ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

Unpredictable

Νέο Μέλος
17Μηνύματα
11Θέματα
07/09/2004, 15:39:22Πρώτο μήνυμα
14/09/2004, 15:59:46Τελευταία δραστηριότητα

Συμμετοχή σε θέματα

(11)
- Κανένα Ανέκδοτο να γελάσουμε? Part 1 - "Μεταξύ τυρού και αχλαδιού"
4 μηνύματα/ 30 συνολικά
- και γιατι να βαλω τιτλο?μπειτε και δειτε - .-= Η ΨΥΧΗ =-.
2 μηνύματα/ 31 συνολικά
- Φάντασμα... πουλήθηκε σε δημοπρασία ! - ΝΕΑ - Μέσα από το Διεθνές Internet
2 μηνύματα/ 57 συνολικά
- και γιατι να βαλω τιτλο?μπειτε και δειτε - .-= Η ΨΥΧΗ =-.
2 μηνύματα/ 31 συνολικά
- ΠΕΙΤΕ ΜΟΥ.....ΠΕΡΙΜΕΝΩ!!! - "Μεταξύ τυρού και αχλαδιού"
1 μήνυμα/ 12 συνολικά
- ΑΝ Ο ΘΕΟΣ ΜΑΣ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΟΥΣΕ ΜΙΑ ΕΥΧΗ,ΠΟΙΑ ΘΑ ΗΤΑN - .-= Η ΨΥΧΗ =-.
1 μήνυμα/ 30 συνολικά
- ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΕ ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΕΛΛΗΝΑ - "Μεταξύ τυρού και αχλαδιού"
1 μήνυμα/ 31 συνολικά
- ATAKEΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ - "Μεταξύ τυρού και αχλαδιού"
1 μήνυμα/ 30 συνολικά
- Atakes gia...<<Kamaki>>! - "Μεταξύ τυρού και αχλαδιού"
1 μήνυμα/ 12 συνολικά
- Bότανα - Διατροφή - Υγεία - fitness physical Νο1 - .-= Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ =-.
1 μήνυμα/ 91 συνολικά
- ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΕ ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΕΛΛΗΝΑ - "Μεταξύ τυρού και αχλαδιού"
1 μήνυμα/ 31 συνολικά

Πρόσφατα μηνύματα

Η χειρότερη μέρα της ζωής μου δεν έχει έρθει ακόμη..Θα είναι όταν κάποτε ανοίξω τα μάτια μου το πρωί και συνειδητοποιήσω πως είμαι μόνος μου..Μοναξιά..Να μην θυμάμαι και να μην γνωρίζω ..Το απόλυτο κενό...Όλα όσα έζησα όλα οσα αγάπησα να μην υπάρχουν πλέον..Χειρότερα και απο τον Θάνατο...

Η καλύτερη μέρα της ζωής μου θα είναι όταν με ξυπνήσει με χάδια η γειτόνισα μου η Κατερίνα προσφέροντάς μου πρωινό...sex....

Φιλικά...

Unpredictable

Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βιά μετράει τη γη.

Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Θα του ζητούσα να πάει στο Γκουαντενάμο και να δεί ανθρώπους να βασανίζονται και να πεθαίνουν .........

Θα του ζητούσα να δεί τα εκατομμύρια των ανθρώπων που πεθαίνουν υπο άθλιες συνθήκες καθημερινά σε κάθε γωνιά του κόσμου και θα ύψωνα το κεφάλι ψηλά για να του πω

- ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΡΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ...............

- ΠΟΙΑΝΟΥ ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΠΛΗΡΩΝΟΥΝ ΡΕΕΕ.........
- ΓΙΑΤΙ ΠΑΙΔΑΚΙΑ ΡΕΕΕΕΕΕΕΕΕ.........
- ΓΙΑΤΙ ΓΕΝΝΙΟΥΝΤΑΙ ΚΑΙ ΣΕ ΜΕΡΕΣ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΡΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ....
- ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΡΕ ΠΑΝΑΓΑΘΕ...............
- ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΜΕΡΕΣ ΡΕΕΕΕΕΕΕΕΕ.........
- ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΚΑΙ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ ΡΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ.............
- ΤΟ 80% ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ ΑΠΛΑ ΕΠΙΒΙΩΝΕΙ ΡΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ........
- ΦΥΤΟΖΩΕΙ ΡΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ.............
- ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΟ ΠΟΝΟΣ ΚΑΙ ΚΑΚΙΑ ΡΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ....
- ΓΙΑΤΙ ΣΤΟ 2004 ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΡΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ...........
- ΓΙΑΤΙ ΜΑΣ ΕΓΚΑΤΕΛΕΙΨΕΣ ΡΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ...........

Unpredictable

Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βιά μετράει τη γη.

Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Νέος Έλληνας:

Ελεγχόμενος και αριθμημένος σκλάβος....

Η ντροπή του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη..

Μια φθηνή απομίμηση του τρισμέγιστου Σωκράτη...

Υπερκαταναλωτικό δίποδο με τον τρίτο όροφο ακατοίκητο απο κούνια..

Βολεμένος καλοπερασάκιας με όνειρο του τα reality show.

Ανιστόρητος όταν οι Γάλλοι και οι Γερμανοί γράφουν βιβλία για την ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑ.(ΑΝΕΜΟΙ ΠΟΛΕΜΟΥ,ΟΙ ΠΥΛΕΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ,ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ και πολλα αλλα..)


Είμαι περήφανος που είμαι Έλληνας αλλα ντρέπομαι για πολλούς Έλληνες..Για τους περισσότερους...

Unpredictable

Πως λεγόταν ο Νώε όταν ήταν στη κοιλιά της μάνας του?


Νοέμβριος....

Α.καλό....

Unpredictable

Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βιά μετράει τη γη.

Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Έχει ανοίξει μια καντίνα στο μεγάλο δάσος και όλα τα ζωάκια έχουν κάνει ουρά για να ψωνίσουν...Τελευταίος και καταϊδρωμένος φτάνει ο λαγός τρέχοντας...Όπως έρχεται γ***οντας πάει και χώνεται πρώτος μπροστά απο το λιοντάρι..Το λιοντάρι τον κοιτάζει αγριεμένο και τον αρπάζει απο τον λαιμό...
-Τι νομίζεις οτι κάνεις ρε σκουπίδι?Ποιος νομίζεις πως είσαι και μπαίνεις μπροστά απο τον βασιλιά των ζώων?και με αυτά τον τραβάει μια κλωτσιά και σκάει ο λαγός στην άλλη μερια του δάσους..
Τσατισμένος ο λαγός μας πλακώνεται στο τρέξιμο και πάει χώνεται πίσω απο το λιοντάρι μπροστά όμως απο την αρκούδα...
Τον τσιμπάει η αρκούδα απο τον λαιμό και του λέει..
-Καλά ρε καραγκιόζη..Τόλμησες να μπείς μπροστά απο το δυνατότερο ζώο του δάσους? και με τα πολλά τον πετάει με δύναμη και σκάει ο λαγός μας στη λίμνη...
Βγαίνει βρεγμένος και μαυρισμένος απο το ξύλο ο λαγός και με όση δύναμη του έχει απομείνει φωνάζει προς την σειρά που έχουν κάνει τα ζωάκια μπροστά στην καντίνα...

--Δέν γαμιέστε ρε μπινέδες...ΔΕΝ ΤΗΝ ΑΝΟΙΓΩ ΣΗΜΕΡΑ.....

Unpredictable

Έχει ανοίξει μια καντίνα στο μεγάλο δάσος και όλα τα ζωάκια έχουν κάνει ουρά για να ψωνίσουν...Τελευταίος και καταϊδρωμένος φτάνει ο λαγός τρέχοντας...Όπως έρχεται γ***οντας πάει και χώνεται πρώτος μπροστά απο το λιοντάρι..Το λιοντάρι τον κοιτάζει αγριεμένο και τον αρπάζει απο τον λαιμό...
-Τι νομίζεις οτι κάνεις ρε σκουπίδι?Ποιος νομίζεις πως είσαι και μπαίνεις μπροστά απο τον βασιλιά των ζώων?και με αυτά τον τραβάει μια κλωτσιά και σκάει ο λαγός στην άλλη μερια του δάσους..
Τσατισμένος ο λαγός μας πλακώνεται στο τρέξιμο και πάει χώνεται πίσω απο το λιοντάρι μπροστά όμως απο την αρκούδα...
Τον τσιμπάει η αρκούδα απο τον λαιμό και του λέει..
-Καλά ρε καραγκιόζη..Τόλμησες να μπείς μπροστά απο το δυνατότερο ζώο του δάσους? και με τα πολλά τον πετάει με δύναμη και σκάει ο λαγός μας στη λίμνη...
Βγαίνει βρεγμένος και μαυρισμένος απο το ξύλο ο λαγός και με όση δύναμη του έχει απομείνει φωνάζει προς την σειρά που έχουν κάνει τα ζωάκια μπροστά στην καντίνα...

--Δέν γαμιέστε ρε μπινέδες...ΔΕΝ ΤΗΝ ΑΝΟΙΓΩ ΣΗΜΕΡΑ.....

Ηταν κάποτε σε ενα γιαπί ενα τσουρμο μαστόροι.Εκεί που δούλευαν μέσα στο
λιοπύρι να μια κουκλα απο την απέναντι μονοκατοικία να βγαίνει στο
μπαλκόνι τις και να απλώνει τα G-strings με φανερά προκλητικό τρόπο.

Μετά απο κανα δυο ώρες νατην ξανά η κούκλα να βγαίνει με ένα καυτό ντύσιμο στην αυλή και στήνει την σιδερώστρα.Με λάγνο βλέμα και προκλητικές κινήσεις μαζεύει τα G-strings και κατευθύνεται προς το σίδερο.

Πετάγεται ένας απο τα μαστόρια και λέει στους υπολοίλους.
-Μάγκες,εγώ πάω να της την πέσω και οτι γινει...
Πλησιάζει την τύπισα και της λέει.
-Καλημέρα..Είμαι απο το συνεργείο απέναντι και έχω ξεμείνει απο νερό..Μήπως έχετε να μου δώσετε λίγο?
-Φυσικά,του αποκρίνετε.Πέρασε μέσα..

Η συνέχεια είναι αυτονόητη...

Βγαίνει το μαστόρι,πάει στο τσούρμο και τους λέει πως τελικά δεν ήταν και τόσο δύσκολο..Για να μην πολυλογώ την πέρασε ενα χεράκι όλο το συνεργείο με τον ίδιο τρόπο.

Αργά το βράδυ έρχεται ο άντρας της στο σπίτι και βρίσκει την γυναίκα του στην αυλή να καπνίζει νωχελικά ενα τσιγάρο και μια στοίβα ασιδέρωτα εσώρουχα δίπλα της.

Ποιό είναι το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας?

Όπου γαμόυν πολλοί μαστόροι,αργεί να σιδερώσει......


Unpredictable


Τώρα που φεύγεις αιώνα μοιάζεις πολύ με το φευγιό μου,
Θα σε κάνω δυο λόγια να σε χαρίσω στο γιό μου,
Θα το κάνω παραμύθι να μοιάζει,για να το πάρει καλά,μπορεί και να τον νοιάζει,
Θα σου φερθώ ευγενικά,οσο μπορώ φυσικά
Ψάχνω τον τρόπο πώς να του το πώ κανόνικα
Πως όταν φώναζε ο Θεός δεν τον πήραμε χαμπάρι,εμείς είχαμε το νού μας πως θα πάμε στο φεγγάρι,
Γιατί ζηλεύουν τα πουλιά και δεν μας κάνουν χαρά,
Που έχουμε τώρα σιδερένια μεγάλα φτερά
Γιατί τα πόδια μας στη γη σπάνια πατάνε και τα χέρια μας τιμόνι συνέχεια κρατάνε
Πώς να του πώ ότι η μουσική έβγαινε από ένα χωνί,
Κι ότι ο πρώτος σινεμάς ηταν πανί,
Κι ότι μας φτιάξαν ένα μικρό ονειροκούτι
Για να γλιτώσουνε μια και καλή όλοι ετούτοι,
Πώς να του πώ για προσφυγιά για Πόλη και για Σμύρνη και για εμφύλιους και τέτοια
Κάγκελο θα μείνει,
Πώς να πώ ευγενικά για πολέμους σε παιδάκι κι ότι ο πιο τρανός μαλάκας είχε ένα μικρό μουστάκι,
Πως στην χώρα με τα χιόνια εγινε αφέντης ο λαός για να γίνει τ’όνειρο καημός,
Την αλήθεια αν του πώ θα του το βγάλω από τη μύτη
Αυτός νομίζει ότι ο Ζορρό είναι φίλος του Σιμήτη.

Μας σιχαθήκαν οι Θεοί και μας δέσαν τη ψυχή μες στα χέρια,
Τώρα φοβούνται οι θνητοί που δεν θα γίνουν αστέρια,
Φτιάξαν του αιώνα στολή,την πιο μεγάλη μας μιζέρια
Κι αν με φοβάσαι ζωή,λύσε μου μόνο τα χέρια.

Πρέπει να βρώ στην ψυχή μου ν’ασχολείται μ’άλλο θέμα
Για να μπορέσω να του φτιάξω ωραίο ψέμμα
Ήρθε η ώρα να του πώ για την φύση και τα ζώα,
Όχι για εμάς,για τα’άλλα που’ναι αθώα,
Γιατί δεν μας ,μιλάνε και δεν πονάνε οι μηχανές,
Τι είναι τελικά το άγχος και το στρες,
Πώς να του πω ότι ανήκει στην Ευρώπη
Και δεν μιλάν την ίδια γλώσσα όλοι οι ανθρώποι.
Άντε πες του ότι ο κόσμος τώρα μπήκε σε κουτάκι
άντε πες του ότι η Ντόλη δεν είναι προβατάκι
Κι ότι δεν είναι Power Ranger οι μπάτσοι,
Αυτό θα το ρισκάρω και στραβά ρε να του κάτσει
Άντε πες του για μπάσκετ αφού δεν πρόλαβε τον Γκάλη
Θα νομίσει τώρα η μπάλα ότι είναι πιο μεγάλη
Άντε πες του ότι υπάρχουνε παιδιά που ζουν στο κρύο κι ο μπαμπάς του Μίκυ Μάους διατηρείται σε ψυγείο
Άντε πες του, για το σπίτι το λευκό που σκορπάει το κακό όσο γαμεί το αφεντικό,
Άντε δείξε του το δικό μας που είναι τίγκα περιστέρια κι ότι εκεί μέσα
βρώμικα έχουν όλοι χέρια,
Λάθος παραμύθι, μοιάζει με τιμωρία
Τα ψέματα θα αφήσω να του πει η ιστορία,
Ντρέπομαι για πρώτη φορά μπροστά στο γιο μου
Τη βλέπω να του λέω μοναχά για το φευγιό μου..

Μας σιχαθήκαν οι Θεοί και μας δέσαν τη ψυχή μες στα χέρια,
Τώρα φοβούνται οι θνητοί που δεν θα γίνουν αστέρια,
Φτιάξαν του αιώνα στολή,την πιο μεγάλη μας μιζέρια
Κι αν με φοβάσαι ζωή,λύσε μου μόνο τα χέρια.

Unpredictable

Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βιά μετράει τη γη.

Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Αρ γιου χάνγκρυ?Ντιου γιου γουόντ ε τόστ?


Unpredictable

Τώρα που φεύγεις αιώνα μοιάζεις πολύ με το φευγιό μου,
Θα σε κάνω δυο λόγια να σε χαρίσω στο γιό μου,
Θα το κάνω παραμύθι να μοιάζει,για να το πάρει καλά,μπορεί και να τον νοιάζει,
Θα σου φερθώ ευγενικά,οσο μπορώ φυσικά
Ψάχνω τον τρόπο πώς να του το πώ κανόνικα
Πως όταν φώναζε ο Θεός δεν τον πήραμε χαμπάρι,εμείς είχαμε το νού μας πως θα πάμε στο φεγγάρι,
Γιατί ζηλεύουν τα πουλιά και δεν μας κάνουν χαρά,
Που έχουμε τώρα σιδερένια μεγάλα φτερά
Γιατί τα πόδια μας στη γη σπάνια πατάνε και τα χέρια μας τιμόνι συνέχεια κρατάνε
Πώς να του πώ ότι η μουσική έβγαινε από ένα χωνί,
Κι ότι ο πρώτος σινεμάς ηταν πανί,
Κι ότι μας φτιάξαν ένα μικρό ονειροκούτι
Για να γλιτώσουνε μια και καλή όλοι ετούτοι,
Πώς να του πώ για προσφυγιά για Πόλη και για Σμύρνη και για εμφύλιους και τέτοια
Κάγκελο θα μείνει,
Πώς να πώ ευγενικά για πολέμους σε παιδάκι κι ότι ο πιο τρανός μαλάκας είχε ένα μικρό μουστάκι,
Πως στην χώρα με τα χιόνια εγινε αφέντης ο λαός για να γίνει τ’όνειρο καημός,
Την αλήθεια αν του πώ θα του το βγάλω από τη μύτη
Αυτός νομίζει ότι ο Ζορρό είναι φίλος του Σιμήτη.

Μας σιχαθήκαν οι Θεοί και μας δέσαν τη ψυχή μες στα χέρια,
Τώρα φοβούνται οι θνητοί που δεν θα γίνουν αστέρια,
Φτιάξαν του αιώνα στολή,την πιο μεγάλη μας μιζέρια
Κι αν με φοβάσαι ζωή,λύσε μου μόνο τα χέρια.

