ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΝΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟΥ
ΕΝΑ ΠΟΛΥ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΚΑΙ ΣΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΡΙ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ.
filostratos(apollonia elliniki kinisi)
ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΥΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥΣ ΚΑΤΑΚΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
Profile
apollonios stathatos
Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2009 9:06 πμ |
Η αρχαία ελληνική θρησκεία,
η επιβίωση και η αναβίωσή της
του κ. Π. Παπαγεωργίου
Το παγκόσμιο φαινόμενο του νεοπαγανισμού, μας φέρνει αντιμέτωπους με τη σύγχρονη τάση αποχριστιανισμού του κόσμου και ταυτόχρονα, μιλώντας για την ελληνική έκφανσή του, με την αρχαία θρησκεία των προγόνων μας. Ύστερα από την ορθολογιστική μεταχριστιανική πορεία του 20ού αιώνα, φαίνεται τώρα πως βαδίζουμε σε μια προχριστιανική εποχή ανορθολογισμού. Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να δώσουμε μια πολύ γενική περιγραφή της αρχαίας ελληνικής θρησκείας από την οποία μας χωρίζουν περίπου 1500 χρόνια -από τότε περίπου που επίσημα καταργήθηκε και έπεσε σε αφάνεια-, να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε με τις πενιχρές μας γνώσεις το κοσμοείδωλο που αντιπροσώπευε, και να αναφερθούμε σύντομα στις προσπάθειες αναβίωσής της.
1. Σύντομη ιστορική αναδρομή[1]
Από τους προϊστορικούς χρόνους ως την κλασική εποχή
Η αρχαία ελληνική θρησκεία χάνεται μέσα στην προϊστορία. Οι λίγες γνώσεις μας συνολικά για τη χωρίς γραφή αυτή εποχή βασίζονται στις αρχαιολογικές ανασκαφές, δηλαδή στα υλικά κατάλοιπα της ανθρώπινης δραστηριότητας. Από το 1400 π.Χ. διαθέτουμε πλέον στοιχειώδη γραπτά κείμενα -της Γραμμικής Β-, όπου ονοματίζονται για πρώτη φορά σπουδαίοι αρχαιοελληνικοί θεοί. Τα πρώτα λογοτεχνικά-μυθολογικά κείμενα, καθοριστικά για τη γνώση της αρχαίας θρησκείας, τοποθετούνται χρονικά αρκετά αργότερα. Πρόκειται για τα έπη του Ομήρου και του Ησιόδου, που ανήκουν στον 8ο αιώνα π.Χ. Οι ποιητές ανέλαβαν για πρώτη φορά να οργανώσουν τον κόσμο των άπειρων τοπικών και διαφορετικών θεοτήτων σε ένα ορθολογικό σύνολο, που έχει στην κορυφή του το δωδεκάθεο των Ολύμπιων θεών. Ωστόσο το ορθολογικό σύνολο ήταν μόνο η επιφάνεια: η λατρεία πολλών θεών και πολλών εκφάνσεών τους συνέχισε τοπικά διαφοροποιημένη πέρα από τη μυθολογική τους ενοποιημένη εμφάνιση. Ήδη από την αρχαϊκή εποχή και ιδιαίτερα μέσα στους κλασικούς αιώνες, τον 5ο και 4ο αι. π.Χ., παράλληλα με τη λαϊκή θρησκευτικότητα αναπτύσσεται σε μεγάλο βαθμό η πολιτική έκφανση της θρησκείας. Οι πόλεις-κράτη αφιερώνουν περίλαμπρους ναούς, διοργανώνουν επίσημες και τυπικές θρησκευτικές εορταστικές εκδηλώσεις και αφιερώνουν δαπανηρά και επιβλητικά πολιτικά αναθήματα, συχνά σε πανελλήνια ιερά, για να προβάλλουν έτσι το μεγαλείο τους[2]. Παράλληλα σε ένα άλλο επίπεδο, προσωπικό, εμφανίζονται και λειτουργούν οι μυστηριακές λατρείες, ανοικτές μόνο για τον κύκλο των μυημένων, οι οποίες πιθανολογείται -ακριβώς επειδή λίγα γνωρίζουμε γι'; αυτές- ότι άγγιζαν ζητήματα όπως τη μεταθανάτια μακαριότητα, χωρίς όμως να την υπόσχονται: πρόκειται για τις λατρείες της Δήμητρας και Κόρης (Ελευσίνια μυστήρια), του Διονύσου και της Μητέρας των θεών[3].
Ελληνιστικοί χρόνοι και ρωμαιοκρατία
Με την ελληνιστική εποχή, μετά τις κατακτήσεις του Αλεξάνδρου, η στενότερη συνύπαρξη Ελλήνων και Ασιατών, επέφερε διάδοση των λατρειών τους εκατέρωθεν και θρησκευτικό συγκρητισμό, που αποδεικνύει ταυτόχρονα τον ανοικτό χαρακτήρα και την αφομοιωτική δύναμη της αρχαίας θρησκείας. Η αμφισβήτηση των ειδώλων -ιδιαίτερα από τους Κυνικούς-, η κριτική της μυθολογίας και η συζήτηση περί της συμβολικής σημασίας της, που είχε ξεκινήσει ήδη στους κλασικούς χρόνους από τους ανθρώπους της διανόησης, γίνεται τώρα εντονότερη. Οι θεοί των φιλοσόφων ήταν σαφώς διαφορετικοί από εκείνους των απλών ανθρώπων. Αυτοί προσέγγιζαν το θείον μέσω της γνώσης και της σοφίας και έφτασαν πραγματικά σε σημαντικές διανοητικές συλλήψεις. Τόσο οι φιλοσοφικές αντιλήψεις κλασικών φιλοσόφων (η ιδέα του αγαθού του Πλάτωνα, το πρώτον κινούν του Αριστοτέλη) όσο και η ταύτιση και συγχώνευση διαφορετικών θεοτήτων κατά την ελληνιστική περίοδο οδήγησαν σε αρκετές περιπτώσεις στην ιδέα περί ενός θεού, του οποίου όλοι οι άλλοι ελάσσονες θεοί θεωρούνταν απλώς εκφάνσεις[4]. Στον τομέα της επίσημης θρησκείας το καινούριο στοιχείο είναι η αποθέωση των ηγεμόνων, που ξεκίνησε λίγο πριν τις αρχές της ελληνιστικής εποχής με τους μεγάλους Μακεδόνες βασιλείς, τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο, για να βρει στη συνέχεια μιμητές στους ελληνιστικούς ηγεμόνες και τους Ρωμαίους αυτοκράτορες. Φαινόμενο που χρήζει ιδιαίτερης αναφοράς είναι η μεγάλη διάδοση μυστηριακών θρησκειών ανατολικής προέλευσης μέσα στο ιστορικό πλαίσιο του ελληνιστικού και ιδιαίτερα του ρωμαϊκού κόσμου, όπως του Μίθρα, της Ίσιδος, της Κυβέλης κ.ά., λατρειών όμως που ήταν ενταγμένες αρμονικά στο συνολικό πλαίσιο της αρχαίας θρησκείας[5].
Η εμφάνιση του χριστιανισμού και η σύγκρουση με την εθνική θρησκεία
Τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες σημειώνει βαθμιαία αύξηση έναντι της εθνικής θρησκείας ο ιουδαϊκής προέλευσης χριστιανισμός, πίστη με απόλυτες αξιώσεις αποκλειστικότητας. Ο χριστιανισμός διώκεται κατά διαστήματα από τη ρωμαϊκή εξουσία λόγω της αποκλειστικότητάς του, κυρίως λόγω της άρνησης της λατρείας του ηγεμόνα, που φαινόταν να κλονίζει τα θεμέλια του κράτους και της κοινωνίας. Ήδη από τον δεύτερο αιώνα μαρτυρούνται πολεμικές εθνικών διανοητών, όπως ο Κέλσος ή αργότερα ο Πορφύριος, εναντίον της χριστιανικής πίστης, την υπεράσπιση της οποίας αναλαμβάνουν χριστιανοί πατέρες[6]. Οι διάφορες αντιξοότητες δεν ανακόπτουν ωστόσο την πρόοδο της νέας πίστης. Για πλειάδα λόγων στις αρχές του 4ου αιώνα ο Μέγας Κων/νος θέτει τέρμα στους διωγμούς και επιβάλλει ανεξιθρησκία. Η ευνοϊκή απέναντι στον χριστιανισμό στάση της εξουσίας φτάνει μέχρι τα τέλη του ίδιου αιώνα, επί Μεγάλου Θεοδοσίου, να πάρει τη μορφή δίωξης και επίσημης απαγόρευσης της αρχαίας θρησκείας. Οι αρχαίοι θεοί κατηγοριοποιούνται ως δαίμονες, οι αρχαίοι ναοί καταστρέφονται, αφήνονται να ερημώσουν ή μετατρέπονται σε χριστιανικούς.[7] Ωστόσο η αρχαία θρησκεία επιβιώνει κατά τόπους λιγότερο ή περισσότερο τουλάχιστον μέχρι τον 6ο αι. μ.Χ.[8] Ορισμένοι σοβαροί βυζαντινολόγοι υποθέτουν ότι υπήρχαν σχετικές δυνατότητες για επιβίωση της αρχαίας θρησκείας για πολύ περισσότερο χρόνο, έτσι ώστε να μπορέσουν να ερμηνεύσουν πώς ξαφνικά η εθνική θρησκεία βρίσκει επιφανή θεωρητικό εκφραστή στο πρόσωπο του φιλοσόφου Γεώργιου Γεμιστού Πλήθωνα και στον περί αυτόν κύκλο στο Μυστρά, στα τέλη του 14ου και στις αρχές του 15ου αι. [9]
2. Χαρακτηριστικά της αρχαίας ελληνικής θρησκείας
Η αρχαία ελληνική θρησκεία παρουσιάζει θεμελιώδεις και χαρακτηριστικές διαφορές συγκρινόμενη με τη χριστιανική πίστη. Αντίθετα με τον χριστιανισμό και την ιστορική του εξέλιξη, στην αρχαία θρησκεία δεν υπήρχαν ιερά βιβλία, ούτε συστηματική θεολογία και δογματική. Δεν υπήρχε επίσης ιεραρχία με την χριστιανική έννοια, ούτε ιερές σύνοδοι, ούτε πιστεύω';, ούτε κάποια Ιερά Εξέταση, που να αποκόπτει τους αιρετικούς. Ωστόσο υπάρχουν βασικές αντιλήψεις περί του κόσμου και του ανθρώπου, τις οποίες θα τις παρουσιάσουμε συντομότατα στη συνέχεια.
Ο κόσμος και οι θεοί
Περισσότερο γνωστή είναι στον περισσότερο κόσμο η μυθολογική πλευρά της αρχαίας θρησκείας: οι αρχαιοελληνικοί θεοί μοιάζουν πλασμένοι κατ'; εικόνα -όχι του ηθικότερου- ανθρώπου, έχουν ανθρώπινα πάθη και ακατονόμαστες αδυναμίες -γεγονός πάνω στο οποίο βάσισαν κατά κόρον την πολεμική τους ενάντια στην εθνική θρησκεία οι πατέρες της εκκλησίας-, μόνο που διαθέτουν υπεράνθρωπες δυνάμεις και είναι αθάνατοι. Ωστόσο αυτή είναι μόνο μια πλευρά της αρχαίας θρησκείας και ίσως όχι η βαθύτερη, από την άποψη ότι δεν είναι η πλευρά της λατρείας οι θεοί λατρεύονταν στην πράξη με ιδιότητες και χαρακτήρα που συχνά απείχε από τη μυθολογική τους μορφή, πτυχές οι οποίες ανιχνεύονται συνεχώς στην υλική τους πλευρά από την αρχαιολογική έρευνα.[10]
Η αρχαία θρησκεία βασίζεται στην πίστη σε δυνάμεις, τους θεούς, που γίνονται κατ'; εξοχήν αντιληπτές μέσα από την εξουσία τους επάνω στα στοιχεία της φύσης[11]. Ο ουρανός, η γη, τα βουνά, η θάλασσα, τα ποτάμια, οι σπηλιές, όλα ενοικούνται από δυνάμεις, στις οποίες η φαντασία δίνει τις πιο ποικίλες μορφές. Οι θεοί για την αρχαία αντίληψη δεν είναι δημιουργοί, δεν είναι υπερβατικοί, δεν είναι παντοδύναμοι και παντογνώστες με την έννοια που γνωρίζουμε στον χριστιανισμό. Όντας συναιώνιοι με τον κόσμο είναι αυτοί που υπέταξαν τις άλογες δυνάμεις της φύσης (Τιτάνες, Γίγαντες κ.τ.λ.), έκαναν τον κόσμο φιλικό προς τον άνθρωπο και είναι υπεύθυνοι για την τήρηση της τάξης του. Ο κόσμος δεν έχει αρχή, υπήρχε από πάντα και η αντίληψη για τον χρόνο είναι κυκλική, γιατί ακριβώς στηρίζεται στον κύκλο της φύσης. Δεν υπάρχει αντίστοιχο του ευθύγραμμου σχεδίου σωτηρίας, που δίνει το εσχατολογικό σχήμα δημιουργία-πτώση-αναδημιουργία του χριστιανισμού.
Οι μεγάλοι ολύμπιοι θεοί είναι δώδεκα με επικεφαλής τον Δία, πατέρα θεών και ανθρώπων. Οι αρχαίοι πίστευαν ωστόσο και σε μια πλειάδα από μικρότερες θεότητες, φιλικές ή εχθρικές προς τους ανθρώπους. Διακρίνονταν βασικά σε ολύμπιους και χθόνιους θεούς, ενώ φαίνεται πως η λατρεία των χθονίων προηγείται χρονικά. Πρέπει να λατρεύονται και να εξευμενίζονται από τους ανθρώπους, ιδιαίτερα οι χθόνιοι, με θυσίες. Η έλλειψη λατρείας εκ μέρους των ανθρώπων προκαλεί τη μήνη των θεών και την αταξία, επιφέρει ανισορροπία στον κόσμο.
Ο άνθρωπος
Ο άνθρωπος είναι πεπερασμένος, θνητός, με επιλογή ανάμεσα σε αρετή και κακία, με μεγαλείο αλλά και πάθη ψυχής, διακυμάνσεις που ψυχογραφούνται δεξιοτεχνικά στην αρχαία τραγωδία. Οφείλει να αναγνωρίζει το μέτρο της ύπαρξής του. Η υπέρβαση του μέτρου οδηγεί τον άνθρωπο στην ύβρη. Ύβρις, με άλλα λόγια, είναι το να νομίσει ο άνθρωπος ότι έγινε θεός, το να ξεπερνά τα όρια του πεπερασμένου της φύσης του. Τότε έρχεται η τίσις, η τιμωρία από την πλευρά των θεών. Δεν υπάρχει κάποιο προπατορικό αμάρτημα από το οποίο ο άνθρωπος θα πρέπει να σωθεί για να περάσει σε μεταθανάτια μακαριότητα, αλλά θα πρέπει να ζήσει με σωφροσύνη απέναντι σε θεούς και ανθρώπους. Ο αρχαίος θρησκεύει όχι ως πρόσωπο υπεύθυνο για τη σωτηρία της ψυχής του, όπως στον χριστιανισμό, αλλά μέσα από την κοινωνική του υπόσταση: ως άρχων, ως πολίτης, ως μέλος της φρατρίας, ως νεαρό άτομο που ενηλικιώνεται κ.λπ.[12]
Περί μεταθανάτιας υπάρξεως και κρίσεως
Η αρχαία θρησκεία δεν γνωρίζει τη χριστιανική εσχατολογική ελπίδα για την ανάσταση των σωμάτων ούτε κάτι ανάλογο της εν Χριστώ ανάπλασης του κόσμου και της λύτρωσης από τη φθορά. Το ατομικό πεπρωμένο του ανθρώπου γίνεται αντιληπτό με διαφορετικούς τρόπους[13]. Από τη μια πλευρά στον μύθο περιγράφεται με ακριβείς τοποθεσίες το βασίλειο των νεκρών, που τοποθετείται κάπου μακριά στη Δύση, όπου οι περισσότεροι νεκροί ζουν ως αδύναμες σκιές χωρίς συνείδηση του εαυτού τους. Από την άλλη πλευρά διαμετρικά αντίθετη με τη μυθική εικόνα του θανάτου ως ταξιδιού προς τον Κάτω Κόσμο, είναι η πεποίθηση ότι ο νεκρός συνεχίζει να υπάρχει μέσα στον τάφο του, πεποίθηση που συνάγεται από τις νεκρώσιμες τελετές. Πέραν τούτων διαπιστώνουμε επιπλέον και μια άλλη, αντιμετώπιση του θέματος της μετά θάνατον ζωής: η άποψη ότι η ζωή απλώς παύει με τον θάνατο. Στον τομέα αυτό δεν υπήρξε πρωτοπόρος η γνωστή φιλοσοφία του Επίκουρου, που βρήκε τεράστια απήχηση στον αρχαίο κόσμο, αλλά ήδη πολύ αρχαιότερά της επιτάφια επιγράμματα.
Ξεκάθαρες διδασκαλίες για αναχώρηση της ψυχής από το σώμα και για μεταθανάτια μακαριότητα εκφράζονταν βέβαια από κλειστές θρησκευτικές ομάδες, όπως οι Πυθαγόρειοι και οι Ορφικοί, χωρίς ωστόσο να αντιπροσωπεύουν τον μέσο άνθρωπο. Πιο δημοφιλείς ήταν κατά την ελληνιστική περίοδο οι ενώσεις των Διονυσιαστών, όμως η ακριβής σύνδεση του τελετουργικού και του περιεχομένου τής διδασκαλίας τους με τις αντιλήψεις περί αιώνιας ζωής στο επέκεινα δεν είναι εντελώς αποσαφηνισμένη.
3. Εκφράσεις της θρησκευτικότητας κατά την αρχαιότητα
Η αρχαία ευσέβεια, που αφορά στο σύνολο των λατρευτών της κοινότητας, είτε στο ιδιωτικό, είτε στο δημόσιο επίπεδο λατρείας, είναι αναπόσπαστα δεμένη πρωταρχικά με βωμούς για τις θυσίες προς τους θεούς, με λατρευτικά αγάλματα, ναούς για τη στέγαση των λατρευτικών αγαλμάτων, τεμένη, αναθήματα προς τους θεούς, θρησκευτικές γιορτές, περιφορές και πλύσεις αγαλμάτων, πομπές, άλλες ποικίλες τελετουργίες. Στην αρχαιοελληνική θρησκεία, πρέπει να τονιστεί, δεν υπήρχε ιερατείο με τη σημερινή έννοια του όρου. Σε όλες αυτές τις εκδηλώσεις το άτομο ως άτομο δεν κατέχει κεντρική θέση, δεν απαιτούνταν προσωπική πίστις με τη χριστιανική έννοια, δηλαδή εσωτερική συμμετοχή των συμμετεχόντων. Ο πιστός δεν συνήπτε προσωπική σχέση με τη θεότητα[14].
Η αρχαία ελληνική θρησκεία για τον τρόπο αυτό έκφρασης της ευλάβειας παραδοσιακά χαρακτηρίζεται από τον χριστιανισμό ως ειδωλολατρική, χαρακτηρισμό που προσπαθούν οι σύγχρονοι οπαδοί της αναβίωσής της να τον αποσείσουν[15]. Βεβαίως έχουν δίκιο, όταν ισχυρίζονται πως, αν κανείς εξαιρέσει τους απλοϊκούς δεισιδαίμονες λατρευτές, οι αρχαίοι Έλληνες δεν ταύτιζαν τα είδωλα με τους θεούς τους, αλλά τα θεωρούσαν ως σημεία απόδοσης λατρείας σ'; εκείνους ή κατοικητήριά τους[16]. Αυτό μπορεί να τεκμηριωθεί τόσο από φιλολογικές αναφορές[17] όσο και από αγγειογραφικές παραστάσεις, όπου οι θεοί φαίνεται να στέκονται δίπλα στο είδωλό τους. Σε κάθε περίπτωση, η έννοια της ειδωλολατρίας φαίνεται ότι στη βιβλική ιουδαιοχριστιανική αντίληψη ξεκινώντας από τη δεύτερη εντολή του μωσαϊκού νόμου δεν περιορίζεται απλώς και μόνο στην χονδροειδή ταύτιση θεών και ειδώλων, αλλά στην ίδια τη χρησιμοποίηση ειδώλων ως εικόνων του θεού ή σημείων προσέγγισης του θείου γενικότερα.
4. Τι έχει επιβιώσει από την αρχαία θρησκευτικότητα;
Δεν εκπλήσσει κανένα η διαπίστωση ότι στην ελληνική λαϊκή χριστιανική θρησκεία έχουν επιβιώσει μέχρι σήμερα πολλές μορφές της αρχαίας θρησκευτικότητας με νέο βεβαίως περιεχόμενο: το ίδιο το γεγονός ότι η λατρεία/τιμή εστιάζεται σε κάποια ιερή απεικόνιση (άγαλμα/εικόνα) προσώπων, ορισμένες φορές με τα ίδια ή ελαφρώς παραλλαγμένα εικονογραφικά πρότυπα -Ίσις και Ώρος/Παναγία με το βρέφος, Θραξ ιππεύς/Άγιος Γεώργιος κ.λπ.-, οι περιφορές εν πομπή ιερών αντικειμένων (αγαλμάτων/εικόνων), οι ιεροί τόποι, τα αγιάσματα και τα προσκυνήματα, τα λείψανα ηρώων/αγίων, ευχαριστήρια αναθήματα σε θεούς-θεραπευτές/αγίους, θυσίες ζώων/κουρμπάνια, αγροτικά ιερά/ξωκκλήσια, αναστενάρια, λατρευτικοί τίτλοι που περνούν σε νέα πρόσωπα -Δέσποινα';, Παναγία';, Παρθένος';, αγνή'; όλα πρώην επίθετα της Άρτεμης που περνούν στην Παρθένο Μαρία-, νεκρώσιμες τελετές και προσφορές -τριήμερα, εννιάμερα, κόλλυβα -, οι έννοιες του Χάρου, της Τύχης, της Μοίρας, όλα συνιστούν τη σημερινή έκφανση της αρχαίας θρησκευτικότητας. Ο μεγάλος ιστορικός της αρχαίας θρησκείας Νίλσον έχει γράψει: «Ο χριστιανισμός εύκολα σάρωσε τους μεγάλους θεούς, αλλά οι μικρότεροι δαίμονες της λαϊκής πίστης αντιστάθηκαν με πείσμα, γιατί ήταν κάτι πιο ζωντανό. Ο Έλληνας χωρικός πιστεύει ακόμα και σήμερα στις Νύμφες, κι ας δίνει σε όλες το όνομα που άλλοτε ήσαν οι Νύμφες της θάλασσας μόνο, Νεράιδες.»[18] Η σύνδεση κοσμικού και θρησκευτικού χώρου θυμίζει επίσης την αρχαιότητα. Σύμφωνα με τον ίδιο ιστορικό: «Όποιος βλέπει σημερινό ελληνικό πανηγύρι θυμάται αμέσως τα αρχαία. Η λατρεία είναι καινούρια, της Παναγίας ή κάποιου αγίου, η ζωή όμως μένει η ίδια. Στήνονται σκηνές και παράγκες είτε από σανίδες είτε από κλαδιά δέντρων, και ο κόσμος γιορτάζει και χαίρεται. Η θρησκεία βέβαια χάνει την ιερότητά της, όμως η μορφή της αυτή, που σε μας φαίνεται να μην είναι θρησκεία, παρουσίασε αντοχή πολύ μεγάλη.»[19]
5. Οι προσπάθειες αναβίωσης της αρχαίας θρησκείας
Τις δύο τελευταίες δεκαετίες δεκάδες οργανώσεις και πλήθος αρχαιολατρικών περιοδικών και βιβλίων προσπαθούν να αναβιώσουν την αρχαία θρησκεία ασκώντας έντονη πολεμική εναντίον του χριστιανισμού και των μονοθεϊστικών θρησκειών γενικότερα. Πρόκειται για ψηφιδωτό ποικίλων -και συχνά αντικρουόμενων μεταξύ τους- τάσεων, χωρίς ενιαία γραμμή και οργάνωση, τάσεων και ρεύματων που αντλούν άλλα από το αρχαίο τελετουργικό, άλλα από την αρχαία φιλοσοφία, άλλα που παρουσιάζουν τάσεις απόλυτες και αποκλειστικές και άλλα σχετικά συμβιβαστικές προς την παρούσα εν Ελλάδι θρησκευτική πραγματικότητα[20]. Οι αρχαιολάτρες μάς καλούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην αποδοχή και πάλι της αρχαίας κοσμοθεωρίας. Μας καλούν και πάλι στην έρευνα και ερμηνεία των αρχαίων μύθων ως πηγής σοφίας. Μας καλούν στην επαναδιοργάνωση εορτών προς τιμήν των αρχαίων θεών -οι οποίοι για άλλους είναι απρόσωπες, για άλλους προσωπικές δυνάμεις. Προβαίνουν στην τέλεση των αρχαίων τελετουργικών. Προτείνουν να στραφούμε θρησκεύοντας προς την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, δρόμο, που στην ουσία, τον έχει ήδη χαράξει άθρησκα στη Δύση το κίνημα του Ανθρωπισμού και κατόπιν του Διαφωτισμού. Ελληνισμός και παράδοση κατά τους σημερινούς υποστηρικτές του νεοπαγανισμού δεν σημαίνει Ορθοδοξία - όπως επί μακρόν διατυμπάνιζε το ελληνοχριστιανικό ιδεώδες - αλλά αρχαιολατρία, δηλαδή επιστροφή με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην πατρογονική αρχαία θρησκεία, στο δωδεκάθεο του Ολύμπου, στην ελληνική σκέψη και φιλοσοφία. Ο χριστιανισμός και η Ορθοδοξία κατ'; αυτούς είναι ξεκάθαρα εβραϊσμός και άρα άρνηση του ελληνισμού.
Τι θα σημαίνει πιο συγκεκριμένα μια τέτοια προτεινόμενη αναβίωση της αρχαίας θρησκείας για τη σημερινή κοινωνία δεν μπορεί να φαντασθεί ακριβώς ο νους του μέσου ανθρώπου ούτε και με συνέπεια, καθώς φαίνεται, μπορεί να αποσαφηνισθεί από τους αρχαιολάτρες. Για ποια μορφή -λαϊκή/δεισιδαίμονα ή φιλοσοφική- της αρχαίας θρησκείας μιλούν, ποιοι και με ποια κριτήρια κάνουν την επιλογή των στοιχείων που θ'; αναβιώσουν, σε πόσες, ποιες και ποιας εποχής της αρχαιότητας θεότητες αναφέρονται -ένα θεό με πολλές θεϊκές εκφάνσεις, δώδεκα, περισσότερους, μόνον ελληνικούς ή και ανατολικούς θεούς, όπως η Ίσιδα και ο Μίθρας-, σε ποιους εξωτερικούς τρόπους -με αρχαίες χλαμύδες ή σύγχρονα ενδύματα-, σε ποια τελετουργικά -με ή χωρίς αιματηρές θυσίες-, και σε ποιες προβληματικής ηθικής πρακτικές -θα επαναφέρουν, για παράδειγμα, την ιερή πορνεία'; της Αφροδίτης, τους ευνουχισμούς και τις μαστιγώσεις χάριν της Κυβέλης και της Αρτέμιδος, τα ξέφρενα παραληρήματα των Μαινάδων στις ερημιές που συνοδεύονταν από θηριοκτονίες και ωμοφαγίες χάριν του Διονύσου ή τον λυκανθρωπισμό στο πλαίσιο της λατρείας του αρκαδικού Λυκαίου Διός (βλ. Παυσ. Αρκαδικά 8.2.2. κ'; 8.2.6.)[21];
Από την πλευρά του χριστιανισμού βεβαίως η προσπάθεια αναβίωσης της αρχαίας ελληνικής θρησκείας δεν συζητείται καν πρόκειται για επιστροφή στο σκοτάδι, στη συγκάλυψη της αλήθειας, άρα στο ψεύδος. Για τον χριστιανισμό, που είναι θρησκεία κατ'; αποκάλυψιν, το κριτήριο της αλήθειας δεν μπορεί να είναι η ελληνικότητα ούτε οποιασδήποτε μορφής ανθρώπινη παράδοση αλλά μόνον η αποκάλυψη του Θεού εν Χριστώ Ιησού. Αυτό που οι αρχαιολάτρες δεν μπορούν να δεχθούν είναι η εκλογή εκ μέρους του Θεού όχι των Ελλήνων αλλά ενός άλλου σκεύους, ενός ιδιαίτερου λαού, του Ισραήλ της Βίβλου διά του οποίου η θεϊκή αποκάλυψη ήρθε στον κόσμο, και στον οποίο καλούνται όλοι εν Χριστώ να εισέλθουν. Η ελληνικότητα ισχύει ωστόσο ως κριτήριο αλήθειας για τις προσπάθειες αναβίωσης της αρχαίας θρησκείας και επάνω σε αυτό το σημείο έχουμε να κάνουμε κάποιες σκέψεις και παρατηρήσεις.
