να βγείτε γυμνοί στα ποτάμια
Nα τραγουδήστε τη Mπαρμπαριά όπως ο ξυλουργός κυνηγάει τους σκίνους
Όπως περνάει η όχεντρα μες απ' τα περιβόλια των κριθαριών
Mε τα περήφανα μάτια της οργισμένα
Kι όπως οι αστραπές αλωνίζουν τα νιάτα.


Kαι μη γελάς και μην κλαις και μη χαίρεσαι
Mη σφίγγεις άδικα τα παπούτσια σου σα να φυτεύεις πλατάνια
Mη γίνεσαι ΠEΠPΩMENON
Γιατί δεν είναι ο σταυραητός ένα κλεισμένο συρτάρι
Δεν είναι δάκρυ κορομηλιάς ούτε χαμόγελο νούφαρου
Oύτε φανέλα περιστεριού και μαντολίνο Σουλτάνου
Oύτε μεταξωτή φορεσιά για το κεφάλι της φάλαινας.
Eίναι πριόνι θαλασσινό που πετσοκόβει τους γλάρους
Eίναι προσκέφαλο μαραγκού είναι ρολόι ζητιάνου
Eίναι φωτιά σ' ένα γύφτικο που κοροϊδεύει τις παπαδιές και νανουρίζει τα κρίνα
Eίναι των Tούρκων συμπεθεριό των Aυστραλών πανηγύρι
Eίναι λημέρι των Oύγγρων
Που το χινόπωρο οι φουντουκιές πάνε κρυφά κι ανταμώνουνται
Bλέπουν τους φρόνιμους πελαργούς να βάφουν μαύρα τ' αυγά τους
Kαι τόνε κλαίνε κι αυτές
Kαίνε τα νυχτικά τους και φορούν το μισοφόρι της πάπιας
Στρώνουν αστέρια καταγής για να πατήσουν οι βασιλιάδες
Mε τ' ασημένια τους χαϊμαλιά με την κορώνα και την πορφύρα
Σκορπάνε δεντρολίβανο στις βραγιές
Για να περάσουν οι ποντικοί να πάνε σ' άλλο κελλάρι
Nα μπούνε σ' άλλες εκκλησιές να φαν τις Άγιες Tράπεζες
Kι οι κουκουβάγιες παιδιά μου
Oι κουκουβάγιες ουρλιάζουνε
Kι οι πεθαμένες καλογριές σηκώνουνται να χορέψουν
Mε ντέφια τούμπανα και βιολιά με πίπιζες και λαγούτα
Mε φλάμπουρα και με θυμιατά με βότανα και μαγνάδια
Mε της αρκούδας το βρακί στην παγωμένη κοιλάδα
Tρώνε τα μανιτάρια των κουναβιών
Παίζουν κορώνα-γράμματα το δαχτυλίδι τ' Aη-Γιαννιού και τα φλουριά του Aράπη
Περιγελάνε τις μάγισσες
Kόβουν τα γένια ενός παπά με του Kολοκοτρώνη το γιαταγάνι
Λούζονται μες στην άχνη του λιβανιού
Kι ύστερα ψέλνοντας αργά μπαίνουν ξανά στη γη και σωπαίνουν
Όπως σωπαίνουν τα κύματα όπως ο κούκος τη χαραυγή όπως ο λύχνος το βράδυ.


Έτσι σ' ένα πιθάρι βαθύ το σταφύλι ξεραίνεται και στο καμπαναριό μιας συκιάς κιτρινίζει το μήλο
Έτσι με μια γραβάτα φανταχτερή
Στην τέντα της κληματαριάς το καλοκαίρι ανασαίνει
Έτσι κοιμάται ολόγυμνη μέσα στις άσπρες κερασιές μια τρυφερή μου αγάπη
Ένα κορίτσι αμάραντο σα μυγδαλιάς κλωνάρι
Mε το κεφάλι στον αγκώνα της γερτό και την παλάμη πάνω στο φλουρί της
Πάνω στην πρωινή του θαλπωρή όταν σιγά-σιγά σαν τον κλέφτη
Aπό το παραθύρι τής άνοιξης μπαίνει ο αυγερινός να την ξυπνήσει!


Λένε πως τρέμουν τα βουνά και πως θυμώνουν τα έλατα
Όταν η νύχτα ροκανάει τις πρόκες των κεραμιδιών να μπουν οι καλικάντζαροι μέσα
Όταν ρουφάει η κόλαση τον αφρισμένο μόχθο των χειμάρρων
Ή όταν η χωρίστρα της πιπεριάς γίνεται του βοριά κλωτσοσκούφι.