Πρέπει να βρώ στην ψυχή μου ν’ασχολείται μ’άλλο θέμα
Για να μπορέσω να του φτιάξω ωραίο ψέμμα
Ήρθε η ώρα να του πώ για την φύση και τα ζώα,
Όχι για εμάς,για τα’άλλα που’ναι αθώα,
Γιατί δεν μας ,μιλάνε και δεν πονάνε οι μηχανές,
Τι είναι τελικά το άγχος και το στρες,
Πώς να του πω ότι ανήκει στην Ευρώπη
Και δεν μιλάν την ίδια γλώσσα όλοι οι ανθρώποι.
Άντε πες του ότι ο κόσμος τώρα μπήκε σε κουτάκι
άντε πες του ότι η Ντόλη δεν είναι προβατάκι
Κι ότι δεν είναι Power Ranger οι μπάτσοι,
Αυτό θα το ρισκάρω και στραβά ρε να του κάτσει
Άντε πες του για μπάσκετ αφού δεν πρόλαβε τον Γκάλη
Θα νομίσει τώρα η μπάλα ότι είναι πιο μεγάλη
Άντε πες του ότι υπάρχουνε παιδιά που ζουν στο κρύο κι ο μπαμπάς του Μίκυ Μάους διατηρείται σε ψυγείο
Άντε πες του, για το σπίτι το λευκό που σκορπάει το κακό όσο γαμεί το αφεντικό,
Άντε δείξε του το δικό μας που είναι τίγκα περιστέρια κι ότι εκεί μέσα
βρώμικα έχουν όλοι χέρια,
Λάθος παραμύθι, μοιάζει με τιμωρία
Τα ψέματα θα αφήσω να του πει η ιστορία,
Ντρέπομαι για πρώτη φορά μπροστά στο γιο μου
Τη βλέπω να του λέω μοναχά για το φευγιό μου..

Μας σιχαθήκαν οι Θεοί και μας δέσαν τη ψυχή μες στα χέρια,
Τώρα φοβούνται οι θνητοί που δεν θα γίνουν αστέρια,
Φτιάξαν του αιώνα στολή,την πιο μεγάλη μας μιζέρια
Κι αν με φοβάσαι ζωή,λύσε μου μόνο τα χέρια.

Unpredictable

Ζήσε την ζωή σου στο σήμερα,
Το αύριο μπορεί να μην μας ανήκει
James Douglas Morisson
1943-1971


Unpredictable

Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βιά μετράει τη γη.

Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

I always love what others hate....


Unpredictable

Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βιά μετράει τη γη.

Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Νέος Έλληνας:

Ελεγχόμενος και αριθμημένος σκλάβος....

Η ντροπή του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη..

Μια φθηνή απομίμηση του τρισμέγιστου Σωκράτη...

Υπερκαταναλωτικό δίποδο με τον τρίτο όροφο ακατοίκητο απο κούνια..

Βολεμένος καλοπερασάκιας με όνειρο του τα reality show.

Ανιστόρητος όταν οι Γάλλοι και οι Γερμανοί γράφουν βιβλία για την ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑ.(ΑΝΕΜΟΙ ΠΟΛΕΜΟΥ,ΟΙ ΠΥΛΕΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ,ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ και πολλα αλλα..)


Είμαι περήφανος που είμαι Έλληνας αλλα ντρέπομαι για πολλούς Έλληνες..Για τους περισσότερους...

Unpredictable

Ύμνος εις την Ελευθερίαν
Διονύσιος Σολωμός
Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βιά μετράει τη γη.

Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Εκεί μέσα εκατοικούσες
πικραμένη, εντροπαλή,
κι ένα στόμα εκαρτερούσες,
"έλα πάλι" να σου πει.

'Αργιε να 'ρθει εκείνη η μέρα,
κι ήταν όλα σιωπηλά,
γιατί τα 'σκιαζε η φοβέρα
και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σου έμενε να λες
περασμένα μεγαλεία
και διηγώντας τα να κλαις.

Και ακαρτέρει και ακαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ένα εκτύπαε τ' άλλο χέρι
από την απελπισιά.

Κι έλεγες: "Πότε, α, πότε βγάνω
το κεφάλι από τις ερμιές;"
Και αποκρίνοντο από πάνω
κλάψες, άλυσες, φωνές.

Τότε εσήκωνες το βλέμμα
μες στα κλάματα θολό,
και εις το ρούχο σου έσταζ' αίμα,
πλήθος αίμα ελληνικό.

Με τα ρούχα αιματωμένα
ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
να γυρεύεις εις τα ξένα
άλλα χέρια δυνατά.

Μοναχή το δρόμο επήρες,
εξανάλθες μοναχή,
δεν ειν' εύκολες οι θύρες
εάν η χρεία τες κρουταλεί.

'Αλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,
αλλ' ανάσταση καμμιά,
άλλος σου έταξε βοήθεια
και σε γέλασε φρικτά.

'Αλλοι, οϊμέ, στη συμφορά σου
οπού εχαίροντο πολύ,
"σύρε να 'βρεις τα παιδιά σου,
σύρε", έλεγαν οι σκληροί.

Φεύγει οπίσω το ποδάρι
και ολογλήγορο πατεί
ή την πέτρα ή το χορτάρι
που τη δόξα σου ενθυμεί.

Ταπεινότατη σου γέρνει
η τρισάθλια κεφαλή,
σαν πτωχού που θυροδέρνει
κι είναι βάρος του η ζωή.

Ναι, αλλά τώρα αντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου με ορμή,
που ακατάπαυστα γυρεύει
ή τη νίκη ή τη θανή.

Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Μόλις είδε την ορμή σου
ο ουρανός που για τους εχθρούς
εις τη γη τη μητρική σου
ετρεφ' άνθια και καρπούς.

Εγαλήνεψε και εχύθη
καταχθόνια μια βοή,
και του Ρήγα σου απεκρίθη
πολεμόκραχτη η φωνή.