Η προσπάθεια τεχνητής αναβίωσης της αρχαίας θρησκείας δεν έχει ρίζες στην ελληνική κοινωνία
Σε αντίθεση με την επιβίωση της αρχαίας θρησκευτικότητας στη λαϊκή (ορθόδοξη) χριστιανική θρησκεία -που είναι βαθιά ριζωμένη στην ελληνική κοινωνία και συνδέεται στενά με πρόσωπα, τους αγίους, που μαρτύρησαν, ας σημειωθεί, στον πνευματικό τους αγώνα ενάντια στην εθνική θρησκεία-, οι σύγχρονες προσπάθειες αναβίωσης της αρχαίας θρησκείας είναι τεχνητές και χωρίς ρίζες στην ελληνική κοινωνία. Αρνούμενοι τη λαϊκή ορθόδοξη έκφραση του χριστιανισμού -η οποία ελέγχεται, ας σημειωθεί, από βιβλικής άποψης- οι αρχαιολάτρες αρνούνται πρακτικά το μόνο οργανικά συνδεόμενο με την αρχαία θρησκευτικότητα στοιχείο του σύγχρονου ελληνισμού. Ο τρόπος δράσης τους μέσα από περιοδικά, διαλέξεις, οργανώσεις κ.λπ. δίνει στα αρχαιολατρικά κινήματα τον χαρακτήρα διανοητικών κατασκευασμάτων, καταστρωμένων σε γραφεία και βιβλιοθήκες, που δεν καταφέρνουν παρά μόνο εξωτερικά να μιμηθούν τους αρχαίους.
Στην πραγματικότητα δεν έχουμε να κάνουμε με επαναφορά της αρχαίας θρησκείας αλλά με τη δημιουργία μιας νέας κατ΄ απομίμηση εκείνης. Συζήτηση για πιστή επαναφορά στους τύπους της αρχαίας θρησκείας δεν μπορεί καν να γίνει: τι γνωρίζουμε όλοι μας και τι γνωρίζουν οι αρχαιολάτρες για την αρχαία θρησκεία; Πόσες πτυχές της δεν παραμένουν για μας σε τελική ανάλυση άγνωστες; Ελάχιστα γνωρίζουμε για λεπτομέρειες της λατρείας, για επικλήσεις θεών, για αμέτρητες άγνωστες ελάσσονες τοπικές θεότητες, και τόσες άλλες χαμένες προφορικές αλλά ουσιαστικές πτυχές της απλούστατα διότι η αρχαία θρησκεία δεν ήταν γραπτής μορφής και δεν μας παραδόθηκαν[22]. Αν ωστόσο κάποιοι αρχαιολάτρες αντιτείνουν πως οι άγνωστες σε μας προφορικές πτυχές τελετουργικών και άλλων παραδόσεων δεν ήταν ουσιώδεις για την αρχαία θρησκεία, αλλά ότι απεναντίας για μας ενδιαφέρον παρουσιάζουν μόνο τα γενικά της στοιχεία καθώς και τα βαθύτερα, από αιώνες κληροδοτημένα και καλά γνωστά φιλοσοφικά νοήματα περί αυτής, στην περίπτωση αυτή δεν έχουμε πλέον να κάνουμε με την αναβίωση της αρχαίας θρησκείας -που ήταν θρησκεία προφορική και λατρεία ευρέων και εν πολλοίς δεισιδαιμόνων λαϊκών μαζών-, αλλά με την αναδημιουργία με κάποια σχετική αυθαιρεσία μια καινούριας θρησκείας φιλοσόφων';.
Πράγματι οι αρχαιολάτρες χρησιμοποιούν τους αρχαίους φιλοσόφους ως άσσους στο μανίκι'; για την υπεράσπιση της αρχαίας θρησκείας. Ωστόσο η αρχαία φιλοσοφία, που υπήρξε πολύ συχνά, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, πολύ επικριτική για τη δεισιδαίμονα λαϊκή θρησκεία, τελετουργία και μυθολογία, ποτέ δεν έπαψε να είναι γνωστή, να μελετάται και να επηρεάζει τον δυτικό κόσμο είτε μέσα στο πλαίσιο της θρησκείας, και ιδιαίτερα του χριστιανισμού -άλλωστε από χριστιανούς αντιγραφείς διασώθηκε ό,τι γνωρίζουμε γι'; αυτήν και για αιώνες γενιές χριστιανών θεολόγων διαπλάστηκαν με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη- είτε έξω από αυτήν από τον κόσμο του Διαφωτισμού. Σ'; αυτή τη γνώση και την ερμηνεία της αρχαίας φιλοσοφίας όμως τι καινούριο έχουν να προσθέσουν οι αρχαιολάτρες και γιατί η χρησιμότητα της φιλοσοφίας θα πρέπει να προσδεθεί, όπως το θέλουν, στο άρμα μιας κατ'; επίφασιν επαναφοράς της αρχαίας θρησκείας; Πρόκειται μάλλον για επένδυση του αρχαίου ορθολογισμού με ισχυρή δόση ανορθολογισμού.
Η σημερινή αρχαιολατρία αγνοεί την ιστορική εξέλιξη του ελληνισμού
Πόσο πληρεί όμως, ερωτούμε και πάλι, μια τέτοια καινούρια -όπως κατ'; ουσίαν φαίνεται να είναι- θρησκεία το κριτήριο της ελληνικότητας; Πόσο ελληνική είναι και ποιος μπορεί αυτό να μας το επιβεβαιώσει; Η όλη προσπάθεια μοιάζει με την επιδίωξη να αποκαταστήσουμε ερευνητικά βάσει των γραπτών κειμένων την προσωδία και την ακριβή προφορά της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, αλλά και να αρχίσουμε να τη μιλούμε. Ακόμη, όμως, και αν κάποιος φιλόλογος θα κατάφερνε ποτέ να ψελλίσει σωστά την αρχαία προφορά -ποιου τόπου και ποιας εποχής βέβαια;- δεν υπάρχει σήμερα κανείς ζωντανός ομιλητής της, για να επιβεβαιώσει τη γνησιότητα και την ορθότητά της πόσο μάλλον να επιζητούμε η νεκρή γλώσσα και προφορά να αποτελέσουν νέο και ζωντανό όργανο επικοινωνίας για μια ολόκληρη κοινωνία- η μόνη τύχη που μπορεί μια τέτοια προσπάθεια να έχει είναι η όχι και τόσο ζηλευτή τύχη της τεχνητής γλώσσας Esperando. Όπως οι γλώσσες, έτσι και οι θρησκείες γεννιούνται, εξελίσσονται, και ενδεχομένως πεθαίνουν συνδεδεμένες με την κοινωνία όπου ανήκουν και δεν μπορούν να αποκτήσουν ζωή ανεξάρτητα από αυτήν. Το στοιχειώδες χαρακτηριστικό φαινόμενο της αρχαίας θρησκείας ήταν ότι εξέφραζε μια ολόκληρη κοινωνία, την κοσμοαντίληψη και τον τρόπο ζωής της, είχε έρεισμα στις ευρείες μάζες του πληθυσμού[23]. Αντίθετα οι σημερινοί αρχαιολάτρες προσπαθούν να την εισαγάγουν από επάνω προς τα κάτω';, χρειάζεται να προσηλυτίζουν οπαδούς - φαινόμενο άγνωστο στην αρχαία θρησκεία- ακολουθώντας τελικά κατά πόδας τους τρόπους του εβραϊκού'; χριστιανισμού.
Η ελληνικότητα εξάλλου δεν είναι απόλυτη και αναλλοίωτη έννοια, αλλά εξελίσσεται μέσα στην ιστορία. Άλλα στοιχεία της σβήνουν, καθώς άλλα γεννιούνται και είναι διαρκώς σε αέναη διαμόρφωση. Αυτό που ήταν ελληνικό εχθές, ίσως δεν είναι ελληνικό σήμερα, ή ίσως είναι εξίσου ελληνικό με κάτι ολωσδιόλου αντίθετό του, αφού η παράδοση δεν είναι ομοιογενής ούτε αποκλείει τα αντίθετα[24]. Οι προσπάθειες αναβίωσης της αρχαίας θρησκείας μοιάζουν ωστόσο ουσιαστικά να αγνοούν την ιστορική εξέλιξη των πραγμάτων. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τον καταναγκαστικό χαρακτήρα της επιβολής του χριστιανισμού από τον 4ο αι. μ.Χ. εκ μέρους της αυτοκρατορικής εξουσίας και τη βίαιη συμπεριφορά εκπροσώπων του χριστιανισμού απέναντι σε σεβάσματα των εθνικών -γεγονός που οδήγησε ταυτόχρονα σε αλλοίωση του ίδιου του νοήματος του χριστιανισμού -[25] πρέπει να ομολογήσουμε πως καμιά θρησκεία δεν ζει ή δεν πεθαίνει χάρη σε διατάγματα της εξουσίας. Ο χριστιανισμός δεν έσβησε παρ'; όλους τους διωγμούς των αυτοκρατόρων, αλλά μάλλον έδωσε πνευματικούς αγώνες με την εθνική θρησκεία και εξαπλώθηκε σημαντικά πολύ πριν λάβει την εύνοια της εξουσίας το αντίθετο ωστόσο συνέβη σταδιακά με την εθνική θρησκεία, όταν αυτή απαγορεύθηκε[26]. Στο μεγαλύτερο μέρος τουλάχιστον του ανατολικού τμήματος της αυτοκρατορίας, η εθνική θρησκεία είχε περιπέσει τον 4ο αι. σε σχετική παρακμή. Ενδεικτική για την αλήθεια του ισχυρισμού αυτού είναι η αποτυχία της θρησκευτικής επανάστασης του αυτοκράτορα Ιουλιανού, αφού οι εθνικοί φαίνεται πως δεν έσπευσαν να επωφεληθούν της κρατικής εύνοιας που για σύντομο διάστημα τους παρέσχε[27]. Χαρακτηριστικό και το παρακάτω περιστατικό που δίνει το κλίμα της εποχής: ο αυτοκράτορας διαμαρτύρεται ότι παρουσία του ιδίου (!) σε μια από τις σημαντικότερες και πολυπληθέστερες μεγαλουπόλεις της αυτοκρατορίας, την Αντιόχεια, η πόλη δεν είχε κάνει καμιά απολύτως ετοιμασία, για να θυσιάσει στον πολιούχο της (!) Απόλλωνα τη μέρα της γιορτής του μόνο ένας εθνικός ιερέας προσκόμισε όχι πλήθος βοδιών ή προβάτων, αλλά απλώς και μόνο χήνα από το σπίτι του.[28] Αν η εθνική θρησκεία έσβησε τότε που έπρεπε να συνεχίζει να δίνει τη μάχη της και δεν έσπευσε να εκμεταλλευθεί μια τελευταία αποστροφή εύνοιας της εξουσίας, τι κάνει σήμερα επίκαιρη μια δήθεν αναβίωσή της;
Οι μη ελληνικές ρίζες της αρχαιολατρίας
Το ερώτημα τίθεται και πάλι: αν κριτήριο γνησιότητας για τους αρχαιολάτρες είναι η ελληνικότητα, πόσο ελληνική είναι η σημερινή αρχαιολατρία; Αν τελικά δεν έχει ερείσματα στην ελληνική κοινωνία, ποια είναι η προέλευσή της; Αποδεικνύεται ότι, ενώ δεν έχει ρίζες στην ελληνική κοινωνία, έχει άλλες διασυνδέσεις με τα παγκόσμια ρεύματα του νεοπαγανισμού και της Νέας Εποχής, η έξαρση των οποίων εντοπίζεται χρονικά, όπως και της ελληνικής αρχαιολατρίας στις δύο τελευταίες δεκαετίες, αλλά και ρίζες σε παλαιότερα κινήματα όπως η θεοσοφία[29]. Ακόμη και οι ίδιοι οι υποστηρικτές της δεν μπορούν με πειστικότητα να διαχωρίσουν τη θέση τους από τα παγκόσμια αυτά κινήματα[30]. Αν λοιπόν οι μορφές της αρχαιολατρίας εντάσσονται μάλλον σε παγκόσμια κινήματα, και δη ανορθολογικά, πώς μπορεί άραγε να θεωρηθεί ότι εκπληρούν το κριτήριο της ελληνικότητας, που έχουν θέσει ως ζητούμενο;
Ο ελληνοκεντρισμός ελέγχεται ως ρατσιστική προσέγγιση
Κλείνοντας, να ελέγξουμε την ίδια τη βάση όλων των αρχαιολατρικών τάσεων, δηλαδή τον ίδιο τον ελληνοκεντρισμό. Η αρχαιολατρία κατά μεγάλο μέρος στηρίζεται σε εκ των προτέρων θεωρητικές κατασκευές περί πολιτισμικής, φυλετικής ή άλλης ανωτερότητας των Ελλήνων έναντι των άλλων λαών και πολιτισμών - γεγονός που προβληματίζει ακόμη και εκπροσώπους του κινήματος[31]. Αυτή είναι και η ρίζα της πολεμικής τους ενάντια στον χριστιανισμό, ότι δηλαδή είναι ξένος προς τον ελληνισμό και προέρχεται από τους -κατώτερους πολιτισμικά ή άλλως πως- Εβραίους. Πόσο μπορεί όμως ο ελληνοκεντρισμός να αποτελέσει κριτήριο αλήθειας; Πόσο αντέχει τελικά στην επιστημονική κριτική; Σε ποιες άφθαρτες';, αναλλοίωτες';, και τελικά ανιστορικές ουσίες των Ελλήνων πρέπει να παραπέμψει κανείς, για να στηρίξει ένα τέτοιο κατασκεύασμα; Η ελληνολατρία πρέπει να ειπωθεί ότι ελέγχεται κοινωνιολογικά και ανθρωπολογικά. Η παραδοχή της ανωτερότητας κάποιου έθνους ή πολιτισμού είναι η βάση του ρατσισμού και τέτοιες ρατσιστικές θεωρίες δεν μπορούν να αποτελέσουν σοβαρές εναλλακτικές προτάσεις για τον σημερινό κόσμο, που τις έχει ζήσει εφαρμοσμένες στο πετσί του μόλις λίγο παραπάνω από μισό αιώνα πριν χάρη στη ναζιστική -επίσης αρχαιολατρική και θεοσοφική στο υπόβαθρο- ιδεολογία. Ακόμη και αν η αρχαιολατρία λοιπόν αποδείκνυε την ελληνικότητά της, αυτό για μας δεν θα αποτελούσε το κριτήριο της γνησιότητας και της αλήθειας της.
Κριτήριο της αλήθειας για μας είναι και παραμένει η θεία αποκάλυψη εν Χριστώ που προσφέρεται σε όλους τους λαούς και τα έθνη κατά τη φράση του αποστόλου «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ πάντες γαρ ημείς είς εστε εν Χριστώ Ιησού» (Γαλάτας δ'; 2 . Ο χριστιανισμός με όλη του την ιστορική παραποίηση και αλλοίωση, που οφείλεται κυρίως στην εμπλοκή του με την εξουσία, εξακολουθεί να παραμένει η γεμάτη υποσχέσεις και σύγχρονη δυναμική πίστη στον Θεό τής αγάπης και στην αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Το ηθικό του κήρυγμα ισότητας και αξιοπρέπειας για κάθε άνθρωπο και κοινωνία υπήρξε και παραμένει αξεπέραστο - όχι λόγω εθνικής προέλευσης αλλά λόγω θείας αποκάλυψης. Οι υποσχέσεις του ευαγγελίου για εν Χριστώ ανάπλαση του πεσμένου ανθρώπου, της κοινωνίας και όλου του κόσμου σε αφθαρσία και κοινωνία αγάπης με τον Θεό Πατέρα ξεπερνούν τις προσδοκίες, τις αναλύσεις και τις συλλήψεις της αρχαίας θρησκείας. Μπροστά σε αυτές τις διακηρύξεις και τις υποσχέσεις η αναβίωση, και δη τεχνητή, της αρχαίας θρησκείας δεν έχει να προσφέρει απολύτως τίποτε στον σημερινό άνθρωπο και την κοινωνία του. Μ
ppapageorgiou@gec.gr
Ο κ. Π. Παπαγεωργίου είναι διδάκτωρ ιστορίας και αρχαιολογίας. Εργάζεται ως καθηγητής Μ.Ε
filostratos(apollonia elliniki kinisi)
ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΥΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥΣ ΚΑΤΑΚΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
Profile
apollonios stathatos
Η ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ Η ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΚΑΙ Η ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΤΗΣ..Ἀπὸ τὴν ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ «http://apollonios.pblogs.gr/
ἀντιγράφω καὶ ἀναρτῶ εἰς τὴν ΔΗΜΟΘΟΙΝΙΑ ΜΑΣ τὸ κατωτέρῳ ἄρθρο , ἡ δοκίμιο, ἤ διαφωτιστικό κείμενο. Κατὰ τὴν ἀντιγραφή του καὶ τὴν άνάρτησίν του δὲν ἐπεχείρησα καὶ δὲν πραγματοποίησα καμμία ἄμεση, ἤ ἔμμεση παρέμβασιν οὔτε, φυσικά ἀπόπειρα ἀναλύσεώς του, ἑρμηνείας του καὶ κριτικῆς του.
Καίτοι αὐτὸ τὸ ἀντιγράφω ἀπό τὸ ἀνωτέρῳ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ καὶ ἀναρτῶ εἰς τὴν ΔΗΜΟΘΟΙΝΙΑ ΜΑΣ ἀντιβαίνει σαφῶς εἰς τὶς ἀρχὲς καὶ τοὺς κανόνες τῆς δευτέρας, διότι: ὁ ἀναρτήσας αὐτὸ εἰς τὸ πρῶτο τὸ ὑπογράφει μὲ ψευδώνυμο καὶ αὐτὸ τὸ γράφει μὲ λατινικοὺς χαρακτήρες.
Παρὰ, ὅμως, τό γεγονός τοῦτο, τὸ ἔχει γράψει καὶ τὸ ὑπογράφει μὲ τὸ ἐπώνυμό του , τὸ ὄνομά του καὶ τὴν ἰδιότητά του καὶ μὲ ἐλληνικοὺς χαρακτήρες ὁ γνωστὸς καὶ καταξιωμένος Καθηγητὴς Πανεπιστημίου Κύριος, Κύριος Παπαγεωργίου Π.
Ποῖες καὶ ποῖοι ἀπ’ ἐμᾶς, τὰ μέλη τῆς ΔΗΜΟΘΟΙΝΙΑΣ ΜΑΣ καὶ δὴ τοῦ Κ.Ε.Α. θὰ ἐννοήσωμε καὶ θὰ υἱοθετήσωμε τήν ΟΥΣΙΑ καὶ τὰ νοήματα καὶ μηνύματα, τοῦ κιεμένου τούτου, εἶναι ἕν πολυδιάστατο καὶ φυσικὰ πολυδυσνόητου πρόβλημα.
Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2009 9:06 πμ |
Η αρχαία ελληνική θρησκεία,
η επιβίωση και η αναβίωσή της
του κ. Π. Παπαγεωργίου
Το παγκόσμιο φαινόμενο του νεοπαγανισμού, μας φέρνει αντιμέτωπους με τη σύγχρονη τάση αποχριστιανισμού του κόσμου και ταυτόχρονα, μιλώντας για την ελληνική έκφανσή του, με την αρχαία θρησκεία των προγόνων μας. Ύστερα από την ορθολογιστική μεταχριστιανική πορεία του 20ού αιώνα, φαίνεται τώρα πως βαδίζουμε σε μια προχριστιανική εποχή ανορθολογισμού. Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να δώσουμε μια πολύ γενική περιγραφή της αρχαίας ελληνικής θρησκείας από την οποία μας χωρίζουν περίπου 1500 χρόνια -από τότε περίπου που επίσημα καταργήθηκε και έπεσε σε αφάνεια-, να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε με τις πενιχρές μας γνώσεις το κοσμοείδωλο που αντιπροσώπευε, και να αναφερθούμε σύντομα στις προσπάθειες αναβίωσής της.
1. Σύντομη ιστορική αναδρομή[1]
Από τους προϊστορικούς χρόνους ως την κλασική εποχή
Η αρχαία ελληνική θρησκεία χάνεται μέσα στην προϊστορία. Οι λίγες γνώσεις μας συνολικά για τη χωρίς γραφή αυτή εποχή βασίζονται στις αρχαιολογικές ανασκαφές, δηλαδή στα υλικά κατάλοιπα της ανθρώπινης δραστηριότητας. Από το 1400 π.Χ. διαθέτουμε πλέον στοιχειώδη γραπτά κείμενα -της Γραμμικής Β-, όπου ονοματίζονται για πρώτη φορά σπουδαίοι αρχαιοελληνικοί θεοί. Τα πρώτα λογοτεχνικά-μυθολογικά κείμενα, καθοριστικά για τη γνώση της αρχαίας θρησκείας, τοποθετούνται χρονικά αρκετά αργότερα. Πρόκειται για τα έπη του Ομήρου και του Ησιόδου, που ανήκουν στον 8ο αιώνα π.Χ. Οι ποιητές ανέλαβαν για πρώτη φορά να οργανώσουν τον κόσμο των άπειρων τοπικών και διαφορετικών θεοτήτων σε ένα ορθολογικό σύνολο, που έχει στην κορυφή του το δωδεκάθεο των Ολύμπιων θεών. Ωστόσο το ορθολογικό σύνολο ήταν μόνο η επιφάνεια: η λατρεία πολλών θεών και πολλών εκφάνσεών τους συνέχισε τοπικά διαφοροποιημένη πέρα από τη μυθολογική τους ενοποιημένη εμφάνιση. Ήδη από την αρχαϊκή εποχή και ιδιαίτερα μέσα στους κλασικούς αιώνες, τον 5ο και 4ο αι. π.Χ., παράλληλα με τη λαϊκή θρησκευτικότητα αναπτύσσεται σε μεγάλο βαθμό η πολιτική έκφανση της θρησκείας. Οι πόλεις-κράτη αφιερώνουν περίλαμπρους ναούς, διοργανώνουν επίσημες και τυπικές θρησκευτικές εορταστικές εκδηλώσεις και αφιερώνουν δαπανηρά και επιβλητικά πολιτικά αναθήματα, συχνά σε πανελλήνια ιερά, για να προβάλλουν έτσι το μεγαλείο τους[2]. Παράλληλα σε ένα άλλο επίπεδο, προσωπικό, εμφανίζονται και λειτουργούν οι μυστηριακές λατρείες, ανοικτές μόνο για τον κύκλο των μυημένων, οι οποίες πιθανολογείται -ακριβώς επειδή λίγα γνωρίζουμε γι'; αυτές- ότι άγγιζαν ζητήματα όπως τη μεταθανάτια μακαριότητα, χωρίς όμως να την υπόσχονται: πρόκειται για τις λατρείες της Δήμητρας και Κόρης (Ελευσίνια μυστήρια), του Διονύσου και της Μητέρας των θεών[3].
Ελληνιστικοί χρόνοι και ρωμαιοκρατία
Με την ελληνιστική εποχή, μετά τις κατακτήσεις του Αλεξάνδρου, η στενότερη συνύπαρξη Ελλήνων και Ασιατών, επέφερε διάδοση των λατρειών τους εκατέρωθεν και θρησκευτικό συγκρητισμό, που αποδεικνύει ταυτόχρονα τον ανοικτό χαρακτήρα και την αφομοιωτική δύναμη της αρχαίας θρησκείας. Η αμφισβήτηση των ειδώλων -ιδιαίτερα από τους Κυνικούς-, η κριτική της μυθολογίας και η συζήτηση περί της συμβολικής σημασίας της, που είχε ξεκινήσει ήδη στους κλασικούς χρόνους από τους ανθρώπους της διανόησης, γίνεται τώρα εντονότερη. Οι θεοί των φιλοσόφων ήταν σαφώς διαφορετικοί από εκείνους των απλών ανθρώπων. Αυτοί προσέγγιζαν το θείον μέσω της γνώσης και της σοφίας και έφτασαν πραγματικά σε σημαντικές διανοητικές συλλήψεις. Τόσο οι φιλοσοφικές αντιλήψεις κλασικών φιλοσόφων (η ιδέα του αγαθού του Πλάτωνα, το πρώτον κινούν του Αριστοτέλη) όσο και η ταύτιση και συγχώνευση διαφορετικών θεοτήτων κατά την ελληνιστική περίοδο οδήγησαν σε αρκετές περιπτώσεις στην ιδέα περί ενός θεού, του οποίου όλοι οι άλλοι ελάσσονες θεοί θεωρούνταν απλώς εκφάνσεις[4]. Στον τομέα της επίσημης θρησκείας το καινούριο στοιχείο είναι η αποθέωση των ηγεμόνων, που ξεκίνησε λίγο πριν τις αρχές της ελληνιστικής εποχής με τους μεγάλους Μακεδόνες βασιλείς, τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο, για να βρει στη συνέχεια μιμητές στους ελληνιστικούς ηγεμόνες και τους Ρωμαίους αυτοκράτορες. Φαινόμενο που χρήζει ιδιαίτερης αναφοράς είναι η μεγάλη διάδοση μυστηριακών θρησκειών ανατολικής προέλευσης μέσα στο ιστορικό πλαίσιο του ελληνιστικού και ιδιαίτερα του ρωμαϊκού κόσμου, όπως του Μίθρα, της Ίσιδος, της Κυβέλης κ.ά., λατρειών όμως που ήταν ενταγμένες αρμονικά στο συνολικό πλαίσιο της αρχαίας θρησκείας[5].
Η εμφάνιση του χριστιανισμού και η σύγκρουση με την εθνική θρησκεία
Τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες σημειώνει βαθμιαία αύξηση έναντι της εθνικής θρησκείας ο ιουδαϊκής προέλευσης χριστιανισμός, πίστη με απόλυτες αξιώσεις αποκλειστικότητας. Ο χριστιανισμός διώκεται κατά διαστήματα από τη ρωμαϊκή εξουσία λόγω της αποκλειστικότητάς του, κυρίως λόγω της άρνησης της λατρείας του ηγεμόνα, που φαινόταν να κλονίζει τα θεμέλια του κράτους και της κοινωνίας. Ήδη από τον δεύτερο αιώνα μαρτυρούνται πολεμικές εθνικών διανοητών, όπως ο Κέλσος ή αργότερα ο Πορφύριος, εναντίον της χριστιανικής πίστης, την υπεράσπιση της οποίας αναλαμβάνουν χριστιανοί πατέρες[6]. Οι διάφορες αντιξοότητες δεν ανακόπτουν ωστόσο την πρόοδο της νέας πίστης. Για πλειάδα λόγων στις αρχές του 4ου αιώνα ο Μέγας Κων/νος θέτει τέρμα στους διωγμούς και επιβάλλει ανεξιθρησκία. Η ευνοϊκή απέναντι στον χριστιανισμό στάση της εξουσίας φτάνει μέχρι τα τέλη του ίδιου αιώνα, επί Μεγάλου Θεοδοσίου, να πάρει τη μορφή δίωξης και επίσημης απαγόρευσης της αρχαίας θρησκείας. Οι αρχαίοι θεοί κατηγοριοποιούνται ως δαίμονες, οι αρχαίοι ναοί καταστρέφονται, αφήνονται να ερημώσουν ή μετατρέπονται σε χριστιανικούς.[7] Ωστόσο η αρχαία θρησκεία επιβιώνει κατά τόπους λιγότερο ή περισσότερο τουλάχιστον μέχρι τον 6ο αι. μ.Χ.[8] Ορισμένοι σοβαροί βυζαντινολόγοι υποθέτουν ότι υπήρχαν σχετικές δυνατότητες για επιβίωση της αρχαίας θρησκείας για πολύ περισσότερο χρόνο, έτσι ώστε να μπορέσουν να ερμηνεύσουν πώς ξαφνικά η εθνική θρησκεία βρίσκει επιφανή θεωρητικό εκφραστή στο πρόσωπο του φιλοσόφου Γεώργιου Γεμιστού Πλήθωνα και στον περί αυτόν κύκλο στο Μυστρά, στα τέλη του 14ου και στις αρχές του 15ου αι. [9]
2. Χαρακτηριστικά της αρχαίας ελληνικής θρησκείας
Η αρχαία ελληνική θρησκεία παρουσιάζει θεμελιώδεις και χαρακτηριστικές διαφορές συγκρινόμενη με τη χριστιανική πίστη. Αντίθετα με τον χριστιανισμό και την ιστορική του εξέλιξη, στην αρχαία θρησκεία δεν υπήρχαν ιερά βιβλία, ούτε συστηματική θεολογία και δογματική. Δεν υπήρχε επίσης ιεραρχία με την χριστιανική έννοια, ούτε ιερές σύνοδοι, ούτε πιστεύω';, ούτε κάποια Ιερά Εξέταση, που να αποκόπτει τους αιρετικούς. Ωστόσο υπάρχουν βασικές αντιλήψεις περί του κόσμου και του ανθρώπου, τις οποίες θα τις παρουσιάσουμε συντομότατα στη συνέχεια.
Ο κόσμος και οι θεοί
Περισσότερο γνωστή είναι στον περισσότερο κόσμο η μυθολογική πλευρά της αρχαίας θρησκείας: οι αρχαιοελληνικοί θεοί μοιάζουν πλασμένοι κατ'; εικόνα -όχι του ηθικότερου- ανθρώπου, έχουν ανθρώπινα πάθη και ακατονόμαστες αδυναμίες -γεγονός πάνω στο οποίο βάσισαν κατά κόρον την πολεμική τους ενάντια στην εθνική θρησκεία οι πατέρες της εκκλησίας-, μόνο που διαθέτουν υπεράνθρωπες δυνάμεις και είναι αθάνατοι. Ωστόσο αυτή είναι μόνο μια πλευρά της αρχαίας θρησκείας και ίσως όχι η βαθύτερη, από την άποψη ότι δεν είναι η πλευρά της λατρείας οι θεοί λατρεύονταν στην πράξη με ιδιότητες και χαρακτήρα που συχνά απείχε από τη μυθολογική τους μορφή, πτυχές οι οποίες ανιχνεύονται συνεχώς στην υλική τους πλευρά από την αρχαιολογική έρευνα.[10]
Η αρχαία θρησκεία βασίζεται στην πίστη σε δυνάμεις, τους θεούς, που γίνονται κατ'; εξοχήν αντιληπτές μέσα από την εξουσία τους επάνω στα στοιχεία της φύσης[11]. Ο ουρανός, η γη, τα βουνά, η θάλασσα, τα ποτάμια, οι σπηλιές, όλα ενοικούνται από δυνάμεις, στις οποίες η φαντασία δίνει τις πιο ποικίλες μορφές. Οι θεοί για την αρχαία αντίληψη δεν είναι δημιουργοί, δεν είναι υπερβατικοί, δεν είναι παντοδύναμοι και παντογνώστες με την έννοια που γνωρίζουμε στον χριστιανισμό. Όντας συναιώνιοι με τον κόσμο είναι αυτοί που υπέταξαν τις άλογες δυνάμεις της φύσης (Τιτάνες, Γίγαντες κ.τ.λ.), έκαναν τον κόσμο φιλικό προς τον άνθρωπο και είναι υπεύθυνοι για την τήρηση της τάξης του. Ο κόσμος δεν έχει αρχή, υπήρχε από πάντα και η αντίληψη για τον χρόνο είναι κυκλική, γιατί ακριβώς στηρίζεται στον κύκλο της φύσης. Δεν υπάρχει αντίστοιχο του ευθύγραμμου σχεδίου σωτηρίας, που δίνει το εσχατολογικό σχήμα δημιουργία-πτώση-αναδημιουργία του χριστιανισμού.
Οι μεγάλοι ολύμπιοι θεοί είναι δώδεκα με επικεφαλής τον Δία, πατέρα θεών και ανθρώπων. Οι αρχαίοι πίστευαν ωστόσο και σε μια πλειάδα από μικρότερες θεότητες, φιλικές ή εχθρικές προς τους ανθρώπους. Διακρίνονταν βασικά σε ολύμπιους και χθόνιους θεούς, ενώ φαίνεται πως η λατρεία των χθονίων προηγείται χρονικά. Πρέπει να λατρεύονται και να εξευμενίζονται από τους ανθρώπους, ιδιαίτερα οι χθόνιοι, με θυσίες. Η έλλειψη λατρείας εκ μέρους των ανθρώπων προκαλεί τη μήνη των θεών και την αταξία, επιφέρει ανισορροπία στον κόσμο.
Ο άνθρωπος
Ο άνθρωπος είναι πεπερασμένος, θνητός, με επιλογή ανάμεσα σε αρετή και κακία, με μεγαλείο αλλά και πάθη ψυχής, διακυμάνσεις που ψυχογραφούνται δεξιοτεχνικά στην αρχαία τραγωδία. Οφείλει να αναγνωρίζει το μέτρο της ύπαρξής του. Η υπέρβαση του μέτρου οδηγεί τον άνθρωπο στην ύβρη. Ύβρις, με άλλα λόγια, είναι το να νομίσει ο άνθρωπος ότι έγινε θεός, το να ξεπερνά τα όρια του πεπερασμένου της φύσης του. Τότε έρχεται η τίσις, η τιμωρία από την πλευρά των θεών. Δεν υπάρχει κάποιο προπατορικό αμάρτημα από το οποίο ο άνθρωπος θα πρέπει να σωθεί για να περάσει σε μεταθανάτια μακαριότητα, αλλά θα πρέπει να ζήσει με σωφροσύνη απέναντι σε θεούς και ανθρώπους. Ο αρχαίος θρησκεύει όχι ως πρόσωπο υπεύθυνο για τη σωτηρία της ψυχής του, όπως στον χριστιανισμό, αλλά μέσα από την κοινωνική του υπόσταση: ως άρχων, ως πολίτης, ως μέλος της φρατρίας, ως νεαρό άτομο που ενηλικιώνεται κ.λπ.[12]
Περί μεταθανάτιας υπάρξεως και κρίσεως
Η αρχαία θρησκεία δεν γνωρίζει τη χριστιανική εσχατολογική ελπίδα για την ανάσταση των σωμάτων ούτε κάτι ανάλογο της εν Χριστώ ανάπλασης του κόσμου και της λύτρωσης από τη φθορά. Το ατομικό πεπρωμένο του ανθρώπου γίνεται αντιληπτό με διαφορετικούς τρόπους[13]. Από τη μια πλευρά στον μύθο περιγράφεται με ακριβείς τοποθεσίες το βασίλειο των νεκρών, που τοποθετείται κάπου μακριά στη Δύση, όπου οι περισσότεροι νεκροί ζουν ως αδύναμες σκιές χωρίς συνείδηση του εαυτού τους. Από την άλλη πλευρά διαμετρικά αντίθετη με τη μυθική εικόνα του θανάτου ως ταξιδιού προς τον Κάτω Κόσμο, είναι η πεποίθηση ότι ο νεκρός συνεχίζει να υπάρχει μέσα στον τάφο του, πεποίθηση που συνάγεται από τις νεκρώσιμες τελετές. Πέραν τούτων διαπιστώνουμε επιπλέον και μια άλλη, αντιμετώπιση του θέματος της μετά θάνατον ζωής: η άποψη ότι η ζωή απλώς παύει με τον θάνατο. Στον τομέα αυτό δεν υπήρξε πρωτοπόρος η γνωστή φιλοσοφία του Επίκουρου, που βρήκε τεράστια απήχηση στον αρχαίο κόσμο, αλλά ήδη πολύ αρχαιότερά της επιτάφια επιγράμματα.
Ξεκάθαρες διδασκαλίες για αναχώρηση της ψυχής από το σώμα και για μεταθανάτια μακαριότητα εκφράζονταν βέβαια από κλειστές θρησκευτικές ομάδες, όπως οι Πυθαγόρειοι και οι Ορφικοί, χωρίς ωστόσο να αντιπροσωπεύουν τον μέσο άνθρωπο. Πιο δημοφιλείς ήταν κατά την ελληνιστική περίοδο οι ενώσεις των Διονυσιαστών, όμως η ακριβής σύνδεση του τελετουργικού και του περιεχομένου τής διδασκαλίας τους με τις αντιλήψεις περί αιώνιας ζωής στο επέκεινα δεν είναι εντελώς αποσαφηνισμένη.
3. Εκφράσεις της θρησκευτικότητας κατά την αρχαιότητα
Η αρχαία ευσέβεια, που αφορά στο σύνολο των λατρευτών της κοινότητας, είτε στο ιδιωτικό, είτε στο δημόσιο επίπεδο λατρείας, είναι αναπόσπαστα δεμένη πρωταρχικά με βωμούς για τις θυσίες προς τους θεούς, με λατρευτικά αγάλματα, ναούς για τη στέγαση των λατρευτικών αγαλμάτων, τεμένη, αναθήματα προς τους θεούς, θρησκευτικές γιορτές, περιφορές και πλύσεις αγαλμάτων, πομπές, άλλες ποικίλες τελετουργίες. Στην αρχαιοελληνική θρησκεία, πρέπει να τονιστεί, δεν υπήρχε ιερατείο με τη σημερινή έννοια του όρου. Σε όλες αυτές τις εκδηλώσεις το άτομο ως άτομο δεν κατέχει κεντρική θέση, δεν απαιτούνταν προσωπική πίστις με τη χριστιανική έννοια, δηλαδή εσωτερική συμμετοχή των συμμετεχόντων. Ο πιστός δεν συνήπτε προσωπική σχέση με τη θεότητα[14].
Η αρχαία ελληνική θρησκεία για τον τρόπο αυτό έκφρασης της ευλάβειας παραδοσιακά χαρακτηρίζεται από τον χριστιανισμό ως ειδωλολατρική, χαρακτηρισμό που προσπαθούν οι σύγχρονοι οπαδοί της αναβίωσής της να τον αποσείσουν[15]. Βεβαίως έχουν δίκιο, όταν ισχυρίζονται πως, αν κανείς εξαιρέσει τους απλοϊκούς δεισιδαίμονες λατρευτές, οι αρχαίοι Έλληνες δεν ταύτιζαν τα είδωλα με τους θεούς τους, αλλά τα θεωρούσαν ως σημεία απόδοσης λατρείας σ'; εκείνους ή κατοικητήριά τους[16]. Αυτό μπορεί να τεκμηριωθεί τόσο από φιλολογικές αναφορές[17] όσο και από αγγειογραφικές παραστάσεις, όπου οι θεοί φαίνεται να στέκονται δίπλα στο είδωλό τους. Σε κάθε περίπτωση, η έννοια της ειδωλολατρίας φαίνεται ότι στη βιβλική ιουδαιοχριστιανική αντίληψη ξεκινώντας από τη δεύτερη εντολή του μωσαϊκού νόμου δεν περιορίζεται απλώς και μόνο στην χονδροειδή ταύτιση θεών και ειδώλων, αλλά στην ίδια τη χρησιμοποίηση ειδώλων ως εικόνων του θεού ή σημείων προσέγγισης του θείου γενικότερα.
4. Τι έχει επιβιώσει από την αρχαία θρησκευτικότητα;
Δεν εκπλήσσει κανένα η διαπίστωση ότι στην ελληνική λαϊκή χριστιανική θρησκεία έχουν επιβιώσει μέχρι σήμερα πολλές μορφές της αρχαίας θρησκευτικότητας με νέο βεβαίως περιεχόμενο: το ίδιο το γεγονός ότι η λατρεία/τιμή εστιάζεται σε κάποια ιερή απεικόνιση (άγαλμα/εικόνα) προσώπων, ορισμένες φορές με τα ίδια ή ελαφρώς παραλλαγμένα εικονογραφικά πρότυπα -Ίσις και Ώρος/Παναγία με το βρέφος, Θραξ ιππεύς/Άγιος Γεώργιος κ.λπ.-, οι περιφορές εν πομπή ιερών αντικειμένων (αγαλμάτων/εικόνων), οι ιεροί τόποι, τα αγιάσματα και τα προσκυνήματα, τα λείψανα ηρώων/αγίων, ευχαριστήρια αναθήματα σε θεούς-θεραπευτές/αγίους, θυσίες ζώων/κουρμπάνια, αγροτικά ιερά/ξωκκλήσια, αναστενάρια, λατρευτικοί τίτλοι που περνούν σε νέα πρόσωπα -Δέσποινα';, Παναγία';, Παρθένος';, αγνή'; όλα πρώην επίθετα της Άρτεμης που περνούν στην Παρθένο Μαρία-, νεκρώσιμες τελετές και προσφορές -τριήμερα, εννιάμερα, κόλλυβα -, οι έννοιες του Χάρου, της Τύχης, της Μοίρας, όλα συνιστούν τη σημερινή έκφανση της αρχαίας θρησκευτικότητας. Ο μεγάλος ιστορικός της αρχαίας θρησκείας Νίλσον έχει γράψει: «Ο χριστιανισμός εύκολα σάρωσε τους μεγάλους θεούς, αλλά οι μικρότεροι δαίμονες της λαϊκής πίστης αντιστάθηκαν με πείσμα, γιατί ήταν κάτι πιο ζωντανό. Ο Έλληνας χωρικός πιστεύει ακόμα και σήμερα στις Νύμφες, κι ας δίνει σε όλες το όνομα που άλλοτε ήσαν οι Νύμφες της θάλασσας μόνο, Νεράιδες.»[18] Η σύνδεση κοσμικού και θρησκευτικού χώρου θυμίζει επίσης την αρχαιότητα. Σύμφωνα με τον ίδιο ιστορικό: «Όποιος βλέπει σημερινό ελληνικό πανηγύρι θυμάται αμέσως τα αρχαία. Η λατρεία είναι καινούρια, της Παναγίας ή κάποιου αγίου, η ζωή όμως μένει η ίδια. Στήνονται σκηνές και παράγκες είτε από σανίδες είτε από κλαδιά δέντρων, και ο κόσμος γιορτάζει και χαίρεται. Η θρησκεία βέβαια χάνει την ιερότητά της, όμως η μορφή της αυτή, που σε μας φαίνεται να μην είναι θρησκεία, παρουσίασε αντοχή πολύ μεγάλη.»[19]
5. Οι προσπάθειες αναβίωσης της αρχαίας θρησκείας
Τις δύο τελευταίες δεκαετίες δεκάδες οργανώσεις και πλήθος αρχαιολατρικών περιοδικών και βιβλίων προσπαθούν να αναβιώσουν την αρχαία θρησκεία ασκώντας έντονη πολεμική εναντίον του χριστιανισμού και των μονοθεϊστικών θρησκειών γενικότερα. Πρόκειται για ψηφιδωτό ποικίλων -και συχνά αντικρουόμενων μεταξύ τους- τάσεων, χωρίς ενιαία γραμμή και οργάνωση, τάσεων και ρεύματων που αντλούν άλλα από το αρχαίο τελετουργικό, άλλα από την αρχαία φιλοσοφία, άλλα που παρουσιάζουν τάσεις απόλυτες και αποκλειστικές και άλλα σχετικά συμβιβαστικές προς την παρούσα εν Ελλάδι θρησκευτική πραγματικότητα[20]. Οι αρχαιολάτρες μάς καλούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην αποδοχή και πάλι της αρχαίας κοσμοθεωρίας. Μας καλούν και πάλι στην έρευνα και ερμηνεία των αρχαίων μύθων ως πηγής σοφίας. Μας καλούν στην επαναδιοργάνωση εορτών προς τιμήν των αρχαίων θεών -οι οποίοι για άλλους είναι απρόσωπες, για άλλους προσωπικές δυνάμεις. Προβαίνουν στην τέλεση των αρχαίων τελετουργικών. Προτείνουν να στραφούμε θρησκεύοντας προς την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, δρόμο, που στην ουσία, τον έχει ήδη χαράξει άθρησκα στη Δύση το κίνημα του Ανθρωπισμού και κατόπιν του Διαφωτισμού. Ελληνισμός και παράδοση κατά τους σημερινούς υποστηρικτές του νεοπαγανισμού δεν σημαίνει Ορθοδοξία - όπως επί μακρόν διατυμπάνιζε το ελληνοχριστιανικό ιδεώδες - αλλά αρχαιολατρία, δηλαδή επιστροφή με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην πατρογονική αρχαία θρησκεία, στο δωδεκάθεο του Ολύμπου, στην ελληνική σκέψη και φιλοσοφία. Ο χριστιανισμός και η Ορθοδοξία κατ'; αυτούς είναι ξεκάθαρα εβραϊσμός και άρα άρνηση του ελληνισμού.
Τι θα σημαίνει πιο συγκεκριμένα μια τέτοια προτεινόμενη αναβίωση της αρχαίας θρησκείας για τη σημερινή κοινωνία δεν μπορεί να φαντασθεί ακριβώς ο νους του μέσου ανθρώπου ούτε και με συνέπεια, καθώς φαίνεται, μπορεί να αποσαφηνισθεί από τους αρχαιολάτρες. Για ποια μορφή -λαϊκή/δεισιδαίμονα ή φιλοσοφική- της αρχαίας θρησκείας μιλούν, ποιοι και με ποια κριτήρια κάνουν την επιλογή των στοιχείων που θ'; αναβιώσουν, σε πόσες, ποιες και ποιας εποχής της αρχαιότητας θεότητες αναφέρονται -ένα θεό με πολλές θεϊκές εκφάνσεις, δώδεκα, περισσότερους, μόνον ελληνικούς ή και ανατολικούς θεούς, όπως η Ίσιδα και ο Μίθρας-, σε ποιους εξωτερικούς τρόπους -με αρχαίες χλαμύδες ή σύγχρονα ενδύματα-, σε ποια τελετουργικά -με ή χωρίς αιματηρές θυσίες-, και σε ποιες προβληματικής ηθικής πρακτικές -θα επαναφέρουν, για παράδειγμα, την ιερή πορνεία'; της Αφροδίτης, τους ευνουχισμούς και τις μαστιγώσεις χάριν της Κυβέλης και της Αρτέμιδος, τα ξέφρενα παραληρήματα των Μαινάδων στις ερημιές που συνοδεύονταν από θηριοκτονίες και ωμοφαγίες χάριν του Διονύσου ή τον λυκανθρωπισμό στο πλαίσιο της λατρείας του αρκαδικού Λυκαίου Διός (βλ. Παυσ. Αρκαδικά 8.2.2. κ'; 8.2.6.)[21];
Από την πλευρά του χριστιανισμού βεβαίως η προσπάθεια αναβίωσης της αρχαίας ελληνικής θρησκείας δεν συζητείται καν πρόκειται για επιστροφή στο σκοτάδι, στη συγκάλυψη της αλήθειας, άρα στο ψεύδος. Για τον χριστιανισμό, που είναι θρησκεία κατ'; αποκάλυψιν, το κριτήριο της αλήθειας δεν μπορεί να είναι η ελληνικότητα ούτε οποιασδήποτε μορφής ανθρώπινη παράδοση αλλά μόνον η αποκάλυψη του Θεού εν Χριστώ Ιησού. Αυτό που οι αρχαιολάτρες δεν μπορούν να δεχθούν είναι η εκλογή εκ μέρους του Θεού όχι των Ελλήνων αλλά ενός άλλου σκεύους, ενός ιδιαίτερου λαού, του Ισραήλ της Βίβλου διά του οποίου η θεϊκή αποκάλυψη ήρθε στον κόσμο, και στον οποίο καλούνται όλοι εν Χριστώ να εισέλθουν. Η ελληνικότητα ισχύει ωστόσο ως κριτήριο αλήθειας για τις προσπάθειες αναβίωσης της αρχαίας θρησκείας και επάνω σε αυτό το σημείο έχουμε να κάνουμε κάποιες σκέψεις και παρατηρήσεις.
Η προσπάθεια τεχνητής αναβίωσης της αρχαίας θρησκείας δεν έχει ρίζες στην ελληνική κοινωνία
Σε αντίθεση με την επιβίωση της αρχαίας θρησκευτικότητας στη λαϊκή (ορθόδοξη) χριστιανική θρησκεία -που είναι βαθιά ριζωμένη στην ελληνική κοινωνία και συνδέεται στενά με πρόσωπα, τους αγίους, που μαρτύρησαν, ας σημειωθεί, στον πνευματικό τους αγώνα ενάντια στην εθνική θρησκεία-, οι σύγχρονες προσπάθειες αναβίωσης της αρχαίας θρησκείας είναι τεχνητές και χωρίς ρίζες στην ελληνική κοινωνία. Αρνούμενοι τη λαϊκή ορθόδοξη έκφραση του χριστιανισμού -η οποία ελέγχεται, ας σημειωθεί, από βιβλικής άποψης- οι αρχαιολάτρες αρνούνται πρακτικά το μόνο οργανικά συνδεόμενο με την αρχαία θρησκευτικότητα στοιχείο του σύγχρονου ελληνισμού. Ο τρόπος δράσης τους μέσα από περιοδικά, διαλέξεις, οργανώσεις κ.λπ. δίνει στα αρχαιολατρικά κινήματα τον χαρακτήρα διανοητικών κατασκευασμάτων, καταστρωμένων σε γραφεία και βιβλιοθήκες, που δεν καταφέρνουν παρά μόνο εξωτερικά να μιμηθούν τους αρχαίους.
Στην πραγματικότητα δεν έχουμε να κάνουμε με επαναφορά της αρχαίας θρησκείας αλλά με τη δημιουργία μιας νέας κατ΄ απομίμηση εκείνης. Συζήτηση για πιστή επαναφορά στους τύπους της αρχαίας θρησκείας δεν μπορεί καν να γίνει: τι γνωρίζουμε όλοι μας και τι γνωρίζουν οι αρχαιολάτρες για την αρχαία θρησκεία; Πόσες πτυχές της δεν παραμένουν για μας σε τελική ανάλυση άγνωστες; Ελάχιστα γνωρίζουμε για λεπτομέρειες της λατρείας, για επικλήσεις θεών, για αμέτρητες άγνωστες ελάσσονες τοπικές θεότητες, και τόσες άλλες χαμένες προφορικές αλλά ουσιαστικές πτυχές της απλούστατα διότι η αρχαία θρησκεία δεν ήταν γραπτής μορφής και δεν μας παραδόθηκαν[22]. Αν ωστόσο κάποιοι αρχαιολάτρες αντιτείνουν πως οι άγνωστες σε μας προφορικές πτυχές τελετουργικών και άλλων παραδόσεων δεν ήταν ουσιώδεις για την αρχαία θρησκεία, αλλά ότι απεναντίας για μας ενδιαφέρον παρουσιάζουν μόνο τα γενικά της στοιχεία καθώς και τα βαθύτερα, από αιώνες κληροδοτημένα και καλά γνωστά φιλοσοφικά νοήματα περί αυτής, στην περίπτωση αυτή δεν έχουμε πλέον να κάνουμε με την αναβίωση της αρχαίας θρησκείας -που ήταν θρησκεία προφορική και λατρεία ευρέων και εν πολλοίς δεισιδαιμόνων λαϊκών μαζών-, αλλά με την αναδημιουργία με κάποια σχετική αυθαιρεσία μια καινούριας θρησκείας φιλοσόφων';.
Πράγματι οι αρχαιολάτρες χρησιμοποιούν τους αρχαίους φιλοσόφους ως άσσους στο μανίκι'; για την υπεράσπιση της αρχαίας θρησκείας. Ωστόσο η αρχαία φιλοσοφία, που υπήρξε πολύ συχνά, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, πολύ επικριτική για τη δεισιδαίμονα λαϊκή θρησκεία, τελετουργία και μυθολογία, ποτέ δεν έπαψε να είναι γνωστή, να μελετάται και να επηρεάζει τον δυτικό κόσμο είτε μέσα στο πλαίσιο της θρησκείας, και ιδιαίτερα του χριστιανισμού -άλλωστε από χριστιανούς αντιγραφείς διασώθηκε ό,τι γνωρίζουμε γι'; αυτήν και για αιώνες γενιές χριστιανών θεολόγων διαπλάστηκαν με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη- είτε έξω από αυτήν από τον κόσμο του Διαφωτισμού. Σ'; αυτή τη γνώση και την ερμηνεία της αρχαίας φιλοσοφίας όμως τι καινούριο έχουν να προσθέσουν οι αρχαιολάτρες και γιατί η χρησιμότητα της φιλοσοφίας θα πρέπει να προσδεθεί, όπως το θέλουν, στο άρμα μιας κατ'; επίφασιν επαναφοράς της αρχαίας θρησκείας; Πρόκειται μάλλον για επένδυση του αρχαίου ορθολογισμού με ισχυρή δόση ανορθολογισμού.
Η σημερινή αρχαιολατρία αγνοεί την ιστορική εξέλιξη του ελληνισμού
Πόσο πληρεί όμως, ερωτούμε και πάλι, μια τέτοια καινούρια -όπως κατ'; ουσίαν φαίνεται να είναι- θρησκεία το κριτήριο της ελληνικότητας; Πόσο ελληνική είναι και ποιος μπορεί αυτό να μας το επιβεβαιώσει; Η όλη προσπάθεια μοιάζει με την επιδίωξη να αποκαταστήσουμε ερευνητικά βάσει των γραπτών κειμένων την προσωδία και την ακριβή προφορά της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, αλλά και να αρχίσουμε να τη μιλούμε. Ακόμη, όμως, και αν κάποιος φιλόλογος θα κατάφερνε ποτέ να ψελλίσει σωστά την αρχαία προφορά -ποιου τόπου και ποιας εποχής βέβαια;- δεν υπάρχει σήμερα κανείς ζωντανός ομιλητής της, για να επιβεβαιώσει τη γνησιότητα και την ορθότητά της πόσο μάλλον να επιζητούμε η νεκρή γλώσσα και προφορά να αποτελέσουν νέο και ζωντανό όργανο επικοινωνίας για μια ολόκληρη κοινωνία- η μόνη τύχη που μπορεί μια τέτοια προσπάθεια να έχει είναι η όχι και τόσο ζηλευτή τύχη της τεχνητής γλώσσας Esperando. Όπως οι γλώσσες, έτσι και οι θρησκείες γεννιούνται, εξελίσσονται, και ενδεχομένως πεθαίνουν συνδεδεμένες με την κοινωνία όπου ανήκουν και δεν μπορούν να αποκτήσουν ζωή ανεξάρτητα από αυτήν. Το στοιχειώδες χαρακτηριστικό φαινόμενο της αρχαίας θρησκείας ήταν ότι εξέφραζε μια ολόκληρη κοινωνία, την κοσμοαντίληψη και τον τρόπο ζωής της, είχε έρεισμα στις ευρείες μάζες του πληθυσμού[23]. Αντίθετα οι σημερινοί αρχαιολάτρες προσπαθούν να την εισαγάγουν από επάνω προς τα κάτω';, χρειάζεται να προσηλυτίζουν οπαδούς - φαινόμενο άγνωστο στην αρχαία θρησκεία- ακολουθώντας τελικά κατά πόδας τους τρόπους του εβραϊκού'; χριστιανισμού.
Η ελληνικότητα εξάλλου δεν είναι απόλυτη και αναλλοίωτη έννοια, αλλά εξελίσσεται μέσα στην ιστορία. Άλλα στοιχεία της σβήνουν, καθώς άλλα γεννιούνται και είναι διαρκώς σε αέναη διαμόρφωση. Αυτό που ήταν ελληνικό εχθές, ίσως δεν είναι ελληνικό σήμερα, ή ίσως είναι εξίσου ελληνικό με κάτι ολωσδιόλου αντίθετό του, αφού η παράδοση δεν είναι ομοιογενής ούτε αποκλείει τα αντίθετα[24]. Οι προσπάθειες αναβίωσης της αρχαίας θρησκείας μοιάζουν ωστόσο ουσιαστικά να αγνοούν την ιστορική εξέλιξη των πραγμάτων. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τον καταναγκαστικό χαρακτήρα της επιβολής του χριστιανισμού από τον 4ο αι. μ.Χ. εκ μέρους της αυτοκρατορικής εξουσίας και τη βίαιη συμπεριφορά εκπροσώπων του χριστιανισμού απέναντι σε σεβάσματα των εθνικών -γεγονός που οδήγησε ταυτόχρονα σε αλλοίωση του ίδιου του νοήματος του χριστιανισμού -[25] πρέπει να ομολογήσουμε πως καμιά θρησκεία δεν ζει ή δεν πεθαίνει χάρη σε διατάγματα της εξουσίας. Ο χριστιανισμός δεν έσβησε παρ'; όλους τους διωγμούς των αυτοκρατόρων, αλλά μάλλον έδωσε πνευματικούς αγώνες με την εθνική θρησκεία και εξαπλώθηκε σημαντικά πολύ πριν λάβει την εύνοια της εξουσίας το αντίθετο ωστόσο συνέβη σταδιακά με την εθνική θρησκεία, όταν αυτή απαγορεύθηκε[26]. Στο μεγαλύτερο μέρος τουλάχιστον του ανατολικού τμήματος της αυτοκρατορίας, η εθνική θρησκεία είχε περιπέσει τον 4ο αι. σε σχετική παρακμή. Ενδεικτική για την αλήθεια του ισχυρισμού αυτού είναι η αποτυχία της θρησκευτικής επανάστασης του αυτοκράτορα Ιουλιανού, αφού οι εθνικοί φαίνεται πως δεν έσπευσαν να επωφεληθούν της κρατικής εύνοιας που για σύντομο διάστημα τους παρέσχε[27]. Χαρακτηριστικό και το παρακάτω περιστατικό που δίνει το κλίμα της εποχής: ο αυτοκράτορας διαμαρτύρεται ότι παρουσία του ιδίου (!) σε μια από τις σημαντικότερες και πολυπληθέστερες μεγαλουπόλεις της αυτοκρατορίας, την Αντιόχεια, η πόλη δεν είχε κάνει καμιά απολύτως ετοιμασία, για να θυσιάσει στον πολιούχο της (!) Απόλλωνα τη μέρα της γιορτής του μόνο ένας εθνικός ιερέας προσκόμισε όχι πλήθος βοδιών ή προβάτων, αλλά απλώς και μόνο χήνα από το σπίτι του.[28] Αν η εθνική θρησκεία έσβησε τότε που έπρεπε να συνεχίζει να δίνει τη μάχη της και δεν έσπευσε να εκμεταλλευθεί μια τελευταία αποστροφή εύνοιας της εξουσίας, τι κάνει σήμερα επίκαιρη μια δήθεν αναβίωσή της;
Οι μη ελληνικές ρίζες της αρχαιολατρίας
Το ερώτημα τίθεται και πάλι: αν κριτήριο γνησιότητας για τους αρχαιολάτρες είναι η ελληνικότητα, πόσο ελληνική είναι η σημερινή αρχαιολατρία; Αν τελικά δεν έχει ερείσματα στην ελληνική κοινωνία, ποια είναι η προέλευσή της; Αποδεικνύεται ότι, ενώ δεν έχει ρίζες στην ελληνική κοινωνία, έχει άλλες διασυνδέσεις με τα παγκόσμια ρεύματα του νεοπαγανισμού και της Νέας Εποχής, η έξαρση των οποίων εντοπίζεται χρονικά, όπως και της ελληνικής αρχαιολατρίας στις δύο τελευταίες δεκαετίες, αλλά και ρίζες σε παλαιότερα κινήματα όπως η θεοσοφία[29]. Ακόμη και οι ίδιοι οι υποστηρικτές της δεν μπορούν με πειστικότητα να διαχωρίσουν τη θέση τους από τα παγκόσμια αυτά κινήματα[30]. Αν λοιπόν οι μορφές της αρχαιολατρίας εντάσσονται μάλλον σε παγκόσμια κινήματα, και δη ανορθολογικά, πώς μπορεί άραγε να θεωρηθεί ότι εκπληρούν το κριτήριο της ελληνικότητας, που έχουν θέσει ως ζητούμενο;
Ο ελληνοκεντρισμός ελέγχεται ως ρατσιστική προσέγγιση
Κλείνοντας, να ελέγξουμε την ίδια τη βάση όλων των αρχαιολατρικών τάσεων, δηλαδή τον ίδιο τον ελληνοκεντρισμό. Η αρχαιολατρία κατά μεγάλο μέρος στηρίζεται σε εκ των προτέρων θεωρητικές κατασκευές περί πολιτισμικής, φυλετικής ή άλλης ανωτερότητας των Ελλήνων έναντι των άλλων λαών και πολιτισμών - γεγονός που προβληματίζει ακόμη και εκπροσώπους του κινήματος[31]. Αυτή είναι και η ρίζα της πολεμικής τους ενάντια στον χριστιανισμό, ότι δηλαδή είναι ξένος προς τον ελληνισμό και προέρχεται από τους -κατώτερους πολιτισμικά ή άλλως πως- Εβραίους. Πόσο μπορεί όμως ο ελληνοκεντρισμός να αποτελέσει κριτήριο αλήθειας; Πόσο αντέχει τελικά στην επιστημονική κριτική; Σε ποιες άφθαρτες';, αναλλοίωτες';, και τελικά ανιστορικές ουσίες των Ελλήνων πρέπει να παραπέμψει κανείς, για να στηρίξει ένα τέτοιο κατασκεύασμα; Η ελληνολατρία πρέπει να ειπωθεί ότι ελέγχεται κοινωνιολογικά και ανθρωπολογικά. Η παραδοχή της ανωτερότητας κάποιου έθνους ή πολιτισμού είναι η βάση του ρατσισμού και τέτοιες ρατσιστικές θεωρίες δεν μπορούν να αποτελέσουν σοβαρές εναλλακτικές προτάσεις για τον σημερινό κόσμο, που τις έχει ζήσει εφαρμοσμένες στο πετσί του μόλις λίγο παραπάνω από μισό αιώνα πριν χάρη στη ναζιστική -επίσης αρχαιολατρική και θεοσοφική στο υπόβαθρο- ιδεολογία. Ακόμη και αν η αρχαιολατρία λοιπόν αποδείκνυε την ελληνικότητά της, αυτό για μας δεν θα αποτελούσε το κριτήριο της γνησιότητας και της αλήθειας της.
Κριτήριο της αλήθειας για μας είναι και παραμένει η θεία αποκάλυψη εν Χριστώ που προσφέρεται σε όλους τους λαούς και τα έθνη κατά τη φράση του αποστόλου «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ πάντες γαρ ημείς είς εστε εν Χριστώ Ιησού» (Γαλάτας δ'; 2 . Ο χριστιανισμός με όλη του την ιστορική παραποίηση και αλλοίωση, που οφείλεται κυρίως στην εμπλοκή του με την εξουσία, εξακολουθεί να παραμένει η γεμάτη υποσχέσεις και σύγχρονη δυναμική πίστη στον Θεό τής αγάπης και στην αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Το ηθικό του κήρυγμα ισότητας και αξιοπρέπειας για κάθε άνθρωπο και κοινωνία υπήρξε και παραμένει αξεπέραστο - όχι λόγω εθνικής προέλευσης αλλά λόγω θείας αποκάλυψης. Οι υποσχέσεις του ευαγγελίου για εν Χριστώ ανάπλαση του πεσμένου ανθρώπου, της κοινωνίας και όλου του κόσμου σε αφθαρσία και κοινωνία αγάπης με τον Θεό Πατέρα ξεπερνούν τις προσδοκίες, τις αναλύσεις και τις συλλήψεις της αρχαίας θρησκείας. Μπροστά σε αυτές τις διακηρύξεις και τις υποσχέσεις η αναβίωση, και δη τεχνητή, της αρχαίας θρησκείας δεν έχει να προσφέρει απολύτως τίποτε στον σημερινό άνθρωπο και την κοινωνία του. Μ
ppapageorgiou@gec.gr
Ο κ. Π. Παπαγεωργίου είναι διδάκτωρ ιστορίας και αρχαιολογίας. Εργάζεται ως καθηγητής Μ.Ε
Νομίζω ότι το άρθρο αυτό λύνει πολλές απορίες περί ''ιουδαιοχριστιανισμού'' και ''jesua''.
Ευχαριστούμε τον κύριο Ιωάννη!
Ευχαριστούμε τον κύριο Ιωάννη!
Ελλάς = φώς
Με όλο τον σεβασμό και την τιμή μου προς τον κ.Π.Παπαγεωργίου θα ήθελα να κάνω κάποιες παρατηρήσεις.
Είναι γεγονός ότι δύο χιλιετηρίδες πίστης σε ένα συγκεκριμένο θρησκευτικό δόγμα συνεπάγεται ρίζωμα μέσα στον άνθρωπο με αποτέλεσμα να περάσει η ουσία του μέσα στο DNA του.Αυτό είναι ακόμη περισσότερο κατανοητό αν δεχτούμε ότι ο άνθρωπος βρίσκεται σε σταδιακή ψυχονοητική πτώση παρά την τεχνολογία που έχει αναπτύξει.Η μεταχριστιανική πορεία του ανθρώπου ως γνωστόν χωρίστηκε σε τρεις τομείς σκέψης.Ο ένας είναι εκείνος της πίστεως ο οποίος προέρχεται και προάγεται από το εκκλησιαστικό πνεύμα,του οποίου αντικειμενικό σύμφέρον είναι η προάσπιση του χριστιανικόύ δόγματος καθ'ότι από αυτό τρέφεται και μέσα σε αυτό δύναται να νοηθεί ως πολιτική,οικονομική,κοινωνική και εξουσιαστική οντότητα.
Ο άλλος τομέας είναι εκείνος του υλικού διαλεκτισμού και του μαρξιστικού μηδενισμού,ο οποίος επιρρεάζει κυρίως τους ερευνητές των κοινωνικών δομών,όπως και την ιστορική πορεία του ανθρώπου μέσα σε αυτές από την άποψη του πολιτικού γίγνεσθαι.Ο τρίτος τομέας είναι εκείνος της επιστήμης,στο βαθμό που εκείνη προάγει τον άνθρωπο στην κατανόηση των αιωνίων ερωτημάτων που τον απασχολούν (κόσμος,θεός,άνθρωπος) μέσα από την επιστημονική μέθοδο της παρατήρησης και των ορισμών,
μέθοδος που συχνά παρερμηνεύθηκε με συνέπεια την απόκλιση από τους εμπνευστές της (Σωκράτης,Αριστοτέλης,Παρμενίδης).Γεγονός είναι ότι η σύχρονη επιστήμη και δή η αστροφυσική,τείνει όλο και περισσότερο προς ένα νοητικό μοντέλο που επιχειρεί να εξηγήσει τον κόσμο,το οποίο πλησιάζει όλο και περισσότερο την ελληνική κοσμοαντίληψη.Μέσα από τις θεωρίες των υπερχορδών-M,των μορφογενετικών πεδίων αντήχησης,των κβαντικών γεφύρων,των διαστάσεων,των διδύμων σωματιδίων και κυρίως του της θεωρίας εκείνης που εξηγεί τον κόσμο μέσα από το μοντέλο του ολογραφικού σύμπαντος συναντούμε σπέρματα ουσιαστικής αναβίωσης τόσο της ελεατικής (και δή Παρμενίδιας) όσο και της πλατωνικής κοσμολογίας σε πρώτο επίπεδο,η οποία φαίνεται να οδηγεί την επιστήμη σε ένα βαθύτερο επίπεδο κατανόησης του κόσμου και του ανθρώπου,μίας επιστήμης που δυνάμει τείνει να εξελιχθεί σε οντολογία.Μέσα σε αυτόν τον κόσμο που φαίνεται να εκκολάπτεται μέσα από τα σπλάχνα του όντος,το πεπερασμένο μοντέλο ενός χριστιανικού και επικούρειου κόσμου φαίνεται να καταρρέει μπροστά στην αισθητή πραγματικότητα η οποία αρχίζει να αποκτά ολοένα και νοητικότερο χαρακτήρα μέσα από την αντίληψη του ανθρώπου να βλέπει τον κόσμο ως αισθητική αντανάκλασση των λειτουργιών του εγκεφάλου του σύμφωνα με τις επιστήμες της βιολογίας και της νευροφυσιολογίας.
Θεωρώ αδύνατον να δώσουμε έναν σαφή και ακριβή ορισμό της ελληνικής θρησκείας,δεδομένου ότι δεν είμαστε εκεί όπου απευθύνεται εκείνη.Δεν μετέχουμε των θείων ουσιών που περιγράφει ο Αριστοτέλης,ούτε και έχουμε δεί τον υπερουράνιο τόπο για τον οποίο μας κάνει λόγο ο Σωκράτης στον πλατωνικό Φαίδρο.Τους τομείς εκείνους όμως πάνω στους οποίους έχουν στηριχτεί οι στοχαστές της μετανεωτερικής εποχής φαίνεται να τους έχουν σκοπίμως αποσιωπήσει.Διότι αφ'ενός στηρίζουν την μεθοδολογία και τον κορμό των θεωριών τους στην ελληνική επιστήμη,αφ'ετέρου το κάνουν αυτό επιλεκτικά και ότι φαίνεται να έρχεται σε αντίφαση μέσα στις ίδιες τις θεωρίες τους το ανάγουν στην σφαίρα του μύθου θεωρώντας τον ίδιο τον μύθο ως μια φανταστική ή έστω λαογραφική κατάσταση του πρωτόγονου ανθρώπου στην προσπάθειά του να ερμηνεύσει τον κόσμο.Του ίδιου ανθρώπου που λίγο αργότερα προσδιόρισε με πάσα ακρίβεια τα αποστήματα του ήλιου και της σελήνης,τις περιόδους μεσουρανήσεων των αστέρων,την δομή του ανθρώπινου οργανισμού και την ακριβή λειτουργία του εγκεφάλου.Για τους σύχρονους ερευνητές λοιπόν το ελληνικώς θρώσκειν -και τούτο είναι επιστήμη- ταυτίζεται σκοπίκως και εντέχνως με τον νεοπαγανισμό και νεοαποκρυφισμό της νέας εποχής υπό την εσκεμμένη προώθηση διαφόρου τύπου οργανώσεων.
Οι ρίζες της ελληνικής θρησκείας δεν χάνονται στα βάθη του χρόνου ούτε ενσαρκώνονται στο πρόσωπο του ανθρώπου των σπηλαίων.Αντίθετα βρίσκουν ιστορική αλλά απροσδιορίστου χρόνου αφετηρία στην Ορφική παράδοση,η οποία αναβίωσε μέσα από την πυθαγόρεια και ελεατική φιλοσοφία και η οποία διασώθηκε μέσα στην φθορά του χρόνου από τον Πλάτωνα και τους νεοπλατωνικούς,φτάνοντας τελικώς ατόφια ως την εποχή του Πρόκλου,του τελευταίου διευθυντή της Ακαδημίας,την οποία έκλεισε με διάγγελμα ως γνωστόν ο Ιουστινιανός.Ο πανσυγκριτισμός υπήρχε από την αρχαϊκή εποχή κι αυτό είναι λογικό δεδομένης της εκτάσεως του τότε γνωστού κόσμου.Η ουσία όμως των θεών παρέμεινε μέσα στις ελληνικές πόλεις-κράτη σε βαθμό να μπορούμε να διακρίνουμε την Αφροδίτη από την Αστάρτη και τον Απόλλωνα από τον Μίθρα.Κι αυτό διότι έχουμε την δυνατότητα να ανατρέξουμε κάθε στιγμή στα Ορφικά και να εντοπίσουμε τα ονόματα των θεών του ελληνικού θρώσκειν.
Παράλληλα υπάρχε και η λαϊκή θρησκεία διαποτισμένη από προσωπικές επιδιώξεις,στίγματα εξουσίας και πληθώρα δεισιδαιμονιών,η οποία ερμηνεύοντας τον Όμηρο και τον Ησίοδο "λαϊκώς" και "κυριολεκτικώς" θόλωνε το τοπίο,κάτι που ενδεχομένως να εξυπηρετούσε -και να εξυπηρετεί- κάποιους.Η λεγόμενη "κάστα των μυημένων" δεν ήταν άλλη από εκείνους οι οποίοι έκαναν την νέκυια του Οδυσσέα μέσα στην ιστορική πορεία του πνεύματος,εκείνους οι οποίοι αναζήτησαν το όν μέσα από την ορφική παράδοση και την φιλοσοφική σκέψη,χρησιμοποιώντας μυθολογικά σύμβολα και συνθέτοντας την σπασμένη εικόνα της μυθολογίας σε κάθε εποχή.Επιχειρώντας να αποτρέψει τους ανθρώπους της εποχής του από τις δεισιδαιμονίες ο Ηράκλειτος υποστήριζε ότι ο Όμηρος θα πρέπει να ραπίζεται από τους αγώνες,όπως και ο Σωκράτης που υποστήριξε στην Πολιτεία ότι η μυθολογία δεν θα πρέπει να διδάσκεται στους νέους πριν ωριμάσει το μυαλό τους,αλλά μετά από την θητεία τους σε φιλοσοφικό βίο.Όσον αφορά την διαφορετική αντίληψη της ελληνικής οντολογίας ως προς την θρησκεία θα μπορούσαμε να παραπέμψουμε τον κάθε αναγνώστη στο περί φύσεως έργο του Παρμενίδη,το οποίο εξηγεί τον κόσμο νοητικά,οντολογικά,ολογραφικά αλλά μέσα από την οδό που του χαράζει η θεά.Άλλωστε ήταν συνηθισμένο το ρητό συν Αθηνά και χείρα κίνει.Οι πολλοί πάντα παρατηρούσαν την φαινομενική εικόνα των πραγμάτων ενώ κάποιοι εστίαζαν στο πώς και το γιατί.Εκεί έγκειται και η διφυής πορεία του ανθρώπου προς τα νοητά ή τα αισθητά όπως και εμφάνιση της λαϊκής θρησκείας ως άσχημο αντίγραφο της όντως ούσης.Αναλόγως και ο ρωμαϊκός πολιτισμός από την εποχή των αλεξανδρινών και μετά,υπήρξε ένα πολιτισμικό αντίγραφο του ελληνικού,το οποίο κατέληξε σε κακέκτυπο.Απόδειξη ότι η Ρωμαίοι δεν είχαν τέχνη,απλώς αναπαρήγαγαν τα ελληνικά έργα τέχνης.Η συγκριτική μελέτη της μέσης στοάς πχ με την ρωμαϊκή στοά όπως και η σχέση των αγαλμάτων αποτελεί απόδειξη.
Η ιστορία του χριστιανισμού βρίσκει αφετηριακό σημείο στις γραφές και δή την παλαιά διαθήκη.Είναι ριζωμένη ως παράδοση μέσα στο ιουδαϊκό έθνος από τον οποίο προήλθε και εν συνεχεία απορρίφθηκε ως συγκριτικό θεολογικό μίασμα για να μεταφερθεί μέσα από διάφορους κύκλους της εποχής στην Ρώμη κι από εκεί για πολιτικούς σκοπούς να ανακυρηχθεί ως επίσημη θρησκεία της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.Ο ίδιος ο ιουδαϊσμός έχει τις ρίζες του στον βαβυλωνιακό και τον αιγυπτιακό πολιτισμό από τους οποίους αποστάτησε και εκδιώχθηκε για να βρεί σώμα στο Ισραήλ μέσα από ένα μανιχαϊστικό και ζωροαστρικό πνεύμα διχασμού του κόσμου σε αγαθές και κακές δυνάμεις ενός αγαθού δημιουργού και ενός σκοτεινού αντί-θεού.
Μέσα από την αποκρυφιστική διάσταση που έλαβε από τα κείμενα του Ενώχ μορφοποιήθηκε και απέκτησε την σημερινή δομή του.Ο διχασμός του κόσμου σε καλό και κακό ήταν άγνωστος για τους Έλληνες.Ο ελληνικός πολιτισμός εξηγούσε την φύση μέσα από φυσικά αίτια και νοητικές αρχές που τείνουν προς την ιδέα του αγαθού από το οποίο προέρχονται.Επομένως κάθετί που αποκλείνει από την ιδέα του αγαθού τείνει να γίνεται φαύλο καθώς δεσμεύεται στην πλάνη των αισθήσεων,της ύλης και των παθών.Ο άνθρωπος για τους έλληνες είχε ως αρχή τον αγώνα προς την αρετή η οποία θα τον οδηγήσει στο πρότυπο του Ηρακλέους και του Διονύσου,οι οποίοι υπέταξαν την Τιτανική τους φύση και ανελίχθηκαν προς την νοητική ουσία των όντως όντων.Απέναντι στην φθορά του γίγνεσθαι και στο μηδέν,οι Έλληνες οριοθέτησαν το αεί ζητούμενο και αεί απορρούμενο πρότυπο του ανθρώπου που τείνει να κατανοήσει το μυστήριο του κόσμου που τον περιβάλλει και να αποχωρήσει εσθλός νικητής από τον κόσμο των φαινομένων,έχοντας γνωρίσει τον εαυτό του και έχοντας αφήσει με την σειρά του το πρότυπο μέσα από το έργο του -το λεγόμενο αριστοτελικό είδος- δηλώνοντας την πορεία της εντελέχειάς του μέσα από την ενδοκοσμική αθανασία του συνόλου -της πολιτείας-.Ο άνθρωπος για τους Έλληνες είναι ο αεί παίς,ο Οδυσσεύς που έπαθε και γνώρισε,που πορεύθηκε και έζησε τον βίο του με μέτρο.Δεν είναι ο χριστιανός που έχει σαν μόνη έγνοια να σώσει την ατομικότητά του μέσα από μεταθανάτιες φαντασιώσεις,ούτε ο δούλος του θεού ο οποίος πράττει για να ανταμειφθεί σε κάποια άλλη ζωή.Η αγάπη του χριστιανού έχει σωτηριολογικό χαρακτήρα και ο κόσμος που τον περιβάλλει αποπνέει ένα προπατορικό αμάρτημα και μία εσχατολογική απειλή.
Η αρετή του έλληνα έχει συνειδησιακό χαρακτήρα και έχει τέλος τουτέστιν κοινό σκοπό -βλ δομή θεάτρων και εκκλησίας του δήμου-.Ο χριστιανός έχει ανάγκη από θαύματα,ο έλλην από σημεία κατά το ρητό του Ηρακλείτου οίο αναφέρει ότι ο άναξ ου το μαντείον εστί το εν δελφοίς ούτε λέγει ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει.Οι Έλληνες έκαναν ανακαλύψεις.Οι χριστιανοί έχουν μόνον Αποκάλυψη.Ουδεμία λοιπόν η σχέση χριστιανικής και ελληνικής κοσμοαντίληψης.Γι'αυτό και οι αντιδράσεις των εναπομείνοντων ελλήνων της τότε εποχής απέναντι στο βάρβαρο δόγμα που βρισκόταν προ των πυλών ως άλλος δούρειος ίππος που υπονόμευε την πόλη,ενός δόγματος που βρήκε αντίκρυσμα στους πενιχρούς της εποχής καθότι δεν θα μπορούσε να αγγίξει κάποιον φιλοσοφημένο άνθρωπο.Μια ανάγνωση του κατά χριστιανών του Κέλσου θα μας βοηθήσει να διεξάγουμε πολλά και σημαντικά συμπεράσματα.Πέρα από αυτά,ο ελληνικός κόσμος διέπεται από ανδρεία η οποία όμως συνοδεύεται από δικαιοσύνη,
ενώ ο χριστιανικός κόσμος διέπεται από ταπείνωση η οποία συνοδεύεται από ατομική σωτηρία.Η οικουμενική και ουμανιστική διάσταση του χριστιανισμού είναι άκρως ύποπτη για τους υποψιασμένους αν και εφόσον ληφθεί ως αντιστάθμισμά της η ελληνική ιδέα του εσθλού η οποία προάγει αντί για την χριστιανική αδελφοσύνη και αγάπη,το έθνός,τον νόμο,την δικαιοσύνη και την τάξη.
Είναι φύση αδύνατον ένας πολιτισμός που χαρτογράφησε μέσα από την μυθολογία του τον ουρανό και που έθεσε τα θεμέλια του παγκόσμιου πολιτισμού και των επιστημών να ήταν τόσο πρωτόγονος ώστε να λατρεύει όρη και θάλασσες.Οι θεοί των Ελλήνων είναι υπερκόσμιοι με εγκόσμιες εκφάνσεις και εκφράσεις.Η συστηματική μελέτη του περί θεών και κόσμου του Σαλλουστίου σε συγκριτική μελέτη με τα έργα του Ηρακλείτου,του Παρμενίδη,του Αριστοτέλη,του Πλάτωνα και άλλων είναι αρκετή ώστε να μας πείσει για του λόγου το αληθές.Η υπερβατικότητα των θεών θεμελιώθηκε μέσα από την ελληνική φιλοσοφία.Η δε χριστιανική θεολογία ουκ ολίγο αντέγραψε και παραποίησε την ελληνική κοσμοαντίληψη.Ο λόγος του κατα Ιωάννην δεν ήτο θεόπνευστος αλλά ...ηρακλειτόπνευστος.Διότι ο Ηράκλειτος προηγείται κάτι αιώνες του Ιωάννη.Και ο λόγος αυτός αναλύθηκε εκτεταμμένος μέσα στα νοητά είδη του Πλάτωνος και τα μαθηματικά όντα του Αριστοτέλους.Σχετικά με το ότι ο κόσμος δεν υπήρχε από πάντα και περί του πώς υπήρχε,ας μας απαντήσει ο Πλάτων μέσω του Τιμαίου:
Λέγωμεν δὴ δι᾽ ἥντινα αἰτίαν γένεσιν καὶ τὸ πᾶν [29e] τόδε ὁ συνιστὰς συνέστησεν. ἀγαθὸς ἦν, ἀγαθῷ δὲ οὐδεὶς περὶ οὐδενὸς οὐδέποτε ἐγγίγνεται φθόνος· τούτου δ᾽ ἐκτὸς ὢν πάντα ὅτι μάλιστα ἐβουλήθη γενέσθαι παραπλήσια ἑαυτῷ. ταύτην δὴ γενέσεως καὶ κόσμου μάλιστ᾽ ἄν τις ἀρχὴν κυριωτάτην [30a] παρ᾽ ἀνδρῶν φρονίμων ἀποδεχόμενος ὀρθότατα ἀποδέχοιτ᾽ ἄν. βουληθεὶς γὰρ ὁ θεὸς ἀγαθὰ μὲν πάντα, φλαῦρον δὲ μηδὲν εἶναι κατὰ δύναμιν, οὕτω δὴ πᾶν ὅσον ἦν ὁρατὸν παραλαβὼν οὐχ ἡσυχίαν ἄγον ἀλλὰ κινούμενον πλημμελῶς καὶ ἀτάκτως, εἰς τάξιν αὐτὸ ἤγαγεν ἐκ τῆς ἀταξίας, ἡγησάμενος ἐκεῖνο τούτου πάντως ἄμεινον. θέμις δ᾽ οὔτ᾽ ἦν οὔτ᾽ ἔστιν τῷ ἀρίστῳ δρᾶν ἄλλο πλὴν τὸ κάλλιστον· [30b] λογισάμενος οὖν ηὕρισκεν ἐκ τῶν κατὰ φύσιν ὁρατῶν οὐδὲν ἀνόητον τοῦ νοῦν ἔχοντος ὅλον ὅλου κάλλιον ἔσεσθαί ποτε ἔργον, νοῦν δ᾽ αὖ χωρὶς ψυχῆς ἀδύνατον παραγενέσθαι τῳ. διὰ δὴ τὸν λογισμὸν τόνδε νοῦν μὲν ἐν ψυχῇ, ψυχὴν δ᾽ ἐν σώματι συνιστὰς τὸ πᾶν συνετεκταίνετο, ὅπως ὅτι κάλλιστον εἴη κατὰ φύσιν ἄριστόν τε ἔργον ἀπειργασμένος. οὕτως οὖν δὴ κατὰ λόγον τὸν εἰκότα δεῖ λέγειν τόνδε τὸν κόσμον ζῷον ἔμψυχον ἔννουν τε τῇ ἀληθείᾳ διὰ τὴν τοῦ θεοῦ [30c] γενέσθαι πρόνοιαν. Πλάτων,Τίμαιος 29Δ
Σχετικά με το ότι
ψυχὴ πᾶσα ἀθάνατος. τὸ γὰρ ἀεικίνητον ἀθάνατον· τὸ δ᾽ ἄλλο κινοῦν καὶ ὑπ᾽ ἄλλου κινούμενον, παῦλαν ἔχον κινήσεως, παῦλαν ἔχει ζωῆς. μόνον δὴ τὸ αὑτὸ κινοῦν, ἅτε οὐκ ἀπολεῖπον ἑαυτό, οὔποτε λήγει κινούμενον, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἄλλοις ὅσα κινεῖται τοῦτο πηγὴ καὶ ἀρχὴ κινήσεως.
[245d] ἀρχὴ δὲ ἀγένητον. ἐξ ἀρχῆς γὰρ ἀνάγκη πᾶν τὸ γιγνόμενον γίγνεσθαι, αὐτὴν δὲ μηδ᾽ ἐξ ἑνός· εἰ γὰρ ἔκ του ἀρχὴ γίγνοιτο, οὐκ ἂν ἔτι ἀρχὴ γίγνοιτο. ἐπειδὴ δὲ ἀγένητόν ἐστιν, καὶ ἀδιάφθορον αὐτὸ ἀνάγκη εἶναι. ἀρχῆς γὰρ δὴ ἀπολομένης οὔτε αὐτή ποτε ἔκ του οὔτε ἄλλο ἐξ ἐκείνης γενήσεται, εἴπερ ἐξ ἀρχῆς δεῖ τὰ πάντα γίγνεσθαι. οὕτω δὴ κινήσεως μὲν ἀρχὴ τὸ αὐτὸ αὑτὸ κινοῦν. τοῦτο δὲ οὔτ᾽ ἀπόλλυσθαι οὔτε γίγνεσθαι δυνατόν, ἢ πάντα τε οὐρανὸν [245e] πᾶσάν τε γῆν εἰς ἓν συμπεσοῦσαν στῆναι καὶ μήποτε αὖθις ἔχειν ὅθεν κινηθέντα γενήσεται. ἀθανάτου δὲ πεφασμένου τοῦ ὑφ᾽ ἑαυτοῦ κινουμένου, ψυχῆς οὐσίαν τε καὶ λόγον τοῦτον αὐτόν τις λέγων οὐκ αἰσχυνεῖται. πᾶν γὰρ σῶμα, ᾧ μὲν ἔξωθεν τὸ κινεῖσθαι, ἄψυχον, ᾧ δὲ ἔνδοθεν αὐτῷ ἐξ αὑτοῦ, ἔμψυχον, ὡς ταύτης οὔσης φύσεως ψυχῆς· εἰ δ᾽ ἔστιν τοῦτο οὕτως ἔχον, μὴ ἄλλο τι εἶναι τὸ αὐτὸ ἑαυτὸ [246a] κινοῦν ἢ ψυχήν, ἐξ ἀνάγκης ἀγένητόν τε καὶ ἀθάνατον ψυχὴ ἂν εἴη.
περὶ μὲν οὖν ἀθανασίας αὐτῆς ἱκανῶς· περὶ δὲ τῆς ἰδέας αὐτῆς ὧδε λεκτέον. οἷον μέν ἐστι, πάντῃ πάντως θείας εἶναι καὶ μακρᾶς διηγήσεως, ᾧ δὲ ἔοικεν, ἀνθρωπίνης τε καὶ ἐλάττονος· ταύτῃ οὖν λέγωμεν. ἐοικέτω δὴ συμφύτῳ δυνάμει ὑποπτέρου ζεύγους τε καὶ ἡνιόχου. θεῶν μὲν οὖν ἵπποι τε καὶ ἡνίοχοι πάντες αὐτοί τε ἀγαθοὶ καὶ ἐξ ἀγαθῶν, [246b] τὸ δὲ τῶν ἄλλων μέμεικται. καὶ πρῶτον μὲν ἡμῶν ὁ ἄρχων συνωρίδος ἡνιοχεῖ, εἶτα τῶν ἵππων ὁ μὲν αὐτῷ καλός τε καὶ ἀγαθὸς καὶ ἐκ τοιούτων, ὁ δ᾽ ἐξ ἐναντίων τε καὶ ἐναντίος· χαλεπὴ δὴ καὶ δύσκολος ἐξ ἀνάγκης ἡ περὶ ἡμᾶς ἡνιόχησις. πῇ δὴ οὖν θνητόν τε καὶ ἀθάνατον ζῷον ἐκλήθη πειρατέον εἰπεῖν. ψυχὴ πᾶσα παντὸς ἐπιμελεῖται τοῦ ἀψύχου, πάντα δὲ οὐρανὸν περιπολεῖ, ἄλλοτ᾽ ἐν ἄλλοις εἴδεσι γιγνομένη. τελέα [246c] μὲν οὖν οὖσα καὶ ἐπτερωμένη μετεωροπορεῖ τε καὶ πάντα τὸν κόσμον διοικεῖ, ἡ δὲ πτερορρυήσασα φέρεται ἕως ἂν στερεοῦ τινος ἀντιλάβηται, οὗ κατοικισθεῖσα, σῶμα γήϊνον λαβοῦσα, αὐτὸ αὑτὸ δοκοῦν κινεῖν διὰ τὴν ἐκείνης δύναμιν, ζῷον τὸ σύμπαν ἐκλήθη, ψυχὴ καὶ σῶμα παγέν, θνητόν τ᾽ ἔσχεν ἐπωνυμίαν· ἀθάνατον δὲ οὐδ᾽ ἐξ ἑνὸς λόγου λελογισμένου, ἀλλὰ πλάττομεν οὔτε ἰδόντες οὔτε ἱκανῶς νοήσαντες [246d] θεόν, ἀθάνατόν τι ζῷον, ἔχον μὲν ψυχήν, ἔχον δὲ σῶμα, τὸν ἀεὶ δὲ χρόνον ταῦτα συμπεφυκότα. ἀλλὰ ταῦτα μὲν δή, ὅπῃ τῷ θεῷ φίλον, ταύτῃ ἐχέτω τε καὶ λεγέσθω· τὴν δὲ αἰτίαν τῆς τῶν πτερῶν ἀποβολῆς, δι᾽ ἣν ψυχῆς ἀπορρεῖ, λάβωμεν. ἔστι δέ τις τοιάδε.
