ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/ESOTERICA.GR/BOARD/- "ΚΑΤΑΘΕΣΙΣ ΣΚΕΨΕΩΝ" Νο 1 - "Μεταξύ τυρού και αχλαδιού"

- "ΚΑΤΑΘΕΣΙΣ ΣΚΕΨΕΩΝ" Νο 1 - "Μεταξύ τυρού και αχλαδιού"

nst34 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 1/2
15/04/2006, 22:56:26
Σε αναζήτησα μέσα στην καθαρτήρια
Αναλαμπή της φλόγας
Και μέσα στις φωτεινές πτυχές της σκέψης κα της σοφίας
Ότι όμως νόμιζα πως ήσουν εσύ
Δεν ήταν παρά ένα ξεγέλασμα
Της ίδιας μου της φαντασίας.
Τώρα απομένω ανίκανος και ανίδεος
Χωρίς να γνωρίζω εκείνο
Που οφείλω να κάνω
Κι η ψυχή μου απομένει
Γυμνή και μόνη.

Συμφωνία 1
Μ . Θεοδωράκης.

15/04/2006, 23:03:37

Τα γράμματα χορεύουν καθώς αρχίζουν να σχηματίζονται μία μία οι λέξεις.
Ανώφελο.
Τι να πρωτοβγεί? Είναι τόσο καλά κρυμμένη η μια πίσω από την άλλη, που έχουν πια ενσωματωθεί.
Εχει παγωνιά εκει έξω αν και μοιάζουν όλα ηλιόλουστα
Οι αυταπάτες ζεσταίνουν σαν προστατευτικό κουκούλι τις εύθραυστες πεταλούδες που βρυχώνται.
Μόνο μια αδιόρατη κίνηση ενός χεριού, ένα πετάρισμα στα βλέφαρα και ταυτίζεται με το γκρίζο που τρέμει στον αέρα.
Κωμικοτραγικό.
Φόβος να ειπωθεί αυτό που φαίνεται…θλίψη, αποκύημα της υπόγειας βεβαιότητας, ένα κρύο σφίξιμο σαν μέγκενη, που δεν πρόλαβε να κρυφτεί , ας είναι λάθος..
Η καταδικη σου όπως είπες, είναι όμως μοναδική, αγκαλιά με τα φιλικά συννεφάκια, τις γελαστές καταιγίδες και ένα πύρινο ήλιο που σιγοψιθυρίζει στις νότες της συμπαντικής αρμονίας.
15/04/2006, 23:08:01

Καληνύχτα...

ΚουταλιανόςΝέο Μέλος
20/04/2006, 09:18:05
Η βραδιά που πέρασε ήταν ... μά'ισσα.

Πάει πολύ καιρός που μαζευόμασταν σε ένα σπιτί για να ακούσουμε έναν και μόνο δίσκο. Χθες, το ρίξαμε στην επανάληψη. Ακούσαμε το "Μά'ισσα Σελήνη". Μόνο. Μόνοι.

Δεν ξέρω τι συνέβει πάλι και ο Πουσπούλ, σαν να ήρθε και με βρήκε την κατάλληλη στιγμή. Έχει κι ένα τραγούδι μέσα με τίτλο "Καρρώ κουβέρτα". Γιατί ρε Νικόλα μου ; Γιατί ;

Edited by - Κουταλιανός on 20/04/2006 09:21:45

ΚουταλιανόςΝέο Μέλος
20/04/2006, 09:29:05
Έψαχνα να βρω τι είναι αυτό που με "χαλάει" στην λέξη "μάγισσα". Το γράμμα γάμμα. Έτσι και το αφαιρέσεις, η λέξη γίνεται πιο ταξιδιάρικη. Αποκτάει και φινέτσα. Αντιλαβού Αντιλαβού να λες.

Τι σου είναι μια απόστροφος α? Πνεύμα παιδί μου, πνεύμα...


