- ΣΙΓΟΜΟΥΡΜΟΥΡΙΖΟΝΤΑΣ ΟΛΗ ΜΕΡΑ Vol. - 2 - - "Μεταξύ τυρού και αχλαδιού"
Ο Χάρος έκατσε ψηλά και τραγουδεί πανώρια,
λέει τραγούδια τση χαράς και περισσοκαυκάται.
"Για ιδέ σπίθιαν τα ρήμαξα κι' αυλαίς αράχνιασά τσοι,
και αδέρφια που ξεχώρισα, πού σαν αγαπημένα,
κ' οι στράταις καμαρώναν τα κι' ο κόσμος έτρεμέν τα.
Χώρισα μάνναις 'πο παιδιά, παιδιά 'πού τσοι μαννάδες,
εχώρισα κι' αντρόϋνα που σαν αγαπημένα."
The She Mantis... hardly...
Έχω μια αγάπη φλέβα στο λαιμό
Μου τραγουδάει έναν παλιό καημό
κι όσο πλαγιάζω τόσα ξύπνια αντέχει
Έχω μια αγάπη κοφτερό γυαλί
Χίλια κομμάτια κόβει το φιλί
κι ας με ματώνει, ξέρω με προσέχει
Έχω μια αγάπη, μια πληγή
που μένει χρόνια ανοιχτή
Κι όταν αλλάζει λίγο ο καιρός
τότε πονάω σαν τρελός
και σε θυμάμαι, ψέματα να πω
Πανάθεμά με, σ' αγαπώ
Έχω μια αγάπη, βλέμμα σιωπηλό
Κι αν με τρομάζει, εγώ την απειλώ
Κλείνω τα μάτια, μα είναι πάντα εμπρός μου
Έχω μια αγάπη, φλόγα δυνατή
που με ζεσταίνει, φίλη μου καλή
Μα όταν λείπει, γίνεται εχθρός μου
Έχω μια αγάπη, μια πληγή
που μένει χρόνια ανοιχτή
Κι όταν αλλάζει λίγο ο καιρός
τότε πονάω σαν τρελός
και σε θυμάμαι, ψέματα να πω
Πανάθεμά με, σ' αγαπώ
Έχω μια αγάπη ~ Πασχάλης Τερζής
The She Mantis...
Κι ήταν πάντα η νύχτα
Α.Πρωτοψάλτη
Φτάσαμε κι απόψε στου καημού την ώρα
πώς να φύγω τώρα πώς να σ'αρνηθώ
Μια σκουριά για θαύμα κι ένα φως κηλίδα
άστραψε και σ'είδα πριν σε θυμηθώ
Κι ήταν πάντα η νύχτα
Τις φωνές που πνίγει
Για να αντέχουν λίγοι
Κι ήταν πάντα η νύχτα
Κι ήταν που κοιτούσες όλα αυτά που σβήνουν
τι μπορούν να γίνουν μ'ένα "Σ'Αγαπώ"
Φτάσαμε κι απόψε στη στροφή του δρόμου
σαν ταινία τρόμου που δε θες να δω
Μια ζωή χαμένη μ'ένα λάθος βέλος
Κι άρχιζα απ'το τέλος το σκοτάδι αυτό
Galadriel των Λευκών Λυγμών

1899 αλήθειες + 1 ψέμμα...
Μέσα στη βουή του δρόμου
Domenica
Μέσα στη βουή του δρόμου
ήταν να βρω το όνειρό μου...
να το βρω και να το χάσω
και ούτε πια που θα το φτάσω
Μια στιγμή πέρασε μπρος μου
και ήταν η χαρά του κόσμου
η χαρά που μας ματώνει
σαν η πιο μεγάλη πόρνη
Όνειρο γλυκό και ξένο
και παντοτινά χαμένο
σε κρατώ στο νου μου ακόμα
σαν τριαντάφυλλο στο στόμα
Πέρασες όπως περνούνε
όσα δε θα ξαναρθούνε
σε κρατώ στο νου μου ακόμα
σαν τριαντάφυλλο στο στόμα
Πέρασες όπως περνούνε
όσα δε θα ξαναρθούνε
πουλιά που έχουν φτερουγίσει
σύννεφα μέσα στη δύση
Και άφησε το πέρασμά του
πέρασμα ζωής θανάτου
στην καρδιά μου σαν σφραγίδα
μία πεθαμένη ελπίδα
Galadriel των Λευκών Λυγμών

1899 αλήθειες + 1 ψέμμα...
