Frendy Sagesse
Νέο ΜέλοςΣυμμετοχή σε θέματα
Πρόσφατα μηνύματα
Φίλη Mariha, συνεχίζεις να εκφράζεσαι υποτιμιτικά για τον θεωρούμενο μεγαλύτερο Έλληνα ηγέτη και έναν από τους μεγαλύτερους του κόσμου.
Γιατί όπως έλεγε και ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος ή αλλιώς Πολ Αρκάς:
"Θέλεις να κρίνεις ασφαλέστερα την εργασία του άλλου; εξέτασε πρώτα εαν ημπορείς να την κάμεις και εσύ και κατόπιν ερώτα τον εαυτό σου διατί δεν την έκαμες."
Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να κρίνουμε τους άλλους αν δεν μπορούμε να τους φτάσουμε, αλλά ότι δεν πρέπει να είμαστε απόλυτοι όταν θέλουμε να τους κατηγορήσουμε.
Κι αν εσύ νομίζεις ότι κρίνεις τη σοφία και την αρετή και όχι τη στρατιωτική ιδιοφυία, μάθε ότι δε νοείται νίκη χωρίς αρετή και ηγεσία χωρίς σοφία.
"2005 Copyright © 2002-2005 by Nikolas Stoidis"
Μου έκανε εντύπωση η συνεργασία ενός Έλληνα με τις ανθελληνικές προπαγάνδες! Έψαξα λοιπόν στο Google για να πάρω πληροφορίες για αυτόν τον Στοϊδη. Τα πρώτα στοιχεία έκαναν λόγο για Έλληνα αρχαιολόγο που μένει στην Έδεσσα.
Συνέχισα το ψάξιμο. Η αλήθεια είναι ότι είναι Βούλγαρος που είχε μετατρέψει το όνομά του σε ελληνικό! Έκανε αίτηση για μετατροπή του ονόματός του από Στοϊδης σε Stojanov, το όνομα του Βούλγαρου παππού του!!! Τι ποιο λογικό από έναν Βούλγαρο που προσπαθεί με ψευδή στοιχεία να περάσει την προπαγάνδα του;
Στην εξής σελίδα θα βρείτε τα στοιχεία που σας προανέφερα (Βρίσκονται στη 10η από τις 13 σελίδες):
http://www.macedonianhr.org.au/Sounds_of_Silence.pdf
Όσο για την ελληνικότητα των Μακεδόνων, την αποδεικνύει και ο Ηρόδοτος, αφού κάνει λόγω για Μακεδόνα βασιλιά που αγωνίζεται στους Ολυμπιακούς αγώνες, όπου, ως γνωστό, συμμετείχαν μόνο Έλληνες, πράγμα που τηρούταν αυστηρότατα!
Στο παλάτι των νεκρών
Δεν ξέρω αν θα ‘πρεπε να πω αυτή την ιστορία.
Πολλοί γενναίοι δείπνησαν στου Όντιν το παλάτι.
Υπήρξε δόλος θάνατος οργή και προδοσία
για ένα άσπρο, όμορφο και γυμνασμένο άτι.
Με δώδεκα πλοία φύγαμ’ απ’ την πόλη.
Όλοι πολεμιστές ψηλοί και διαλεκτοί.
Ήμασταν ατρόμητοι και θαρραλέοι όλοι
και είχαμε τον ρόλο του κατακτητή.
Σε λίγες μέρες κάναμε απόβαση μεγάλη.
Στόχος μας ήτανε μια ήσυχη φυλή.
Μια πόλη ήτανε κοντά στο ακρογιάλι,
που ήσυχα και ειρηνικά καλλιεργούσε γη.
Η πρώτη μάχη δόθηκε μέσα στην πεδιάδα.
Οι αγρότες μας περίμεναν και είχαν παραταχθεί.
Ο αρχηγός τους καβαλίκευε μία λευκή φοράδα
και έτρεχε ολόγυρα μ’ ένα γυμνό σπαθί.
Κραυγάζοντας ορμήσαμε για ένα λουτρό στο αίμα.
Οι άμοιροι δουλέψανε άλλη φορά σπαθί;
Κλονίστηκαν και φύγανε προς ένα δίπλα ρέμα
κι έτσι λοιπόν δεν άργησε η μάχη να κριθεί.
Ένα κομμάτι του εχθρού έκανε να διαφύγει.
Ανάμεσα διέκρινα τον άξεστο αρχηγό.
Πάνω στο άσπρο άτι του ήθελε να ξεφύγει
κι άρχισα αμέσως να τον κυνηγώ.