Edited by - Κουταλιανός on 20/04/2006 09:35:40

ΚουταλιανόςΝέο Μέλος
20/04/2006, 10:06:23
Από τότε που επέστρεψα από τον Νότο, τα μηχανήματα του ήχου μου, βρίσκονται ακόμη αμπαλαρισμένα.

Σήμερα, Μ. Πέμπτη και μετά το χθεσινοβραδυνό, ήρθε επιτέλους η ώρα να τα στήσω ξανά. Παρακαλώ, συγκρατήστε με...

19/05/2006, 10:51:44

Θέλω να φύγω πια από δω, θέλω να φύγω πέρα,
σε κάποιο τόπο αγνώριστο και νέο,
θέλω να γίνω μια χρυσή σκόνη μες στον αιθέρα,
απλό στοιχείο, ελέυθερο, γενναίο.

Σαν όνειρο να φαίνονται απαλό και να μιλούνε
έως την ψυχή τα πράγματα του κόσμου,
ωραία να 'ναι τα πρόσπωα και να χαμογελούνε,
ωραίος ακόμη ο ίδιος ο εαυτός μου.

Σκοτάδι τόσο εκεί μπορεί να μην υπάρχει, θεέ μου,
στη νύχτα, στην απόγνωση των τόπων,
στο φοβερό στερέωμα, στην ωρυγή του ανέμου,
στα βλέμματα, στα λόγια των ανθρώπων.

Να μην υπάρχει τίποτε, τίποτε πια, μα λίγη
χαρά και ικανοποίησις να μένει,
κι όλοι να λένε τάχα πως έχουν για πάντα φύγει,
όλοι πως είναι τάχα πεθαμένοι.

Καρυωτάκης Κώστας

lorenzoΜέλος
21/05/2006, 12:16:20


Τσιμπούσε τα λίγα ψύχουλα, αδιάφορα, μετρώντας τα βήματά του.
Και τις κινήσεις του.
Τίναξε τα φτερά του δυνατά,
ανασηκώθηκε ίσα να πέσει λες, ίσα να φύγει,

άπλωσε τις φτερούγες του τόσο που φάνταξε μεγάλο,
με κοίταξε στα μάτια, εκεί απέναντί μου,
ορθό στον αέρα σαν μαριονέττα δίχως σχοινιά,
μαγικό και κοντινό, πνεύμα ορατό
και μετά πέταξε.
Μακριά, πολύ μακριά..


"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."

--Confucius

lorenzoΜέλος
21/05/2006, 12:25:32

Καλημέρα

Το παράθυρο ήταν βρώμικο. Απο μέσα καθαρό, όσο μπορείς να το πείς έτσι, αλλά απ‘ έξω θαμπό με κείνες τις σκιές που τις φτιάχνει το νέφος, η σκόνη, η βροχή, σ’ ένα κοκτέιλ γκρίζας ασχήμειας. ‘Οτι έβλεπε πίσω απ’ αυτό το παράθυρο ήταν λερωμένο και γκρίζο. Ακόμα και το γαλάζιο τ’ ουρανού, τόσο απίθανα γαλανό σήμερα, έμοιαζε θαμπό και άσχημο.