πέφυκεν ἡ πτεροῦ δύναμις τὸ ἐμβριθὲς ἄγειν ἄνω μετεωρίζουσα ᾗ τὸ τῶν θεῶν γένος οἰκεῖ, κεκοινώνηκε δέ πῃ μάλιστα τῶν περὶ τὸ σῶμα τοῦ θείου [ψυχή], τὸ δὲ θεῖον [246e] καλόν, σοφόν, ἀγαθόν, καὶ πᾶν ὅτι τοιοῦτον· τούτοις δὴ τρέφεταί τε καὶ αὔξεται μάλιστά γε τὸ τῆς ψυχῆς πτέρωμα, αἰσχρῷ δὲ καὶ κακῷ καὶ τοῖς ἐναντίοις φθίνει τε καὶ διόλλυται. ὁ μὲν δὴ μέγας ἡγεμὼν ἐν οὐρανῷ Ζεύς, ἐλαύνων πτηνὸν ἅρμα, πρῶτος πορεύεται, διακοσμῶν πάντα καὶ ἐπιμελούμενος· τῷ δ᾽ ἕπεται στρατιὰ θεῶν τε καὶ δαιμόνων, [247a] κατὰ ἕνδεκα μέρη κεκοσμημένη. μένει γὰρ Ἑστία ἐν θεῶν οἴκῳ μόνη· τῶν δὲ ἄλλων ὅσοι ἐν τῷ τῶν δώδεκα ἀριθμῷ τεταγμένοι θεοὶ ἄρχοντες ἡγοῦνται κατὰ τάξιν ἣν ἕκαστος ἐτάχθη. πολλαὶ μὲν οὖν καὶ μακάριαι θέαι τε καὶ διέξοδοι ἐντὸς οὐρανοῦ, ἃς θεῶν γένος εὐδαιμόνων ἐπιστρέφεται πράττων ἕκαστος αὐτῶν τὸ αὑτοῦ, ἕπεται δὲ ὁ ἀεὶ ἐθέλων τε καὶ δυνάμενος· φθόνος γὰρ ἔξω θείου χοροῦ ἵσταται. ὅταν δὲ δὴ πρὸς δαῖτα καὶ ἐπὶ θοίνην ἴωσιν, ἄκραν ἐπὶ τὴν [247b] ὑπουράνιον ἁψῖδα πορεύονται πρὸς ἄναντες, ᾗ δὴ τὰ μὲν θεῶν ὀχήματα ἰσορρόπως εὐήνια ὄντα ῥᾳδίως πορεύεται, τὰ δὲ ἄλλα μόγις· βρίθει γὰρ ὁ τῆς κάκης ἵππος μετέχων, ἐπὶ τὴν γῆν ῥέπων τε καὶ βαρύνων ᾧ μὴ καλῶς ἦν τεθραμμένος τῶν ἡνιόχων. ἔνθα δὴ πόνος τε καὶ ἀγὼν ἔσχατος ψυχῇ πρόκειται. αἱ μὲν γὰρ ἀθάνατοι καλούμεναι, ἡνίκ᾽ ἂν πρὸς ἄκρῳ γένωνται, ἔξω πορευθεῖσαι ἔστησαν ἐπὶ τῷ τοῦ οὐρανοῦ [247c] νώτῳ, στάσας δὲ αὐτὰς περιάγει ἡ περιφορά, αἱ δὲ θεωροῦσι τὰ ἔξω τοῦ οὐρανοῦ.
τὸν δὲ ὑπερουράνιον τόπον οὔτε τις ὕμνησέ πω τῶν τῇδε ποιητὴς οὔτε ποτὲ ὑμνήσει κατ᾽ ἀξίαν. ἔχει δὲ ὧδε--τολμητέον γὰρ οὖν τό γε ἀληθὲς εἰπεῖν, ἄλλως τε καὶ περὶ ἀληθείας λέγοντα--ἡ γὰρ ἀχρώματός τε καὶ ἀσχημάτιστος καὶ ἀναφὴς οὐσία ὄντως οὖσα, ψυχῆς κυβερνήτῃ μόνῳ θεατὴ νῷ, περὶ ἣν τὸ τῆς ἀληθοῦς ἐπιστήμης γένος, τοῦτον ἔχει [247d] τὸν τόπον. ἅτ᾽ οὖν θεοῦ διάνοια νῷ τε καὶ ἐπιστήμῃ ἀκηράτῳ τρεφομένη, καὶ ἁπάσης ψυχῆς ὅσῃ ἂν μέλῃ τὸ προσῆκον δέξασθαι, ἰδοῦσα διὰ χρόνου τὸ ὂν ἀγαπᾷ τε καὶ θεωροῦσα τἀληθῆ τρέφεται καὶ εὐπαθεῖ, ἕως ἂν κύκλῳ ἡ περιφορὰ εἰς ταὐτὸν περιενέγκῃ. ἐν δὲ τῇ περιόδῳ καθορᾷ μὲν αὐτὴν δικαιοσύνην, καθορᾷ δὲ σωφροσύνην, καθορᾷ δὲ ἐπιστήμην, οὐχ ᾗ γένεσις πρόσεστιν, οὐδ᾽ ἥ ἐστίν που ἑτέρα [247e] ἐν ἑτέρῳ οὖσα ὧν ἡμεῖς νῦν ὄντων καλοῦμεν, ἀλλὰ τὴν ἐν τῷ ὅ ἐστιν ὂν ὄντως ἐπιστήμην οὖσαν· καὶ τἆλλα ὡσαύτως τὰ ὄντα ὄντως θεασαμένη καὶ ἑστιαθεῖσα, δῦσα πάλιν εἰς τὸ εἴσω τοῦ οὐρανοῦ, οἴκαδε ἦλθεν. ἐλθούσης δὲ αὐτῆς ὁ ἡνίοχος πρὸς τὴν φάτνην τοὺς ἵππους στήσας παρέβαλεν ἀμβροσίαν τε καὶ ἐπ᾽ αὐτῇ νέκταρ ἐπότισεν.
[248a] καὶ οὗτος μὲν θεῶν βίος· αἱ δὲ ἄλλαι ψυχαί, ἡ μὲν ἄριστα θεῷ ἑπομένη καὶ εἰκασμένη ὑπερῆρεν εἰς τὸν ἔξω τόπον τὴν τοῦ ἡνιόχου κεφαλήν, καὶ συμπεριηνέχθη τὴν περιφοράν, θορυβουμένη ὑπὸ τῶν ἵππων καὶ μόγις καθορῶσα τὰ ὄντα· ἡ δὲ τοτὲ μὲν ἦρεν, τοτὲ δ᾽ ἔδυ, βιαζομένων δὲ τῶν ἵππων τὰ μὲν εἶδεν, τὰ δ᾽ οὔ. αἱ δὲ δὴ ἄλλαι γλιχόμεναι μὲν ἅπασαι τοῦ ἄνω ἕπονται, ἀδυνατοῦσαι δέ, ὑποβρύχιαι συμπεριφέρονται, πατοῦσαι ἀλλήλας καὶ ἐπιβάλλουσαι, ἑτέρα [248b] πρὸ τῆς ἑτέρας πειρωμένη γενέσθαι. θόρυβος οὖν καὶ ἅμιλλα καὶ ἱδρὼς ἔσχατος γίγνεται, οὗ δὴ κακίᾳ ἡνιόχων πολλαὶ μὲν χωλεύονται, πολλαὶ δὲ πολλὰ πτερὰ θραύονται· Πλάτων,Φαίδρος 245Γ
Όλη η ελληνική φιλοσοφία δεν έχει άλλο σκοπό από το να ερμηνεύσει το φαινόμενο άνθρωπος μέσα από την περί ψυχής και περί όντος προσέγγιση,έτσι ώστε να κάνει τον άνθρωπο ενεργό δρώντα που τείνει προς την ενατένιση των όντως όντων.Η αναζήτηση της ψυχής μέσα από την ελληνική φιλοσοφία είναι ταξίδι προς την νοητή Ιθάκη του ανθρώπου.Δεν δύναται να περιοριστεί μέσα σε μια εσχατολογία.
Η ελληνική θρησκεία είναι νοητική καθώς εκκπορεύεται από τους νοητικούς θεούς και φτάνει σε εμάς μέσω των κρείττονων γενών.Η σχέση ενός και πολλών της ελληνικής κοσμοαντίληψης περιγράφει ακριβώς αυτή τη διάσταση του ελληνικού θρώσκειν.
Στο σημείο αυτό έγκειται η διάσταση της λαϊκής θρησκείας από την όντως ούσα.Στο γεγονός ότι η πρώτη περιορίζεται σε αντιγραφές κακεκτύπων παλαιοτέρων τελετουργικών ενώ η πρώτη εστιάζει στην ουσία των όντων.Η ελληνική θρησκεία περιγράφει συμβολικές καταστάσεις των όντων μέσα από τους μύθους ώστε να δώσει νοητική τροφή -νέκταρ και αμβροσία- στον εγκέφαλο να αναπτυχθεί και να συνθέσει ένα μυθολογικό νοοτόπιο.Η χριστιανική θρησκεία αντίθετα έχει ως σκοπό να περιορίσει την νοητική ανάπτυξη των ψυχών (μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι) παρακινόντας τους πιστούς της να λάβουν κάθε αλληγορία που ενδεχομένως χρησιμοποιεί στα μυστήριά της ως ιστορικά γεγονότα και καθ'αυτές πραγματικότητες.
Η ελληνική θρησκεία ομιλεί περί της οντογενέσεως και της ψυχογονίας χρησιμοποιώντας τους μύθους ως σύμβολα που περιγράφουν καταστάσεις και λειτουργίες των όντων μέσα από το γίγνεσθαι.Έχει ως βασική πηγή τα Ορφικά αλλά αναλύεται και γίνεται κατανοητή στον μέσο άνθρωπο μέσα από τα κείμενα της ελληνικής φιλοσοφίας,προάγωντας τις τέχνες,την φιλοσοφία ,την επιστήμη και τον πολιτισμό καθ'όσον ο άνθρωπος μετέχει του όντος κατά την ειδητική του ουσία μορφοποιώντας το γίγνεσθαι.Η χριστιανική θρησκεία παραμένει στο σκότος της άρνησης των καθοδευόντων δεσμωτών εν σπηλαίω και οραματίζεται ιεραρχίες και εσχατολογικές κρίσεις εκλεκτών με προπάτορες του πατέρες της παλαιάς διαθήκης.
Η ελληνική θρησκεία έχει ως αφετηρία τους Αργοναύτες και ως πρότυπο τους φιλόσοφους ενώ η χριστιανική θρησκεία έχει ως αφετηρία τους πατριάρχες του ιουδαϊκού έθνους και ως πρότυπο τους σκινωμένους αγίους της άρνησης,της παραίτησης,της αμάθειας και της ταπείνωσης.
Η ελληνική φιλοσοφία και δή η πλατωνική έχει ως σκοπό την νοητική ανύψωση του ανθρώπου ενώ η ορθόδοξη δογματική έχει ως σκοπό την ταπείνωσή του.Η ατραπός των ψυχών όμως είναι δύσκολος γι'αυτό και κατακριτέος.Για τους πολλούς υπάρχει η καθησύχαση της πνευματικής τους οκνηρίας και της οντολογικής τους λήθης μέσω συναξαρίων και εγκωμίων.Για τους λίγους υπάρχει η αναζήτηση του όντος και του εαυτού τους μέσα από το φώς της γνώσης.Ας μην ξεχνάμε δε ότι κατά τον Σωκράτη αλήθεια εστί η θεία άλη,τουτέστιν ταχεία περιπλάνηση.Το ελληνικό θρώσκειν δεν χρειάζεται υπεράσπιση διότι περιγράφει μία κατάσταση των όντων η οποία είναι αμετάβλητη καθώς απέχει της μεθέξεως του γίγνεσθαι και η μετάβαση που γνωρίζει είναι μεταξύ προόδου και επιστροφής των όντων.Όπως λέγει και ο Πλάτων στον Τίμαιο:
Ἐπεὶ δὲ κατὰ νοῦν τῷ συνιστάντι πᾶσα ἡ τῆς ψυχῆς σύστασις ἐγεγένητο, μετὰ τοῦτο πᾶν τὸ σωματοειδὲς ἐντὸς [36e] αὐτῆς ἐτεκταίνετο καὶ μέσον μέσῃ συναγαγὼν προσήρμοττεν· ἡ δ᾽ ἐκ μέσου πρὸς τὸν ἔσχατον οὐρανὸν πάντῃ διαπλακεῖσα κύκλῳ τε αὐτὸν ἔξωθεν περικαλύψασα, αὐτὴ ἐν αὑτῇ στρεφομένη, θείαν ἀρχὴν ἤρξατο ἀπαύστου καὶ ἔμφρονος βίου πρὸς τὸν σύμπαντα χρόνον. καὶ τὸ μὲν δὴ σῶμα ὁρατὸν οὐρανοῦ γέγονεν, αὐτὴ δὲ ἀόρατος μέν, λογισμοῦ δὲ μετέχουσα καὶ [37a] ἁρμονίας ψυχή, τῶν νοητῶν ἀεί τε ὄντων ὑπὸ τοῦ ἀρίστου ἀρίστη γενομένη τῶν γεννηθέντων. ἅτε οὖν ἐκ τῆς ταὐτοῦ καὶ τῆς θατέρου φύσεως ἔκ τε οὐσίας τριῶν τούτων συγκραθεῖσα μοιρῶν, καὶ ἀνὰ λόγον μερισθεῖσα καὶ συνδεθεῖσα, αὐτή τε ἀνακυκλουμένη πρὸς αὑτήν, ὅταν οὐσίαν σκεδαστὴν ἔχοντός τινος ἐφάπτηται καὶ ὅταν ἀμέριστον, λέγει κινουμένη διὰ πάσης ἑαυτῆς ὅτῳ τ᾽ ἄν τι ταὐτὸν ᾖ καὶ ὅτου ἂν [37b] ἕτερον, πρὸς ὅτι τε μάλιστα καὶ ὅπῃ καὶ ὅπως καὶ ὁπότε συμβαίνει κατὰ τὰ γιγνόμενά τε πρὸς ἕκαστον ἕκαστα εἶναι καὶ πάσχειν καὶ πρὸς τὰ κατὰ ταὐτὰ ἔχοντα ἀεί. λόγος δὲ ὁ κατὰ ταὐτὸν ἀληθὴς γιγνόμενος περί τε θάτερον ὂν καὶ περὶ τὸ ταὐτόν, ἐν τῷ κινουμένῳ ὑφ᾽ αὑτοῦ φερόμενος ἄνευ φθόγγου καὶ ἠχῆς, ὅταν μὲν περὶ τὸ αἰσθητὸν γίγνηται καὶ ὁ τοῦ θατέρου κύκλος ὀρθὸς ἰὼν εἰς πᾶσαν αὐτοῦ τὴν ψυχὴν διαγγείλῃ, δόξαι καὶ πίστεις γίγνονται βέβαιοι καὶ ἀληθεῖς, [37c] ὅταν δὲ αὖ περὶ τὸ λογιστικὸν ᾖ καὶ ὁ τοῦ ταὐτοῦ κύκλος εὔτροχος ὢν αὐτὰ μηνύσῃ, νοῦς ἐπιστήμη τε ἐξ ἀνάγκης ἀποτελεῖται· τούτω δὲ ἐν ᾧ τῶν ὄντων ἐγγίγνεσθον, ἄν ποτέ τις αὐτὸ ἄλλο πλὴν ψυχὴν εἴπῃ, πᾶν μᾶλλον ἢ τἀληθὲς ἐρεῖ. Πλάτων,Τίμαιος 36Δ
Το παγκόσμιο φαινόμενο του νεοπαγανισμού, μας φέρνει αντιμέτωπους με τη σύγχρονη τάση αποχριστιανισμού του κόσμου και ταυτόχρονα, μιλώντας για την ελληνική έκφανσή του, με την αρχαία θρησκεία των προγόνων μας. Ύστερα από την ορθολογιστική μεταχριστιανική πορεία του 20ού αιώνα, φαίνεται τώρα πως βαδίζουμε σε μια προχριστιανική εποχή ανορθολογισμού. Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να δώσουμε μια πολύ γενική περιγραφή της αρχαίας ελληνικής θρησκείας από την οποία μας χωρίζουν περίπου 1500 χρόνια -από τότε περίπου που επίσημα καταργήθηκε και έπεσε σε αφάνεια-, να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε με τις πενιχρές μας γνώσεις το κοσμοείδωλο που αντιπροσώπευε, και να αναφερθούμε σύντομα στις προσπάθειες αναβίωσής της.
Είναι γεγονός ότι δύο χιλιετηρίδες πίστης σε ένα συγκεκριμένο θρησκευτικό δόγμα συνεπάγεται ρίζωμα μέσα στον άνθρωπο με αποτέλεσμα να περάσει η ουσία του μέσα στο DNA του.Αυτό είναι ακόμη περισσότερο κατανοητό αν δεχτούμε ότι ο άνθρωπος βρίσκεται σε σταδιακή ψυχονοητική πτώση παρά την τεχνολογία που έχει αναπτύξει.Η μεταχριστιανική πορεία του ανθρώπου ως γνωστόν χωρίστηκε σε τρεις τομείς σκέψης.Ο ένας είναι εκείνος της πίστεως ο οποίος προέρχεται και προάγεται από το εκκλησιαστικό πνεύμα,του οποίου αντικειμενικό σύμφέρον είναι η προάσπιση του χριστιανικόύ δόγματος καθ'ότι από αυτό τρέφεται και μέσα σε αυτό δύναται να νοηθεί ως πολιτική,οικονομική,κοινωνική και εξουσιαστική οντότητα.
Ο άλλος τομέας είναι εκείνος του υλικού διαλεκτισμού και του μαρξιστικού μηδενισμού,ο οποίος επιρρεάζει κυρίως τους ερευνητές των κοινωνικών δομών,όπως και την ιστορική πορεία του ανθρώπου μέσα σε αυτές από την άποψη του πολιτικού γίγνεσθαι.Ο τρίτος τομέας είναι εκείνος της επιστήμης,στο βαθμό που εκείνη προάγει τον άνθρωπο στην κατανόηση των αιωνίων ερωτημάτων που τον απασχολούν (κόσμος,θεός,άνθρωπος) μέσα από την επιστημονική μέθοδο της παρατήρησης και των ορισμών,
μέθοδος που συχνά παρερμηνεύθηκε με συνέπεια την απόκλιση από τους εμπνευστές της (Σωκράτης,Αριστοτέλης,Παρμενίδης).Γεγονός είναι ότι η σύχρονη επιστήμη και δή η αστροφυσική,τείνει όλο και περισσότερο προς ένα νοητικό μοντέλο που επιχειρεί να εξηγήσει τον κόσμο,το οποίο πλησιάζει όλο και περισσότερο την ελληνική κοσμοαντίληψη.Μέσα από τις θεωρίες των υπερχορδών-M,των μορφογενετικών πεδίων αντήχησης,των κβαντικών γεφύρων,των διαστάσεων,των διδύμων σωματιδίων και κυρίως του της θεωρίας εκείνης που εξηγεί τον κόσμο μέσα από το μοντέλο του ολογραφικού σύμπαντος συναντούμε σπέρματα ουσιαστικής αναβίωσης τόσο της ελεατικής (και δή Παρμενίδιας) όσο και της πλατωνικής κοσμολογίας σε πρώτο επίπεδο,η οποία φαίνεται να οδηγεί την επιστήμη σε ένα βαθύτερο επίπεδο κατανόησης του κόσμου και του ανθρώπου,μίας επιστήμης που δυνάμει τείνει να εξελιχθεί σε οντολογία.Μέσα σε αυτόν τον κόσμο που φαίνεται να εκκολάπτεται μέσα από τα σπλάχνα του όντος,το πεπερασμένο μοντέλο ενός χριστιανικού και επικούρειου κόσμου φαίνεται να καταρρέει μπροστά στην αισθητή πραγματικότητα η οποία αρχίζει να αποκτά ολοένα και νοητικότερο χαρακτήρα μέσα από την αντίληψη του ανθρώπου να βλέπει τον κόσμο ως αισθητική αντανάκλασση των λειτουργιών του εγκεφάλου του σύμφωνα με τις επιστήμες της βιολογίας και της νευροφυσιολογίας.
Θεωρώ αδύνατον να δώσουμε έναν σαφή και ακριβή ορισμό της ελληνικής θρησκείας,δεδομένου ότι δεν είμαστε εκεί όπου απευθύνεται εκείνη.Δεν μετέχουμε των θείων ουσιών που περιγράφει ο Αριστοτέλης,ούτε και έχουμε δεί τον υπερουράνιο τόπο για τον οποίο μας κάνει λόγο ο Σωκράτης στον πλατωνικό Φαίδρο.Τους τομείς εκείνους όμως πάνω στους οποίους έχουν στηριχτεί οι στοχαστές της μετανεωτερικής εποχής φαίνεται να τους έχουν σκοπίμως αποσιωπήσει.Διότι αφ'ενός στηρίζουν την μεθοδολογία και τον κορμό των θεωριών τους στην ελληνική επιστήμη,αφ'ετέρου το κάνουν αυτό επιλεκτικά και ότι φαίνεται να έρχεται σε αντίφαση μέσα στις ίδιες τις θεωρίες τους το ανάγουν στην σφαίρα του μύθου θεωρώντας τον ίδιο τον μύθο ως μια φανταστική ή έστω λαογραφική κατάσταση του πρωτόγονου ανθρώπου στην προσπάθειά του να ερμηνεύσει τον κόσμο.Του ίδιου ανθρώπου που λίγο αργότερα προσδιόρισε με πάσα ακρίβεια τα αποστήματα του ήλιου και της σελήνης,τις περιόδους μεσουρανήσεων των αστέρων,την δομή του ανθρώπινου οργανισμού και την ακριβή λειτουργία του εγκεφάλου.Για τους σύχρονους ερευνητές λοιπόν το ελληνικώς θρώσκειν -και τούτο είναι επιστήμη- ταυτίζεται σκοπίκως και εντέχνως με τον νεοπαγανισμό και νεοαποκρυφισμό της νέας εποχής υπό την εσκεμμένη προώθηση διαφόρου τύπου οργανώσεων.
1. Σύντομη ιστορική αναδρομή[1]
Από τους προϊστορικούς χρόνους ως την κλασική εποχή
Η αρχαία ελληνική θρησκεία χάνεται μέσα στην προϊστορία. Οι λίγες γνώσεις μας συνολικά για τη χωρίς γραφή αυτή εποχή βασίζονται στις αρχαιολογικές ανασκαφές, δηλαδή στα υλικά κατάλοιπα της ανθρώπινης δραστηριότητας. Από το 1400 π.Χ. διαθέτουμε πλέον στοιχειώδη γραπτά κείμενα -της Γραμμικής Β-, όπου ονοματίζονται για πρώτη φορά σπουδαίοι αρχαιοελληνικοί θεοί. Τα πρώτα λογοτεχνικά-μυθολογικά κείμενα, καθοριστικά για τη γνώση της αρχαίας θρησκείας, τοποθετούνται χρονικά αρκετά αργότερα. Πρόκειται για τα έπη του Ομήρου και του Ησιόδου, που ανήκουν στον 8ο αιώνα π.Χ. Οι ποιητές ανέλαβαν για πρώτη φορά να οργανώσουν τον κόσμο των άπειρων τοπικών και διαφορετικών θεοτήτων σε ένα ορθολογικό σύνολο, που έχει στην κορυφή του το δωδεκάθεο των Ολύμπιων θεών. Ωστόσο το ορθολογικό σύνολο ήταν μόνο η επιφάνεια: η λατρεία πολλών θεών και πολλών εκφάνσεών τους συνέχισε τοπικά διαφοροποιημένη πέρα από τη μυθολογική τους ενοποιημένη εμφάνιση. Ήδη από την αρχαϊκή εποχή και ιδιαίτερα μέσα στους κλασικούς αιώνες, τον 5ο και 4ο αι. π.Χ., παράλληλα με τη λαϊκή θρησκευτικότητα αναπτύσσεται σε μεγάλο βαθμό η πολιτική έκφανση της θρησκείας. Οι πόλεις-κράτη αφιερώνουν περίλαμπρους ναούς, διοργανώνουν επίσημες και τυπικές θρησκευτικές εορταστικές εκδηλώσεις και αφιερώνουν δαπανηρά και επιβλητικά πολιτικά αναθήματα, συχνά σε πανελλήνια ιερά, για να προβάλλουν έτσι το μεγαλείο τους[2]. Παράλληλα σε ένα άλλο επίπεδο, προσωπικό, εμφανίζονται και λειτουργούν οι μυστηριακές λατρείες, ανοικτές μόνο για τον κύκλο των μυημένων, οι οποίες πιθανολογείται -ακριβώς επειδή λίγα γνωρίζουμε γι'; αυτές- ότι άγγιζαν ζητήματα όπως τη μεταθανάτια μακαριότητα, χωρίς όμως να την υπόσχονται: πρόκειται για τις λατρείες της Δήμητρας και Κόρης (Ελευσίνια μυστήρια), του Διονύσου και της Μητέρας των θεών[3].
Ελληνιστικοί χρόνοι και ρωμαιοκρατία
Με την ελληνιστική εποχή, μετά τις κατακτήσεις του Αλεξάνδρου, η στενότερη συνύπαρξη Ελλήνων και Ασιατών, επέφερε διάδοση των λατρειών τους εκατέρωθεν και θρησκευτικό συγκρητισμό, που αποδεικνύει ταυτόχρονα τον ανοικτό χαρακτήρα και την αφομοιωτική δύναμη της αρχαίας θρησκείας. Η αμφισβήτηση των ειδώλων -ιδιαίτερα από τους Κυνικούς-, η κριτική της μυθολογίας και η συζήτηση περί της συμβολικής σημασίας της, που είχε ξεκινήσει ήδη στους κλασικούς χρόνους από τους ανθρώπους της διανόησης, γίνεται τώρα εντονότερη. Οι θεοί των φιλοσόφων ήταν σαφώς διαφορετικοί από εκείνους των απλών ανθρώπων. Αυτοί προσέγγιζαν το θείον μέσω της γνώσης και της σοφίας και έφτασαν πραγματικά σε σημαντικές διανοητικές συλλήψεις. Τόσο οι φιλοσοφικές αντιλήψεις κλασικών φιλοσόφων (η ιδέα του αγαθού του Πλάτωνα, το πρώτον κινούν του Αριστοτέλη) όσο και η ταύτιση και συγχώνευση διαφορετικών θεοτήτων κατά την ελληνιστική περίοδο οδήγησαν σε αρκετές περιπτώσεις στην ιδέα περί ενός θεού, του οποίου όλοι οι άλλοι ελάσσονες θεοί θεωρούνταν απλώς εκφάνσεις[4]. Στον τομέα της επίσημης θρησκείας το καινούριο στοιχείο είναι η αποθέωση των ηγεμόνων, που ξεκίνησε λίγο πριν τις αρχές της ελληνιστικής εποχής με τους μεγάλους Μακεδόνες βασιλείς, τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο, για να βρει στη συνέχεια μιμητές στους ελληνιστικούς ηγεμόνες και τους Ρωμαίους αυτοκράτορες. Φαινόμενο που χρήζει ιδιαίτερης αναφοράς είναι η μεγάλη διάδοση μυστηριακών θρησκειών ανατολικής προέλευσης μέσα στο ιστορικό πλαίσιο του ελληνιστικού και ιδιαίτερα του ρωμαϊκού κόσμου, όπως του Μίθρα, της Ίσιδος, της Κυβέλης κ.ά., λατρειών όμως που ήταν ενταγμένες αρμονικά στο συνολικό πλαίσιο της αρχαίας θρησκείας[5].
Οι ρίζες της ελληνικής θρησκείας δεν χάνονται στα βάθη του χρόνου ούτε ενσαρκώνονται στο πρόσωπο του ανθρώπου των σπηλαίων.Αντίθετα βρίσκουν ιστορική αλλά απροσδιορίστου χρόνου αφετηρία στην Ορφική παράδοση,η οποία αναβίωσε μέσα από την πυθαγόρεια και ελεατική φιλοσοφία και η οποία διασώθηκε μέσα στην φθορά του χρόνου από τον Πλάτωνα και τους νεοπλατωνικούς,φτάνοντας τελικώς ατόφια ως την εποχή του Πρόκλου,του τελευταίου διευθυντή της Ακαδημίας,την οποία έκλεισε με διάγγελμα ως γνωστόν ο Ιουστινιανός.Ο πανσυγκριτισμός υπήρχε από την αρχαϊκή εποχή κι αυτό είναι λογικό δεδομένης της εκτάσεως του τότε γνωστού κόσμου.Η ουσία όμως των θεών παρέμεινε μέσα στις ελληνικές πόλεις-κράτη σε βαθμό να μπορούμε να διακρίνουμε την Αφροδίτη από την Αστάρτη και τον Απόλλωνα από τον Μίθρα.Κι αυτό διότι έχουμε την δυνατότητα να ανατρέξουμε κάθε στιγμή στα Ορφικά και να εντοπίσουμε τα ονόματα των θεών του ελληνικού θρώσκειν.