Όλοι οι τόποι σου σ' εκράξαν
χαιρετώντας σε θερμά,
και τα στόματα εφωνάξαν
όσα αισθάνετο η καρδιά.

Εφωνάξανε ως τ' αστέρια
του Ιονίου και τα νησιά,
κι εσηκώσανε τα χέρια
για να δείξουνε χαρά.

Μ' όλον που 'ναι αλυσωμένο
το καθένα τεχνικά,
και εις το μέτωπο γραμμένο
έχει: "Ψεύτρα Ελευθεριά".

Γκαρδιακά χαροποιήθει
και του Βάσιγκτον η γη,
και τα σίδερα ενθυμήθει
που την έδεναν κι αυτή.

Απ' τον πύργο του φωνάζει,
σα να λέει σε χαιρετώ,
και τη χήτη του τινάζει
το λιοντάρι το Ισπανό.

Ελαφιάσθη της Αγγλίας
το θηρίο και σέρνει ευθύς
κατά τ' άκρα της Ρουσίας
τα μουγκρίσματα της οργής.

Εις το κίνημα του δείχνει,
πως τα μέλη ειν' δυνατά
και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει
μια σπιθόβολη ματιά.

Σε ξανοίγει από τα νέφη
και το μάτι του Αετού,
που φτερά και νύχια θρέφει
με τα σπλάχνα του Ιταλού.

και σ' εσέ καταγυρμένος,
γιατί πάντα σε μισεί,
έκρωζε έκρωζε ο σκασμένος,
να σε βλάψει, αν ημπορεί.

'Αλλο εσύ δεν συλλογιέσαι
πάρεξ που θα πρωτοπάς,
δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι
στες βρισιές όπου αγρικάς.

Σαν το βράχο όπου αφήνει
κάθε ακάθαρτο νερό
εις τα πόδια του να χύνει
ευκολόσβηστον αφρό.

Όπου αφήνει ανεμοζάλη
και χαλάζι και βροχή
να του δέρνουν τη μεγάλη,
την αιώνιαν κορυφή.

Δυστυχιά του, ω, δυστυχιά του,
οποιανού θέλει βρεθεί
στο μαχαίρι σου αποκάτου
και σ' εκείνο αντισταθεί.

Το θηρίο π' ανανεγιέται
πως του λείπουν τα μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αίμα ανθρώπινο διψά.

Τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,
τα λαγκάδια, τα βουνά,
κι όπου φθάσει, όπου περάσει,
φρίκη, θάνατος, ερμιά.

Ερμιά, θάνατος και φρίκη
όπου επέρασες κι εσύ,
ξίφος έξω από τη θήκη
πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

Ιδού, εμπρός σου ο τοίχος στέκει
της αθλίας Τριπολιτσάς,
τώρα τρόμου αστροπελέκι
να της ρίψεις πιθυμάς.

Μεγαλόψυχο το μάτι
δείχνει πάντα όπως νικεί,
κι ας ειν' άρματα γεμάτη
και πολέμιαν χλαλοή.

Σου προβαίνουνε και τρίζουν
για να ιδείς πως ειν' πολλά,
δεν ακούς που φοβερίζουν
άνδρες μύριοι και παιδιά;

Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θα σας μείνουνε ανοιχτά.
για να κλαύσετε τα σώματα
που θε να 'βρει η συμφορά!

Κατεβαίνουνε, και ανάφτει
του πολέμου αναλαμπή,
το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,
λάμπει, κόφτει το σπαθί.

Γιατί η μάχη εστάθει ολίγη;
Λίγα τα αίματα γιατί;
Τον εχθρό θωρώ να φύγει
και στο κάστρο ν' ανεβεί.

Μέτρα! Ειν' άπειροι οι φευγάτοι,
οπού φεύγοντας δειλιούν,
τα λαβώματα στην πλάτη
δέχοντ' ώστε ν' ανεβούν.

Εκεί μέσα ακαρτερείτε
την αφεύγατη φθορά,
να, σας φθάνει, αποκριθείτε
στης νυκτός τη σκοτεινιά!

Αποκρίνονται και η μάχη
έτσι αρχίζει, οπού μακριά
από ράχη εκεί σε ράχη
αντιβούιζε φοβερά.

Ακούω κούφια τα τουφέκια,
ακούω σμίξιμο σπαθιών,
ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,
ακούω τρίξιμο δοντιών.

Α, τι νύκτα ήταν εκείνη
που την τρέμει ο λογισμός!
Αλλος ύπνος δεν εγίνει
πάρεξ θάνατου πικρός.

Της σκηνής η ώρα, ο τόπος,
οι κραυγές, η ταραχή,
ο σκληρόψυχος ο τρόπος
του πολέμου, και οι καπνοί.

Κι οι βροντές και το σκοτάδι
οπού αντίσκοφτε η φωτιά,
επαράσταιναν τον Αδη
που ακαρτέρειε τα σκυλιά.

Τ' ακαρτέρειε, εφαίνον' ίσκιοι
αναρίθμητοι, γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ακόμη εις το βυζί.

Όλη μαύρη μυρμηγκιάζει,
μαύρη η εντάφια συντροφιά,
σαν το ρούχο όπου σκεπάζει
τα κρεβάτια τα στερνά.

Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι
επετιούντο από τη γη,
όσοι ειν' άδικα σφαγμένοι
από τούρκικην οργή.

Τόσα πέφτουνε τα θερι-
σμένα αστάχια εις τους αγρούς,
σχεδόν όλα εκειά τα μέρη
εσκεπάζοντο απ' αυτούς.

Θαμποφέγγει κανέν' άστρο,
και αναδεύοντο μαζί,
ανεβαίνοντας το κάστρο
με νεκρώσιμη σιωπή.

Έτσι χάμου εις την πεδιάδα,
μες στο δάσος το πυκνό,
όταν στέλνει μίαν αχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό.