Το ραδιόφωνο έπαιζε σιγανά. Δεν άκουγε τι ακριβώς ελεγε ο εκφωνητής και το μόνο που της έμενε ήταν ο συριγμός της ανάσας του στο μικρόφωνο. Μια ανάσα σαν ρόγχος επιθανάτιος.
Το κτίριο ήταν έρημο ακόμα. Είχε έρθει νωρίς και ακόμα κανένας δεν είχε φανεί στον όροφο. ‘Αλλαξε σταθμό και η φωνή του Ελτον Τζων στο τραγούδι για την Νταιάνα, γέμισε το γραφείο. Της έφερνε μια πικρή γεύση στο στόμα αυτό το τραγούδι. Λες και είχε γεύση και οσμή. Τραγούδι με οσμή θανάτου. Θυμόταν πάντα την μυρωδιά των λουλουδιών γύρω-γύρω στο κεφάλι της γιαγιάς της και την κρύα αίσθηση του φιλιού στο μέτωπό της. Πάγος, λουλούδια, τραγούδι. Ενας συνειρμός θανάτου.
Κρύωνε και τυλίχτηκε στο σακκάκι της. Η μυρωδιά του καφέ που άρχιζε σταλιά-σταλιά να γεμίζει τη ατμόσφαιρα, έδιωξε τις σκέψεις της. Σηκώθηκε και πλησίασε τη καφετιέρα, απολαμβάνοντας από κοντά την αχνιστή, μοσχοβολιστή ανάσα του. Το Φθινόπωρο κόντευε να μεσιάσει και το κρύο τέλη Οκτώβρη ήταν ύπουλο, ξεγελούσε και παγίδευε με τα λαμπερά ηλιόλουστα μεσημέρια και τα κρύα περάσματα στις σκιερές πλευρές των δρόμων. Αδημονούσε να περάσεις στην άλλη πλευρά του δρόμου, στον ήλιο, στην θαλπωρή του. Αισθανόταν αιχμάλωτη. Ο Ηλιος χάριζε το φώς του στην λαμπρή μέρα, αλλά δεν τον έβλεπε από το παραθυρό της, τον φανταζόταν αλλά δεν τον ένοιωθε, δεν την ζέσταινε.
Γέμισε το φλυτζάνι με το καυτό, μυρωδάτο καφέ και χάρηκε την πρώτη γουλιά. Της ζέστανε τα σωθικά και ένοιωσε την θέρμη που της έλλειπε. Τέντωσε το κορμί της και η ανατομική καρέκλα προσαρμόστηκε στην θέση που την ανακούφιζε. Της άρεσε πάντα η μοναξιά και την απολάμβανε.
‘Εκλεισε τα μάτια και θάρρεψε πως ήταν στο χωριό της, στο δρομάκι προς τον Αγιο Αντώνη, με την χαμηλή βλάστηση, το πράσινο και το κίτρινο γύρω της με την μυρωδιά της συκιάς και τ’ αμπέλια γεμάτα ροζοκόκκινα τσαμπιά, χάντρινες ζουμερές σταλιές, με τις ροδιές σκασμένες να φανερώνουν τις ρουμπινένιες τελείες τους. Περπατούσε γοργά, έτσι που καιρό τωρα είχε να κάνει, ανάσαινε και μύριζε, χαμογελούσε και της ερχόταν να τραγουδήσει, ένοιωθε την μυρουδιά της ζωής, μια μυρουδιά που ξεκινούσε από το χώμα και γέμιζε τον αέρα και έφτανε στον ουρανό. Καμιά σκιά δεν εμπόδιζε την ζεστασιά που αισθανόταν, δεν χρειαζόταν να ψάχνει τις ηλιόλουστες πλευρές του δρόμου.
Ο θόρυβος του ασανσέρ που σταματούσε στον όροφο την έφερε πίσω. Τα τακούνια της Τόνιας ακούστηκαν να πλησιάζουν. Ανασηκώθηκε και πάτησε το κουμπί του κομπιούτερ. Η οθόνη άρχισε να γεμίζει …

_ Καλημέρα Ειρήνη. Πώς είσαι σήμερα;
_ Μια χαρά κορίτσι μου. Μιά χαρά…


"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."

--Confucius

lorenzoΜέλος
21/05/2006, 12:31:29

Δεν έχει νόημα να σου χαϊδεύω πια τα λίγα που απέμειναν μαλλιά σου. Πώς μου καρφώθηκε αυτή η ανοησία, εμένα, που ορκιζόσουνα κρυφά σ’ ότι ονειρεύτηκες να γίνω...