O.Κ.
Β.Παπακωνσταντίνου
Εκείνος τυλιγμένος σ' ένα μαύρο μπουφάν
πουλάει την αγάπη του όπου βρει δωρεάν
στου άδικου βουλιάζει την νιρβάνα
κάθε μέρα και λέει Ο.Κ.
Εκείνη ονειρεύεται καυτούς προβολείς
το σώμα της αδέσποτο πεδίο βολής
τους ώμους της αδιάφορα στο ψέμα
τους σηκώνει και λέει Ο.Κ.
Εκείνος την καρφώνει μ' ένα βλέμμα σπαθί
ρισκάρει και στο πνεύμα της να μπει προσπαθεί
Το ξέρει πως στο τέλος αν θα χάσει
το παιχνίδι δε λέει
Μα κείνη μια πυθία με τα μάτια κλειστά
αιώνες δικασμένη να μαντεύει σωστά
την καύτρα του τσιγάρου της κοιτάζει
κι από μέσα της λέει Ο.Κ.
Εκείνος στο γκρεμό του απαθής εντελώς
απ' έξω καθώς πρέπει κι από μέσα τρελός
τη στάχτη του τινάζει στο μεγάλο στο τασάκι
και λέει Ο.Κ.
Εκείνη μια μουτζούρα σε σκισμένο καμβά
τα βάζει με την τύχη που της πήγε στραβά
στη δύση του θριάμβου της αδειάζει
το ποτήρι και λέει Ο.Κ.
Εκείνος τώρα παίζει με χαρτιά ανοιχτά
τον πόνο του γουστάρει να της πει φωναχτά
τη βλέπει να σηκώνεται πως θα ΄ρθει κατά πάνω του –λέει!
Μα εκείνη που γεννήθηκε να παίζει κρυφτό
να γίνει το φεγγάρι του δεν ήταν γραφτό
αφήνοντας ερείπια την πόρτα κλείνει
πίσω και λέει Ο.Κ.
Galadriel των Λευκών Λυγμών

1899 αλήθειες + 1 ψέμμα...
Θυμήσου τότε που για πλάκα σου ’χα πει:
και μάγκας είμαι και κυρία αν χρειαστεί,
για να σου δείξω πως του ανθρώπου η καρδιά
σε παντελόνια και φουστάνια δεν χωρά.
Άντρες, γυναίκες, όλοι είμαστε παιδιά
ενός θεού που την αγάπη προσκυνά.
Το δάκρυ γένους ουδετέρου δηλαδή,
όπως και τ’ όνειρο, το λάθος, το φιλί.
Δε θα σου κάνω στην αγάπη τον πλασιέ.
Αν θες να πάρεις, είμ’ εδώ. Μολών λαβέ.
Με δύο ξύλα πάντα φτιάχνεται ο σταυρός
και μες στον άνθρωπο κρυμμένος ο θεός.
Το δάκρυ γένους ουδετέρου ~ Μόρφω Τσαϊρέλη
The SheMantis...
Edited by - Mantis on 15/01/2005 00:44:08
Εσύ δε ζεις πουθενά
Μπλέ
Την εικόνα σου πιάνω να γλιστράει απαλά
σε αόρατους χώρους με θεούς και βιολιά.
Μ' ακουμπάς τυχαία λες και δεν είσαι εσύ
Η αγάπη σου φίδι, σε παρθένο νησί.
Εσύ δε ζεις πουθενά μόνο στα ονειρά μου
Εσύ δε ζεις πουθενά!
Το κορμί σου μια νότα που δε λέει να βγει
Η μορφή σου τρελαίνει τέλος δίχως αρχή
Ο λαιμός σου ένας άτλας που κρατάει τη γη
Χέρια, στόμα, λαγόνες, Διονύσια πηγή
Εσύ δε ζεις πουθενά μόνο στα ονειρά μου
Εσύ δε ζεις πουθενά!
Την εικόνα σου πιάνω να γλιστράει απαλά
σε αόρατους χώρους με θεούς και βιολιά.
Μ' ακουμπάς τυχαία λες και δεν είσαι εσύ
Η αγάπη σου φίδι, σε παρθένο νησί
μια και μου τους θύμησες σκαθαράκι...![]()
Galadriel των Λευκών Λυγμών

1899 αλήθειες + 1 ψέμμα...
Κάτι που πάντα βρίσκεται σ' αιώνια εναλλαγή,
κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,
και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη.
Κάτι που θα 'κανε γοργά να φύγει το κοράκι,
που του γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά·
να φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τα φτερά του,
προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα του Νοτιά.
Κάτι που θα 'κανε τα υγρά, παράδοξά σας μάτια,
που αβρές μαθήτριες τα' αγαπούν και σιωπηροί ποιηταί,
χαρούμενα και προσδοκία γεμάτα να γελάσουν
με κάποιον τρόπο που, όπως λεν, δε γέλασαν ποτέ.
Γνωρίζω κάτι, που μπορούσε, βέβαια, να σας σώσει.
Εγώ που δε σας γνώρισα ποτέ... Σκεφτείτε... Εγώ.
Ένα καράβι... Να σας πάρει, Καίσαρ... Να μας πάρει...
Ένα καράβι που πολύ μακριά θα τ' οδηγώ.
Μια μέρα χειμωνιάτικη θα φεύγαμε.
- Τα ρυμο&υλκά περνώντας θα σφυρίζαν,
τα βρωμερά νερά η βροχή θα ράντιζε,
κι οι γερανοί στους ντόκους θα γυρίζαν.
Οι πολιτείες οι ξένες θα μας δέχονταν,
οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
κι εγώ σ' αυτές αβρά θα σας εσύσταινα
σαν σε παλιές, θερμές μου αγαπημένες.
Τα βράδια, βάρδια κάνοντας, θα λέγαμε
παράξενες στη γέφυρα ιστορίες,
για τους αστερισμούς ή για τα κύματα,
για τους καιρούς, τις άπνοιες, τις πορείες.
Όταν πυκνή η ομίχλη θα μας σκέπαζε,
τους φάρους θε ν' ακούγαμε να κλαίνε
και τα καράβια αθέατα θα τ' ακούγαμε,
περνώντας να σφυρίζουν και να πλένε.
Μακριά, πολύ μακριά να ταξιδεύουμε,
κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει·
εσείς τσιγάρα <<Κάμελ>> να καπνίζετε,
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω ουίσκυ.
Και μια γριά στο Αννάμ, κεντήστρα στίγματος,
- μια γρι&ά σ' ένα πολύβοο καφενείο -
μια αιμάσσουσα καρδιά θα μου στιγμάτιζε,
κι ένα γυμνό, στο στήθος σας, κρανίο.
Και μια βραδιά στη Μπούρμα, ή στη Μπατάβια
στα μάτια μιας Ινδής που θα χορέψει
γυμνή στα δεκαεφτά στιλέτα ανάμεσα,
θα δείτε - ίσως - τη Γκρέτα να επιστρέψει.
Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κι από ένα χωματένιο πεζό μνήμα,
δε θα 'ναι ποιητικότερο και πι' όμορφο,
ο διάφεγγος βυθός και τ' άγριο κύμα;
Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα,
λόγια κοινά, κενά, <<καπνός κι αθάλη>>,
που ίσως διαβάζοντάς τα να με οικτίρετε,
γελώντας και κουνώντας το κεφάλι.
Η μόνη μου παράκληση όμως θα 'τανε,
τους στίχους μου να μην ειρωνευθείτε.
Κι όπως εγώ για έν' αδερφό εδεήθηκα,
για έναν τρελόν εσείς προσευχηθείτε.
Αγαπητέ oannes,
μια και είστε ο δημιουργός αυτού του θέματος θα ήθελα να σας ζητήσω κάτι:
βοήθεια!
κάντε κάτι!
κι άλλα "άτιτλα"?
έλεος!
με εκτίμηση Galadriel

1899 αλήθειες + 1 ψέμμα...
''ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙΣΑΡΑ ΕΜΜΑΝΟΥΙΛ''
ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ ΝΙΚΟΣ
ΜΑΡΑΜΠΟΥ/1933
Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει.
Κάτι που πάντα βρίσκεται σ' αιώνια εναλλαγή,
κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,
και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη.
Κάτι που θα 'κανε γοργά να φύγει το κοράκι,
που του γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά·
να φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τα φτερά του,
προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα του Νοτιά.
Κάτι που θα 'κανε τα υγρά, παράδοξά σας μάτια,
που αβρές μαθήτριες τα' αγαπούν και σιωπηροί ποιηταί,
χαρούμενα και προσδοκία γεμάτα να γελάσουν
με κάποιον τρόπο που, όπως λεν, δε γέλασαν ποτέ.
