- To «τουπέ» του Γνώστη και του Φιλοσόφου - .-= Η ΣΟΦΙΑ =-.
Η ειρωνεία είναι ότι ένα μεγάλο μέρος της σημερινής φιλοσοφικής παραγωγής θεωρεί ως πρόδρομο και εμπνευστή της τον Wittgenstein .
Συχνά μάλιστα , μετεξελίξεις των δογμάτων περιγράφονται με όρους της στροφής από την πρώιμη στην ύστερη βιτγκενσταϊνική φιλοσοφία .
Λ.χ. , οι σχολές του “τεχνικού ρεαλισμού” (Kripke , Putman) και των “θεωριών του νοήματος” (Dummett , Davidson) , θεωρούν ότι κατάγονται , όχι μόνο από τον Frege και τον Russel , αλλά και από τον Wittgenstein — τουλάχιστον του “Tractatus”, ενώ η σχολή του αμερικανικού “νεοπραγματισμού” , από τον Wittgenstein των “Φιλοσοφικών ερευνών”.
Επίσης η γεφύρωση της αγγλοαμερικανικής ανάλυσης με τη φιλοσοφική παράδοση της Ευρώπης θεωρείται ότι επιτυγχάνεται χάρη στην ύστερη φιλοσοφία του Wittgenstein .
Μόνο μέσα από μια χονδροειδή παρερμηνεία μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι το πνεύμα της βιυγκενσταϊνικής διδασκαλίας είναι παρόν στη μορφή και στις επιδιώξεις των σύγχρονων φιλοσοφικών ρευμάτων , παρά το γεγονός ότι σπέρματα αυτής της διδασκαλίας είναι οπωσδήποτε εντοπίσιμα σε μεγάλες ποσότητες .

Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά
Από την άλλη , θα υποστηρίξομε ότι η Ευρωπαϊκή ηπειρωτική αντίδραση στο αναλυτικό πνεύμα της Αμερικής και της Αγγλίας δεν έχει διόλου “κοινές θέσεις” με τη βιτγκενσταϊνική φιλοσοφία — όπως πολλοί σύγχρονοι οραματιστές της κατάργησης του “ατλαντικού τείχους” δηλώνουν ή υπαινίσσονται .
Η κριτική που ασκούν στην “αναλυτική φιλοσοφία” — και τη “δυτική” φιλοσοφία εν γένει — είναι άλλης προελεύσεως και άλλης κατευθύνσεως αλλά απέχει εξίσου από το βιτγκενσταϊνικό ρεύμα , έστω κι αν βρίσκεται στην αντίπερα όχθη .
Η πραγματικά επαναστατική σύλληψη της φιλοσοφίας ως ομοιοπαθητικής του φιλοσοφικού στοχασμού έχει πνιγεί στον θόρυβο των μεταφυσικών εργοταξίων των εραστών του παρελθόντος και στις θριαμβολογίες των ευαγγελιστών της “μετα-φιλοσοφικής κουλτούρας” .
Μακριά απ’το να έχει ξεπεραστεί , η σκέψη του Wittgenstein παραμένει το μοναδικό αντίδοτο στην άσκοπη παραγωγή ατύπων κυττάρων του λόγου .

Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά
Η δογματικη προσκολληση σε μια και μοναδικη αληθεια , ειναι μια ψυχολογικη ταση περισσοτερο ενος απολογητη, παρα ενος ψυχραιμου και αντικειμενικου παρατηρητη που θελει να γνωρισει την αληθεια .
Η αληθεια δεν βρισκεται στις απολογιες και στις προσκολλησεις σε προσωπικοτητες . πολλες φορες οι προσωπικοτητες , και οι σκεψεις τους μας γοητευουν . Αυτο ειναι κατι που περιεχει συναισθηματισμο, και θα πρεπει να το αποφευγουμε παση θυσια.
Ο αντικειμενικος παρατηρητης , πρεπει να στεκει πανω απο τις γοητευτικες εκφρασεις και προσωπικοτητες.
α) Πώς η φιλοσοφία του Wittgenstein απαλλάσσεται της κατηγορίας της μεταφυσικής πλάνης και του δογματισμού όταν υποστηρίζει ότι το έσχατο σημείο αναφοράς είναι τα γλωσσικά δεδομένα ή οι μορφές ζωής ;
Σε τι διαφέρει αυτός ο ισχυρισμός από εκείνους της παραδοσιακής μεταφυσικής ;
β) Πώς μπορεί η διδασκαλία του Wittgenstein να μεταπείσει κάποιον ο οποίος απλώς αρέσκεται στις μεταφυσικές κατασκευές ;
Πώς θα κάνει τον άλλο να παραδεχθεί την υποτιθέμενη “αρρώστια” του , όταν εκείνος δεν “νιώθει άρρωστος” ;
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα , θα απαντήσω ότι η διδασκαλία του Wittgenstein δεν είναι σώμα θεωρίων , ώστε να μπορεί να εμπέσει στο πλαίσιο της παραδοσιακής μεταφυσικής και του δογματισμού αλλά μέθοδος εντοπισμού της ανοησίας και απαλλαγής από αυτήν . Αυτά που ηχούν ως ισχυρισμοί στην ανάλυση της γλώσσας είναι απλώς η ηχώ της γλώσσας , η επανάληψη εκείνου που η γλώσσα (η ανθρώπινη κοινότητα) ορίζει .
Η αναμενόμενη αντίρρηση ότι το τι ορίζει η γλώσσα , άρα , εν κατακλείδι , τι γλώσσα μιλάς , αντιμετωπίζεται με την παρατήρηση ότι η συζήτηση για οτιδήποτε είναι εφικτή εφόσον μιλάμε την ίδια γλώσσα .
Η γλωσσανάλυση προϋποθέτει τη νοηματική επικοινωνία . Δεν προσπαθεί να τη διαπιστώσει ούτε να την επιβάλλει υπερβατολογικά .
Μόνο αν γλωσσαναλυτής και γλωσσαναλυόμενος συμφωνούν στα υποκείμενα μπορουν να ελέγξουν τα υπερκείμενα .
Για να διαπιστώσει ο δεύτερος την ανοησία του πρέπει να είναι σε θέση να τη δει ως απόκλιση από το νόημα . Αν δεν τη βλέπει , η συζήτηση έφτασε στο τέλος της . Η γλωσσανάλυση δεν εξαναγκάζει . Και αυτό απαντά εμμέσως και στο δεύτερο ερώτημα .Μόνο στο μέτρο που ο γλωσσαναλυόμενος αναγνωρίζει την πλάνη του — την “αρρώστια” του — η γλωσσανάλυση έχει νόημα .
Ποιος μπορεί να σου απαγορεύσει να κάνεις αυτό που σου αρέσει ;
Πρέπει να δεις ο ίδιος πόσο άχρηστο είναι για να το εγκαταλείψεις .
Αυτό οδηγεί συνήθως στον εφησυχασμό : Εγώ δεν το θεωρώ άχρηστο , άρα το συνεχίζω .
Και με αυτή την πρόφαση δεν κάνεις καν τον κόπο να μπεις στη λεπτομέρεια της γλωσσανάλυσης , μ’άλλα λόγια στην καθαυτό εφαρμογή της μεθόδου , αντί να αρκείσαι στις γενικές περιγραφές της .
Νομίζεις ότι , αφού μπορείς να διαφωνείς ότι πλανάσαι , η επιχείρηση είναι ανώφελη .
Κι’έτσι απαλλάσσεσαι από την υποχρέωση να διαπιστώσεις ιδίοις όμμασιν αν όντως πλανάσαι .
Έχω την αίσθηση ότι οι περισσότεροι πολέμιοι της γλωσσανάλυσης , οι οποίοι παραμένουν προσκολλημένοι στα μεταφυσικά πρότυπα του παρελθόντος , απλώς δεν μπήκαν ποτέ στον κόπο να δουν αν θα συνεχίσουν να πιστεύουν όσα πιστεύουν μετά από μια ενδελεχή μελέτη του έργου του Wittgenstein .

Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά
Σύμφωνα με το Tractatus , η μόνη δυνατή φιλοσοφία είναι η κριτική της γλώσσας , η δια της λογικής ανάλυσης διασάφηση των προτάσεων της φυσικής γλώσσας και η εκρίζωση των ψευδοπροτάσεων , οι οποίες παραβιάζουν τη λογική σύνταξη .
Το σύνθημα είχε βρει εύφορο έδαφος στο αντιμεταφυσικό μένος του Κύκλου της Βιέννης .
Επιτέλους , διαγραφόταν σαφής ο ορίζοντας μιας φιλοσοφίας απαλλαγμένης από τα μεταφυσικά παραληρήματα του γερμανικού ιδεαλισμού και σύστοιχης προς τα μεγάλα επιτεύγματα στους χώρους των μαθηματικών και της φυσικής , την καντοριανή συνολοθεωρία , τη μαθηματικοποίηση της λογικής από τον Boole και τη θεωρία της σχετικότητας του Einstein .
Η πρόοδος που συνέβαινε με ταχύτατους ρυθμούς στον χώρο της επιστήμης και οι δελεαστικές προοπτικές που διαγράφονταν στο εγγύς μέλλον , ήταν ικανό κίνητρο για να προσδεθεί η φιλοσοφία στο άρμα της .
Οι μεταφυσικές κατασκευές ήταν ασύμφωνες προς το πνεύμα των καιρών , που απαιτούσε ακρίβεια , σαφήνεια , αποδειξιμότητα .
Αν η φιλοσοφία ήθελε μερίδιο σ’αυτή την πρόοδο , έπρεπε πρώτα να διαφυλαχθεί από το στίγμα της αναξιοπιστίας και της αναποτελεσματικότητας , και ο μόνος τρόπος ήταν να γίνει επιστημονικότερη .

Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά
quote:.
η διδασκαλία του Wittgenstein δεν είναι σώμα θεωρίων , ώστε να μπορεί να εμπέσει στο πλαίσιο της παραδοσιακής μεταφυσικής και του δογματισμού αλλά μέθοδος εντοπισμού της ανοησίας και απαλλαγής από αυτήν
Για να εντοπίσεις την ανοησία πρέπει να έχεις ένα στερεό σώμα αντικειμενικότητας. Το ερώτημα εδώ είναι: Αυτή την αντικειμενικότητα την ορίζει ποιος; Και ποια είναι τα κριτήρια; Και ποιος ορίζει την αντικειμενικότητα αυτών των κριτηρίων;
Οταν καθόμαστε σε ένα τραπέζι 5 άτομα και κοιτάμε ένα μήλο, έχουμε πέντε διαφορετικές οπτικές του μήλου.
Κανείς δεν βλέπει όλη την αλήθεια του μήλου.
Κι όμως, και οι πέντε έχουμε δίκιο. Σε μια ελλιπή μορφή.
quote:
Αν η φιλοσοφία ήθελε μερίδιο σ’αυτή την πρόοδο , έπρεπε πρώτα να διαφυλαχθεί από το στίγμα της αναξιοπιστίας και της αναποτελεσματικότητας , και ο μόνος τρόπος ήταν να γίνει επιστημονικότερη .
Εχω την εντύπωση ότι η επιστήμη είχε και ακόμα πιο πολύ στις μέρες μας την ανάγκη να γίνει "φιλοσοφικότερη". Γιατί τα όμορφα δέντρα δεν είναι και απαραίτητα υγιή δέντρα. Και το να τα χαζεύουμε επειδή είναι όμορφα δεν τα γιατρεύει. Το "τίμημα" και η (φιλο-)Σοφία είναι οι λέξεις κλειδιά νομίζω σε αυτή την περίπτωση.
quote:
Italos :Για να εντοπίσεις την ανοησία πρέπει να έχεις ένα στερεό σώμα αντικειμενικότητας. Το ερώτημα εδώ είναι: Αυτή την αντικειμενικότητα την ορίζει ποιος; Και ποια είναι τα κριτήρια; Και ποιος ορίζει την αντικειμενικότητα αυτών των κριτηρίων;
Ιταλέ αναφέρεσαι στο προτελευταίο μου μήνυμα στο οποίο πράγματι μεταξύ των άλλων ανέφερα ότι : . . . . . η διδασκαλία του Wittgenstein δεν είναι σώμα θεωρίων , ώστε να μπορεί να εμπέσει στο πλαίσιο της παραδοσιακής μεταφυσικής και του δογματισμού αλλά μέθοδος εντοπισμού της ανοησίας και απαλλαγής από αυτήν
Πάνω σ’αυτά που προανέφερα , έχω να πω τα εξής :
Ο “διαμορφωτής φιλόσοφος” παίρνει μέρος στη συζήτηση “για να προσφέρει ένα νέο σύνολο όρων” , όχι για να δείξει “ότι αυτοί οι όροι αποτελούν τις νεότερες ακριβείς αναπαραστάσεις των ουσιών” ή για να “συνεισφέρει στην έρευνα αλλά για να συμμετάσχει απλά στη συζήτηση” .
Αυτή η εικόνα δεν ταιριάζει στον φιλόσοφο του Wittgenstein .
Εκείνος μπαίνει στη συζήτηση με σκοπό την απομάκρυνση των παρανοήσεων , όχι την εισήγηση μιας εναλλακτικής άποψης .
Η εισαγωγή του νέου συνόλου όρων δεν είναι αυτοσκοπός .
Δεν λέει απλά “Για δείτε τα πράγματα κι’απ’αυτήν την σκοπιά” , αλλά “Αν τα δείτε απ’αυτήν τη σκοπιά , θα πάψετε να είστε εγκλωβισμένοι στην παλιά άποψη πραγμάτων” .
Μετά από την επίτευξη του σκοπού , το νέο σύνολο όρων είναι άχρηστο . Και επικίνδυνο , στο μέτρο που αποτελεί μια εικόνα επί του αυτού επιπέδου με εκείνες που μας κρατούσαν αιχμαλώτους .
Η χρηστικότητα των εναλλακτικών μοντέλων περιγραφής της πραγματικότητας είναι αποκλειστικώς αρνητική .
Ο φιλόσοφος δεν πρέπει να τα εισηγείται γι’αυτό που είναι , αλλά γι’αυτό που επιτυγχάνουν .
(Συνεχίζεται)

Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά
quote:
Italos :Εχω την εντύπωση ότι η επιστήμη είχε και ακόμα πιο πολύ στις μέρες μας την ανάγκη να γίνει "φιλοσοφικότερη". Γιατί τα όμορφα δέντρα δεν είναι και απαραίτητα υγιή δέντρα. Και το να τα χαζεύουμε επειδή είναι όμορφα δεν τα γιατρεύει. Το "τίμημα" και η (φιλο-)Σοφία είναι οι λέξεις κλειδιά νομίζω σε αυτή την περίπτωση.
Πράγματι το τελευταίο μου μήνυμα το έκλεισα με την φράση :
“Αν η φιλοσοφία ήθελε μερίδιο σ’αυτή την πρόοδο , έπρεπε πρώτα να διαφυλαχθεί από το στίγμα της αναξιοπιστίας και της αναποτελεσματικότητας , και ο μόνος τρόπος ήταν να γίνει επιστημονικότερη .”
Το σκεπτικό μου όμως δεν το ολοκλήρωσα (πράγμα το οποίο θα έκανα στο επόμενο μήνυμά μου) .
Ας συνεχίσω λοιπόν :
Αλλά πίσω απ’το Tractatus δεν κρύβονταν οι ίδιες επιδιώξεις .
Πρώτα-πρώτα η αναζήτηση ενός ιδεώδους λογισμού στον οποίο θα μεταγραφόταν η φυσική γλώσσα δεν είχε ως κίνητρο τη δυσπιστία σ’αυτήν — ή , αλλιώς , την πεποίθηση ότι είναι αναποτελεσματική , χαλαρή και χοντροκομμένη για τις λεπτές και αυστηρώς περιγεγραμμένες νοηματικές διακρίσεις , απαραίτητες για την αποφυγή των μεταφυσικών λογικών ολισθημάτων — , αλλά , αντίθετα , την εμπιστοσύνη σ’αυτήν , την πεποίθηση ότι βρίσκεται σε απόλυτη λογική τάξη .
Αυτήν ακριβώς την λογική τάξη υποτίθεται ότι θα έφερνε στο φως η ανάλυση του Tractatus .
Ο πρώιμος Wittgenstein δεν καταδικάζει τη μεταφυσική επειδή οι δηλώσεις της δεν διαθέτουν επιστημονική αυστηρότητα , αλλά επειδή δεν παράγουν νόημα . Και πολλές αυστηρές διατυπώσεις συμβαίνει να μην παράγουν νήμα , οπότε είναι τόσο μεταφυσικές όσο και οι πιο αυθαίρετοι εγελιανοί ακροβατισμοί . Και βέβαια , πρώτο και καλύτερο το ίδιο το Tractatus , το οποίο καταδικάζεται από τον συγγραφέα του ως ανοησία .
Η καταστρατήγηση της λογικής της γλώσσας , αυτό είναι η γενέτειρα της μεταφυσικής και όχι η μη αυστηρή διατύπωση .
Η φυσική μας γλώσσα είναι όντως “χαλαρή” (υπό την έννοια που αποτελούσε ανάθεμα για τους λογικούς θετικιστές) , αλλά δεν υποθάλπει τη μεταφυσική . Αντίθετα , η επιβολή της αυστηρότητας διαψεύδει την πραγματική της φύση , με αναπόφευκτο επακόλουθο την απώλεια του νοήματος .
Αλλά η διαφορά προθέσεων που φωτίζει καλύτερα την απόσταση μεταξύ Wittgenstein και λογικών θετικιστών είναι η στάση τους απέναντι στην έννοια του μυστικού . Το ανυπέρβλητο διαχωριστικό τείχος που ο Wittgenstein υψώνει ανάμεσα σ’εκείνο που μπορεί να λεχθεί και στο ανέκφραστο — “das Unaussprechlche” : (TLP 6.522) — κατασκευάζεται με απώτερο σκοπό την περιφρούρηση του ανέκφραστου κι όχι την απεμπόλισή του από την επικράτεια του λόγου :
“Μονάχα κάτι υπερφυσικό μπορεί να εκφράσει το Υπερφυσικό . Αυτή η δήλωση συνοψίζει την ηθική μου” .
Η σιωπή του Tractatus δηλώνει σεβασμό προς το μη εκφράσιμο . Όχι περιφρόνηση . Το σημαντικό μέρος του βιβλίου του ήταν εκείνο που δεν περιεχόταν στο βιβλίο , θα δήλωνε αργότερα στον Ludwig von Ficker . Και , όπως το θέτει ο Egelmann :
“Όταν ( . . . . ) πασχίζει να οριοθετήσει το ασήμαντο , εκείνο που επισκοπεί με τόσην εξονυχιστική ακρίβεια δεν είναι η ακτογραμμή της νησίδας , αλλά το όριο του ωκεανού” .
Εκείνο για το οποίο μπορούμε να μιλήσουμε είναι για τους λογικούς θετικιστές , το σημαντικό . Για τον Wittgenstein είναι το ασήμαντο .
(Συνεχίζω και ολοκληρώνω στο επόμενο μήνυμα)

Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά
Η αποστροφή του για την επιστημονική σκέψη του καιρού του και για την επιστημονικότητα της φιλοσοφίας είναι πρόδηλη σε δηλώσεις σαν κι αυτές :
( . . . ) Δεν υπάρχει τίποτε το παράλογο στη σκέψη ότι ο αιώνας της επιστήμης και της τεχνολογίας είναι η αρχή του τέλους της ανθρωπότητας .
Ότι η ιδέα της μεγάλης προόδου είναι μια ψευδαίσθηση , όπως και η ιδέα ότι θα μπορέσουμε τελικά να μάθουμε την αλήθεια .
Ότι δεν υπάρχει τίποτε το καλό ή επιθυμητό στην επιστημονική γνώση και ότι ο άνθρωπος αναζητώντας την , πέφτει σε παγίδα . Δεν είναι διόλου προφανές ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα . (ΠΑ 89 - 90)
( . . . ) Η (ατομική) βόμβα προσφέρει την ελπίδα του τερματισμού της καταστροφής ενός σιχαμερού κακού — της αηδιαστικής , της σαχλής μας επιστήμης (ΠΑ 80)
Οι φιλόσοφοι έχουν συνεχώς προ οφθαλμών τη μέθοδο της επιστήμης και νιώθουν ακατανίκητο πειρασμό να θέτουν ερωτήσεις και να δίνουν απαντήσεις με τον τρόπο που η επιστήμη το κάνει . Αυτή η τάση είναι η πραγματική πηγή της μεταφυσικής και οδηγεί τον φιλόσοφο στο τέλειο σκοτάδι . (ΜΒ 45)
Αυτή τη μέθοδο της επιστήμης οι επίγονοι του Wittgenstein δεν την έχασαν ποτέ από τα μάτια τους , κι έται , παρά την αντίθετη πρόθεσή τους , δεν έπαψαν ουσιαστικά ούτε στιγμή να κάνουν μεταφυσική .
Απλώς άλλαξαν πεδίο ερεύνης .
Η παραδοσιακή οντολογία και γνωσιοθεωρία έδωσε τη θέση της στη φιλοσοφία της γλώσσας , και τα προβλήματα που απασχολούσαν τη φιλοσοφία από την εποχή του Πλάτωνα μετατράπηκαν σε γλωσσικά προβλήματα .
Όταν όμως ο Wittgenstein έλεγε ότι τα φιλοσοφικά προβλήματα είναι γλωσσικά (WL 1930 - 32: 1) δεν εννοούσε ότι είναι γλωσσικής υφής , οπότε η λύση τους θα πρέπει να αναζητηθεί στη γλώσσα , αλλά ότι είναι αποκτήματα της γλώσσας , προβλήματα που η γλώσσα δημιουργεί , άρα ψευδοπροβλήματα .
Τα περισσότερα ερωτήματα και προτάσεις των φιλοσόφων εδράζονται στο γεγονός ότι δεν καταλαβαίνουμε τη λογική της γλώσσας μας ( . . . ) Δεν είναι ν’απορεί κανείς που , στην πραγματικότητα , τα βαθύτερα προβλήματα δεν είναι καν προβλήματα (TLP 4.003) .

Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά
Οι εκπρόσωποι της σύγχρονης ανάλυσης δεν φαίνεται να έχουν επιφυλάξεις ως προς τη γνησιότητα των προβλημάτων που τους απασχολούν .
Αντίθετα μάλιστα , νιώθουν ότι βρίσκονται σε πλεονεκτικότερη θέση από τους προκατόχους τους , στο μέτρο που η αναγωγή των παραδοσιακών δογμάτων στο επίπεδο της γλώσσας — συνεπικουρούντων και των ευρημάτων της επιστήμης — τους επιτρέπει να εφοδιάσουν τις θεωρίες τους με εννοιολογικά οπλοστάσια ικανά να αποστομώνουν τους παραδοσιακούς αντιρρησίες .
Σύμφωνα με τους λεγόμενους “θεωρητικούς του νοήματος”, απαραίτητη προϋπόθεση για την επίλυση ενός φιλοσοφικού προβλήματος , και συνεπώς “θεμέλιο κάθε φιλοσοφίας” , είναι η γνώση των αρχών που διέπουν την κατασκευή οποιασδήποτε γλώσσας .
Υπ’αυτήν την έννοια , οι έρευνες στον χώρο του ρεαλισμού πάνε χέρι-χέρι με τις έρευνες στον χώρο των θεωριών του νοήματος .
Ακολουθώντας την παράδοση του Tractatus οι θεωρητικοί του νοήματος ξεκινούν από την προϋπόθεση ότι το νόημα μιας πρότασης είναι οι συνθήκες αληθείας της . Αλλά η βιωσιμότητα μιας θεωρίας του νοήματος έχει ως προϋπόθεση μια καθαρή και μη προβληματική έννοια της αλήθειας . “Το πρόβλημα δεν είναι κατά πόσον το νόημα θα πρέπει να εξηγηθεί με όρους συνθηκών αληθείας , αλλά ποια έννοια αλήθειας θα γίνει αποδεκτή”, δηλώνει ο Dummett . Έτσι έρχεται στο προσκήνιο η διαμάχη μεταξύ ρεαλισμού και αντιρρεαλισμού ή , αλλιώς , το ερώτημα κατά πόσον η αλήθεια μιας δήλωσης είναι ανεξάρτητη ή εξηρτημένη από τα μέσα που εμείς διαθέτουμε για διαπίστωσή της .

Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά
Εμπλοκή στις ενδοδογματικές τους συζητήσεις είναι απλώς άσκοπη για κάποιον που εντοπίζει προβλήματα στα θεμέλια . Αν τα θεμέλια περιέχουν ανοησίες , δεν είναι δυνατόν η υπερκατασκευή , αφ’ενός να είναι άμοιρη από αυτές , αφ’ετέρου να στηρίξει εκείνο που υποτίθεται ότι τη στηρίζει .
Το γεγονός ότι η βινγκενσταϊνική κριτική ασκείται σε ένα τόσο πρώιμο στάδιο — πριν καν την οικοδόμηση οποιασδήποτε θεωρίας — δημιουργεί μιαν αμηχανία ευθύς εξ αρχής , διότι , ούτε λίγο ούτε πολύ , καταδικάζει με μία κίνηση , ως ανόητες , συζητήσεις οι οποίες τροφοδοτούν τη συντριπτική πλειοψηφία της φιλοσοφικής κοινότητας επί δεκαετίες .
Οι περισσότερες προτάσεις και ερωτήματα που έχουν διατυπωθεί για φιλοσοφικά ζητήματα δεν είναι εσφαλμένα αλλά α-νόητα . Συνεπώς δεν μπορούμε να δώσουμε απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα , παρά μονάχα να διαπιστώσουμε την ανοησία τους (TLP 4.003) .
Είναι πολύ δύσκολο να δεχθεί κανείς ότι τόσοι ευφυείς και σοβαροί άνθρωποι συζητούν επί χρόνια περί όνου σκιάς . Η πιο εύλογη κίνηση είναι να δυσπιστήσει στις ετυμηγορίες των κατηγόρων . Αλλά η δυσπιστία , έστω και αν είναι μια αρνητική προϋπόθεση , δεν μας απαλλάσσει από την υποχρέωση να “τείνομεν ευήκοον ους” στις κατηγορίες .
Η βασικότερη κατηγορία έχει να κάνει με το status των ερωτημάτων τα οποία “οι θεωρίες του νοήματος” έρχονται να απαντήσουν : “Πώς λειτουργεί η γλώσσα μας ;” , “Πώς καταλαβαίνουμε μια γλώσσα ;” , “Πώς μπορούμε να κατασκευάζουμε νέες εκφράσεις ή να καταλαβαίνουμε εκφράσεις που δεν έχουμε ακούσει ποτέ ;” κλπ.
Υπό μίαν έννοια , τα ερωτήματα αυτά έχουν προφανή απάντηση : “Το πώς λειτουργεί η γλώσσα κατοπτρίζεται στον τρόπο που τη χρησιμοποιείς . Το πώς την καταλαβαίνεις , στον τρόπο που την καταλαβαίνεις κ.ο.κ. Δεν υπάρχει λόγος να απορείς” .
Υπό μίαν άλλη έννοια — τη φιλοσοφική — ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούμε τη γλώσσα υπαγορεύεται από έναν κρυμμένο μηχανισμό , στις αρχές λειτουργίας του οποίου αναφέρεται το “πώς” .
Υ.Γ.
T.L.P.: Tractatus Logico-philosophicus .

Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά
Μια γλώσσα που συμβαίνει σε δύο επίπεδα , εκείνο των εκφράσεων που χρησιμοποιούμε και εκείνο ενός κρυμμένου μηχανισμού δεν είναι η γλώσσα που γνωρίζουμε .
Η γενικότερη και κεντρικότερη πλάνη της αναλυτικής φιλοσοφίας είναι η εφαρμογή ενός φυσικού μοντέλου στην περίπτωση ενός λογισμού . Μια ιδέα προερχόμενη από τις φυσικές επιστήμες , όπου τα παρατηρούμενα φαινόμενα είναι συμπτώματα άλλων φαινομένων , τα οποία συνδέονται με αυτά αιτιωδώς .
Οι έννοιες όμως ενός λογισμού δεν είναι όπως τα φαινόμενα .
Και ο λόγος είναι ότι δεν μπορώ να ανακαλύψω κάτι σχετικά με μια έννοια χωρίς να τη μεταβάλλω .
Διότι αυτό το κάτι αποτελεί πια μέρος της ανάλυσής της .
Αν η υποτιθέμενη “ανάλυση” προσάγει νέα στοιχεία , δεν είναι ανάλυση , αλλά μια νέα κατασκευή .
Και το ενδιαφέρον της — αν υπάρχει — βρίσκεται σ’αυτή την ίδια και όχι στην ικανότητά της να περιγράφει σωστά τη γλώσσα .
Η εξάρτηση της έννοιας του νοήματος από την έννοια της αλήθειας συνιστά μια τέτοια κατασκευή , διότι αίρει σε γενικό επίπεδο ένα τοπικό χαρακτηριστικό της πρακτικής με την οποία εξηγούμε το νόημα μιας έκφρασης .
Σε πολλές περιπτώσεις , μπορούμε να εξηγήσουμε το νόημα μιας πρότασης δίνοντας τη μέθοδο με την οποία την επαληθεύουμε .
Αλλά οι προτάσεις που διασαφούνται με τη δήλωση των συνθηκών αληθείας (κοντολογίς , οι δηλώσεις) δεν είναι το μόνο είδος προτάσεων της γλώσσας μας .
Για προτάσεις του τύπου «Ντύσου καλά πριν βγεις από το σπίτι!» ή «Τι ώρα είπε να πάμε;» ή «Θεός φυλάξει» κλπ. , κανείς δεν θα επέλεγε ως μέθοδο εξήγησης του νοήματος τη δήλωση των συνθηκών αληθείας , διότι απλούστατα δεν υπάρχει κάτι που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε επαλήθευση κάποιας από τις παραπάνω εκφράσεις . Αλλά βεβαίως υπάρχουν χίλιοι δυο τρόποι για να εξηγήσουμε το νόημά τους σ’ένα παιδί , τρόποι που θα του δείξουν πώς αυτές οι εκφράσεις χρησιμοποιούνται στην πράξη , σε ποιες περιπτώσεις εκφέρονται κλπ.
Αυτό το έκαναν οι άνθρωποι επί αιώνες , χωρίς να έχουν ποτέ φανταστεί ότι υπήρχε κάποιο κοινό ίζημα στις εξηγήσεις τους : η αλήθεια !
Είχαν λάθος αυτοί οι άνθρωποι όταν έδιναν τις εξηγήσεις τους ;
Μετέφεραν μισά νοήματα , διαστρέβλωναν τη γλώσσα ;
Δεν κατάφερναν να κάνουν τη δουλειά τους ;
Μήπως τώρα για πρώτη φορά , μετά από χιλιετίες έναρθρου λόγου , είμαστε επιτέλους σε θέση να δώσουμε την ορθή ανάλυση της γλώσσας ;

Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά
quote:
Κηφεύς
Οι έννοιες όμως ενός λογισμού δεν είναι όπως τα φαινόμενα .Και ο λόγος είναι ότι δεν μπορώ να ανακαλύψω κάτι σχετικά με μια έννοια χωρίς να τη μεταβάλλω1 .
Διότι αυτό το κάτι αποτελεί πια μέρος της ανάλυσής της .
............................................................
Μήπως τώρα για πρώτη φορά , μετά από χιλιετίες έναρθρου λόγου , είμαστε επιτέλους σε θέση να δώσουμε την ορθή ανάλυση της γλώσσας2 ;
1. Φρονώ, πως εδώ θα είχε σημασία ένας καλός διαχωρισμός της αποκάλυψης από την ανακάλυψη. Θεωρώ προσωπικά, πως η ανακάλυψη έχει έναν εντελώς προσωπικό και λίγο ξιπασμένο χαρακτήρα. Υπό αυτό το πρίσμα, πιθανώς η διαπίστωση να δικαιώνεται. Αν όμως σε κάποια περίπτωση, οι έννοιες έχουν κι έναν αυθύπαρκτο τρόπο, νομίζω πως το προσωπικό, το θεωρούμενο, άρα και το πρόθεμα, πρέπει να τύχουν διαφορετικής μεταχείρισης.*
2. Ο έναρθρος λόγος είναι προσωπικός. Ενικός και πολυπληθούμενος. Ωστόσο η γλώσσα δεν έχει, νομίζω, σχέση με τα άρθρα. Η δε ανάλυση της γλώσσας, ορθή τε και λανθασμένη, δεν βλέπω πως συσχετίζεται με τον λόγο, έναρθρο, λανθασμένο, ή ορθό.
Με όλο το σεβασμό.
*Από την έννοια της κβαντικότητας, στην κβαντικότητα των εννοιών?
There is no Dark Side of the Moon really. In fact it is all Dark.
quote:
DSM :
1. Φρονώ, πως εδώ θα είχε σημασία ένας καλός διαχωρισμός της αποκάλυψης από την ανακάλυψη. Θεωρώ προσωπικά, πως η ανακάλυψη έχει έναν εντελώς προσωπικό και λίγο ξιπασμένο χαρακτήρα. Υπό αυτό το πρίσμα, πιθανώς η διαπίστωση να δικαιώνεται. Αν όμως σε κάποια περίπτωση, οι έννοιες έχουν κι έναν αυθύπαρκτο τρόπο, νομίζω πως το προσωπικό, το θεωρούμενο, άρα και το πρόθεμα, πρέπει να τύχουν διαφορετικής μεταχείρισης.*
2. Ο έναρθρος λόγος είναι προσωπικός. Ενικός και πολυπληθούμενος. Ωστόσο η γλώσσα δεν έχει, νομίζω, σχέση με τα άρθρα. Η δε ανάλυση της γλώσσας, ορθή τε και λανθασμένη, δεν βλέπω πως συσχετίζεται με τον λόγο, έναρθρο, λανθασμένο, ή ορθό.
Δεν θα διαφωνήσω , φίλε DSM , επί της ουσίας , με αυτά που αναφέρεις . Και βέβαια , συμφωνώ με την άποψή σου ότι “ . . . . η γλώσσα δεν έχει, νομίζω, σχέση με τα άρθρα” . Αναφερόμενος δε στην εύστοχη όσο και πρωτότυπη παρατήρηση - ερώτησή σου : “Από την έννοια της κβαντικότητας, στην κβαντικότητα των εννοιών? ” , θέλω να παρατηρήσω ότι : η κβαντική θεωρία συγκρούεται με τις καθιερωμένες μας ιδέες για τη σχέση ανάμεσα στη θεωρία και τον παρατηρητή, και μας προκαλεί σύγχυση .
Πράγματι , πρόκειται για τόσο αινιγματική θεωρία , ώστε να μην έχουμε καταλήξει ως τώρα σε μία κοινώς αποδεκτή φυσική ερμηνεία της .
Υπάρχουν πολλές και διάφορες απόψεις γύρω από το τι πραγματικά ισχυρίζεται η κβαντική θεωρία για την πραγματικότητα και για τη σχέση της με τον παρατηρητή .
Οι ίδιοι οι θεμελιωτές της , όπως ο Αϊνστάιν , ο Bohr , ο Heisenberg και ο Schrödinger , δεν κατόρθωσαν να συμφωνήσουν στα εν λόγω ζητήματα .
Αλλά η πολυμορφία της γλώσσας δεν συνιστά ικανό αντίλογο στις αναζητήσεις των θεωρητικών του νοήματος για ένα ενιαίο υπόστρωμα :
Αν η αλήθεια δεν βρίσκεται πίσω από το νόημα κάθε έκφρασης της γλώσσας , αυτό είναι απλό επιφαινόμενο (sic) :
Οι μη δηλωτικές εκφράσεις , όπως οι εντολές , οι ερωτήσεις , οι προσφωνήσεις κλπ. είναι αναλύσιμες σε ένα μέρος που δηλώνει τον τύπο του ομιλιακού ενεργήματος , τη λεγόμενη “ισχύ” της πρότασης .
Μ’άλλα λόγια , προκειμένου να διατηρηθεί η έννοια της αλήθειας σε μη δηλωτικές εκφράσεις , σπάμε στα δυο την έκφραση , κρατάμε ενιαίο το ένα κομμάτι , και φορτώνουμε στο άλλο τη διαφοροποιητική ισχύ .
Μια κίνηση οικεία στα μαθηματικά , όταν , λ.χ. , προκειμένου να θέσουμε , για κάποιους σκοπούς , επί του αυτού επιπέδου κύκλο και ευθεία , ονομάζουμε την ευθεία κύκλο με άπειρη ακτίνα . Μ’άλλα λόγια , ανάγουμε τη διαφορά μεταξύ δυο διαφορετικού τύπου γεωμετρικών σχημάτων στη διαφορά των μηκών της ακτίνας δύο κύκλων . Αλλ’αυτό δεν σημαίνει ότι ανακαλύψαμε κάτι στο πλαίσιο του παλιού μας λογισμού — ότι φερ’ειπείν , η ευθεία είναι κύκλος ! Απλώς κατασκευάσαμε ένα νέο λογισμό , στον οποίο κύκλος και ευθεία είναι οντότητες της αυτής τάξεως : καμπύλες με διαφορετική καμπυλότητα .
Η τεχνική έννοια “νόημα” , που εισάγεται ως μέλος του διπόλου “ισχύς - νόημα” , δεν είναι η γνωστή μας έννοια .
Αυτό που εμείς καταλαβαίνουμε από το νόημα μιας πρότασης δεν περιέχει καμία έννοια διάσπασης της πρότασης σε ένα συστατικό που προσδιορίζει τον τύπο του ομιλιακού ενεργήματος και ένα άλλο που είναι φορέας του νοήματος .
Η διάσπαση αυτή ισοδυναμεί με εισαγωγή ενός νέου συμβολισμού .
Και επ’αυτού δεν έχω παρά να αντιτείνω : “Έργο μας δεν είναι η ανακάλυψη νέων λογισμών , αλλά η περιγραφή της παρούσας κατάστασης” .

Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά
Όσο διαφωτιστικά ήταν τα Principia Mathematica για την κατανόηση των μαθηματικών , άλλο τόσο και τέτοιου είδους θεωρίες για την κατανόηση της γλώσσας . Διότι δεν είναι τίποτε περισσότερο από απεικονίσεις του τύπου των γεωγραφικών προβολών , οι οποίες απλώς διευκολύνουν ορισμένες ενέργειες , αλλά δεν μας γνωρίζουν τις πραγματικές διαστάσεις του απεικονιζομένου .
Όσο ένας μερκατορικός χάρτης μας πληροφορεί ότι η Γη είναι επίπεδη ή ότι η Γροιλανδία έχει περίπου την έκταση της Αυστραλίας , άλλο τόσο και τα Principia Mathematica ότι τα μαθηματικά είναι κατά βάσιν τυπική λογική κι ένας μερκατορικός χάρτης και ότι οι θεωρίες του νοήματος μια φυσική γλώσσα είναι ένας λογισμός ταρσκιανών προτάσεων .
Όποιος καταλαβαίνει μια γλώσσα έχει , σύμφωνα με τον Dummett , “σιωπηρή γνώση” της θεωρίας του νοήματος .
Η θεωρία του νοήματος είναι μια αναπαράσταση εκείνου που ο ομιλητής σιωπηρώς γνωρίζει .
Αλλά ποια είναι τα κριτήρια αυτής της σιωπηρής γνώσης ;
Αν είναι ότι χρησιμοποιεί σωστά τη γλώσσα , ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε σιωπηρή και έκδηλη γνώση από τη μια και σε άγνοια από την άλλη ;
Εξάλλου , υπό ποίαν έννοια η γνώση των αξιωμάτων και η ικανότητα να παράγεις τα θεωρήματα μιας θεωρίας του νοήματος σε κάνει ικανό ομιλητή μιας φυσικής γλώσας ;
Το να γνωρίζεις τους κανόνες του σκακιού δεν σε κάνει καλό σκακιστή .
Το να μιλάς μια γλώσσα είναι μια ικανότητα , η οποία όμως δεν είναι αναγώγιμη σε γνώση κάποιας αξιωματικής θεωρίας ούτε στην ικανότητα να λογίζεσαι με τον τρόπο που μια θεωρία του νοήματος περιγράφει .
Η σιωπηρή γνώση εισάγεται στο ίδιο πνεύμα με εκείνο του κρυμμένου μηχανισμού . Η κατανόηση ως σύμπτωμα κάποιου υποστρώματος . Το αν αυτό το υπόστρωμα είναι ο εγκέφαλος , το πνεύμα ή κάποια άλλη θεωρητική οντότητα , είναι δευτερευούσης σημασίας .

Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά
Τέτοιου είδους εξηγητικές θεωρίες , αντί να εκλεπτύνουν την αντίληψή μας για το νόημα , τη διαστρέφουν μέσα από την επιδίωξη της γενίκευσης ή , αλλιώς , της παράστασης της γλώσσας ως ενός συστήματος με σαφείς και περιγεγραμμένους κανόνες .
Και το χειρότερο είναι ότι οι πλάνες πολλαπλασιάζονται εκθετικώς , αφού κάθε μια δημιουργεί θυγατρικές πλάνες με τελικό αποτέλεσμα να είναι αδύνατο να διακρίνεις το πραγματικό (actual) έδαφος της γλώσσας κάτω από την πληθώρα των κατασκευών .
Υπάρχουν όμως και χειρότερα : Το υφέρπον πρότυπο της φυσικής επιστήμης , που δημιουργεί την πλάνη του βάθους , μετατρέποντας τις εσωτερικές σχέσεις μεταξύ των εννοιών σε εξωτερικές , μέσα από την παραδοχή κρυμμένων μηχανισμών , έμελλε κάποια στιγμή να διεκδικήσει την πρωτοκαθεδρία στη φιλοσοφική ανάλυση της γλώσσας , και η ανομολόγητη αιτιότητα να έρθει στην επιφάνεια .
Αν κάποια εποχή , και για κάποια μέλη της αναλυτικής παράδοσης , η παρείσφρηση του ενδεχομενικού στη φιλοσοφία ήταν ανάθεμα , για τον Quine και τον αμερικανικό κλάδο της ύστερης ανάλυσης ήταν η προσδοκώμενη αιθρία , κατά την οποία η φιλοσοφία θα μπορούσε επιτέλους να βαδίσει παράλληλα με την επιστήμη , διεκδικώντας ανάλογες με εκείνη κατακτήσεις και ολοκληρώνοντας το όνειρο της επιστημονικότητας που εξαιτίας του ορισμού των λογιστικών είχε περιορισθεί καθαράστο μεθοδολογικό επίπεδο
Ο Quine φαντάζεται την επιστήμη , στο σύνολό της , σαν ένα αχανές δίκτυο που εφάπτεται με την εμπειρία στην περιφέρειά του . Κάθε σύγκρουση με την εμπειρία επιφέρει προσαρμοστικές τροποποιήσεις στο συνολικό θεωρητικό σχημα .
Αλλά ποιες από τις προτάσεις του συστήματος θα αναθεωρηθούν έχει να κάνει με το πόσο καλά είναι εμπεδωμένες στο σύστημα . Οι λιγότερο εμπεδωμένες είναι εκείνες που βρίσκονται στην περιφέρεια , εκείνες που έχουν άμεσα να κάνουν με την εμπειρία και δεν έχουμε πρόβλημα να τις αναθεωρήσουμε κάθε φορά που τα νέα εμπειρικά δεδομένα το επιβάλλουν .
Καθώς προχωρούμε προς το κέντρο , η απροθυμία αναθεώρησης αυξάνει , για να φτάσουμε τελικά στις προτάσεις της λογικής και των μαθηματικών , τις οποίες αισθανόμαστε τη μεγαλύτερη απροθυμία να αναθεωρήσουμε .

Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά
Αλλά η διαφορά είναι κρίσιμη και κεφαλαιώδους σημασίας . Εκεί ο Wittgenstein παραδέχεται ότι δεν υπάρχει σαφές όριο ανάμεσα στην κίνηση των νερών και στη μετατόπιση της ίδιας της κοίτης (στις εμπειρικές προτάσεις και τις προτάσεις λογικής) , και ακόμη ότι “η όχθη αποτελείται εν μέρει από σκληρό βράχο , που δεν μεταβάλλεται ή μεταβάλλεται ανεπαίσθητα , και εν μέρει από άμμο , η οποία παρασύρεται ή αποτίθεται πότε εδώ και πότε εκεί” (ΠΒ § 99) .
Σπεύδει όμως να επισημάνει : “Αν κάποιος έλεγε «Ώστε λοιπόν και η λογική είναι εμπειρική επιστήμη» θα είχε λάθος . Ωστόσο [ . . . ] την ίδια πρόταση μπορούμε να τη μεταχειριζόμαστε άλλοτε σαν κάτι που μπορεί να ελεγχθεί από την εμπειρία , άλλοτε σαν κανόνα ελέγχου” (ΠΒ § 98) .
Ο Quine βλέπει τη μεταφορά των προτάσεων από το εμπειρικό στο λογικό στάδιο ως μια μονόδρομη διαδικασία που ξεκινάει από την παρατήρηση για να καταλήξει να αποκρυσταλλωθεί σε λογικές αλήθειες , και το επιμύθιο που αντλεί από αυτή τη συνεχή μεταστοιχείωση είναι ότι δεν υπάρχει τρόπος να διακρίνουμε μεταξύ των δύο κατηγοριών .
Ο Wittgenstein βλέπει τη διαδικασία ως αμφίδρομη (“Η μυθολογία μπορεί να επιστρέψει στη ρευστή κατάσταση και η κοίτη των ιδεών ν’αλλάξει”), και καταλήγει ακριβώς στο αντίθετο επιμύθιο : “Όμως διακρίνω την κίνηση των νερών μέσα στην κοίτη από την ίδια κοίτη , έστω κι αν δεν υπάρχει σαφής διαχωρισμός” (ΠΒ § 97) .
Το θέμα είναι διάχυτο στην βιτγκενσταϊνική διδασκαλία : Αν δεν μπορώ να χαράξω σαφές όριο μεταξύ δύο περιοχών , δεν έπεται ότι οι περιοχές δεν είναι σαφώς διαφορετικές .
Το ότι αυτά που σήμερα δεχόμαστε ως αδιάσειστα προήλθαν κάποτε από εμπειρική παρατήρηση είναι μια γενετική υπόθεση , η οποία δεν μας αφορά ούτε μπορεί να έχει επιπτώσεις στη φιλοσοφία .
Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι , ανά πάσα στιγμή , μπορούμε να διακρίνουμε ανάμεσα σ’εκείνο που θεωρούμε αδιάσειστο (τον κανόνα) και σ’εκείνο που θεωρούμε επιδεκτικό αναθεώρησης (την εφαρμογή του) .
Και το ότι μία πρόταση είναι κανόνας δεν αποτελεί ιδιότητα της πρότασης , αλλά χαρακτηριστικό του παιχνιδιού που παίζεται μ’αυτήν .
Και μόνο η επισκόπηση του παιχνιδιού θα μας πει τον ρόλο που επιτελεί .
Η θόλωση της διάκρισης ανάμεσα σε εμπειρική και λογική αλήθεια συνιστά διάψευση της πραγματικής λειτουργίας της γλώσσας .
Χωρίς αυτήν δεν θα υπήρχε διαφορά ανάμεσα σε κανόνα και εφαρμογή , ανάμεσα σε καλή και κακή εφαρμογή , και επομένως αδυναμία επικοινωνίας .
Θα σήμαινε — και σήμανε πράγματι — την κατάργηση των ορίων μεταξύ φιλοσοφίας (λογικής) και επιστήμης (εμπειρίας) .

Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά
Ο ίδιος ο Quine , με αυτή την “κοπερνίκεια επανάσταση” , όπως αρέσκονται να την αποκαλούν οι θαυμαστές του , έδειξε τον δρόμο , καθώς βρήκε πεδίο συνεργασίας με τον ιδρυτή της επιστήμης της συμπεριφοράς B. F. Skinner .
Στην κοινή προσπάθεια θα συμπράξει , όπως είναι αναμενόμενο , και η γλωσσολογία , μια επιστήμη δεδηλωμένη από τους ιδρυτές της ως εμπειρική , και ωστόσο θεμελιωμένη πάνω σε προϋπόθέσεις που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτε από τις αγριότερες μεταφυσικές αυθαιρεσίες .
Ήδη η διάκριση του Saussure μεταξύ “ενδιάθετου” και “φωνούμενου” λόγου (langue/parole) , που απηχείται στην τσομσκιανή διάκριση μεταξύ “γλωσσικής ικανότητας” και “γλωσσικής επίδοσης” (linguistic competence / performance) κατασκευάζει ένα υποθετικό μοντέλο της ανθρώπινης επικοινωνίας , στο οποίο η γλωσσική ικανότητα του ομιλητή επέχει θέση μιας υποθετικής δεξαμενής , από την οποία εκρέει η επίδοση .
Το λογικό γεγονός ότι η γλωσσική λειτουργία διέπεται από κανόνες μετατρέπεται σε ένα ιστορικό φόντο το οποίο τοποθετείται πίσω και πριν τη γλωσσική εκφορά .
Και ο Saussure δηλώνει ότι είναι αυτό το φόντο που αφορά τη γλωσσολογία , για τον απλούστατο λόγο ότι συνιστά το σύστημα της γλώσσας που μένει αμετάλλακτο παρά τις διαχρονικές μεταλλάξεις της “parole”.
Μαζί με το υποθετικό δίπολο “langue / parole” πηγαίνει στο άλλο παραπλανητικό δίπολο “synchronique / diachronique” , που ο Saussure αντιλαμβάνεται ως ανάλογο του διπόλου “εγκαρσία / διαμήκης” τομή ενός χωρικού αντικειμένου .

Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά
Διότι βέβαια το νόημα μιας έκφρασης δεν κατοπτρίζεται σε μια στιγμιαία τομή του γλωσσικού γίγνεσθαι .
Ο λογισμός της γλώσσας δεν προβάλλεται σε μια χρονική φέτα απειροελάχιστου εύρους , αλλά σε μια λειτουργία εκτεινόμενη στο χρόνο .
Το νόημα μιας έκφρασης εξαρτάται τόσο από το πριν και το μετά , όσο και από τη σχέση μεταξύ των μερών του λόγου που την απαρτίζουν .
Η κατάργηση της διαχρονικότητας από τη γλωσσολογία συμπαρέσυρε και εκείνη την έννοια του χρόνου που αποτελεί συστατικό του νοήματος των εκφράσεων .
Το ότι το σύστημα που παρέχει τη διαχρονικότητα στην “parole” δεν μπορεί να είναι , αυτό το ίδιο , διαχρονικό δεν μας εξαναγκάζει στην παραδοχή ενός βασιλείου αχρόνων οντοτήτων , από το οποίο εκπορεύονται γενετικώς ή αιτιωδώς οι χρονικές .
Μπορούμε , και οφείλουμε , να το αναζητήσουμε στην εν χρόνω εκτεινόμενη γλωσσική πρακτική . Ο τρόπος είναι η επισκόπηση της πραγματικής λειτουργίας της γλώσσας και όχι η ανασκαφή εδαφών που κρύβουν μεταφυσικούς θησαυρούς .
Η “ανασκαφή” είναι δουλειά της επιστήμης — εκεί βεβαίως όπου υπάρχει επιφάνεια και υπέδαφος .
Αλλά η γλώσσα δεν παρουσιάζει τέτοιου είδους διαστρωμάτωση , εκτός μόνο μέσα από τις μυθοπλαστικές μας επεμβάσεις .

Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά
Αλλα παραγράφουν την κατηγορική διαφορά ανάμεσα σε φυσική επιστήμη και επιστήμη του δικαίου .
Η πρώτη ασχολείται με φαινόμενα των οποίων αναζητεί τα αίτια , η δεύτερη με ανθρώπινες συμβάσεις των οποίων επιδιώκει την εποπτεία .
Όμως το είδος της επιστήμης που η φιλοσοφία έχει προ οφθαλμών , όταν ονειρεύεται να γίνει επιστημονική , είναι η φυσική επιστήμη , στο μέτρο που η πρόοδος και ο συνεπακόλουθος ενθουσιασμός ανήκουν στη δική της επικράτεια .
Μπορεί όμως να υπάρξει μια επιστήμη της γλώσσας κατά το πρότυπο της φυσικής ;
Ίσως . Αλλά μόνο στο μέτρο που η γλώσσα νοείται ως φαινόμενο , κατάλληλο για τέτοιου είδους αναδίφηση .
Και επομένως , μόνο στο μέτρο που δεν νοείται ως λογισμός , αλλά ως ένα σύνολο χωροχρονικώς προσδιορισμένων αντικειμένων και γεγονότων .
Φερ’ειπείν , μια επιστήμη που θα ερευνά τις ηλεκτροχημικές διεργασίες του εγκεφάλου μας ή άλλα συναφή βιολογικά γεγονότα που συμβαίνουν την ώρα που μιλάμε , είναι πιθανόν να καταλήξει σε κάποιες κανονικότητες .
Αυτές οι έρευνες είναι καθ’όλα θεμιτές όσο και αδιάφορες για αυτό που καταλαβαίνουμε με τον όρο “γλώσσα” .
Γιατί , βέβαια , τι μπορεί κανείς να συναγάγει για το νόημα των γλωσσικών εκφράσεων παρατηρώντας τον καθετηριασμένο εγκέφαλο ενός ομιλητή ;
Μήπως ότι οι αναγνώσεις των ηλεκτρονικών οργάνων συνιστούν το πραγματικό νόημα των λεγομένων του , ή έστω ότι συνεισφέρουν στην κατανόησή τους ;
Θα πρέπει να κάνουμε την παράλογη σκέψη ότι ένας ομιλητής δεν ξέρει τι εννοεί πραγματικά αν δεν δει με τα μάτια του τι κάνει ο εγκέφαλός του την ώρα που λέει ότι πιστεύει , υποθέτει , συμπεραίνει , αγαπά , εξανίσταται κλπ. ;
Θα πρέπει να πούμε κι εμείς , μαζί με τους ενθουσιώδεις υποστηρικτές της επιστημονικής θεώρησης των λογισμών , ότι όλα εκείνα για τα οποία μιλούσαμε μέχρι σήμερα , ελευθερία , αγάπη , πίστη κλπ. , δεν είναι άλλο από ηλεκτροχημικές διεργασίες — ή ότι άλλο ίσης επιστημονικής βαρύτητας — , οπότε μπορούμε να ελπίζουμε ότι με την πρόοδο όλων αυτών των συναφών επιστημών θα αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε καλύτερα τους εαυτούς μας , και οι παρεξηγήσεις θα πάψουν να υφίστανται , γιατί θα μπορούμε να ελέγχουμε αποτελεσματικά το περιεχόμενο των λεγομένων μας συμβουλευόμενοι τον δείκτη ενός μετρητικού οργάνου ;

Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά