- Μαχάτμα Γκάντι (Ζωη - Φιλοσοφια - Ιστορια) - .-= Η ΣΟΦΙΑ =-.
Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του έγινε δεκτός στον δικηγορικό σύλλογο του Λονδίνου το 1891 κι αμέσως μετά επέστρεψε στην Ινδία, αποφασισμένος να εργαστεί ως δικηγόρος στη Βομβάη. Η αλήθεια είναι ότι δεν θα πήγε καλά. Οι δικολαβίες δεν του ταίριαζαν. Γι` αυτό, δύο χρόνια αργότερα, δέχτηκε τη θέση που του πρόσφερε μια ινδική εταιρία με συμφέροντα στη Νότια Αφρική, και μετέβη στο Ντουρμπάν ως νομικός της σύμβουλος. Εκεί ήρθε για πρώτη φορά αντιμέτωπος με το ρατσισμό. Τον πέταξαν έξω από την πρώτη θέση του τρένου, παρότι είχε εισιτήριο πρώτης θέσης, διότι ήταν Ινδός. Παρά τα λονδρέζικης ραφής ρούχα του, τις σπουδές του, την καταγωγή του --η οικογένειά του ανήκει στη δεύτερη υψηλότερη κάστα των ινδουιστών-- εκεί είναι ένας ακόμη ινδός μετανάστης, χωρίς πολιτικά ή βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Τότε ξεκίνησε τον πρώτο του αγώνα, ώστε να κερδίσει τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά και για τους συμπατριώτες του. Εκεί εκδηλώνονται οι ηγετικές του ικανότητες κι ο ιδιαίτερος τρόπος που έχει για να προσεγγίζει τα πράγματα. Μένει, αγωνιζόμενος, στη Νότια Αφρική επί είκοσι χρόνια, και φυλακίζεται ουκ ολίγες φορές. Κερδίζει, ματαίως, τη μία υπόθεση μετά την άλλη, βλέποντας τους λευκούς να φτιάχνουν νέους, αυστηρότερους ρατσιστικούς νόμους, που καταργούσαν όποιο νομικό προηγούμενο είχε επιτύχει. Δέχεται επιθέσεις και τρώει ξύλο μέχρι λιποθυμίας από λευκούς Νοτιοαφρικανούς. Το 1896, μετά από ακόμα μία επίθεση, αρχίζει να μιλά, να διδάσκει έναν νέο τρόπο αντίδρασης: την παθητική αντίσταση και τη μη συνεργασία με τις αρχές. Ονομάζει τον νέο αυτό τρόπο πάλης Σατιαγκράχα, που στα σανσκριτικά σημαίνει «αλήθεια και σταθερότητα». Παράλληλα, αγωνίζεται να μορφώσει το λαό του, να μάθει στους Ινδούς να διεκδικούν, εκδίδοντας το 1906 την πρώτη του εφημερίδα, την Indian Opinion (Ινδική Γνώμη, 16 σελίδες, σαββατιάτικη, σε τέσσερις γλώσσες). Παρέμεινε εκδότης-δημοσιογράφος σε ολόκληρη τη ζωή του, πιστεύοντας ότι έτσι μπορεί να δια-μορφώσει το λαό του. Ο ίδιος, αργότερα, δήλωνε ότι πηγή της έμπνευσης της Σατιαγκράχα υπήρξε ο Λέων Τολστόι και ότι χρωστούσε πολλά στον Χριστό και τον αμερικανό συγγραφέα Χένρι Ντέιβιντ Θόρο (Henry David Thoreau).
Ο πόλεμος των Μπόερς τον βρίσκει στη Νότια Αφρική, να οργανώνει την υπηρεσία ασθενοφόρων του βρετανικού στρατού και να έχει υπό τις εντολές του ομάδα του Ερυθρού Σταυρού. Με τη λήξη του πολέμου ξεκινά εκ νέου τον αγώνα του. Το 1910 ιδρύει, κοντά στο Ντουρμπάν, τη «φάρμα Τολστόι», μια κομμούνα, κατά κάποιον τρόπο, για Ινδούς. Το 1914 κερδίζει: Η κυβέρνηση της Ένωσης της Νότιας Αφρικής αποδέχεται αρκετά από τα αιτήματα του Γκάντι, οι Ινδοί παύουν να είναι πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Ο αγώνας στη Νότια Αφρική έχει τελειώσει, και ο Γκάντι είναι πια ώριμος να ξεκινήσει τον μεγάλο του αγώνα, στην πατρίδα του, την Ινδία, που ζητεί την ανεξαρτησία της από τη βρετανική κατοχή. Ωστόσο, δεν το έχει αποφασίσει όταν παίρνει το δρόμο της επιστροφής. Το μόνο που θεωρεί αναγκαιότητα, είναι η γνωριμία του με το λαό του. Λείπει πολλά χρόνια, έχει δεχτεί την επίδραση της αποικιοκρατικής παιδείας και κουβαλά τις αλλοιώσεις της ξενιτιάς. Το 1915 ήταν η χρονιά που αφιέρωσε στην γνωριμία αυτή. Κι ύστερα, άρχισε να εφαρμόζει την Σατιαγκράχα στην ίδια του την πατρίδα, βοηθώντας τις φτωχές αγροτικές και εργατικές κοινότητες.