Γνωρίζω κάτι, που μπορούσε, βέβαια, να σας σώσει.
Εγώ που δε σας γνώρισα ποτέ... Σκεφτείτε... Εγώ.
Ένα καράβι... Να σας πάρει, Καίσαρ... Να μας πάρει...
Ένα καράβι που πολύ μακριά θα τ' οδηγώ.
Μια μέρα χειμωνιάτικη θα φεύγαμε.
- Τα ρυμο&υλκά περνώντας θα σφυρίζαν,
τα βρωμερά νερά η βροχή θα ράντιζε,
κι οι γερανοί στους ντόκους θα γυρίζαν.
Οι πολιτείες οι ξένες θα μας δέχονταν,
οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
κι εγώ σ' αυτές αβρά θα σας εσύσταινα
σαν σε παλιές, θερμές μου αγαπημένες.
Τα βράδια, βάρδια κάνοντας, θα λέγαμε
παράξενες στη γέφυρα ιστορίες,
για τους αστερισμούς ή για τα κύματα,
για τους καιρούς, τις άπνοιες, τις πορείες.
Όταν πυκνή η ομίχλη θα μας σκέπαζε,
τους φάρους θε ν' ακούγαμε να κλαίνε
και τα καράβια αθέατα θα τ' ακούγαμε,
περνώντας να σφυρίζουν και να πλένε.
Μακριά, πολύ μακριά να ταξιδεύουμε,
κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει·
εσείς τσιγάρα <<Κάμελ>> να καπνίζετε,
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω ουίσκυ.
Και μια γριά στο Αννάμ, κεντήστρα στίγματος,
- μια γρι&ά σ' ένα πολύβοο καφενείο -
μια αιμάσσουσα καρδιά θα μου στιγμάτιζε,
κι ένα γυμνό, στο στήθος σας, κρανίο.
Και μια βραδιά στη Μπούρμα, ή στη Μπατάβια
στα μάτια μιας Ινδής που θα χορέψει
γυμνή στα δεκαεφτά στιλέτα ανάμεσα,
θα δείτε - ίσως - τη Γκρέτα να επιστρέψει.
Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κι από ένα χωματένιο πεζό μνήμα,
δε θα 'ναι ποιητικότερο και πι' όμορφο,
ο διάφεγγος βυθός και τ' άγριο κύμα;
Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα,
λόγια κοινά, κενά, <<καπνός κι αθάλη>>,
που ίσως διαβάζοντάς τα να με οικτίρετε,
γελώντας και κουνώντας το κεφάλι.
Η μόνη μου παράκληση όμως θα 'τανε,
τους στίχους μου να μην ειρωνευθείτε.
Κι όπως εγώ για έν' αδερφό εδεήθηκα,
για έναν τρελόν εσείς προσευχηθείτε.
Χμ...Καλύτερα έτσι?
Φιλιά!![]()
τώρα που πέσανε τα πέπλα ξαφνικά.
Πως θες να σ αγαπήσουνε με τούτο το σημάδι
που σκάλισες στη μάσκα σου κρυφά.
Μην κλαις, δεν φτάνει η οδύνη,
δεν φτάνει η θλίψη για ν αναστηθείς.
Πόσες φορές τα μάτια σου θα κλείσεις
μπροστά στο ραγισμένο σου είδωλο.
Κάθε μεσημέρι καίγεσαι,
απο έναν πόνο αβάσταχτο,
πεταλούδα ξάφνου γίνεσαι.
Σε φωτιά μεταμορφώνεσαι,
κάθε μεσημέρι καίγεσαι.
Πως θες να σ αγαπήσουνε με τούτο το σημάδι
που σκάλισες στη μάσκα σου κρυφά.
Είναι αδειανές οι φλέβες σου από αίμα
και μόνο ένας Δαίμονας σκιρτά... αργά!
Κάθε μεσημέρι καίγεσαι,
απο έναν πόνο αβάσταχτο,
πεταλούδα ξάφνου γίνεσαι.
Σε φωτιά μεταμορφώνεσαι,
κάθε μεσημέρι καίγεσαι.
