ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/METAFYSIKO.GR/BOARD/Astral Warriors

Astral Warriors

epimytheas3 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 1/1
Οι δίνες, άλλες πολύχρωμες, άλλες σκοτεινές, άλλες τυλιγμένες σε ένα λευκό φώς, στροβιλίζονταν μπροστά στα μάτια του προκαλώντας τον να μπεί, να τις εξερευνήσει. Ήξερε πως περίεργοι κόσμοι γεννιούνταν κάθε δευτερόλεπτο, ενώ άλλοι καταστρέφονταν ή κατέρρεαν σε ένα μεγαλοπρεπές τίποτα, παραχωρώντας την θέση τους σε ένα κενό, που αργότερα κάποιος άλλος θα το γέμιζε. Αποφάσισε να μπεί σε μια σκοτεινή δίνη που έμοιαζε να καταπίνει τον χώρο που κινούνταν. Έσπρωξε το σώμα του απαλά εμπρός και κατευθύνθηκε στο ανοιχτό στόμιο που έχασκε εκεί, μαύρο, ίσως και απειλητικό. Ένιωσε να τον ρουφάει και αφέθηκε να πλέει απαλά, καθώς ο φωτεινός ομφάλιος λώρος του άρχισε να τρεμοσβήνει προειδοποιητικά...

Πετάχτηκε ιδρωμένος από το κρεβάτι με τις κόρες των ματιών του διεσταλμένες, προσπαθώντας να ανασάνει. Ένα χέρι βρίσκονταν φυλακισμένο ακόμα στο δικό του. Κοίταξε δίπλα του. Η Nικόλ! Έπρεπε να την επαναφέρει. Τώρα δεν βρίσκονταν κοντά της για να την προστατεύει. Την σκούντησε απαλά και αυτή τραντάχτηκε καθώς το αστρικό σώμα της επανέρχονταν κάπως απότομα, κλωτσώντας βίαια τα σεντόνια. Άνοιξε τα μάτια της και τον κοίταξε που στέκονταν από πάνω της λουσμένος στον ιδρώτα, με μια έκφραση αγωνίας χαραγμένη στο πρόσωπο του. Του χαμογέλασε γλυκά και αυτός ένιωσε ανακούφιση.
"Όλα εντάξει καλέ μου" του ψιθύρισε, και αυτός θα το είχε πιστέψει αν ξαφνικά δεν πρόσεχε τα μάτια της. Οι κόρες είχαν διασταλεί και το χρώμα τους από απαλό πράσινο είχε γίνει κατάμαυρο.
"Τα...τα μάτια σου. Έχουν..." δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την φράση του και ξαφνικά, οι κόρες καθάρισαν, η σκιά έφυγε και επέστρεψε το γλυκό σμαραγδένιο χρώμα που τόσο καλά γνώριζε και είχε αγαπήσει.
Έπεσε επάνω της και την αγκάλιασε με όλη την δύναμη του. Τον έσφιξε κι αυτή δυνατά και για λίγο έμειναν εκεί, αγκαλιασμένοι, απολαμβάνοντας ο ένας την θέρμη του άλλου, καθώς τα συναισθήματα τους κατέκλυζαν, κάνοντας τους να αναστενάξουν βαθιά. Ένας λυγμός μέσα από τα βάθη της ύπαρξης τους συγκλόνισε και δάκρυα άρχισαν να κυλούν ασυγκράτητα στα μάγουλα τους, ενώ τα κορμιά τους έτρεμαν από το αχαλίνωτο πάθος.
Φιλήθηκαν βίαια, ρουφώντας την ζωή με κάθε ανάσα τους, ενώ τα δάχτυλα έτρεχαν επάνω στα ζεστά σώματα τους, ψηλαφώντας, χαιδεύοντας με μια απελπισία που μόνο ο έρωτας μπορεί να χαράξει στις ψυχές.