και πως στριμώχτηκα τώρα έτσι σε τούτο το άθλιο κιτρινισμένο δωμάτιο με τις κουρτίνες της κακογουστιάς να κρέμονται ίσα ίσα για να σου κρύψουν το φως…δείτε τις πως κρέμονται, ίδια τα θαμπωμένα μαλλιά σου, ίδια οι παντιέρες που λατρέψαμε εγώ κι η γενιά μου… καλά μου τα ‘λεγες. Που ξανακούστηκε…ότι λατρέψαμε κάποτε τώρα να κρέμεται για να μας κρύψει το φως ;
Δεν έχει νόημα…να σου βαστώ το γυρτό σου κεφάλι. Τι ανταλλαγή κι’ αυτή… Εσύ που βάστηξες στην αγκαλιά σου το ανερμάτιστο βάρος της ξοδεμένης εφηβείας μου…που να βρω χέρια τώρα να ζυγιαστώ με τα καθημερνά σου χαρίσματα. Χαμένος πια για τα καλά στις τυφλές διαδρομές της προκοπής μου…Πώς να ζυγιαστεί μια κλεμμένη ώρα απ’ το κυνηγητό της βιωτής μου με τις δικές σου ολονύχτιες αγρύπνιες…
Κι είπα ύστερα να αφήσω στην άκρη τ’ αγγίγματα. Δεν με συμφέρει τούτη η ζυγαριά. Να αφουγκραστώ να ακούσω τον πόνο που διαρρηγνύει κάθε γωνίτσα του αδυνατισμένου κορμιού σου…και φτάνει ως τα χείλη συμπυκνωμένη ζωή που παραιτείται…τα βροντάει όλα κάτω και φεύγει…δεν αντέχω άλλο μου λες…και εγώ ανόητος πιτσιρικάς…χρόνια τώρα…καμώνομαι τον καμπόσο και σου βαστώ σφιχτά το χέρι να μη φύγεις…
Κι αν φανούν σε λίγο όλοι ετούτοι οι ασπροντυμένοι δάσκαλοι του πόνου, όλοι οι εκπαιδευμένοι στην αναλγησία…τόσα χρόνια σπουδές στην απάνθρωπη απονιά που ονόμασαν επιστήμη…με την απόγνωση άγνωστη λέξη στα λεξικά τους…θα με βγάλουν στο προθάλαμο να μη δω την εικόνα σου κομμένη στα μικρά κομματάκια της μελέτης τους…
Ευκαιρία για τσιγάρο κι οι πινακίδες που κρεμούν στα πρόσωπα τους οι άλλοι επισκέπτες με τις ίδιες πάντα λέξεις…αγωνία…πόνος…απόγνωση.
Κι’ όλες μου οι γνώσεις, τα γιατροσόφια της φιλοσοφίας μου, οι έρωτες μου κι οι σπουδές μου στο θάνατο μια παρλαπίπα, μια φούσκα που σου σκάει μες στα μούτρα και μένεις έκθαμβος να σκουπίζεις τις σταγόνες της…Τι να σου πω…στην παράκληση σου για τη λευτεριά του θανάτου…εγώ ο θιασώτης των καφενείων της ελευθερίας ;