Παράλληλα υπάρχε και η λαϊκή θρησκεία διαποτισμένη από προσωπικές επιδιώξεις,στίγματα εξουσίας και πληθώρα δεισιδαιμονιών,η οποία ερμηνεύοντας τον Όμηρο και τον Ησίοδο "λαϊκώς" και "κυριολεκτικώς" θόλωνε το τοπίο,κάτι που ενδεχομένως να εξυπηρετούσε -και να εξυπηρετεί- κάποιους.Η λεγόμενη "κάστα των μυημένων" δεν ήταν άλλη από εκείνους οι οποίοι έκαναν την νέκυια του Οδυσσέα μέσα στην ιστορική πορεία του πνεύματος,εκείνους οι οποίοι αναζήτησαν το όν μέσα από την ορφική παράδοση και την φιλοσοφική σκέψη,χρησιμοποιώντας μυθολογικά σύμβολα και συνθέτοντας την σπασμένη εικόνα της μυθολογίας σε κάθε εποχή.Επιχειρώντας να αποτρέψει τους ανθρώπους της εποχής του από τις δεισιδαιμονίες ο Ηράκλειτος υποστήριζε ότι ο Όμηρος θα πρέπει να ραπίζεται από τους αγώνες,όπως και ο Σωκράτης που υποστήριξε στην Πολιτεία ότι η μυθολογία δεν θα πρέπει να διδάσκεται στους νέους πριν ωριμάσει το μυαλό τους,αλλά μετά από την θητεία τους σε φιλοσοφικό βίο.Όσον αφορά την διαφορετική αντίληψη της ελληνικής οντολογίας ως προς την θρησκεία θα μπορούσαμε να παραπέμψουμε τον κάθε αναγνώστη στο περί φύσεως έργο του Παρμενίδη,το οποίο εξηγεί τον κόσμο νοητικά,οντολογικά,ολογραφικά αλλά μέσα από την οδό που του χαράζει η θεά.Άλλωστε ήταν συνηθισμένο το ρητό συν Αθηνά και χείρα κίνει.Οι πολλοί πάντα παρατηρούσαν την φαινομενική εικόνα των πραγμάτων ενώ κάποιοι εστίαζαν στο πώς και το γιατί.Εκεί έγκειται και η διφυής πορεία του ανθρώπου προς τα νοητά ή τα αισθητά όπως και εμφάνιση της λαϊκής θρησκείας ως άσχημο αντίγραφο της όντως ούσης.Αναλόγως και ο ρωμαϊκός πολιτισμός από την εποχή των αλεξανδρινών και μετά,υπήρξε ένα πολιτισμικό αντίγραφο του ελληνικού,το οποίο κατέληξε σε κακέκτυπο.Απόδειξη ότι η Ρωμαίοι δεν είχαν τέχνη,απλώς αναπαρήγαγαν τα ελληνικά έργα τέχνης.Η συγκριτική μελέτη της μέσης στοάς πχ με την ρωμαϊκή στοά όπως και η σχέση των αγαλμάτων αποτελεί απόδειξη.
Η εμφάνιση του χριστιανισμού και η σύγκρουση με την εθνική θρησκεία
Τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες σημειώνει βαθμιαία αύξηση έναντι της εθνικής θρησκείας ο ιουδαϊκής προέλευσης χριστιανισμός, πίστη με απόλυτες αξιώσεις αποκλειστικότητας. Ο χριστιανισμός διώκεται κατά διαστήματα από τη ρωμαϊκή εξουσία λόγω της αποκλειστικότητάς του, κυρίωςλόγω της άρνησης της λατρείας του ηγεμόνα, που φαινόταν να κλονίζει τα θεμέλια του κράτους και της κοινωνίας. Ήδη από τον δεύτερο αιώνα μαρτυρούνται πολεμικές εθνικών διανοητών, όπως ο Κέλσος ή αργότερα ο Πορφύριος, εναντίον της χριστιανικής πίστης, την υπεράσπιση της οποίας αναλαμβάνουν χριστιανοί πατέρες[6]. Οι διάφορες αντιξοότητες δεν ανακόπτουν ωστόσο την πρόοδο της νέας πίστης. Για πλειάδα λόγων στις αρχές του 4ου αιώνα ο Μέγας Κων/νος θέτει τέρμα στους διωγμούς και επιβάλλει ανεξιθρησκία. Η ευνοϊκή απέναντι στον χριστιανισμό στάση της εξουσίας φτάνει μέχρι τα τέλη του ίδιου αιώνα, επί Μεγάλου Θεοδοσίου, να πάρει τη μορφή δίωξης και επίσημης απαγόρευσης της αρχαίας θρησκείας. Οι αρχαίοι θεοί κατηγοριοποιούνται ως δαίμονες, οι αρχαίοι ναοί καταστρέφονται, αφήνονται να ερημώσουν ή μετατρέπονται σε χριστιανικούς.[7] Ωστόσο η αρχαία θρησκεία επιβιώνει κατά τόπους λιγότερο ή περισσότερο τουλάχιστον μέχρι τον 6ο αι. μ.Χ.[8] Ορισμένοι σοβαροί βυζαντινολόγοι υποθέτουν ότι υπήρχαν σχετικές δυνατότητες για επιβίωση της αρχαίας θρησκείας για πολύ περισσότερο χρόνο, έτσι ώστε να μπορέσουν να ερμηνεύσουν πώς ξαφνικά η εθνική θρησκεία βρίσκει επιφανή θεωρητικό εκφραστή στο πρόσωπο του φιλοσόφου Γεώργιου Γεμιστού Πλήθωνα και στον περί αυτόν κύκλο στο Μυστρά, στα τέλη του 14ου και στις αρχές του 15ου αι. [9]
Η ιστορία του χριστιανισμού βρίσκει αφετηριακό σημείο στις γραφές και δή την παλαιά διαθήκη.Είναι ριζωμένη ως παράδοση μέσα στο ιουδαϊκό έθνος από τον οποίο προήλθε και εν συνεχεία απορρίφθηκε ως συγκριτικό θεολογικό μίασμα για να μεταφερθεί μέσα από διάφορους κύκλους της εποχής στην Ρώμη κι από εκεί για πολιτικούς σκοπούς να ανακυρηχθεί ως επίσημη θρησκεία της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.Ο ίδιος ο ιουδαϊσμός έχει τις ρίζες του στον βαβυλωνιακό και τον αιγυπτιακό πολιτισμό από τους οποίους αποστάτησε και εκδιώχθηκε για να βρεί σώμα στο Ισραήλ μέσα από ένα μανιχαϊστικό και ζωροαστρικό πνεύμα διχασμού του κόσμου σε αγαθές και κακές δυνάμεις ενός αγαθού δημιουργού και ενός σκοτεινού αντί-θεού.
Μέσα από την αποκρυφιστική διάσταση που έλαβε από τα κείμενα του Ενώχ μορφοποιήθηκε και απέκτησε την σημερινή δομή του.Ο διχασμός του κόσμου σε καλό και κακό ήταν άγνωστος για τους Έλληνες.Ο ελληνικός πολιτισμός εξηγούσε την φύση μέσα από φυσικά αίτια και νοητικές αρχές που τείνουν προς την ιδέα του αγαθού από το οποίο προέρχονται.Επομένως κάθετί που αποκλείνει από την ιδέα του αγαθού τείνει να γίνεται φαύλο καθώς δεσμεύεται στην πλάνη των αισθήσεων,της ύλης και των παθών.Ο άνθρωπος για τους έλληνες είχε ως αρχή τον αγώνα προς την αρετή η οποία θα τον οδηγήσει στο πρότυπο του Ηρακλέους και του Διονύσου,οι οποίοι υπέταξαν την Τιτανική τους φύση και ανελίχθηκαν προς την νοητική ουσία των όντως όντων.Απέναντι στην φθορά του γίγνεσθαι και στο μηδέν,οι Έλληνες οριοθέτησαν το αεί ζητούμενο και αεί απορρούμενο πρότυπο του ανθρώπου που τείνει να κατανοήσει το μυστήριο του κόσμου που τον περιβάλλει και να αποχωρήσει εσθλός νικητής από τον κόσμο των φαινομένων,έχοντας γνωρίσει τον εαυτό του και έχοντας αφήσει με την σειρά του το πρότυπο μέσα από το έργο του -το λεγόμενο αριστοτελικό είδος- δηλώνοντας την πορεία της εντελέχειάς του μέσα από την ενδοκοσμική αθανασία του συνόλου -της πολιτείας-.Ο άνθρωπος για τους Έλληνες είναι ο αεί παίς,ο Οδυσσεύς που έπαθε και γνώρισε,που πορεύθηκε και έζησε τον βίο του με μέτρο.Δεν είναι ο χριστιανός που έχει σαν μόνη έγνοια να σώσει την ατομικότητά του μέσα από μεταθανάτιες φαντασιώσεις,ούτε ο δούλος του θεού ο οποίος πράττει για να ανταμειφθεί σε κάποια άλλη ζωή.Η αγάπη του χριστιανού έχει σωτηριολογικό χαρακτήρα και ο κόσμος που τον περιβάλλει αποπνέει ένα προπατορικό αμάρτημα και μία εσχατολογική απειλή.
Η αρετή του έλληνα έχει συνειδησιακό χαρακτήρα και έχει τέλος τουτέστιν κοινό σκοπό -βλ δομή θεάτρων και εκκλησίας του δήμου-.Ο χριστιανός έχει ανάγκη από θαύματα,ο έλλην από σημεία κατά το ρητό του Ηρακλείτου οίο αναφέρει ότι ο άναξ ου το μαντείον εστί το εν δελφοίς ούτε λέγει ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει.Οι Έλληνες έκαναν ανακαλύψεις.Οι χριστιανοί έχουν μόνον Αποκάλυψη.Ουδεμία λοιπόν η σχέση χριστιανικής και ελληνικής κοσμοαντίληψης.Γι'αυτό και οι αντιδράσεις των εναπομείνοντων ελλήνων της τότε εποχής απέναντι στο βάρβαρο δόγμα που βρισκόταν προ των πυλών ως άλλος δούρειος ίππος που υπονόμευε την πόλη,ενός δόγματος που βρήκε αντίκρυσμα στους πενιχρούς της εποχής καθότι δεν θα μπορούσε να αγγίξει κάποιον φιλοσοφημένο άνθρωπο.Μια ανάγνωση του κατά χριστιανών του Κέλσου θα μας βοηθήσει να διεξάγουμε πολλά και σημαντικά συμπεράσματα.Πέρα από αυτά,ο ελληνικός κόσμος διέπεται από ανδρεία η οποία όμως συνοδεύεται από δικαιοσύνη,
ενώ ο χριστιανικός κόσμος διέπεται από ταπείνωση η οποία συνοδεύεται από ατομική σωτηρία.Η οικουμενική και ουμανιστική διάσταση του χριστιανισμού είναι άκρως ύποπτη για τους υποψιασμένους αν και εφόσον ληφθεί ως αντιστάθμισμά της η ελληνική ιδέα του εσθλού η οποία προάγει αντί για την χριστιανική αδελφοσύνη και αγάπη,το έθνός,τον νόμο,την δικαιοσύνη και την τάξη.
Ο κόσμος και οι θεοί
Περισσότερο γνωστή είναι στον περισσότερο κόσμο η μυθολογική πλευρά της αρχαίας θρησκείας: οι αρχαιοελληνικοί θεοί μοιάζουν πλασμένοι κατ'; εικόνα -όχι του ηθικότερου- ανθρώπου, έχουν ανθρώπινα πάθη και ακατονόμαστες αδυναμίες -γεγονός πάνω στο οποίο βάσισαν κατά κόρον την πολεμική τους ενάντια στην εθνική θρησκεία οι πατέρες της εκκλησίας-, μόνο που διαθέτουν υπεράνθρωπες δυνάμεις και είναι αθάνατοι. Ωστόσο αυτή είναι μόνο μια πλευρά της αρχαίας θρησκείας και ίσως όχι η βαθύτερη, από την άποψη ότι δεν είναι η πλευρά της λατρείας οι θεοί λατρεύονταν στην πράξη με ιδιότητες και χαρακτήρα που συχνά απείχε από τη μυθολογική τους μορφή, πτυχές οι οποίες ανιχνεύονται συνεχώς στην υλική τους πλευρά από την αρχαιολογική έρευνα.[10]
Η αρχαία θρησκεία βασίζεται στην πίστη σε δυνάμεις, τους θεούς, που γίνονται κατ'; εξοχήν αντιληπτές μέσα από την εξουσία τους επάνω στα στοιχεία της φύσης[11]. Ο ουρανός, η γη, τα βουνά, η θάλασσα, τα ποτάμια, οι σπηλιές, όλα ενοικούνται από δυνάμεις, στις οποίες η φαντασία δίνει τις πιο ποικίλες μορφές. Οι θεοί για την αρχαία αντίληψη δεν είναι δημιουργοί, δεν είναι υπερβατικοί, δεν είναι παντοδύναμοι και παντογνώστες με την έννοια που γνωρίζουμε στον χριστιανισμό. Όντας συναιώνιοι με τον κόσμο είναι αυτοί που υπέταξαν τις άλογες δυνάμεις της φύσης (Τιτάνες, Γίγαντες κ.τ.λ.), έκαναν τον κόσμο φιλικό προς τον άνθρωπο και είναι υπεύθυνοι για την τήρηση της τάξης του. Ο κόσμος δεν έχει αρχή, υπήρχε από πάντα και η αντίληψη για τον χρόνο είναι κυκλική, γιατί ακριβώς στηρίζεται στον κύκλο της φύσης. Δεν υπάρχει αντίστοιχο του ευθύγραμμου σχεδίου σωτηρίας, που δίνει το εσχατολογικό σχήμα δημιουργία-πτώση-αναδημιουργία του χριστιανισμού.
Οι μεγάλοι ολύμπιοι θεοί είναι δώδεκα με επικεφαλής τον Δία, πατέρα θεών και ανθρώπων. Οι αρχαίοι πίστευαν ωστόσο και σε μια πλειάδα από μικρότερες θεότητες, φιλικές ή εχθρικές προς τους ανθρώπους. Διακρίνονταν βασικά σε ολύμπιους και χθόνιους θεούς, ενώ φαίνεται πως η λατρεία των χθονίων προηγείται χρονικά. Πρέπει να λατρεύονται και να εξευμενίζονται από τους ανθρώπους, ιδιαίτερα οι χθόνιοι, με θυσίες. Η έλλειψη λατρείας εκ μέρους των ανθρώπων προκαλεί τη μήνη των θεών και την αταξία, επιφέρει ανισορροπία στον κόσμο.
Είναι φύση αδύνατον ένας πολιτισμός που χαρτογράφησε μέσα από την μυθολογία του τον ουρανό και που έθεσε τα θεμέλια του παγκόσμιου πολιτισμού και των επιστημών να ήταν τόσο πρωτόγονος ώστε να λατρεύει όρη και θάλασσες.Οι θεοί των Ελλήνων είναι υπερκόσμιοι με εγκόσμιες εκφάνσεις και εκφράσεις.Η συστηματική μελέτη του περί θεών και κόσμου του Σαλλουστίου σε συγκριτική μελέτη με τα έργα του Ηρακλείτου,του Παρμενίδη,του Αριστοτέλη,του Πλάτωνα και άλλων είναι αρκετή ώστε να μας πείσει για του λόγου το αληθές.Η υπερβατικότητα των θεών θεμελιώθηκε μέσα από την ελληνική φιλοσοφία.Η δε χριστιανική θεολογία ουκ ολίγο αντέγραψε και παραποίησε την ελληνική κοσμοαντίληψη.Ο λόγος του κατα Ιωάννην δεν ήτο θεόπνευστος αλλά ...ηρακλειτόπνευστος.Διότι ο Ηράκλειτος προηγείται κάτι αιώνες του Ιωάννη.Και ο λόγος αυτός αναλύθηκε εκτεταμμένος μέσα στα νοητά είδη του Πλάτωνος και τα μαθηματικά όντα του Αριστοτέλους.Σχετικά με το ότι ο κόσμος δεν υπήρχε από πάντα και περί του πώς υπήρχε,ας μας απαντήσει ο Πλάτων μέσω του Τιμαίου:
Λέγωμεν δὴ δι᾽ ἥντινα αἰτίαν γένεσιν καὶ τὸ πᾶν [29e] τόδε ὁ συνιστὰς συνέστησεν. ἀγαθὸς ἦν, ἀγαθῷ δὲ οὐδεὶς περὶ οὐδενὸς οὐδέποτε ἐγγίγνεται φθόνος· τούτου δ᾽ ἐκτὸς ὢν πάντα ὅτι μάλιστα ἐβουλήθη γενέσθαι παραπλήσια ἑαυτῷ. ταύτην δὴ γενέσεως καὶ κόσμου μάλιστ᾽ ἄν τις ἀρχὴν κυριωτάτην [30a] παρ᾽ ἀνδρῶν φρονίμων ἀποδεχόμενος ὀρθότατα ἀποδέχοιτ᾽ ἄν. βουληθεὶς γὰρ ὁ θεὸς ἀγαθὰ μὲν πάντα, φλαῦρον δὲ μηδὲν εἶναι κατὰ δύναμιν, οὕτω δὴ πᾶν ὅσον ἦν ὁρατὸν παραλαβὼν οὐχ ἡσυχίαν ἄγον ἀλλὰ κινούμενον πλημμελῶς καὶ ἀτάκτως, εἰς τάξιν αὐτὸ ἤγαγεν ἐκ τῆς ἀταξίας, ἡγησάμενος ἐκεῖνο τούτου πάντως ἄμεινον. θέμις δ᾽ οὔτ᾽ ἦν οὔτ᾽ ἔστιν τῷ ἀρίστῳ δρᾶν ἄλλο πλὴν τὸ κάλλιστον· [30b] λογισάμενος οὖν ηὕρισκεν ἐκ τῶν κατὰ φύσιν ὁρατῶν οὐδὲν ἀνόητον τοῦ νοῦν ἔχοντος ὅλον ὅλου κάλλιον ἔσεσθαί ποτε ἔργον, νοῦν δ᾽ αὖ χωρὶς ψυχῆς ἀδύνατον παραγενέσθαι τῳ. διὰ δὴ τὸν λογισμὸν τόνδε νοῦν μὲν ἐν ψυχῇ, ψυχὴν δ᾽ ἐν σώματι συνιστὰς τὸ πᾶν συνετεκταίνετο, ὅπως ὅτι κάλλιστον εἴη κατὰ φύσιν ἄριστόν τε ἔργον ἀπειργασμένος. οὕτως οὖν δὴ κατὰ λόγον τὸν εἰκότα δεῖ λέγειν τόνδε τὸν κόσμον ζῷον ἔμψυχον ἔννουν τε τῇ ἀληθείᾳ διὰ τὴν τοῦ θεοῦ [30c] γενέσθαι πρόνοιαν. Πλάτων,Τίμαιος 29Δ
Σχετικά με το ότι
θα μας απαντήσει ο Σωκράτης στον Φαίδρο:Οι μεγάλοι ολύμπιοι θεοί είναι δώδεκα με επικεφαλής τον Δία, πατέρα θεών και ανθρώπων. Οι αρχαίοι πίστευαν ωστόσο και σε μια πλειάδα από μικρότερες θεότητες, φιλικές ή εχθρικές προς τους ανθρώπους. Διακρίνονταν βασικά σε ολύμπιους και χθόνιους θεούς, ενώ φαίνεται πως η λατρεία των χθονίων προηγείται χρονικά. Πρέπει να λατρεύονται και να εξευμενίζονται από τους ανθρώπους, ιδιαίτερα οι χθόνιοι, με θυσίες. Η έλλειψη λατρείας εκ μέρους των ανθρώπων προκαλεί τη μήνη των θεών και την αταξία, επιφέρει ανισορροπία στον κόσμο.
ψυχὴ πᾶσα ἀθάνατος. τὸ γὰρ ἀεικίνητον ἀθάνατον· τὸ δ᾽ ἄλλο κινοῦν καὶ ὑπ᾽ ἄλλου κινούμενον, παῦλαν ἔχον κινήσεως, παῦλαν ἔχει ζωῆς. μόνον δὴ τὸ αὑτὸ κινοῦν, ἅτε οὐκ ἀπολεῖπον ἑαυτό, οὔποτε λήγει κινούμενον, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἄλλοις ὅσα κινεῖται τοῦτο πηγὴ καὶ ἀρχὴ κινήσεως.
[245d] ἀρχὴ δὲ ἀγένητον. ἐξ ἀρχῆς γὰρ ἀνάγκη πᾶν τὸ γιγνόμενον γίγνεσθαι, αὐτὴν δὲ μηδ᾽ ἐξ ἑνός· εἰ γὰρ ἔκ του ἀρχὴ γίγνοιτο, οὐκ ἂν ἔτι ἀρχὴ γίγνοιτο. ἐπειδὴ δὲ ἀγένητόν ἐστιν, καὶ ἀδιάφθορον αὐτὸ ἀνάγκη εἶναι. ἀρχῆς γὰρ δὴ ἀπολομένης οὔτε αὐτή ποτε ἔκ του οὔτε ἄλλο ἐξ ἐκείνης γενήσεται, εἴπερ ἐξ ἀρχῆς δεῖ τὰ πάντα γίγνεσθαι. οὕτω δὴ κινήσεως μὲν ἀρχὴ τὸ αὐτὸ αὑτὸ κινοῦν. τοῦτο δὲ οὔτ᾽ ἀπόλλυσθαι οὔτε γίγνεσθαι δυνατόν, ἢ πάντα τε οὐρανὸν [245e] πᾶσάν τε γῆν εἰς ἓν συμπεσοῦσαν στῆναι καὶ μήποτε αὖθις ἔχειν ὅθεν κινηθέντα γενήσεται. ἀθανάτου δὲ πεφασμένου τοῦ ὑφ᾽ ἑαυτοῦ κινουμένου, ψυχῆς οὐσίαν τε καὶ λόγον τοῦτον αὐτόν τις λέγων οὐκ αἰσχυνεῖται. πᾶν γὰρ σῶμα, ᾧ μὲν ἔξωθεν τὸ κινεῖσθαι, ἄψυχον, ᾧ δὲ ἔνδοθεν αὐτῷ ἐξ αὑτοῦ, ἔμψυχον, ὡς ταύτης οὔσης φύσεως ψυχῆς· εἰ δ᾽ ἔστιν τοῦτο οὕτως ἔχον, μὴ ἄλλο τι εἶναι τὸ αὐτὸ ἑαυτὸ [246a] κινοῦν ἢ ψυχήν, ἐξ ἀνάγκης ἀγένητόν τε καὶ ἀθάνατον ψυχὴ ἂν εἴη.
περὶ μὲν οὖν ἀθανασίας αὐτῆς ἱκανῶς· περὶ δὲ τῆς ἰδέας αὐτῆς ὧδε λεκτέον. οἷον μέν ἐστι, πάντῃ πάντως θείας εἶναι καὶ μακρᾶς διηγήσεως, ᾧ δὲ ἔοικεν, ἀνθρωπίνης τε καὶ ἐλάττονος· ταύτῃ οὖν λέγωμεν. ἐοικέτω δὴ συμφύτῳ δυνάμει ὑποπτέρου ζεύγους τε καὶ ἡνιόχου. θεῶν μὲν οὖν ἵπποι τε καὶ ἡνίοχοι πάντες αὐτοί τε ἀγαθοὶ καὶ ἐξ ἀγαθῶν, [246b] τὸ δὲ τῶν ἄλλων μέμεικται. καὶ πρῶτον μὲν ἡμῶν ὁ ἄρχων συνωρίδος ἡνιοχεῖ, εἶτα τῶν ἵππων ὁ μὲν αὐτῷ καλός τε καὶ ἀγαθὸς καὶ ἐκ τοιούτων, ὁ δ᾽ ἐξ ἐναντίων τε καὶ ἐναντίος· χαλεπὴ δὴ καὶ δύσκολος ἐξ ἀνάγκης ἡ περὶ ἡμᾶς ἡνιόχησις. πῇ δὴ οὖν θνητόν τε καὶ ἀθάνατον ζῷον ἐκλήθη πειρατέον εἰπεῖν. ψυχὴ πᾶσα παντὸς ἐπιμελεῖται τοῦ ἀψύχου, πάντα δὲ οὐρανὸν περιπολεῖ, ἄλλοτ᾽ ἐν ἄλλοις εἴδεσι γιγνομένη. τελέα [246c] μὲν οὖν οὖσα καὶ ἐπτερωμένη μετεωροπορεῖ τε καὶ πάντα τὸν κόσμον διοικεῖ, ἡ δὲ πτερορρυήσασα φέρεται ἕως ἂν στερεοῦ τινος ἀντιλάβηται, οὗ κατοικισθεῖσα, σῶμα γήϊνον λαβοῦσα, αὐτὸ αὑτὸ δοκοῦν κινεῖν διὰ τὴν ἐκείνης δύναμιν, ζῷον τὸ σύμπαν ἐκλήθη, ψυχὴ καὶ σῶμα παγέν, θνητόν τ᾽ ἔσχεν ἐπωνυμίαν· ἀθάνατον δὲ οὐδ᾽ ἐξ ἑνὸς λόγου λελογισμένου, ἀλλὰ πλάττομεν οὔτε ἰδόντες οὔτε ἱκανῶς νοήσαντες [246d] θεόν, ἀθάνατόν τι ζῷον, ἔχον μὲν ψυχήν, ἔχον δὲ σῶμα, τὸν ἀεὶ δὲ χρόνον ταῦτα συμπεφυκότα. ἀλλὰ ταῦτα μὲν δή, ὅπῃ τῷ θεῷ φίλον, ταύτῃ ἐχέτω τε καὶ λεγέσθω· τὴν δὲ αἰτίαν τῆς τῶν πτερῶν ἀποβολῆς, δι᾽ ἣν ψυχῆς ἀπορρεῖ, λάβωμεν. ἔστι δέ τις τοιάδε.
πέφυκεν ἡ πτεροῦ δύναμις τὸ ἐμβριθὲς ἄγειν ἄνω μετεωρίζουσα ᾗ τὸ τῶν θεῶν γένος οἰκεῖ, κεκοινώνηκε δέ πῃ μάλιστα τῶν περὶ τὸ σῶμα τοῦ θείου [ψυχή], τὸ δὲ θεῖον [246e] καλόν, σοφόν, ἀγαθόν, καὶ πᾶν ὅτι τοιοῦτον· τούτοις δὴ τρέφεταί τε καὶ αὔξεται μάλιστά γε τὸ τῆς ψυχῆς πτέρωμα, αἰσχρῷ δὲ καὶ κακῷ καὶ τοῖς ἐναντίοις φθίνει τε καὶ διόλλυται. ὁ μὲν δὴ μέγας ἡγεμὼν ἐν οὐρανῷ Ζεύς, ἐλαύνων πτηνὸν ἅρμα, πρῶτος πορεύεται, διακοσμῶν πάντα καὶ ἐπιμελούμενος· τῷ δ᾽ ἕπεται στρατιὰ θεῶν τε καὶ δαιμόνων, [247a] κατὰ ἕνδεκα μέρη κεκοσμημένη. μένει γὰρ Ἑστία ἐν θεῶν οἴκῳ μόνη· τῶν δὲ ἄλλων ὅσοι ἐν τῷ τῶν δώδεκα ἀριθμῷ τεταγμένοι θεοὶ ἄρχοντες ἡγοῦνται κατὰ τάξιν ἣν ἕκαστος ἐτάχθη. πολλαὶ μὲν οὖν καὶ μακάριαι θέαι τε καὶ διέξοδοι ἐντὸς οὐρανοῦ, ἃς θεῶν γένος εὐδαιμόνων ἐπιστρέφεται πράττων ἕκαστος αὐτῶν τὸ αὑτοῦ, ἕπεται δὲ ὁ ἀεὶ ἐθέλων τε καὶ δυνάμενος· φθόνος γὰρ ἔξω θείου χοροῦ ἵσταται. ὅταν δὲ δὴ πρὸς δαῖτα καὶ ἐπὶ θοίνην ἴωσιν, ἄκραν ἐπὶ τὴν [247b] ὑπουράνιον ἁψῖδα πορεύονται πρὸς ἄναντες, ᾗ δὴ τὰ μὲν θεῶν ὀχήματα ἰσορρόπως εὐήνια ὄντα ῥᾳδίως πορεύεται, τὰ δὲ ἄλλα μόγις· βρίθει γὰρ ὁ τῆς κάκης ἵππος μετέχων, ἐπὶ τὴν γῆν ῥέπων τε καὶ βαρύνων ᾧ μὴ καλῶς ἦν τεθραμμένος τῶν ἡνιόχων. ἔνθα δὴ πόνος τε καὶ ἀγὼν ἔσχατος ψυχῇ πρόκειται. αἱ μὲν γὰρ ἀθάνατοι καλούμεναι, ἡνίκ᾽ ἂν πρὸς ἄκρῳ γένωνται, ἔξω πορευθεῖσαι ἔστησαν ἐπὶ τῷ τοῦ οὐρανοῦ [247c] νώτῳ, στάσας δὲ αὐτὰς περιάγει ἡ περιφορά, αἱ δὲ θεωροῦσι τὰ ἔξω τοῦ οὐρανοῦ.