Αγαπήθηκαν παράφορα μέσα στο σκοτάδι. Μικροί ψίθυροι, βογγητά και λαχανιασμένες ανάσες σκόρπισαν στον χώρο και το δωμάτιο λούστηκε στο φώς του έρωτα τους...

Η Νικόλ έπινε αργά τον καφέ της στην ηλιόλουστη κουζίνα, κοιτάζοντας συχνά πυκνά έξω από το μεγάλο παράθυρο που οδηγούσε στην βεράντα. Ο Λεόν δεν είχε ξυπνήσει ακόμα. Τον είχε αφήσει να κοιμάται, ενώ αυτή γλύστρησε αθόρυβα από το κρεβάτι, φιλώντας απαλά τα μακριά μαλλιά του που είχαν απλωθεί στο μαξιλάρι, με μια τρυφερότητα που έμοιαζε μητρική. Ξαναμπήκε στο δωμάτιο. Κοίταξε για λίγο το λεπτό του πρόσωπο, ήρεμο όπως ήταν, και είδε το στήθος του να ανεβοκατεβαίνει ρυθμικά. Τίποτα δεν θύμιζε πλέον το χτεσινό βράδυ. Του χάιδεψε απαλά το στήθος. Η μυρωδιά του αχνιστού καφέ, έφτασε στα ρουθούνια του φαίνεται και σούφρωσε την μύτη του. Χωρίς να ανοίξει τα μάτια του είπε:
"Μμμ, θα μου φτιάξεις κι εμένα ένα αγάπη μου;"
Η Nικόλ έσκυψε και τον φίλησε στα χείλη τρυφερά κι αυτός άπλωσε το χέρι του και την έπιασε από τον λαιμό τραβώντας την πρός το μέρος του. Η θαλπώρή που ένιωθε ακόμη από τον ύπνο τον κατέκλυσε και ένιωσε πάλι το ερωτικό του ένστικτο να ξυπνάει. Η Νικόλ το κατάλαβε και αποτραβήχτηκε παιχνιδιάρικα.
"Άντε, σήκω τεμπέλη, έχουμε δουλειά σήμερα. Σου φτιάχνω καφέ όσο εσυ θα κάνεις ένα ντούς για να ξυπνήσεις." Και κατευθύνθηκε πρός την κουζίνα με αποφασιστικό βήμα.
Ο Λεόν άνοιξε τα μάτια του, περιεργάστηκε λίγο τον χώρο και τεντώθηκε τεμπέλικα σαν γάτα, ενώ το στόμα του άνοιγε σε ένα χασμουρητό. Πετάχτηκε απότομα από το κρεβάτι και μπήκε στο μπάνιο. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα το νερό ακούστηκε να τρέχει.
Η Νικόλ έφτιαχνε τον καφέ και σιγοτραγουδούσε ευχαριστημένη, όταν ξαφνικά πάγωσε. Ένα δυνατό τράνταγμα, σαν σεισμός, έκανε το σπίτι να ταρακουνηθεί συθέμελα και για λίγα δευτερόλεπτα ο πανικός την κατέλαβε.
"Θεέ μου, σεισμός είναι αυτό;" φώναξε δυνατά. Η δόνηση σταμάτησε το ίδιο απότομα όπως είχε ξεκινήσει. Δεν πρέπει να διάρκεσε περισσότερο από μερικά δευτερόλεπτα. Ο Λεόν είχε πεταχτεί αλαφιασμένος από το μπάνιο, βρεγμένος ακόμη και γυμνός.
"Είσαι καλα; Χτύπησες μήπως;" ρώτησε την αγαπημένη του, αλλά ανακουφίστηκε βλέποντας πως δεν είχε πάθει τίποτα.
"Τι ήταν αυτο; Μου φάνηκε σαν σεισμός, αλλά δεν είχε την ίδια αίσθηση ακριβώς" ψέλλισε η Νικόλ που σιγά σιγά είχε αρχίσει να συνέρχεται από το σοκ. Τότε μόλις πρόσεξε την γύμνια του Λεόν και έβαλε τα γέλια. Αυτός ακολούθησε απορημένος το βλέμμα της και καταλαβαίνοντας ξαφνικά πως ήταν γυμνός, την μιμήθηκε με ένα αυθόρμητο χαχανητό.