Κρέμεσαι από τον αγέρα
δεν πατάς πουθενά
κρέμεσαι από το πουθενά

Nick Cave and the Bad Seeds
I was just a boy when I sat down
To watch the news on TV
I saw some ordinary slaughter
I saw some routine atrocity
My father said, don't look away
You got to be strong, you got to be bold, now
He said, that in the end it is beauty
That is going to save the world, now
And she moves among the sparrows
And she floats upon the breeze
She moves among the flowers
She moves something deep inside of me
I was walking around the flower show like a leper
Coming down with some kind of nervous hysteria
When I saw you standing there, green eyes, black hair
Up against the pink and purple wisteria
You said, hey, nature boy, are you looking at me
With some unrighteous intention?
My knees went weak,
I couldn't speak, I was having thoughts
That were not in my best interests to mention
And she moves among the flowers
And she floats upon the smoke
She moves among the shadows
She moves me with just one little look
You took me back to your place
And dressed me up in a deep sea diver's suit
You played the patriot, you raised the flag
And I stood at full salute
Later on we smoked a pipe that struck me dumb
And made it impossible to speak
As you closed in, in slow motion,
Quoting Sappho, in the original Greek
She moves among the shadows
She floats upon the breeze
She moves among the candles
And we moved through the days
and through the years
Years passed by, we were walking by the sea
Half delirious
You smiled at me and said, Babe
I think this thing is getting kind of serious
You pointed at something and said
Have you ever seen such a beautiful thing?
It was then that I broke down
It was then that you lifted me up again
She moves among the sparrows
And she walks across the sea
She moves among the flowers
And she moves something deep inside of me
She moves among the sparrows
And she floats upon the breeze
She moves among the flowers
And she moves right up close to me

Tον ψίθυρο των άστρων
έπιασε η γκλάβα μου...
Αρμονία και χάος
∞
Μακάριο βλέπω, σαν Θεό
κείνον που απέναντι σου στέκει κι από κοντά
γεύεται τα λόγια τα γλυκά σου
και το γλυκό ερωτικό σου γέλιο. Στο στήθος η καρδιά μου
σπαρταρά μόλις για μια στιγμή
σε αντικρύσω,
και χάνεται η λαλιά μου.
Θρύψαλα η γλώσσα μου, τα μέλη
μου φωτιά,
τα μάτια μου θολά, δεν βλέπω πια,
και δεν ακούω, μου βουϊζουνε τ'αφτιά.
Κρύος ιδρώτας με περιλούει, σύγκορμη
τρέμω, πρασινίζω
πιότερο κι από χορτάρι,
ο θάνατος θαρρώ με πλησιάζει
Σαπφώ
τι σου είναι οι συνειρμοί φίλε μου.... περίεργο πράμα...
Galadriel των Λευκών Λυγμών

1899 αλήθειες + 1 ψέμμα...
Smile an everlasting smile, a smile can bring you near to me.
Don't ever let me find you down, cause that would bring a tear to me.
This world has lost its glory, let's start a brand new story now, my love.
Right now, there'll be no other time and I can show you how, my love.
Talk in everlasting words, and dedicate them all to me.
And I will give you all my life, I'm here if you should call to me.
You think that I don't even mean a single word I say.
It's only words, and words are all I have, to take your heart away.
Words ~ Bee Gees
The She Mantis... me...
Και θα χαθώ
Ισιδώρα Σιδέρη
Και θα χαθώ από κοντά σου θα χαθώ
καπνός θα γίνω χώμα, χώμα και νερό
και θα χυθώ μες στα ποτάμια θα χυθώ
κοντά σου ούτε ένα, ούτ' ένα λεπτό
Τις Κυριακές θα με ζητάς στις εκκλησιές
τα Σαββατόβραδα θα ψάχνεις στο λιμάνι
στου σκοτωμένου έρωτά μας τις γωνιές
θα κλαις μα τίποτα δε θα σου κάνει
Και θα ριχτώ μέσα στο κύμα θα ριχτώ
αφρός θα γίνω βότσαλο, βότσαλο αλμυρό
και θ' αρνηθώ, όλο τον κόσμο θ' αρνηθώ
κοντά σου ούτε ένα, ούτ' ένα λεπτό
Και θα χαθώ από κοντά σου θα χαθώ
καπνός θα γίνω χώμα, χώμα και νερό
και θα χυθώ μες στα ποτάμια θα χυθώ
κοντά σου ούτε ένα, ούτ' ένα λεπτό
Τις Κυριακές θα με ζητάς στις εκκλησιές
τα Σαββατόβραδα θα ψάχνεις στο λιμάνι
στου σκοτωμένου έρωτά μας τις γωνιές
θα κλαις μα τίποτα δε θα σου κάνει
Galadriel των Λευκών Λυγμών

1899 αλήθειες + 1 ψέμμα...
Edited by - galadriel on 15/01/2005 21:50:06
Το παράθυρο μισόκλειστο, νυχτώνει
Και το φως του φεγγαριού με ξεσηκώνει
Όλα γύρω με τρελαίνουν
Στο μυαλό μου βόλτα βγαίνουν
Όλοι οι δαίμονες κι οι αγγέλοι, ξημερώνει
Στην παλιά την κουνιστή την πολυθρόνα
Μαζευτήκαν ιστορίες του αιώνα
Η μητέρα, η γιαγιά μου
Κι ίσως αύριο τα παιδιά μου
Θα ΄χουν κάτι να ζεσταίνει το χειμώνα
Ό,τι με αγγίζει
Είναι μόνο ό,τι αξίζει
Να θυμάμαι γιατί άντεξε στο χρόνο
Ό,τι με αγγίζει
Μ΄ αγαπά ή με φοβίζει
Θα ΄ναι αύριο μια ανάμνηση και μόνο
Ο αγέρας να φλερτάρει την κουρτίνα
Κι ας μαραίνεται ο κήπος Μάη μήνα
Τώρα φτιάχνω αν με ρωτήσεις
Αυριανές μου αναμνήσεις
Να μου λένε "τι ωραία τα χρόνια εκείνα"
Ό,τι με αγγίζει ~ Ευριδίκη
The She Mantis...
κι εμείς καπεταναίοι
κι είναι στ' αλήθεια τυχεροί
όσοι πεθαίνουν νέοι
Κάθε λιμάνι και καημός
κάθε καημός και δάκρυ
κι είναι η ζωή του καθενός
θάλασσα δίχως άκρη
θάλασσα δίχως άκρη
Πόσες φορές ναυάγησα
μες στα θολά νερά της
και χάθηκε η βάρκα μου
τη μαύρη αγκαλιά της
Κάθε λιμάνι και καημός ~ Πάνος Γαβαλάς
The She Mantis...
μ' έχει φέρει ως εδώ
και στο γύρισμα της μέρας
είπα να σε ξαναδώ
Μου 'πες κάποτε μια λέξη
όταν ζούσα μοναχός
κι ήτανε σαν να 'χε βρέξει
δύο μερόνυχτα ο θεός
Όλη νύχτα η βρύση στάζει
φλέβα που έχει πια κοπεί
σαν βροχή και σαν μαράζι
σε μια τσίγκινη σκεπή
Ένας άπονος αέρας ~ Γιώργος Νταλάρας
The She Mantis...
Ήσουν θεός και τρελός από φως
μες στο νου μου χορεύεις μα δε με ξεγελάς
πες μου το πώς σε μεθάει ο καιρός
μια κι αυτό που γυρεύεις δεν ήτανε για μας
Μες στο μεθύσι δεν τελειώνει η γιορτή
για σένα μιλάω της καρδιάς μου πληγή
κι όταν χαράζει των Κυκλάδων το φως
για δες τραγουδάω σαν παιδάκι σοφός
Φεύγεις νωρίς τέλος μιας εποχής
τα φτερά σου τινάζεις τρέμουν οι ουρανοί
φεύγεις νωρίς έρωτα μιας ζωής
όλα τώρα τ' αλλάζεις κι άλλος δε θα ρθει
Μες στο μεθύσι δεν τελειώνει η γιορτή
σε σένα μιλάω της καρδιάς μου πληγή
κι όταν χαράζει των Κυκλάδων το φως
για δες τραγουδάω σαν παιδάκι σοφός
Ήσουν θεός ~ Γιώργος Νταλάρας
The She Mantis...
χίμηξε κι απόψε να με βρει
Έγινε το σπίτι ένα δάσος πετρωμένο
που 'μοιαζαν τα δέντρα του σταυροί
Έρημο τραγούδι από αίμα κι από χιόνι
κλαίει στα παλιά μου τα χαρτιά
Όπως το φτωχό μου το κορμί, που δεν παλιώνει
για να το πετάξω στη φωτιά
Ήσουνα φεγγάρι κι ήμουνα πουλί
Πέταξα για να σε φτάσω
Κι όταν σε είχα φτάσει μέχρι το φιλί
Σ' έσβησ' η ανατολή
Ήσουνα φεγγάρι ~ Eλένη Δήμου
The She Mantis...