τὸν δὲ ὑπερουράνιον τόπον οὔτε τις ὕμνησέ πω τῶν τῇδε ποιητὴς οὔτε ποτὲ ὑμνήσει κατ᾽ ἀξίαν. ἔχει δὲ ὧδε--τολμητέον γὰρ οὖν τό γε ἀληθὲς εἰπεῖν, ἄλλως τε καὶ περὶ ἀληθείας λέγοντα--ἡ γὰρ ἀχρώματός τε καὶ ἀσχημάτιστος καὶ ἀναφὴς οὐσία ὄντως οὖσα, ψυχῆς κυβερνήτῃ μόνῳ θεατὴ νῷ, περὶ ἣν τὸ τῆς ἀληθοῦς ἐπιστήμης γένος, τοῦτον ἔχει [247d] τὸν τόπον. ἅτ᾽ οὖν θεοῦ διάνοια νῷ τε καὶ ἐπιστήμῃ ἀκηράτῳ τρεφομένη, καὶ ἁπάσης ψυχῆς ὅσῃ ἂν μέλῃ τὸ προσῆκον δέξασθαι, ἰδοῦσα διὰ χρόνου τὸ ὂν ἀγαπᾷ τε καὶ θεωροῦσα τἀληθῆ τρέφεται καὶ εὐπαθεῖ, ἕως ἂν κύκλῳ ἡ περιφορὰ εἰς ταὐτὸν περιενέγκῃ. ἐν δὲ τῇ περιόδῳ καθορᾷ μὲν αὐτὴν δικαιοσύνην, καθορᾷ δὲ σωφροσύνην, καθορᾷ δὲ ἐπιστήμην, οὐχ ᾗ γένεσις πρόσεστιν, οὐδ᾽ ἥ ἐστίν που ἑτέρα [247e] ἐν ἑτέρῳ οὖσα ὧν ἡμεῖς νῦν ὄντων καλοῦμεν, ἀλλὰ τὴν ἐν τῷ ὅ ἐστιν ὂν ὄντως ἐπιστήμην οὖσαν· καὶ τἆλλα ὡσαύτως τὰ ὄντα ὄντως θεασαμένη καὶ ἑστιαθεῖσα, δῦσα πάλιν εἰς τὸ εἴσω τοῦ οὐρανοῦ, οἴκαδε ἦλθεν. ἐλθούσης δὲ αὐτῆς ὁ ἡνίοχος πρὸς τὴν φάτνην τοὺς ἵππους στήσας παρέβαλεν ἀμβροσίαν τε καὶ ἐπ᾽ αὐτῇ νέκταρ ἐπότισεν.
[248a] καὶ οὗτος μὲν θεῶν βίος· αἱ δὲ ἄλλαι ψυχαί, ἡ μὲν ἄριστα θεῷ ἑπομένη καὶ εἰκασμένη ὑπερῆρεν εἰς τὸν ἔξω τόπον τὴν τοῦ ἡνιόχου κεφαλήν, καὶ συμπεριηνέχθη τὴν περιφοράν, θορυβουμένη ὑπὸ τῶν ἵππων καὶ μόγις καθορῶσα τὰ ὄντα· ἡ δὲ τοτὲ μὲν ἦρεν, τοτὲ δ᾽ ἔδυ, βιαζομένων δὲ τῶν ἵππων τὰ μὲν εἶδεν, τὰ δ᾽ οὔ. αἱ δὲ δὴ ἄλλαι γλιχόμεναι μὲν ἅπασαι τοῦ ἄνω ἕπονται, ἀδυνατοῦσαι δέ, ὑποβρύχιαι συμπεριφέρονται, πατοῦσαι ἀλλήλας καὶ ἐπιβάλλουσαι, ἑτέρα [248b] πρὸ τῆς ἑτέρας πειρωμένη γενέσθαι. θόρυβος οὖν καὶ ἅμιλλα καὶ ἱδρὼς ἔσχατος γίγνεται, οὗ δὴ κακίᾳ ἡνιόχων πολλαὶ μὲν χωλεύονται, πολλαὶ δὲ πολλὰ πτερὰ θραύονται· Πλάτων,Φαίδρος 245Γ
Περί μεταθανάτιας υπάρξεως και κρίσεως
Η αρχαία θρησκεία δεν γνωρίζει τη χριστιανική εσχατολογική ελπίδα για την ανάσταση των σωμάτων ούτε κάτι ανάλογο της εν Χριστώ ανάπλασης του κόσμου και της λύτρωσης από τη φθορά. Το ατομικό πεπρωμένο του ανθρώπου γίνεται αντιληπτό με διαφορετικούς τρόπους[13]. Από τη μια πλευρά στον μύθο περιγράφεται με ακριβείς τοποθεσίες το βασίλειο των νεκρών, που τοποθετείται κάπου μακριά στη Δύση, όπου οι περισσότεροι νεκροί ζουν ως αδύναμες σκιές χωρίς συνείδηση του εαυτού τους. Από την άλλη πλευρά διαμετρικά αντίθετη με τη μυθική εικόνα του θανάτου ως ταξιδιού προς τον Κάτω Κόσμο, είναι η πεποίθηση ότι ο νεκρός συνεχίζει να υπάρχει μέσα στον τάφο του, πεποίθηση που συνάγεται από τις νεκρώσιμες τελετές. Πέραν τούτων διαπιστώνουμε επιπλέον και μια άλλη, αντιμετώπιση του θέματος της μετά θάνατον ζωής: η άποψη ότι η ζωή απλώς παύει με τον θάνατο. Στον τομέα αυτό δεν υπήρξε πρωτοπόρος η γνωστή φιλοσοφία του Επίκουρου, που βρήκε τεράστια απήχηση στον αρχαίο κόσμο, αλλά ήδη πολύ αρχαιότερά της επιτάφια επιγράμματα.
Ξεκάθαρες διδασκαλίες για αναχώρηση της ψυχής από το σώμα και για μεταθανάτια μακαριότητα εκφράζονταν βέβαια από κλειστές θρησκευτικές ομάδες, όπως οι Πυθαγόρειοι και οι Ορφικοί, χωρίς ωστόσο να αντιπροσωπεύουν τον μέσο άνθρωπο. Πιο δημοφιλείς ήταν κατά την ελληνιστική περίοδο οι ενώσεις των Διονυσιαστών, όμως η ακριβής σύνδεση του τελετουργικού και του περιεχομένου τής διδασκαλίας τους με τις αντιλήψεις περί αιώνιας ζωής στο επέκεινα δεν είναι εντελώς αποσαφηνισμένη.
Όλη η ελληνική φιλοσοφία δεν έχει άλλο σκοπό από το να ερμηνεύσει το φαινόμενο άνθρωπος μέσα από την περί ψυχής και περί όντος προσέγγιση,έτσι ώστε να κάνει τον άνθρωπο ενεργό δρώντα που τείνει προς την ενατένιση των όντως όντων.Η αναζήτηση της ψυχής μέσα από την ελληνική φιλοσοφία είναι ταξίδι προς την νοητή Ιθάκη του ανθρώπου.Δεν δύναται να περιοριστεί μέσα σε μια εσχατολογία.
3. Εκφράσεις της θρησκευτικότητας κατά την αρχαιότητα
Η αρχαία ευσέβεια, που αφορά στο σύνολο των λατρευτών της κοινότητας, είτε στο ιδιωτικό, είτε στο δημόσιο επίπεδο λατρείας, είναι αναπόσπαστα δεμένη πρωταρχικά με βωμούς για τις θυσίες προς τους θεούς, με λατρευτικά αγάλματα, ναούς για τη στέγαση των λατρευτικών αγαλμάτων, τεμένη, αναθήματα προς τους θεούς, θρησκευτικές γιορτές, περιφορές και πλύσεις αγαλμάτων, πομπές, άλλες ποικίλες τελετουργίες. Στην αρχαιοελληνική θρησκεία, πρέπει να τονιστεί, δεν υπήρχε ιερατείο με τη σημερινή έννοια του όρου. Σε όλες αυτές τις εκδηλώσεις το άτομο ως άτομο δεν κατέχει κεντρική θέση, δεν απαιτούνταν προσωπική πίστις με τη χριστιανική έννοια, δηλαδή εσωτερική συμμετοχή των συμμετεχόντων. Ο πιστός δεν συνήπτε προσωπική σχέση με τη θεότητα[14].
Η αρχαία ελληνική θρησκεία για τον τρόπο αυτό έκφρασης της ευλάβειας παραδοσιακά χαρακτηρίζεται από τον χριστιανισμό ως ειδωλολατρική, χαρακτηρισμό που προσπαθούν οι σύγχρονοι οπαδοί της αναβίωσής της να τον αποσείσουν[15]. Βεβαίως έχουν δίκιο, όταν ισχυρίζονται πως, αν κανείς εξαιρέσει τους απλοϊκούς δεισιδαίμονες λατρευτές, οι αρχαίοι Έλληνες δεν ταύτιζαν τα είδωλα με τους θεούς τους, αλλά τα θεωρούσαν ως σημεία απόδοσης λατρείας σ'; εκείνους ή κατοικητήριά τους[16]. Αυτό μπορεί να τεκμηριωθεί τόσο από φιλολογικές αναφορές[17] όσο και από αγγειογραφικές παραστάσεις, όπου οι θεοί φαίνεται να στέκονται δίπλα στο είδωλό τους. Σε κάθε περίπτωση, η έννοια της ειδωλολατρίας φαίνεται ότι στη βιβλική ιουδαιοχριστιανική αντίληψη ξεκινώντας από τη δεύτερη εντολή του μωσαϊκού νόμου δεν περιορίζεται απλώς και μόνο στην χονδροειδή ταύτιση θεών και ειδώλων, αλλά στην ίδια τη χρησιμοποίηση ειδώλων ως εικόνων του θεού ή σημείων προσέγγισης του θείου γενικότερα.
Η ελληνική θρησκεία είναι νοητική καθώς εκκπορεύεται από τους νοητικούς θεούς και φτάνει σε εμάς μέσω των κρείττονων γενών.Η σχέση ενός και πολλών της ελληνικής κοσμοαντίληψης περιγράφει ακριβώς αυτή τη διάσταση του ελληνικού θρώσκειν.
Α. Οι υπερούσιοι θεοί.
1. Το υπέρτατο Ένα.
2. Οι θεϊκές ενάδες.
Β. Οι υπερβατικοί θεοί. Περιοχή του Νου.
3. Οι νοητοί θεοί. Περιοχή Ενός Όντος και Ουσίας. Αυτοί με τη σειρά τους διακρίνονται τριαδικά ως εξής:
i. Πέρας-άπειρο-νοητό Ον
ii. Πέρας-άπειρο-νοητή ζωή
iii. Πέρας-άπειρο-νοητός νους
Η πρώτη τριάδα χαρακτηρίζει ολόκληρη την περιοχή. Στην πρώτη, τη δεύτερη και την τρίτη τριάδα αντιστοιχεί το Ένα Ον, το όλον και το παν ή παντελές πλήθος των υποθέσεων του Πλατωνικού Παρμενίδου.
4. Οι νοητοί-νοητικοί θεοί. Περιοχή της ζωής. Αυτοί διακρίνονται τριαδικά ως εξής:
i. Ον/ουσία-ζωή-νους, με την ουσία να χαρακτηρίζει ολόκληρη την τριάδα. Πρόκειται για τους συναγωγούς θεούς, τον υπερουράνιο τόπο του Πλατωνικού Φαίδρου.
ii. Ον/ουσία-ζωή-νους, με τη ζωή να χαρακτηρίζει ολόκληρη την τριάδα. Πρόκειται για τους συναγωγούς θεούς, την ουράνια περιφορά του Πλατωνικού Φαίδρου.
iii. Ον/ουσία-ζωή-νους, με τον νου να χαρακτηρίζει ολόκληρη την τριάδα. Πρόκειται για τους τελεσιουργούς θεούς, και την υπουράνια αψίδα του Πλατωνικού Φαίδρου.
Η δεύτερη τριάδα και η ζωή χαρακτηρίζει ολόκληρη την περιοχή. Στις τρεις αυτές τριάδες αντιστοιχούν ο τέλειος αριθμός, το όλον και τα μόρια, και το σχήμα κατά τον Πλατωνικό Παρμενίδη.
5. Οι νοητικοί ή νοεροί θεοί. Περιοχή του Νου. Και αυτοί χωρίζονται τριαδικά ως εξής:
i. Πατρική τριάδα. Καθαρός νους (Κρόνος)-νοητική ζωή (Ρέα)-δημιουργικός νους/δημιουργός (Δίας)
ii. Άχραντη τριάδα (Κουρήτες)
iii. Η διακριτική έβδομη θεότητα.
Στις τριάδες αυτές αντιστοιχούν το εν εαυτώ και εν άλλω, το εστάναι και το κινείσθαι, το ταυτόν και το έτερον του Πλατωνικού Παρμενίδου.
Γ. Οι θεοί του κόσμου.
6. Οι υπερκόσμιοι (ηγετικοί ή εξομοιωτικοί ή με τους αρχαίους όρους, ηγεμονικοί ή αφομοιωματικοί) και χωρίζονται σε τέσσερις τριάδες.
i. Δημιουργική τριάδα (Δίας-Ποσειδώνας-Πλούτωνας)
ii. Ζωογόνος τριάδα ή Κόρη (Άρτεμις-Περσεφώνη-Αθηνά)
iii. Επιστρεπτική τριάδα (Απόλλων)
iv. Άχραντη τριάδα (Κορυβάντες)
Σε αυτή τη βαθμίδα εντοπίζεται το όμοιον και το ανόμοιον των υποθέσεων του Πλατωνικού Παρμενίδου.
7. Οι δώδεκα υπερκόσμιοι-εγκόσμιοι θεοί (ανεξάρτητοι ή απόλυτοι). Χωρίζονται και αυτοί σε τέσσερις τριάδες:
i. Δημιουργική τριάδα (Δίας-Ποσειδώνας-Ήφαιστος)
ii. Φρουρητική τριάδα (Εστία-Αθηνά-Άρης)
iii. Ζωογονική τριάδα (Δήμητρα-Ήρα-Άρτεμις)
iv. Αναγωγός τριάδα (Ερμής-Αφροδίτη-Απόλλων)
Σε αυτή τη βαθμίδα αντιστοιχεί το άπτεσθαι και μη άπτεσθαι του Πλατωνικού Παρμενίδου.
8. Οι εγκόσμιοι θεοί (ουράνιοι και υποσελήνιοι)
Εδώ εντοπίζεται το ίσον και το άνισον του Πλατωνικού Παρμενίδου.
9. Οι καθολικές ψυχές.
Οι οποίες αντιστοιχούν στο σύνολο του χρόνου του Πλατωνικού Παρμενίδου.
10. Τα ανώτερα ή κρείττονα γένη. Αυτά είναι οι άγγελοι, δαίμονες και οι ήρωες.
Η βαθμίδα τους ταυτίζεται με τον συλλογισμό για τα μέρη του χρόνου του Πλατωνικού Παρμενίδου.
βλ.εισαγωγές Πρόκλου,εκδόσεις Κάκτος.
4. Τι έχει επιβιώσει από την αρχαία θρησκευτικότητα;
Δεν εκπλήσσει κανένα η διαπίστωση ότι στην ελληνική λαϊκή χριστιανική θρησκεία έχουν επιβιώσει μέχρι σήμερα πολλές μορφές της αρχαίας θρησκευτικότητας με νέο βεβαίως περιεχόμενο: το ίδιο το γεγονός ότι η λατρεία/τιμή εστιάζεται σε κάποια ιερή απεικόνιση (άγαλμα/εικόνα) προσώπων, ορισμένες φορές με τα ίδια ή ελαφρώς παραλλαγμένα εικονογραφικά πρότυπα -Ίσις και Ώρος/Παναγία με το βρέφος, Θραξ ιππεύς/Άγιος Γεώργιος κ.λπ.-, οι περιφορές εν πομπή ιερών αντικειμένων (αγαλμάτων/εικόνων), οι ιεροί τόποι, τα αγιάσματα και τα προσκυνήματα, τα λείψανα ηρώων/αγίων, ευχαριστήρια αναθήματα σε θεούς-θεραπευτές/αγίους, θυσίες ζώων/κουρμπάνια, αγροτικά ιερά/ξωκκλήσια, αναστενάρια, λατρευτικοί τίτλοι που περνούν σε νέα πρόσωπα -Δέσποινα';, Παναγία';, Παρθένος';, αγνή'; όλα πρώην επίθετα της Άρτεμης που περνούν στην Παρθένο Μαρία-, νεκρώσιμες τελετές και προσφορές -τριήμερα, εννιάμερα, κόλλυβα -, οι έννοιες του Χάρου, της Τύχης, της Μοίρας, όλα συνιστούν τη σημερινή έκφανση της αρχαίας θρησκευτικότητας. Ο μεγάλος ιστορικός της αρχαίας θρησκείας Νίλσον έχει γράψει: «Ο χριστιανισμός εύκολα σάρωσε τους μεγάλους θεούς, αλλά οι μικρότεροι δαίμονες της λαϊκής πίστης αντιστάθηκαν με πείσμα, γιατί ήταν κάτι πιο ζωντανό. Ο Έλληνας χωρικός πιστεύει ακόμα και σήμερα στις Νύμφες, κι ας δίνει σε όλες το όνομα που άλλοτε ήσαν οι Νύμφες της θάλασσας μόνο, Νεράιδες.»[18] Η σύνδεση κοσμικού και θρησκευτικού χώρου θυμίζει επίσης την αρχαιότητα. Σύμφωνα με τον ίδιο ιστορικό: «Όποιος βλέπει σημερινό ελληνικό πανηγύρι θυμάται αμέσως τα αρχαία. Η λατρεία είναι καινούρια, της Παναγίας ή κάποιου αγίου, η ζωή όμως μένει η ίδια. Στήνονται σκηνές και παράγκες είτε από σανίδες είτε από κλαδιά δέντρων, και ο κόσμος γιορτάζει και χαίρεται. Η θρησκεία βέβαια χάνει την ιερότητά της, όμως η μορφή της αυτή, που σε μας φαίνεται να μην είναι θρησκεία, παρουσίασε αντοχή πολύ μεγάλη.»[19]
Στο σημείο αυτό έγκειται η διάσταση της λαϊκής θρησκείας από την όντως ούσα.Στο γεγονός ότι η πρώτη περιορίζεται σε αντιγραφές κακεκτύπων παλαιοτέρων τελετουργικών ενώ η πρώτη εστιάζει στην ουσία των όντων.Η ελληνική θρησκεία περιγράφει συμβολικές καταστάσεις των όντων μέσα από τους μύθους ώστε να δώσει νοητική τροφή -νέκταρ και αμβροσία- στον εγκέφαλο να αναπτυχθεί και να συνθέσει ένα μυθολογικό νοοτόπιο.Η χριστιανική θρησκεία αντίθετα έχει ως σκοπό να περιορίσει την νοητική ανάπτυξη των ψυχών (μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι) παρακινόντας τους πιστούς της να λάβουν κάθε αλληγορία που ενδεχομένως χρησιμοποιεί στα μυστήριά της ως ιστορικά γεγονότα και καθ'αυτές πραγματικότητες.
Η ελληνική θρησκεία ομιλεί περί της οντογενέσεως και της ψυχογονίας χρησιμοποιώντας τους μύθους ως σύμβολα που περιγράφουν καταστάσεις και λειτουργίες των όντων μέσα από το γίγνεσθαι.Έχει ως βασική πηγή τα Ορφικά αλλά αναλύεται και γίνεται κατανοητή στον μέσο άνθρωπο μέσα από τα κείμενα της ελληνικής φιλοσοφίας,προάγωντας τις τέχνες,την φιλοσοφία ,την επιστήμη και τον πολιτισμό καθ'όσον ο άνθρωπος μετέχει του όντος κατά την ειδητική του ουσία μορφοποιώντας το γίγνεσθαι.Η χριστιανική θρησκεία παραμένει στο σκότος της άρνησης των καθοδευόντων δεσμωτών εν σπηλαίω και οραματίζεται ιεραρχίες και εσχατολογικές κρίσεις εκλεκτών με προπάτορες του πατέρες της παλαιάς διαθήκης.
Η ελληνική θρησκεία έχει ως αφετηρία τους Αργοναύτες και ως πρότυπο τους φιλόσοφους ενώ η χριστιανική θρησκεία έχει ως αφετηρία τους πατριάρχες του ιουδαϊκού έθνους και ως πρότυπο τους σκινωμένους αγίους της άρνησης,της παραίτησης,της αμάθειας και της ταπείνωσης.
5. Οι προσπάθειες αναβίωσης της αρχαίας θρησκείας
Τις δύο τελευταίες δεκαετίες δεκάδες οργανώσεις και πλήθος αρχαιολατρικών περιοδικών και βιβλίων προσπαθούν να αναβιώσουν την αρχαία θρησκεία ασκώντας έντονη πολεμική εναντίον του χριστιανισμού και των μονοθεϊστικών θρησκειών γενικότερα. Πρόκειται για ψηφιδωτό ποικίλων -και συχνά αντικρουόμενων μεταξύ τους- τάσεων, χωρίς ενιαία γραμμή και οργάνωση, τάσεων και ρεύματων που αντλούν άλλα από το αρχαίο τελετουργικό, άλλα από την αρχαία φιλοσοφία, άλλα που παρουσιάζουν τάσεις απόλυτες και αποκλειστικές και άλλα σχετικά συμβιβαστικές προς την παρούσα εν Ελλάδι θρησκευτική πραγματικότητα[20]. Οι αρχαιολάτρες μάς καλούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην αποδοχή και πάλι της αρχαίας κοσμοθεωρίας. Μας καλούν και πάλι στην έρευνα και ερμηνεία των αρχαίων μύθων ως πηγής σοφίας. Μας καλούν στην επαναδιοργάνωση εορτών προς τιμήν των αρχαίων θεών -οι οποίοι για άλλους είναι απρόσωπες, για άλλους προσωπικές δυνάμεις. Προβαίνουν στην τέλεση των αρχαίων τελετουργικών. Προτείνουν να στραφούμε θρησκεύοντας προς την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, δρόμο, που στην ουσία, τον έχει ήδη χαράξει άθρησκα στη Δύση το κίνημα του Ανθρωπισμού και κατόπιν του Διαφωτισμού. Ελληνισμός και παράδοση κατά τους σημερινούς υποστηρικτές του νεοπαγανισμού δεν σημαίνει Ορθοδοξία - όπως επί μακρόν διατυμπάνιζε το ελληνοχριστιανικό ιδεώδες - αλλά αρχαιολατρία, δηλαδή επιστροφή με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην πατρογονική αρχαία θρησκεία, στο δωδεκάθεο του Ολύμπου, στην ελληνική σκέψη και φιλοσοφία. Ο χριστιανισμός και η Ορθοδοξία κατ'; αυτούς είναι ξεκάθαρα εβραϊσμός και άρα άρνηση του ελληνισμού.
Τι θα σημαίνει πιο συγκεκριμένα μια τέτοια προτεινόμενη αναβίωση της αρχαίας θρησκείας για τη σημερινή κοινωνία δεν μπορεί να φαντασθεί ακριβώς ο νους του μέσου ανθρώπου ούτε και με συνέπεια, καθώς φαίνεται, μπορεί να αποσαφηνισθεί από τους αρχαιολάτρες. Για ποια μορφή -λαϊκή/δεισιδαίμονα ή φιλοσοφική- της αρχαίας θρησκείας μιλούν, ποιοι και με ποια κριτήρια κάνουν την επιλογή των στοιχείων που θ'; αναβιώσουν, σε πόσες, ποιες και ποιας εποχής της αρχαιότητας θεότητες αναφέρονται -ένα θεό με πολλές θεϊκές εκφάνσεις, δώδεκα, περισσότερους, μόνον ελληνικούς ή και ανατολικούς θεούς, όπως η Ίσιδα και ο Μίθρας-, σε ποιους εξωτερικούς τρόπους -με αρχαίες χλαμύδες ή σύγχρονα ενδύματα-, σε ποια τελετουργικά -με ή χωρίς αιματηρές θυσίες-, και σε ποιες προβληματικής ηθικής πρακτικές -θα επαναφέρουν, για παράδειγμα, την ιερή πορνεία'; της Αφροδίτης, τους ευνουχισμούς και τις μαστιγώσεις χάριν της Κυβέλης και της Αρτέμιδος, τα ξέφρενα παραληρήματα των Μαινάδων στις ερημιές που συνοδεύονταν από θηριοκτονίες και ωμοφαγίες χάριν του Διονύσου ή τον λυκανθρωπισμό στο πλαίσιο της λατρείας του αρκαδικού Λυκαίου Διός (βλ. Παυσ. Αρκαδικά 8.2.2. κ'; 8.2.6.)[21];
Από την πλευρά του χριστιανισμού βεβαίως η προσπάθεια αναβίωσης της αρχαίας ελληνικής θρησκείας δεν συζητείται καν πρόκειται για επιστροφή στο σκοτάδι, στη συγκάλυψη της αλήθειας, άρα στο ψεύδος. Για τον χριστιανισμό, που είναι θρησκεία κατ'; αποκάλυψιν, το κριτήριο της αλήθειας δεν μπορεί να είναι η ελληνικότητα ούτε οποιασδήποτε μορφής ανθρώπινη παράδοση αλλά μόνον η αποκάλυψη του Θεού εν Χριστώ Ιησού. Αυτό που οι αρχαιολάτρες δεν μπορούν να δεχθούν είναι η εκλογή εκ μέρους του Θεού όχι των Ελλήνων αλλά ενός άλλου σκεύους, ενός ιδιαίτερου λαού, του Ισραήλ της Βίβλου διά του οποίου η θεϊκή αποκάλυψη ήρθε στον κόσμο, και στον οποίο καλούνται όλοι εν Χριστώ να εισέλθουν. Η ελληνικότητα ισχύει ωστόσο ως κριτήριο αλήθειας για τις προσπάθειες αναβίωσης της αρχαίας θρησκείας και επάνω σε αυτό το σημείο έχουμε να κάνουμε κάποιες σκέψεις και παρατηρήσεις.
Η ελληνική φιλοσοφία και δή η πλατωνική έχει ως σκοπό την νοητική ανύψωση του ανθρώπου ενώ η ορθόδοξη δογματική έχει ως σκοπό την ταπείνωσή του.Η ατραπός των ψυχών όμως είναι δύσκολος γι'αυτό και κατακριτέος.Για τους πολλούς υπάρχει η καθησύχαση της πνευματικής τους οκνηρίας και της οντολογικής τους λήθης μέσω συναξαρίων και εγκωμίων.Για τους λίγους υπάρχει η αναζήτηση του όντος και του εαυτού τους μέσα από το φώς της γνώσης.Ας μην ξεχνάμε δε ότι κατά τον Σωκράτη αλήθεια εστί η θεία άλη,τουτέστιν ταχεία περιπλάνηση.Το ελληνικό θρώσκειν δεν χρειάζεται υπεράσπιση διότι περιγράφει μία κατάσταση των όντων η οποία είναι αμετάβλητη καθώς απέχει της μεθέξεως του γίγνεσθαι και η μετάβαση που γνωρίζει είναι μεταξύ προόδου και επιστροφής των όντων.Όπως λέγει και ο Πλάτων στον Τίμαιο:
Ἐπεὶ δὲ κατὰ νοῦν τῷ συνιστάντι πᾶσα ἡ τῆς ψυχῆς σύστασις ἐγεγένητο, μετὰ τοῦτο πᾶν τὸ σωματοειδὲς ἐντὸς [36e] αὐτῆς ἐτεκταίνετο καὶ μέσον μέσῃ συναγαγὼν προσήρμοττεν· ἡ δ᾽ ἐκ μέσου πρὸς τὸν ἔσχατον οὐρανὸν πάντῃ διαπλακεῖσα κύκλῳ τε αὐτὸν ἔξωθεν περικαλύψασα, αὐτὴ ἐν αὑτῇ στρεφομένη, θείαν ἀρχὴν ἤρξατο ἀπαύστου καὶ ἔμφρονος βίου πρὸς τὸν σύμπαντα χρόνον. καὶ τὸ μὲν δὴ σῶμα ὁρατὸν οὐρανοῦ γέγονεν, αὐτὴ δὲ ἀόρατος μέν, λογισμοῦ δὲ μετέχουσα καὶ [37a] ἁρμονίας ψυχή, τῶν νοητῶν ἀεί τε ὄντων ὑπὸ τοῦ ἀρίστου ἀρίστη γενομένη τῶν γεννηθέντων. ἅτε οὖν ἐκ τῆς ταὐτοῦ καὶ τῆς θατέρου φύσεως ἔκ τε οὐσίας τριῶν τούτων συγκραθεῖσα μοιρῶν, καὶ ἀνὰ λόγον μερισθεῖσα καὶ συνδεθεῖσα, αὐτή τε ἀνακυκλουμένη πρὸς αὑτήν, ὅταν οὐσίαν σκεδαστὴν ἔχοντός τινος ἐφάπτηται καὶ ὅταν ἀμέριστον, λέγει κινουμένη διὰ πάσης ἑαυτῆς ὅτῳ τ᾽ ἄν τι ταὐτὸν ᾖ καὶ ὅτου ἂν [37b] ἕτερον, πρὸς ὅτι τε μάλιστα καὶ ὅπῃ καὶ ὅπως καὶ ὁπότε συμβαίνει κατὰ τὰ γιγνόμενά τε πρὸς ἕκαστον ἕκαστα εἶναι καὶ πάσχειν καὶ πρὸς τὰ κατὰ ταὐτὰ ἔχοντα ἀεί. λόγος δὲ ὁ κατὰ ταὐτὸν ἀληθὴς γιγνόμενος περί τε θάτερον ὂν καὶ περὶ τὸ ταὐτόν, ἐν τῷ κινουμένῳ ὑφ᾽ αὑτοῦ φερόμενος ἄνευ φθόγγου καὶ ἠχῆς, ὅταν μὲν περὶ τὸ αἰσθητὸν γίγνηται καὶ ὁ τοῦ θατέρου κύκλος ὀρθὸς ἰὼν εἰς πᾶσαν αὐτοῦ τὴν ψυχὴν διαγγείλῃ, δόξαι καὶ πίστεις γίγνονται βέβαιοι καὶ ἀληθεῖς, [37c] ὅταν δὲ αὖ περὶ τὸ λογιστικὸν ᾖ καὶ ὁ τοῦ ταὐτοῦ κύκλος εὔτροχος ὢν αὐτὰ μηνύσῃ, νοῦς ἐπιστήμη τε ἐξ ἀνάγκης ἀποτελεῖται· τούτω δὲ ἐν ᾧ τῶν ὄντων ἐγγίγνεσθον, ἄν ποτέ τις αὐτὸ ἄλλο πλὴν ψυχὴν εἴπῃ, πᾶν μᾶλλον ἢ τἀληθὲς ἐρεῖ. Πλάτων,Τίμαιος 36Δ
ΜΕΓΑΣ ΗΓΕΜΩΝ ΕΝ ΟΥΡΑΝΩ ΔΙΑΣ/ΖΕΥΣ ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΡΕΥΕΤΑΙ ΔΙΑΚΟΣΜΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΥΩΝ ΠΑΝΤΑ,ΤΩ ΔΕ ΕΠΕΤΑΙ ΣΤΡΑΤΙΑ ΘΕΩΝ ΤΕ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΩΝ.ΕΚΒΑΣΙΣ ΤΕΛΕΙΑΣ ΨΥΧΗΣ ΕΙΣ ΥΠΕΡΟΥΡΑΝΙΟΝ ΤΟΠΟΝ ΘΕΕΙ.