Εάν οι άνεμοι μες στ' άδεια
τα κλαδιά μουγκοφυσούν,
σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,
οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

Με τα μάτια τους γυρεύουν
όπου ειν' αίματα πηχτά,
και μες στα αίματα χορεύουν
με βρυχίσματα βραχνά.

Και χορεύοντας μανίζουν
εις τους Ελληνες κοντά,
και τα στήθια τους εγγίζουν
με τα χέρια τα ψυχρά.

Εκειό το έγγισμα πηγαίνει
βαθειά μες στα σωθικά,
όθεν όλη η λύπη βγαίνει,
και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

Τότε αυξαίνει του πολέμου
ο χορός τρομακτικά,
σαν το σκόρπισμα του ανέμου
στου πελάου τη μοναξιά.

Κτυπούν όλοι απάνου κάτου,
κάθε κτύπημα που εβγεί
είναι κτύπημα θανάτου
χωρίς να δευτερωθεί.

Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει,
λες κι εκείθενε η ψυχή
απ' το μίσος που την καίει
πολεμάει να πεταχθεί.

Της καρδίας κτυπίες βροντάνε
μες στα στήθια τους αργά,
και τα χέρια όπου χουμάνε
περισσότερο ειν' γοργά.

Ουρανός γι' αυτούς δεν είναι,
ουδέ πέλαγο, ουδέ γη,
γι' αυτούς όλους το παν είναι
μαζωμένο αντάμα εκεί.

Τόση η μάνητα κι η ζάλη,
που στοχάζεσαι μη πως
από μία μεριά και απ' άλλη
δεν είναι ένας ζωντανός.

Κοίτα χέρια απελπισμένα
πώς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές.

Και παλάσκες και σπαθία
με ολοσκόρπιστα μυαλά,
και με ολόσχιστα κρανία,
σωθικά λαχταριστά.

Προσοχή καμία δεν κάνει
κανείς, όχι, εις τη σφαγή,
πάνε πάντα εμπρός. Ω, φθάνει,
φθάνει, έως πότε οι σκοτωμοί;

Ποιος αφήνει εκεί τον τόπο,
πάρεξ όταν ξαπλωθεί;
Δεν αισθάνονται τον κόπο
και λες κι είναι εις την αρχή.

Ολιγόστευαν οι σκύλοι,
και "Αλλάχ", εφώναζαν, "Αλλάχ",
και των Χριστιανών τα χείλη
"φωτιά", εφώναζαν, "φωτιά".

Λιονταρόψυχα, εκτυπιούντο,
πάντα εφώναζαν "φωτιά",
και οι μιαροί κατασκορπιούντο,
πάντα σκούζοντας "Αλλάχ".

Παντού φόβος και τρομάρα
και φωνές και στεναγμοί,
παντού κλάψα, παντού αντάρα,
και παντού ξεψυχισμοί.

Ηταν τόσοι! Πλέον το βόλι
εις τ' αυτιά δεν τους λαλεί.
Όλοι χάμου εκείτοντ' όλοι
εις την τέταρτην αυγή.

Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη
και κυλάει στη λαγκαδιά,
και το αθώο χόρτο πίνει
αίμα αντίς για τη δροσιά.

Της αυγής δροσάτο αέρι,
δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο
στων ψευδόπιστων το αστέρι,
φύσα, φύσα εις το Σταυρό!

Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι,
δεν λαμπ' ήλιος μοναχά
εις τους πλάτανους, δεν λάμπει
εις τ' αμπέλια, εις τα νερά.

Εις τον ήσυχον αιθέρα
τώρα αθώα δεν αντηχεί
τα λαλήματα η φλογέρα,
τα βελάσματα το αρνί.

Τρέχουν άρματα χιλιάδες
σαν το κύμα εις το γιαλό,
αλλ' οι ανδρείοι παλληκαράδες
δεν ψηφούν τον αριθμό.

Ω τριακόσιοι, σηκωθείτε
και ξανάλθετε σε μας,
τα παιδιά σας θελ' ιδείτε
πόσο μοιάζουνε με σας.

Όλοι εκείνοι τα φοβούνται
και με πάτημα τυφλό
εις την Κόρινθο αποκλειούνται
κι όλοι χάνουνται απ' εδώ.

Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου
πείνα και θανατικό,
που με σχήμα ενός σκελέθρου
περπατούν αντάμα οι δυο.

Και πεσμένα εις τα χορτάρια
απεθαίνανε παντού
τα θλιμμένα απομεινάρια
της φυγής και του χαμού.

Κι εσύ αθάνατη, εσύ θεία,
που ότι θέλεις ημπορείς.
εις τον κάμπο, Ελευθερία,
ματωμένη περπατείς.

Στη σκια χεροπιασμένες,
στη σκια βλέπω κι εγώ
κρινοδάχτυλες παρθένες
οπού κάνουνε χορό.

Στο χορό γλυκογυρίζουν
ωραία μάτια ερωτικά,
και εις την αύρα κυματίζουν
μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

Η ψυχή μου αναγαλλιάζει
πως ο κόρφος καθεμιάς
γλυκοβύζαστο ετοιμάζει
γάλα ανδρείας κι ελευθεριάς.

Μες στα χόρτα, τα λουλούδια,
το ποτήρι δεν βαστώ,
φιλελεύθερα τραγούδια
σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Πήγες εις το Μεσολόγγι
την ημέρα του Χριστού,
μέρα που άνθισαν οι λόγγοι
για το τέκνο του Θεού.

Σου 'λθε εμπρός λαμποκοπώντας
η Θρησκεία μ' ένα Σταυρό,
και το δάκτυλο κινώντας
όπου ανεί τον ουρανό.

"Σ' αυτό", εφώναξε, "το χώμα
στάσου ολόρθη, Ελευθεριά!"
Και φιλώντας σου το στόμα
μπαίνει μες στην εκκλησιά.

Εις την τράπεζα σιμώνει,
και το σύγνεφο το αχνό
γύρω γύρω της πυκνώνει
που σκορπάει το θυμιατό.