Δεν έδωσαν περισσότερη σημασία στο τράνταγμα κι αυτό ήταν το πρώτο λάθος τους...

Το τηλέφωνο χτυπούσε επίμονα επάνω στο ξύλινο, λακαρισμένο γραφείο του Δ/ντή της InfoCorp, της μεγαλύτερης εταιρίας λογισμικών της χώρας. Ο ήχος του δεν φάνηκε να ενοχλεί τον άνδρα που όρθιος μπροστά στο παράθυρο αγνάντευε από το ψηλότερο σημείο της πόλης την κίνηση στους δρόμους. Αφού χτύπησε μερικές φορές ακόμη, τελικά σταμάτησε απότομα βυθίζοντας το πολυτελές γραφείο σε μια ξαφνική σιωπή. Ο άντρας με το σκούρο γκρί κοστούμι, γύρισε το βλέμμα του προς την πόρτα και φώναξε:
"Μπές μέσα Οόνη, δεν υπάρχει λόγος να παραμονεύεις. Είμαι μια χαρά."
Η πόρτα άνοιξε διακριτικά και μια λεπτή ψηλή κοπέλα, μπήκε μέσα με ανάλαφρο βήμα.
"Ξέρετε κ. Διευθυντά...δεν ήθελα να σας ενοχλήσω, αλλά γιατί δεν σηκώσατε το τηλέφωνο; Ήταν ο δικηγόρος σας και μου είπε πως έχει κάτι πολύ σημαντικό να σας ανακοινώσει. Νομίζω πως σε αυτή την κρίσιμη περίοδο για την εταιρία, κάθε καλό νέο πρέπει να το ακούτε.
Ένα αμυδρό χαμόγελο τράβηξε τα χείλη του. Πήρε αργά το βλέμμα του από πάνω της και της γύρισε την πλάτη αγναντεύοντας την θέα.
« Τα καλά νέα είναι υπερεκτιμημένα , Οόνη. Συνήθως, πρέπει να περιμένεις για πολύ μέχρι να έρθουν κι αυτό είναι ένα σοβαρό τίμημα. Κι εκτός από αυτό , είναι και πολύ σχετικά .Για παράδειγμα , τα νέα που ο δικηγόρος μου χαρακτηρίζει καλά ,εγώ τα λέω ασήμαντα.»
Η Οόνη τον κοιτούσε με προσοχή ,ακίνητη , τρία βήματα πίσω του. Ο άντρας με το σκούρο κοστούμι δεν συνήθιζε να φλυαρεί.
«Μα… δεν ξέρετε τι θα σας έλεγε.»
«Δεν είναι και πολύ δύσκολο να μαντέψω. Υπάρχει κάποια προσφορά η οποία δεν είναι τόσο εξευτελιστική όσο οι υπόλοιπες. Αυτά δεν είναι καλά νέα. Το ξέρεις ότι έτσι κι αλλιώς , προσπαθώ να αποφύγω το κομμάτιασμα της Infocorp , οπότε καλό νέο θα ήταν κάποιο δάνειο ή κάποιος χορηγός ή μια ικανοποιητική προσφορά εν τέλει. Αλλά το πιο πιθανό είναι να μη συμβεί τίποτα από αυτά.»
Η φωνή του άντρα ήταν βαθιά και γαλήνια, σχεδόν υπνωτική . Γύρισε ξανά προς το μέρος της κι έβαλε τα χέρια στις τσέπες.