Φάε κάτι…έλα μια κουταλιά μονάχα…εσύ που χάρισες καζανιές ολάκερες φροντίδας…πάρε για αντίδωρο μια κουταλιά…μην μου τ’ αρνείσαι. Μην καταργείσαι πάλι…τούτη την ύστατη ώρα… να σε χαρώ, να γευτείς κάτι και συ σε τούτη την ατελεύτητη προσφορά σου…
Ήρθα πάλι μα κοιμόσουν…κι οι κουρτίνες σου ‘κρυβαν πάλι το φως και το σιδερένιο κρεβάτι οξείδωνε το κορμί σου, σαν τα μάρμαρα μας που κουραστήκανε απ’ τη διαφθορά του αλλοτινού μας ήθους…κι οι νοσοκόμες σαχλαμαρίζανε με τους γιατρούς στους διαδρόμους…κι ένα πλαστικό δοχείο μάζευε υπομονετικά το υγρό των πνευμόνων ή των ματιών σου…δεν ξέρω.
Πήγα, έτρεξα για τις εξετάσεις…δεν γίνονται εδώ…πρέπει να πάτε στο τάδε νοσοκομείο…σας έγραψα κι επείγον…ευχαριστώ πολύ…ευχαριστώ ειδικά γι’ αυτό το επείγον. Θα ‘ναι έτοιμες την επόμενη βδομάδα…μου είπαν.
Τ’ απόγευμα δεν ήρθα. Είχα δουλειά. Έτσι μου είπα να πω. Δεν άντεχα. Ξέρεις τώρα…άφηνα πάντα πράγματα για αύριο…δεν ήμουν καλός στον προγραμματισμό…εσύ ξέρεις.
Τα χαράματα χτύπησε το τηλέφωνο. Ο πατέρας. Δεν ξέρω αν ξύπνησα.
Μα είδα το κρεβάτι σου άδειο…κι είπα πως έφυγες…κι όσο κι αν έψαξα δεν σε βρήκα. Είπαν πως έφυγες. Μα δεν είμαι πια πιτσιρικάς μητέρα. Κι είναι στιγμές που λαχταρώ να ακούσω το «γλυκό σου το παιδί» ή να σε δω κρυφά να δακρύζεις στο πρώτο άρθρο μου…μακρινή μητέρα ρόδο μου αμάραντο…καλό σου ταξίδι…συγγνώμη που δεν καταφέραμε να κάνουμε τα νοσοκομεία μας λίγο πιο ανθρώπινα, συγγνώμη που σου βάλαμε βηματοδότη χωρίς να υπάρχει λόγος, συγγνώμη που τα εφηβικά μου όνειρα τα διέψευσα πρώτος και καλύτερος εγώ, συγγνώμη που η επιστήμη του πολιτισμού μας αδιαφόρησε για το πόνο σου, συγγνώμη για τη νοσοκόμα που χαριεντιζόταν δίπλα στον πόνο σου, συγγνώμη για το λίγο μας…συγγνώμη…συγγνώμη…συγγνώμη που δεν μάθαμε ακόμη σαν πολιτισμός να σεβόμαστε τον πόνο και τον θάνατο. Ίσως γιατί δεν μάθατε παιδί μου, θα μου πεις, να σεβόσαστε τον έρωτα…Ίσως…

"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."

--Confucius

21/05/2006, 19:44:50
Συγνώμη επειδή είμαι άνθρωπος, που έχω συναισθήματα και μπορώ ακόμα να νιώθω, επειδή έχω λίγη δύναμη και μπορώ να πονάω, επειδή αντικρίζω τον ήλιο και αναπνέω, αγγίζω την θάλασσα και ονειρεύομαι , ελπίζω, περιμένω και αγαπάω με όρους και περιορισμούς.
Η ευτυχία , η δυστυχία και η αντοχή, του να είμαστε ζωντανοί, είναι και ο φόρος της τιμής που πρέπει να πληρωθεί.
Ανακαλύψαμε τους φόβους μας, τους αποδεχθήκαμε και τους σκεπάσαμε με μια πλάνη από μοιρολατρία, αλτρουισμό και μύθους εν ονόματι της ελευθερίας …
Μια ελευθερία πού δεν αναμένει για να μην απογοητευτεί, που είναι αθάνατη και αναλλοίωτη στο κάρμα, που δεν διεκδικεί για να μην έχει απώλειες, που τρέμει να αγαπήσει για να μην χάσει τον εαυτό της ..
Θυμάσαι? …Ω εσύ τεράστιε εγωισμέ μου…
Οι εμπειρίες ιδίως οι δύσκολες μας, δυναμώνουν, έτσι δεν μας είπαν?
Ω ναι και βέβαια! κάθε τι που μας πληγώνει ας το συγχωρέσουμε και ας το προσπεράσουμε μιας και υπάρχει η συμπαντική ανταπόδοση???
Πεισθήκαμε? γιατίιιιιιιιι θέλει σθένος για να αντέξει το ταλαίπωρο εγώ ότι καλώς δεν του αρέσει, κι΄ας το διαμελίσαμε σε δύο και σε τέσσερα και σε επτά σώματα, αλήθεια αφού η ψυχή δεν έχει αισθητήρια πως προσλαμβάνει τα μαθήματα από το αστρικό και αφού το υλικό είναι το όχημα και μόνο γιατί εγώ τώρα νιώθω ένα κόμπο στο στομάχι μου?
Αργότερα θα σου πω για τα άσπρα φαντάσματα που στέκονται όρθια, περιγελώντας και φλερτάροντας με τον θάνατο…πως έφτασαν ως εκεί, νύχτα , μέρα …άλλοτε περιμένοντας και άλλοτε αποχαιρετώντας την ζωή…
ΧΑΜΟΓΕΛΑΩ σε πείσμα της άρνησης, είτε θέλεις είτε όχι, γιατί αύριο εσύ είσαι υποχρεωμένος να κοιτάξεις την αυγή, είσαι υποχρεωμένος να μυρίσεις την θάλασσα, είσαι , είσαι ….. ποια νομίζεις ότι είσαι και θα καθορίζεις τα πάντα, μου είπες, νομίζεις ότι εσύ θα αποφασίζεις, εσύ είσαι ο δημιουργός σου? Θυμάσαι λέω?
Φεύγω τώρα για να χορέψω μαζι με τα φαντάσματα…

lorenzoΜέλος
22/05/2006, 08:35:50

Το χειρότερο απ’ όλα τα ερείπια, είναι το ερείπιο του εαυτού σου μέσα στον ίδιο σου τον εαυτό.

Δεν έχει πού να σωριάσει τα σπασμένα του κομμάτια και μένει ορθό, όσο ορθό μπορεί, ματώνοντας με τα σπασμένα, σακατεμένα αγκονάρια του την ψυχή και την σάρκα σου.

Βαρέθηκα τα σακί από σάρκες που μου περιορίζει την δυνατότητα να πέσω! Δεν αντέχω να πολεμάω πια!!!!!

Θάθελα να σχίσω τις σάρκες μου, να δώσω διέξοδο στα ερείπια μου, να χύσω τον εαυτό μου, να πάρω την θέση που μου ταιριάζει.
Χύδην!!!



"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."

--Confucius

lorenzoΜέλος
22/05/2006, 08:56:44


Ζούμε ταξιδεύοντας, σαν τα ποτάμια, το πολύ πολύ έως τη θάλασσα.

Αυτό έγραφε, με καλλιγραφική πολυτονική γραφή και με τη μέθοδο της πυρογραφίας, πάνω σε μια πινακίδα από ξύλο που κρεμόταν σε περίοπτη θέση στο μικρό δωμάτιό του και το οποίο μάλλον θύμιζε κελί μοναχού παρά δωμάτιο εργένη.
Ήταν λίγο μεγαλύτερος από πενήντα και ωστόσο η όψη του θύμιζε άνθρωπο εξήντα, τουλάχιστον χρονών.

Εργαζόταν από μικρό παιδί, αυτοσυντήρητος και η ζωή του όλη απλή και συνηθισμένη και δίχως καμία έξαρση, όπως χαρακτηριστικά μου εξομολογήθηκε .
-Άχρωμη, θα έλεγα, συμπλήρωσε την στιγμή που με είδε να μαζεύω τρίποδα, φακούς και φλας και κατάλαβε πως θα έφευγα.
-Tελείωσες με την φωτογράφηση, με ρώτησε, να κεράσω κι άλλον ένα καφέ ή μήπως προτιμάς να παραγγείλω σουβλάκια και να πιούμε και μπύρα που έχω στο ψυγείο;
-Να, λεω να προλάβω να τα εμφανίσω σήμερα.

Ήταν φανερό ότι διψούσε για λίγη ανθρώπινη παρουσία και τώρα που βρήκε κάποιον για να πει δυο κουβέντες και μάλιστα έναν τόσο πρόθυμο ακροατή, όπως εγώ, δεν του ήταν και τόσο εύκολο να με αφήσει να φύγω δίχως να προσπαθήσει να με κρατήσει όσο γινόταν περισσότερο.
Του έκανα το χατίρι και ξανακάθισα, μόνο για έναν καφέ ακόμη, του είπα και συμφώνησε.
-Θέλω να μου πεις για την επιγραφή, του είπα μόλις άρχισε να ετοιμάζει τον καφέ κι έτσι όπως στεκόμουν δίπλα του παρατηρούσα όλες τις κινήσεις του που μου θύμιζαν κάτι σαν τελετουργία.
Ο τρόπος που τον ανακάτευε συνέχεια με κείνο το ξυλαράκι, ειδικά κατασκευασμένο γι αυτήν τη δουλειά όπως μου εξήγησε, έτσι όπως σιγόβραζε πάνω στην πολύ σιγανή φωτιά μέσα στο ανοξείδωτο αλλά περίεργου σχήματος μπρίκι, αλλά και το ύψος που γέμισε τα μικρά φλιτζανάκια του καφέ για να κάνουν τις σωστές φουσκάλες, τράβηξαν περισσότερο την προσοχή μου ίσως γιατί μου θύμισαν άλλες εποχές και άλλους τόπους.
-Πες μου σε παρακαλώ για την πινακίδα, τον ξαναρώτησα , τι ακριβώς θέλει να πει αυτό το πολύ πολύ έως τη θάλασσα ;
- Εσύ τι κατάλαβες, μου απάντησε με ερώτηση και καρφώνοντας το βλέμμα του απάνω μου.
-Αυτό ακριβώς σε ρωτάω για να μην έχω καταλάβει λάθος, του είπα πετώντας του το μπαλάκι σε ένα παιχνίδι που φαίνεται ότι του άρεσε και δεν θα το άφηνε να τελειώσει τόσο σύντομα.
-Κοίταξε, του είπα, να το ξεκαθαρίζουμε από την αρχή, ότι για μένα εμείς οι άνθρωποι δηλαδή δεν είμαστε τα ποτάμια αλλά το νερό .
Συμφώνησε κι έτσι αρχίσαμε να συζητάμε, αφού είχαμε βάλει και κάποια σημεία επικοινωνίας για να μπορέσει να γίνει η συζήτηση.
Πέρασε όμως αρκετή ώρα ώσπου να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι ο κάθε άνθρωπος έχει τελικά τη δική του προσωπική ερμηνεία για τα πάντα και δεν είναι εύκολο να μιλάμε για αντικειμενική αλήθεια, ούτε και για τον ίδιο το χρόνο που βιώνουμε, γιατί όπως κι εγώ συνήθιζα να λεω συχνά, ο χρόνος μπορεί και ίσως πρέπει να ξεγελάει τους ανθρώπους.
Αποχαιρετώντας τον κι έτσι όπως σταθήκαμε στη εξώπορτα,λίγο πριν να μου δώσει το χέρι του μου είπε τραγουδιστά κάτι σαν μαντινάδα :
-Σαν όνειρο, οι άνθρωποι, ζούνε και σαν τραγούδια
Ανθίζουν και μαραίνονται, όπως και τα λουλούδια.


κι εμένα μου λείπεις γλυκιά μου...
θέλω λίγο χρόνο ακόμη...

"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."

--Confucius


Edited by - lorenzo on 22/05/2006 09:01:55

22/05/2006, 13:13:32

Υπάρχει δίπλα μου ένα βάζο με τριαντάφυλλα που μου χάρισαν για να με ευχαριστήσουν, δεν ήξεραν ότι εγώ θα ήθελα και την γλάστρα για να μην τα δω να πεθαίνουν και ύστερα τα ξεχάσω…μάλλον για πάντα…
Βλέπεις αυτά δεν μιλούν, δεν αγαπούν, δεν μπορούν να σε νιώσουν, δεν αφήνουν αναμνήσεις ζεστές, αστείες, δυνατές, λυπημένες που ΠΑΝΤΑ θα ΖΟΥΝ στη μνήμη…
Αυτές που καθορίζουν την ύπαρξη…μιας στιγμής στο πανηγύρι του χρόνου…αναιρώντας τις αποφάσεις ….να μην κατατίθεται οι σκέψεις….οι λέξεις που χάνονται….αέναος αλλαγή …
Μπορεί να υπάρχει όμως ακροατής κατά λάθος αν δεν έχει την ίδια σύμπτωση με την φωνή ?
Η επιμονή είναι ίδιον των συννεφοσκέπαστων….


24/05/2006, 08:06:40
ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΜΗΝΥΜΑΤΟΣ ΣΕ ΔΕΣΜΕΥΜΕΝΟ ΧΩΡΟ
24/05/2006, 08:34:26
Καλημέρα τέρενς
Η ελλειψή σου είναι πασιφανής...γύρωθεν...

Για σένα με αγάπη

lorenzoΜέλος
26/05/2006, 09:25:23


Ήχοι οικείοι ,μικροί.
Η γαλήνη της ευφορίας.Μια καλοκαιρινή βροχή.
Η τακτοποίηση του χαμένου σου λάθους.
Το τέλος των προσδοκιών.
Το κούρνιασμα σε χώρους που γεύτηκες την υστερία της απομόνωσης.
Δεν απαιτείται τίποτα!
Εικονική αίσθηση ελευθερίας.
Εγκλωβισμός της ζωντανής ομιλούσας φρενίτιδας.
Ο ήχος των φύλλων μετανοίας
Το άγγιγμα του φεγγαριού στο χλωμό δέρμα.
Νεκρικό παρόν... ασφυκτικό!
Η επιβολή της δράσης, η ανάγκη της καταστολής.
Ικεσία ανταπόκρισης που απελπισμένα απομακρύνεται.
Το τέλος του κύκλου που μεταμορφώθηκε σε σπείρα ανάληψης

"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."

--Confucius

26/05/2006, 22:06:13
Οι δύο όψεις του νομίσματος, αυτού του μικρού πειρασμού
Χρυσό και σίδερο συγχρόνως
Και τι είναι εντέλει το λάθος και πως θα ορίσουμε το σωστό..
Ανάγνωση του συμπαντικού σχεδίου από τις απειροελάχιστες μορφές
Μορφές που λυμαίνονται τά όνειρα μας
Που κλέβουν τα όπλα μας…
Δεν σταματάει ποτέ αυτός ο ίλιγγος, είναι η πνοή μας
Αυτή που αποφασίσαμε με τόση ορμή
Αυτή που θα κρατήσουμε γιατί είμαστε υποχρεωμένοι
να το κάνουμε..
Η ύψιστη ευθύνη, απέναντι στον εαυτό μας…
Η αλληλεγγύη της ουσίας, η όμοια, η ακατέργαστη
Εεεεεεεε!!!!!!!!!!!!
Η σειρά μου, ο νόμος της ανταπόδοσης η η αλήθεια της αγάπης…
26/05/2006, 22:29:54
26/05/2006, 23:08:09
Θα πάρω την κουρτίνα Νο3

Η αλήθεια του μηδενός, άπειρη δύναμη, αστείρευτη πηγή
Στέκεται ακλόνητο στο ενδιάμεσο κάθε ανταπόδοσης,
το επίκεντρο μιας ανύπαρκτης αγάπης !

Δημήτρης
Στην ανείπωτη αγάπη