Αγρικάει την ψαλμωδία
οπού εδίδαξεν αυτή,
βλέπει τη φωταγωγία
στους Αγίους εμπρός χυτή.

Ποιοι είν' αυτοί που πλησιάζουν
με πολλή ποδοβολή,
κι άρματ', άρματα ταράζουν;
Επετάχτηκες εσύ!

Α, το φως που σε στολίζει,
σαν ηλίου φεγγοβολή,
και μακρίθεν σπινθηρίζει,
δεν είναι, όχι, από τη γη.

Λάμψιν έχει όλη φλογώδη
χείλος, μέτωπο, οφθαλμός,
φως το χέρι, φως το πόδι,
κι όλα γύρω σου είναι φως.

Το σπαθί σου αντισηκώνεις,
τρία πατήματα πατάς,
σαν τον πύργο μεγαλώνεις,
κι εις το τέταρτο κτυπάς.

Με φωνή που καταπείθει
προχωρώντας ομιλείς:
"Σήμερ', άπιστοι, εγεννήθη,
ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής".

Αυτός λέγει, αφοκρασθείτε:
"Εγώ ειμ' 'Αλφα, Ωμέγα εγώ,
πέστε, που θ' αποκρυφθείτε
εσείς όλοι, αν οργισθώ;

Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,
που, μ' αυτήν αν συγκριθεί
κείνη η κάτω οπού σας έχω,
σαν δροσιά θέλει βρεθεί.

Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα,
τόπους άμετρα υψηλούς,
χώρες, όρη από τη ρίζα,
ζώα και δέντρα και θνητούς.

Και το παν το κατακαίει,
και δεν σώζεται πνοή,
πάρεξ του άνεμου που πνέει
μες στη στάχτη τη λεπτή".

Κάποιος ήθελε ερωτήσει:
Του θυμού Του εισ' αδελφή;
Ποιος είν' άξιος να νικήσει
ή με σε να μετρηθεί;

Η γη αισθάνεται την τόση
του χεριού σου ανδραγαθιά,
που όλην θέλει θανατώσει
τη μισόχριστη σπορά.

Την αισθάνονται και αφρίζουν
τα νερά, και τ' αγρικώ
δυνατά να μουρμουρίζουν
σαν ρυάζετο θηριό.

Κακορίζικοι, πού πάτε
του Αχελώου μες στη ροή
και 'πιδέξια πολεμάτε
από την καταδρομή

να αποφύγετε; Το κύμα
έγινε όλο φουσκωτό,
εκεί ευρήκατε το μνήμα
πριν να ευρείτε αφανισμό.

Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λάρυγγας εχθρού,
και το ρεύμα γαργαρίζει
τες βλασφήμιες του θυμού.

Σφαλερά τετραποδίζουν
πλήθος άλογα, και ορθά
τρομασμένα χλιμιντρίζουν
και πατούν εις τα κορμιά.

Ποίος στο σύντροφον απλώνει
χέρι, ωσάν να βοηθηθεί,
ποίος τη σάρκα του δαγκώνει
όσο που να νεκρωθεί.

Κεφαλές απελπισμένες,
με τα μάτια πεταχτά,
κατά τ' άστρα σηκωμένες
για την ύστερη φορά.

Σβιέται, αυξαίνοντας η πρώτη
του Αχελώου νεροσυρμή,
το χλιμίντρισμα και οι κρότοι
και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.

Ετσι ν' άκουα να βουίξει
τον βαθύν Ωκεανό,
και στο κύμα του να πνίξει
κάθε σπέρμα αγαρηνό!

Και εκεί που 'ναι η Αγία Σοφία
μες στους λόφους τους επτά,
όλα τ' άψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά.

Σωριασμένα να τα σπρώξει
η κατάρα του Θεού,
κι απ' εκεί να τα μαζώξει
ο αδελφός του Φεγγαριού.

Κάθε πέτρα μνήμα ας γένει,
κι η Θρησκεία κι η Ελευθεριά
μ' αργό πάτημα ας πηγαίνει
μεταξύ τους και ας μετρά.

Ενα λείψανο ανεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,
κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει
και δεν φαίνεται, και πλιο

Και χειρότερα αγριεύει
και φουσκώνει ο ποταμός,
πάντα, πάντα περισσεύει,
πολύ φλοίσβισμα και αφρός.

Α, γιατί δεν έχω τώρα
τη φωνή του Μωυσή;
Μεγαλόφωνα την ώρα
οπού εσβιούντο οι μισητοί.

Το Θεόν ευχαριστούσε
στου πελάου τη λύσσα εμπρός,
και τα λόγια ηχολογούσε
αναρίθμητος λαός.

Ακλουθάει την αρμονία
η αδελφή του Ααρών,
η προφήτισσα Μαρία,
μ' ένα τύμπανο τερπνόν.

Και πηδούν όλες οι κόρες
με τσ' αγκάλες ανοικτές,
τραγουδώντας, ανθοφόρες,
με τα τύμπανα κι εκειές.

Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.

Εις αυτήν, ειν' ξακουσμένο,
δεν νικιέσαι εσύ ποτέ,
όμως, όχι, δεν ειν' ξένο
και το πέλαγο για σε.

Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει
κύματ' άπειρα εις τη γη,
με τα οποία την περιζώνει,
κι είναι εικόνα σου λαμπρή.

Με βρυχίσματα σαλεύει
που τρομάζει η ακοή,
κάθε ξύλο κινδυνεύει
και λιμνιώνα αναζητεί.

Φαίνετ' έπειτα η γαλήνη
και το λάμψιμο του ηλιού,
και τα χρώματα αναδίνει
του γλαυκότατου ουρανού.

Δεν νικιέσαι, ειν' ξακουσμένο,
στην ξηράν εσύ ποτέ,
όμως όχι δεν ειν' ξένο
και το πέλαγο για σέ.