Δεκαπέντε φώναξα μαζί για συνοδεία.
Μισθοφόροι ήτανε κι αυτοί όπως εγώ.
Τους φτάσαμε τελικά στης πόλης την πλατεία
κι αμέσως εριχτήκαμε στης μάχης τον αχό.
Σκληρά και ασταμάτητα μαχόμασταν στη πόλη.
Ξάφνου κι άλλοι αγρότες βγήκαν από στενά.
Καθώς μετά διαπίστωσα εμπειροπόλεμοι όλοι,
με κάτι βαριά, μεγάλα κι ασήκωτα σπαθιά.
Οι εχθροί σφενδονητές σαν Τρολ πετούσαν πέτρες.
Εμένα μια με πέτυχε πέτρα στο κεφάλι.
Σε λίγο μας τελείωσαν τα βέλη απ’ τις φαρέτρες
και ο καθένας έτρεχε να σώσει το τομάρι.
Το μακρύ το δόρυ μου στη μάχη είχε σπάσει.
Το βαρύ σπαθί μου στη μάχη είχε χαθεί.
Η πλατιά ασπίδα μου στη μάχη είχε χαλάσει
και παρακαλούσα τον Θορ να με λυπηθεί.
Ξάφνου ένα ένιωσα δόρυ να με τρυπά.
Διαπέρασε τον θώρακα και μπήκε στα πλευρά μου.
Η καρδιά μου έπαψε τότε να κτυπά
και άρχισαν να τρίζουν όλα τα κόκαλά μου.
Αργότερα συνήλθα πάνω σ’ ένα κρεβάτι.
Πιο πέρα εστεκόντουσαν δυο πάνοπλοι φρουροί.
Ενόμισα πως ήμουν στου Όντιν το παλάτι,
αλλά μετά κατάλαβα πως ήμουν φυλακή.
Οι φρουροί που με πρόσεχαν ήταν γεροδεμένοι.
Τα όπλα ήταν λάφυρα παρμένα από νεκρούς.
Οι σύντροφοί μου βρίσκονταν σε δένδρα κρεμασμένοι
και εγώ ευχαριστούσα, που σώθηκα, τους θεούς.
Κάποιος με πλησίασε για να μου μιλήσει.
Αμέσως τον εγνώρισα, ήταν ο αρχηγός.
Αυτόν τον άνθρωπο τον είχα πια μισήσει,
αλλά χάρη σ’ αυτόν ήμουνα ζωντανός.
Αφού λοιπόν συστήθηκε, μου ζήτησε μια χάρη.
Να πω το σχέδιο των συντρόφων μου και μου κλεισε το μάτι.
Αυτός σαν αντάλλαγμα τη ζωή μου δεν θα πάρει
και θα μου δώσει τ’ άσπρο, όμορφο και γυμνασμένο άτι.
Εγώ φυσικά συμφώνησα και δεν είπα ψέμα.
Έτσι λοιπόν δεν άργησα να βλέπω τους συντρόφους
να πέφτουνε, να σφάζονται, να πνίγονται στο αίμα,
να τους κοιτώ ατάραχος πάνω από κάτι λόφους.
Ξάφνου, κάποιον διέκρινα να ‘ρχεται σ’ εμένα.
Έτρεχε σαν τρελός με το ξίφος σηκωμένο.
Με κοιτούσε επίμονα, λοξά κι αγριεμένα
κι εγώ έμεινα να τον κοιτώ με μάτι σαστισμένο.
Τον πρόσεξα μία φορά όταν αναχωρήσαμε.
Τον πρόσεξα άλλη μια σαν ήμαστε στα πλοία.
Σε λίγη ώρα οι ασπίδες μας ενωθήκανε
και τα μεγάλα μας σπαθιά χτυπούσαν με μανία.
Σε λίγο άνοιξε η πληγή.
Σε λίγο άρχισαν όλα να γυρίζουν.
Είχα ζαλιστεί και κουραστεί πολύ
και τα γόνατά μου άρχισαν να λυγίζουν.
Είναι στιγμές που το μυαλό κολλάει
σε ένα μόνο πράγμα, μέσα σε τόσα άλλα.
Σκεφτότανε αδιάκοπα, χωρίς να σταματάει:
Δέχονται, άραγε, προδότες στη Βαλχάλα;
Το σπαθί του με χτυπούσε σκίζοντας τον αέρα.
Μου έμπηξε τη λεπίδα του μέσα στο ένα μάτι.
Δεύτερη φορά που πέθαινα μέσα στην ίδια μέρα
και τώρα εδώ γλεντώ στου Όντιν το παλάτι.