Στη Nότια Aφρική, προσπαθώντας να βοηθήσει τους Iνδούς, αντιμετώπισε την απάνθρωπη μεταχείριση, τον ρατσισμό και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. H επιμονή του στον μη βίαιο αγώνα (Σαντγιαγκράχα) τον έκανε τον πιο επίφοβο αντίπαλο της Bρετανικής Aυτοκρατορίας, επιτυγχάνοντας μια συμβιβαστική ειρήνη το 1914. Tο ίδιο εφάρμοσε και στην Iνδία, σε μια διαρκή άρνηση της βρετανικής κυριαρχίας από το 1919 μέχρι το 1948, έτος που κηρύχθηκε η ανεξαρτησία της. O Γκάντι δεν κατάφερε -παρά τις προσπάθειές του με διάλογο αλλά και απεργίες πείνας- να ενώσει μουσουλμάνους και ινδουιστές, επιβεβαιώνοντας μια βασική αρχή των απόψεών του, πως δεν ευθύνονται τόσο πολύ οι Bρετανοί για την κατάντια της Iνδίας όσο οι ίδιοι οι Iνδοί. Oι Αγγλοι, βέβαια, δεν αποχώρησαν παρά μόνο μετά τη διάσπαση της ινδικής χερσονήσου σε Iνδία και Πακιστάν, βυθίζοντας τις δύο χώρες σε μια συνεχή ένταση. O Γκάντι δεν πρόλαβε να χαρεί την ανεξαρτησία της χώρας του, πέφτοντας θύμα δολοφονίας ενός φανατικού ινδουιστή.
Οι Ινδοί έχουν πολεμήσει στο πλευρό των ΄Αγγλων στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έχουν θρηνήσει χιλιάδες θύματα και ζητούν την ελευθερία τους, πιστεύοντας ότι έχουν πληρώσει πολλάκις το αντίτιμο. Ο Γκάντι, στην ανάστατη Ινδία του Μεσοπολέμου, κηρύσσει την παθητική αντίσταση. Όταν το 1919 οι Βρετανοί διά νόμου (Rowlatt Acts) επιτρέπουν στις αποικιακές αρχές της Ινδίας να «λαμβάνουν μέτρα έκτακτης ανάγκης σε περίπτωση επαναστατικών δραστηριοτήτων», ό,τι κι αν σήμαινε αυτό, η Σατιαγκράχα έγινε ο μόνος τρόπος με τον οποίο οι Ινδοί μπορούσαν να αγωνιστούν για τα δίκαιά τους και την ελευθερία τους, χωρίς να εμπίπτουν οι ενέργειές τους στον ορισμό των «επαναστατικών δραστηριοτήτων». Ωστόσο, οι ΄Αγγλοι δεν το βλέπουν έτσι. Μια ειρηνική διαδήλωση κατά του σχετικού νόμου στο Αμριτσάρ κατέληξε στη σφαγή εκατοντάδων Ινδών από τους βρετανούς στρατιώτες. Η απόφαση του Γκάντι να αγωνιστεί για την άμεση ανεξαρτητοποίηση της Ινδίας συνδέεται, από μια μερίδα των ιστορικών, με τη μεγάλη σφαγή του 1919, κατά την οποία, χωρίς λόγο, οι Βρετανοί σκότωσαν 319 γυναικόπαιδα εφαρμόζοντας την πολιτική τρόμου των αποικιοκρατών.