Περνούν άπειρα τα ξάρτια,
και σαν λόγγος στριμωχτά
τα τρεχούμενα κατάρτια,
τα ολοφούσκωτα πανιά.

Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις,
και αγκαλά δεν ειν' πολλές,
πολεμώντας, άλλα διώχνεις,
άλλα παίρνεις, άλλα καις.

Μ' επιθυμία να τηράζεις
δύο μεγάλα σε θωρώ,
και θανάσιμον τινάζεις
εναντίον τους κεραυνό.

Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει,
και σηκώνει μια βροντή,
και το πέλαο χρωματίζει
με αιματόχροη βαφή.

Πνίγοντ' όλοι οι πολεμάρχοι
και δεν μνέσκει ένα κορμί,
χαίρου, σκιά του Πατριάρχη,
που σε πέταξαν εκεί.

Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι
με τσ' εχθρούς τους τη Λαμπρή,
και τους έτρεμαν τα χείλη
δίνοντάς τα εις το φιλί.

Κειες τες δάφνες που εσκορπίστε
τώρα πλέον δεν τες πατεί,
και το χέρι οπού εφιλήστε
πλέον, α, πλέον δεν ευλογεί.

Όλοι κλαψτε, αποθαμένος
ο αρχηγός της Εκκλησιάς,
κλάψτε, κλάψτε, κρεμασμένος
ωσάν να 'τανε φονιάς!

Έχει ολάνοικτο το στόμα
π' ώρες πρώτα είχε γευθεί
τ' 'Αγιον Αίμα, τ' 'Αγιον Σώμα,
λες πως θε να ξαναβγεί.

Η κατάρα που είχε αφήσει,
λίγο πριν να αδικηθεί,
εις οποίον δεν πολεμήσει
και ημπορεί να πολεμεί.

Την ακούω, βροντάει, δεν παύει
εις το πέλαγο, εις τη γη,
και μουγκρίζοντας ανάβει
την αιώνιαν αστραπή.

Η καρδιά συχνοσπαράζει.
Πλην τι βλέπω; Σοβαρά
να σωπάσω με προστάζει
με το δάκτυλο η θεά.

Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη
τρεις φορές μ' ανησυχιά,
προσηλώνεται κατόπι
στην Ελλάδα, και αρχινά:

Παλληκάρια μου, οι πολέμοι
για σας όλοι είναι χαρά,
και το γόνα σας δεν τρέμει
στους κινδύνους εμπροστά.

Απ' εσάς απομακραίνει
κάθε δύναμη εχθρική,
αλλά ανίκητη μια μένει
που τες δάφνες σας μαδεί.

Μία, που όταν ωσάν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι από τη νίκη,
αχ, το νου σάς τυραννεί.

Η Διχόνοια που βαστάει
ένα σκήπτρο η δολερή
καθενός χαμογελάει,
"πάρ' το", λέγοντας, "και συ".

Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει
έχει αλήθεια ωραία θωριά,
μην το πιάστε, γιατί ρίχνει
εισέ δάκρυα θλιβερά.

Από στόμα οπού φθονάει,
παλληκάρια, ας μην 'πωθεί,
πως το χέρι σας κτυπάει
του αδελφού την κεφαλή.

Μην ειπούν στο στοχασμό τους
τα ξένη έθνη αληθινά:
"Εάν μισούνται ανάμεσο τους
δεν τους πρέπει ελευθεριά".

Τέτοια αφήστενε φροντίδα,
όλο το αίμα οπού χυθεί
για θρησκεία και για πατρίδα
όμοιαν έχει την τιμή.

Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε
για πατρίδα, για θρησκειά,
σας ορκίζω, αγκαλισθείτε
σαν αδέλφια γκαρδιακά.

Πόσο λείπει, στοχασθείτε,
πόσο ακόμη να παρθεί,
πάντα η νίκη, αν ενωθείτε,
πάντα εσάς θ' ακολουθεί.

Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία,
καταστήστε ένα Σταυρό
και φωνάξετε με μία:
"Βασιλείς, κοιτάξτ' εδώ!

Το σημείον που προσκυνάτε
είναι τούτο, και γι' αυτό
ματωμένους μας κοιτάτε
στον αγώνα το σκληρό.

Ακατάπαυστα το βρίζουν
τα σκυλιά και το πατούν
και τα τέκνα του αφανίζουν,
και την πίστη αναγελούν.

Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη
αίμα αθώο χριστιανικό,
που φωνάζει από τα βάθη
της νυκτός: Να εκδικηθώ.

Δεν ακούτε, εσείς εικόνες
του Θεού, τέτοια φωνή;
Τώρα επέρασαν αιώνες
και δεν έπαυσε στιγμή.

Δεν ακούτε; Εις κάθε μέρος
σαν του 'Αβελ καταβοά,
δεν ειν' φύσημα του αέρος
που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

Τι θα κάμετε; Θ' αφήστε
να αποκτήσομεν εμείς
λευθεριάν ή θα την λύστε
εξ αιτίας πολιτικής;

Τούτο ανίσως μελετάτε
ιδού εμπρός σας τον Σταυρό:
Βασιλείς, ελάτε, ελάτε,
και κτυπήσετε κι εδώ!"

Unpredictable

ΠΑΣ ΜΗ ΕΛΛΗΝ ΒΑΡΒΑΡΟΣ...

'Οταν αποφασίσει η Κύπρος να σηκώσει την Ελληνική σημαία σαν σύμβολο Έθνους (όχι όποτε μας έχουν ανάγκη),ΤΟΤΕ και μονον ΤΟΤΕ θα τους θεωρήσω αδέρφια.Μέχρι τότε ας ζήσουν στην μοίρα τους και στην χώρα τους....

Ζήσε την ζωή σου στο σήμερα,
Το αύριο μπορεί να μην μας ανήκει
James Douglas Morisson
1943-1971


Unpredictable

Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βιά μετράει τη γη.

Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

I always love what others hate....


Unpredictable

Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βιά μετράει τη γη.

Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!