Αν θέλεις να μετρήσεις ακριβέστερα τα δόντια του Διαβόλου, κάμε τον να γελάσει!
Όταν ο Διονύσιος ο Φιλόσοφος ηττήθηκε κατά την προσπάθεια να απελευθερώσει τα Ιωάννινα και ολόκληρος ο απελευθερωτικός αγών κατέρευσε, οι Τούρκοι τον κυνήγησαν, θέλωντας να τον πιάσουν ζωντανό. Κατέληξε τελικώς στα χέρια τους, αφού οι Εβραίοι κάτοικοι των Ιωαννίνων τον κατέδωσαν. Μετά το θάνατό του, οι ίδιοι οι Εβραίοι, πήραν το πτώμα του, έγδαραν το δέρμα του, με το οποίο έφτιαξαν ταμπούρλα για να το γιορτάσουν!
Σε οποιονδήποτε λαό της γης, όταν θα γύριζε ο αδερφός κουρασμένος από την δουλειά, ο αδερφός του θα του έδινε ένα πιάτο φακές και δε θα τον εκμεταλλευόταν. Οι Εβραίοι όμως, όχι μόνο δεν το κρυβουν αυτό το γεγονός, αλλά έχουν το θράσος να το διδάσκουν στη θρησκεία.
Υπάρχουν και άλλα παραδείγματα του "ήθους" των Εβραίων, γιατί όπως γράφει και ο Κέλσος:
"οι ίδιοι κάνουν λόγω για αδέρφια που σκοτώνουν αδέρφια και για κόρες που μεθούν τον πατέρα τους για να συνουσιαστούν μαζί του"
(Κέλσος, Αληθής Λόγος)
Φυσικά και δεν μπορεί κάποιος να είναι φιλοεβραίος. Μόνο Εβραίος θα μπορούσε να υποστηρίξει Εβραίο. Ένα καλό θα μπορούσε να προσφέρει ο Χίτλερ στην Ελλάδα, μέσα στα τόσα αρνητικά. Από ότι φαίνεται, απέτυχε και σε αυτό...
Αν θέλεις να μετρήσεις ακριβέστερα τα δόντια του Διαβόλου, κάμε τον να γελάσει!
Φίλη Mariha, συνεχίζεις να εκφράζεσαι υποτιμιτικά για τον θεωρούμενο μεγαλύτερο Έλληνα ηγέτη και έναν από τους μεγαλύτερους του κόσμου.
Γιατί όπως έλεγε και ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος ή αλλιώς Πολ Αρκάς:
"Θέλεις να κρίνεις ασφαλέστερα την εργασία του άλλου; εξέτασε πρώτα εαν ημπορείς να την κάμεις και εσύ και κατόπιν ερώτα τον εαυτό σου διατί δεν την έκαμες."
Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να κρίνουμε τους άλλους αν δεν μπορούμε να τους φτάσουμε, αλλά ότι δεν πρέπει να είμαστε απόλυτοι όταν θέλουμε να τους κατηγορήσουμε.
Κι αν εσύ νομίζεις ότι κρίνεις τη σοφία και την αρετή και όχι τη στρατιωτική ιδιοφυία, μάθε ότι δε νοείται νίκη χωρίς αρετή και ηγεσία χωρίς σοφία.
Στο παλάτι των νεκρών
Δεν ξέρω αν θα ‘πρεπε να πω αυτή την ιστορία.
Πολλοί γενναίοι δείπνησαν στου Όντιν το παλάτι.
Υπήρξε δόλος θάνατος οργή και προδοσία
για ένα άσπρο, όμορφο και γυμνασμένο άτι.
Με δώδεκα πλοία φύγαμ’ απ’ την πόλη.
Όλοι πολεμιστές ψηλοί και διαλεκτοί.
Ήμασταν ατρόμητοι και θαρραλέοι όλοι
και είχαμε τον ρόλο του κατακτητή.
Σε λίγες μέρες κάναμε απόβαση μεγάλη.
Στόχος μας ήτανε μια ήσυχη φυλή.
Μια πόλη ήτανε κοντά στο ακρογιάλι,
που ήσυχα και ειρηνικά καλλιεργούσε γη.
Η πρώτη μάχη δόθηκε μέσα στην πεδιάδα.
Οι αγρότες μας περίμεναν και είχαν παραταχθεί.
Ο αρχηγός τους καβαλίκευε μία λευκή φοράδα
και έτρεχε ολόγυρα μ’ ένα γυμνό σπαθί.
Κραυγάζοντας ορμήσαμε για ένα λουτρό στο αίμα.