Ωστόσο, δεν ήταν τυφλός. Το οξυμένο στη Νότια Αφρική πολιτικό του κριτήριο του έλεγε ότι οι Ινδοί ήταν διχασμένοι, και οι αποικιοκράτες μπορούσαν να κυβερνούν εκμεταλλευόμενοι ακριβώς αυτή τη διχόνοια. Ο Γκάντι ήξερε ότι έπρεπε να βρεθεί ένας δρόμος προς την ενότητα των λαών της Ινδίας, αποδεκτός και σεβαστός από όλους. Η Σατιαγκράχα είναι ο δρόμος, και οι δύο εφημερίδες (Νέα Ινδία και Ναβτζιβάν) που εκδίδει από το 1919 είναι το μέσο για την επιβίωση, την ενημέρωση, την εμψύχωση και την ενότητα των Ινδών (το 1933 ο Μοχάντας ξεκινά ακόμη μία εφημερίδα, με τίτλο Χαριγιάν [Παιδιά του Θεού], και στόχο την ένταξη των παριών ως ισότιμων ανθρώπων στην ινδική κοινωνία). Από κει τους θυμίζει την παράδοσή τους. Τους θυμίζει ότι μπορούν να καλλιεργήσουν την τροφή τους, να φτιάξουν οι ίδιοι τα ρούχα τους, να πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους και να τη διαμορφώσουν με βάση τις δικές τους πατροπαράδοτες αξίες. Ο ίδιος αποτελεί το παράδειγμα. Δεν υπάρχει ούτε μία πρότασή του που να μην την εφαρμόζει πρώτος εκείνος, μετατρεπόμενος σε ένα κινητό «σχολείο παράδοσης» και επιμένοντας να θυμίζει σε όλους ότι ο ινδικός πολιτισμός δεν είναι επ` ουδενί κατώτερος του «πολιτισμού» των δυτικών αποικιοκρατών.
Εκατομμύρια Ινδοί στρέφονται πια προς τον Γκάντι, που αναδεικνύεται στην ηγετική φυσιογνωμία του ειρηνικού τους αγώνα. Η αδιάλλακτη στάση των Βρετανών τον οδηγεί να κηρύξει, το 1920, μια οργανωμένη «εκστρατεία μη συνεργασίας». Οι ινδοί δημόσιοι υπάλληλοι παραιτούνται, ο λαός δεν καταφεύγει σε καμία βρετανική υπηρεσία -- από τα δικαστήρια ως τα σχολεία, τα οποία αδειάζουν από ινδούς μαθητές. Οι δρόμοι γεμίζουν Ινδούς που πραγματοποιούν καθιστικές διαμαρτυρίες κι αρνούνται να μετακινηθούν ακόμη κι όταν δέχονται τις βάρβαρες επιθέσεις των βρετανών αστυνομικών. Στην Σατιαγκράχα προστίθεται η σουαράτζ (σανσκριτικά: αυτοκυβέρνηση) που περιλαμβάνει το απόλυτο μποϊκοτάζ κάθε βρετανικού αγαθού. Το πλήγμα για τη βρετανική οικονομία είναι τεράστιο. Ο ίδιος ο Γκάντι δίνει το παράδειγμα της επιστροφής στον παραδοσιακό τρόπο παραγωγής και ζωής, γνέθοντας το μαλλί, φτιάχνοντας από αυτό τα ρούχα του, δείχνοντας στους ινδούς χωρικούς το δρόμο της επιστροφής προς την οικοτεχνία. Ο Γκάντι συλλαμβάνεται, αλλά γρήγορα αφήνεται ελεύθερος. Έχει γίνει, σε διεθνές επίπεδο, το σύμβολο του αγώνα των αποικιών για ελευθερία. Η ζωή του αποτελεί το παράδειγμα για κάθε Ινδό. Ασκητεύει, νηστεύει, προσεύχεται, η σχέση του με τη γυναίκα του γίνεται «σχέση αδελφού και αδελφής» όπως θα πει. Ζει σε ακτημοσύνη, φορά το απλό υφαντό ρούχο-σήμα κατατεθέν των φτωχότερων Ινδών, τρέφεται μόνο με λαχανικά, φρούτα και γάλα. Οι Ινδοί εμπνέονται, τον αντιμετωπίζουν ως άγιο και τον αποκαλούν Μαχάτμα (Μεγάλη Ψυχή). Ο πρώτος που του χάρισε αυτόν το χαρακτηρισμό ήταν ο νομπελίστας ποιητής Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ.