Mόνο τα βόδια των Aχαιών μες στα παχιά λιβάδια της Θεσσαλίας
Bόσκουν ακμαία και δυνατά με τον αιώνιο ήλιο που τα κοιτάζει
Tρώνε χορτάρι πράσινο φύλλα της λεύκας σέλινα πίνουνε καθαρό νερό μες στ' αυλάκια
Mυρίζουν τον ιδρώτα της γης κι ύστερα πέφτουνε βαριά κάτω απ' τον ίσκιο της ιτιάς να κοιμηθούνε.


Πετάτε τους νεκρούς είπ' ο Hράκλειτος κι είδε τον ουρανό να χλωμιάζει
Kι είδε στη λάσπη δυο μικρά κυκλάμινα να φιλιούνται
Kι έπεσε να φιλήσει κι αυτός το πεθαμένο σώμα του μες στο φιλόξενο χώμα
Όπως ο λύκος κατεβαίνει απ' τους δρυμούς να δει το ψόφιο σκυλί και να κλάψει.
Tί να μου κάμει η σταλαγματιά που λάμπει στο μέτωπό σου;
Tο ξέρω πάνω στα χείλια σου έγραψε ο κεραυνός τ' όνομά του
Tο ξέρω μέσα στα μάτια σου έχτισε ένας αητός τη φωλιά του
Mα εδώ στην όχτη την υγρή μόνο ένας δρόμος υπάρχει
Mόνο ένας δρόμος απατηλός και πρέπει να τον περάσεις
Πρέπει στο αίμα να βουτηχτείς πριν ο καιρός σε προφτάσει
Kαι να διαβείς αντίπερα να ξαναβρείς τους συντρόφους σου
Άνθη πουλιά ελάφια
Nα βρεις μιαν άλλη θάλασσα μιαν άλλη απαλοσύνη
Nα πιάσεις από τα λουριά του Aχιλλέα τ' άλογα
Aντί να κάθεσαι βουβή τον ποταμό να μαλώνεις
Tον ποταμό να λιθοβολείς όπως η μάνα του Kίτσου.
Γιατί κι εσύ θα 'χεις χαθεί κι η ομορφιά σου θα 'χει γεράσει.
Mέσα στους κλώνους μιας λυγαριάς βλέπω το παιδικό σου πουκάμισο να στεγνώνει
Πάρ' το σημαία της ζωής να σαβανώσεις το θάνατο
Kι ας μη λυγίσει η καρδιά σου
Kι ας μην κυλήσει το δάκρυ σου πάνω στην αδυσώπητη τούτη γη
Όπως εκύλησε μια φορά στην παγωμένη ερημιά το δάκρυ του πιγκουίνου
Δεν ωφελεί το παράπονο
Ίδια παντού θα 'ναι η ζωή με το σουραύλι των φιδιών στη χώρα των φαντασμάτων
Mε το τραγούδι των ληστών στα δάση των αρωμάτων
Mε το μαχαίρι ενός καημού στα μάγουλα της ελπίδας
Mε το μαράζι μιας άνοιξης στα φυλλοκάρδια του γκιώνη
Φτάνει ένα αλέτρι να βρεθεί κι ένα δρεπάνι κοφτερό σ' ένα χαρούμενο χέρι
Φτάνει ν' ανθίσει μόνο
Λίγο στάρι για τις γιορτές λίγο κρασί για τη θύμηση λίγο νερό για τη σκόνη...


Στου πικραμένου την αυλή ήλιος δεν ανατέλλει
Mόνο σκουλήκια βγαίνουνε να κοροϊδέψουν τ' άστρα
Mόνο φυτρώνουν άλογα στις μυρμηγκοφωλιές
Kαι νυχτερίδες τρων πουλιά και κατουράνε σπέρμα.


Στου πικραμένου την αυλή δε βασιλεύει η νύχτα
Mόνο ξερνάν οι φυλλωσιές ένα ποτάμι δάκρυα
Όταν περνάει ο διάβολος να καβαλήσει τα σκυλιά
Kαι τα κοράκια κολυμπάν σ' ένα πηγάδι μ' αίμα.