Οι άμοιροι δουλέψανε άλλη φορά σπαθί;
Κλονίστηκαν και φύγανε προς ένα δίπλα ρέμα
κι έτσι λοιπόν δεν άργησε η μάχη να κριθεί.
Ένα κομμάτι του εχθρού έκανε να διαφύγει.
Ανάμεσα διέκρινα τον άξεστο αρχηγό.
Πάνω στο άσπρο άτι του ήθελε να ξεφύγει
κι άρχισα αμέσως να τον κυνηγώ.
Δεκαπέντε φώναξα μαζί για συνοδεία.
Μισθοφόροι ήτανε κι αυτοί όπως εγώ.
Τους φτάσαμε τελικά στης πόλης την πλατεία
κι αμέσως εριχτήκαμε στης μάχης τον αχό.
Σκληρά και ασταμάτητα μαχόμασταν στη πόλη.
Ξάφνου κι άλλοι αγρότες βγήκαν από στενά.
Καθώς μετά διαπίστωσα εμπειροπόλεμοι όλοι,
με κάτι βαριά, μεγάλα κι ασήκωτα σπαθιά.
Οι εχθροί σφενδονητές σαν Τρολ πετούσαν πέτρες.
Εμένα μια με πέτυχε πέτρα στο κεφάλι.
Σε λίγο μας τελείωσαν τα βέλη απ’ τις φαρέτρες
και ο καθένας έτρεχε να σώσει το τομάρι.
Το μακρύ το δόρυ μου στη μάχη είχε σπάσει.
Το βαρύ σπαθί μου στη μάχη είχε χαθεί.
Η πλατιά ασπίδα μου στη μάχη είχε χαλάσει
και παρακαλούσα τον Θορ να με λυπηθεί.
Ξάφνου ένα ένιωσα δόρυ να με τρυπά.
Διαπέρασε τον θώρακα και μπήκε στα πλευρά μου.
Η καρδιά μου έπαψε τότε να κτυπά
και άρχισαν να τρίζουν όλα τα κόκαλά μου.
Αργότερα συνήλθα πάνω σ’ ένα κρεβάτι.
Πιο πέρα εστεκόντουσαν δυο πάνοπλοι φρουροί.
Ενόμισα πως ήμουν στου Όντιν το παλάτι,
αλλά μετά κατάλαβα πως ήμουν φυλακή.
Οι φρουροί που με πρόσεχαν ήταν γεροδεμένοι.
Τα όπλα ήταν λάφυρα παρμένα από νεκρούς.
Οι σύντροφοί μου βρίσκονταν σε δένδρα κρεμασμένοι
και εγώ ευχαριστούσα, που σώθηκα, τους θεούς.
Κάποιος με πλησίασε για να μου μιλήσει.
Αμέσως τον εγνώρισα, ήταν ο αρχηγός.
Αυτόν τον άνθρωπο τον είχα πια μισήσει,
αλλά χάρη σ’ αυτόν ήμουνα ζωντανός.
Αφού λοιπόν συστήθηκε, μου ζήτησε μια χάρη.
Να πω το σχέδιο των συντρόφων μου και μου κλεισε το μάτι.
Αυτός σαν αντάλλαγμα τη ζωή μου δεν θα πάρει
και θα μου δώσει τ’ άσπρο, όμορφο και γυμνασμένο άτι.
Εγώ φυσικά συμφώνησα και δεν είπα ψέμα.
Έτσι λοιπόν δεν άργησα να βλέπω τους συντρόφους
να πέφτουνε, να σφάζονται, να πνίγονται στο αίμα,
να τους κοιτώ ατάραχος πάνω από κάτι λόφους.
Ξάφνου, κάποιον διέκρινα να ‘ρχεται σ’ εμένα.
Έτρεχε σαν τρελός με το ξίφος σηκωμένο.
Με κοιτούσε επίμονα, λοξά κι αγριεμένα
κι εγώ έμεινα να τον κοιτώ με μάτι σαστισμένο.
Τον πρόσεξα μία φορά όταν αναχωρήσαμε.
Τον πρόσεξα άλλη μια σαν ήμαστε στα πλοία.
Σε λίγη ώρα οι ασπίδες μας ενωθήκανε
και τα μεγάλα μας σπαθιά χτυπούσαν με μανία.
Σε λίγο άνοιξε η πληγή.
Σε λίγο άρχισαν όλα να γυρίζουν.
Είχα ζαλιστεί και κουραστεί πολύ
και τα γόνατά μου άρχισαν να λυγίζουν.