Η πρακτική της Αχίμσα (σανσκριτικά: Μη βία) οδηγεί τη Μεγάλη Βρετανία σε αδιέξοδο. Η βία με την οποία κράτησε ενωμένη την αυτοκρατορία της και πάντα προσπαθούσε να δικαιολογεί, γίνεται άχρηστη και επιβλαβής. Το 1921 η επίδραση του Γκάντι στην πολιτική και πνευματική αρένα είναι τόσο μεγάλη ώστε το Ινδικό Εθνικό Κογκρέσο, κινητήριος μοχλός του αγώνα για ανεξαρτησία, του δίνει τα ηνία του αγώνα και επισήμως, και μαζί το δικαίωμα να ορίσει τον διάδοχό του. Ο δρόμος της μη βίας, ωστόσο, θέλει υπομονή -- και η υπομονή τμήματος του ινδικού λαού έχει εξαντληθεί. Μια σειρά ένοπλων εξεγέρσεων κατά της Μ. Βρετανίας δίνουν το έναυσμα για μια τεράστια έκρηξη βίας, κι ο Γκάντι δηλώνει δημόσια την αποτυχία του, δίνοντας τέλος στην «εκστρατεία μη συνεργασίας». Οι Βρετανοί, ωστόσο, δεν τον θεωρούν ακίνδυνο. Τον συλλαμβάνουν και πάλι το 1922, και τον κρατούν ως το 1924. Με την απελευθέρωσή του, ο Γκάντι έχει αποφασίσει να αποσυρθεί από την ενεργό πολιτική και να αφιερωθεί σε έναν νέο αγώνα, τον αγώνα για την ενότητα του ινδικού λαού. Δεν τον αφήνει ο ίδιος ο λαός, που ζητά συνεχώς τη βοήθειά του. Το 1930 κηρύττει τη δεύτερη «εκστρατεία μη συνεργασίας», πηγαίνοντας λίγο παραπέρα, και καλώντας τον ινδικό λαό να μη πληρώσει το φόρο άλατος. Παράλληλα, οργανώνει την «Πορεία του Αλατιού» κατά την οποία χιλιάδες Ινδοί ακολουθούν τον Μαχάτμα από το Αχμενταμπάντ ως την Αραβική θάλασσα, όπου υπήρχαν αλυκές της γης της Ινδίας.
Το 1934 αποφασίζει και πάλι να εγκαταλείψει την πολιτική. Ηγέτης του εθνικού κογκρέσου αναλαμβάνει ο Γιαβαχαρλάλ Νεχρού που συνεχίζει τις επαφές με τους Βρετανούς. Ο Μαχάτμα ξεκινά πάλι τα θρυλικά του ταξίδια με το τρένο -- ποτέ πια δεν ταξίδεψε στην πρώτη θέση. Γυρνά ολόκληρη την Ινδία και διδάσκει την αχίμσα και την αποκατάσταση των ανθρώπων της κατώτερης κάστας ως ίσων πολιτών. Η αγάπη των απλών ανθρώπων προς το πρόσωπό του είναι απεριόριστη. Όλοι περιμένουν το λόγο του, όλοι ζητούν να μάθουν τις απόψεις του. Τον υποδέχονται ως άγιο όπου κι αν πάει -- πληθυσμοί από ολόκληρα χωριά μετακινούνται για να βρεθούν στους τόπους που θα επισκεφθεί. Το πρόβλημα είναι μεγάλο για τους αποικιοκράτες, οι οποίοι δοκιμάζουν τρόπους ώστε να κρατήσουν τα συμφέροντά τους στην Ινδία, δίδοντας κάποια ψιχία έναντι ηρεμίας στη χώρα. Ήταν βέβαιο, όμως, ότι αν ο Γκάντι δεν ενέκρινε την μερική αυτοδιοίκηση που πρόσφεραν οι Βρετανοί στην Ινδία το 1935, ούτε η πλειονότητα του ινδικού λαού θα την δεχόταν. Παραμένει «ένας πολιτικός που επιθυμεί να γίνει άγιος», όπως συνήθιζε να λέει.