...
ΜΕΓΑΣ ΗΓΕΜΩΝ ΕΝ ΟΥΡΑΝΩ ΔΙΑΣ/ΖΕΥΣ ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΡΕΥΕΤΑΙ ΔΙΑΚΟΣΜΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΥΩΝ ΠΑΝΤΑ,ΤΩ ΔΕ ΕΠΕΤΑΙ ΣΤΡΑΤΙΑ ΘΕΩΝ ΤΕ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΩΝ.ΕΚΒΑΣΙΣ ΤΕΛΕΙΑΣ ΨΥΧΗΣ ΕΙΣ ΥΠΕΡΟΥΡΑΝΙΟΝ ΤΟΠΟΝ ΘΕΕΙ.
Μάριε Χαῖρε καὶ Καλὴ Χρονιά!
Μία ἐρώτηση. Ἀναφέρεις "Ο πανσυγκριτισμός υπήρχε από την αρχαϊκή εποχή κι αυτό είναι λογικό δεδομένης της εκτάσεως του τότε γνωστού κόσμου". Θὰ μποροῦσες νὰ μοῦ πεῖς πού αὐτὸ στηρίζεται; Σὲ κείμενα τῆς ἀρχαϊκῆς περιόδου; Καὶ συγκριτισμός ὣς πρὸς τί; Πραγματικὰ μὲ ἐνδιαφέρει.
Μία διόρθωση. Ἀναφέρεις "...κι από εκεί για πολιτικούς σκοπούς να ανακυρηχθεί ως επίσημη θρησκεία της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας." Ἀπλῶς γιὰ τὴν Ἱστορία, ἔγινε ἐπίσημη θρησκεία τοῦ συνόλου τῆς αὐτοκρατορίας.
Ἀναφορικὰ δὲ μὲ τὴν λαϊκὴ καλὸ εἶναι νὰ μὴν ὑποτιμοῦμε τὴν σημασία της, καθῶς ὑοήρξε έκφραση τῆς συντριπτικῆς πλειοψηφίας τῶν ἀρχαίων προγόνων μας. Ἡ λαϊκὴ θρησκεῖα ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὑπήρξε ἡ "ἀγνὴ" ἔκφραση τῆς θρησκευτικότητας καὶ θὰ πρέπει νὰ ἔχει τὶς ρίζες της στὰ βάθη τῶν αἰώνων. Ἡ προσπάθεια "δημιουργίας" ἀστικῆς θρησκείας ἀποτελεῖ προσπάθεια ἐλέγχου ἀπὸ τὴν Πολιτεία, γεγονὸς τὸ ὁποῖο βλέπουμε κυρίως στὴν Ἀθήνα.
Ἐπιπλέον, ὁ διαχωρισμὸς τῶν θεῶν ποὺ μᾶς παρέθεσες ἀποτελεῖ ὡραιότατη ἀφετηρία προβληματισμοῦ καὶ φιλοσοφικοῦ στπχασμοῦ. Κατὰ τὴν δική μου ὅμως ταπεινὴ ἄποψη δὲν μπορεῖ νὰ πάρει τὴν μορφὴ δόγματος, ἀλλὰ προσωπικῆς τοποθέτησης. Πώς δηλαδὴ ἑμεῖς θεωροῦμε ὅτι χωρίζονταν οἱ Θεοὶ καὶ τί αὑτὸ παραπέρα μπορεῖ νὰ δηλοῖ ἤ σημαίνει. Δὲν μποροῦμε, πάντα κατὰ τὴν γνώμη μου, μὲ τόση βεβαιότητα νὰ μιλᾶμε γιὰ πράγματα, τῶν ὁποίων ἀπειροελάχιστο μέρος μόνον γνωρίζουμε, εἶτε λόγω τῆς χρονικῆς ἀπόστασης, εἶτε λόγω τῶν ἐλλιπέστατων κειμένων.
Ἀναφορικὰ μὲ τὸν κο Παπαγεωργίου,
καλὸ θὰ ἦταν καὶ στὸ δικὸ του κείμενο νὰ κάνει σαφὲς ¨ὅτι πρόκειται γιὰ προσωπικὲς ἐκτιμήσεις. Θὰ πρέπει δὲ νὰ ὑπάρξει διαχωρισμὸς μεταξὺ "ἐθνικὼν" καὶ Ἑλλήνων, ὁπως ἄλλωστε γίνεται ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰ χριστιανικὰ κείμενα. Ἡ ἄποψη, δέ, ὅτι λατρεία τοῦ ἡγεμόνος ἔχουμε ἄπὸ τὸν Φίλιππο τὸν Β' καῖ ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο, πρὶν τὴν εὶς τὴν Ἂνατολὴ ἐκστρατεῖα, δὲν εὐσταθεῖ. Ἡ παρουσία τῆς εὶκόνος τοῦ Φιλίππου στὸ θέατρο τῶν Αἰγῶν κατὰ τὴν τέλεση τῶν γάμων τῆς κόρης του, ἀμέσως μετὰ ἀπὸ τὶς εἰκόνες τῶν Θεῶν, θεωρήθηκε ὕβρις καὶ ξεσήκωσε ἀντιδράσις. Ἀκολοῦθησε ἡ δολοφονία του (γιὰ ἄσχετο βέβαια λόγο). Ὁπότε γιὰ ποιὰ ἐν ζωῆ λατρεία ἡγεμόνος μιλάμε; Ὁ δὲ Ἀλέξανδρος ΣΤΗΝ ΑΣΙΑ ζήτησε μετὰ θάνατον λατρεῖα, γεγονὸς τὸ ὁποῖο εἶχε πολιτικὴ μάλλον παρὰ θρησκευτικὴ σημασία, δεδομένου τῆς παραδόσεως ποὺ ὑπῆρχε στὶς περιοχὲς αὐτές. Ἡ λατρεῖα τοῦ ἡγεμόνος εὶσήχθη ἀπὸ τὴν Ἀνατολή. Ὑιοθετήθηκε ἀπὸ ἡγεμόνες τῶν ἑλληνιστικῶν βασιλείων, γεγονὸς ὑβριστικὸ βέβαια σύμφωνα μὲ τὴν τῶν Ἑλλήνων παράδοσιν, ἀφοῦ θνητὸς ἐξυψώνεται ἐν ζωῆ σὲ σφαῖρα θεϊκή, ὑιοθετήθηκε ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους αὐτοκράτορες, οἱ ὁποίοι λόγω των συμπλεγμάτων ἐπαρχιωτισμοῦ ἐφθασαν πολλάκις σὲ ὑπερβολές, καὶ πέρασε ὢς ἕναν βαθμὸ καὶ στὸ Βυζάντιο. Ἡ προσφώνηση τοῦ αὐτοκράτορος ὣς " Ἰσαποστόλου" καὶ ἡ θέση του στὴν ἰεραρχία πάνω ἀπὸ τὸν πατριάρχη, καθὼς καὶ ὁ τίτλος " ἐλέω Θεοῦ αὐτοκράτωρ", ἡ ἀντίληψη ὅτι ἀποτελοῦσε τὴν εῖκόνα τοῦ θεοῦ ἐπὶ γῆς (γιὰ αὐτὸ καὶ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀρτιμελῆς κτλ) εἶναι πεποιθήσεις ποὺ ἕλκουν τὴν καταγωγή τους στὴν λατρεία τοῦ ἡγεμόνος.
Τὰ ἐξ ἀποκαλύψεως τῆς χριστιανικῆς πίστεως εἶναι σεβαστὰ γιὰ ὅσους τὰ ἀσπάζονται. Παρ' ὅλα αὐτὰ δὲν θὰ πρέπει νὰ λησμονοῦμε ὅτι ὁ χριστιανισμὸς χρησιμοποιήθηκε ἥ δημιουργήθηκε γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσει συγκεκριμένες οἰκονομικοκοινωνικοπολιτικὲς καταστάσεις τῆς ἐποχῆς. Ἐὰν λοιπὸν ἐπιθυμοῦμε νὰ εἶμαστε ἀντικειμενικοί, θὰ πρέπει νὰ λαμβάνουμε ὑπόψιν τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατὰ καὶ τῶν δύο μερῶν. Διαφορετικὰ ὁδηγοῦμαστε σὲ αὐτὸ ποὺ "κατηγοροῦμε" ὅσους προσπαθοῦν νὰ ἀναβιῶσουν τὴν ἀρχαῖα θρησκεῖα (ἐπιλεκτικότητα). Δηλαδὴ σὲ ἕναν χριστιανισμὸ ἀπηλαγμένο ἀπὸ συμφέροντα καὶ μὲ καθαρὰ τὰ χέρια.... Αὐτὸ ὅμως εἶναι ἱστορικὸ ἀτόπημα......
Βέβαια ὁφείλω νὰ ὁμολογήσω ὄτι ἀπόλαυσα τόσο τὸ ἄρθρο τοῦ κου Παπαγεωργίου, ὅσο καὶ τὴν δημοσίευση τοῦ Μάριου, καὶ θεωρῶ ὅτι διδάχθηκα πολλά. Ἡ οὑσία περὶ τῶν κοινῶν ποὺ μᾶς ἐνώνουν θεωρῶ ὅτι εἶναι τὸ σημαντικό, κατὰ τὴν ἀποψή μου, στὴν παροῦσα φάση.
Μετὰ τῆς τῶν Ἑλλήνων φιλότητος,
Ἀλέξανδρος
Μία ἐρώτηση. Ἀναφέρεις "Ο πανσυγκριτισμός υπήρχε από την αρχαϊκή εποχή κι αυτό είναι λογικό δεδομένης της εκτάσεως του τότε γνωστού κόσμου". Θὰ μποροῦσες νὰ μοῦ πεῖς πού αὐτὸ στηρίζεται; Σὲ κείμενα τῆς ἀρχαϊκῆς περιόδου; Καὶ συγκριτισμός ὣς πρὸς τί; Πραγματικὰ μὲ ἐνδιαφέρει.
Μία διόρθωση. Ἀναφέρεις "...κι από εκεί για πολιτικούς σκοπούς να ανακυρηχθεί ως επίσημη θρησκεία της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας." Ἀπλῶς γιὰ τὴν Ἱστορία, ἔγινε ἐπίσημη θρησκεία τοῦ συνόλου τῆς αὐτοκρατορίας.
Ἀναφορικὰ δὲ μὲ τὴν λαϊκὴ καλὸ εἶναι νὰ μὴν ὑποτιμοῦμε τὴν σημασία της, καθῶς ὑοήρξε έκφραση τῆς συντριπτικῆς πλειοψηφίας τῶν ἀρχαίων προγόνων μας. Ἡ λαϊκὴ θρησκεῖα ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὑπήρξε ἡ "ἀγνὴ" ἔκφραση τῆς θρησκευτικότητας καὶ θὰ πρέπει νὰ ἔχει τὶς ρίζες της στὰ βάθη τῶν αἰώνων. Ἡ προσπάθεια "δημιουργίας" ἀστικῆς θρησκείας ἀποτελεῖ προσπάθεια ἐλέγχου ἀπὸ τὴν Πολιτεία, γεγονὸς τὸ ὁποῖο βλέπουμε κυρίως στὴν Ἀθήνα.
Ἐπιπλέον, ὁ διαχωρισμὸς τῶν θεῶν ποὺ μᾶς παρέθεσες ἀποτελεῖ ὡραιότατη ἀφετηρία προβληματισμοῦ καὶ φιλοσοφικοῦ στπχασμοῦ. Κατὰ τὴν δική μου ὅμως ταπεινὴ ἄποψη δὲν μπορεῖ νὰ πάρει τὴν μορφὴ δόγματος, ἀλλὰ προσωπικῆς τοποθέτησης. Πώς δηλαδὴ ἑμεῖς θεωροῦμε ὅτι χωρίζονταν οἱ Θεοὶ καὶ τί αὑτὸ παραπέρα μπορεῖ νὰ δηλοῖ ἤ σημαίνει. Δὲν μποροῦμε, πάντα κατὰ τὴν γνώμη μου, μὲ τόση βεβαιότητα νὰ μιλᾶμε γιὰ πράγματα, τῶν ὁποίων ἀπειροελάχιστο μέρος μόνον γνωρίζουμε, εἶτε λόγω τῆς χρονικῆς ἀπόστασης, εἶτε λόγω τῶν ἐλλιπέστατων κειμένων.
Ἀναφορικὰ μὲ τὸν κο Παπαγεωργίου,
καλὸ θὰ ἦταν καὶ στὸ δικὸ του κείμενο νὰ κάνει σαφὲς ¨ὅτι πρόκειται γιὰ προσωπικὲς ἐκτιμήσεις. Θὰ πρέπει δὲ νὰ ὑπάρξει διαχωρισμὸς μεταξὺ "ἐθνικὼν" καὶ Ἑλλήνων, ὁπως ἄλλωστε γίνεται ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰ χριστιανικὰ κείμενα. Ἡ ἄποψη, δέ, ὅτι λατρεία τοῦ ἡγεμόνος ἔχουμε ἄπὸ τὸν Φίλιππο τὸν Β' καῖ ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο, πρὶν τὴν εὶς τὴν Ἂνατολὴ ἐκστρατεῖα, δὲν εὐσταθεῖ. Ἡ παρουσία τῆς εὶκόνος τοῦ Φιλίππου στὸ θέατρο τῶν Αἰγῶν κατὰ τὴν τέλεση τῶν γάμων τῆς κόρης του, ἀμέσως μετὰ ἀπὸ τὶς εἰκόνες τῶν Θεῶν, θεωρήθηκε ὕβρις καὶ ξεσήκωσε ἀντιδράσις. Ἀκολοῦθησε ἡ δολοφονία του (γιὰ ἄσχετο βέβαια λόγο). Ὁπότε γιὰ ποιὰ ἐν ζωῆ λατρεία ἡγεμόνος μιλάμε; Ὁ δὲ Ἀλέξανδρος ΣΤΗΝ ΑΣΙΑ ζήτησε μετὰ θάνατον λατρεῖα, γεγονὸς τὸ ὁποῖο εἶχε πολιτικὴ μάλλον παρὰ θρησκευτικὴ σημασία, δεδομένου τῆς παραδόσεως ποὺ ὑπῆρχε στὶς περιοχὲς αὐτές. Ἡ λατρεῖα τοῦ ἡγεμόνος εὶσήχθη ἀπὸ τὴν Ἀνατολή. Ὑιοθετήθηκε ἀπὸ ἡγεμόνες τῶν ἑλληνιστικῶν βασιλείων, γεγονὸς ὑβριστικὸ βέβαια σύμφωνα μὲ τὴν τῶν Ἑλλήνων παράδοσιν, ἀφοῦ θνητὸς ἐξυψώνεται ἐν ζωῆ σὲ σφαῖρα θεϊκή, ὑιοθετήθηκε ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους αὐτοκράτορες, οἱ ὁποίοι λόγω των συμπλεγμάτων ἐπαρχιωτισμοῦ ἐφθασαν πολλάκις σὲ ὑπερβολές, καὶ πέρασε ὢς ἕναν βαθμὸ καὶ στὸ Βυζάντιο. Ἡ προσφώνηση τοῦ αὐτοκράτορος ὣς " Ἰσαποστόλου" καὶ ἡ θέση του στὴν ἰεραρχία πάνω ἀπὸ τὸν πατριάρχη, καθὼς καὶ ὁ τίτλος " ἐλέω Θεοῦ αὐτοκράτωρ", ἡ ἀντίληψη ὅτι ἀποτελοῦσε τὴν εῖκόνα τοῦ θεοῦ ἐπὶ γῆς (γιὰ αὐτὸ καὶ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀρτιμελῆς κτλ) εἶναι πεποιθήσεις ποὺ ἕλκουν τὴν καταγωγή τους στὴν λατρεία τοῦ ἡγεμόνος.
Τὰ ἐξ ἀποκαλύψεως τῆς χριστιανικῆς πίστεως εἶναι σεβαστὰ γιὰ ὅσους τὰ ἀσπάζονται. Παρ' ὅλα αὐτὰ δὲν θὰ πρέπει νὰ λησμονοῦμε ὅτι ὁ χριστιανισμὸς χρησιμοποιήθηκε ἥ δημιουργήθηκε γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσει συγκεκριμένες οἰκονομικοκοινωνικοπολιτικὲς καταστάσεις τῆς ἐποχῆς. Ἐὰν λοιπὸν ἐπιθυμοῦμε νὰ εἶμαστε ἀντικειμενικοί, θὰ πρέπει νὰ λαμβάνουμε ὑπόψιν τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατὰ καὶ τῶν δύο μερῶν. Διαφορετικὰ ὁδηγοῦμαστε σὲ αὐτὸ ποὺ "κατηγοροῦμε" ὅσους προσπαθοῦν νὰ ἀναβιῶσουν τὴν ἀρχαῖα θρησκεῖα (ἐπιλεκτικότητα). Δηλαδὴ σὲ ἕναν χριστιανισμὸ ἀπηλαγμένο ἀπὸ συμφέροντα καὶ μὲ καθαρὰ τὰ χέρια.... Αὐτὸ ὅμως εἶναι ἱστορικὸ ἀτόπημα......
Βέβαια ὁφείλω νὰ ὁμολογήσω ὄτι ἀπόλαυσα τόσο τὸ ἄρθρο τοῦ κου Παπαγεωργίου, ὅσο καὶ τὴν δημοσίευση τοῦ Μάριου, καὶ θεωρῶ ὅτι διδάχθηκα πολλά. Ἡ οὑσία περὶ τῶν κοινῶν ποὺ μᾶς ἐνώνουν θεωρῶ ὅτι εἶναι τὸ σημαντικό, κατὰ τὴν ἀποψή μου, στὴν παροῦσα φάση.
Μετὰ τῆς τῶν Ἑλλήνων φιλότητος,
Ἀλέξανδρος
Παραθέτω δύο αποσπάματα τα οποία θεωρώ σημαντικά σχετικά με τους προβληματισμούς μας αλλά και τις βάσεις των κυρίων μέχρι στιγμής τοποθετήσεων.
---
---
Ίσως το άρθρο του κυρίου Παπαγεωργίου να είναι ελλειπές, ιδίως στις ιστορικές αναφορές. Θα επιθυμούσα για παράδειγμα να γνωρίζω περισσότερα γι' αυτό το παγκόσμιο φαινόμενο νεοπαγανισμού κατά τον ίδιο. (Ο ίδιος βεβαίως ξεκαθαρίζει πως θα κάνει απλά μία σύντομη αναφορά.)
Θα ήθελα να υπενθυμίσω πως πέρα από την θρησκειολογική ή και φιλοσοφική ανάλυση ή ακόμα και την ιστορική, επί των οποίων αναλώνουμε τον χρόνο και την σκέψη μας, η θρησκεία μας ήταν και είναι ένα μεγάλο κοινωνικό φαινόμενο. Η σύναξη των χριστιανών πιστών στις εκκλησίες κατά τις μεγάλες εορτές της ορθοδοξίας και οι λοιπές θρησκευτικές λαϊκές εκφράσεις θεωρώ οτι θα πρέπει να μας πείθουν πως η λαϊκή πλευρά της θρησκείας δεν θα έπρεπε να διαχωρίζεται από την ουσία αυτής. Πρόκειται για γιορτή, για παραδόσεις και έθιμα, για ευκαιρία για κοινωνικοποίηση και επαφή με τον συνάνθρωπο, και θεωρώ πως είναι άδικο ν' αξιολογείται ως προσπάθεια προσεγγίσεως του Θείου από τον άνθρωπο.
Οι ανάγκες του λαού και της κοινωνίας μας καθορίζουν και διαμορφώνουν την εξέλιξη και την επίσημη θεώρηση του κοσμικού γίγνεσθαι που παρουσιάζει η θρησκεία. Η λαϊκή έκφραση παίζει σαφώς πρωταρχικό ρόλο και δεν μπορεί παρά χωρίς αυτή να μην υπάρχει καν θρησκεία στην μορφή που την ξέρουμε σήμερα. Επιπλέον, το πνεύμα της θρησκείας και των δογμάτων, όπως τα γνωρίζουμε και στον χριστιανισμό, συνάδουν με τις γνώσεις και το επίπεδο της παιδεία μας.
Ταπεινή μου γνώμη είναι πως αν ποτέ θέταμε διαχωριστικό μεταξύ της λαϊκής έκφανσης της θρησκείας και της νοητικής ή φιλοσοφικής, θα έπρεπε να το κάνουμε στα πλαίσια της θρησκείας και μόνο. Ειδάλλως, προκύπτουν δύο θρησκείες αυτή του λαού και πιθανώς αυτή των φιλοσόφων ή στοχαστών, οι οποίοι με τελετές και υπό καθεστώς πλήρους μυστικοπάθειας ασκούν την προσέγγιση του Θείου, λογική η οποία απέχει πολύ από τις αντιλήψεις του λαού για την θρησκεία και θυμίζει περισσότερο πρακτικές αποσχιστικών τάσεων.
Πιστεύω ειλικρινά πως η προσπάθεια των σημερινών οργανώσεων, ομάδων κλπ οι οποίες επιδιώκουν την λεγόμενη επαναφορά της παλαιάς θρησκείας, γίνεται ακριβώς με τον τρόπο που μόλις προανέφερα. Ελλείψει λαϊκής έκφανσης (αλλά και στήριξης) εστιάζουν στην συλλογιστική της αναδείξεως της ελληνικής μυθολογίας και φιλοσοφίας. Αυτό όμως δεν μπορεί να αντικαταστήσει την θρησκεία μας εν έτη 2009.
Αναφέρομαι σε αντικατάσταση διότι μαζί με την υποτιθέμενη επαναφορά της θρησκείας των αρχαίων Ελλήνων, εμφανίζεται η ειρωνεία και ο χλευασμός της ορθοδοξίας κάτι που αποτελεί ξεκάθαρα, προσβολή προς την ελεύθερη επιλογή που έχουμε όλοι να πιστεύουμε(ή όχι).
ΥΓ.Με σεβασμό πάντα στην ανάλυση του Μάριου και μέσα από το πρίσμα της τοποθέτησης που μόλις έκανα, θεωρώ την χρήση του όρου "κακέκτυπο" άστοχη. Δεν νομίζω πως είναι δίκαιο η θρησκευτική λαϊκή παράδοση και η πορεία της στον χρόνο να χαρακτηριστούν έτσι.
---
Π.ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ wrote:Σε αντίθεση με την επιβίωση της αρχαίας θρησκευτικότητας στη λαϊκή (ορθόδοξη) χριστιανική θρησκεία -που είναι βαθιά ριζωμένη στην ελληνική κοινωνία και συνδέεται στενά με πρόσωπα, τους αγίους, που μαρτύρησαν, ας σημειωθεί, στον πνευματικό τους αγώνα ενάντια στην εθνική θρησκεία-, οι σύγχρονες προσπάθειες αναβίωσης της αρχαίας θρησκείας είναι τεχνητές και χωρίς ρίζες στην ελληνική κοινωνία. Αρνούμενοι τη λαϊκή ορθόδοξη έκφραση του χριστιανισμού -η οποία ελέγχεται, ας σημειωθεί, από βιβλικής άποψης- οι αρχαιολάτρες αρνούνται πρακτικά το μόνο οργανικά συνδεόμενο με την αρχαία θρησκευτικότητα στοιχείο του σύγχρονου ελληνισμού. Ο τρόπος δράσης τους μέσα από περιοδικά, διαλέξεις, οργανώσεις κ.λπ. δίνει στα αρχαιολατρικά κινήματα τον χαρακτήρα διανοητικών κατασκευασμάτων, καταστρωμένων σε γραφεία και βιβλιοθήκες, που δεν καταφέρνουν παρά μόνο εξωτερικά να μιμηθούν τους αρχαίους.
ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΜΑΡΙΟΣ wrote:Στο σημείο αυτό έγκειται η διάσταση της λαϊκής θρησκείας από την όντως ούσα.Στο γεγονός ότι η πρώτη περιορίζεται σε αντιγραφές κακεκτύπων παλαιοτέρων τελετουργικών ενώ η πρώτη εστιάζει στην ουσία των όντων.Η ελληνική θρησκεία περιγράφει συμβολικές καταστάσεις των όντων μέσα από τους μύθους ώστε να δώσει νοητική τροφή -νέκταρ και αμβροσία- στον εγκέφαλο να αναπτυχθεί και να συνθέσει ένα μυθολογικό νοοτόπιο...
---
Ίσως το άρθρο του κυρίου Παπαγεωργίου να είναι ελλειπές, ιδίως στις ιστορικές αναφορές. Θα επιθυμούσα για παράδειγμα να γνωρίζω περισσότερα γι' αυτό το παγκόσμιο φαινόμενο νεοπαγανισμού κατά τον ίδιο. (Ο ίδιος βεβαίως ξεκαθαρίζει πως θα κάνει απλά μία σύντομη αναφορά.)
Θα ήθελα να υπενθυμίσω πως πέρα από την θρησκειολογική ή και φιλοσοφική ανάλυση ή ακόμα και την ιστορική, επί των οποίων αναλώνουμε τον χρόνο και την σκέψη μας, η θρησκεία μας ήταν και είναι ένα μεγάλο κοινωνικό φαινόμενο. Η σύναξη των χριστιανών πιστών στις εκκλησίες κατά τις μεγάλες εορτές της ορθοδοξίας και οι λοιπές θρησκευτικές λαϊκές εκφράσεις θεωρώ οτι θα πρέπει να μας πείθουν πως η λαϊκή πλευρά της θρησκείας δεν θα έπρεπε να διαχωρίζεται από την ουσία αυτής. Πρόκειται για γιορτή, για παραδόσεις και έθιμα, για ευκαιρία για κοινωνικοποίηση και επαφή με τον συνάνθρωπο, και θεωρώ πως είναι άδικο ν' αξιολογείται ως προσπάθεια προσεγγίσεως του Θείου από τον άνθρωπο.
Οι ανάγκες του λαού και της κοινωνίας μας καθορίζουν και διαμορφώνουν την εξέλιξη και την επίσημη θεώρηση του κοσμικού γίγνεσθαι που παρουσιάζει η θρησκεία. Η λαϊκή έκφραση παίζει σαφώς πρωταρχικό ρόλο και δεν μπορεί παρά χωρίς αυτή να μην υπάρχει καν θρησκεία στην μορφή που την ξέρουμε σήμερα. Επιπλέον, το πνεύμα της θρησκείας και των δογμάτων, όπως τα γνωρίζουμε και στον χριστιανισμό, συνάδουν με τις γνώσεις και το επίπεδο της παιδεία μας.
Ταπεινή μου γνώμη είναι πως αν ποτέ θέταμε διαχωριστικό μεταξύ της λαϊκής έκφανσης της θρησκείας και της νοητικής ή φιλοσοφικής, θα έπρεπε να το κάνουμε στα πλαίσια της θρησκείας και μόνο. Ειδάλλως, προκύπτουν δύο θρησκείες αυτή του λαού και πιθανώς αυτή των φιλοσόφων ή στοχαστών, οι οποίοι με τελετές και υπό καθεστώς πλήρους μυστικοπάθειας ασκούν την προσέγγιση του Θείου, λογική η οποία απέχει πολύ από τις αντιλήψεις του λαού για την θρησκεία και θυμίζει περισσότερο πρακτικές αποσχιστικών τάσεων.
Πιστεύω ειλικρινά πως η προσπάθεια των σημερινών οργανώσεων, ομάδων κλπ οι οποίες επιδιώκουν την λεγόμενη επαναφορά της παλαιάς θρησκείας, γίνεται ακριβώς με τον τρόπο που μόλις προανέφερα. Ελλείψει λαϊκής έκφανσης (αλλά και στήριξης) εστιάζουν στην συλλογιστική της αναδείξεως της ελληνικής μυθολογίας και φιλοσοφίας. Αυτό όμως δεν μπορεί να αντικαταστήσει την θρησκεία μας εν έτη 2009.
Αναφέρομαι σε αντικατάσταση διότι μαζί με την υποτιθέμενη επαναφορά της θρησκείας των αρχαίων Ελλήνων, εμφανίζεται η ειρωνεία και ο χλευασμός της ορθοδοξίας κάτι που αποτελεί ξεκάθαρα, προσβολή προς την ελεύθερη επιλογή που έχουμε όλοι να πιστεύουμε(ή όχι).
ΥΓ.Με σεβασμό πάντα στην ανάλυση του Μάριου και μέσα από το πρίσμα της τοποθέτησης που μόλις έκανα, θεωρώ την χρήση του όρου "κακέκτυπο" άστοχη. Δεν νομίζω πως είναι δίκαιο η θρησκευτική λαϊκή παράδοση και η πορεία της στον χρόνο να χαρακτηριστούν έτσι.