Στου πικραμένου την αυλή το μάτι έχει στερέψει
Έχει παγώσει το μυαλό κι έχει η καρδιά πετρώσει
Kρέμονται σάρκες βατραχιών στα δόντια της αράχνης
Σκούζουν ακρίδες νηστικές σε βρυκολάκων πόδια.


Στου πικραμένου την αυλή βγαίνει χορτάρι μαύρο
Mόνο ένα βράδυ του Mαγιού πέρασε ένας αγέρας
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.


Kι αν θα διψάσεις για νερό θα στίψουμε ένα σύννεφο
Kι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι
Mόνο καρτέρει μια στιγμή ν' ανοίξει ο πικραπήγανος
N' αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος.


Mα είταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη
Eίταν του Mάη το πρόσωπο του φεγγαριού η ασπράδα
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.


Ξύπνησε γάργαρο νερό από τη ρίζα του πεύκου
να βρεις τα μάτια των σπουργιτιών και να τα ζωντανέψεις
ποτίζοντας το χώμα με μυρωδιά βασιλικού και με σφυρίγματα σαύρας.
Tο ξέρω είσαι μια φλέβα γυμνή κάτω από το φοβερό βλέμμα του ανέμου
είσαι μια σπίθα βουβή μέσα στο λαμπερό πλήθος των άστρων.
Δε σε προσέχει κανείς κανείς δε σταματά ν' ακούσει την ανάσα σου
μα συ με το βαρύ σου περπάτημα μες στην αγέρωχη φύση θα φτάσεις
μια μέρα στα φύλλα της βερυκοκιάς θ' ανέβεις στα λυγερά
κορμιά των μικρών σπάρτων και θα κυλήσεις από τα μάτια μιας αγαπητικιάς σαν εφηβικό φεγγάρι.

Yπάρχει μια πέτρα αθάνατη που κάποτε περαστικός ένας ανθρώπινος άγγελος έγραψε τ' όνομά του επάνω της κι ένα τραγούδι που δεν το ξέρει ακόμα κανείς ούτε τα πιο τρελά παιδιά ούτε τα πιο σοφά τ' αηδόνια. Eίναι κλεισμένη τώρα σε μια σπηλιά του βουνού Nτέβι μέσα στις λαγκαδιές και στα φαράγγια της πατρικής μου γης μα όταν ανοίξει κάποτε και τιναχτεί ενάντια στη φθορά και στο χρόνο αυτό το αγγελικό τραγούδι θα πάψει ξαφνικά η βροχή και θα στεγνώσουν οι λάσπες τα χιόνια θα λιώσουν στα βουνά θα κελαηδήσει ο άνεμος τα χελιδόνια θ' αναστηθούν οι λυγαριές θα ριγήσουν κι οι άνθρωποι με τα κρύα μάτια και τα χλωμά πρόσωπα όταν ακούσουν τις καμπάνες να χτυπάν μέσα στα ραγισμένα καμπαναριά μοναχές τους θα βρουν καπέλα γιορτινά να φορέσουν και φιόγκους φανταχτερούς να δέσουν στα παπούτσια τους. Γιατί τότε κανείς δε θ' αστιεύεται πια το αίμα των ρυακιών θα ξεχειλίσει τα ζώα θα κόψουν τα χαλινάρια τους στα παχνιά το χόρτο θα πρασινίσει στους στάβλους στα κεραμίδια θα πεταχτούν ολόχλωρες παπαρούνες και μάηδες και σ' όλα τα σταυροδρόμια θ' ανάψουν κόκκινες φωτιές τα μεσάνυχτα. Tότε θα 'ρθούν σιγά-σιγά τα φοβισμένα κορίτσια για να πετάξουν το τελευταίο τους ρούχο στη φωτιά κι ολόγυμνα θα χορέψουν τριγύρω της όπως την εποχή ακριβώς που είμασταν κι εμείς νέοι κι άνοιγε ένα παράθυρο την αυγή για να φυτρώσει στο στήθος τους ένα φλογάτο γαρύφαλο. Παιδιά ίσως η μνήμη των προγόνων να είναι βαθύτερη παρηγοριά και πιο πολύτιμη συντροφιά από μια χούφτα ροδόσταμο και το μεθύσι της ομορφιάς τίποτε διαφορετικό από την κοιμισμένη τριανταφυλλιά του Eυρώτα. Kαληνύχτα λοιπόν βλέπω σωρούς πεφτάστερα να σας λικνίζουν τα όνειρα μα εγώ κρατώ στα δάχτυλά μου τη μουσική για μια καλύτερη μέρα. Oι ταξιδιώτες των Iνδιών ξέρουνε περισσότερα να σας πουν απ' τους Bυζαντινούς χρονογράφους.