«Μα ,αν συνεχίσουμε να συντηρούμε αυτήν την πτέρυγα , τότε ολόκληρη η εταιρία θα ζημιωθεί!», παρατήρησε η Οόνη που τώρα ένιωθε τους παλμούς της να αυξάνονται. Η σκοτεινή φιγούρα απέναντί της , της φαινόταν πάντα ελκυστική κι απρόσιτη . Ένιωθε ότι δεν ήξερε τίποτα για τον Πίτερ Σμίθ , τον άνθρωπο που σχεδόν μόνος του, από το τίποτα , είχε δημιουργήσει αυτόν τον κολοσσό ,την Infocorp , παρόλο που ήταν γραμματέας του για δύο χρόνια. Της φαινόταν τόσο παράξενος. Διαχειρίζονταν την εταιρία σχεδόν μόνος , με εξαίρεση τους τέσσερις βασικούς μετόχους που στην ουσία εκτελούσαν χρέοι συμβούλων , και με απόλυτη μυστικοπάθεια. Οι υπόλοιποι μικρότεροι μέτοχοι σπάνια ενημερώνονταν για τις αποφάσεις χωρίς να του φέρνουν αντιρρήσεις , ενώ στο γραφείο του δεν δεχόταν οποιονδήποτε εκτός της γραμματέας του, της Οόνης .
Εξαιτίας μάλιστα αυτής του της συνήθειας , ο χώρος στον δέκατο όροφο του κτιρίου ,όπου και έδρευε η Infocorp , είχε διαμορφωθεί κάπως παράδοξα. Ο χώρος της υποδοχής ήταν ακρετά ευρύχωρος και πολυτελής ,όπως και όλοι οι υπόλοιποι , κι εκεί ήταν το πόστο της γενικής γραμματείας , ενώ στο βάθος , χωρισμένο από ένα γύψινο τοίχο βρίσκονταν το γραφείο της προσωπικής του γραμματέας ,της Οόνης. Μια πόρτα μέσα από το γραφείο της Οόνης οδηγούσε στο γενικό γραφείο του κυρίου Σμιθ στο οποίο και δέχονταν όσους ήταν απαραίτητο .Σε μια γωνιά του γενικού γραφείου υπήρχε μια απαρατήρητη ξύλινη λεπτή πόρτα , πιο μικρή από τις υπόλοιπες , η οποία άνοιγε το γραφείο του κυρίου Σμιθ με την θέα στην πόλη. Ο κύριος Σμιθ πάντα έλεγε πως το γραφείο του ήθελε να είναι προσωπικό και όχι ανοιχτό σε πολλά μάτια.
Η Οόνη όμως μπορούσε να δει και πέρα από τις αντικειμενικές του παραξενιές. Αντιλαμβανόταν το απαλό , αλλόκοτο θρόισμα όταν εκείνος κινούνταν και την μαγεία της πειθούς που χάιδευε τα αφτιά πριν καν κανείς το καταλάβει .Αντιλαμβανόταν το μέλι στην φωνή του που δεν μπορούσε κανείς να αγνοήσει και το έντονο βλέμμα του ,που μαγνήτιζε και ρουφούσε κάθε αντίρρηση μέσα του.Μερικές φορές ,η Οόνη είχε την εντύπωση ότι ο κύριος Σμιθ δεν άφηνε ποτέ εκείνο το δωμάτιο παρόλο που τον είχε δει να το κάνει με τα μάτια της. Άλλωστε ήταν κι η ίδια αρκετά αλλόκοτη για να έχει το λιγότερο υποψίες ,ότι κάτι πολύ περιεργο συμβαίνει με αυτόν τον άντρα με το πιο συνηθισμένο επίθετο στην χώρα που από το πουθενά ήρθε και δημιούργησε έναν κολοσσό.
«Καλύτερα να πηγαίνεις .Έχω αρκετή δουλειά ακόμα.»
Η κοπέλα έκανε να φύγει αλλά κοντοστάθηκε και σοβαρή ,γύρισε ξανά προς το αφεντικό της.
«Το νιώσατε κι εσείς; … Το τράνταγμα;»,τον ρώτησε με τα μάτια της στυλωμένα πάνω του.
Ο κύριος Σμιθ την ατένισε παγερά .Επικράτησε για λίγο σιωπή.Όταν εκείνη δεν απέστρεψε το βλέμμα της απάντησε άχρωμα.