Το απόγευμα της 30ής Ιανουαρίου του 1948, ο 78χρονος Μαχάτμα Γκάντι πήρε, όπως έκανε συνήθως όταν δεν βρίσκονταν σε κάποια απεργία πείνας, το απογευματινό του: γάλα, λαχανικά, πορτοκάλια. Καθισμένος στο πάτωμα του λιτού δωματίου του, στην οικία Μπίρλα του Νέου Δελχί, δέχθηκε τον υπουργό παρά τω πρωθυπουργώ της νέας κυβέρνησης της Ινδίας Πατέλ Σαρντάρ και την κόρη του υπουργού, Μανιμπέν. Ο Μαχάτμα είχε ζητήσει τη συνάντηση, για να βρεθεί λύση στις έντονες διαφορές που είχε ο Πατέλ με τον πρωθυπουργό, Γιαβαχαρλάλ Νεχρού. Γύρω στις 5:00, ο Μαχάτμα τούς άφησε. Με τη βοήθεια δύο ανιψιών του, πήγε στο χώρο προσευχής. Ήταν μια συνήθεια που τον ακολουθούσε όλη του την ενήλικη ζωή. Αρκετοί Ινδουιστές ήταν συγκεντρωμένοι, περιμένοντας να προσευχηθούν μαζί του. Τους χαιρέτησε με τον παραδοσιακό τρόπο, περνώντας ανάμεσά τους, ο ταπεινότερος όλων. Στις 5:10 ένας νεαρός άνδρας ξεχώρισε από το πλήθος, σπρώχνοντας, λες κι ήθελε να βρεθεί κοντύτερα, λες κι ήθελε να αγγίξει τον Μαχάτμα, να ευλογηθεί. Φτάνοντας μισό μέτρο από το Δάσκαλο, του έριξε τρεις φορές με ένα μικρό αυτόματο πιστόλι. Τα άσπρα ρούχα του Μαχάτμα γέμισαν αίματα. Είπε μονάχα «Χε Ράμα» (Θεέ μου), και έκλεισε τα μάτια του πέφτοντας στο έδαφος. Ο νεαρός λεγόταν Ναθουράμ Βιναγιάκ Γκόντσε. Είχε δολοφονήσει τον Μοχάντας Καραμτσάντ Γκάντι, τον Μαχάτμα, τον σημαντικότερο δάσκαλο του 20ού αιώνα. Οι φανατικοί ινδουιστές του κόμματος Μάχα Σάμπχα κερνούσαν στους δρόμους. Στις 31 Ιανουαρίου εκατομμύρια Ινδοί συγκεντρώθηκαν στο Νέο Δελχί για να αποχαιρετήσουν τον Πατέρα του Έθνους.
dottore
Bologna Μαης του 2002
Εμείς οι ψυχροί υπολογιστές (ή αλλιώς οι έξυπνοι) τον θεωρούμε ίσως ανόητο που δεν πήρε μέτρα για την ασφάλειά του. Όμως αυτός πέτυχε την μεγαλύτερη τιμή για έναν πολεμιστή: να πεθάνει σε ώρα υπηρεσίας. Είναι η ύψιστη τιμή για τον πολεμιστή και το κάρμα υπήρξε άπειρα γενναιόδωρο μαζί του.
Γιατί μόνο ένας τρόπος υπάρχει ώστε να πεθάνει ο πολεμιστής σε ώρα υπηρεσίας: να είναι όλη του η ζωή μια υπηρεσία.
Τέτοιοι άνθρωποι είναι που γράφουν την ιστορία κι όχι οι μάζες. Οι μάζες, μόλις οι φωτεινές ακτίνες των διδασκάλων χάνονται, ξαναγυρίζουν στα ζωικά τους φερσίματα.
theo_
Παρα πολύ ώραία τα όσα μας έγραψε ο φίλος dottore και επισης Τheo υπέροχα τα λόγια σου και οι παρατηρήσεις σου.
Πιστεύω οτι καλύπτουν απόλυτα και εμένα αλλα και όλους όσους έχουν μια ιδέα για τον υπέροχο αυτο άνθρωπο που ονομαζόταν Μοχάντας Καραμτσάντ "Μαχάτμα" Γκάντι.
*COGITO ERGO SUM*
ΑΝΤΙΝΟΟΣ
Η φιλοσοφία της ΑΧΙΜΣΑ (Μη Βίας) ας γίνει ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ για κάθε λαό που θέλει να λέγεται ΠΟΛΙΤΙΣΜΕΝΟΣ και ΠΡΟΣΕΥΧΗ για όλους τους ανθρώπους που στοχεύουν στο να γίνουν ΚΑΙ αυτοί ΜΑΧΑΤΜΑ...
Να ένα ΤΡΑΝΤΑΧΤΟ επιχείρημα για το θέμα που έχει ανοίξει ο φίλος μας ο Αντίνοος "ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ, ΑΡΑ ΥΠΑΡΧΩ"...
Ο Γκάντι δεν "ΣΚΕΦΤΟΤΑΝ"... απλά "ΥΠΗΡΧΕ"... φίλε μου Αντίνοε
Κέλσος