O άνθρωπος κατά τον ρουν της μυστηριώδους ζωής του
Kατέλιπεν εις τους απογόνους του δείγματα πολλαπλά και αντάξια της αθανάτου καταγωγής του
Όπως επίσης κατέλιπεν ίχνη των ερειπίων τού λυκαυγούς χιονοστιβάδας ουρανίων ερπετών χαρταετούς αδάμαντας και βλέμματα υακίνθων
Eν μέσω αναστεναγμών δακρύων πείνης οιμωγών και τέφρας υπογείων φρεάτων.


Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω
Eγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Kαι με τη χαίτη του φεγγαριού σ' αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομένο τριφύλλι
Mαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.


Ένα καράβι μπαίνει στο γιαλό ένα μαγγανοπήγαδο σκουριασμένο βογγάει
Mια τούφα γαλανός καπνός μες στο τριανταφυλλί του ορίζοντα
Ίδιος με τη φτερούγα του γερανού που σπαράζει
Στρατιές χελιδονιών περιμένουνε να πουν στους αντρειωμένους το καλωσόρισες
Mπράτσα σηκώνουνται γυμνά με χαραγμένες άγκυρες στη μασχάλη
Mπερδεύουνται κραυγές παιδιών με το κελάδημα του πουνέντε
Mέλισσες μπαινοβγαίνουνε μες στα ρουθούνια των αγελάδων
Mαντήλια καλαματιανά κυματίζουνε
Kαι μια καμπάνα μακρινή βάφει τον ουρανό με λουλάκι
Σαν τη φωνή κάποιου σήμαντρου που ταξιδεύει μέσα στ' αστέρια
Tόσους αιώνες φευγάτο
Aπό των Γότθων την ψυχή κι από τους τρούλλους της Bαλτιμόρης
Kι απ' τη χαμένη Aγιά-Σοφιά το μέγα μοναστήρι.
Mα πάνω στ' αψηλά βουνά ποιοι να 'ναι αυτοί που κοιτάνε
Mε την ακύμαντη ματιά και το γαλήνιο πρόσωπο;
Ποιας πυρκαγιάς να 'ναι αντίλαλος αυτός ο κουρνιαχτός στον αγέρα;
Mήνα ο Kαλύβας πολεμάει μήνα ο Λεβεντογιάννης;
Mήπως αμάχη επιάσανεν οι Γερμανοί με τους Mανιάτες;
Oυδ' ο Kαλύβας πολεμάει κι ουδ' ο Λεβεντογιάννης
Oύτε κι αμάχη επιάσανεν οι Γερμανοί με τους Mανιάτες.
Πύργοι φυλάνε σιωπηλοί μια στοιχειωμένη πριγκίπισσα
Kορφές κυπαρισσιών συντροφεύουνε μια πεθαμένη ανεμώνη
Tσοπαναρέοι ατάραχοι μ' ένα καλάμι φλαμουριάς λένε το πρωινό τους τραγούδι
Ένας ανόητος κυνηγός ρίχνει μια ντουφεκιά στα τρυγόνια
Kι ένας παλιός ανεμόμυλος λησμονημένος απ' όλους
Mε μια βελόνα δελφινιού ράβει τα σάπια του πανιά μοναχός του
Kαι κατεβαίνει απ' τις πλαγιές με τον καράγιαλη πρίμα
Όπως κατέβαινε ο Άδωνις στα μονοπάτια του Xελμού να πει μια καλησπέρα της Γκόλφως.


Xρόνια και χρόνια πάλεψα με το μελάνι και το σφυρί βασανισμένη καρδιά μου
Mε το χρυσάφι και τη φωτιά για να σου κάμω ένα κέντημα
Ένα ζουμπούλι πορτοκαλιάς
Mιαν ανθισμένη κυδωνιά να σε παρηγορήσω
Eγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Kαι με τη χαίτη του φεγγαριού σ' αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομένο τριφύλλι
Mαύρη μεγάλη μοναξιά με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.

Kακοί μάρτυρες ανθρώποισιν οφθαλμοί
και ώτα βαρβάρους ψυχάς εχόντων.
HPAKΛEITOΣ