«Δεν νομίζω ότι καταλαβαίνω για τι μιλάτε. Εννοείτε ότι έγινε κάποιος σεισμός;»
Η Οόνη δάγκωσε απαλά τα χείλη της για να μην χαμογελάσει. Τι αστείος που γινόταν ο κύριος Σμιθ όταν προσπαθούσε να της κρύψει πράγματα! Ειδικά εκείνα τα οποία ήδη γνώριζε.
«Πρέπει να πηγαίνω. Θα σας ενημερώσω αν τηλεφωνήσει ξανά ο δικηγόρος σας», είπε και του γύρισε την πλάτη βγαίνοντας από το δωμάτιο με ένα κρυφό χαμόγελο.
Η Νικόλ ξεκίνησε για μια βόλτα στο πάρκο. Ήταν Κυριακή και ήθελε να εκμεταλλευτεί την ημέρα για να ξεχαστεί λίγο από την κούραση της καθημερινότητας. Το πάρκο βρισκόταν ένα χιλιόμετρο περίπου μακριά απ' το διαμέρισμα όπου συγκατηκούσε με το Λεόν τους τελυταίους έξι μήνες. Έτσι επέλεξε να πάει ως εκεί με τα πόδια. Κατεβαίνοντας τα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας, παρατηρεί ένα μεγάλο δέμα που ήταν ακουμπισμένο στο κατώφλι της εξώπορτας, περιμένωντας τον παραλήπτη του. Ως γνωστό η γυναίκες είναι και λίγο περίεργες, οπότε έγυρε και διάβασε "Προς κ. Κολντ, διαμέρισμα 5Β". "Αυτό είναι πάνω από το δικό μας" σκέφτηκε. «Προφανώς ενοικιάστηκε...» και ξεκίνησε για το πάρκο.
Στρίβωντας στη γωνία του τετραγώνου, πέφτει πάνω σε ένα ψηλό κύριο με γκρι σκούρο κοστούμι και μαύρη γραβάτα, ο οποίος περπατούσε γρήγορα, σα να βιαζόταν, γι’ αυτό και έπεσε πάνω της με φόρα. Η Νικόλ παραξενεύτηκε, αφού ο αγενής κύριος δε ζήτησε ούτε ένα συγγνώμη. «Συνηθισμένο στις μέρες μας» σιγοψιθύρισε και συνέχισε απογοητευμένη με τη συμπεριφορά των περισσοτέρων ανθρώπων στις μεγαλουπόλεις.
Ο Λεόν, άνοιξε το ραδιόφωνο και στάθηκε κοντά στο παράθυρο να πιεί τον υπόλοιπο καφέ του. Κοιτώντας απέξω, παρατήρησε για λίγο τα γκρίζα χρώματα της πόλης. Έδειχναν πιο φωτεινά στον λαμπερό ήλιο, όμως τίποτα δεν μπορούσε να τα αλλάξει. Οι ψηλές πολυκατοικίες έχουν "ριζώσει" για τα καλά, σαν τα ψηλά βουνά ενός πυκνού δάσους, όμως το μόνο που θύμιζε δάσος και δέντρα, ήταν το μικρό, για το μέγεθος της πόλης, πάρκο, όπου και πήγαινε η Νικόλ.
"...παράξενο φαινόμενο παρουσιάστηκε πριν μισή ώρα στα δυτικά προάστια της πόλης, όπου πολύ κάτοικοι ειδοποίησαν τις αρχές για πρωτοφανές τράνταγμα, που έμοιαζε με σεισμό. Το Ινστιτούτο Σεισμηκών Ερευνών δεν κατέγραψε καμία σεισμική δόνηση και δεν γνωρίζε για το συμβάν, μέχρι που ερωτήθηκε από την Αστυνομία..." Γύρισε, κοίταξε το ραδιόφωνο και απόρησε ακούγοντας την είδηση. "Πολύ περιέργο..." είπε.