Είναι στιγμές που το μυαλό κολλάει
σε ένα μόνο πράγμα, μέσα σε τόσα άλλα.
Σκεφτότανε αδιάκοπα, χωρίς να σταματάει:
Δέχονται, άραγε, προδότες στη Βαλχάλα;
Το σπαθί του με χτυπούσε σκίζοντας τον αέρα.
Μου έμπηξε τη λεπίδα του μέσα στο ένα μάτι.
Δεύτερη φορά που πέθαινα μέσα στην ίδια μέρα
και τώρα εδώ γλεντώ στου Όντιν το παλάτι.
Αν θέλεις να μετρήσεις ακριβέστερα τα δόντια του Διαβόλου, κάμε τον να γελάσει!
Τώρα όλη η Ελλάδα τον δοξάζει και όλος ο κόσμος τον θαυμάζει! Επειδή πολέμησε, χωρίς να γίνει απάνθρωπος, καθώς κράτησε την μεγαλοψυχία του, πράγμα που φανερώνει ο τρόπος που συμπεριφέρθηκε στην οικογένεια του Δαρείου.
Τ: συμβολίζει το σφυρί με το οποίο Τύπτει και προκαλεί τον ηχητικό αυτό θόρυβο.
Δ: παριστά το τριγωνικό εργαλείο με το οποίο ο άνθρωπος προκαλεί Δούπον.
Κ: δείχνει παρόμοιο εργαλείο να Κρούει κατηργασμένη σανίδα ή θύρα.
Γ: παριστά επίσης το γωνιώδες εργαλείο, με το οποίο κανείς χαράσσει, όπως είναι ο Γύης, που χαράσσει τη γη.
Λ: έχει τη μορφή του μυτερού λίθου (Λάς, στην πανάρχαια ελληνική ρίζα).
Ρ: ηχητικά συνηρτημένο με τη ροή, εικονίζει το ρέον υγρό από στρογγυλό αγγείο.
Μ: συνηρτημένο με τη μητρότητα συμβολίζει τα πόδια τικτούσης γυναίκας.
Θ: εκ του Θέωμαι, συμβολίζει τον οφθαλμό.
Π: προήλθε από την πνοή του ανέμου, την προκαλούσα πλουν, παριστάνεται με το τετράγωνο ιστίο πλοίου.
Φ: εκ του Φυσώ, που συμβολίζεται με φουσκωμένο ιστίο επί καταρτίου.
Β: αντιληπτό από τη Βοή του βοριά, εικονίζεται με δύο ανεπεπταμένες τριγωνικές σημαίες.
Ξ: με ήχο γνωστό από το Ξάσιμο των ερίων, έχει τη μορφή του χτενιού.
Σ: παριστάνει είτε την παλινδρομική κίνηση του Σεισμού, είτε το Σύριζον φίδι.
Ζ: προήλθε από το όνομα Ζεύς και συμβόλιζε το σχήμα του κεραυνού.
Χ: δείχνει ίσως την κλεψύδρα με την οποία μετρούσαν το Χρόνο ή το σχήμα Χορευτού (με ανοικτά χέρια και πόδια).
Ψ: είναι φωτογραφική απεικόνηση του Ψαύοντος χεριού.
Ν: στην αρχική του μορφή, με κάθετες ευθείες, παρίστανε τις βαθμίδες του Ναού (ναίω = κατοικώ).
Υ: εκφράζει δια του σχήματος το πανάρχαιο ζωγράφημα, το οποίο υπεδήλωνε την κλειστή κοιλότητα, εντός της οποίας φυσικώς ή εντέχνως ήταν δυνατόν να συγκεντρωθεί το Υδωρ ή γενικώς τα Υγρά.
(Δ.Δημόπουλος, Η καταγωγή των Ελλήνων)
Δεν γνωρίζω βέβαια κατά πόσο αυτά ισχύουν. Με τα παραπάνω ο Δημόπουλος ισχυρίζεται ότι το αλφάβητο ήταν ελληνικό και από λάθος όλοι νόμισαν, ακόμη και οι αρχαίοι, ότι ήταν φοινικικό.
Λέει ότι πιθανόν να το δημιούργησαν οι Έλληνες της Κύπρου ή της Κρήτης, οι οποίοι το μετέφεραν με τα πλοία τους στη γειτονική Φοινίκη. Έπειτα οι Φοίνικες, σαν δεινοί θαλασσοπόροι, το πέρασαν στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Αν θέλεις να μετρήσεις ακριβέστερα τα δόντια του Διαβόλου, κάμε τον να γελάσει!